ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Δικαιοδοσία Γονικής Μέριμνας
Ενώπιον: Κ. Χατζηαθανασίου Σιαμτάνη , Π.
Αρ. Αίτησης: 291/24
Μεταξύ:
Ο. S εκ Λεμεσού εκ Λεμεσού
Αιτήτριας
και
Α. Θ εκ Λεμεσού εκ Λεμεσού
Καθ' ου η Αίτηση
Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημ.19/12/2024
Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2026.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον Αιτητή στην παρούσα/ Καθ’ ου η Αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση: κος Κ. Καρατσής
Για την Καθ’ ης η Αίτηση στην παρούσα / Αιτήτρια στην εναρκτήρια Αίτηση: κα Ελ. Χατζηστυλλή
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής στην παρούσα, Καθ’ ου η Αίτηση στην εναρκτήρια στο εξής ως ο Αιτητής αιτείται τα ακόλουθα:
«Α. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ρυθμίζεται προσωρινά και/ή μέχρι την αποπεράτωση της Εναρκτήριας Αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, η επικοινωνία του Αιτητή με τους ανήλικους υιούς του Σ. και Σ. Κ. S. (συλλογικά οι «Ανήλικοι»), υπό την επίβλεψη λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας στην Λεμεσό, ως ακολούθως:
1. Κάθε Τρίτη από η ώρα 8:00 π.μ. έως η ώρα 9:00 π.μ. στο Γραφείο Ευημερίας στην Λεμεσό το οποίο ευρίσκεται στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ 80, 3012 Λεμεσός.
2. Κάθε Παρασκευή από η ώρα 8:00 π.μ. έως η ώρα 9:00 π.μ. στο Γραφείο Ευημερίας στην Λεμεσό το οποίο ευρίσκεται στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ 80, 3012 Λεμεσός.
Β. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Καθ’ ης η Αίτηση όπως μεταφέρει τους Ανήλικους στο Γραφείο Ευημερίας στην Λεμεσό το οποίο ευρίσκεται στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ 80 τις πιο πάνω μέρες και ώρες, για σκοπούς άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του Αιτητή με τους Ανήλικους, μέχρι την αποπεράτωση της Εναρκτήριας Αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Γ. Διαζευκτικά ως προς τα υπό στοιχεία Α και Β διατάγματα ανωτέρω, προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Καθ’ ης η Αίτηση όπως μεταφέρει τους Ανήλικους σε οποιοδήποτε δημόσιο χώρο στην Λεμεσό και σε οποιεσδήποτε ώρες και ημέρες κάθε εβδομάδα ως το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε καθορίσει, για σκοπούς άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του Αιτητή με τους Ανήλικους, μέχρι την αποπεράτωση της Εναρκτήριας Αίτησης.
Την αίτηση του ο Αιτητής στηρίζει στην ανταπαίτηση που καταχώρησε σε αίτηση της Αιτήτριας στην εναρκτήρια αίτηση/ Καθ’ ης η Αίτηση στην παρούσα με την οποία αιτείται τη ρύθμιση των πτυχών της Γονικής Μέριμνας των δύο ανηλίκων τέκνων τους Σ και Σ. K.
Ας σημειωθεί ότι μετά από μονομερή αίτηση της στις 8/8/2024 η τελευταία εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ρυθμίστηκαν ορισμένες πτυχές της γονικής μέριμνας των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων. Προβάλλοντας ισχυρισμούς για άσκηση λεκτικής, ψυχολογικής και σωματικής κάποτε βίας στην ίδια αλλά και στα ανήλικα από τον σύζυγο της και περιγράφοντας περιστατικά τα οποία επέβαλλαν όπως εκδοθεί προσωρινό διάταγμα, με το οποίο ν’ ανατεθεί στην ίδια η φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της και καθοριστεί ως τόπος διαμονής των παιδιών ο δικός της τόπος διαμονής.
Σύμφωνα με την Αιτήτρια ο Καθ’ ου η Αίτηση ήταν λεκτικά και συναισθηματικά βίαιος απέναντι της και σωματικά, αλλά και προς το μεγαλύτερο γιο τους Σ.
Εξασφάλισε επίσης προσωρινό διάταγμα με το οποίο παραχωρήθηκε η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης στην ίδια για να διαμένει με τα παιδιά των διαδίκων και απαγορεύτηκε στον Αιτητή να εισέρχεται στην οικογενειακή στέγη.
Το προσωρινό διάταγμα Γονικής Μέριμνας στις 20/3/2025 με κάποιες τροποποιήσεις κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο .
Το ίδιο συνέβη και με το προσωρινό διάταγμα αποκλειστικής χρήσης στέγης χωρίς βέβαια ο Καθ’ ου η Αίτηση σ’ εκείνη την υπόθεση ν’ αποδέχεται τα όσα του καταλογίζονται από την Αιτήτρια.
Για να υποστηρίξει την αίτηση του για ρύθμιση δικαιώματος επικοινωνίας με τα παιδιά του ο Αιτητής επικαλέστηκε ότι εδώ και 14 μήνες από την έκδοση των παραπάνω διαταγμάτων δεν έχει επικοινωνία καθόλου με τα παιδιά του. Το δε μικρό παιδί δεν θα έχει μνήμες από τον πατέρα του. Είναι δε η θέση του ότι η Καθ’ ης η Αίτηση εκείνο που επιδιώκει είναι να τον αποξενώσει πλήρως από τα παιδιά του.
Ο ίδιος όπως αναφέρει αποδέχθηκε όπως τα εκδοθέντα διατάγματα καταστούν απόλυτα και αναγνωρίζοντας κάποια λάθη του, μετά από υπόδειξη του Γραφείου Ευημερίας εντάχθηκε σε πρόγραμμα Πρωτέας για τη βελτίωση της συμπεριφοράς του, χωρίς βέβαια να αποδέχεται ότι η συμπεριφορά του ήταν βίαια.
Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ’ ης η Αίτηση με κυριότερο λόγο ένστασης ότι η οποιαδήποτε επικοινωνία δεν θα αποβεί προς το συμφέρον των παιδιών. Επίσης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, καθώς και ότι τα διατάγματα που αιτείται ο Αιτητής τόσο στην ανταπαίτηση του όσο και στην ενδιάμεση αίτηση του έρχονται σε σύγκρουση με την απόλυτη άρνηση του ανηλίκου Σ. να δει τον πατέρα του.
Επίσης προβάλλεται ότι ο Αιτητής αγνοεί την επιθυμία, τα συναισθήματα το συμφέρον και το υφιστάμενο καθεστώς των ανηλίκων που επιβάλλει τα ανήλικα να συνεχίσουν να παραμένουν υπό την αποκλειστική φύλαξη της Καθ’ ης η Αίτηση. Προβάλλεται περαιτέρω ότι το υφιστάμενο προσωρινό απόλυτο διάταγμα στη μονομερή της αίτηση ημερομηνίας 6/8/2024, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά τον Αιτητή κατέστη απόλυτο μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης της Αιτήτριας, καθώς και ότι οποιοδήποτε διάταγμα τυχόν εκδοθεί θα έρχεται σε αντίθεση με το υφιστάμενο διάταγμα.
Προβάλλεται επίσης ότι τυχόν αποδοχή της αίτησης θα έχει εξαιρετικά αρνητικές επιπτώσεις στο συμφέρον των παιδιών και θα καταστήσει την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αδύνατη.
Επίσης υποστηρίζεται ότι η αίτηση είναι πρόωρη και αβάσιμη.
Είναι περαιτέρω λόγος ένστασης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας επιβάλλει όπως το status quo παραμείνει ως έχει και σύμφωνα με το υφιστάμενο προσωρινό διάταγμα.
Τέλος προβάλλεται ότι οποιαδήποτε ρύθμιση της επικοινωνίας είναι πρόωρη και δεν είναι προς το συμφέρον των παιδιών.
Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της η Καθ’ ης η Αίτηση αφού αναφέρεται στο ιστορικό της σχέσης της με τον Αιτητή αναφέρει ότι ο Αιτητής έχει 2 θυγατέρες από προηγούμενο γάμο και ότι χώρισε όταν οι ανήλικες ήταν σε ηλικία 3 και 5 ετών. Σήμερα οι θυγατέρες του είναι 13 και 15 και διαμένουν με τη μητέρα τους στο εξωτερικό.
Ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι παρά το γεγονός ότι η αρχικά η συμβίωση τους ήταν σχετικά ομαλή μετά τη σύναψη σύμφωνου συμβίωσης μεταξύ τους ο Αιτητής άρχισε να αλλάζει. Ήταν συνέχεια θυμωμένος και νευρικός και δημιουργούσε συστηματικά εντάσεις και καυγάδες. Περαιτέρω ήταν υβριστικός και επικριτικός προς αυτήν για τα πάντα και άρχισε να γίνεται βίαιος τόσο λεκτικά όσο και σωματικά.
Πέραν των πιο πάνω άρχισε ξανά να καπνίζει και να εθίζεται στα διαδικτυακά παιγνίδια με τα οποία ασχολείτο μέχρι τις πρωινές ώρες μέχρι 3.00 και 4.00 τα ξημερώματα γεγονός το οποίο αναπόφευκτα του προκαλούσε θυμό, γινόταν ευερέθιστος εκδήλωνε μεγάλες εξάρσεις και βίαια συμπεριφορά.
Επίσης την ύβριζε με ακατονόμαστες φράσεις τις οποίες και παραθέτει στην ένορκη δήλωση της.
Η βία προς την ίδια ως ισχυρίζεται δεν περιοριζόταν σε λεκτική με προσβολές και ύβρεις, αλλά εξελίχτηκε σε σωματική. Την έσπρωχνε την τσιμπούσε της έσφιγγε τα χέρια και τα πόδια αφήνοντας της μώλωπες.
Την ίδια συμπεριφορά εκδήλωνε απέναντι της ακόμα και στην εγκυμοσύνη της, αλλά και στο μεγαλύτερο παιδί τους το Σ. από τη βρεφική του ηλικία.
Τα επεισόδια λεκτικής και σωματικής βίας, όπως ισχυρίζεται η Καθ’ ης η Αίτηση εντείνονταν με την πάροδο του χρόνου. Συνέχιζε επίσης ο Αιτητής κατά τους ισχυρισμούς της να την εκφοβίζει.
Όσον αφορά το μεγαλύτερο παιδί είναι η θέση της ότι συστηματικά του τσιμπούσε τα μάγουλα σε σημείο που του άφηνε μώλωπες και σημάδια και όταν ο Σ. δεν κοιμόταν τον πίεζε με ένταση στο κρεβατάκι του.
Η ίδια του ζήτησε να αποχωρήσει από τη συζυγική κατοικία και κατά τα τέλη του Αυγούστου του 2022 έφυγε απρόβλεπτα και έμεινε με τη μητέρα του. Μετά του έδωσε μια ευκαιρία, αφού της υποσχέθηκε ότι θα άλλαζε συμπεριφορά.
Ακολούθησαν κατά τον Αύγουστο του 2022 μέχρι τον Οκτώβριο ψυχοθεραπείες ζευγαριών οι οποίες όμως δεν είχαν καμία θετική εξέλιξη, καθώς ο Αιτητής είχε ανεξέλεγκτη συμπεριφορά και στις συνεδρίες σε σημείο που οι δύο θεραπευτές που τους παρακολουθούσαν αρνήθηκαν περαιτέρω συνεδρίες. Ειδικότερα η 2η θεραπεύτρια δήλωσε ότι δεν δεχόταν να τον δει, γιατί η συμπεριφορά του εκτροχιάστηκε. Ακόμα και στην παρουσία της ο Αιτητής ασκούσε προς την Καθ’ ης η Αίτηση λεκτική βία.
Το μεγαλύτερο παιδί εκτός από τη λεκτική βία βίωνε και τις ταπεινωτικές ύβρεις. Παραθέτει σχετικές υβριστικές λέξεις και χυδαίες φράσεις που κατά τους ισχυρισμούς της απηύθυνε ο Αιτητής στο παιδί. Επίσης είναι ισχυρισμός της ότι το άρπαζε από το λαιμό, ότι του έσφιγγε δυνατά τα χέρια και το τσιμπούσε δημιουργώντας στο παιδί μώλωπες. Στο σπίτι τους, όπως αναφέρει η Καθ’ ης η Αίτηση, διατηρούν κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης το οποίο κατέγραψε περιστατικά βίας εναντίον του παιδιού, τα οποία και περιγράφει αναλυτικά.
Συνεπεία της κατ’ επανάληψη άσκησης βίας στο παιδί όπως αναφέρει η Καθ’ ης η Αίτηση ο Σ. διακατέχεται από έντονο άγχος είναι μόνιμα ανήσυχος, δαγκώνει τα δάκτυλα και τα νύχια του.
Αναφέρει στη συνέχεια ότι εκτός από τα διατάγματα που βγήκαν από το Οικογενειακό Δικαστήριο, μετά από καταγγελία που έκαμε για βία καταχωρήθηκε εναντίον του Αιτητή ποινική υπόθεση η οποία εκκρεμεί στην οποία εκδόθηκαν περιοριστικά μέτρα ώστε να μην την πλησιάζει ο Αιτητής.
Η ίδια όπως αναφέρει παρακολουθείται από ψυχολόγο σε τακτική βάση, επίσης τα ανήλικα παρακολουθούνται για να βοηθηθούν για υποστήριξη. Με τα όσα αναφέρουν οι θεράποντες ιατροί η αίτηση για επικοινωνία του πατέρα με τα παιδιά είναι πρόωρη ακόμα και η επιβλεπόμενη. Καθώς όλες οι εκθέσεις επιβεβαιώνουν ότι ούτε επιβλεπόμενη επικοινωνία δεν μπορεί να ασκηθεί με τα ανήλικα, ούτε μπορεί να είναι παρούσα η Καθ’ ης η Αίτηση και χωρίς την παρουσία της τα παιδιά δεν θα μπορέσουν να συναντήσουν τον πατέρα τους, μόνα με την αρμόδια Λειτουργό.
Επισυνάπτει σχετικές εκθέσεις ως Τεκμήρια.
Υποστηρίζει ακόμα ότι ο Αιτητής επιβάλλεται να υποστηριχτεί για να απαλλαγεί από την εκρηκτική του συμπεριφορά.
Οι διάδικοι συμφώνησαν σε χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας στις 2/10/2025 και ένσταση καταχωρήθηκε την ίδια μέρα. Στη βάση αυτού καταχώρησαν αμφότεροι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και προχώρησαν στη συνέχεια με την υποβολή γραπτών αγορεύσεων. Ας σημειωθεί ότι δόθηκαν εν τω μεταξύ οδηγίες στο Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας, στα πλαίσια της κυρίως υπόθεσης για διερεύνηση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και συνεργασίας με τους διαδίκους με σκοπό τη βοήθεια των διαδίκων αλλά και την ετοιμασία έκθεσης.
Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο Αιτητής απορρίπτοντας τα όσα η Καθ’ ης η Αίτηση αναφέρει υποστηρίζει ότι είναι η ίδια η οποία προκαλούσε εντάσεις, τον ζήλευε αλλά και ασκούσε βία εναντίον του.
Είναι η δική του θέση ότι η Καθ’ ης η Αίτηση επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που παρέθεσε και στην αίτηση της για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος στις 6/8/2024, 2 χρόνια πριν και ότι δεν ισχύουν αυτά που ισχυρίζεται η Καθ’ ης η Αίτηση.
Δεν παραδέχεται τη διάπραξη βίας στα παιδιά και στην ίδια. Είναι δε η θέση του ότι τα τσιμπήματα έγιναν στα πλαίσια του παιχνιδιού με τα παιδιά του. Αναγνωρίζει ότι διέπραξε κάποια λάθη στο παρελθόν, αυτό όμως, ως αναφέρει, ανάγεται 2 χρόνια πριν και τώρα έχει βελτιωθεί.
Παρουσιάζει μάλιστα μηνύματα από την Καθ’ ης η Αίτηση και κάρτα την οποία έγραψε εκ μέρους του παιδιού η Καθ’ ης η Αίτηση για τη γιορτή του πατέρα, από την οποία φαίνεται, ως αναφέρει η αγάπη που τρέφουν τα παιδιά έναντι του.
Επίσης αναφέρει ότι είναι καλός πατέρας και ότι ενδιαφέρεται για τα παιδιά του, ρωτά για την πρόοδο τους και όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα τους και τις βεβαιώσεις από το σχολείο τους τα παιδιά δεν φαίνεται να έχουν οποιαδήποτε προβλήματα, αντίθετα έχουν πρόοδο.
Πιστεύει τέλος ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποβεί αποκλειστικά προς όφελος των ανηλίκων τέκνων τους και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα δημιουργηθούν ανεπανόρθωτα ψυχολογικά προβλήματα στα ανήλικα και θα υπάρξουν δυσμενείς συνέπειες στην ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξή τους.
Το Δικαστήριο προχώρησε σε συνέντευξη με το μεγαλύτερο παιδί ως είχε καθήκον να προβεί και στην ενδιάμεση διαδικασία σύμφωνα με την απόφαση στη υπόθεση Γ.Δ. κ.α. Α.Β κ.α Έφεση Αρ.1/2022, 2/2022 ημ. 7/7/2022. Το μικρότερο παιδί ενόψει της πολύ μικρής του ηλικίας δεν μπορούσε αντικειμενικά ν’ ακουστεί.
Το μεγαλύτερο παιδί κατά το χρόνο της συνέντευξης ήταν περίπου 4 χρονών και 7 μηνών. Γεννήθηκε στις 7/3/2021. Το μικρότερο παιδί ήταν ηλικίας περίπου 2 ετών αφού γεννήθηκε στις 19/12/2022.
Το αποτέλεσμα της συνέντευξης δόθηκε αυτούσιο στους δικηγόρους των διαδίκων. Ας σημειωθεί ότι δόθηκε χρόνος μετά τη συνέντευξη του παιδιού να συζητήσουν την υπό κρίση αίτηση.
Παρήλθε κάποιο χρονικό διάστημα από τη συνέντευξη για να οριστεί η αίτηση για ακρόαση. Στην αδυναμία εξεύρεσης συναινετικής λύσης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις.
Στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους παρέθεσαν την επιχειρηματολογία τους προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων, τις οποίες λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου για την έκδοση της απόφασης μου. Ο κ. Καρατσής στη δική του αγόρευση τόνισε τη σημασία του δικαιώματος επικοινωνίας των γονέων με τα παιδιά τους αλλά και το δικαίωμα του ίδιου του τέκνου να βλέπει το γονέα του, υποδεικνύοντας ότι αυτό μπορεί ν’ αποκλειστεί μόνο αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
Στην προκείμενη περίπτωση όπως ανέφερε πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και ότι η συγκεκαλυμένη επιδίωξη της Καθ’ ης η Αίτηση είναι ν’ αποξενώσει τα ανήλικα τέκνα τους από τον πατέρα τους βασιζόμενη σε ατυχή γεγονότα που χρονολογούνται πέραν των 2 ετών. Περαιτέρω αναφέρει ότι ο Αιτητής για να «διασκεδάσει» οποιεσδήποτε ανησυχίες αιτήθηκε προσωρινό διάταγμα για επιβλεπόμενη επικοινωνία ώστε να αποφευχθεί η αποξένωση μη επιμένοντας στην ελεύθερη επικοινωνία. Η παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την απομάκρυνση του Αιτητή από τους ανήλικους θα αποξενώσει σε μεγάλο βαθμό τους ανήλικους από τον πατέρα τους, ειδικότερα με τα όσα υποβολιμαία αναφέρθηκαν για εκείνον από την Καθ’ ης η Αίτηση, τονίζοντας ο κ. Καρατσής ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η αποξένωση θα πρέπει να οριστικοποιηθεί.
Περαιτέρω υπέδειξε ότι οι εκθέσεις προέρχονται από ειδικούς τους οποίους η Καθ’ ης η Αίτηση διόρισε.
Κάλεσε γι’ αυτό το Δικαστήριο να εκδώσει προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας έστω και επιβλεπόμενής ώστε ν’ αποφευχθεί η αποξένωση. Υποστηρίζοντας ότι η μη έκδοση διατάγματος δεν θα επενεργήσει προς όφελος των παιδιών, μέχρι την εκδίκαση της αίτησης καθώς και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποτρέψει την παντελή απόσχιση του ψυχικού δεσμού των παιδιών μαζί με τον πατέρα τους.
Η κα Χατζηστυλλή στη δική της αγόρευση υποστήριξε ότι η οποιαδήποτε επικοινωνία θα πρέπει να αποτραπεί με βάση τις εκθέσεις των ειδικών, καθώς δεν θα αποβεί προς το συμφέρον των παιδιών. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση υποστηρίζονταν ότι είναι πρόωρο να ζητείται από τον Αιτητή επικοινωνία με τα παιδιά του, καθώς η παρούσα περίπτωση αποτελεί μια από τις εξαιρετικές περιστάσεις όπου θα πρέπει να αποκλειστεί το δικαίωμα επικοινωνίας το οποίο σύμφωνα με τους ειδικούς δεν θα αποβεί προς όφελος των παιδιών.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
β. ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντος στην αγωγή, και
γ. ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα.
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία [βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ. ά. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015 κ.α.]
Η πρώτη προϋπόθεση δεν εξυπακούει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τις έγγραφες προτάσεις.
Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.
Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.
Στη Μ. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ. ά. v. Timberland (ανωτέρω), βέβαια, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η έννοια της δικαιοσύνης δε συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.»
Επίσης στην Κυρίσαββα v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το πιο πάνω θέμα:
«Όμως η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη.»
Στην Κατσουρίδης v. Κατσουρίδης (1997) 1 Α.Α.Δ. 415 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών:
«Οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.»
Τέλος, όσον αφορά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω) το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα [βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ” Βασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 152].
Σε αυτό το στάδιο ακόμη το Δικαστήριο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263], Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka DD (1999), 1 (A) 227, στη σελ. 236.
Σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο λοιπόν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβώνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προκύπτει από τη Διαταγή 39. Καθήκον γι’ αυτό του Δικαστηρίου είναι να συνεκτιμήσει την ποιότητα της μαρτυρίας την οποία οι διάδικοι επέλεξαν να προσκομίσουν, με σκοπό να διαπιστώσει αν τηρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος.
Είναι ακόμα καθιερωμένη αρχή ότι ο Aιτητής, ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της αποκάλυψης έχει αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος.
Ας σημειωθεί στην προκείμενη περίπτωση διατάχθηκε η επίδοση της μονομερούς αίτησης και δεν εκδόθηκε διάταγμα μονομερώς έτσι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει και τη θέση της Καθ’ ης η Αίτηση.
Τέλος το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας εξετάζοντας αν είναι δίκαιο και εύλογο όπως εκδώσει προσωρινό διάταγμα.
Συνέντευξη του παιδιού.
Από τις απαντήσεις του παιδιού διέκρινα ένα παιδί που δεν έχει την ωριμότητα να εκφράσει σαφή γνώμη. Επρόκειτο για ένα παιδί υπερκινητικό και ανήσυχο με έλλειψη συγκέντρωσης και άγχος. Οι απαντήσεις όμως που έδινε ήταν αυθόρμητες και άμεσες.
Κάθε φορά που αναφερόμουν στον πατέρα του το παιδί χαρακτήριζε τον πατέρα του ως κακό αναφέροντας μου ότι τον χτυπά. Όμως και στην αρχική ερώτηση του Δικαστηρίου, αν γνώριζε γιατί ήρθε σήμερα στο Δικαστήριο στην οποία και απάντησε καταφατικά, όταν στη συνέχεια ερωτήθηκε να πει γιατί ήρθε, απάντησε το παιδί «Επειδή ο παπάς μου είναι κακός»
Όταν ερωτήθηκε γιατί το λέει αυτό απάντησε «Επειδή χτυπά τη μάμα μου, φωνάζει της μάμας μου και χτυπά τον Σ. εμένα... εν βία, έτσι».
Όμως και στη συνομιλία που είχαμε ρωτώντας για τους φίλους του ξεχώρισε ένα φίλο το Ν που όπως ανέφερε το παιδί « που εν χτυπά, επειδή ο Ρ χτυπά».
Όπως ανέφερε για το άλλο παιδί «Όι, μια φορά με χτύπησε μες το σχολείο και θύμωσε του η δασκάλα….»
Θα παραθέσω κάποιες ερωτήσεις του Δικαστηρίου και τις απαντήσεις του παιδιού πιο κάτω:
Δικαστήριο: Εσύ τι θέλεις; Θέλεις να σε βλέπει, να παίζετε μαζί; Θυμάσαι τι παίζατε με τον παπά, πού πηγαίνατε με τον παπά;
Παιδί: Εν κακός.
Δικαστήριο: Γιατί το λέεις αυτό;
Το παιδί επαναλάμβανε σαν ποίημα ότι ο παπάς του εν κακός προχωρώντας να πει ξανά ότι:
Παιδί: Επειδή χτυπά μας.
Δικαστήριο: Και πότε έγινε αυτό;
Παιδί: Στην Τρίτη.
Δικαστήριο: Ποιαν Τρίτη; Τώρα;
Παιδί: Όχι, σε μία βδομάδα. Ο παπάς μου ξέρει τον τόπο μας τζιαι έρκεται τζιαι ήρτε τζιαι τωρά εν φυλακή. Εβγήκε τώρα, Εν κακός.
Δικαστήριο: Θέλεις να τον δεις;
Παιδί: Οι.
Δικαστήριο: Ο ίδιος θέλει να σε δει να σου φέρει και δωράκια.
Παιδί: Όχι, εγώ εν τον πιστεύω, εν μπορεί να αλλάξω γνώμη.
Δικαστήριο: Όταν ήταν ο παπάς στο σπίτι τι εκάμνετε μαζί;
Παιδί: Χτυπούσε με μόνο.
Αναφέροντας το παιδί στη συνέχεια «Με τα χέρια του πας το κεφάλι τζιαι έριχνε τα παιχνίδια του αδελφού μου πάνω του».
Σε ερώτηση του Δικαστηρίου «Δεν παίζατε με παιχνιδάκια»; Απάντησε:
Παιδί: Όχι, ήταν κακός τζιαι χτυπούσε με μόνο.
Όταν ερωτήθηκε το παιδί τι θα κάνει τα Χριστούγεννα ανέφερε ότι θα είναι με τη μάμα του. Στη συνέχεια πρόσθεσε και τη γιαγιά.
Παραθέτω τη σχετική συνομιλία με το παιδί:
- Τα Χριστούγεννα τι θα κάνεις; Κανονίσατε κάπου να πάτε με την οικογένεια σου;
- Με τη γιαγιά και το Σ. (αδελφό του)
- Δικαστήριο: Τη γιαγιά από τον παπά σου; Έχεις παππού και γιαγιά από τον παπά σου;
- Παιδί: Όχι, έχω μια γιαγιά, απλά εν κακή.
- Δικαστήριο: Γιατί εν κακή η γιαγιά; Οι γιαγιάδες εν πολύ καλές.
- Παιδί: Μα μια γιαγιά το όνομα της εν Έ. απλά εν κακή τζιείνη, χτυπά μας.
- Δικαστήριο: Και η γιαγιά χτυπά σας;
- Παιδί: Η γιαγιά μου εν χτυπά, απλά η άλλη γιαγιά μου η Έ. χτυπά με, η γιαγιά Κ. οι .
- Δικαστήριο: Πηγαίνεις στη γιαγιά την Έ.;
- Παιδί: Όχι.
- Δικαστήριο: Πότε έγινε αυτό που μου λέεις;
- Παιδί: Στην Τρίτη ξανά με τον παπά μου.
Σε περαιτέρω ερώτηση του Δικαστηρίου Αν ήθελε και ότι «θέλει πάρα πολύ ο παπάς να σε δει, θα του έδινες μία ευκαιρία να πάτε κάπου να παίξετε; Απάντησε το παιδί μονολεκτικά «Όχι».
Είναι λυπηρό ένα παιδί τέτοιας ηλικίας να θεωρεί ότι όλοι χτυπούν. Το παιδί απαντούσε με συγκεχυμένο τρόπο, ούτε μπορούσε να προσδιορίσει χρονικά τα περιστατικά. Ούτε ασφαλώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα λεγόμενα του παιδιού ως μαρτυρία. Παρά όμως την αδυναμία του παιδιού να προσδιορίσει χρονικά οποιαδήποτε περιστατικά και την αδυναμία του να εκφραστεί ήταν προφανές ότι δεν επιθυμεί να συναντήσει τον πατέρα του και ο λόγος θα πρέπει να αναζητηθεί από τους πραγματογνώμονες.
Δεν είναι η ώρα όμως για αξιολόγηση των λόγων που το παιδί αρνείται να έχει επαφή με τον πατέρα του. Ούτε το Δικαστήριο να προβεί σε ευρήματα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Αυτό θα γίνει όταν ενώπιον του Δικαστηρίου θα υπάρχει ολοκληρωμένη η μαρτυρία των διαδίκων και θα αξιολογήσει την αξιοπιστία όλων των μαρτύρων.
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
Με οδηγό τις παραπάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, προσεγγίζοντας τη μαρτυρία προσεκτικά και μόνο για τη διαπίστωση της τήρησης των τριών προϋποθέσεων έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος, αναφέροντας, ότι για την εξέταση της τήρησης των προϋποθέσεων, θα αξιολογήσω τα στοιχεία που έχω ενώπιων μου σε κάποιο περιορισμένο βαθμό, χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία των θεμάτων, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων [βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas ( 1984 1 C.L.R 263.)
Tο Άρθρο 5(1)(α) του περί Σχέσεων Γονέων Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν216/90), (στο εξής «ο Νόμος»), ορίζει:
«5(1 )(α) Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο («γονική μέριμνα») είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού».
Το Άρθρο 7 του Νόμου ότι «αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.»
Ο νόμος καθιστά ως κυρίαρχο κριτήριο με βάση το οποίο ασκείται η γονική μέριμνα το συμφέρον του τέκνου γι' αυτό και κάθε απόφαση του Δικαστηρίου για την ανάθεση της γονικής μέριμνας και για θέματα που αφορούν το παιδί πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του ανηλίκου.
Το Άρθρο 6 του Νόμου ορίζει ότι:
«6.(1) Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
(2)(α) Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του Δικαστηρίου όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το Δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησης της.
(β) Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις με βάση το φύλο, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πεποιθήσεις, την ιθαγένεια, την εθνική ή κοινωνική προέλευση ή την περιουσία.
(3)Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του».
Στην απόφαση Π.Ε.-και-K.R.U. του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Έφεση αρ. 23/18, ημερομηνίας 03/12/2019, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη γνώμη του παιδιού.
«H γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούληση του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα. Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζει με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα».
Με βάση τα πιο πάνω εκείνο που θα βαρύνει στην κρίση του Δικαστηρίου για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας στην παρούσα περίπτωση είναι αν το συμφέρον των παιδιών με βάση το τι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σήμερα συνηγορεί στην έκδοση προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας με τον πατέρα τους.
Το δικαίωμα επικοινωνίας ρυθμίζεται από το άρθρο 17 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, Ν. 216/1990, οι διατάξεις του οποίου έχουν ως κατωτέρω:
(1) Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
(2) Σε περίπτωση διαφωνίας όσο αφορά την άσκηση του δικαιώματος, προσωπικής επικοινωνίας, αποφασίζει το Δικαστήριο.
(3) Στην απόφαση του το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εφαρμόζει κατ’ αναλογία τις πρόνοιες του άρθρου 6.
Τα πιο κάτω αποσπάσματα, από τη βιβλιογραφία και τη νομολογία είναι άκρως διαφωτιστικά ως προς τη φύση τη λειτουργία και τον σκοπό του δικαιώματος επικοινωνίας.
Παραπέμπω, καταρχάς στο βιβλίο του Αρεοπαγίτη Βασίλη Βαθρακοκοίλη Ερμηνεία Νομολογία του Αστικού Κώδικα (ΕΡΝΟΜΑΚ) τόμος Ε Οικογενειακό Δίκαιο, όπου στην ερμηνεία του άρθρου 1520, στη σελίδα 981, υπό τον τίτλο:
Σκοπός επικοινωνίας, αναφέρονται τα πιο κάτω:
"Ο βασικός σκοπός του δικαιώματος επικοινωνίας είναι η διατήρηση του ψυχικού δεσμού μεταξύ γονέα και τέκνου, της προσωπικής σχέσης, η αποτροπή της μεταξύ τους αποξένωσης τους, η απάμβλυνση των συνεπειών της ανώμαλης εξέλιξης της έγγαμης συμβίωσης, η ικανοποίηση των αισθημάτων αγάπης, συμπάθειας, στοργής και ενδιαφέροντος μεταξύ τους και η δυνατότητα του γονέα άμεσης γνώσης της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της ανάπτυξης και εξέλιξης της προσωπικότητας του τέκνου, της πνευματικής ανάπτυξης και γενικά της παρακολούθηση της όλης πορείας του τέκνου. Η διατήρηση προσωπικών δεσμών τέκνου και ανιόντων που ασκούν σημαντική επίδραση στην εν γένει ανάπτυξη του τέκνου, είναι ο δικαιολογητικός λόγος της θέσπισης δικαιώματος επικοινωνίας και των ανιόντων με το τέκνο, εφόσον δεν συντρέχουν σοβαροί λόγοι από τους οποίους επιβάλλεται διαφορετική ρύθμιση."
Σύμφωνα δε με το άρθρο 1520 § 3, οι ειδικότερες λεπτομέρειες του δικαιώματος επικοινωνίας ρυθμίζονται κάθε φορά από το Δικαστήριο, το οποίο, συνεπώς, αποφασίζει για τον χρόνο (συχνότητα και χρονική διάρκεια) και τον τόπο της επικοινωνίας ή για το είδος της.
Παραπέμπω, επίσης, στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, στην υπόθεση Αθηνά Ξενίδου και Ευαγόρα Οικονομίδη, Έφεση αρ. 28/14, 07/04/2015, όπου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω:
"Στη Στυλιανού v. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 131, λέχθηκαν τ' ακόλουθα σχετικά με τα ζητήματα που εξετάζονται στην παρούσα αίτηση:
«Όπως αναγνωρίστηκε από τo Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην R..U.K.(1987)Times, 9th July (Series A Judgments and Decisions Vol 121), η πρόσβαση του γονέα στο τέκνο αποτελεί πτυχή του δικαιώματος του ανθρώπου για οικογενειακή ζωή που κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (Βλ. επίσης Ν. 39/62). Στην Κύπρο το δικαίωμα αυτό επίσης διασφαλίζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 15 του Συντάγματος. Όπως εξηγείται όμως στην υπόθεση RE KD (A minor) (1988) 1 All E.R. 577 (H.L) το δικαίωμα μπορεί να περιοριστεί εφόσον δεν ασκείται προς όφελος του σκοπού για τον οποίο παρέχεται, που δεν είναι άλλος από την συμβολή στην ευημερία.»"
Αναμφίβολα από τον ίδιο το Νόμο η ρύθμιση του δικαιώματος αποτελεί σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ο Αιτητής στην παρούσα, Καθ’ ου η Αίτηση στην εναρκτήρια αίτηση με τον οποίο δεν διαμένει το ανήλικο έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αποτελεί αίτημα του στην ανταπαίτηση του όπως το Δικαστήριο εκδώσει «Διάταγμα με το οποίο να ρυθμίζεται η επικοινωνία του Καθ’ ου η Αίτηση με το ανήλικο τέκνο του».
Περαιτέρω υπάρχει διαφωνία των γονέων στο θέμα αυτό. Αν θα πρέπει να ρυθμιστεί η επικοινωνία του πατέρα με τα παιδιά του. Ο πατέρας ζητά να έχει επικοινωνία με τα παιδιά του, περιορίζοντας την σε επιβλεπόμενη στο Γραφείο Ευημερίας. Η μητέρα είναι αρνητική ακόμα και στην επιβλεπόμενη επικοινωνία. Αυτή τη διαφωνία των γονέων θα πρέπει να ρυθμίσει το Δικαστήριο, έχοντας πάντοτε υπόψη του το συμφέρον των παιδιών.
Είναι από τη μια δικαίωμα του γονέα που δεν μένει με τα ανήλικα τέκνα του να έχει επικοινωνία με αυτά. Είναι επίσης δικαίωμα των παιδιών να γνωρίσουν και τον πατέρα τους.
Με κάποια περιορισμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας και για σκοπούς μόνο διαπίστωσης κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος θεωρώ ότι ο Αιτητής έχει καταδείξει ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Ο πατέρας επιδιώκει περιορισμένη επικοινωνία αναφέροντας ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα που δεν έχει δει τα παιδιά του. Αναγνωρίζει κάποια λάθη στη συμπεριφορά του γι’ αυτό περιορίζει το αίτημα του σε επιβλεπόμενη επικοινωνία για να μην χαθεί κάθε ψυχικός δεσμός με τα παιδιά του.
Παραδέχεται ο πατέρας ότι καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του η οποία όμως ακόμα δεν έχει εκδικαστεί. Το τεκμήριο της αθωότητας δεν έχει ανατραπεί. Από το ποινικό Δικαστήριο επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα ώστε να μην πλησιάζει την Καθ’ ης η Αίτηση σε απόσταση 100 μέτρα. Δεν υπάρχει όμως οποιαδήποτε απαγόρευση σε σχέση με τα παιδιά του.
Ο πατέρας περαιτέρω οικειοθελώς εντάχθηκε στο πρόγραμμα Πρωτέας για τη βελτίωση της συμπεριφοράς του και την παροχή συμβουλευτικής καθοδήγησης και παρακάθησε σε 15 συνεδριάσεις.
Στη βεβαίωση παρακολούθησης του προγράμματος του Πρωτέα ημ. 12/6/2025 Τεκ 2 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Αιτητή, αναφέρεται από το λειτουργό του προγράμματος Πρωτέας Λαυρέντη Θεοφάνους ότι:
« ο κύριος Α. εντάχθηκε στο πρόγραμμα ΠΡΩΤΕΑΣ έπειτα από παραπομπή από το Γραφείο των υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Λεμεσού.
Η πρώτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε και συνεχίζει να είναι στο πρόγραμμα μέχρι σήμερα. Μέχρι στιγμής έχουν πραγματοποιηθεί 15 ατομικές συναντήσεις στις οποίες είναι συνεπής στην προσέλευση του.
Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων ο αρμόδιος Λειτουργός έχει παρατηρήσει πρόοδο και θετικές αλλαγές.»
Επίσης από το Σύνδεσμο για την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας στην οικογένειας αναφέρονται μεταξύ άλλων ότι:
«Κατά τη διάρκεια του προγράμματος ανάπτυξε δεξιότητες που το βοηθούν να παραμένει ήρεμος και συγκεντρωμένος σε δύσκολες στιγμές Καλλιέργησε πιο ανοιχτούς και ήπιους τρόπους επικοινωνίας δίνοντας χώρο και αξία στην κατανόηση του άλλου. Έθεσε στόχους για το μέλλον με επίκεντρο την ενίσχυση της σχέσης του με τα παιδιά του και τη διατήρηση ενός σταθερού και υποστηρικτικού περιβάλλοντος.»
Επίσης ο Λειτουργός του Θεραπευτικού προγράμματος κ. Λαυρέντης Θεοφάνους στα συμπεράσματα του αναφέρει «Η στάση του χαρακτηρίζεται από σοβαρότητα, συνέπεια και διάθεση για επανόρθωση και ενισχύεται από τη επίγνωση του ρόλου του ως πατέρας 4 παιδιών, γεγονότων που αποτέλεσε βασικό κίνητρο για την ενεργή συμμετοχή και αλλαγή του.»
Επίσης σε ψυχολογικό σημείωμα του κλινικού ψυχολόγου Χρήστου Θεοφάνους ημ. 14/3/2025 αναφέρει ο εν λόγω κλινικός ψυχολόγος ότι ο Αιτητής μετέβη στο γραφείο του για ψυχολογική στήριξη και ότι «εξέφρασε την επιθυμία να αποκαταστήσει την επικοινωνία με την εν διαστάσει σύζυγο του με σκοπό να επανασυνδεθεί με τα παιδιά του. Στις συναντήσεις μας έδειξε διάθεση να διερευνήσει τα ζητήματα που οδήγησαν στην απομάκρυνση από τα παιδιά του και να εργαστεί προς την ενίσχυσή των γονικών του δεξιοτήτων».
Αναφέρει περαιτέρω ότι «οι συνεδρίες θα συνεχιστούν με σκοπό την καλύτερη δυνατή προσαρμογή του στις νέες συνθήκες και τη διαμόρφωση ενός πλαισίου υγιούς επικοινωνίας με τα παιδιά του.»
Επομένως ο πατέρας κάνει οτιδήποτε για να βελτιώσει την οποιαδήποτε συμπεριφορά του που τυχόν πληγώνει και/ή δεν είναι ορθή απέναντι στα παιδιά του.
Είναι προφανές ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην ανταπαίτηση του.
Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος επικοινωνίας προχωρώ στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα, στην απόφαση & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ. ά. ν.Timberland Co. (ανωτέρω),τονίστηκαν τα πιο κάτω (σελ. 1799):
"Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides (1979) 1 CLR 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία."
Στην Κατσουρίδης v. Κατσουρίδης ανωτέρω, επίσης επισημαίνεται ότι η αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο «δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς όπως στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων.»
Με το μαρτυρικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον μου κρίνω όμως ότι η τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν ικανοποιείται. Η επικοινωνία στο παρόν στάδιο δεν θα αποβεί προς όφελος των παιδιών. Οι εκθέσεις των ειδικών συγκλίνουν στα συμπεράσματα τους και όλοι οι ειδικοί δεν συνιστούν στο παρόν στάδιο την αποκατάσταση της επικοινωνίας, καθώς τα παιδιά δεν είναι έτοιμα ακόμα να δουν τον πατέρα τους.
Ο κ. Χρήστος Θεοφάνους στην αξιολόγηση του ημ.17/1/2025 Τεκ 4 στην ένσταση της Καθ’ ης η Αίτηση, υποδεικνύει την ανάγκη να αποφευχθεί η επαφή του Σ. με τον πατέρα τους προκειμένου να προστατευθεί η συναισθηματική του σταθερότητα.
Σύμφωνα με την αξιολόγηση του το παιδί παρουσιάζει έντονες ενδείξεις συναισθηματικού τραύματος και ψυχικού άγχους.
Όπως αναφέρει ο κ. Θεοφάνους:
« Η άρνηση επαφής με τον πατέρα του φαίνεται να συνδέεται με τραυματικές αναμνήσεις όπου το παιδί διατηρεί συναισθηματικά φορτισμένες εικόνες που προκαλούν φόβο και δυσφορία.
Η άρνηση επαφής με τον πατέρα αποτελεί ένδειξη ψυχικής επιβάρυνσης η οποία απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και προσεκτική κλινική διαχείριση. Σε αυτήν τη φάση η αποφυγή επαφής κρίνεται απαραίτητη για την προστασία της συναισθηματικής σταθερότητας του παιδιού. Η αποκατάσταση επικοινωνίας θα πρέπει να εξεταστεί μόνο αφού αξιολογηθεί ότι το παιδί είναι έτοιμο για ένα τέτοιο βήμα και εφόσον εξασφαλιστούν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη ψυχική του ασφάλεια.»
Η έμφαση είναι δική μου.
Η συμβουλευτική ψυχολόγος Λουΐζα Θεοφάνους η οποία είδε τη μητέρα και τα παιδιά αναφέρει τα ακόλουθα:
« Δεν αμφισβητώ τις καλές προθέσεις και την αγάπη του πατέρα για τα παιδιά του, το ζήτημα όμως είναι πως αυτή η αγάπη τυγχάνει έκφρασης. …………………………………………………
…………………………………………………………………………………………………………….
…………………………………………………………………………………………………………….Μέχρι τότε αφού τα παιδιά φαίνεται να παρουσιάζουν μετατραυματικό στρες θα ήταν προτιμότερο για όλους να κρατηθεί μία απόσταση για να ηρεμήσει η κατάσταση να ξεθωριάσουν κάποιες τραυματικές αναμνήσεις και να επουλωθούν πληγές στα παιδιά. Πραγματικά εύχομαι και ελπίζω μετά από αυτό το διάστημα να προκύψει μια ικανοποιητική επαναξιολόγηση της κατάστασης που να επιτρέψει στα παιδιά και στον πατέρα τους να αναπτύξουν ένα νέο ψυχοσυναισθηματικό δεσμό.»
Η έμφαση είναι δική μου.
Επίσης στην έκθεση του Τεκ. 5 στην ένσταση της Καθ’ ης η Αίτηση, ο κλινικός ψυχολόγος Άκης Κουσουλίδης, για τη ψυχολογική κατάσταση του μεγαλύτερου παιδιού ημ. 13/6/2025 απορρίπτει κάθε επαφή με τον πατέρα του.
Αναφέρει συγκεκριμένα :
Ο Σ. παρουσιάζει αργή αλλά σταθερή βελτίωση της ψυχικής του κατάστασης.
Εξακολουθούν να υπάρχουν έντονα συμπτώματα μετατραυματικού άγχους και είναι πολύ σημαντικό σε αυτή τη φράση η αποφυγή οστεογόνων γεγονότων που δυνατό να πυροδοτήσουν άγχος.
Για τον πιο πάνω λόγο η εισήγηση για προσωρινό αποκλεισμό του πατέρα από κάθε επικοινωνία με το Σ μέχρι τη μείωση των συμπτωμάτων που παρουσιάζει παραμένει.»
Επίσης η ψυχοθεραπεύτρια Μπελίνα Λούβρου που είχε συναντήσεις και με τα δύο παιδιά αλλά και τους δύο γονείς στην 2η έκθεση της ημ 25/9/2025 συνοψίζοντας αναφέρει ότι:
Ο Σ έχει παρουσιάζει συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες επιβεβαιώνοντας εν μέρει τις ανησυχίες της μητέρας οι οποίες πιθανόν να συνδέονται με τις εμπειρίες που σύμφωνα με την ίδια έχει βιώσει στο οικογενειακό περιβάλλον. Αξίζει να αναφερθεί ότι κατά τις συναντήσεις με τον πατέρα ο ίδιος δίνει διαφορετική εκδοχή των γεγονότων αναγνωρίζοντας μόνο μεμονωμένα πειρατικά βίας και αποδίδοντας την αρνητική στάση των παιδιών προς το πρόσωπο του σε επιρροή της μητέρας. Η αλήθεια των αντικρουόμενων ισχυρισμών αφηγήσεων δεν μπορεί να επαληθευτεί στο πλαίσιο της θεραπευτικής διαδικασίας καθώς ο ρόλος δεν είναι η διερεύνηση της ακρίβειας των γεγονότων αλλά η υποστήριξη των παιδιών, εκφραστεί με αρνητικό τρόπο για τον πατέρα του, τόσο αυθόρμητα αλλά κατόπιν σχετικής διερεύνησης εκ μέρους μου.
Αυτό που μπορεί να παρατηρηθεί με βεβαιότητα ότι και τα δύο παιδιά παρουσιάζουν συναισθηματικές και ψυχολογικές δυσκολίες πιο έντονες στην περίπτωση του Σ. Παρά τις δυκσολίες αυτές καταγράφεται ωστόσο θετική ανταπόκριση στη θεραπευτική προσέγγιση και σημάδια σταδιακής βελτίωσης.»
Είναι βέβαια γεγονός ότι οι εκθέσεις προέρχονται από ψυχολόγους στις οποίες η μητέρα ανέθεσε τη διερεύνηση της ψυχολογικής κατάστασης ειδικότερα του μεγαλύτερου παιδιού. Εν πάση περιπτώσει όμως ο ένας ειδικός κος Θεοφάνους είναι αυτός που ετοίμασε ψυχολογικό σημείωμα που αφορά και τον ίδιο τον Αιτητή, αναφέροντας ότι η ψυχολογική στήριξη του, βρίσκεται σε εξέλιξη. Επίσης η κα Μπελίνα Λούβρου είδε και τους δύο γονείς. Διευκρινίζοντας βέβαια ότι «ο ρόλος της δεν είναι η διερεύνηση της ακρίβειας των γεγονότων αλλά η υποστήριξη των παιδιών».
Σε αυτό το σημείο θα παραπέμψω στην Έφεση αρ. 1/202 (σχ 2/2022) του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Γ.Δ κ.α Α.Β ημ. 7 Ιουλίου 2022 στα λεχθέντα αναφορικά με το δικαίωμα επικοινωνίας.
Στην παραπάνω υπόθεση το Δικαστήριο έχοντας τη θέση ενός ειδικού ότι η μητέρα μπορούσε να έχει επικοινωνία με το παιδί της εξέδωσε σχετικό διάταγμα. Κρίνοντας ότι δεν υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν τον αποκλεισμό της επικοινωνίας της με τα παιδιά της.
«Η αίτηση για επικοινωνία από τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί έχει ως νομικό υπόβαθρο το δικαίωμα του γονέα αυτού για επικοινωνία με το παιδί του. Ωστόσο, κυρίαρχη παράμετρος στην απόφαση για το ζήτημα δεν είναι η ικανοποίηση του δικαιώματος του γονέα, αλλά το συμφέρον του παιδιού, εφόσον εκεί πρέπει να αποβλέπει η απόφαση του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ιεράρχησε το συμφέρον των παιδιών ως την προτεραιότητα του, αποδίδοντας του καθοριστική σημασία.
Και αποφάσισε το αυτονόητο. Ότι στην απουσία εξαιρετικών και ακραίων περιστάσεων που υπαγορεύουν άλλη κατάληξη, τα παιδιά πρέπει να έχουν επικοινωνία με το γονέα τους με τον οποίο δεν διαμένουν, γιατί αυτό είναι το επιστημονικά αποδεδειγμένο και κατά γενική ομολογία συμφέρον τους, να διατηρούν δηλαδή επαφή μαζί του. Το ζήτημα δεν είναι η πρόσκαιρη προτίμηση του παιδιού, αλλά το συμφέρον του. Δεν είναι ζήτημα κατά πόσο το παιδί δεν αρέσκεται στην επικοινωνία γιατί διαταράσσεται το πρόγραμμα ή οι συνήθειες του, ή γιατί ο γονιός αυτός δεν μπορεί να προσφέρει ανάλογες ανέσεις ή αναψυχή ή δεν είναι διασκεδαστικός ή είναι αυστηρός ή επικριτικός μαζί του. Το συμφέρον του κάθε παιδιού για επικοινωνία με τον γονέα του είναι πολύ ουσιαστικό.[3] Το παιδί έχει πολλά να κερδίσει από την επικοινωνία μαζί του και στην απουσία της πολλά να χάσει. Τόσα έτσι ώστε μόνο πολύ ιδιαίτερες, ακραίες θα λέγαμε, περιστάσεις θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό τέτοιας επικοινωνίας, η οποία πρέπει να αποκαθίσταται χωρίς χρονοτριβή, ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες αποξένωσης ή να επιτείνεται υφιστάμενη αποξένωση του παιδιού από τον γονέα του.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του βεβαίωση ψυχολόγου ότι κατά τη συνεργασία της με τη μητέρα δεν διαπίστωσε «καμιά συμπτωματολογία στο φάσμα των αγχωδών των συναισθηματικών, των ψυχωτικών ή οποιωνδήποτε άλλων ψυχικών διαταραχών». Χαρακτήρισε δε τα όσα ο πατέρας καταλόγισε στη μητέρα για τη συμπεριφορά και την κατάσταση της ψυχικής της υγείας ως απλούς ισχυρισμούς. Έστω και στο στάδιο του ενδιάμεσου διατάγματος, κατά το οποίο δεν χωρεί αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων, η αντικειμενική διαπίστωση ότι η μια εκδοχή υποστηριζόταν με ιατρική βεβαίωση, ενώ η αντίθετη όχι, ορθά οδήγησε το πρωτόδικο Δικαστήριο στο να θεωρήσει ότι για σκοπούς της ενώπιον του διαδικασίας δεν δικαιολογείτο να παρεκκλίνει από τον γενικό κανόνα που θέλει τα παιδιά να έχουν επαφή και με τους δύο γονείς τους.
Ερχόμενη στην υπό κρίση περίπτωση και την επιβλεπόμενη επικοινωνία που ζητά ο πατέρας θεωρώ ότι θα ήταν αντικειμενικά αδύνατη, καθώς η ψυχολογική κατάσταση του μεγαλύτερου παιδιού και του μικρότερου παιδιού, το οποίο ακολουθεί το μεγάλο, η προσκόλληση του παιδιού στη μητέρα του, σύμφωνα με τις παραπάνω εκθέσεις των ειδικών και η ύπαρξη περιοριστικών μέτρων, τα οποία εμποδίζουν την παρουσία της μητέρας στο ίδιο χώρο με τον πατέρα είναι λόγοι για τους οποίους δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να εκδοθεί οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας.
Επιπλέον η οποιαδήποτε ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του στην παρουσία της μητέρας θα παραβίαζε το διάταγμα του ποινικού Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στον πατέρα να την πλησιάζει στα 100 μέτρα.
Όμως η πρόοδος που σημείωσε ο πατέρας στη συμπεριφορά του συνηγορεί στην μετατόπιση του χρόνου ρύθμισης του δικαιώματος επικοινωνίας όταν τα παιδιά θα είναι έτοιμα να συναντήσουν τον πατέρα τους και όχι στον αποκλεισμό του δικαιώματος του, ώστε να μην οδηγηθεί η περίπτωση αυτή στην αποκοπή της σχέσης πατέρα τέκνων.
Περαιτέρω στην υπό κρίση περίπτωση θεωρώ ότι η ενδεχόμενη ψυχολογική αναστάτωση από τη ρύθμιση επικοινωνίας στο παρόν στάδιο δεν θα αποβεί προς όφελος των παιδιών και η ψυχική τους ηρεμία υπερισχύει του δικαιώματος του πατέρα να έχει επαφή με τα παιδιά του. Η επικοινωνία με τα πιο πάνω δεδομένα είναι πιθανόν να μην επιφέρει ευεργετικά αποτελέσματα στα οποία μια υγιής επικοινωνία θα πρέπει να έχει, αλλά αντίθετα ένεκα της ψυχολογικής κατάστασης των παιδιών, ως την περιγράφουν οι ειδικοί να οδηγήσει σε επιβλαβή και καταστροφικά για τη ψυχολογική κατάσταση των παιδιών που βρίσκονται σε μια ιδιαίτερα τρυφερή ηλικία.
Συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλίνει προς όφελος του Αιτητή. Η οποιαδήποτε αναστάτωση των παιδιών από τη βεβιασμένη ρύθμιση δικαιώματος επικοινωνίας από το Δικαστήριο, με βάση τα συμπεράσματα των πιο πάνω ειδικών θα είναι βλαπτική για το συμφέρον των ανηλίκων στο παρόν όπως αυτό προσδιορίζεται μέσα από τη γνώμη των τελευταίων.
Σε αντίθεση με τον πατέρα ο οποίος είναι ευκολότερο να περιμένει να αποκατασταθεί η επικοινωνία του σε μεταγενέστερο χρόνο.
Ο περιορισμός του δικού του δικαιώματος γίνεται πάντοτε με γνώμονα το συμφέρον των παιδιών και το συμφέρον των παιδιών στον παρόν στάδιο δεν συνηγορεί προς την έκδοση προσωρινού διατάγματος.
Έχοντας καταλήξει ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης των παιδιών, καταλήγω στην απόρριψη της αίτησης του Αιτητή.
Δεδομένου όμως ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οτιδήποτε σήμερα για τη συνέχιση της στήριξης των παιδιών και της παρόδου αρκετού χρόνου, κρίνω ότι το είναι προς το συμφέρον των παιδιών να διατάξω αυτεπαγγέλτως, με βάση την εξουσία που παρέχει στο Οικογενειακό Δικαστήριο ο περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμος 23/1990 άρθρο 6(3), την παροχή συμβουλευτικής και ψυχολογικής στήριξης τους από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας.
Συνακόλουθα εκδίδω το ακόλουθο διάταγμα:
Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η παροχή και ψυχολογική στήριξη στα ανήλικα τέκνα των διαδίκων Σ. και Σ. Κ από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση των γονέων.
Στα πλαίσια της παραπάνω αξιολόγησης, θεωρώ ορθό, να εξεταστεί η δυνατότητα αποκατάστασης επικοινωνίας τους με τον άλλο γονέα.
Δίνονται οδηγίες στο Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας να παραπέμψει τα παιδιά στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας.
Διατάσσεται η Καθ’ ης η Αίτηση όπως μεταφέρει τα ανήλικα τέκνα της στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για την πιο πάνω αξιολόγηση κατά τις προγραμματισμένες από τις Υ.Ψ.Υ συναντήσεις μετά την κοινοποίηση εις αυτήν από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και/ή του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας των σχετικών ημερομηνιών.
Το σχετικό πόρισμα των Υπηρεσιών να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μέσω των αρμόδιων Λειτουργών του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας το συντομότερο δυνατόν με βάση το πρόγραμμα των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας και το χρόνο που θα απαιτηθεί κατά την κρίση τους για την παραπάνω αξιολόγηση.
Ενόψει της φύσης του αιτήματος κρίνω ορθό κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα.
(Υπ) ………………………………………………..
Κ. Χ” Αθανασίου – Σιαμτάνη, Π.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: προσωρινό διάταγμα Γονικής Μέριμνας- επικοινωνίας
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο