ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή Δ. Οικ. Δ.
Αρ. Αίτησης։ 261/2025
i-justice
Μεταξύ:
Σ.Ι.
Αιτήτριας
-και-
Κ.Π.
Καθ' ου η αίτηση
----------------------
Ενδιάμεση αίτηση ημερoμηνίας 27/06/2025
Ημερομηνία: 14/05/2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτήτρια: LEFKOS CLERIDES & SONS LLC
Για τον Καθ' ου η αίτηση: Α. Σωφρονίου δια Σ. Σωφρονίου
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
(I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ։
1. Από τον δεσμό τους, οι διάδικοι απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο τον Σ.Π. ο οποίος σήμερα είναι 9 ετών. Στις 12/11/2021 εκδόθηκε τελικό διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού με το οποίο ανατέθηκε στον Καθ’ ου η Αίτηση η αποκλειστική φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια του ανήλικου τέκνου των διαδίκων με τον οποίο διαμένει μέχρι και σήμερα το παιδί.
2. Ακολούθως, η Αιτήτρια καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία αιτείται μεταξύ άλλων από το Δικαστήριο την ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 12/11/2021 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης γονικής μέριμνας με αρ. 331/17 και την έκδοση διαταγμάτων για την ανάθεση στην ίδια της αποκλειστικής γονικής μέριμνας του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, της φύλαξης και φροντίδας του στην ίδια, στον καθορισμό του τόπου διαμονής του, αλλά και στην ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας της με τον ανήλικο.
3. Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης, η Αιτήτρια καταχώρησε στις 27/06/2025 μονομερή αίτηση με την οποία αιτήθηκε από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να ρυθμίζεται το δικαίωμα επικοινωνίας της με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες, συμπεριλαμβανομένων διανυκτερεύσεων. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς οποιοδήποτε διάταγμα και διέταξε την επίδοση της αίτησης, ούτως ώστε να ακούσει και την πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση και να αποφασίσει οριστικά.
4. Η εκδίκαση της παρούσης αιτήσεως προωθήθηκε στην βάση των διατάξεων 23 και 25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Στα πλαίσια της Ακρόασης Διαδικαστικών Οδηγιών (Α.Δ.Ο.) και αφού οι διάδικοι είχαν καταχωρήσει χρονοδιαγράμματα της διαδικασίας, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για την πορεία εκδίκασης της παρούσης. Στις 18/09/2025 ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης στην υπό εξέταση αίτηση και ακολούθως η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 22/10/2025. Ακολούθως, το Δικαστήριο στην βάση της σχετικής νομολογίας, στις 14/11/2025 διεξήγαγε συνέντευξη με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, αφού έκρινε ορθό να ακούσει τις απόψεις του, επί του ιδιαιτέρως σημαντικού ζητήματος, όπου προέκυψε η διαφωνία των γονέων του.
5. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη αποκλειστικά στην βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση των διαδίκων, ενώ δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις στις οποίες η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της και τις οποίες έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή και λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου.
(II) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։
6. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, με την οποία γίνεται εκτενής αναφορά των ισχυρισμών της αλλά και των γεγονότων της υπόθεσης.
7. Αρχικά, η Αιτήτρια αναφέρει ότι γνωρίστηκε με τον Καθ’ ου η αίτηση τον Οκτώβριο του 2015 και είχαν έντονο ψυχικό δεσμό. Ισχυρίζεται ότι από την αρχή της γνωριμίας τους, ο Καθ’ ου η Αίτηση ήταν αρκετά πιεστικός και κατέβαλλε τεράστια προσπάθεια για να αποκτήσουν παιδί, ζήτημα το οποίο την είχε προβληματίσει αρκετά για τον λόγο ότι η σχέση τους μετρούσε μόνο λίγους μήνες.
8. Προς μεγάλη της χαρά πληροφορήθηκε τον Μάιο του έτους 2016 ότι εγκυμονούσε και ότι σε λίγους μήνες θα έφερνε στον κόσμο το πρώτο της παιδί. Υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση μόλις πληροφορήθηκε την εγκυμοσύνη της άρχισε να συμπεριφέρεται τελείως αλλοπρόσαλλα και υπήρξε μεταστροφή των συναισθημάτων του προς την ίδια. Αναφέρει ακόμα πως όταν διένυε τον 3ο μήνα της εγκυμοσύνης της, η κατάσταση πλέον εκτροχιάστηκε εφόσον ο Καθ’ ου η Αίτηση άρχισε καθημερινά να της ασκεί σωματική και ψυχολογική βία και να την απομακρύνει από τα μέλη της οικογένειας της, απειλώντας την ότι εάν εκμυστηρευόταν την εν λόγω κακοποίηση θα της έκανε κακό και θα αμφισβητούσε την ψυχική της κατάσταση.
9. Στην συνέχεια της γραπτής της μαρτυρίας, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δυστυχώς μετά την γέννηση του ανηλίκου, η κακοποιητική συμπεριφορά του Καθ’ ου η Αίτηση όχι μόνο συνεχίστηκε αλλά επιδεινώθηκε σε ανυπόφορο βαθμό ακόμα και μπροστά στο ανήλικο. Υποστηρίζει ακόμα ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση μετά την γέννηση του ανήλικου, δεν ασχολείτο καθόλου με την καθημερινή φροντίδα του, αφού την ανέθεσε αποκλειστικά στην ίδια και το μόνο που τον ενδιέφερε, ήταν μόνο τις βραδινές ώρες να προγραμματίζει να κάνει ο ίδιος μπάνιο το ανήλικο και απαιτούσε να είναι μόνος του με αυτόν χωρίς την παρουσία της, για να εκπληρώνει τις σεξουαλικές του επιθυμίες.
10. Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι η αναφορά όλων των πιο πάνω περιστατικών, παρόλο που αφορούν γεγονότα πριν την έκδοση του διατάγματος, ωστόσο αναφέρονται για να αποκτήσει το Δικαστήριο μια πλήρη εικόνα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, για τον λόγο ότι δεν είχε την ευκαιρία να εκθέσει τους εν λόγω ισχυρισμούς ένεκα του βίαιου και αναγκαστικού διωγμού της με σκοπό να προστατεύσει τον ανήλικο και αφού είχε εκδοθεί τελικό διάταγμα ανάθεσης της φύλαξης και της επιμέλειας του παιδιού της στην απουσία της.
11. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει δικαιολογία για τις πράξεις της, ωστόσο ότι έπραξε το έκανε για να προστατεύσει το ανήλικο τέκνο της από την βίαιη συμπεριφορά που βίωνε καθημερινά, αφού ο Καθ’ ου η αίτηση δεν της άφηνε κανένα άλλο περιθώριο. Παρ’ όλα αυτά παραδέχθηκε τα αδικήματα που αφορούσαν την αρπαγή του ανηλίκου και σήμερα έχει αποφυλακιστεί και διαμένει στην πατρική της οικία, είναι δημόσιος υπάλληλος από το 2010 αφού είναι διορισμένη νοσηλευτική λειτουργός ψυχιατρικής υγείας και έχει ικανοποιητικά εισοδήματα για να αναλάβει σε μεταγενέστερο στάδιο την φύλαξη και φροντίδα του παιδιού της.
12. Ακολούθως, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι όταν το ανήλικο τέκνο τους ήταν τεσσάρων μηνών, ο Καθ’ ου η Αίτηση ανέλαβε για πρώτη φορά να ταΐσει τον ανήλικο και ήταν μάρτυρας ενός φρικτού και αισχρότατου περιστατικού, όπου ο Καθ’ ου η Αίτηση είχε τοποθετήσει το κεφάλι του βρέφους ακριβώς πάνω από τα γεννητικά του όργανα, δείχνοντας να αρέσκεται στον ήχο του βρέφους το οποίο κατάπινε το γάλα του. Επίσης, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι όταν ο ανήλικος ήταν έξι μηνών, επισυνέβη ακόμα ένα βίαιο περιστατικό στην παρουσία της, αφού ο Καθ’ ου η Αίτηση κυριολεκτικά πέταξε τον ανήλικο πάνω στο κρεβάτι, την έπιασε από τον λαιμό με σκοπό να αποφράξει την αναπνευστική της οδό και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικία και να διαμείνει στην γιαγιά της.
13. Ισχυρίζεται επίσης, ότι την ημέρα της βάπτισης του ανήλικου, ο Καθ’ ου η Αίτηση μετά το τέλος του μυστηρίου, άρπαξε το βρέφος από την ίδια, το κατακρατούσε για ενάμιση και πλέον μήνα χωρίς να έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε διάταγμα και παρόλες τις εκκλήσεις της δεν της το επέστρεφε. Κατάφερε να φυγαδεύσει τον ανήλικο όταν ο Καθ’ ου η αίτηση βρισκόταν σε πολυκατάστημα με το βρέφος και όταν το παρέλαβε διαπίστωσε ότι αυτό ήταν φανερά παραμελημένο και υποσιτισμένο ενώ μάλιστα ήταν και τραυματισμένο στο κεφάλι του, γεγονός που την ανησύχησε και την ανάγκασε να αποταθεί στις πρώτες βοήθειες. Ο θεράπων ιατρός που εξέτασε τον ανήλικο, διέγνωσε ότι ο ανήλικος είχε βρογχίτιδα, οξεία ωτίτιδα καθώς και υψηλό πυρετό και χρειαζόταν άμεσα η εισαγωγή του βρέφους στο παιδιατρικό τμήμα για περαιτέρω περίθαλψη και ανάρρωση. Αναφέρει ότι προέβη σε καταγγελίες στις αστυνομικές αρχές αλλά και στην επίτροπο προστασίας δικαιωμάτων του παιδιού, όπου σε σχετική απαντητική επιστολή της, σημείωνε την διαπίστωση για την παραμέληση του ανήλικου και επιζητούσε μάλιστα εξηγήσεις από τους αρμόδιους λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας και τις αστυνομικές αρχές για τις ενέργειες τους σχετικά με την προστασία του ανήλικου.
14. Μέσα από την ένορκη δήλωση της, η Αιτήτρια αναφέρει ότι στην βάση δικαστικού διατάγματος, ο Καθ’ ου η Αίτηση ασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του, περίπου 4 ώρες για 3 φορές την εβδομάδα καθώς και δικαίωμα διανυκτέρευσης, ωστόσο το ανήλικο άρχισε να εμφανίζει ύποπτες συμπεριφορές οι οποίες την θορύβησαν έντονα. Ειδικότερα, η Αιτήτρια υποστηρίζει πως το ανήλικο επέστρεφε μετά από επικοινωνία με τον Καθ’ ου η Αίτηση τρομαγμένο, στεναχωρημένο, ο νυκτερινός του ύπνος ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένος σε σημείο που ουρούσε στο κρεβατάκι του, έκλαιγε απαρηγόρητο, ενώ όταν ακολουθούσε την καθημερινή ρουτίνα μπάνιου του, το ανήλικο έβαζε τα χεράκια με αμυντική στάση στο ύψος του πρωκτού του, ζήτημα το οποίο την θορύβησε έντονα. Ρωτούσε επανειλημμένα τον ανήλικο για το τι ακριβώς συμβαίνει, ωστόσο ο ανήλικος δεν της αποκάλυπτε το τι πραγματικά συνέβαινε με αποτέλεσμα τα προβλήματα και οι ανησυχίες της να μεγαλώνουν.
15. Έπειτα από ακόμα μια επικοινωνία με τον Καθ’ ου η Αίτηση ο ανήλικος επέστρεψε αρκετά φοβισμένος και για πρώτη φορά της εκμυστηρεύτηκε ότι ο πατέρας του είναι «κακός» άνθρωπος και άρχισε να αποκαλύπτει τους τρόπους της σωματικής, σεξουαλικής και ψυχολογικής κακοποίησης του. Η Αιτήτρια προχώρησε άμεσα σε καταχώρηση γραπτού παραπόνου εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση για τα όσα της περιέγραψε ο ανήλικος, ενώ μάλιστα ο ανήλικος εξετάστηκε καθυστερημένα και συγκεκριμένα μετά από 6 ημέρες από ιατροδικαστή. Ισχυρίζεται ότι μέχρι και σήμερα οι αστυνομικές αρχές των βρετανικών βάσεων δεν έχουν αποφανθεί σχετικά με την διερεύνηση του εν λόγω περιστατικού, γεγονός που την οδήγησε να εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία με τον ανήλικο, με σκοπό να τον φυγαδεύσει και τον προστατέψει, αλλά και για να προστατέψει τον εαυτό της από τις απειλητικές διαθέσεις του Καθ’ ου η Αίτηση.
16. Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι μετά την έκδοση του διατάγματος οι συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε το διάταγμα, έχουν μεταβληθεί κατά τρόπο ώστε να δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου για την τροποποίηση του. Συγκεκριμένα, μετά την έκδοση του διατάγματος, η συμπεριφορά και/ή στάση του Καθ’ ου η Αίτηση προς την ίδια και προς το ανήλικο τέκνο τους άλλαξε άρδην και είναι τέτοια ώστε να αντίκειται προς το συμφέρον και/ή την ευημερία του ανηλίκου, αφού ο Καθ΄ ου η Αίτηση ενεργεί εις βάρος του παιδιού, διότι εκδικητικά και/ή αδικαιολόγητα δεν επιτρέπει την επικοινωνία της με τον ανήλικο και όπως πληροφορήθηκε από τρίτα πρόσωπα, ο ανήλικος την αναζήτα μανιωδώς, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση του έχει αναφέρει ότι η μητέρα του ασθενεί και δεν μπορεί να τον συναντήσει κάτι το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια.
17. Η Αιτήτρια δηλώνει ακόμα πως είναι καθημερινά ψυχολογικά συντετριμμένη, αφού έχει να συναντήσει το ανήλικο τέκνο της πέραν των δύο ετών, δεν γνωρίζει αν είναι καλά, τις σχολικές του επιδόσεις και δεν αποτελεί μέρος της καθημερινότητας του, αφού ο Καθ’ ου η αίτηση την έχει ολοκληρωτικά αποκλείσει. Αναφέρει επίσης, ότι σήμερα δεν γνωρίζει ούτε που βρίσκεται το παιδί της, το όνομα του παιδίατρου του η οποιαδήποτε πληροφορία που τον αφορά. Μέχρι σήμερα, έχει και η ίδια την επιμέλεια του τέκνου, ωστόσο ο Καθ’ ου η αίτηση πράττει μονομερώς, δεν την ενημερώνει και μοναδικός του σκοπός είναι να μην έχει καμία επικοινωνία με τον υιό της.
18. Αναφέρει επίσης, ότι μετά την καταγγελία της και παρά τις προσπάθειες και εκκλήσεις της, για να της φέρουν το ανήλικο τουλάχιστον να το σιτίσει, αφού γνωρίζει ότι ο ανήλικος λόγω της τρυφερής ηλικίας που διανύει είναι έντονα συνδεδεμένος μαζί της, ζήτησε βοήθεια και από το Γραφείο Ευημερίας εξιστορώντας τους τόσο την βιαιότητα όσο και την αρπαγή του ανηλίκου καθώς και τις ακατάλληλες συνθήκες διαμονής του τέκνου, ωστόσο δεν επέδειξαν πραγματικό και ουσιαστικό ενδιαφέρον μέχρι σήμερα και όπως πιστεύει, αλλά και όπως την συμβουλεύει η δικηγόρος της, δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική έρευνα και δεν έλαβαν σοβαρά τα όσα τους ανέφερε αλλά και την σοβαρότητα της κατάστασης.
19. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι λόγω της πιο πάνω κατάστασης, ο ανήλικος δεδομένης και της τρυφερής ηλικίας του αφού είναι οκτώ ετών σήμερα και όπως ορθά πιστεύει και όπως την συμβουλεύει η δικηγόρος της, η συνέχιση της αποξένωσης από την ίδια θα έχει αρνητικό αντίκτυπο τόσο στην σωματική όσο και στην ψυχική του υγεία, ενώ υπάρχει και βάσιμος κίνδυνος μέρα με τη μέρα να αποξενωθεί πλήρως από την ίδια λόγω της συμπεριφοράς του Καθ’ ου η αίτηση, αφού όπως ενημερώνεται ζητά έντονα να την συναντήσει και υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο μελλοντικά ο ανήλικος να παρουσιάσει εντονότερες ψυχικές διαταραχές λόγω της απουσίας της.
20. Μέσα από την ένορκη δήλωση της, η Αιτήτρια δηλώνει ότι είναι ικανή, κατάλληλη και βρίσκεται σε πολύ καλή θέση ώστε να μπορεί να έχει επικοινωνία με τον ανήλικο σε αντίθεση με τον Καθ’ ου η αίτηση που όλο αυτό το διάστημα, συμπεριφέρεται σαν μονογονέας, δε την ενημερώνει για το πώς είναι ο ανήλικος, τον εκθέτει συνέχεια σε κίνδυνο, αφού διαμένει με τον ανήλικο σε ακατάλληλες συνθήκες και είναι αρκετά ανήσυχη, δεδομένου ότι στο παρελθόν είχε ασκήσει βία και προς τον ανήλικο, ενώ υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να το επαναλάβει, προσθέτοντας πως ο Καθ’ ου εκμεταλλευόμενος το κενό του νόμου την έχει αποκλείσει εντελώς από το γονικό της ρόλο εις βάρος του ανηλίκου.
21. Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι παρά τις προσπάθειες της να έρθει σε επικοινωνία με το τέκνο της δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση και/ή συνεργασία από πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση και μέχρι σήμερα παραμένει πλήρως αποκομμένη από το ανήλικο τέκνο της. Μετά την αποφυλάκιση της, η μόνη της επιθυμία είναι να αποκατασταθεί άμεσα η επικοινωνία της με το ανήλικο για το υπέρτατο συμφέρον του ίδιου. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι καθ’ όλο το διάστημα που έκτιε την ποινή φυλάκισης της, ο Καθ’ ου η Αίτηση ουδέποτε της τηλεφώνησε για να μιλήσει με τον ανήλικο και ουδέποτε συνάντησε το παιδί. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι βρισκόταν σε αρκετά άσχημη κατάσταση, αλλά επειδή δεν εργαζόταν δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση.
22. Υποστηρίζει ότι η κατοικία που διαμένει στο παρόν στάδιο είναι ευρύχωρη, έχει όλες τις ανέσεις για τον ανήλικο και είναι πλήρως εξοπλισμένη, ενώ για την περίοδο που ο ανήλικος θα βρίσκεται κοντά της, διαθέτει όλα τα χρειώδη για το παιδί και το περιβάλλον είναι κατάλληλο για αυτό. Αποτελεί ισχυρισμό της, ότι το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανηλίκου υπαγορεύει όπως ξεκινήσει μια σταθερή επικοινωνία με την ίδια.
23. Στις 22/10/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία ουσιαστικά απαντά στους ισχυρισμούς που διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση.
24. Αρχικά, η Αιτήτρια αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί αίτηση τροποποίησης του προηγούμενου διατάγματος το οποίο εξέδωσε ο Καθ’ ου η αίτηση ερήμην της και από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος έχουν τροποποιηθεί οι συνθήκες, αφού πλέον δεν είναι κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές διότι έχει εκτίσει την ποινή της για το αδίκημα που αντιμετώπιζε και σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα που αυτός ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση, αποτελούν γεγονότα τα οποία είναι ψευδή και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
25. Περαιτέρω, είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση προσπαθεί ανεπιτυχώς να επιρρίψει όλες τις ευθύνες των δικών του αξιόποινων πράξεων στην ίδια, ενώ μάλιστα δεν αποδεικνύει κανένα από τους ισχυρισμούς του με τα επισυναπτόμενα τεκμήρια τα οποία έχει καταθέσει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει πως τα μόνα τεκμήρια που έχει καταθέσει, αποτελούν τεκμήρια τα οποία έχει εξασφαλίσει παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση της, αφού αποτελούν εκθέσεις προσωπικής της αξιολόγησής, ενώ μέρος αυτών έχουν εξασφαλιστεί δια μέσου της αίτησης γονικής μέριμνας 331/17 όπου τα διατάγματα εκδόθηκαν χωρίς την παρουσία της και χωρίς να ακουστεί η θέση της.
26. Η Αιτήτρια αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν νομιμοποιείται να αναφέρει γεγονότα που αφορούν προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες, αφού αυτές δεν αφορούν την παρούσα αίτηση και είναι άσχετες με τα επίδικα γεγονότα. Υποστηρίζει ότι επειδή το ανήλικο τέκνο της ήταν θύμα σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης επί σειρά ετών, εξαναγκάστηκε να διαφύγει στο εξωτερικό σκεπτόμενη μόνο την υγεία του παιδιού της και την προστασία του, αφού από την βρεφική ηλικία του τόσο η ίδια όσο και το ανήλικο τέκνο, βίωσαν σοβαρά περιστατικά βίας τα οποία έφεραν σε κίνδυνο ακόμα και την ζωή τους. Γνωρίζει καλά ότι το να απομακρύνει το ανήλικο τέκνο της από την Κύπρο ήταν ένα μεγάλο λάθος αφού έδωσε το πλεονέκτημα στην άλλη πλευρά να χρησιμοποιεί όλους αυτούς τους ανυπόστατους ισχυρισμούς, όμως ήταν το μοναδικό λάθος το οποίο έπραξε και για το οποίο εξέτισε την ποινή της.
27. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι κατά το χρονικό διάστημα όπου διέμεναν στην Κύπρο αλλά και στην Τουρκία με το ανήλικο τέκνο της, ουδέποτε αυτό υπέστη οποιαδήποτε σεξουαλική, ψυχολογική, ή σωματική κακοποίηση από συγγενικά της πρόσωπα στην Κύπρο είτε από άλλα πρόσωπα στην Τουρκία. Δηλώνει ακόμα, ότι όλο το διάστημα που ο ανήλικος βρισκόταν μαζί της στο εξωτερικό ήταν χαρούμενος, ένιωθε μεγάλη ηρεμία και ασφάλεια που ήταν μακριά από τον Καθ’ ου η αίτηση, ενώ είχε αρχίσει να αφήνει πίσω του τα έντονα τραυματικά γεγονότα που είχε βιώσει με τον πατέρα του.
28. Περαιτέρω, επαναλαμβάνει ότι πριν αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την Κυπριακή Δημοκρατία, ο ανήλικος της εκμυστηρευόταν ότι κάθε φορά που ο Καθ’ ου είχε δικαίωμα επικοινωνίας με τον ανήλικο, τον κακοποιούσε σεξουαλικά, τον χτυπούσε με τα χέρια ή με άλλα αντικείμενα, ενώ τις βραδινές ώρες όταν τον έβαζε για ύπνο σε πλήρες σκοτάδι έμπαινε ξαφνικά στο δωμάτιο του και τον εκφόβιζε κάνοντας το τέρας με τα χέρια του. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν ήταν ποτέ διαθέσιμος για όλα τα θέματα που αφορούσαν την υγεία του ανηλίκου, αφού ακόμα και στον παιδίατρο του ανήλικου απαιτούσε να μην δοθεί οποιαδήποτε ιατρική περίθαλψη στο παιδί χωρίς εύλογη αιτία. Επίσης, απείλησε έναν άλλο ιατρό να μην υποβάλει σε άμεση εγχείρηση αμυγδαλών τον ανήλικο, παρά το γεγονός ότι αυτός του ανέφερε ότι ενδεχομένως να αντιμετωπίσει πρόβλημα υγείας στο μέλλον.
29. Η Αιτήτρια δηλώνει μέσα από την ένορκη δήλωση της, ότι οι ισχυρισμοί του Καθ’ ου η Αίτηση αποτελούν ανεπιτυχείς προσπάθειες του, ώστε να επιρρίψει όλες τις ευθύνες στην ίδια, αφού ήταν ο ίδιος που την ξυλοκοπούσε βάναυσα ακόμα και μπροστά στα μάτια του ανήλικου παιδιού τους χωρίς να σκεφτεί τα ψυχικά τραύματα που ενδεχομένως να του δημιουργούσε, ενώ παραθέτει και σχετικό φωτογραφικό υλικό από τα τραύματα της, εκφράζοντας το παράπονο ότι δεν είχε καμία πρόθεση να αποσύρει το παράπονο της και επειδή βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές, κανένας δεν την ειδοποίησε για να δώσει σχετική μαρτυρία.
30. Μέσα από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση της, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι όταν ο ανήλικος ήταν 4 ετών παρόλο που δεν διένυε μια ώριμη ηλικία, ωστόσο ελήφθη οπτικογραφημένη κατάθεση ημερομηνίας 31/01/2017 στο Σπίτι του Παιδιού στην Λευκωσία, όπου μεταξύ άλλων ανέφερε την σεξουαλική κακοποίηση που δεχόταν από τον Καθ’ ου η αίτηση.
31. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατά και/ή περί το έτος 2023 με δική της συνειδητή απόφαση επέστρεψε από την Τουρκία πίσω στην γενέτειρα τους, σκεπτόμενη το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανηλίκου και για να έχει ένα καλύτερο τρόπο ζωής. Αναφέρει ότι στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στο αστυνομικό σταθμό, στην παρουσία τόσο του πρόξενου της Κυπριακής Δημοκρατίας, της κοινωνικής λειτουργού ελληνικών αρχών καθώς και του Καθ’ ου η αίτηση, ο ανήλικος φώναζε με κραυγές αγωνίας ότι δεν επιθυμεί να ακολουθήσει τον πατέρα του ακριβώς όλων των τραυματικών γεγονότων που βίωσε και γι’ αυτό το ανήλικο τέκνο, αρχικά τέθηκε υπό την προστασία του Χαμόγελου του Παιδιού αλλά μετέπειτα χωρίς την θέληση του ίδιου του παιδιού, παραδόθηκε στον Καθ’ ου η αίτηση. Η Αιτήτρια επαναλαμβάνει ότι δεν επικροτεί την παράνομη πράξη της, η οποία ήταν απότοκο της απελπισίας της, ακριβώς γιατί δεν έβρισκε άλλη δίοδο για να προστατεύσει τον ανήλικο από τον Καθ’ ου η αίτηση, αφού όλες οι αρμόδιες αρχές δεν έδειχναν ενδιαφέρον να χειριστούν το περιστατικό και ο ανήλικος πλέον είχε φτάσει στο σημείο να την παρακαλεί να φύγουν και να μην συνεργάζεται να ακολουθήσει τον Καθ’ ου η αίτηση, αφού κρυβόταν στο σπίτι και έκλαιγε αντιλαμβανόμενος την παρουσία του.
32. Στην συνέχεια της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι δεν απέκρυψε τα ουσιώδη γεγονότα, αντιθέτως έχει προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων καθώς και των αξιόποινων πράξεων της, αλλά το εν λόγω περιστατικό σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει ότι είναι ακατάλληλη να ασκεί οιονδήποτε γονικό ρόλο ή και να έχει την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου τέκνου. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι είναι ο Καθ’ ου η αίτηση που δεν αποκαλύπτει όλα τα ως άνω γεγονότα, ακριβώς επειδή θέλει να παρουσιάσει τον εαυτό του ως ένα γονέα που έχει επαυξημένο καθήκον προς τον ανήλικο, αποσιωπώντας τις δικές του αξιόποινες πράξεις. Περαιτέρω, η Αιτήτρια αναφέρει ότι έχει επιστρέψει αισίως στα εργασιακά της καθήκοντα και είναι ικανή και κατάλληλη να αναλάβει εκ νέου την φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου, όπως έπραττε από την γέννηση του. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι είναι νοσηλεύτρια ψυχικής υγείας, διαθέτει υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον, είναι ιδιοκτήτρια οχήματος, ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας και στον τόπο διαμονής της έχει όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό καθώς και δωμάτιο για να φιλοξενείται ο ανήλικος με όλα τα χρειώδη.
33. Θεωρεί ότι ο ανήλικος χρειάζεται την καθημερινή παρουσία της στην ζωή του, αφού μόνο με αυτό τον τρόπο θα επιτευχθεί η ορθή ψυχοσωματική του ανάπτυξη και όχι η οριστική απομάκρυνση της από αυτόν, η οποία θα φέρει ανυπολόγιστες ζημίες στην ενήλικη ζωή του. Υποστηρίζει ότι δυστυχώς ο Καθ’ ου η αίτηση συνεχίζει να διαστρεβλώνει την αλήθεια, αφού προσπαθεί να παρουσιάσει ότι η ίδια αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα αγνοώντας ότι αν αυτό συνέβαινε, δεν θα εργαζόταν ως νοσηλεύτρια στον τομέα της ψυχικής υγείας. Αδιαμφισβήτητα, η ολική και βίαιη αποστέρηση του παιδιού της καθώς και η κακοποίηση που βίωνε όλα αυτά τα χρόνια δίπλα στον Καθ’ ου η αίτηση, της έχει δημιουργήσει τραύματα τα οποία προσπαθεί μέσω θεραπειών να τα αφήσει στο παρελθόν, ωστόσο ισχυρίζεται ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε ψυχικό νόσημα το οποίο να δικαιολογεί την πλήρη αποστέρηση των γονικών της δικαιωμάτων. Εκφράζει την θέση, πως δεν είναι τυχαίο ότι κατά η περί το έτος 2021 είχαν εκδοθεί περιοριστικά μέτρα εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, γεγονός που δεικνύει ότι υπήρχαν καταγγελίες σε βάρος του, οι οποίες δεν διερευνήθηκαν λόγω της σύλληψης της και της επιβολής της ποινής της.
34. Σε σχέση με τις με τις ισχυριζόμενες καταγγελίες παρακοής διατάγματος που έχει παρουσιάσει ως τεκμήριο ο Καθ’ ου η αίτηση στην ένορκη δήλωση του, η Αιτήτρια δηλώνει ότι αφορούν γεγονότα άσχετα με την παρούσα διαδικασία και παρελθόντα γεγονότα τα οποία αυτός δεν νομιμοποιείται να επικαλείται στην υπό εξέταση αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει πως οι ισχυριζόμενες παρακοές δεν εκδικάστηκαν ποτέ από κανένα Δικαστήριο και επομένως δεν εκκρεμεί οποιοδήποτε αδίκημα εναντίον της.
35. Σε σχέση με την έκθεση του γραφείου κοινωνικής ευημερίας στην αίτηση υπ’ αριθμό 331/17, την οποία παρουσίασε ως τεκμήριο ο Καθ’ ου η Αίτηση, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι από την αρχή της συνεργασίας της με την λειτουργό του γραφείου, της είχε αναφέρει σοβαρά περιστατικά βίας τα οποία ο ίδιος ο ανήλικος της είχε εκμυστηρευτεί, όταν επέστρεφε από την επικοινωνία με τον πατέρα του. Ισχυρίζεται ότι σε κανένα σημείο της έκθεσης της αλλά και στην επικοινωνία που είχε μαζί της, δεν διαφαίνεται να έδωσε τη δέουσα σημασία για να εξετάσει τα εν λόγω σοβαρά αυτά περιστατικά, τα οποία και η ίδια απέκρυψε από το Δικαστήριο και τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα να ανατεθεί η φύλαξη του παιδιού της στον Καθ’ ου η αίτηση.
36. Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι λόγω και του εγκλεισμού της στις Κεντρικές Φυλακές, η εν λόγω λειτουργός ήταν φανερά προκατειλημμένη προς το πρόσωπο της και παρόλο που ζητούσε την αντικατάσταση της, η ίδια συνέχιζε να χειρίζεται την υπόθεση της. Ισχυρίζεται ότι παρέλειψε κατά το στάδιο που συνέγραψε την έκθεση της, να σχολιάσει αρνητικά το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Καθ’ ου η αίτηση διέμενε με άλλα πρόσωπα και ότι ο ανήλικος δεν είχε δικό του δωμάτιο να διανυκτερεύει, αλλά και τους ισχυρισμούς της ότι καθ’ όλη την συμβίωση τους ουδέποτε φρόντιζε τον ανήλικο.
37. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι το οικογενειακό της περιβάλλον σε καμία περίπτωση δεν ήταν κακοποιητικό και δεν ήταν ο ανήλικος που ανέφερε ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά αυτά αποτελούν αποκύημα της φαντασίας του Καθ’ ου η αίτηση ο οποίος ήθελε να συγκαλύψει τις προσωπικές του αποτρόπαιες πράξεις, ήτοι την σωματική και ψυχολογική κακοποίηση την οποία είναι πεπεισμένη ότι συνεχίζει μέχρι και σήμερα, αφού έχει υποδουλώσει πλήρως συναισθηματικά το παιδί τους και το έχει επηρεάσει αρνητικά εναντίον της.
38. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ουδέποτε κατεύθυνε τον ανήλικο και το μόνο που του έλεγε, είναι να μιλήσει, να εκφραστεί και να αναφέρει αυτά που εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος σε αυτήν, στην αστυνομία και στους παιδοψυχολόγους. Εκφράζει ακόμα την θέση, ότι προφανώς το παιδί της όταν λήφθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση, ήταν σε ανώριμη ηλικία που δεν ήταν εύκολο να εκφράσει επακριβώς τα συναισθήματα του συγχέοντας πολλές φορές τις σκέψεις του και ωστόσο ήταν σε θέση να αναγνωρίσει και να διαχωρίσει τα πραγματικά γεγονότα, όπως διαφαίνεται και από την έκθεση που κατατέθηκε ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου.
39. Η Αιτήτρια θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον του ανηλίκου να επανασυνδεθεί μαζί της και ότι ακόμα και αν ο ανήλικος έχει απομακρυνθεί από την ίδια, θα πρέπει να εξαντληθούν όλα τα περιθώρια προσπάθειας, διαφορετικά θα υπάρξει πλήρης αποξένωση η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί στο μέλλον.
(III) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։
40. Ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση του στις 18/09/2025 προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης։
1. Δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 καθ΄ότι:-
(α) Μετά την αρπαγή και απομάκρυνση του ανήλικου παιδιού των διαδίκων από την Αιτήτρια έχει εξανεμιστεί και δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
(β) Βάσει των πιο πάνω και της έκθεσης του ανήλικου σε σοβαρούς κινδύνους σεξουαλικής κακομεταχείρισης από τρίτα πρόσωπα στη Τουρκία, κακοποίησης του και έκθεσης του στον κίνδυνο σωματικής βλάβης, ψυχολογικής καταπίεσης και σε σίγουρο κίνδυνο απώλειας και της ζωής του ακόμη, δεν υπάρχει και/ή έπαψε και δεν υφίσταται πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία.
(γ) Δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα και αυτό καθ΄ ότι τις ίδιες θεραπείες ζητά η Αιτήτρια με τη Κυρίως Αίτηση της και θα έχει την ευκαιρία της και πάλι να αξιώσει όσες τώρα θεραπείες ζητά.
(δ) Ελλείπει το κατεπείγον, ιδιαίτερα εφ’ όσον η ίδια έθεσε με τις παράνομες πράξεις της, τον εαυτό της εκτός της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας με το παιδί της για πέραν των 2 ετών.
2. Η υπό εκδίκαση αίτηση είναι αδικαιολόγητη, αβάσιμη και νομικά όσο και πραγματικά αστήρικτη.
3. Δεν διευκρινίζονται από την Αιτήτρια βάσιμες συνθήκες για την έκδοση του διατάγματος επικοινωνίας.
4. Δεν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων, αντίθετα οι ειδικές υπάρχουσες περιστάσεις και γεγονότα, είναι αποτρεπτικές της έκδοσης τους.
5. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή με καλή πίστη.
6. Η Αίτηση είναι κατά Νόμο και/ή κατ΄ ουσία ατεκμηρίωτη, γενική, αόριστη και/ή στερείται οποιουδήποτε πραγματικού και/ή νομικού υπόβαθρου.
7. Δεν έχουν μεταβληθεί οι όροι και/ή οι συνθήκες από την έκδοση του υφιστάμενου διατάγματος γονικής μέριμνας. Αντίθετα αυτές έχουν μεταβληθεί προς το χειρότερο και εις βάρος της Αιτήτριας.
8. Η Αιτήτρια δεν έχει προβάλει και/ή προβάλλει ανεπαρκώς θετική για αυτήν και το παιδί των διαδίκων μεταβολή των συνθηκών και μάλιστα κατά τρόπο που να μην αποβλέπει στο καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου.
9. Η Αιτήτρια δεν προβάλλει και/ή δεν προβάλλει επαρκώς και/ή καθόλου μεταβολή των συνθηκών που να δικαιολογούν την έκδοση των ζητούμενων Διαταγμάτων.
10. Δεν έχει αποκαλυφθεί από την Αιτήτρια συζητήσιμη υπόθεση κα/ή δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της στην παρούσα αίτηση και/ή δεν έχει καταδειχθεί από αυτήν ότι με την μη έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
11. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν αποκάλυψε όλα όσα γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει και ήταν ουσιώδη και ως τέτοια έπρεπε να τεθούν στη γνώση του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερα δεν αναφέρεται στα ουσιαστικά γεγονότα του ιστορικού της συμπεριφοράς της με την αρπαγή του ανήλικου και την μεταφορά του στην Τουρκία, την φυλάκιση της και τις σημερινές (με λεπτομέρεια και πλήρως τεκμηριωμένα) συνθήκες διαβίωσης της. Ούτε και στα ψυχολογικά της προβλήματα αναφέρεται.
12. Η παρούσα Αίτηση έχει εγερθεί παράτυπα, εμμονικά και/ή εκδικητικά αφού τα κίνητρα της Αιτήτριας είναι αλλότρια και/ή στρέφονται (και πάλι) κατά του πατέρα του ανήλικου/Καθ΄ου η Αίτηση και όχι ουσιαστικά στο ότι πραγματικά ζητά.
13. Η Αιτήτρια απέκρυψε εσκεμμένα από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία με στόχο την έκδοση των διαταγμάτων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
14. Με όλα όσα διαδραματίστηκαν τα τελευταία χρόνια και με υπαρκτό τον κίνδυνο επανάληψης τους δεν είναι δίκαιο και/ή εύλογο ή προς το συμφέρον του ανήλικου να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
15. Η ταλαιπωρία και/ή ζημιά που θα υποστεί ο Καθ΄ ου η Αίτηση και/ή το ανήλικο τέκνο του από την τυχόν έκδοση των διαταγμάτων είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που θα υποστεί η Αιτήτρια.
16. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την κρινόμενη Αίτηση, δεν παρουσιάζονται σαφείς και/ή ρητοί και/ή επαρκείς λόγοι οι οποίοι να συνηγορούν υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
17. Οι λόγοι που προβάλλονται από την Αιτήτρια για την έκδοση των διαταγμάτων είναι γενικοί, αόριστοι και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση τους.
18. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει και/ή υποστηρίζει την υπό εκδίκαση αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ελλιπής και/ή βασίζεται σε αναληθή γεγονότα και στοιχεία και/ή είναι ατεκμηρίωτη και παραπλανητική, πλήρως δε κατασκευασμένη και διανθισμένη με ψεύδη.
19. Οι αιτούμενες θεραπείες αντίκεινται στα έννομα συμφέροντα του ανήλικου παιδιού των διαδίκων.
20. Η τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων αποσκοπούν και βασίζονται σε μεθοδευμένες κακόπιστες πρακτικές της Αιτήτριας.
21. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ήταν αντίθετη με το καλώς νοουμένου συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων.
22. Οι αιτούμενες θεραπείες και/ή τα αιτούμενα Διατάγματα αποτελούν πτυχές και ζητήματα που πρέπει να κριθούν στα πλαίσια της (βασικής) εναρκτήριας αίτησης και όχι στο παρόν στάδιο, ιδιαίτερα το αίτημα για διανυκτερεύσεις του ανήλικου με την Αιτήτρια αλλά και η ελεύθερη και μη επιβλεπόμενη επικοινωνία του με την Αιτήτρια.
23. Με την τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιλυθεί η επίδικη διαφορά σε αυτό το πρόωρο στάδιο, προτού να δοθεί η ευκαιρία στο σεβαστό Δικαστήριο να εκδικάσει την εναρκτήρια αίτηση και χωρίς να έχει τη δυνατότητα να ακούσει σε βάθος και στην ουσία τους τις εκδοχές και των δύο διαδίκων.
24. Η παρούσα Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και τυχόν επιτυχής κατάληξη της θα θέσει ακόμη μία φορά, τώρα με τις τυχόν ‘’ευλογίες’’ του Δικαστηρίου, τον ανήλικο σε κινδύνους για τη ζωή και τη ψυχοσυναισθηματική του υγεία.
25. Η Αιτήτρια με την Αίτηση της επιδιώκει τη δική της ικανοποίηση και ψυχική πλήρωση και όχι το καλώς νοούμενο συμφέρον του παιδιού της.
41. Η ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του στην οποία αρχικά αναφέρει ότι αποτελεί πατρικό του καθήκον να προστατεύει το παιδί του από κάθε κακοτοπιά, ζημιογόνες προς αυτό ενέργειες τρίτων, και της ανίκανης να το φροντίζει και να του προσφέρει ένα υγιές περιβάλλον και προστασία, μητέρας του, που το κακοποιούσε, το εξέθετε σε σοβαρούς κινδύνους τραυματισμού, σεξουαλικής ή άλλης κακοποίησης από τρίτους ως λ.χ. Τούρκους στη Τουρκία, όπου αφού το απήγαγε, το μετάφερε παράνομα στη Τουρκία, καταστρέφοντας του κάθε καλό, υγιές και ανθρώπινο που έπρεπε να είχε προσφέρει και να το απολαύσει στην μέχρι σήμερα τρυφερή παιδική του ηλικία.
42. Ο Καθ’ ου υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια με τα όσα ψεύδη εκθέτει στην ένορκη της δήλωση, αποκρύβει την αλήθεια και προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Αναφέρει ότι απέκρυψε μεταξύ άλλων την απαγωγή και μεταφορά του παιδιού τους για εγκατάσταση στην Τουρκία, την πλαστογράφηση ταξιδιωτικών εγγράφων, αλλά την φυλάκιση της μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της, με τις οποίες συνωμότησε για την διάπραξη κακουργημάτων εναντίον του παιδιού του.
43. Περαιτέρω, ο Καθ’ ου αναφέρει ότι η Αιτήτρια ψεύδεται πως εργάζεται και ότι δήθεν θα μπορεί να συντηρεί το παιδί τους. Υποστηρίζει ακόμα, ότι η Αιτήτρια είναι άνεργη από τότε που βγήκε από τη φυλακή και για να ζήσει λαμβάνει επίδομα. Ισχυρίζεται πως λόγω της καταδίκης της, δυστυχώς δεν θα μπορεί να εργοδοτηθεί οπουδήποτε και αν εργαζόταν, σίγουρα θα κατέθετε ως τεκμήριο σχετική βεβαίωση, γεγονός που δεν έπραξε.
44. Ακολούθως, ο Καθ’ ου η Αίτηση αρνείται και απορρίπτει κάθε ισχυρισμό που η Αιτήτρια εκθέτει στην ένορκη δήλωση της, η οποία συνοδεύει την αίτηση της ως ψεύδη αλλά και όσα αναφέρει, είτε εναντίον του, είτε για τα αναληθή γεγονότα που δήθεν συνέβησαν ή και για τις δήθεν κακές συμπεριφορές του, τα οποία είναι εικασίες, αλλά και ισχυρισμοί της αρρωστημένης φαντασίας της και δημιουργήματα της εκδικητικής όσο και αρρωστημένης συμπεριφοράς της προς τον ίδιο. Επίσης, υποστηρίζει ότι ουδέποτε και σε καμία περίπτωση οι ισχυρισμοί της επαληθεύτηκαν είτε στην αστυνομία είτε στο Δικαστήριο, ενώ ήταν και παραμένει Λευκού Ποινικού Μητρώου.
45. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι η Αιτήτρια αντί να αιτιάται το εαυτό της για ότι καταστροφικό προκάλεσε μέχρι σήμερα στο παιδί τους, τα ρίχνει στον ίδιο ο οποίος ήταν πάντα και συνεχίζει να είναι ένας συμπονετικός πατέρας, που μόνος σκοπός στη ζωή του είναι να προσφέρει στον ανήλικο μια υγιή ψυχοσωματική ζωή, ανατροφή και φροντίδα και κυρίως να τον προστατέψει από την καταστροφική μητέρα του. Για αυτό και δεν αποδέχεται οποιουδήποτε είδους επικοινωνία της Αιτήτριας με το παιδί του. Άλλωστε, ισχυρίζεται πως το ίδιο το παιδί του την απαρνιέται και τρομοκρατείται και μόνο με την αναφορά του ονόματος της, φτάνοντας μέχρι και σε σπασμούς όταν την θυμάται. Υποστηρίζει ακόμα, ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν δική του κρίση, αλλά των ψυχολόγων και θεραπευτών του παιδιού του, παρουσιάζοντας τις εκθέσεις τους.
46. Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται επίσης, ότι σε περίπτωση που εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα που να επιτρέπει στην Αιτήτρια να βλέπει έστω και από μακριά τον ανήλικο, θα συμβάλει στη καταστροφή του ψυχοσυναισθηματικού του κόσμου και θα τον τραυματίσει ανεπανόρθωτα. Θεωρεί, ότι η ανάγνωση και μόνον των εγγράφων που έχει παρουσιάσει ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, δικαιολογούν τις ακραίες μεν, αλλά πλήρως δικαιολογημένες και βάσιμες δε τοποθετήσεις και ισχυρισμούς του.
47. Επιπρόσθετα, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι από την ημέρα της αρπαγής του παιδιού του από την Αιτήτρια σε συνεργασία με την μητέρα και αδελφή της μέχρι και την σύλληψη της και τον επαναπατρισμό της, αλλά μέχρι και σήμερα ουδεμία επαφή είτε προσωπική είτε τηλεφωνική είτε μέσω τρίτων ή άλλως πως είχε μαζί της, ούτε είναι δυνατό να γνωρίζει πως ο ίδιος και το παιδί του διαβιώνουν. Ως εκ τούτου, τα όσα η Αιτήτρια ισχυρίζεται είναι τίποτε άλλο παρά ψεύδη.
48. Μέσα από την ένορκη δήλωση του, ο Καθ’ ου η Αίτηση παραπέμπει σε πληθώρα τεκμηρίων και εγγράφων που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, όπως μεταξύ άλλων, την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας ημερομηνίας 13/05/2020, την καταγραμμένη βιντεοσκοπημένη κατάθεση του ανήλικου τέκνου του ημερομηνίας 04/02/2021, την έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης του ανήλικου από το «Σπίτι του Παιδιού» ημερομηνίας 08/03/2021, την τελική απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/11/2021 στην Αίτ.331/2017, τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης κατά της Αιτήτριας και της αδελφής της, αλλά και το πρακτικό της ποινής που επέβαλε κατά της Αιτήτριας στις 17/06/2024 το Κακουργιοδικείο Λεμεσού σε σχέση με τις 20 κατηγορίες που η Αιτήτρια αντιμετώπισε και τις οποίες παραδέχθηκε (Αρ.Υπόθ.19608/23).
49. Ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι στην βάση των όσων ανέφερε και στα πλαίσια του ιστορικού και της συμπεριφοράς της Αιτήτριας έναντι του παιδιού τους, πιστεύει ότι αυτή δεν πρέπει να έχει καμιά σχέση ή επικοινωνία με τον ανήλικο. Εκφράζει την θέση, ότι τυχόν αντίθετη απόφαση του Δικαστηρίου, θα θέσει σε μεγάλο κίνδυνο το παιδί του. Εκφράζει ακόμα την ανησυχία του, ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια επικοινωνήσει με τον ανήλικο, θα επαναλάβει τα ίδια αδικήματα και χειρότερα ακόμη, ενώ φοβάται ακόμα και για τη ζωή του παιδιού του.
50. Καταληκτικά, ο Καθ’ ου η Αίτηση καλεί το Δικαστήριο να προστατεύσει τον ανήλικο με το να μην εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, αφού η Αιτήτρια πάσχει από «Οριακή-Μεταιχμιακή Διαταραχή της Προσωπικότητας της» παραπέμποντας σε σχετικό τεκμήριο που παρουσίασε μέσα από την ένορκη δήλωση του.
(IV) Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΑΝΗΛΙΚΟ ΤΕΚΝΟ։
51. Στο τέλος της διαδικασίας, το Δικαστήριο διεξήγαγε συνέντευξη με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Σ.Π. ηλικίας 8,5 ετών και η οποία έλαβε χώρα στα πλαίσια της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερ. 07/07/2022, όπου κρίθηκε αναγκαία η λήψη προσωπικής συνέντευξης με το παιδί ακόμα και στα πλαίσια μίας ενδιάμεσης αίτησης.
52. Το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.216/90 προνοεί ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.
53. Στην καθοδηγητική απόφαση στην υπόθεση Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα:
«H μαρτυρία των ανηλίκων αναφορικά με τις επιθυμίες τους ως προς την επιμέλεια και φροντίδα του προσώπου τους αποτελεί πρωτογενές συστατικό στοιχείο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας όπου καταρρέει ο γάμος. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις πρόνοιες του άρθρου 6(3) του Ν. 216/90 που επιτάσσει την αναζήτηση της γνώμης των ανηλίκων, εφόσον έχουν την ωριμότητα να διαμορφώσουν γνώμη, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης 'σχετικά με τη γονική τους μέριμνα'. Η μαρτυρία των ανηλίκων σε διαδικασία για γονική μέριμνα δεν στρέφεται εξ’ αντικειμένου εναντίον οποιουδήποτε• είναι δηλωτική της γνώμης τους για το συμφέρον και την ευημερία τους. Το δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται αποτελεί απόρροια της αυθυπαρξίας του ατόμου τους.
Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το άρθρο 6(3) του Νόμου 216/90 και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Gillick, όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του».
54. Στην απόφαση Π.Ε. και K.R.U. (Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο), Έφεση αρ. 23/18, ημερ. 3.12.19, η τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Σταματίου τόνισε τα ακόλουθα:
«H γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούληση του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα.
Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζει με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα».
55. Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» Απόστολου Γεωργιάδη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2014, αναφέρονται τα ακόλουθα (σελ. 560-561):
«β) Γνώμη τέκνου: Προκειμένου να διευκολυνθεί ο δικαστής (και των ασφαλιστικών μέτρων) στο έργο του, ο νόμος ορίζει ρητά ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά στα συμφέροντα του (ΑΚ 1511 § 3, ΚΠολΔ 681Γ § 3 εδ. α'). Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών (ν.2502/1997), σύμφωνα με την οποία «σε ένα παιδί που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο: να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του» (άρθρο 3). Το δικαστήριο λοιπόν έχει καθήκον να αναζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εφόσον πρόκειται για ώριμο παιδί που έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένο να την ακολουθήσει. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα το επίπεδο ωριμότητας του τέκνου ενόψει και των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί αυτό δεν έχει ενδεχομένως την απαιτούμενη ωριμότητα».
56. Το άρθρο 12(1) του περί της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου (Ν.5(ΙΙΙ)/2000) διαλαμβάνει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν στο παιδί που είναι ικανό να σχηματίσει τις δικές του απόψεις, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασής των απόψεων του, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά και δίδεται στις απόψεις του παιδιού το απαιτούμενο βάρος σύμφωνα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητας του.
57. Η καταλυτική σημασία του δικαιώματος ακρόασης των παιδιών διαφαίνεται και μέσα από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2201/2003 για την διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, όπου στο άρθρο 23(β) αναφέρεται ότι, απόφαση που αφορά την γονική μέριμνα δεν αναγνωρίζεται, αν έχει εκδοθεί χωρίς να δοθεί στο παιδί δυνατότητα ακρόασης κατά παράβαση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών του κράτους αναγνώρισης.
58. Θα επικεντρωθώ στα κυριότερα αποσπάσματα της συνέντευξης με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων. Μεταξύ άλλων, μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ανήλικος ανέφερε ότι διαμένει στο σπίτι της γιαγιάς του, στο ίδιο δωμάτιο με τον πατέρα του, την νέα σύζυγο του πατέρα του, την οποία αποκαλεί «μαμά» και το τέκνο που απέκτησαν.
59. Ο ανήλικος ρωτήθηκε αν έτυχε καμία φορά να τον κτυπήσει ή να τον πειράξει ο πατέρας του και αυτός απάντησε αρνητικά και ότι είναι η μητέρα του που τον έδερνε. Να επισημάνω ότι καθ’ όλη την διάρκεια της συνέντευξης, ο ανήλικος αποκαλούσε την Αιτήτρια επί το πλείστο με το μικρό της όνομα.
60. Σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, για το πότε είδε ο ανήλικος για τελευταία φορά την μητέρα του, ο ανήλικος απάντησε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα։
«Πήγα άλλο Δικαστήριο νομίζω ποτζεί τζαι γιατί έβαλε με η μάμμα να πω κάποια πράγματα και είπα, αλλά μετά έφερνε χαρτιά, έπιασε με εμένα γιατί χώρισαν μία φάση που κατάλαβε ότι ήταν πελλή τζαι πήγαν Δικαστήριο τζαι ο Δικαστής τους χώρισε. Όταν τους χώρισε κατάλαβε το η Δικαστής ότι είναι πελλή τζαι εδώκαν με στον παπά τζαι όπως με είχε ο παπάς, η Σ. έκλεψε με τζαι πήρε με στην Τουρκία. Για αυτό έχασα ένα χρόνο, έπρεπε να ήμουν Τρίτη τάξη».
61. Όταν στην συνέχεια ο ανήλικος ρωτήθηκε αν πεθύμησε την μητέρα του, απάντησε αρνητικά και πως αντί να του θυμώνει όταν έκανε κάποιες αταξίες, τον κτυπούσε πάνω στην πλάτη και τον έσερνε στους εμετούς του. Κάποιες φορές έκλαιγε μπροστά του και του έλεγε ότι θα αυτοκτονήσει. Ανέφερε ακόμα ότι στην Τουρκία τον έσερνε μέσα στους δρόμους, του έλεγε να πάνε να βρούνε εργασία και σπίτι και αυτός κουραζόταν και τον έδερνε συνέχεια. Όταν ρωτήθηκε να περιγράψει μία χαρούμενη στιγμή που έζησε με την μητέρα του, απάντησε ποτέ, αφού τον κτυπούσε, του έδινε αναψυκτικά και τα δόντια του κιτρίνισαν, όλη μέρα καθόταν στον υπολογιστή και όταν επέστρεψε δεν ξαναμίλησε ελληνικά.
62. Όταν αναφέρθηκε στον ανήλικο, πως η μητέρα του θέλει να ξεκινήσει να τον βλέπει, αυτός απάντησε γοερά։ «όχι, όχι» και άρχισε ξαφνικά να κλαίει και να τρέμει, απαντώντας στην συνέχεια ότι δεν το επιθυμεί γιατί τον έδερνε και του έλεγε ότι θα αυτοκτονήσει. Ακόμα και όταν του υποβλήθηκε η ερώτηση για το τί θα έπραττε αν του έλεγε ο πατέρας του να αρχίσει να συναντά την μητέρα του, ο ανήλικος απάντησε αρνητικά γιατί ήξερε ότι θα τον έδερνε. Διευκρίνισε στην συνέχεια, πως αν άρχιζε να συναντά την μητέρα του θα πάθαινε εγκεφαλικό και θα ένοιωθε άσχημα.
63. Διαφάνηκε γενικά μέσα από την συνέντευξη του ανήλικου υιού των διαδίκων, ότι αυτός ήταν σταθερός στις απόψεις του και κάθετα ενάντια στο να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με την Αιτήτρια, δικαιολογώντας αυτή του την στάση. Στο άκουσμα της διεξαγωγής οποιασδήποτε επικοινωνίας με την μητέρα του, φάνηκε τρομοκρατημένος και άρχισε να τρέμει και να κλαίει. Διαφάνηκε ότι τρέφει ιδιαίτερα αρνητικά συναισθήματα για την μητέρα του, εξ’ αιτίας των όσων δυσάρεστων περιέγραψε, σε αντίθεση με τον Καθ’ ου η Αίτηση με τον οποίο φαίνεται να διατηρεί μία στενή συναισθηματική σχέση και εξάρτηση.
64. Στην βάση των πιο πάνω, έχω αντιληφθεί ότι ο ανήλικος παρά το σχετικά νεαρό της ηλικίας του, διαθέτει σε ικανοποιητικό βαθμό την αναγκαία ή στοιχειώδη εκείνη ωριμότητα και βαθμό αντίληψης, ώστε να αντιληφθεί τα πραγματικά δεδομένα της παρούσης. Θεωρώ έστω σε προκαταρτικό βαθμό, ότι το παιδί εξέφρασε αυθόρμητα την γνώμη και τις απόψεις του, συνεπώς θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο οι θέσεις και επιθυμίες του, όπως αυτές διατυπώθηκαν μέσα από την συνέντευξη του.
65. Εξυπακούεται, ότι η γνώμη του ανήλικου τέκνου των διαδίκων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, αλλά απλά μπορεί να συνεκτιμηθεί στον προσδιορισμό του γνήσιου συμφέροντος του, έστω στα περιορισμένα πλαίσια εξέτασης μίας ενδιάμεσης αίτησης για έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ακούσει το ανήλικο τέκνο και να συνεκτιμήσει την γνώμη του μαζί με άλλους παράγοντες, αλλά δεν είναι υποχρεωμένο να την αποδεχτεί, αν κάτι τέτοιο ενδέχεται να μην εξυπηρετήσει στο έπακρον τα πραγματικά συμφέροντα του και όχι αυτά που το ίδιο νομίζει.
(V) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։
66. Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και
(γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά., (1994) 1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791).
67. Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas, (1984) 1 Α.Α.Δ. 263).
68. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος σε σχέση με την επικοινωνία, σε συνάρτηση με τον περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν. 216/90) και τις τροποποιήσεις αυτού.
69. Σύμφωνα με το άρθρο 5 (1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Με βάση το άρθρο 5(1)(β) του Νόμου, η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.
70. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.
71. Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. (2) εδ. (α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου, (Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά. (2001) 1 (Γ) ΑΑΔ 1911).
72. Σύμφωνα με την καθοδηγητική νομολογία, κατά την εκδίκαση των αιτήσεων που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας ανήλικων τέκνων, δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα, της οποίας ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Ως συμφέρον του τέκνου εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον. Γνώμονας είναι πάντοτε το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (2006) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1153).
73. Στην καθοδηγητική απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588, 1593 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων».
74. Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά. (2002) 1 (Γ) ΑΑΔ Σελ. 1446, 1452 λέχθηκαν τα πιο κάτω:
«Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία».
75. Το θεμελιώδες δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο, εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 17 του Ν.216/90, το οποίο προνοεί ρητά τα ακόλουθα:
«17(1)։ Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2) Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3) Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ' αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6».
76. Στο σύγγραμμα των Απ. Γεωργιάδη και Μιχ. Σταθόπουλου «ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΞ», Τόμος VII, αναφέρονται τα πιο κάτω (σελ. 228-229):
«Συνήθως, πριν και μετά το διαζύγιο, οπότε κυρίως ασκείται το δικαίωμα επικοινωνίας, επικρατούν ταραγμένες σχέσεις μεταξύ των συζύγων. Ενόψει αυτού του δεδομένου, η πραγματοποίηση της επικοινωνίας θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που εξασφαλίζει κατά το δυνατόν καλύτερα το συμφέρον του παιδιού. Οι γονείς θα πρέπει να φροντίζουν, ώστε το παιδί να μένει εκτός του προσωπικού πεδίου εντάσεως αλλά και να μη θίγονται με τη συμπεριφορά καθενός από αυτούς τα δικαιώματα του άλλου. Τα παραπάνω προϋποθέτουν αμοιβαίο σεβασμό και συνεργασία μεταξύ των γονέων.
Στο δικαίωμα επικοινωνίας του ενός γονέα αντιστοιχεί υποχρέωση του άλλου να απέχει από κάθε ενέργεια, η οποία άμεσα ή έμμεσα μπορεί να οδηγήσει στην παρεμπόδιση της, είτε επιδρώντας στη θέληση του παιδιού να δεχθεί την επικοινωνία, είτε με τη δημιουργία άλλων εμποδίων. Πολύ περισσότερο, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, θα πρέπει να ευνοεί και να διευκολύνει, χάριν του συμφέροντος του παιδιού, την επικοινωνία με τον άλλο γονέα, παραμερίζοντας τυχόν αντίθετες δικές του επιθυμίες».
77. Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα της επικοινωνίας, παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από το σύγγραμμα ‘Οικογενειακό Δίκαιο-Τόμος ΙΙ’ Όγδοη έκδοση (2021) της Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, όπου στην σελ. 338 αναφέρονται τα ακόλουθα։
«Η διευκόλυνση και η προώθηση του δικαιώματος επικοινωνίας μπορεί να εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους, όπως η εμφύσηση στο παιδί καλών αισθημάτων για τον άλλο γονέα και η καλή συνεργασία με αυτόν προκειμένου να καθοριστούν οι λεπτομέρειες της άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτής της διευκόλυνσης ο υπόχρεος οφείλει να διαπαιδαγωγήσει το παιδί, έτσι ώστε αυτό να αποδέχεται την επικοινωνία, όχι όμως βέβαια και κάμπτοντας την τυχόν αντίσταση του παιδιού με την βία. Εννοείται άλλωστε, ότι ο υπόχρεος οφείλει κατά μείζονα λόγο να μην παρεμποδίζει την επικοινωνία, «κρύβοντας» λ.χ. το παιδί και γενικότερα παραβιάζοντας την συμφωνία ή την δικαστική απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία χωρίς να υπάρχουν για αυτό σοβαροί λόγοι που υπαγορεύονται από το συμφέρον του ανήλικου και που σχετίζονται με την σωματική ή ψυχική υγεία του. Μορφή παρεμπόδισης συνιστά επίσης ο επηρεασμός του παιδιού ώστε αυτό να αρνείται την επικοινωνία και η άρνηση να οφείλεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτόν τον επηρεασμό (κάτι που είναι πιθανότερο να συμβεί όταν το παιδί είναι μικρό σε ηλικία ή πνευματικά ανώριμο).
Εξάλλου, υποχρεώσεις έχει και ο δικαιούχος της επικοινωνίας ο οποίος τις ώρες που βλέπει το παιδί, οφείλει να μην διαταράζει την σχέση του με τον υπόχρεο της επικοινωνίας είτε προσπαθώντας να εμπνεύσει στο παιδί αντιπάθεια για τον υπόχρεο είτε επεμβαίνοντας στον τρόπο άσκησης της επιμέλειας, την οποία συνήθως θα έχει ο υπόχρεος».
(VI) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։
78. Αρχικά να επισημάνω, ότι αναδείχθηκαν αρκετοί αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις, επί διάφορων γεγονότων και πραγματικών περιστατικών για τις οποίες φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προβεί σε εις βάθος αξιολόγηση τους, ιδίως εκείνων που αφορούν την ουσία της εναρκτήριας αίτησης και οι οποίες θα εξεταστούν ενδελεχώς κατά το διερευνητικό στάδιο της υπόθεσης, όπου έχοντας ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανομένης της έκθεσης της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, θα καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το γνήσιο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων (βλ. Δαμιανού ν. Δαμιανού (1989) 1 Α.Α.Δ. 29).
79. Περαιτέρω, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το Δικαστήριο στην υπό κρίση αίτηση δεν προέβη μονομερώς στην έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος, διέταξε την επίδοση της αίτησης και άκουσε και τις δύο πλευρές. Επομένως, δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι κανόνες για πλήρη αποκάλυψη (βλ. Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2011) 1 ΑΑΔ 816).
80. Αρχικά, μελετώντας την νομική βάση της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτή στηρίχθηκε στους προϊσχύσαντες Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και όχι στους εν ισχύ Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, παρά το γεγονός ότι αυτή έχει καταχωρηθεί στις 27/06/2025, ήτοι μετά την υιοθέτηση των νέων Κανονισμών. Η εν λόγω παράλειψη συνιστά παρατυπία και καθιστά την νομική βάση της αίτησης ως λανθασμένη.
81. Επιπρόσθετα, παρατηρώ ότι η νομική βάση της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης είναι προφανώς ελλιπής, αφού δεν έχει συμπεριληφθεί ρητά το άρθρο 17 του Πέρι Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου (Ν.216/90), το οποίο παραπέμπει στην άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας, που αποτελεί ουσιαστικά και το μοναδικό αντικείμενο της παρούσης αίτησης και στην οποία θα έπρεπε να στηριχθεί η αιτούμενη θεραπεία για την επικοινωνία της Αιτήτριας με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων.
82. Στην υπόθεση David κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 208/12, ημερομηνίας 24/11/2017, επισημάνθηκε ότι η παράλειψη αναγραφής της Δ.6 θ.9 στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης της ειδοποίησης αυτού, κρίθηκε ως παρατυπία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε στην απόφαση του τα ακόλουθα։
«Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης, (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965 και Kozinskaya River Limited κ.ά (ανωτέρω)). Επομένως, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η διαταγή αυτή θα έπρεπε να καταγράφεται στο σώμα της αίτησης και ότι η παράλειψη αναγραφής της ισοδυναμούσε με παρατυπία».
83. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 743, το Εφετείο επισήμανε ότι։ «απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μίας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης» και κατέληξε ότι στην περίπτωση εκείνη δεν χωρούσε διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ.64.
84. Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο ακόμα και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους. Εν προκειμένω, πράγματι παρατηρώ ότι η προαναφερόμενη διαπιστωθείσα παρατυπία δεν έχει εγερθεί από τους διαδίκους και ούτε υποβλήθηκε από την Αιτήτρια οποιοδήποτε αίτημα άρσης της ή παραμερισμού της αίτησης λόγω παρατυπίας της, από την πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση.
85. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο θα εξετάσει ακολούθως κατά πόσον η εν λόγω παράλειψη της Αιτήτριας, συνιστά παρατυπία που θα μπορούσε να παραβλεφθεί προκειμένου να διασωθεί η διαδικασία της παρούσας αίτησης ή όχι.
86. Στις περιπτώσεις που διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει απαλλαγή από οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση μετά από αίτηση, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως ρητά προνοεί ο Κ.3.6. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα։
«3.6. Απαλλαγή από κυρώσεις
(1) Όταν διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση, η οποία επιβάλλεται από τον κανονισμό ή το δικαστικό διάταγμα, ισχύει, εκτός αν ο διάδικος, ο οποίος παρέλειψε να συμμορφωθεί αιτηθεί και εξασφαλίσει απαλλαγή από την κύρωση.
(2) Σε αίτηση για απαλλαγή από οποιαδήποτε επιβληθείσα κύρωση, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με οποιαδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, το δικαστήριο θα λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης προκειμένου να χειριστεί με δίκαιο τρόπο, την αίτηση, με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό, περιλαμβανομένης της ανάγκης:
(α) διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας αποτελεσματικά και με αναλογικό κόστος· και
(β) επιβολής συμμόρφωσης με κανονισμούς και δικαστικά διατάγματα.
(3) Αίτηση για απαλλαγή υποστηρίζεται από μαρτυρία».
87. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει γενική εξουσία να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης διαδικαστικού σφάλματος στην βάση του Κ.3.8. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ο οποίος προβλέπει ρητά τα ακόλουθα։
«3.8. Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα
(1) Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό:
(α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και
(β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
(2) Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:
(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και
(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό».
88. Σε σχέση με το τι συνιστά διαδικαστικό σφάλμα, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 05/04/2024, στην υπόθεση Ελευθέριος Θεοδώρου ν. Κωνσταντίνος Μαλλούπα κ.α., Πολ. Εφ. αρ. 62/2018:
«Το Μέρος 3.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, παρέχει γενική εξουσία στο Δικαστήριο για διόρθωση θεμάτων όταν διαπιστωθεί διαδικαστικό σφάλμα. Καθορίζεται στο Μέρος 3.8 (1) ότι η ύπαρξη διαδικαστικού σφάλματος δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν διαταχθεί κάτι τέτοιο από το Δικαστήριο και ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος. Επιπλέον, όπως προβλέπεται στο Μέρος 3.8 (2), το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης της διαδικασίας εκτός αν ικανοποιηθεί ότι το εν λόγω διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό και ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος ακύρωσης, είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών του 2023».
89. Επιπρόσθετα, στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd ν. Δήμου Πάφου, Πολ. Εφ. αρ. Ε5/2018, ημερομηνίας 16/01/2024, γίνεται παραπομπή στις πρόνοιες του Μέρους 3.8 των Κανονισμών, όπου μεταξύ άλλων επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες και παρά την διαπίστωση μας ότι η επιλογή του εφεσίβλητου να προωθήσει το αίτημα του με τον τύπο των παλαιών Θεσμών δεν ήταν η ενδεδειγμένη, κρίνουμε ότι η ως άνω λανθασμένη δικονομική διαδικασία δεν οδηγεί χωρίς άλλο στον αποκλεισμό και την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την προώθηση και εξέταση της στοιχεία, χωρίς παράλληλα να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου.
Η διάσωση του διαβήματος κατά τον πιο πάνω τρόπο, συνάδει κατά την κρίση μας με τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ήτοι της διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και της ερμηνείας των Κανονισμών προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών, σε σχέση με διαδικαστικά θέματα. Συνάδει επίσης με το Μέρος 3.8 (1) όπου υποδεικνύεται ότι η παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους πιο πάνω Κανονισμούς δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη και ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση τέτοιας μη συμμόρφωσης, μπορεί να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
Επιπλέον δυνάμει των διατάξεων του Μέρους 3.8.(2) δεν ακυρώνεται η διαδικασία εκτός αν το σφάλμα είναι σοβαρό και η ακύρωση είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη και τον Πρωταρχικό Σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, όπως το ότι αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την εξέταση της στοιχεία, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, κρίνουμε ότι το σφάλμα δεν είναι σοβαρό και η ακύρωση της αίτησης δεν είναι αναγκαία για τους σκοπούς απονομής δικαιοσύνης. Αντιθέτως συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών, θεωρούμε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως μην ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία, παρά τον λανθασμένο έντυπο αίτησης με το οποίο προωθείται» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
90. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες αλλά και την σχετική νομολογία και παρά την διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η επιλογή της Αιτήτριας να προωθήσει το αίτημα της στην βάση των προϊσχύσαντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν ήταν η ορθή και ενδεδειγμένη, αλλά και στα πλαίσια μερικώς ελλιπούς νομικής βάσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πιο πάνω παρατυπίες και παραλείψεις δεν οδηγούν χωρίς άλλο στον αποκλεισμό και την απόρριψη της αίτησης.
91. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι η φύση της εν λόγω παράλειψης, με βάση το πιο πάνω ιστορικό γεγονότων, δύναται να θεραπευθεί υπό τις περιστάσεις, ενώ δικαιολογεί την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για να την θεραπεύσει αυτεπάγγελτα. Κατέληξα σε αυτή την θέση, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχω διαπιστώσει να προκαλείται οποιοσδήποτε ουσιώδης ή δυσμενής επηρεασμός ή αδικία στην πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση, η οποία είχε την ευκαιρία και προώθησε και ανέλυσε δεόντως και εκτενώς τις θέσεις της μέσα από την ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση, όπου απάντησε και στους ισχυρισμούς που τέθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας. Μέσα από το σώμα, την αιτούμενη θεραπεία της αίτησης αλλά και την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, διαφαίνεται ότι περιέχονται σε αυτά όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία, ώστε ο Καθ’ ου να αντιληφθεί πλήρως τα δεδομένα της παρούσης και να θέσει δεόντως τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του.
92. Επιπρόσθετα, η μη έγερση και επισήμανση της παρατυπίας με οποιοδήποτε τρόπο, από την πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση δύναται να θεωρηθεί ως εξυπακουόμενη παραίτηση του από το δικαίωμα που του παρέχεται για έγερση της παρατυπίας και συνεπώς αποτελεί καλό λόγο ώστε να γίνει αποδεκτή η εν λόγω παρατυπία, όπως υποδεικνύει και η σχετική νομολογία. Πέραν τούτων, δεν έχω διαπιστώσει εν προκειμένω, να αναδεικνύεται οποιαδήποτε κακοπιστία ή προσπάθεια υπονόμευσης της διαδικασίας ή κατάχρησης από την πλευρά της Αιτήτριας (βλ. απόφαση Georgios Kounis, άλλως Thomas Wells, άλλως George Kounis, άλλως Georgios Nikola Kounis ν. Δρ. Κατερίνα Αλεξάνδρου Θεοδότου κ.α. Πολ. Εφ. αρ. Ε22/2019 ημερομηνίας 11/02/2025).
93. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η διάσωση του δικονομικού διαβήματος, συνάδει με τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ήτοι της διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και της ερμηνείας των Κανονισμών προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών, σε σχέση με διαδικαστικά θέματα. Συνάδει επίσης με το Μέρος 3.8 (1) όπου υποδεικνύεται ότι η παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους πιο πάνω Κανονισμούς δεν καθιστά την διαδικασία άκυρη και ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση τέτοιας μη συμμόρφωσης, μπορεί να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
94. Είναι επίσης η θέση του Δικαστηρίου, ότι η φύση της παρατυπίας δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας που να καθιστά επιβεβλημένη την ακύρωση της αίτησης για σκοπούς απονομής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, συνυπολογίζοντας όλα τους παράγοντες και λόγους που ανέφερα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως να μην ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ισοζυγίζοντας τα πιο πάνω δεδομένα και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά και τον πρωταρχικό σκοπό, στην βάση των Κ.3.6. και Κ.3.8. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και ασκώντας περαιτέρω την διακριτική του εξουσία, εκδίδει διάταγμα με το οποίο αίρεται η εν λόγω παρατυπία.
95. Λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και προσεγγίζοντας την με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων, θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και η σχετική νομολογία.
96. Αρχικώς, στην υπό εξέταση αίτηση, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον η Αιτήτρια είναι η μητέρα του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας και το παιδί δεν διαμένει μαζί της, αλλά με τον Καθ’ ου η Αίτηση υπό την φύλαξη και φροντίδα του, στην βάση δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 12/11/2021. Δηλαδή, η Αιτήτρια στην βάση της σχετικής νομοθετικής διάταξης, διατηρεί το δικαίωμα για προσωπική επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο της μετά και την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος. Σε κάθε περίπτωση, έχω διαπιστώσει χωρίς να προβαίνω σε ουσιώδη αξιολόγηση, αλλά προκαταρτική εξέταση των θέσεων της Αιτήτριας, ότι αυτή παρουσίασε μία πιθανότητα επιτυχίας, αφού το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου που απαιτείτο να υπερπηδήσει δεν ήταν πολύ υψηλό. Όπως ορίζει η σχετική νομολογία, η έννοια της «πιθανότητας» εισάγει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Συνεπώς, κρίνω εν προκειμένω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του αρ. 32 του Ν.14/60.
97. Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας, υποστηρίζεται μεταξύ άλλων ότι μετά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 12/11/2021, η συμπεριφορά του Καθ’ ου η Αίτηση προς την ίδια και προς το ανήλικο τέκνο τους άλλαξε ριζικά και εναντιώνεται το συμφέρον του ανηλίκου, αφού αυτός εκδικητικά και/ή αδικαιολόγητα δεν επιτρέπει την επικοινωνία της με το παιδί της. Μάλιστα, ισχυρίζεται ότι όπως πληροφορήθηκε από τρίτα πρόσωπα, ο ανήλικος την αναζήτα μανιωδώς, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση του έχει αναφέρει ψευδώς ότι αυτή ασθενεί και δεν μπορεί να τον συναντήσει.
98. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται επίσης, ότι είναι καθημερινά ψυχολογικά συντετριμμένη, αφού έχει να συναντήσει το ανήλικο τέκνο της πέραν των δύο ετών, δεν γνωρίζει αν είναι καλά και δεν αποτελεί μέρος της καθημερινότητας του, αφού ο Καθ’ ου η αίτηση την έχει ολοκληρωτικά αποκλείσει. Είναι η θέση της, ότι έχει και η ίδια την επιμέλεια του τέκνου τους, εν τούτοις ο Καθ’ ου η αίτηση πράττει μονομερώς, δεν την ενημερώνει και μοναδικός του σκοπός είναι να μην έχει καμία επικοινωνία με το παιδί της. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια αναφέρει ότι ζήτησε την βοήθεια του γραφείου Ευημερίας εξιστορώντας τους τόσο την βιαιότητα όσο και την αρπαγή του ανηλίκου, καθώς και τις ακατάλληλες συνθήκες διαμονής του τέκνου τους, ωστόσο αυτό δεν επέδειξε πραγματικό και ουσιαστικό ενδιαφέρον μέχρι σήμερα, ενώ δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ουσιαστική έρευνα.
99. Η Αιτήτρια υποστηρίζει πως η συνέχιση της αποξένωσης του ανήλικου τέκνου της από την ίδια, στην τρυφερή ηλικία των 8 ετών, θα έχει αρνητικό αντίκτυπο τόσο στην σωματική όσο και στην ψυχική του υγεία, ενώ υπάρχει και βάσιμος κίνδυνος μέρα με τη μέρα να αποξενωθεί πλήρως από την ίδια λόγω της συμπεριφοράς του Καθ’ ου η αίτηση. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι είναι ικανή και κατάλληλη και βρίσκεται σε πολύ καλή θέση ώστε να μπορεί να έχει επικοινωνία με το ανήλικο σε αντίθεση με τον Καθ’ ου η αίτηση που όλο αυτό το διάστημα, ενεργεί μονομερώς χωρίς να την ενημερώνει για το πώς είναι ο ανήλικος, τον εκθέτει συνέχεια σε κίνδυνο, αφού διαμένει με το παιδί σε ακατάλληλες συνθήκες και είναι αρκετά ανήσυχη, δεδομένου ότι στο παρελθόν είχε ασκήσει βία και προς τον ανήλικο και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να το επαναλάβει.
100. Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι μετά την αποφυλάκιση της, η μόνη της επιθυμία είναι να αποκατασταθεί άμεσα η επικοινωνία της με το ανήλικο για το υπέρτατο συμφέρον του ίδιου, ισχυριζόμενη ότι ενώ βρισκόταν στην φυλακή, ο Καθ’ ου η Αίτηση ουδέποτε της τηλεφώνησε για να μιλήσει με τον ανήλικο και ουδέποτε συνάντησε το παιδί της. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι επειδή βρισκόταν σε αρκετά άσχημη κατάσταση και λόγω του ότι δεν εργαζόταν, δεν είχε την οικονομική δυνατότητα για να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η κατοικία που διαμένει στο παρόν στάδιο είναι ευρύχωρη, έχει όλες τις ανέσεις για τον ανήλικο και είναι πλήρως εξοπλισμένη, ενώ για την περίοδο που ο ανήλικος θα βρίσκεται κοντά της, διαθέτει όλα τα χρειώδη και το περιβάλλον είναι κατάλληλο για αυτό.
101. Στον αντίποδα, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστήριξε μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, ότι στα πλαίσια του ιστορικού και της συμπεριφοράς της Αιτήτριας έναντι του παιδιού τους, κυρίως με την απαγωγή και μεταφορά του στην Τουρκία, ότι αυτή δεν πρέπει να έχει καμιά σχέση ή επικοινωνία με τον ανήλικο. Εκφράζει την θέση, ότι τυχόν αντίθετη απόφαση του Δικαστηρίου, θα θέσει σε μεγάλο κίνδυνο το παιδί του και θα συμβάλει στη καταστροφή του ψυχοσυναισθηματικού του κόσμου. Εκφράζει ακόμα την ανησυχία του, ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια επικοινωνήσει με τον ανήλικο, θα επαναλάβει τα ίδια αδικήματα και χειρότερα ακόμη, ενώ φοβάται ακόμα και για τη ζωή του παιδιού του, κυρίως λόγω και της ψυχικής διαταραχής που αυτή αντιμετωπίζει. Παρουσίασε σειρά εγγράφων και δικαιολογητικών ως τεκμηρίων, που κατά τον ίδιο τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του. Επιπρόσθετα, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται πως το ανήλικο τέκνο του απαρνιέται την μητέρα του και τρομοκρατείται και μόνο με την αναφορά του ονόματος της, ενώ φτάνει μέχρι και σε σπασμούς όταν την θυμάται.
102. Σε σχέση με το ίδιο το ανήλικο τέκνο, διαφάνηκε μέσα από την συνέντευξη του, έστω και σε προκαταρτικό βαθμό πως διατηρεί ιδιαίτερα αρνητικά συναισθήματα για την Καθ’ ης η Αίτηση, ενώ στο άκουσμα της προοπτικής επικοινωνίας με αυτήν, αυτό έκλαιγε και έτρεμε. Επιπρόσθετα, περιέγραψε τις τραυματικές εμπειρίες που βίωσε με την μητέρα του στο παρελθόν κατά την μεταφορά του στην Τουρκία και την στάση της μητέρας του προς τον ίδιο.
103. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκαν τα πιο κάτω (σελ. 1799):
«Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides (1979) 1 CLR 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία».
104. Η τρίτη προϋπόθεση, όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 Α.Α.Δ. 415, τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 427):
«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα».
105. Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι η επικοινωνία του γονέα με το τέκνο υπό κανονικές και φυσιολογικές συνθήκες, καθίσταται επιτακτική και ωφέλιμη, αφού μπορεί να διατηρήσει τον δεσμό τους και να οδηγήσει στην ορθή ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου, ιδίως στις περιπτώσεις όπου δεν προκύπτουν οποιεσδήποτε ακραίες, δυσμενείς και εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να αποκλείουν την άσκηση μίας τέτοιας επικοινωνίας. Κάποιες φορές όμως, η άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας δύναται να μην επιφέρει τα ευεργετικά αποτελέσματα στο ανήλικο τέκνο, στα πλαίσια της προσπάθειας για αποφυγή της αποξένωσης του από τον άλλο γονέα. Αντιθέτως σε ειδικές περιπτώσεις, στην βάση συγκεκριμένων παραμέτρων, ενδέχεται να προκαλέσει επιβλαβή και καταστροφικά αποτελέσματα στην ψυχοσωματική ακεραιότητα και υγεία του επηρεαζόμενου τέκνου.
106. Εν προκειμένω, έχοντας ενώπιον μου το σύνολο των αντικρουόμενων ισχυρισμών και θέσεων των διαδίκων, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος επικοινωνίας, ιδίως στην βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσης υπόθεσης και χωρίς πρώτα να έχει ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανομένης της έκθεσης της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, ώστε να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το γνήσιο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων. Η υπό εξέταση υπόθεση, δεν αποτελεί μία απλή αίτηση για διεξαγωγή επικοινωνίας, αλλά αποτελεί μία ιδιάζουσας φύσης περίπτωση με ιδιαίτερα περιστατικά και η οποία θα πρέπει να προσεγγιστεί με εξαιρετική προσοχή και επιμέλεια, με στόχο την διαφύλαξη του γνήσιου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου.
107. Φρονώ ότι σε αυτό το στάδιο και με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και πριν να ομαλοποιηθεί η σχέση του ανήλικου με την μητέρα του και χωρίς ακόμα να έχω ενώπιον μου τα ευρήματα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, κυρίως σε σχέση με το αν η επικοινωνία της μητέρας με το παιδί θα καταστεί επωφελής για αυτό, θεωρώ πως η άσκηση οποιασδήποτε μορφής επικοινωνίας με αυτό έστω και επιβλεπόμενης, δεν θα ήταν το ορθό και εύλογο μέτρο υπό τις περιστάσεις. Τα ανησυχητικά στοιχεία, γεγονότα, έγγραφα και εκθέσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συνηγορούν στο ότι οποιοδήποτε διαφορετικό εύρημα θα ήταν ακροσφαλές.
108. Χωρίς να καταλήγω σε τελικά ευρήματα αφού αυτό δεν μπορεί να λάβει χώρα στα πλαίσια της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης, προκαταρτικά έχω διαπιστώσει ότι η φερόμενη απόλυτη άρνηση του ανήλικου για επικοινωνία με την Καθ’ ης η Αίτηση και το ανησυχητικό υπόβαθρο γεγονότων που προηγήθηκε κατά το παρελθόν, επιβάλλει τουλάχιστον στο παρόν στάδιο να μην διαταραχθεί η υφιστάμενη κατάσταση των πραγμάτων, όπως έχει διαμορφωθεί από την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 12/11/2021. Ούτε έχει επιβεβαιωθεί σε προκαταρτικό βαθμό ο ισχυρισμός της Αιτήτριας, ότι ο ανήλικος την αναζητεί μανιωδώς ή ότι είναι ιδιαίτερα συνδεδεμένος μαζί της, αντιθέτως με το άκουσμα της πιθανότητας να την συναντήσει όπως διαφάνηκε κατά την διάρκεια της συνέντευξης του με το Δικαστήριο, αυτός έτρεμε και έκλαιγε. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η διατήρηση του status quo θα καθιστούσε ευχερέστερη την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν θα εξεταστούν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θα εξαχθούν τα τελικά ευρήματα. Ισοζυγίζοντας τα δεδομένα της υπό εξέταση αίτησης, κρίνω ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος αδικίας αν εγκριθεί το αίτημα της Αιτήτριας, παρά από το να απορριφθεί, συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος.
109. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω χρήσιμο απόσπασμα από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α., Έφεση Αρ. 1/2022, 2/2022, ημερομηνίας 07/07/2022 όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα։
«Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του. Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία.
Και αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του. Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του. Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό. Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει. Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνίας, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).
110. Ως εκ τούτου, στην βάση των πιο πάνω διαπιστώνω ότι απουσιάζει η τρίτη προϋπόθεση, αφού δεν διακρίνω γιατί θα ήταν αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, ενώ θεωρώ ότι υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης, κρίνω ότι θα ήταν ευχερέστερο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στα πλαίσια εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης, για τους λόγους που έχω αναλύσει πιο πάνω.
111. Επιπρόσθετα, θεωρώ ότι υπήρξε έκδηλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση (lashes) στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης από την Αιτήτρια, αφού έσπευσε να καταχωρήσει την παρούσα μετά που παρήλθε αρκετό χρονικό διάστημα από την επιστροφή της στην Κύπρο ήτοι περίπου δύο ετών, από την φυλάκιση της και κυρίως μετά την αποφυλάκιση της. Ούτε μπορώ να αποδεχθώ ως εύλογη υπό τις περιστάσεις, την δικαιολογία που η ίδια προέβαλε, ότι καθυστέρησε να προωθήσει την παρούσα γιατί δεν βρισκόταν σε καλή κατάσταση ή διότι δεν είχε εξασφαλίσει εργασία και δυσκολευόταν οικονομικά.
(VII) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։
112. Συνεπακόλουθα, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται.
113. Ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία και ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, διατάσσεται η Αιτήτρια να καταβάλει στον Καθ’ ου η Αίτηση τα έξοδα της παρούσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης, οπόταν και αυτά θα είναι πληρωτέα.
(Υπ.) ............................................................
Χ. Πογιατζής, Δ. Οικ. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο