ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ.
Αρ. Αίτησης: 239/2022
Μεταξύ:
Μ.Λ. εκ Λεμεσού
Αιτήτριας
-κ α ι-
Π.Α. εκ Λεμεσού
Καθ’ ου η Αίτηση
------------------------
Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 30/10/2025
Ημερομηνία: 13/02/2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια։ κα Ερμίνα Παπασολωμού για ERMINA PAPASOLOMOU & CO LLC
Για Καθ’ ου η Αίτηση: κα Χαρά Σούρπη για ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΣΕΡΓΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ։
1. Από την σχέση τους οι διάδικοι απέκτησαν την θυγατέρα τους Ε.Α. η οποία γεννήθηκε στις 23/06/2015. Η Αιτήτρια με την εναρκτήρια αίτηση της αξιώνει από τον Καθ’ ου η Αίτηση την καταβολή του ποσού των €970,00 μηνιαίως ως συνεισφορά του στην συντήρηση και διατροφή του ανήλικου τέκνου τους.
2. Η εκδίκαση της υπόθεσης προχώρησε στην βάση της Διαταγής 30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας μέσω ενόρκων δηλώσεων και από τις δύο πλευρές. Μετά από αίτηση που καταχώρησε η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση, εκδόθηκε μετά από εκδίκαση της απόφαση ημερομηνίας 07/10/2025, με την οποία διατάχθηκε η Αιτήτρια όπως παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, με σκοπό να αντεξεταστεί αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων με αρ. 10, 16 υπό στοιχεία (Α)-(Η), 17 υπό στοιχείο Α, Β και Γ και 19 της ένορκης γραπτής μαρτυρίας της ημερομηνίας 14/03/2025.
3. Ακολούθως, στις 30/10/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε με την σειρά της την υπό εξέταση ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του Καθ’ ου η Αίτηση αναφορικά με τους ισχυρισμούς του οι οποίοι προβάλλονται στις παραγράφους 3, 5, 6, 9, 10, 12, 13, 16, 20, 25, 26, 27, 28, 29, 30 και 59 της γραπτής του μαρτυρίας ημερομηνίας 23/05/2025.
4. Στις 08/12/2025 ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση του μέσω της οποίας προβάλλει 24 λόγους ένστασης και η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του, με την οποία ουσιαστικά αξιώνει την απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης. Η ακρόαση της υπό εξέταση αίτησης διεξήχθη με την προώθηση των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων στις οποίες ανέπτυξαν τις θέσεις τους με αναφορά σε νομολογία και νομική-ουσιαστική επιχειρηματολογία και τις οποίες λαμβάνω σοβαρά υπόψη.
(II) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։
5. Μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση της, η Αιτήτρια υποστηρίζει αρχικά ότι έχει μελετήσει τη γραπτή μαρτυρία του Καθ’ ου η Αίτηση ημερομηνίας 23/05/2025 και δηλώνει ότι περιλαμβάνει ανακριβείς, αντιφατικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, οι οποίοι χρήζουν αντεξέτασης και αποσαφήνισης, ώστε να αποκαλυφθεί η πραγματική εικόνα των οικονομικών και προσωπικών δεδομένων του. Ειδικότερα, ισχυρίζεται πως η γραπτή του μαρτυρία περιέχει ψευδείς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς ως προς τα εισοδήματά του, την συνεισφορά του στα έξοδα διατροφής της ανήλικης θυγατέρας τους, καθώς και την προσωπική του συμπεριφορά έναντι της ίδιας και του τέκνου τους. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του Καθ’ ου η Αίτηση είναι αναληθείς και παραπλανητικοί, προβάλλονται χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση και έχουν ως προφανή σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να δημιουργήσουν ψευδή εικόνα των πραγματικών περιστάσεων. Συνεπώς, η Αιτήτρια πιστεύει ότι για την ορθή και δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης, είναι αναγκαίο όπως ο Καθ’ ου η Αίτηση αντεξεταστεί επί των σημείων αυτών, ώστε να αποκαλυφθεί η αναλήθεια των ισχυρισμών του και να αποκατασταθεί η πραγματικότητα.
6. Ακολούθως, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του Καθ’ ου η Αίτηση, όπως προκύπτει από τη γραπτή του μαρτυρία, καταδεικνύει έλλειψη διαφάνειας, ειλικρίνειας και συνέπειας. Ειδικότερα, αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση, μέσω της ένορκης του δήλωσης, επιχειρεί επιλεκτική παρουσίαση των οικονομικών του στοιχείων με σκοπό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως οικονομικά επιβαρυμένος και αδύναμος να συνεισφέρει επαρκώς στη διατροφή της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων.
7. Συγκεκριμένα, ενώ ισχυρίζεται ότι τα μηνιαία του εισοδήματα είναι περιορισμένα, δεν προσκομίζει κανένα τραπεζικό απόσπασμα ή αποδεικτικό των πραγματικών του εξόδων παρά μόνο τις φορολογικές του δηλώσεις μέχρι το 2023. Εν τούτοις, ο ίδιος αμφισβητεί τις τραπεζικές της κινήσεις, επιχειρώντας να παρουσιάσει τις σχετικές καταθέσεις ως προσωπικές της δαπάνες, ενώ τα τεκμήρια που έχουν προσκομιστεί στο Δικαστήριο (τραπεζικές καταστάσεις, αποδείξεις και τιμολόγια) τεκμηριώνουν σαφώς ότι τα αντίστοιχα ποσά αφορούν αποκλειστικά έξοδα της ανήλικης θυγατέρας τους, όπως τρόφιμα, είδη ένδυσης και υπόδησης, εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, εξωσχολικές δραστηριότητες και λοιπές βασικές ανάγκες. Αντιθέτως, ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν έχει τεκμηριώσει ούτε τα δήθεν επαγγελματικά του έξοδα, ούτε την υποτιθέμενη «οικονομική δυσχέρεια» που επικαλείται δεν προσκομίζει αποδεικτικά καταβολών, τιμολόγια, ή οποιαδήποτε τραπεζική κίνηση που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του. Ως εκ τούτου, η εικόνα που επιχειρεί να προβάλει είναι πλασματική και παραπλανητική και επιβάλλεται η αντεξέταση του για να διαπιστωθεί η αλήθεια.
8. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια θεωρεί μέσα από την ένορκη δήλωση της, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση θα πρέπει να αντεξεταστεί επί των πιο κάτω ζητημάτων της γραπτής του μαρτυρίας ημερομηνίας 23/05/2025, καθώς τα όσα ισχυρίζεται είναι ψευδή, αντιφατικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
9. Αρχικά, η Αιτήτρια αναφέρει ότι σε σχέση με την παράγραφο 3 της δήλωσης του, ο Καθ’ ου η αίτηση επιχειρεί να εμφανίσει ότι «εμποδίζεται να ασκήσει την επικοινωνία» με την ανήλικη θυγατέρα τους, υποστηρίζοντας ότι η αναφορά αυτή είναι εντελώς αναληθής. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι από την έκδοση του διατάγματος επικοινωνίας στις 05/07/2024 μέχρι και τις αρχές του Ιανουαρίου 2025, ο Καθ’ ου δεν ασκούσε καθόλου την επικοινωνία της Παρασκευής, ούτε επικοινώνησε για ρύθμιση ή αλλαγή ωραρίου. Όπως αποδεικνύεται από ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ τους την οποία είχε επισυνάψει στην γραπτή της δήλωση ημερομηνίας 14/03/2025, η ίδια η απραξία του Καθ’ ου η αίτηση οδήγησε στη μη άσκηση του δικαιώματός του.
10. Περαιτέρω σε σχέση με την παράγραφο αρ. 5 της ένορκης δήλωσής του, ο Καθ’ ου η αίτηση υπονοεί ότι η ίδια ξοδεύει υπερβολικά και χρησιμοποιεί τα χρήματα για προσωπικούς της σκοπούς, αναφέροντας ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι συκοφαντικός και εντελώς αβάσιμος. Διευκρινίζει πως όλες οι δαπάνες αφορούν αποκλειστικά την ανήλικη θυγατέρα τους και υπάρχουν αποδείξεις για κάθε πληρωμή, ενώ η διαχείριση των χρημάτων γίνεται αποκλειστικά για τη φροντίδα, μόρφωση και υγεία του παιδιού τους. Περαιτέρω, στην ίδια παράγραφο ο Καθ’ ου αναφέρεται στο δάνειο των €5.000 που έλαβε στις 27/02/2024, ισχυριζόμενος ότι το χρησιμοποίησε για προσωπική ωφέλεια, ενώ η Αιτήτρια δηλώνει κατηγορηματικά ότι το δάνειο αυτό ελήφθη αποκλειστικά για τις ανάγκες της ανήλικης, περιλαμβανομένων εξόδων διατροφής, ιατροφαρμακευτικών εξόδων, θερινού σχολείου και ασφάλειας υγείας.
11. Στις παραγράφους 6 και 9 της ένορκης δήλωσής του, ο Καθ’ ου ισχυρίζεται ότι η επαγγελματική του δραστηριότητα είναι περιορισμένη και ασταθής. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι ψευδής, καθότι ο ίδιος εργάζεται καθημερινά στο φυσιοθεραπευτήριο του στη Λευκωσία, με πλήρες πρόγραμμα πελατών και συνεργασίες με αθλητικούς συλλόγους. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι διατηρεί σταθερή εργασία στο πλαίσιο του ΓΕ.ΣΥ. από την οποία λαμβάνει σταθερές πληρωμές, ενώ παράλληλα ασκεί ιδιωτική φυσιοθεραπεία και προπονητική δραστηριότητα, χωρίς να δηλώνει όλα τα έσοδά του.
12. Επιπρόσθετα, στις παραγράφους 9 και 10 της ένορκης δήλωσης του Καθ’ ου η αίτηση, αυτός ισχυρίζεται ότι «αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες» και ότι «τα εισοδήματά του είναι περιορισμένα και ασταθή». Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι ψευδείς, αφού ο Καθ’ ου έχει σταθερό και υψηλό εισόδημα, που υπερβαίνει τις €40.000 ετησίως μόνο από το ΓΕ.ΣΥ. χωρίς να υπολογίζονται τα πρόσθετα έσοδα από ιδιωτικές φυσιοθεραπείες και προπονητική δραστηριότητα στην πετοσφαίριση. Επίσης, αναφέρει ότι τα ιατροσυμβούλια κυμαίνονται από 7-8 φορές τον χρόνο, αλλά δεν αναφέρει ότι κυμαίνονται από €200-€1000 την φορά. Θεωρεί ότι στην πραγματικότητα, ο ίδιος αποκρύπτει τα πραγματικά του έσοδα και παρουσιάζει τεχνητή εικόνα «οικονομικής δυσχέρειας» ώστε να μειώσει τις υποχρεώσεις του.
13. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση ότι τα ποσά που εισπράττει καταγράφονται όλα στις φορολογικές του δηλώσεις, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι παρόλο που ο Καθ’ ου η αίτηση προσκόμισε την φορολογική του δήλωση μέχρι το 2023, η φορολογική του δήλωση παρόλα αυτά δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη των πραγματικών εισοδημάτων του, αφού το Τμήμα Φορολογίας δεν διενεργεί έλεγχο χωρίς αίτημα για Capital Statement (Κατάσταση Κεφαλαίου). Επίσης, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η φορολογική του δήλωση δεν αποκαλύπτει το πραγματικό του οικονομικό προφίλ και χρήζει διασταύρωσης με τραπεζικά και επαγγελματικά δεδομένα τα οποία ο Καθ’ ου η αίτηση παρέλειψε εσκεμμένα να παρουσιάσει. Τα έξοδα οχημάτων που παρουσιάζει στην φορολογική του βασίζονται στο 7-9% των εισοδημάτων του για τα οποία ο μέσος όρος έπρεπε να βρίσκεται στο 3% των εισοδημάτων. Είναι η θέση της, πως αυτό φανερώνει την μη διαφάνεια των εισοδημάτων ή και αύξηση των εξόδων με απώτερο σκοπό την μείωση των εξόδων με συνέπεια και την μείωση του κέρδους. Επίσης, τα έξοδα αυτά προφανώς περιλαμβάνουν τις προσωπικές του διακινήσεις και τα έξοδα που αναφέρει για την μεταφορά του στη Λεμεσό πως είναι για την άσκηση της επικοινωνίας με την ανήλικη θυγατέρα τους.
14. Σε σχέση με την παράγραφο αρ. 12 της ένορκης δήλωσής του Καθ’ ου η αίτηση, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπάρχει σαφής αντίφαση μεταξύ αγοράς αυτοκινήτου και διαμερίσματος και των «πενιχρών» εισοδημάτων που επικαλείται. Θεωρεί ότι η ύπαρξη αυτών των περιουσιακών στοιχείων επιβεβαιώνει την οικονομική του άνεση και αντικρούει τον ισχυρισμό περί οικονομικής δυσχέρειας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση ότι η αγορά του διαμερίσματος έγινε από τον πατέρα του, αυτός δεν ευσταθεί, καθότι δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε έγγραφο που να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό. Επίσης, σε σχέση με την παράγραφο αρ. 13 της ένορκης δήλωσής του, ο Καθ’ ου η Αίτηση δηλώνει ότι σύναψε τρείς νέες ασφάλειες ζωής αξίας €200/μηνιαίως οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τα ‘πενιχρά εισοδήματα’ που αναφέρει.
15. Αναφορικά με την παράγραφο αρ.16 της ένορκης δήλωσης του Καθ’ ου η Αίτηση, αυτός ισχυρίζεται ότι η «μητέρα μου και άλλοι τρίτοι μεταφέρουν το παιδί» και ότι «εγώ δεν συμβάλλω στις μετακινήσεις». Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι αυτό είναι απολύτως ψευδές, αφού η ίδια μεταφέρει την ανήλικη καθημερινά προς και από το σχολείο, καθώς και στις δραστηριότητές της, αναλαμβάνοντας όλο το σχετικό κόστος μεταφοράς και καυσίμων, το οποίο ανέρχεται σε περίπου €200,00 τον μήνα. Επιπλέον, ο Καθ’ ου η Αίτηση ουδόλως δύναται να γνωρίζει ή να επιβεβαιώσει ποιος μεταφέρει το παιδί ή ποιος συμβάλλει στις μετακινήσεις του, καθότι ο ίδιος διαμένει μόνιμα στη Λευκωσία και έρχεται σε επαφή με την ανήλικη αποκλειστικά και μόνο κατά τη διάρκεια άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του.
16. Ακολούθως, στην παράγραφο 20 της γραπτής του μαρτυρίας ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι «καταβάλλει τη διατροφή του τέκνου πάντοτε έγκαιρα και ολόκληρη». Η Αιτήτρια εν προκειμένω, υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ψευδής, ενώ υπήρξαν πολλαπλές καθυστερήσεις και μερικές καταβολές, κυρίως κατά τους μήνες Ιανουάριο έως Απρίλιο 2023 και από τον Ιούλιο μέχρι Σεπτέμβριο 2024. Αναφέρει ακόμα, ότι οι σχετικές καθυστερήσεις αποδεικνύονται από τραπεζικά αποσπάσματα και πίνακες πληρωμών που έχουν κατατεθεί.
17. Περαιτέρω, στις παραγράφους 25-28 της γραπτής του μαρτυρίας, ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι αυτός και η μητέρα του κάθε βδομάδα καταβάλουν το ποσό των €10-€15 το οποίο όχι μόνο είναι ψευδές αλλά απέχει από την πραγματικότητα, διότι μετά την διάσταση της με τον Καθ’ ου η αίτηση ζήτησαν να τους επιστρέψει και δώρα που είχαν αγοράσει αποκλειστικά για την ανήλικη, όπως κρεβάτι που αγοράστηκε από την μητέρα του Καθ’ ου η αίτηση.
18. Στην παράγραφο 29 της γραπτής του μαρτυρίας, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ετοιμάζεται συστηματικά μεσημεριανό από την γιαγιά και την πρόγιαγια της ανήλικης, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον η γιαγιά εργάζεται με ωράριο καταστημάτων και η πρόγιαγια είναι 89 ετών, προσθέτοντας ότι τα έξοδα διατροφής δεν περιλαμβάνουν μόνο ένα ημερήσιο γεύμα. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν είναι παρών στην καθημερινότητα της ανήλικης και ως εκ τούτου δεν έχει προσωπική γνώση των πραγματικών δεδομένων που αφορούν την διατροφή και την φροντίδα της.
19. Η Αιτήτρια αναφέρει ότι στις παραγράφους 30 της μαρτυρίας του, ο Καθ’ ου η αίτηση δηλώνει ότι «συνεισφέρει σημαντικά στη διατροφή του παιδιού» και ότι «οι δαπάνες που επικαλούμαι είναι υπερβολικές και αδικαιολόγητες». Θεωρεί ότι εν λόγω δηλώσεις είναι ψευδείς, αφού οι δαπάνες που η ίδια προσκόμισε είναι πραγματικές, αναγκαίες και τεκμηριωμένες με αποδείξεις και τραπεζικά παραστατικά τα οποία τεκμηριώνουν εύλογες και αναγκαίες δαπάνες της ανήλικης θυγατέρας τους. Υποστηρίζει ότι το συνολικό μηνιαίο κόστος των δραστηριοτήτων/εκπαίδευσης της ανέρχεται στα €240-€260,00, χωρίς να περιλαμβάνει διατροφή, διαμονή, σχολικά έξοδα, είδη ένδυσης και υπόδησης, θερινό σχολείο και μεταφορές. Αν περιληφθεί επίσης και η πετόσφαιρα τότε ανέρχονται στα €310/μηνιαίως, ενώ η συνεισφορά του Καθ’ ου η Αίτηση ύψους €160,00 μηνιαίως δεν καλύπτει ούτε το ήμισυ των αναγκών του παιδιού.
20. Επιπρόσθετα, σε σχέση με την παράγραφο αρ. 59 της γραπτής του μαρτυρίας, ο Καθ’ ου ισχυρίζεται ότι κατέβαλε για περίπου 3 έτη το ποσό των €3.226 για σταθερή τηλεφωνία, διαδίκτυο και τηλεόραση το οποίο δεν τεκμηριώνει, είναι παραπλανητικό και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού η περίοδος μετά τον χωρισμό αφορά 23 μήνες (4/2021-2/2023) και όχι 36 όπως αναφέρει και αναλογεί στο συνολικό ποσό των €1.200 ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορούσε την προσωπική του κινητή τηλεφωνία και τα οποία αναγκαστικά καταβάλλονταν από τον ίδιο, αφού η Αιτήτρια κατέβαλλε το ποσό των €480/μηνιαίως για ενοίκιο που για την ίδια αντίστοιχη περίοδο αφορούσε το ποσό των €11040.
21. Πέραν τούτων, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι γνωρίζει άριστα τα πραγματικά εισοδήματα, έξοδα και οικονομικές υποχρεώσεις του Καθ’ ου η Αίτηση, καθότι καθ’ όλη τη διάρκεια της συμβίωσής τους ήταν η ίδια η οποία τον βοηθούσε συστηματικά στη συλλογή και οργάνωση όλων των σχετικών εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων (όπως αποδείξεις, τιμολόγια, τραπεζικά έγγραφα και άλλα δικαιολογητικά), τα οποία ο ίδιος παρέδιδε ακολούθως στους ελεγκτές του για τη διενέργεια του λογιστικού ελέγχου και την ετοιμασία των φορολογικών του δηλώσεων. Ως εκ τούτου, δηλώνει ότι διαθέτει άμεση και προσωπική γνώση των πραγματικών οικονομικών δεδομένων του, γεγονός που της επιτρέπει να διαπιστώσει και να επιβεβαιώσει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει στην γραπτή του δήλωση περί «οικονομικής δυσχέρειας» και «περιορισμένων εισοδημάτων» είναι ψευδείς και παραπλανητικοί.
22. Περαιτέρω, η Αιτήτρια αναφέρει μέσα από την ένορκη της δήλωση, ότι ήδη το Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος του Καθ’ ου η αίτηση, εξέδωσε διάταγμα ημερομηνίας 07/10/2025 με το οποίο επιτράπηκε η αντεξέταση της. Συνεπώς, θεωρεί εύλογο και δίκαιο και στο πλαίσιο της αρχής της ισότητας των διαδίκων, καθώς και της αναζήτησης της αλήθειας, όπως το Δικαστήριο επιτρέψει και την αντεξέταση του Καθ’ ου η Αίτηση, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να εξεταστούν οι προδήλως αντιφατικοί και ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωσή του.
(III) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։
23. Ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε στις 08/12/2025 την ένσταση του, στην οποία παρατίθεται οι ακόλουθοι λόγοι։
1. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά κα/ή πραγματικά αβάσιμη.
2. Η Αίτηση είναι ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών Διατάξεων του Νόμου και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
3. Η Αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή δικονομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής καθότι δεν στηρίζεται στην Διαταγή 30 και συγκεκριμένα στον Θεσμό 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως αντικαταστάθηκε και τροποποιήθηκε από τους περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, του 2015 (Αρ.1) και (Αρ.2) του 2017 και του 2018 (Αρ.1).
4. Η υπό εξέταση Αίτηση δεν βασίζεται καν στη Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η νομική της βάση είναι ελλιπής.
5. Ο λόγος και η αναγκαιότητα της αντεξέτασης δεν επεξηγούνται με σαφήνεια.
6. Δεν καταδεικνύεται επαρκής λόγος και αναγκαιότητα υπό το φως του γράμματος και του πνεύματος της Δ.30.
7. Η σκοπούμενη αντεξέταση είναι αχρείαστη.
8. Η υπό εξέταση Αίτηση δεν περιλαμβάνει την ορθή νομική βάση, συνοδεύεται από ανεπαρκή μαρτυρία, δεν υποδεικνύει ή στοιχειοθετεί εξαιρετικές περιστάσεις και/ή καλό και/ή συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση του Καθ΄ ου η αίτηση και είναι γενική και αόριστη.
9. Δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Νομολογίας και των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που απαιτούνται, προκειμένου να εκδοθεί διάταγμα αντεξέτασης επί της έγγραφης μαρτυρίας του Καθ΄ ου η αίτηση.
10. Δεν στοιχειοθετείται και/ή αποδεικνύεται οποιαδήποτε εξαιρετική και/ή ειδική περίσταση και/ή επαρκής λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης, ούτε και επικαλείται τέτοια περίσταση η Αιτήτρια.
11. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει όλο το απαραίτητο υλικό υπό μορφή έγγραφης μαρτυρίας και/ή ένορκης δήλωσης και τεκμηρίων, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποφασίσει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
12. Κίνητρο της Αιτήτριας είναι να πληγεί η αξιοπιστία του Καθ΄ ου η αίτηση και η παρέλκυση της διαδικασίας.
13. Σκοπός της υπό κρίση Αίτησης είναι η καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης.
14. Υπάρχει καθυστέρηση από πλευράς της Αιτήτριας στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης.
15. Δεν στοιχειοθετείται κάποιου είδους εξαιρετική περίσταση και καλός λόγος, προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
16. Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι γενική και αόριστη και/ή δεν καθορίζει τα σημεία και/ή τις παραγράφους της Γραπτής Μαρτυρίας του Καθ΄ ου η αίτηση στα οποία επιθυμεί να προβεί σε αντεξέταση ως απαιτείται και/ή προνοείται εκ των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή του Νόμου και/ή Κανονισμών.
17. Η Αίτηση της Αιτήτριας είναι αχρείαστη και άνευ αντικειμένου και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο καταχρηστικά καθότι, η έγγραφη μαρτυρία που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Καθ’ ου η αίτηση είναι πλήρης και επαρκής, καθότι όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο Καθ΄ ου η αίτηση εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και/ή είναι εις πλήρη γνώση του Δικαστηρίου και/ή της Αιτήτριας και ως εκ τούτου, δεν αποτελούν γεγονότα και/ή ισχυρισμούς που χρήζουν αντεξέτασης.
18. Η Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας που συνοδεύει την Αίτηση δεν αποτελείται από επαρκές και ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του Καθ΄ ου η αίτηση επί της Γραπτής του Μαρτυρίας ημερομηνίας 23/5/2025.
19. Κανένας ισχυρισμός δεν έχει τεθεί από τον Καθ΄ ου η αίτηση στην Έγγραφή του μαρτυρία ημερομηνίας 23/5/2025 που να χρήζει διευκρίνησης και/ή απάντησης, ώστε να καθίσταται αναγκαία η αντεξέταση του Καθ΄ ου η αίτηση, κατά την ημερομηνία ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Διατροφής.
20. Η Αιτήτρια κωλύεται να ζητά να αντεξεταστεί ο Καθ΄ ου η αίτηση, εφόσον οι λόγοι που στηρίζουν το αίτημά του είναι γενικοί και αόριστοι.
21. Η Αιτήτρια καταχώρησε και προωθεί την παρούσα Αίτηση καταχρηστικά και/ή κακόβουλα και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή η προώθησή της έγινε και/ή γίνεται για σκοπούς εκτροχιασμού και/ή καθυστέρησης της διαδικασίας και/ή άσκησης πίεσης.
22. Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους της Αιτήτριας.
23. Η υπό κρίση Αίτηση γίνεται κακή τη πίστη και για αλλότριους σκοπούς.
24. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της Αιτήτριας το φέρει η ίδια και δεν είναι ευθύνη ή καθήκον του Καθ΄ ου η αίτηση να ενισχύσει διά της αντεξέτασης, την μαρτυρία της πλευράς της Αιτήτριας, με την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών και/ή άλλως πως.
24. Μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση του, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, αυτά τα οποία ισχυρίζεται η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της, για να δικαιολογήσει το αίτημά της περί αντεξέτασης του επί της γραπτής του μαρτυρίας, σε καμία απολύτως περίπτωση επεξηγούν την ανάγκη για αντεξέταση του επί των αναφερόμενων παραγράφων. Συγκεκριμένα, ο Καθ’ ου η Αίτηση δηλώνει ότι η Αιτήτρια αναφέρεται σε ισχυρισμούς περί γεγονότων, για την αντίκρουση των οποίων χρειάζεται μαρτυρία από πλευράς της Αιτήτριας και όχι αντεξέταση. Εάν ο σκοπός της αντεξέτασης επί των συγκεκριμένων παραγράφων είναι η υποβολή προς τον μάρτυρα, ότι δεν αποκαλύπτει την αλήθεια ή όλη την αλήθεια, τότε αυτό δυνατόν να ισχύει για όλους τους ισχυρισμούς κάθε διαδίκου, ακυρώνοντας την ουσία και το πνεύμα της ταχείας εκδίκασης, με γραπτή αντί προφορική μαρτυρία.
25. Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της, δεν καθιστούν ευκόλως αντιληπτή την ανάγκη για αντεξέταση επί των αναφερόμενων παραγράφων, αλλά ούτε και υποδεικνύουν ή στοιχειοθετούν εξαιρετικές περιστάσεις και/ή καλό λόγο και/ή συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση.
26. Είναι η θέση του Καθ’ ου η Αίτηση, ότι η υπό εξέταση Αίτηση είναι άσκοπη, αχρείαστη και επιβαρυντική, καθότι αφορά θέματα άσχετα με το αντικείμενο της αίτησης και τα επίδικα ζητήματα, από την στιγμή μάλιστα που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο όλη την γραπτή του μαρτυρία, η οποία συνοδεύεται από τα αποδεικτικά στοιχεία που στοιχειοθετούν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς και θέσεις του. Συνεπώς, θεωρεί ότι καμία ανάγκη αντεξέτασης προκύπτει και οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και σπατάλη δικαστικού χρόνου και εξόδων.
27. Ακολούθως, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που προβάλλει η Αιτήτρια στην εναρκτήρια αίτησή της, το φέρει η ίδια και δεν είναι ευθύνη ή καθήκον του Καθ΄ ου η αίτηση να ενισχύσει διά της αντεξέτασης την μαρτυρία της πλευράς της Αιτήτριας, με την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών και/ή άλλως πως.
28. Είναι η θέση του Καθ’ ου η Αίτηση, ότι έχει καταθέσει στο Δικαστήριο, πλήρη και επίσημα αποδεικτικά στοιχεία για όλα όσα αναφέρει στη γραπτή του μαρτυρία, συμπεριλαμβανομένων και των φορολογικών του δηλώσεων και ως εκ τούτου, θεωρεί ότι δεν προκύπτει καμία ανάγκη αντεξέτασης του. Αντιθέτως δε, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε φορολογική δήλωση, αλλά ούτε και απέδειξε και/ή τεκμηρίωσε με οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο τα εισοδήματά της, αλλά ούτε και τα επιδόματα που λαμβάνει για το ανήλικο τέκνο τους, τα οποία είναι ουσιώδη στοιχεία για την διαδικασία, πράγμα το οποίο όφειλε να πράξει γιατί το βάρος απόδειξης το φέρει η ίδια.
29. Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης του, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει πως το μοναδικό του εισόδημα προέρχεται από την εργασία του και κανένα απολύτως περιουσιακό στοιχείο ή περιουσιακό του δικαίωμα, δεν σχετίζεται με την παρούσα διαδικασία ή την ουσία της υπόθεσης, ούτε μπορεί να ρευστοποιηθεί για σκοπούς αύξησης της διατροφής. Εργάζεται και καλύπτει κανονικά εδώ και τέσσερα χρόνια, όλα τα λογικά έξοδα που του αναλογούν για την ανήλικη θυγατέρα τους, καθώς και τα επιπρόσθετα έξοδα που προκύπτουν κατά την διάρκεια που η ανήλικη βρίσκεται υπό την δική του φύλαξη και φροντίδα.
30. Είναι η θέση του Καθ’ ου, πως ενώ η Αιτήτρια λαμβάνει επίδομα μονογονιού ύψους περίπου €220.- μηνιαίως, δεν το επισυνάπτει αλλά επιδιώκει να εξασφαλίσει επιπλέον διατροφή από τον ίδιο, ήτοι το ποσό των €970,00.- αποσκοπώντας, να μην συνεισφέρει η ίδια οποιοδήποτε ποσό για την διατροφή της ανήλικης θυγατέρας τους. Ο Καθ’ ου η Αίτηση πιστεύει ότι ακόμα και εάν η Αιτήτρια λάμβανε μόνο μέρος του ποσού διατροφής που αξιώνει, η ίδια θα εξασφάλιζε με αυτό τον τρόπο προσωπικό οικονομικό όφελος, χωρίς να διασφαλίζεται ότι τα χρήματα αυτά θα διατεθούν πράγματι για την κάλυψη πραγματικών αναγκών του ανηλίκου τέκνου τους, την στιγμή μάλιστα, που ο ίδιος θα συνεχίζει να καλύπτει τα πραγματικά έξοδα του ανηλίκου όταν αυτό θα βρίσκεται υπό την δική του φροντίδα.
(IV) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։
31. Αρχικά διαπιστώνω ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήρια αίτηση καταχωρήθηκε το έτος 2022, ήτοι πριν την υιοθέτηση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, συνεπώς στην παρούσα υπόθεση τίθενται σε εφαρμογή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Με βάση την Δ.30 Θ.10(2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας «όλες οι υποθέσεις διατροφής, ανεξάρτητα από το χρηματικό ποσό της αξίωσης, εκδικάζονται στην κατηγορία της ‘ταχείας εκδίκασης’».
32. Οφείλω να επισημάνω ότι ένα διάταγμα, δυνάμει των προνοιών της Δ.30 Θ.7(β) και (δ) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε ότι αφορά τις υποθέσεις «ταχείας εκδίκασης» εκδίδεται, «κατ' εξαίρεση και μόνο» όταν καταδειχθεί «ο λόγος και η αναγκαιότητα της αντεξέτασης». Η εν λόγω αναγκαιότητα που όπως διαφαίνεται και από τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.7(ε), συναρτάται με το κατά πόσο μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου, χρήζει διευκρίνησης σε σχέση με οποιοδήποτε «μέρος» της.
33. Το ζήτημα της έκδοσης ενός διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντος αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Έφεση με αρ. 19/2022 A.O. v. D.T.V. ημερομηνίας 20/10/2022, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։
«Στην παρούσα υπόθεση εφαρμογή είχε η Δ.30, θ.7 των Κανονισμών που προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει, κατ' εξαίρεση και μόνο, διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του. Όταν την αντεξέταση αιτείται διάδικος, οφείλει (Δ.30, θ.7(δ)[3]) να καθορίσει το λόγο και την αναγκαιότητα της αντεξέτασης.
Ο Εφεσείων φαινομενικά μόνο συγκεκριμενοποίησε τις πτυχές στις οποίες επιθυμούσε να αντεξετάσει την Εφεσίβλητη, αφού ουσιαστικά αναφέρθηκε σε όλες τις παραμέτρους της μαρτυρίας της. Βάσισε δε το αίτημα του για αντεξέταση της «για να είναι σε θέση ο [Εφεσείων] να αμφισβητήσει τη βασιμότητα των ισχυρισμών της και το Δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη εικόνα και άποψη», «επιπλέον για διευκρίνηση των θεμάτων που η [Εφεσίβλητη] ισχυρίζεται στις πιο πάνω παραγράφους και για την υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου». Είναι ορθή η επισήμανση ότι η περίπτωση αφορούσε αίτηση όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο θα είχε να αποφασίσει επί της ουσίας, όμως το γεγονός δεν απάλλασσε τον Εφεσείοντα της υποχρέωσης να καθορίσει το λόγο και την αναγκαιότητα της αντεξέτασης.
Βρίσκουμε ότι και εδώ η διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου ασκήθηκε μέσα στα ορθά πλαίσια και εύλογα κατέληξε ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης της Εφεσίβλητης».
34. Στην απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Rana Wahed Ali (Aρ.1) (2004) 1 Α.Α.Δ. 1660, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι άδεια αντεξέτασης επί των ενόρκων δηλώσεων δίδεται πολύ σπάνια από το Δικαστήριο και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Επίσης, αναφέρθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση:
«Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Για τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμη καθοδήγηση από τα κρατούντα στην Αγγλία».
35. Το δικαίωμα προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας από διάδικο που ήδη κατέθεσε εγγράφως την μαρτυρία του ρυθμίζεται από την Διαταγή αρ. 30 (7) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και προνοεί τα ακόλουθα։
«7. Το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει για τις υποθέσεις που καλύπτονται από την παρ. 6 ανωτέρω, κατ' εξαίρεση και μόνο, διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του ή στην περίπτωση της υποπαραγράφου (γ) κατωτέρω ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από μάρτυρα που δεν κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Όπου το Δικαστήριο κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι επιβάλλεται η εξέταση ή αντεξέταση του διαδίκου ή του μάρτυρα.
(β) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική εξέταση ή αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα είτε του ιδίου, είτε του αντιδίκου του.
(γ) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα του ιδίου που ένεκα της ιδιότητας του ή του αντικειμένου της μαρτυρίας του δεν υπήρχε η δυνατότητα να κατονομαστεί ενωρίτερα ή να καταγραφεί η κατάθεση του.
(δ) Το αίτημα καταχωρείται γραπτώς στο Πρωτοκολλητείο με ειδοποίηση προς τους υπόλοιπους διαδίκους και ορίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για προφορική παράσταση σε χρόνο που το Δικαστήριο καθορίζει.
Στο αίτημα καθορίζεται απαραιτήτως το όνομα του διαδίκου ή μάρτυρα του οποίου η προφορική παρουσίαση απαιτείται, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας καθίσταται αναγκαία η προφορική εξέταση, ο λόγος και η αναγκαιότητα της προφορικής εξέτασης ή αντεξέτασης, καθώς και ο χρόνος που απαιτείται για την προφορική αυτή εξέταση.
(ε) Το Δικαστήριο αφού ακούσει τους διαδίκους, ασκεί αναλόγως τη διακριτική του ευχέρεια και εκδίδει αυθημερόν και με συνοπτική αιτιολογία διάταγμα προφορικής παρουσίασης του διαδίκου ή μάρτυρα για σκοπούς διευκρίνισης της μαρτυρίας του:
Νοείται ότι ο χρόνος που καθορίζεται για την εξέταση ή αντεξέταση κάθε διάδικου ή μάρτυρα δεν θα υπερβαίνει τα 30 λεπτά, αλλά το Δικαστήριο κατά τη διακριτική του ευχέρεια δύναται κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας να επεκτείνει ανάλογα το χρόνο».
36. Η Δ.39 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα:
«Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination».
37. Περαιτέρω, η Διαταγή 48 Θεσμός 4(2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι:
«(2) Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης του προνοείται από τη Διαταγή 39».
38. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου (2008) 1 Α.Α.Δ. 280, εξετάστηκε το θέμα της απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση την Δ.39 θ.1, όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της».
39. Στην υπόθεση Jenington International Inc. v. Assaubayeu (2010) ENHC 2351, το Δικαστήριο διατύπωσε τις ακόλουθες προϋποθέσεις που απαιτείται να εξεταστούν, προκειμένου το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα αντεξέτασης:
(α) Η διαταγή για αντεξέταση αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον Κανόνα.
(β) Άδεια για αντεξέταση δίδεται όταν αυτή θα εξυπηρετήσει κάποιο σκοπό.
(γ) Η αντεξέταση θα πρέπει να είναι δίκαιη και αναλογική, υπό την έννοια ότι δεν επιδιώκεται καταχρηστικά προκειμένου να εξυπηρετηθεί κάποιος αλλότριος σκοπός.
40. Στο σύγγραμμα Halsbury's of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παραγρ. 878, κάτω από τον τίτλο "Discretionary power of Court as to evidence" αναφέρονται τα ακόλουθα:
«The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion».
41. Από τις πιο πάνω καθοδηγητικές αρχές, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης αλλά και στα πλαίσια της διαπίστωσης κάποιου είδους εξαιρετικής περίστασης, ανάλογα με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Απαιτείται να καταδεικνύονται ειδικοί λόγοι που δικαιολογούν το αίτημα, στο οποίο θα πρέπει να προσδιορίζονται επαρκώς τα σημεία προς αντεξέταση, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η εξέταση του υπό το πρίσμα της νομολογίας. Τούτο έχει ως απότοκο, πως η αντεξέταση είναι επιτρεπτή μόνο επί ζητημάτων τα οποία καθίστανται αναγκαία για την επίλυση του ζητήματος που αφορά η εκάστοτε υπό εξέταση αίτηση, ενώ δεν θα πρέπει να παρέχεται άδεια για αντεξέταση όταν αυτή εμφανώς θα επεκτείνει τη συζήτηση της αίτησης σε μη αναγκαία για την εξέταση της αίτησης ζητήματα.
42. Με βάση το άρθρο 33(1) του Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν.216/90), η διατροφή ανηλίκων τέκνων χαρακτηρίζεται ως κοινή υποχρέωση των γονέων τους (βλ. Μαρκουλίδη ν. Μαρκουλλίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1386). Περαιτέρω, το άρθρο 37 του ίδιου πιο πάνω Νόμου, ρυθμίζει με το εδάφιο (1) το μέτρο της διατροφής και με το εδάφιο (2) το περιεχόμενο της. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για τη διατροφή του προσώπου. Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του.
43. Σύμφωνα με την σχετική νομολογία, το Δικαστήριο ως προς τα έξοδα διατροφής ανηλίκου, δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά είναι καθήκον του να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης του. Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με τη σχετική νομολογία, η κοινή πείρα και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ατόμων. (Βλ. Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 ΑΑΔ 625). Συνεπώς, ως προς τις οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων και τα έξοδα συντήρησης των ανηλίκων, η αντεξέταση καθίσταται αναγκαία και απαραίτητη μόνο όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι, μέσω αυτής θα βοηθηθεί στην εκτέλεση του καθήκοντος του να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων, που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής των ανήλικων τέκνων.
(V) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։
44. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις και την σχετική νομολογία, προχωρώ στην εξέταση της αίτησης, με βάση το περιεχόμενο της, τα δικόγραφα των διαδίκων, τις γραπτές τους μαρτυρίες αλλά και των λόγων ένστασης που έχουν προβληθεί.
45. Αρχικά, κρίνω ορθό να ασχοληθώ με τον 3ο και 4ο λόγο ένστασης της πλευράς του Καθ’ ου η Αίτηση περί λανθασμένης και/ή ελλιπούς νομικής βάση της υπό εξέταση αίτησης, για τον λόγο ότι αυτή δεν στηρίζεται καν στην Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Πράγματι, έχω διαπιστώσει ότι παρά το γεγονός πως στην νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης δεν συμπεριλαμβάνεται η πιο πάνω Διαταγή, εν τούτοις θεωρώ πως αυτό δεν αποτελεί στοιχείο ουσιώδους ή καταλυτικής σημασίας ως προς την πορεία της αίτησης ή επαρκή λόγο για την απόρριψη της.
46. Στην βάση της καθοδηγητικής νομολογίας (βλ. Karl Heinz Wunderlich v. Ευθύβουλου Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 10196, ημερομηνίας 23/03/1999) οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευτεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64. Ο πρώτιστος στόχος και σκοπός της εν λόγω διαταγής αλλά και της σχετικής νομολογίας, είναι η διάσωση της διαδικασίας, υπό συγκεκριμένες παραμέτρους. Η εν λόγω διάταξη είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη, πάντοτε στην βάση των περιστάσεων της κάθε ξεχωριστής υπόθεσης.
47. Στην βάση των πιο πάνω, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η παρατυπία που έχει διαπιστωθεί είναι θεραπεύσιμη, για τον λόγο ότι η θεραπεία η οποία επιδιώκεται με την υπό εξέταση αίτηση εξειδικεύεται επαρκώς και ικανοποιητικώς, γεγονός το οποίο παρείχε αναμφίβολα στον Καθ’ ου η Αίτηση την δυνατότητα να πληροφορηθεί για το τι ακριβώς επιζητά η Αιτήτρια. Επιπρόσθετα, διαπιστώνω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν είναι παντελώς αστήριχτη ή ελλιπής, αφού στην νομική της βάση περιλαμβάνονται οι Δ.39 αλλά και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες ρητά προνοούν για την δυνατότητα αντεξέτασης ενός διαδίκου. Πέραν τούτου, δεν έχω διαπιστώσει ότι συνεπεία της εν λόγω παράλειψης, έχει προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων του Καθ’ ου η Αίτηση. Συνεπώς, καταλήγω ότι η μη συμπερίληψη της Δ.30 στην νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης, συνιστά μία απλή παρατυπία η οποία δύναται να θεραπευτεί υπό τις περιστάσεις (βλ. και Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2) (2009) 1(Α) Α.Α.Δ 35). Το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του εξουσία, στην βάση των πιο πάνω αρχών, εκδίδει αυτεπαγγέλτως σχετική διαταγή για άρση και θεραπεία της εν λόγω παρατυπίας.
48. Αναφορικά με τον 14ο λόγο ένστασης του Καθ’ ου που επικεντρώνεται στο ότι υπήρξε καθυστέρηση από την πλευρά της Αιτήτριας στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, οφείλω να επισημάνω ότι δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της, η οποία μάλιστα να δύναται να αποβαίνει καταλυτική προς την απόρριψη του αιτήματος της ή ότι τουλάχιστον συνιστά μίας μορφής κατάχρηση της διαδικασίας ή ακόμα ότι η παρούσα προωθήθηκε κακόπιστα και για αλλότριους σκοπούς, όπως υποστήριξε ο Καθ’ ου.
49. Αναφορικά με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, οι οποίοι αφορούν την ουσία του αιτήματος της Αιτήτριας αλλά και τις επιμέρους παραγράφους που αυτή επιθυμεί να αντεξετάσει επί της γραπτής μαρτυρίας του Καθ’ ου η Αίτηση, επιθυμώ να τονίσω ότι το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με τον καθένα ξεχωριστά και ούτε υποχρεούται να το πράξει με βάση την σχετική νομολογία, αφού ούτως ή άλλως αυτό θα λάβει χώρα ουσιαστικά μέσω της αξιολόγησης που θα προβεί αναλυτικά κατωτέρω.
50. Σε σχέση με το αίτημα για αντεξέταση του Καθ’ ου η Αίτηση επί της παραγράφου αρ. 3 της γραπτής μαρτυρίας του και για τους ισχυρισμούς του ότι εμποδίζεται να ασκεί την επικοινωνία του με την ανήλικη θυγατέρα του, κρίνω εν προκειμένω ότι δεν πρέπει να επιτραπεί διότι απλούστατα δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα επίδικα θέματα, η οποία δεν αφορά αίτηση γονικής μέριμνας και ούτε πιστεύω ότι πρόκειται να υποβοηθήσει το έργο του Δικαστηρίου με οποιοδήποτε τρόπο.
51. Αναφορικά με το αίτημα για αντεξέταση επί της παραγράφου αρ. 5, που αφορά ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση περί υπερβολικών δαπανών για την ανήλικη, περί χρησιμοποίησης των χρημάτων για προσωπικούς σκοπούς της Αιτήτριας, αλλά και περί του δανείου των €5,000 που η ίδια έλαβε, το Δικαστήριο θεωρεί ότι θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση επί της εν λόγω παραγράφου της ένορκης μαρτυρίας του Καθ’ ου. Και τούτο διότι τα πιο πάνω ζητήματα αφορούν το ύψος, το είδος των εξόδων-κονδυλίων του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, αλλά και την προέλευση των χρημάτων προς κάλυψη των εν λόγω εξόδων, κάτι που είναι απόλυτα σχετικό με τα επίδικα θέματα και τα δικόγραφα των διαδίκων, αλλά και διότι θεωρώ ως εύλογο και αναγκαίο να υποβληθεί σε αντεξέταση ο Καθ’ ου η Αίτηση επί των πιο πάνω ισχυρισμών του, σε μία προσπάθεια να αποσαφηνιστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα αμφισβητούμενα γεγονότα και το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του μία ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης, υποβοηθώντας σε τελική ανάλυση το δικαστικό έργο.
52. Περαιτέρω, αναφορικά με την αιτούμενη αντεξέταση επί των παραγράφων αρ. 6, 9 και 10 της γραπτής μαρτυρίας του Καθ’ ου η Αίτηση, ήτοι που αφορούν τους ισχυρισμούς του περί περιορισμένης και ασταθούς επαγγελματικής δραστηριότητας και εισοδημάτων του ή ότι αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση, αφού αφορά ένα από τα σημαντικότερα κριτήρια που θα εξετάσει το Δικαστήριο, ήτοι την οικονομική δυνατότητα και ικανότητα του υπόχρεου διατροφής εν προκειμένω, δηλαδή του Καθ’ ου η Αίτηση. Επειδή, έχουν προβληθεί αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις σε σχέση με το καίριο επίδικο ζήτημα των εισοδημάτων του Καθ’ ου η Αίτηση, θεωρώ ότι ενδέχεται η αντεξέταση επί των πιο πάνω ζητημάτων να διαφωτίσει καλύτερα το Δικαστήριο αποσαφηνίζοντας τα επίδικα θέματα και γεγονότα.
53. Σε σχέση με την αιτούμενη αντεξέταση επί της παραγράφου αρ. 12 της ένορκης δήλωσης του Καθ’ ου η Αίτηση, προβάλλεται από την Αιτήτρια η θέση ότι υπάρχει σαφής αντίφαση μεταξύ αγοράς αυτοκινήτου και διαμερίσματος του Καθ’ ου με τα πενιχρά εισοδήματα που επικαλείται, ενώ ισχυρίζεται ακόμα ότι η αγορά του εν λόγω διαμερίσματος δεν έγινε από τον πατέρα του, διότι δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε έγγραφο που να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό.
54. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι η Αιτήτρια εν προκειμένω δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε «καλό λόγο» ή κάποια εξαιρετική περίσταση η οποία να καθιστά απολύτως αναγκαία ή απαραίτητη την αντεξέταση του Καθ’ ου η Αίτηση επί των πιο πάνω ζητημάτων, τα οποία σε κάθε περίπτωση θα αξιολογηθούν ούτως ή άλλως δεόντως από το Δικαστήριο κατά το κατάλληλο στάδιο. Η Αιτήτρια ουσιαστικά προβάλλει μία θέση με την οποία αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση χωρίς να εξειδικεύει που αποσκοπεί επακριβώς η αιτούμενη αντεξέταση της και γιατί αυτή καθίσταται απολύτως αναγκαία. Εάν ο σκοπός της αντεξέτασης επί της εν λόγω παραγράφου, αποσκοπεί ουσιαστικά στην υποβολή προς τον Καθ’ ου ότι δεν αληθεύουν οι ισχυρισμοί του ή ότι δεν αποκαλύπτει την αλήθεια, αυτό ουσιαστικά δεν συνάδει με την αναγκαιότητα της αντεξέτασης. Επιπρόσθετα, είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι σε περίπτωση που επιτραπεί η αντεξέταση εν προκειμένω, τότε προφανώς μία συνοπτική δικαστική διαδικασία «ταχείας εκδίκασης» θα μετατραπεί σε μία ατέρμονη ακροαματική διαδικασία χωρίς χρονικούς και θεματικούς περιορισμούς. Συνεπώς, η αντεξέταση επί της παραγράφου αρ. 12 της γραπτής μαρτυρίας του Καθ’ ου η Αίτηση δεν μπορεί να επιτραπεί.
55. Το ίδιο φρονώ ότι ισχύει για την αιτούμενη αντεξέταση επί της παραγράφου αρ. 13 της ένορκης δήλωσης του Καθ’ ου η Αίτηση, ότι δηλαδή επειδή αυτός σύναψε τρείς νέες ασφάλειες ζωής και πως αυτό δεν συνάδει με τα πενιχρά εισοδήματα που υποστηρίζει ότι λαμβάνει. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι η αντεξέταση επί της εν λόγω παραγράφου δεν καθίσταται αναγκαία ή απαραίτητη από την στιγμή που δεν έχει καταδειχθεί καλός ή ικανοποιητικός λόγος που να καθιστά απολύτως απαραίτητη οποιαδήποτε διασαφήνιση των ισχυρισμών που έχουν προβληθεί από την πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση. Ούτε κρίνεται αναγκαία η αντεξέταση, απλά και μόνο για να υποβληθεί στον μάρτυρα η θέση που η ίδια προβάλλει μέσα από την μαρτυρία της σε σχέση με την οικονομική δυνατότητα του Καθ’ ου η Αίτηση.
56. Σε σχέση με την παράγραφο αρ. 16 της γραπτής δήλωσης του Καθ’ ου η Αίτηση, η Αιτήτρια αναφέρει ότι εδώ αυτός ισχυρίστηκε ότι «μητέρα μου και άλλοι τρίτοι μεταφέρουν το παιδί» και ότι «εγώ δεν συμβάλλω στις μετακινήσεις», υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι ψευδές προβάλλοντας την δική της θέση επί του θέματος. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι το εν λόγω επίδικο ζήτημα των μετακινήσεων αφορά ένα από τα κονδύλια που αφορούν το ανήλικο τέκνο των διαδίκων για το οποίο έχουν προβληθεί διαφορετικές εκδοχές και αντικρουόμενες θέσεις και μάλιστα διαφάνηκε πως είναι από τα ζητήματα που αποτέλεσαν έντονο σημείο τριβής στην υπό εξέταση υπόθεση. Συνεπώς, κρίνω ορθό όπως επιτραπεί η αντεξέταση επί της εν λόγω παραγράφου ούτως ώστε να δοθεί η ευκαιρία και στους δύο διαδίκους να παρουσιάσουν και να υποβάλουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις θέσεις τους, ούτως ώστε να διαφωτίσουν ολόπλευρα το Δικαστήριο επί του προαναφερόμενου θέματος, το οποίο θεωρώ ότι χρήζει διευκρίνισης.
57. Αναφορικά με την παράγραφο αρ. 20 της γραπτής δήλωσης του Καθ’ ου η Αίτηση, η Αιτήτρια θεωρεί ότι θα πρέπει να αντεξεταστεί σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι καταβάλλει την διατροφή του τέκνου πάντοτε έγκαιρα και ολόκληρη, για να προβάλει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς της περί καθυστέρησης πληρωμής της σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Θεωρώ ότι το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου δεν σχετίζεται επακριβώς ή ουσιωδώς με τα επίδικα θέματα και την διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ ούτε θα υποβοηθηθεί με οποιοδήποτε τρόπο το δικαστικό έργο στον υπολογισμό των εισοδημάτων των διαδίκων ή των εξόδων του ανήλικου τέκνου τους. Συνεπώς, είναι η θέση του Δικαστηρίου πως η αντεξέταση επί του περιεχομένου της παραγράφου αρ. 20 της γραπτής μαρτυρίας του Καθ’ ου η Αίτηση δεν μπορεί να επιτραπεί, αφού δεν εξυπηρετεί κάποιο σκοπό, αλλά και διότι θα εκτροχιαστεί η διαδικασία σε θέματα που δεν έχουν άμεση συνάφεια με τα ζητήματα που απορρέουν από τον υπολογισμό της συνεισφοράς εκάστου γονέα στα έξοδα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων.
58. Σε σχέση με την αιτούμενη αντεξέταση επί των παραγράφων αρ. 25-28 της ένορκης δήλωσης του Καθ’ ου η Αίτηση, για το φερόμενο ποσό των €10-15 την εβδομάδα που καταβάλλει ο ίδιος και η μητέρα του στην ανήλικη, θεωρώ ότι δεν κρίνεται σε καμία περίπτωση αναγκαία η αντεξέταση επί του εν λόγω θέματος και ούτε έχω ικανοποιηθεί ότι ενυπάρχει οποιοσδήποτε καλός ή ικανοποιητικός λόγος που να την καθιστά επιβεβλημένη ή απαραίτητη. Πρόκειται περί ισχυρισμών που έχουν καταγραφεί και οι οποίοι αντικρούονται, ενώ θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε αντεξέταση επί αυτών και υποβολή θέσεων η οποία ουσιαστικά δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε ουσιώδη σκοπό.
59. Τα ίδια φρονώ και για την αιτούμενη αντεξέταση επί της παραγράφου αρ. 29 της γραπτής δήλωσης του Καθ’ ου η Αίτηση και ειδικότερα του ισχυρισμού περί συστηματικής ετοιμασίας μεσημεριανού γεύματος από την γιαγιά και πρόγιαγια του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, αλλά και στις υπόλοιπες ημέρες άσκησης της επικοινωνίας με το παιδί. Δεν θεωρώ ότι η όποια αντεξέταση επί αυτού του θέματος, θα υποβοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο το δικαστικό έργο και ιδίως την καλύτερη αποσαφήνιση των αμφισβητούμενων ισχυρισμών οι οποίοι έχουν προβληθεί. Οι θέσεις των διαδίκων επί του εν λόγω θέματος, έχουν διατυπωθεί με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται οποιαδήποτε αντεξέταση επί αυτού του ζητήματος.
60. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παραγράφου αρ. 30 της μαρτυρίας του Καθ’ ου η Αίτηση, διαπιστώνω ότι η Αιτήτρια επιθυμεί να αντεξετάσει αυτόν επί των ισχυρισμών του περί σημαντικής συνεισφοράς του στην διατροφή του παιδιού και της δήλωσης του ότι οι δαπάνες που επικαλείται για την ένδυση-υπόδηση του παιδιού ύψους €150,00 είναι υπερβολικές και αδικαιολόγητες, προβάλλοντας τις δικές της θέσεις επί του εν λόγω ζητήματος.
61. Θεωρώ ότι στην βάση των αντικρουόμενων ισχυρισμών που έχουν προβληθεί από τους διαδίκους ειδικά σε σχέση με το ύψος των εξόδων του ανήλικου τέκνου τους, θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση της επί της εν λόγω παραγράφου. Και τούτο, διότι η εν λόγω παράγραφος καταπιάνεται με συγκεκριμένη πτυχή-κονδύλι του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, κρίνοντας πως είναι ορθό και εύλογο όπως αντεξεταστεί ο Καθ’ ου η Αίτηση επί αυτού, αφού αφορά το σημαντικότερο επίδικο ζήτημα επί του οποίου προβλήθηκαν αρκετοί αμφισβητούμενοι ισχυρισμοί που χρήζουν διευκρίνισης, όπως δηλαδή προκύπτει μέσα από συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκης μαρτυρίας του Καθ’ ου η Αίτηση, όπου αμφισβητούνται τα διάφορα έξοδα του ανήλικου τέκνου και τίθεται η δική του εκδοχή σε σχέση με το είδος, το ύψος, την αναγκαιότητα τους αλλά και την καταβολή τους. Για αυτό ακριβώς τον λόγο, θεωρώ ότι καθίσταται αναγκαία η αντεξέταση του, ούτως ώστε να αποσαφηνιστούν τα αμφισβητούμενα γεγονότα και το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του μία ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης.
62. Αναφορικά με την παράγραφο αρ. 59 της γραπτής μαρτυρίας του Καθ’ ου η Αίτηση και ειδικότερα τους ισχυρισμούς του περί των εξόδων τελών σταθερής, κινητής τηλεφωνίας, διαδικτύου και τηλεόρασης, θεωρώ εν προκειμένω ότι σε περίπτωση που επεκταθεί η αιτούμενη αντεξέταση σε ζητήματα που αφορούν και τα επιμέρους έξοδα που καταβάλλει ο Καθ’ ου η Αίτηση, όπως για παράδειγμα τα προσωπικά έξοδα τηλεφωνίας του ακόμα και κατά τον χρόνο διάστασης των διαδίκων, τότε προφανώς μία συνοπτική δικαστική διαδικασία «ταχείας εκδίκασης» θα μετατραπεί σε μία ατέρμονη ακροαματική διαδικασία χωρίς χρονικούς και θεματικούς περιορισμούς. Συνεπώς, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω οποιοσδήποτε καλός ή ικανοποιητικός λόγος που να καθιστά επιβεβλημένη ή απαραίτητη την αντεξέταση του Καθ’ ου επί των εν λόγω ισχυρισμών, οι οποίοι θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε αντεξέταση επί αυτών ή υποβολή θέσεων η οποία δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε ουσιώδη σκοπό.
(VI) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։
63. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις και ευρήματα μου, εκδίδω το ακόλουθο διάταγμα։
Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ ου η Αίτηση όπως παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά την δικάσιμο της υπόθεσης και/ή σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία και ώρα ήθελε ορίσει το Δικαστήριο, με σκοπό να αντεξεταστεί αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων με αρ. 5, 6, 9, 10, 16 και 30 της ένορκης γραπτής μαρτυρίας του ημερομηνίας 23/05/2025, αλλά και επί των αναφερομένων σε αυτές τεκμηρίων.
64. Κατ’ εξαίρεση και παρά τις πρόνοιες της Διαταγής 30 εδ. 7 (ε) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που καθορίζουν ρητά την αντεξέταση κάθε διαδίκου ή μάρτυρα στα 30 λεπτά μόνον, θεωρώ ορθό και δίκαιο λόγω της φύσης της υπόθεσης και του όγκου του μαρτυρικού υλικού αλλά και των ισχυρισμών που έχουν παρατεθεί, όπως η αντεξέταση του Καθ’ ου η Αίτηση στην παρούσα να μην διαρκέσει πέραν των 45 λεπτών. Ο χρόνος επανεξέτασης του καθορίζεται στα 10 λεπτά.
65. Αναφορικά με τα έξοδα της υπό εξέταση αίτησης, λόγω της μερικής επιτυχίας της και ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια, αυτά επιδικάζονται κατά το ½ υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης, οπότε και θα είναι πληρωτέα.
66. Η κυρίως Αίτηση παραμένει ορισμένη για Κ.Ε.Θ. στις 03/04/2026 και ώρα 09.00 με σκοπό τον σύντομο προγραμματισμό της ακρόασης για αντεξέταση του Καθ’ ου η Αίτηση αλλά και της Αιτήτριας, στην βάση των εκδοθέντων διαταγμάτων αντεξέτασης.
Υπ. ……………………………………..
Χ. Πογιατζής, Δ. Οικ. Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο