Μ.Κ.Τ. ν. Σ.Τ., Αρ. Αίτησης: 12/2020, 28/1/2026
print
Τίτλος:
Μ.Κ.Τ. ν. Σ.Τ., Αρ. Αίτησης: 12/2020, 28/1/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Χ. Πογιατζή, Δ.Ο.Δ.

Αρ. Αίτησης: 12/2020

Μεταξύ:

                                                       Μ.Κ.Τ. από την Πάφο

     Αιτήτρια

                                                               -κ α ι-

 

                                                     Σ.Τ. από την Πάφο

                                                                                                           Καθ’ ου η  Αίτηση

------------------------

 

Ενδιάμεση Αίτηση ημερομηνίας 08/08/2025

 

Ημερομηνία: 28/01/2026

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια։ κα Μενοίκου για Αλέξανδρο Χ. Αλεξάνδρου

Για Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Αθανασίου για Μερκούρης Τελώνης & Γιολάντα Ζυμπουλάκη Τελώνη Δ.Ε.Π.Ε.

                                                                                                        

                                                 ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

(I)        ΕΙΣΑΓΩΓΗ։

 

1.    Στις 08/08/2025 ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε την υπό εξέταση μονομερή αίτηση με την οποία αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες։

 

Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Αιτήτρια και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι εκπρόσωποι και/ή οι πληρεξούσιοι και/ή πάν πρόσωπο έλκον εξ αυτής δικαιώματος, όπως, εντός 5 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του παρόντος Διατάγματος, αποσύρει τα εμπράγματα βάρη υπ’ αριθμούς […] και […] του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου επί του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής […], Φ/Σχ.[…], Τεμάχιο […], το οποίο βρίσκεται στο χωριό […], της Επαρχίας Πάφου, επί της οδού […], και όπου εντός αυτού έχει ανεγερθεί μια κατοικία, έτσι ώστε να μην αποτελούν πλέον εμπράγματα βάρη επί του συγκεκριμένου ακινήτου.

 

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Αιτήτρια και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι εκπρόσωποι και/ή οι πληρεξούσιοι και/ή πάν πρόσωπο έλκον εξ αυτής δικαιώματος, όπως, εντός 5 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του παρόντος Διατάγματος, αποσύρει τα εμπράγματα βάρη υπ’ αριθμούς […] και […] του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου επί του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής […], Φ/Σχ. […], Τεμάχιο […], το οποίο βρίσκεται στο χωριό […], της Επαρχίας Πάφου, έτσι ώστε να μην αποτελούν πλέον εμπράγματα βάρη επί του συγκεκριμένου ακινήτου.

 

Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το Προσωρινό Διάταγμα ημερ.10/07/2020, και το οποίο κατέστη απόλυτο στις 19/10/2021, διότι αυτό δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα νόμιμο σκοπό, αφού η Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών υπ’ αριθμό 10/2020 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου έχει πλέον διευθετηθεί οριστικά και αμετάκλητα, εκ συμφώνου από μέρους των διαδίκων.

 

Δ. Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το Προσωρινό Διάταγμα ημερ.10/07/2020, και το οποίο κατέστη απόλυτο στις 19/10/2021, δεν εξυπηρετεί πλέον κανένα νόμιμο σκοπό, αφού η Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών υπ’ αριθμό 10/2020 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου έχει πλέον διευθετηθεί οριστικά και αμετάκλητα, εκ συμφώνου από μέρους των διαδίκων στις 11/11/2024.

 

Ε. Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι η συμπεριφορά της Αιτήτριας – Καθ’ ης η αίτηση, κατόπιν έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης στις 11/11/2024, είναι καταχρηστική και/ή δόλια και/ή εκβιαστική, και/ή η μη απόσυρση των εμπραγμάτων βαρών υπ’ αριθμούς […] και […] του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου επί του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής […], Φ/Σχ. […], Τεμάχιο […], το οποίο βρίσκεται στο χωριό […], της Επαρχίας Πάφου, επί της οδού […], και όπου εντός αυτού έχει ανεγερθεί μια κατοικία, και επί του ακινήτου με Αρ. Εγγραφής […], Φ/Σχ. […], Τεμάχιο […], το οποίο βρίσκεται στο χωριό […], της Επαρχίας Πάφου είναι κατάχρηση του δικαιώματος.

 

2.    Το Δικαστήριο αφού επιλήφθηκε της εν λόγω αιτήσεως δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της, ούτως ώστε να ακούσει και την πλευρά της Αιτήτριας και να αποφασίσει οριστικά επί αυτής. Ακολούθως, στις 29/09/2025 η πλευρά της Αιτήτριας καταχώρησε την ένσταση της προβάλλοντας οκτώ λόγους ένστασης.

 

3.    Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη αποκλειστικά στην βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση και την ένσταση των διαδίκων. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις στις οποίες η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και τις οποίες έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή και λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου.

 

(II)       ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։

 

4.     Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων, στα άρθρα 2,4,11,12,14,15,16,17 (1) και 26 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 23/90 και των τροποποιήσεων αυτού, στον Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο του 1991 (Ν. 232/91), άρθρα 2, 14, 14Α  και 14Γ, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, Άρθρα 9, και 53 – 71, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 32, στην Δ.48 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση, μέσα από την οποία περιγράφει τις θέσεις και απόψεις του, εξηγώντας τους λόγους που το Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.

 

5.    Αρχικά, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών διαφορών με αριθμό 12/2020 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου, η Αιτήτρια καταχώρισε μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, με τα οποία να εμποδίζεται να πωλήσει, μεταβιβάσει, δωρίσει, αποξενώσει, επιβαρύνει και/ή διαθέσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ½ μερίδιο του επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής […], Φ/Σχ. […], Τεμάχιο […], το οποίο βρίσκεται στο χωριό […] της Επαρχίας Πάφου, και το οποίο βρίσκεται επί της οδού […], εντός του οποίου έχει ανεγερθεί μια κατοικία, και επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής […], Φ/Σχ. […], Τεμάχιο […], το οποίο βρίσκεται στο χωριό […], της Επαρχίας Πάφου. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα πιο πάνω αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, τα οποία στην συνέχεια κατέστησαν απόλυτα με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 19/10/2021.

6.    Ακολούθως, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι στις 11/11/2024 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση μεταξύ των διαδίκων με την οποία επιλύθηκαν οι περιουσιακές τους διαφορές.

7.    Διευκρινίζει, ότι εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση για το ποσό των €20.000,00 και διατάχθηκε να καταβάλει το εν λόγω ποσό κατόπιν πωλήσεως του ακινήτου υπ’ αριθμό […], Φ/Σχ. […], Τεμάχιο […], το οποίο βρίσκεται στο χωριό […], της Επαρχίας Πάφου, και εντός του οποίου υφίσταται κατοικία, δηλαδή επί της ουσίας του ακινήτου το οποίο έχει δεσμευτεί με το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 19/10/2021. Με βάση το εν λόγω διάταγμα η διαδικασία της πώλησης θα εκκινούσε όταν ενηλικιωνόταν ο ανήλικος τότε γιός υιός τους Β.Τ., δηλαδή στις 25/11/2024. Συμφώνως του ίδιου διατάγματος, το υπόλοιπο ποσό της πώλησης του πιο πάνω ακινήτου, θα το καρπωνόταν ο Καθ’ ου η Αίτηση αφού θα κατέβαλε στην Αιτήτρια το ποσό των €20.000,00. Ταυτόχρονα με την καταβολή του ποσού των €20.000,00 η Αιτήτρια υποχρεούτο να παραδώσει την ελεύθερη κατοχή του ακινήτου στους νέους αγοραστές, ενώ μέχρι την καταβολή αυτού του ποσού, η Αιτήτρια θα δικαιούτο να διαμένει εντός του ακινήτου.

8.    Περαιτέρω, σύμφωνα με την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 11/11/2024, ο Καθ’ ου ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε βελτίωση στην πατρική του κατοικία στο χωριό […] της επαρχίας Πάφου και την οποία ακολούθως θα μεταβιβάσει στην θυγατέρα του Ε.Τ.

9.    Ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι κατά την ημέρα έκδοσης της εκ συμφώνου απόφασης ημερ.11/11/2024, εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής οι δικηγόροι των διαδίκων, δεν συμπεριέλαβαν στις δηλώσεις τους την ακύρωση των προηγούμενων διαταγμάτων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών διαφορών υπ’ αριθμό 12/2020 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου, με αποτέλεσμα το ως άνω αναφερόμενο διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ μέχρι και σήμερα.

10.  Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι προσπάθησε να λάβει δάνειο από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και προς όφελος της δανειοδότησής του να υποθηκεύσει το ακίνητο με αρ. εγγραφής […], Φ/Σχ. […], Τεμάχιο […], το οποίο βρίσκεται στο χωριό […] της Επαρχίας Πάφου, αλλά και το ακίνητο με αρ. Εγγραφής […], Φ/Σχ. […], Τεμάχιο […], το οποίο βρίσκεται στο χωριό […], της επαρχίας Πάφου, ενώ παράλληλα με την εξασφάλιση της δανειοδότησης να καταβάλει στην Αιτήτρια το ποσό των €20.000,00, έτσι ώστε αυτή με τη σειρά της να αποχωρήσει από την συγκεκριμένη κατοικία, όπως άλλωστε συμφώνησαν και στο Δικαστήριο.

11.  Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης του, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι μετά από την εξέταση του αιτήματός του για χορήγηση πιστωτικής διευκόλυνσης από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, οι λειτουργοί της τράπεζας τον ενημέρωσαν ότι η δανειοδότησή του δεν μπορεί να ολοκληρωθεί διότι το ακίνητο που επιθυμεί να υποθηκεύσει φέρει εμπράγματο βάρος, δηλαδή ΜΕΜΟ, και ως εκ τούτου δεν είναι «καθαρό», όπως του δήλωσαν. Όταν ρώτησε τι εννοούν, τότε οι λειτουργοί του απάντησαν ότι υφίστανται εμπράγματα βάρη επί των ακινήτων, τα οποία δεν έχουν αποσυρθεί και τα οποία σχετίζονται με την παρούσα αίτηση.

12.  Ακολούθως, επικοινώνησε με την Αιτήτρια, αφού πλέον δεν εκπροσωπούνταν από δικηγόρους, και της ζήτησε είτε να πάει η ίδια να τα αποσύρει από το κτηματολόγιο, για να μπορέσει να εξασφαλίσει την δανειοδότηση και να της καταβάλει το ποσό των €20.000,00, είτε να μιλήσει με τον δικηγόρο της για να την βοηθήσει. Εν τούτοις, όλες οι προσπάθειές του απέβησαν άκαρπες, αφού η Αιτήτρια καταχρηστικά, δολίως, αναιτιολογήτως και εκδικητικά δεν αποδέχεται να προχωρήσει με αυτόν τον τρόπο για να μπορέσει να της καταβάλει το ποσό των €20.000,00, αλλά και για να αποχωρήσει από το συγκεκριμένο ακίνητο, όπως άλλωστε συμφώνησε και η ίδια.

13.  Συνεπώς, ο Καθ’ ου υποστηρίζει ότι επειδή η Αιτήτρια δεν συνεργαζόταν, αναγκάστηκε να αποταθεί εκ νέου στους δικηγόρους του, για να μπορέσουν εκείνοι να έρθουν σε επαφή με τους δικηγόρους της, ώστε να αποσυρθούν τα συγκεκριμένα εμπράγματα βάρη, και να προχωρήσει στην υλοποίηση της εκδοθείσας εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 11/11/2024.

14.  Ειδικότερα, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι οι δικηγόροι του στις 11/07/2025 απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στους δικηγόρους της Αιτήτριας, με το οποίο τους ενημέρωναν ότι ενόψει της εκ συμφώνου έκδοσης απόφασης στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης περιουσιακών διαφορών, το προσωρινό διάταγμα έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και/ή άνευ νομικού ερείσματος. Επιπρόσθετα, στο ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα οι δικηγόροι του ενημέρωσαν τους δικηγόρους της Αιτήτριας ότι έχει προβεί σε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες εξασφάλισης δανεισμού από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με σκοπό την καταβολή στην Αιτήτρια του ποσού των €20.000,00, ωστόσο η Αιτήτρια αρνείται αδικαιολογήτως την απόσυρση των εμπράγματων βαρών (ΜΕΜΟ) επί των ακινήτων, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να παρακωλύει την εκτέλεση του εκδοθέντος διατάγματος και να μην συμβάλλει στην ομαλή εκτέλεση του, προκαλώντας οικονομική ζημιά σε αυτόν, έξοδα και ταλαιπωρία. Στην συνέχεια, δια του ιδίου ηλεκτρονικού μηνύματος οι δικηγόροι του κάλεσαν τους δικηγόρους της Αιτήτριας όπως ενόψει του γεγονότος ότι η ως άνω αναφερόμενη υπόθεση έχει διευθετηθεί πλήρως και εκ συμφώνου, να ενημερώσουν την Αιτήτρια όπως προβεί στην απόσυρση των εμπράγματων βαρών (ΜΕΜΟ), έτσι ώστε αυτός να μπορέσει να ολοκληρώσει τις διαδικασίες της δανειοδότησης.

15.  Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι οι δικηγόροι της Αιτήτριας στις 16/07/2025 απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους δικηγόρους του, διαμέσου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δια του οποίου διαβεβαίωναν ότι η Αιτήτρια θα είναι έτοιμη να αποσύρει οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, νοουμένου ότι προηγουμένως θα της καταβληθεί το ποσό των €20.000,00 και αφού αυτός μεταβιβάσει την πατρική οικία του στο χωριό […], της Επαρχίας Πάφου, επ’ ονόματι της θυγατέρας του Ε.Τ.. Στην συνέχεια, στο ίδιο ηλεκτρονικό μήνυμα αναφέρεται ότι παρότι στο υπό αναφορά διάταγμα δεν αναφέρεται χρόνος για μεταβίβαση του αναφερόμενου ακινήτου στην θυγατέρα του, η Αιτήτρια θεωρεί ότι είναι δίκαιο, να προηγηθεί η μεταβίβαση αυτού, καθότι εάν δεν γίνει η μεταβίβαση του αναφερόμενου ακινήτου πριν την συμπλήρωση των υπολοίπων, που αναφέρονται στην εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 11/11/2024, ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν θα έχει λόγο να υλοποιήσει το συγκεκριμένο διάταγμα, ουσιαστικά εκβιάζοντάς τον.

16.  Ισχυρίζεται ότι αυτή η στάση της Αιτήτριας, ενέχει στοιχεία δόλου και/ή κατάχρησης και/ή εκβιασμού, αφού όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, αλλά και ο ίδιος πιστεύει, το εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 11/11/2024, δεν τελεί υπό οποιαδήποτε αίρεση ή περιορισμό ή χρονικό περιθώριο κατά το οποίο πρέπει να λάβει χώρα η υλοποίηση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Αντιθέτως, αυτό το οποίο προβλέπεται ρητώς από το εκδοθέν διάταγμα είναι η καταβολή από μέρους του στην Αιτήτρια του ποσού των €20.000,00, και ακολούθως η Αιτήτρια να εγκαταλείψει το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω, η μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της θυγατέρας του, τελεί υπό την αίρεση ότι πρώτα θα πρέπει να προβεί σε βελτιωτικές εργασίες αυτής, ωστόσο η επιμονή της Αιτήτριας να μην αποσύρει τα εμπράγματα βάρη (ΜΕΜΟ) και πάλι δημιουργεί κώλυμα, εφόσον δεν μπορεί να λάβει την απαραίτητη δανειοδότηση ώστε να μπορέσει να προβεί σε όλες αυτές τις εργασίες.

17.  Ο Καθ’ ου η Αίτηση θεωρεί ότι καθίσταται ξεκάθαρο το γεγονός ότι η Αιτήτρια καταχρηστικά, εκδικητικά και εκβιαστικά δεν προβαίνει στην απόσυρση των εμπράγματων βαρών, έτσι ώστε να μην δύναται να της καταβάλει το ποσό των €20.000,00, αφού παρεμποδίζει την πώληση της οικίας όσο και την δανειοδότηση του αφού δεν διαθέτει αυτό το ποσό, ούτε έχει άλλο ακίνητο που θα μπορούσε να υποθηκεύσει εκτός από την πατρική του οικία που η τράπεζα δεν δέχεται να υποθηκεύσει, με αποτέλεσμα αυτή να διαμένει μέσα στην κατοικία δωρεάν, για όσο ακόμα χρονικό διάστημα μπορεί, ενώ περαιτέρω η ίδια επιθυμεί πρώτα να μεταβιβαστεί η πατρική του κατοικία στην θυγατέρα τους, και ακολούθως να αποσύρει τα εμπράγματα βάρη, έτσι ώστε να διασφαλίσει την διαμονή της στην συγκεκριμένη κατοικία.

18.  Περαιτέρω, ο Καθ’ ου υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια παρεμποδίζει εσκεμμένα την εκτέλεση της απόφασης γιατί ενώ εξηύρε αγοραστές για το επίδικο ακίνητο, αρνείται αδικαιολόγητα να αποσύρει τα ΜΕΜΟ έτσι ώστε να διεκπεραιωθεί η πώληση για να της καταβάλει το ποσό των €20.000,00 με την δικαιολογία ότι πρέπει να μεταβιβάσει ταυτόχρονα και την πατρική του οικία στο όνομα της θυγατέρας του, ενώ η απόφαση δεν προβλέπει κάτι τέτοιο, δηλαδή χρονικό περιορισμό για την μεταβίβαση ή για οποιαδήποτε υποχρέωση του αυτό να γίνει ταυτόχρονα με την απόσυρση των ΜΕΜΟ.

19.  Πέραν τούτων, λαμβάνει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του, αλλά και από όσα ο ίδιος πιστεύει, ότι το Δικαστήριο κατά την έκδοση των εκ συμφώνου διαταγμάτων για την οριστική, τελεσίδικη και αμετάκλητη επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών, δεν έθεσε οποιουσδήποτε όρους δυνάμει των οποίων θα πρέπει να είναι σε ισχύ το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, αφού αν ο στόχος του ήταν αυτός, τότε θα το είχε πράξει ή μάλλον καλύτερα θα είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Είναι η θέση του, ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα δεν εξυπηρετεί πλέον κανέναν νόμιμο σκοπό και έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων έχουν επιλυθεί με την εκ συμφώνου έκδοση απόφασης.

20.  Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η ψυχολογική ζημιά, ταλαιπωρία, και άγχος θα συνεχιστεί με ανεπανόρθωτες συνέπειες για τον ίδιο, εκτός εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αλλιώς η Αιτήτρια θα συνεχίσει να του δημιουργεί πρόβλημα, αφού ως διαφαίνεται δεν συνεργάζεται, ή επί της ουσίας τον εκβιάζει. Είναι η θέση του, πως υπό τις περιστάσεις είναι αναγκαία αλλά και επιβεβλημένη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, για να δύναται να εκτελέσει την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση.

(III)     ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։

 

21.  Η υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση προσέκρουσε στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης της Αιτήτριας, και στην οποία παρατίθενται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης։

 

 (Α) Η αίτηση του Αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντινομική και εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία καθότι αυτή προωθείται στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών διαφορών με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό η οποία ολοκληρώθηκε 11.11.2024.

 

(Β) Δεν είναι εφικτή η προώθηση οποιασδήποτε αίτησης και/ή της παρούσας αίτησης του Αιτητή στα πλαίσια υπόθεσης που ολοκληρώθηκε η εκδίκαση της και επιδιώκεται έμμεσα η τροποποίηση της απόφασης.

 

(Γ) Δεν έχει εξουσία το σεβαστό Δικαστήριο να αποφασίσει για τις επιδιωκόμενες θεραπείες που αξιώνει ο Αιτητής μέσα από την αίτησης του ημερ. 8.8.2025.

 

(Δ)Δεν πληρούνται οι αρχές και προϋποθέσεις που εφαρμόζονται για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

(Ε) Η αίτηση του Αιτητή είναι αντινομική και παράτυπη.

 

(Στ) Στην αίτηση του ο Αιτητής αποκρύβει ουσιαστικά και αληθή γεγονότα σκοπίμως γιατί εάν αποκάλυπτε όλα τα γεγονότα δεν θα είχε καμία πιθανότητα να επιτύχει στην έκδοση του διατάγματος.

 

(Ζ) Η αίτηση του Αιτητή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και δεν δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει τα διατάγματα που ζητά ο Αιτητής.

 

(Η) Η αίτηση του αιτητή είναι άνευ αντικειμένου.

 

22.  Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία αναφέρει πως όπως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της, η αίτηση είναι παράτυπη καθότι η παρούσα διαδικασία έπρεπε να αρχίσει με εναρκτήρια αίτηση, αφού στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό αιτήσεως έχει εκδοθεί τελική απόφαση.

23.  Περαιτέρω, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/11/2024 στην πρώτη παράγραφο αυτής, αναφέρεται ξεκάθαρα ότι το χρηματικό ποσό το οποίο θα της καταβάλει ο Καθ’ ου η Αίτηση, ήτοι το ποσό των €20,000 θα καταβληθεί κατόπιν πώλησης του ακινήτου […], Φ/Σχ. […], τεμάχιο […] στο χωριό […] της επαρχίας Πάφου στην οδό […], μερίδιο ½. Διευκρινίζει ακόμα, ότι με την καταβολή του ποσού των €20,000 στην ίδια, αυτή υποχρεούται ταυτόχρονα να παραδώσει την ελεύθερη κατοχή του ακινήτου στους νέους αγοραστές.

24.  Ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση όπως φαίνεται, δεν έχει προβεί στην πράξη πώλησης του ακινήτου και ως εκ τούτου η αίτηση του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, διότι οι πρόνοιες της απόφασης είναι σαφέστατες και δεν προνοούν οποιανδήποτε άλλη ρύθμιση. Περαιτέρω, όπως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της, αυτό που επιδιώκει ο Καθ’ ου η Αίτηση μέσα από την αίτηση του είναι ουσιαστικά η τροποποίηση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/11/2024, πράγμα νομικά ανέφικτο.

25.  Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση όπως προκύπτει από την τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/11/2024, εξαπάτησε τόσον την ίδια όσο και το Δικαστήριο αφού αποδέχθηκε την έκδοση διατάγματος και τούτο με μοναδικό σκοπό να την πείσει να καταλήξουν σε συμβιβασμό της υπόθεσης και πως θα βελτίωνε την πατρική του κατοικία στο χωριό […] της επαρχίας Πάφου και ακολούθως να την μεταβιβάσει στην θυγατέρα τους Ε.Κ. ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ανέφικτο να υλοποιηθεί, καθότι η συγκεκριμένη κατοικία δεν του ανήκει και κατ’ επέκταση δεν μπορεί και να την μεταβιβάσει. Το γεγονός αυτό περιήλθε στην αντίληψη της Αιτήτριας πριν από λίγες ημέρες στα πλαίσια μίας προσπάθειας που έγινε για να υπάρξει εξώδικος διακανονισμός των διαφορών τους.

26.  Μετά την πιο πάνω διαπίστωση και αφού αντιλήφθηκε την εξαπάτηση που έγινε από πλευράς του Καθ’ ου η Αίτηση, η Αιτήτρια αναφέρει ότι έδωσε σχετικές οδηγίες στον δικηγόρο της για λήψη ενδίκων μέσων κατά του Καθ’ ου η Αίτηση.

27.  Συνεπώς, στην βάση των πιο πάνω η Αιτήτρια θεωρεί ότι η αίτηση του Καθ’ ου η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη και θα πρέπει το Δικαστήριο να την απορρίψει, καταδικάζοντας τον στα έξοδα.

 

 

(IV)     ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։

 

28.  Η εγγραφή μιας δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνσης (ΜΕΜΟ) επί ακινήτου ενός εξ αποφάσεως οφειλέτη, αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 14(1)(β) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Ουσιαστικά η εν λόγω εγγραφή επενεργεί ως εγγύηση για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, παρέχοντας δικαίωμα στον εξ’ αποφάσεως πιστωτή να προωθήσει αίτηση για εκποίηση του ακινήτου που βαρύνεται με την εγγραφή της απόφασης.

 

29.  Με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου, υπό μορφή ΜΕΜΟ, αυτό συνιστά πλέον εμπράγματο βάρος. Σύμφωνα με το άρθρο 12(5)(α)  του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965) ως τροποποιήθηκε στην οποία παραπέμπει η ερμηνευτική διάταξη του νόμου, ως προς το τι συνιστά «εμπράγματον βάρος» αναφέρεται:

 

«12(5) Εν τω παρόντι άρθρω-

(α) «εμπράγματον βάρος» σημαίνει άμεσον τινά επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφιστάμενην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου».

 

30.  Οφείλω να επισημάνω, ότι μέσα από το άρθρο 12(1)(α) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν.9/1965) εισάγεται ο βασικός κανόνας της απαγόρευσης μεταβίβασης ακίνητης ιδιοκτησίας η οποία βαρύνεται με εμπράγματο βάρος, ενώ παράλληλα δεν γίνεται αποδεκτή από το κτηματολόγιο οποιαδήποτε δήλωση μεταβίβασης ακίνητου που υπόκειται σε εμπράγματο βάρος. Αποτέλεσμα αυτής της δέσμευσης είναι ο ιδιοκτήτης του βεβαρημένου ακινήτου να μην μπορεί να το μεταβιβάσει ελεύθερο σε τρίτο πρόσωπο, είτε χωρίς την προηγούμενη εξάλειψη του βάρους από τον πιστωτή, είτε χωρίς την ακολουθία της διαδικασίας του άρθρου 12(Α) του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965.

 

31.  Η εγγραφή ΜΕΜΟ επί ακινήτου ιδιοκτησίας διέπεται από το Μέρος V του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, άρθρα 53-71 που αφορά «Επιβάρυνση Γης με Εγγραφή Απόφασης». Ειδικότερα, τα άρθρα 53 και 71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) είναι αυτά που σχετίζονται με την υπό εξέταση αίτηση και τα οποία προνοούν τα ακόλουθα։

 

«53. Ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, όπως ορίζεται πιο κάτω, αφού εγγράψει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους».

 

«71. Κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να ζητήσει από το Δικαστήριο την ακύρωση οποιασδήποτε εγγραφής που διενεργήθηκε δυνάμει του Μέρους αυτού».

 

32.  Ουσιαστικά, για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια του άρθρου 71 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), θα πρέπει αυτός που επιζητεί την ακύρωση της εγγραφής δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) να αποτελεί ενδιαφερόμενο μέρος, υπό την έννοια της ύπαρξης σχέσης ή έννομου συμφέροντος που να συνδέεται με την ιδιοκτησία που επιβαρύνεται με την εγγραφή της οποίας ζητείται η ακύρωση. Επιπρόσθετα, θα πρέπει η εν λόγω εγγραφή να διενεργήθηκε δυνάμει του Κεφ.6 Μέρος V, με τίτλο «Εκτέλεση επί ακινήτων». Παρόλο που δεν γίνεται οποιαδήποτε ρητή αναφορά στο άρθρο 71, προκύπτει ως απόρροια της κοινής λογικής, πως αποτελεί επιπλέον προϋπόθεση για σκοπούς άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει του εν λόγω άρθρου, το να συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος, ο οποίος να δικαιολογεί την ακύρωση, όπως για παράδειγμα η εξόφληση του εξ’ αποφάσεως χρέους ή κάποιος άλλος καλός ή ικανοποιητικός λόγος.

 

(V)      ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։

 

33.  Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές και νομοθετικές διατάξεις, προχωρώ στην εξέταση της αίτησης, με βάση το περιεχόμενο της, αλλά και των λόγων ένστασης που έχουν προβληθεί.

 

34.  Αρχικά, θεωρώ ότι θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα ο λόγος ένστασης της Αιτήτριας, περί παρατυπίας της αίτησης διότι η παρούσα διαδικασία έπρεπε να αρχίσει με εναρκτήρια αίτηση, αφού στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό αιτήσεως έχει εκδοθεί τελική απόφαση.

35.  Διαπιστώνω ότι η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση επέλεξε να καταχωρήσει αρχικά μονομερή ενδιάμεση αίτηση για προώθηση των αιτητικών της και όταν αυτά δεν εκδόθηκαν μονομερώς από το Δικαστήριο, αυτή κατέστη δια κλήσεως. Η υπό εξέταση αίτηση έχει ως αντικείμενο ένα μέτρο εκτέλεσης, ήτοι την ακύρωση ενός memo. Συνεπώς, εγείρεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο ο τύπος που επιλέχθηκε για προώθηση του αιτήματος του Καθ’ ου η Αίτηση είναι ο ορθός και ενδεδειγμένος, αφού αφορά μία διαδικασία η οποία προωθήθηκε μετά την διεκπεραίωση της εναρκτήριας αίτησης περιουσιακών διαφορών μεταξύ των διαδίκων.

 

36.  Ανατρέχοντας στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) και ειδικότερα στο άρθρο 71 αυτού που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, διαπιστώνω ότι δεν καθορίζονται περιοριστικά οι περιπτώσεις κατά τις οποίες οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση ενός memo και κυρίως δεν καθορίζεται το δικονομικό μέτρο που πρέπει να ληφθεί. Στο ερώτημα που προκύπτει, αντλείται καθοδήγηση από τα όσα υποδείχθηκαν στην Ιωακείμ ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2003) 1 ΑΑΔ 198, όπου επισημάνθηκε ότι η αίτηση που πρέπει να καταχωρείται, είναι πρωτογενής αφού ο ομφάλιος λώρος που έχει αποκοπεί (νοείται από την αγωγή), είναι το κριτήριο που διέπει το ζήτημα.

 

37.  Καθοδηγητική σε σχέση με το επίδικο ζήτημα είναι και η υπόθεση Κιταλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1759, από όπου παραθέτω το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα:

 

«Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο,  ότι το κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι. Με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια βέβαια. Στην πρώτη περίπτωση η σχετική αίτηση είναι ενδιάμεση, με αποτέλεσμα ο Επαρχιακός Δικαστής να έχει, βάσει του άρθρου 22(4)(β), δικαιοδοσία «παρά το ότι το ποσό που αμφισβητείται ή η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τη δικαιοδοσία που ανατίθεται σε αυτόν». Στη δεύτερη περίπτωση η σχετική αίτηση είναι αυτοτελής, με αποτέλεσμα ο Επαρχιακός Δικαστής να μη έχει δικαιοδοσία, εφόσον το ποσό που αμφισβητείται ή η αξία της επίδικης διαφοράς υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του βάσει του άρθρου 22(3)(α).

 

Η απάντηση, ότι η επίδικη αίτηση, όπως και κάθε αίτηση για εκτέλεση αποφάσεως Επαρχιακού Δικαστηρίου στα πλαίσια του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, είναι αυτοτελής και όχι ενδιάμεση, με αποτέλεσμα η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να μην διέπεται από το άρθρο 22(4)(β), αλλά από το άρθρο 22(3)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου, έχει ήδη δοθεί από τη νομολογία του Εφετείου στις υποθέσεις Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Co. Ltd. (1965) 1 C.L.R. 97 και Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S. (1984) 1 C.L.R. 435.

 

Από την πρώτη απόφαση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, στη σελίδα 115:

 

«The proceedings for the setting aside of the registration of the foreign judgment are closely connected with the questions which arise in the course of execution of a District Court judgment, e.g. applications for writs of attachment, interpleader applications, etc. In those cases, if the property attached under the execution of the District Court judgment, or seized in execution of the judgment and claimed by a third party, exceeds in value the sum of £500, (the then jurisdiction of a District Judge), then the Full Court - and not a Judge sitting alone - has jurisdiction to hear and determine the matter".

 

Από τη δεύτερη απόφαση σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελίδα 443:

 

«Questions arising in the course of execution of a District Court judgment, as the point raised in the sub judice decision, are not orders "not disposing of the action on its merits" and, therefore, if the amount in dispute or the value of the property exceeds the limits of the jurisdiction of a judicial officer, he lacks jurisdiction and the trial is a nullity».

 

38.  Περαιτέρω στην πρωτόδικη απόφαση που εκδόθηκε στην αγωγή με αρ. 3154/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ Ellinas Finance Public Company Ltd v. Καλλής, ημερομηνία απόφασης 21/01/2016,  o Γιαπανάς Α.Ε.Δ. επισήμανε τα ακόλουθα։

 

«Σημειώνεται περαιτέρω, ότι στην υπόθεση Ιωακείμ κ.α. v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1) (2003) 1 Α.Α.Δ. 198, υπεδείχθη ότι διαδικασία κάτω από τις πρόνοιες του Κεφ.62 είναι αυτόνομη διαδικασία της οποίας ο ομφάλιος λώρος έχει αποκοπεί από την αγωγή, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών.  Ομοίως, στην υπόθεση Κιταλίδης v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.α. (2000) 1 Α.Α.Δ. 1759 υπεδείχθη ότι κάθε αίτηση με βάση τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, δεν είναι ενδιάμεση αίτηση. Και τούτο γιατί κριτήριο είναι αν το επιζητούμενο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής ή όχι. Να σημειωθεί ότι το εγερθέν θέμα στις πάνω υποθέσεις αφορούσε, τον χρόνο υποβολής Έφεσης στην πρώτη και στην καθ' ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κάτω από τις πρόνοιες του Α.23(α) του Ν.14/60 την δεύτερη και όχι ποιο είναι το ορθό δικονομικό μέτρο έναρξης της διαδικασίας, χαρακτηριζόμενη η διαδικασία στην Ιωακείμ ανωτέρω, ως πρωτογενούς χαρακτήρα.

 

Στην βάση του γεγονότος ότι και η εγγραφή δικαστικής απόφασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακινήτου περιουσίας, όπως και η υποθήκη, είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι τα νομολογηθέντα καθόσον αφορά τις υποθήκες, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και επί εγγραφής δικαστικής αποφάσεως επί της ακινήτου περιουσίας του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη.  Επισημαίνεται ότι το επιζητούμενο διάταγμα όχι μόνο δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής, αλλά η θεραπεία που επιδιώκεται αλλού στοχεύει και άλλη είναι η ουσία του.

 

Κατά συνέπεια εκεί όπου ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης αμφισβητεί την εγκυρότητα της εγγραφής της δικαστικής απόφασης, ως εξ υπαρχής παράνομης, αυτό μόνο στα πλαίσια αγωγής μπορεί να εξεταστεί. Στην περίπτωση που επιδιώκει την ακύρωση εγγραφής, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, λόγω εξόφλησης, τότε η διαδικασία που υποβάλλεται είναι εκείνη της (Γενικής) Πρωτογενούς αιτήσεως και όχι με αίτηση δια κλήσεως, ως είναι η παρούσα διαδικασία» (η υπογράμμιση είναι δική μου).

 

39.  Συνεπακόλουθα στην βάση των πιο πάνω, προκύπτει ότι μία αίτηση για ακύρωση ενός μέτρου εκτέλεσης όπως το memo, δεν δύναται να επιζητείται μέσω ενδιάμεσης αίτησης όπως δηλαδή έπραξε η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση, παρά μόνο με πρωτογενή αίτηση. Παρόλα αυτά, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν θα πρέπει να απορριφθεί μόνο για τον λόγο ότι δεν ακολουθήθηκε η ενδεδειγμένη διαδικασία, η οποία μάλιστα δεν προβλέπεται ρητά στην σχετική νομοθεσία, αλλά θα πρέπει η διαδικασία να διασωθεί, αφού δεν έχουν επηρεαστεί δυσμενώς τα δικαιώματα της πλευράς της Αιτήτριας, η οποία ακούστηκε δεόντως και προώθησε την ένσταση της στα πλαίσια της δίκαιης δίκης.

 

40.  Σχετική επί του θέματος, είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Hellington Commodities Ltd κ.α. (2009) 1(Β) ΑΑΔ 926, στην οποία έγινε αναφορά στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, INC (1999) 1(A) AAΔ.124, όπου αποφασίστηκε ότι στην απουσία ειδικών κανόνων για πρόσβαση στο Δικαστήριο, δεν καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα που παρέχει ο Νόμος, αλλά χρησιμοποιούνται οι γνωστές στο δίκαιο διαδικασίες, φτάνει να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών.

 

41.  Ακόμα όμως και στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι το δικονομικό μέτρο που λήφθηκε από τον Καθ’ ου η Αίτηση είναι πράγματι εσφαλμένο και το μη ενδεδειγμένο, αυτό δεν θα πρέπει να παραμερισθεί διότι με βάση την Δ.64 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών։ "το Δικαστήριο δεν θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς".

 

42.  Εν προκειμένω, παραπέμπω σε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση ANS Secretaries LTD ν. Orianda Management FZ, LLC, Π.Ε. 362/09, ημερομηνίας 03/07/2014, όπου υποδείχθηκαν τα πιο κάτω:

«Η νέα Διάταξη 64, μετά την τροποποίησή της, απέβλεπε ακριβώς στο να καλύψει τέτοιου είδους παραλείψεις και παρεκκλίσεις από τους Θεσμούς, εξισώνοντας τις με παρατυπίες ώστε, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα, να δύνανται να θεραπευθούν και να περισωθούν από ακυρότητα. Το δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με γνώμονα πάντοτε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως αυτά αποτιμούνται υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, καθώς και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης (βλ. Σκάρου ν. Χριστοδούλου κ.α. (1996) 1 ΑΑΔ 1333, Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd ν. Δημοκρατίας (1996) 3 ΑΑΔ 323, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου κ.α. (1999) 1Γ ΑΑΔ 1535 και Μιχαήλ ν. Ττούνια (2004) 1Α ΑΑΔ 113). Ένα από τα κύρια στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου και το οποίο συχνά καθορίζει την απόφαση του Δικαστηρίου σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, είναι ο δυσμενής επηρεασμός του αντιδίκου, ως αποτέλεσμα της παρατυπίας. Ο μη επηρεασμός των δικαιωμάτων του Εναγομένου ήταν ο κύριος λόγος που πρόσφατα κρίναμε στην Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, ανωτέρω, ότι η επίδοση εσφαλμένου τύπου κλητηρίου ήταν θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64.

Με τη νέα Διάταξη 64, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το Διαδικαστικό Κανονισμό 2/95, η προσπάθεια του Δικαστηρίου θα πρέπει πάντοτε να κλίνει υπέρ της διάσωσης οποιουδήποτε δικονομικού μέτρου που παρεκκλίνει από τους Θεσμούς, ενώ προηγουμένως αυτό θα εθεωρείτο άκυρο».

 

43.  Στην βάση των πιο πάνω λόγων, δεν θεωρώ ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει απαραιτήτως να απορριφθεί ως παράτυπη, αλλά κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η διαδικασία που ακολουθήθηκε θα πρέπει να διασωθεί από την ακυρότητα της.

 

44.  Προχωρώ συνεπώς να εξετάσω αν μπορούν να επιτύχουν οι αιτούμενες θεραπείες, ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου της παρούσης, από τον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει ασφαλή γνώση (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1938) και μέσα από τον οποίο διαπιστώνω τα ακόλουθα։

 

45.  Στις 19/10/2021 το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία οριστικοποίησε το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 10/07/2020 και διέταξε όπως αυτό να έχει ισχύ μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εναρκτήριας αίτησης ή νεότερου διατάγματος του (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Είναι επίσης παραδεκτό από τους διαδίκους, πως στην βάση του εν λόγω προσωρινού διατάγματος, η πλευρά της Αιτήτριας ενέγραψε προς όφελος της δύο ΜΕΜΟ επί των δύο επίδικων ακινήτων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Πάφου, ήτοι τα εμπράγματα βάρη με αριθμό […] και […].

 

46.  Ακολούθως, στις 11/11/2024 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση μεταξύ των διαδίκων με την οποία επιλύθηκαν οι περιουσιακές τους διαφορές. Η εν λόγω απόφαση προέβλεπε μία σειρά από ενέργειες και υποχρεώσεις των διαδίκων στην βάση υλοποίησης της συμφωνίας στην οποία είχαν καταλήξει. Παρατηρώ επίσης, ότι δεν έγινε οποιαδήποτε πρόνοια στην εν λόγω απόφαση σε σχέση με την ισχύ του οριστικοποιηθέντος προσωρινού διατάγματος από τους διαδίκους ή από το Δικαστήριο, ενδεχομένως γιατί δεν κρίθηκε αναγκαίο υπό τις περιστάσεις.

47.  Συνεπακόλουθα, φρονώ ότι από την στιγμή που εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 11/11/2024, νοείται ότι από την στιγμή που αποπερατώθηκε η εναρκτήρια αίτηση και δεν υπήρξε οποιαδήποτε νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου σε σχέση με το προσωρινό διάταγμα, τότε η ισχύς του έπαυσε και αυτό εξέπνευσε μέχρι και το χρονικό σημείο που εκδόθηκε η εκ συμφώνου τελική απόφαση στις 11/11/2024.

 

48.  Νοείται ότι, επειδή τα επίδικα memo ενεγράφησαν στα πλαίσια του εν λόγω προσωρινού διατάγματος το οποίο δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ και όχι στην βάση της εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 11/11/2024, θα πρέπει αυτά εκ των πραγμάτων να ακυρωθούν. Και τούτο, διότι τα επίδικα memo δεν αποτελούν πλέον εμπράγματα βάρη στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας, αφού απουσιάζει το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο για το οποίο αρχικά ενεγράφησαν, ήτοι η ύπαρξη δικαστικής απόφασης. Δηλαδή, είναι δίκαιο, ορθό και εύλογο αυτά να ακυρωθούν, αφού δεν εξυπηρετούν πλέον τον σκοπό για τον οποίο ενεγράφησαν.

 

49.  Θεωρώ λοιπόν, ότι στην υπό εξέταση περίπτωση ικανοποιούνται όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την ακύρωση των επίδικων memo, αφού διαπιστώνω ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση νομιμοποιείται να ζητήσει ως ενδιαφερόμενο μέρος την ακύρωση του εν λόγω εμπράγματου βάρους, ενώ η εγγραφή των δύο memo έλαβε χώρα στην βάση των διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας. Ειδικότερα όμως, έχω ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί σοβαρός, καλός και νόμιμος λόγος για την ακύρωση των επίδικων memo, από την στιγμή που αυτά πλέον παραμένουν εγγεγραμμένα στο κτηματολόγιο, χωρίς να υφίσταται καν η δικαστική απόφαση που δικαιολογούσε και στήριζε την εγγραφή τους.  

 

50.  Τα όσα ισχυρίζονται οι διάδικοι και οι αλληλοκατηγορίες τους σε σχέση με την μη τήρηση των συμφωνηθέντων, αλλά και περί εξαπάτησης και ασυνέπειας τους, δεν αφορούν κατ’ ουσίαν το επίδικο ζήτημα, αλλά επικεντρώνονται στην εκ συμφώνου τελική απόφαση ημερομηνίας 11/11/2024. Δεν παραβλέπω το παραδεκτό γεγονός, ότι μέχρι και σήμερα οι διάδικοι δεν κατάφεραν να υλοποιήσουν τις πρόνοιες της συμφωνίας στην οποία κατέληξαν και στους όρους της απόφασης που εκδόθηκε, εν τούτοις αυτό δεν πρέπει να συνδέεται με το επίδικο ζήτημα της ύπαρξης των memo, το οποίο αφορά το οριστικοποιηθέν προσωρινό διάταγμα που δεν βρίσκεται πλέον σε ισχύ.

 

51.  Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει μέσα από την ένσταση ή την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας οποιαδήποτε βάσιμη ή λογική επεξήγηση ή αιτιολόγηση σε σχέση με τους λόγους που θεωρεί ότι τα επίδικα memo θα πρέπει να παραμείνουν εγγεγραμμένα στο κτηματολόγιο. Απλά διαφαίνεται ότι η Αιτήτρια θεωρεί πως τα memo δεν πρέπει να ακυρωθούν, διότι με αυτόν τον τρόπο ο Καθ’ ου θα αναγκαστεί να τηρήσει τα συμφωνηθέντα στα πλαίσια της απόφασης ημερομηνίας 11/11/2024. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εν λόγω θέση της Αιτήτριας, αφού αυτή δεν σχετίζεται επακριβώς και ουσιωδώς με το υπό εξέταση ζήτημα, ενώ ούτε αποτελεί βάσιμο επιχείρημα ή ικανοποιητικό λόγο για την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων.

 

(VI)     ΚΑΤΑΛΗΞΗ։

 

52. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και ευρημάτων μου και για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, εκδίδονται διατάγματα ως οι αιτούμενες θεραπείες υπό (Α), (Β) και (Γ) της υπό εξέταση αίτησης. Οι υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες της αίτησης ημερομηνίας 08/08/2025 απορρίπτονται ως αβάσιμες και άνευ αντικειμένου.

 

53.  Εν’ όψει της πιο πάνω κατάληξης, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος ή ιδιαίτερες περιστάσεις, ώστε να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνεπώς, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.

Υπ.  ……………………………………..

                                                                 Χ. Πογιατζής, Δ. Οικ. Δ.

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο