Κ.Τ. ν. Α.Κ. κ.α., Αρ. Αίτησης? 3/2025, 29/4/2026
print
Τίτλος:
Κ.Τ. ν. Α.Κ. κ.α., Αρ. Αίτησης? 3/2025, 29/4/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΑΤΡΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΕΚΝΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ.

Αρ. Αίτησης։ 3/2025

   i-Justice    

 

Μεταξύ:

 

Κ.Τ.  

Αιτήτριας

                                                         -και-

 

                                                        1. Α.Κ.

                                                        2. Χ.Γ.Κ.

                                                        3. Μ.Γ.Κ.

                                                        4. Ε.Π.

                                                        5. Χ.Π.

                                                        6. Λ.Κ.

                                                        7. Σ.Β.

                                                        8. Χ.Β.

                                                        9. Α.Σ.

 

Καθ' ων η αίτηση

----------------------

Αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 19/09/2025

  

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29/04/2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Αιτήτρια: κ. E. Ερωτοκρίτου και κα Μ. Χατζηιωάννου για E. EROTOKRITOU LLC

Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 4-8: κ. Ε. Κορακίδης για Ανδρέας Δημητριάδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και Επαμεινώνδας Κορακίδης Δ.Ε.Π.Ε.

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

(I)   ΕΙΣΑΓΩΓΗ։

  1. Στις 10/07/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό τον ως άνω τίτλο εναρκτήρια Αίτηση με την οποία αιτείται την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να αναγνωρίζεται ότι ο αποβιώσας Κ.Σ. είναι ο βιολογικός πατέρας της Αιτήτριας καθώς και διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η εγγραφή του ως βιολογικού πατέρα της στα ληξιαρχικά βιβλία και όπως της δοθεί το επίθετο του.
  2. Ακολούθως, οι Καθ’ ων η Αίτηση αρ 1 και 4-8 καταχώρησαν στις 08/09/2025 σημείωμα εμφάνισης δηλώνοντας την πρόθεση τους να αμφισβητήσουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Στην συνέχεια στις 19/09/2025, οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρησαν ενδιάμεση δια κλήσεως αίτηση με την οποία αξιώνουν τα ακόλουθα։

Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή ότι δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει.

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με τον οποίο να διατάσσεται ο παραμερισμός του εντύπου απαίτησης της Απαίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή/και η αναστολή της διαδικασίας της Απαίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή/και η απόρριψη της Απαίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό.

  1. Στις 26/06/2023 η Αιτήτρια καταχώρησε την ένσταση της προβάλλοντας 10 λόγους ένστασης και με την οποία αξιώνει την απόρριψη της υπό εξέταση Αίτησης.
  2. Η ακρόαση της υπό εξέταση αίτησης διεξήχθη αποκλειστικά στην βάση των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση των διαδίκων. Οι συνήγοροι των διαδίκων αρκέστηκαν σε γραπτές αλλά και προφορικές αγορεύσεις, στις οποίες η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε των θέσεων της με αναφορά σε νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και τις οποίες έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή και λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου.

(II)  OΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ։

  1. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στους περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμους του 1991 μέχρι 2008, τα άρθρα 20 και 22 και τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Μέρος 12, κανονισμός 12.1 και Μέρος 23, κανονισμοί 23.1 - 23.5 και 23.8 – 23.13.
  2. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό εκδίκαση ενδιάμεση αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του Σ.Β.-Καθ’ ου η Αίτηση αρ. 7 ημερομηνίας 19/09/2025. Αρχικά, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όπως και οι υπόλοιποι Καθ’ ων η αίτηση, είναι ένας από τους κληρονόμους του αποβιώσαντα Κ.Σ.Σ. τέως από την Χλώρακα, της Επαρχίας Πάφου, ο οποίος απεβίωσε κατά την 28/08/2022 και πως με την απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, η Αίτητρια αιτείται την δικαστική αναγνώριση της ως τέκνο του πιο πάνω αποβιώσαντα.
  3. Περαιτέρω, αναφέρει ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που υποστηρίζει την απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, αυτή θεωρούσε ως βιολογικό της πατέρα τον πιο πάνω αποβιώσαντα από τις 07/10/2019, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, τεκμηριώθηκε επιστημονικά η πιο πάνω συγγένεια της.
  4.  Ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι, οι δικηγόροι τους τον πληροφορούν ότι το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει την δικαστική αναγνώριση του παραγράφεται 3 χρόνια από την ενηλικίωση του τέκνου ή 3 χρόνια από την ημερομηνία έναρξης του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 ή 3 χρόνια από την ημερομηνία που περιήλθαν σε γνώση του τέκνου τα γεγονότα που μπορούσαν να το οδηγήσουν στην ταυτότητα του υποτιθέμενου πατέρα του.
  5. Συνεπώς, στην βάση των πιο πάνω πιστεύει ότι η απαίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό δεν αποκαλύπτει κάποιο ζήτημα με το οποίο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ασχοληθεί ή/και ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία ή/και εξουσία να εκδώσει τις αιτούμενες από την Αιτήτρια θεραπείες, εφόσον η Αιτήτρια επικαλείται ένα ισχυρισμό για μια χωρίς αμφιβολία παραγεγραμμένη ή ανύπαρκτη αξίωση.  

(III)         ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։

  1.  Στις 28/11/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε την ένσταση της η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της, με την οποία προβάλλει συνολικά δέκα λόγους ένστασης οι οποίοι είναι οι ακόλουθοι։

1.Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.

2.Το παρόν Δικαστήριο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο και ως εκ τούτου έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό τον άνω αριθμόν και τίτλο Απαίτηση και μπορεί να ασκήσει την δικαιοδοσία του.

3.Το δικονομικό ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα διαφορετικό από αυτό της παραγραφής.

4.Η Αιτήτρια έχει καλό υφιστάμενο αγώγιμο δικαίωμα και/ή αξίωση και καλή βάση υπόθεσης εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση και νομιμοποιείται πλήρως στην καταχώριση και προώθηση της υπό τον άνω αριθμόν και τίτλο απαίτησης για δικαστική αναγνώριση του βιολογικού της πατέρα αφού έχει ανατρέψει το τεκμήριο καταγωγής από γάμο.

5.Η τριετής αποσβεστική προθεσμία για δικαστική αναγνώριση του βιολογικού πατέρα από το τέκνο αρχίζει από την αμετάκλητη απόφαση ανατροπής του τεκμηρίου του γάμου.

6. Οι Καθ’ ων η Αίτηση κωλύονται λόγω κωλύματος (estoppel) και/ή δεσμευτικότητας και/ή δεδικασμένου στην εκ δεύτερου δικαστική εξέταση του ζητήματος της αποσβεστικής προθεσμίας και/ή της παραγραφής του δικαιώματος του τέκνου για δικαστική αναγνώριση του βιολογικού του πατέρα, το οποίο έχει αποφασισθεί σε προηγούμενη απόφαση Δικαστηρίου, ήτοι της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 29/5/2024 στο πλαίσιο της Αιτ. αρ. 8/2022 Οικ. Δικ. Πάφου και της Έφεσης Ε46/2024 ημερ.30/5/2025 κατά τελεσίδικο τρόπο.

7.Oι Καθ’ ων η Αίτηση κωλύονται λόγω συμπεριφοράς στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας Αίτησης αφού στο πλαίσιο της Πολιτικής Έφεσης Ε46/2024 κατά την καταχώρηση της Ειδοποίησης Εφεσίβλητου δήλωσαν ότι ζητούν από το Εφετείο να επικυρώσει στην ολότητα της την πρωτόδικη απόφαση στην Αίτηση αρ. 8/2022 ημερομηνίας 29/05/2024.

8.To δικαίωμα στην αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας και ταυτότητας είναι θεμελιώδες και τυγχάνει προστασίας από το Σύνταγμα και την Νομολογία σε ευρωπαϊκό και ημεδαπό επίπεδο. Η πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ έκρινε ότι οι ανελαστικοί χρονικοί περιορισμοί που ισχύουν για την δικαστική αναγνώριση της πατρότητας αντιβαίνουν στο άρθρο 6 και άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

9. Όταν το τέκνο καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής το άρθρο 22(2) του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 (Ν.187/1991).

10.Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση κακή τη πίστη με σκοπό να αποφύγουν την ουσιαστική εξέταση της υπό τον άνω αριθμόν και τίτλο Απαίτησης.

  1.  Η ένσταση της Αιτήτριας υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της ίδιας ημερομηνίας 28/11/2025, με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί και θέσεις։
  2.  Από όσα καλύτερα γνωρίζει και όπως ενημερώνεται από τους δικηγόρους της, η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη για τους λόγους τους οποίους θα αναφέρει κατωτέρω. Υποστηρίζει ότι το παρόν Δικαστήριο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο και ως εκ τούτου έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό τον άνω αριθμόν και τίτλο απαίτηση και μπορεί να ασκήσει την δικαιοδοσία του.
  3.  Περαιτέρω, η Αιτήτρια αναφέρει ότι όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της, η καθ’ ύλην αρμοδιότητα καθορίζεται από τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο (Ν.23/90). Ειδικότερα στο άρθρο 11 του Νόμου οριοθετείται η καθ’ ύλην δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων και δη στο άρθρο 11(2)(ε) γίνεται αναφορά στην εξουσία του Δικαστηρίου να επιλαμβάνεται μεταξύ άλλων θεμάτων αναγνώρισης τέκνου. Αντικείμενο της υπό τον άνω αριθμόν και τίτλο απαίτησης είναι η δικαστική αναγνώριση της ως βιολογικό τέκνο του Κ.Σ.Σ. τέως από την Χλώρακα και ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο είναι καθ’ ύλην αρμόδιο.
  4.  Περαιτέρω, αναφέρει ότι όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, η κατά το τόπον δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων οριοθετείται γενικά στο άρθρο 12 του Νόμου (Ν.23/90) και στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 (Ν.187/91) όπου αναφέρεται ότι Δικαστήριο σημαίνει το οικογενειακό Δικαστήριο της επαρχίας στην οποία το τέκνο έχει την συνήθη διαμονή του. Ισχυρίζεται ότι η συνήθης διαμονή της από την ημερομηνία γέννησης της μέχρι και σήμερα είναι η επαρχία Πάφου και η μόνιμη διεύθυνση διαμονής της είναι η […] Έμπα, Πάφος. Συνεπώς, υποστηρίζει πως το παρόν Δικαστήριο είναι και κατά τόπο αρμόδιο.
  5.  Με βάση όσα την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι διαφορετικό ζήτημα από αυτό της παραγραφής. Υποστηρίζει ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση περί ισχυριζόμενης έλλειψης δικαιοδοσίας, δεν σχετίζονται με τα πιο πάνω άρθρα αλλά αφορούν ζητήματα παραγραφής και αποσβεστικών προθεσμιών του δικαιώματος του τέκνου να ζητήσει την δικαστική αναγνώριση του βιολογικού του πατέρα, θέματα τα οποία σε κάθε περίπτωση έχουν εξετασθεί και αποφασισθεί τόσο στην πρωτόδικη απόφαση αρ.8/2022 ημερομηνίας 29/5/2024 όσο και στην Πολιτική Έφεση Ε46/2024 ημερ.30/05/2025 κατά τρόπο τελεσίδικο.
  6.  Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια αναφέρει ότι όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, έχει καλό, υφιστάμενο αγώγιμο δικαίωμα και αξίωση, αλλά και καλή βάση υπόθεσης εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση και ως εκ τούτου νομιμοποιείται πλήρως στην καταχώριση και προώθηση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο απαίτησης για δικαστική αναγνώριση του βιολογικού της πατέρα, ήτοι του Κ.Σ.Σ.
  7.  Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι έχει ανατρέψει το τεκμήριο πατρότητας που δημιουργείτο λόγω του γάμου της μητέρας της με τον Δ.Τ. τέως από την Πάφο στις 10/01/2023 με διάταγμα Δικαστηρίου, το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της Αιτ.αρ.7/22 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου και ως εκ τούτου έχει το δικαίωμα και την αξίωση να προχωρήσει με την καταχώριση και προώθηση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο απαίτησης, παρουσιάζοντας ως τεκμήριο το διάταγμα ημερομηνίας 10/01/2023.
  8.  Περαιτέρω, όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της, πιστεύει ότι η τριετής αποσβεστική προθεσμία για δικαστική αναγνώριση από το τέκνο αρχίζει από την αμετάκλητη απόφαση ανατροπής του τεκμηρίου του γάμου. Ειδικότερα, αναφέρει ότι στις 06/10/2022 είχε καταχωρίσει την εναρκτήρια αίτηση με αρ. 8/2022 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου, ήτοι μια ημέρα πριν την λήξη της τριετούς περιόδου παραγραφής σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθετικής διάταξης αρ.22 Ν.187/91.  Ωστόσο με την πρωτόδικη απόφαση αρ.8/2022 ημερ.29/5/2024 και στην Πολιτική Έφεση Ε.46/2024 ημερ.30/5/2025 κρίθηκε ότι στην περίπτωση που το τέκνο καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο η τριετής παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία για δικαστική αναγνώριση του βιολογικού πατέρα αρχίζει από την ημερομηνία που η απόφαση με την οποία έγινε αποδεκτή η προσβολή κατέστη αμετάκλητη.
  9.  Συνεπώς, η Αιτήτρια αναφέρει ότι κρίθηκε ως ορθότερη η ερμηνεία ότι η τριετής παραγραφή που προνοεί το άρθρο 22 Ν.187/91 δεν πρέπει να αρχίζει από τον χρόνο ενημέρωσης του τέκνου για την ταυτότητα του αληθινού πατέρα, αναφορικά με το τέκνο που καλύπτεται από το τεκμήριο γάμου, αλλά από την ημερομηνία που καθίσταται νομικά δυνατή η άσκηση της αξίωσης και του δικαιώματος, ήτοι από την ημερομηνία που έγινε αποδεκτή και αμετάκλητη η απόφαση προσβολή της πατρότητας και στην παρούσα περίπτωση από τις 10/01/2023.
  10.   Περαιτέρω, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της, η εφαρμογή της παραγραφής και της αποσβεστικής προθεσμίας με τον τρόπο που προτείνουν οι Καθ’ ων η Αίτηση θα είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί ποτέ να προχωρήσει στην δικαστική αναγνώριση της βιολογικής της ταυτότητας και της νομικής της σύνδεσης με τον βιολογικό της πατέρα κατ’ αντίθεση με το Σύνταγμα, την ημεδαπή και ευρωπαϊκή Νομολογία και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
  11.  Επιπρόσθετα, εκφράζει την θέση ότι τα ζητήματα αυτά έχουν ήδη εξεταστεί και κριθεί τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και στο Εφετείο και ως εκ τούτου οι Καθ’ ων η Αίτηση κωλύονται λόγω κωλύματος (estoppel), δεσμευτικότητας και δεδικασμένου στην εκ δεύτερου δικαστική εξέταση του ζητήματος της αποσβεστικής προθεσμίας και της παραγραφής του δικαιώματος του τέκνου για δικαστική αναγνώριση του βιολογικού της πατέρα το οποίο έχει  αποφασισθεί σε προηγούμενη απόφαση Δικαστηρίου, ήτοι της πρωτόδικης απόφασης ημερομηνίας 29/5/2024 στο πλαίσιο της Αιτ. αρ. 8/2022 Οικ. Δικ. Πάφου και της Έφεσης Ε.46/2024 ημερ.30/5/2025 κατά τελεσίδικο τρόπο. Ειδικότερα, η Αιτήτρια υποστηρίζει πως στις πιο πάνω αποφάσεις αποφασίστηκε ότι στα τρία έτη από την γνώση της ταυτότητας του βιολογικού πατέρα ήταν νομικά αδύνατη η έγερση της αίτησης για δικαστική αναγνώριση, αφού δεν είχε ολοκληρωθεί η Αιτ.7/22 που αφορούσε την κατάρριψη του τεκμηρίου καταγωγής από γάμο και ως εκ τούτου κρίθηκε ορθή η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα τρία χρόνια παραγραφής του δικαιώματος αρχίζουν από το αμετάκλητο της απόφασης για ανατροπή του τεκμηρίου του γάμου.
  12.  Ισχυρίζεται επίσης, ότι το τεκμήριο καταγωγής από γάμο ανατράπηκε στις 10/01/2023 στο πλαίσιο της Αιτ. 7/22 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου (Δικαιοδοσία Προσβολής Πατρότητας) και η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση καταχωρήθηκε στις 10/07/2025, ήτοι εμπρόθεσμα και αφού προηγήθηκε η απόφαση του Εφετείου ημερ.30/5/2025 στο πλαίσιο της Έφεσης Ε.46/2024.
  13.  Όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση κωλύονται λόγω συμπεριφοράς στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας αίτησης αφού στο πλαίσιο της Πολιτικής Έφεσης Ε.46/2024 κατά την καταχώριση της Ειδοποίησης Εφεσίβλητου δήλωσαν ότι ζητούν από το Εφετείο να επικυρώσει στην ολότητα της την πρωτόδικη απόφαση αρ. 8/2022 ημερ. 29/5/2024. Υποστηρίζει επίσης, ότι με την πιο πάνω ρητή δήλωση τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση αποδέχθηκαν απολύτως την ορθότητα ολόκληρης της πρωτόδικης κρίσης, συμπεριλαμβανομένης της κρίσης περί της αφετηρίας και εφαρμογής της αποσβεστικής προθεσμίας στην περίπτωση που το τέκνο καλύπτεται από τεκμήριο πατρότητας. Επομένως, τεκμαίρεται ότι αναγνώρισαν και συμφώνησαν ότι η τριετής προθεσμία αρχίζει από το αμετάκλητο της απόφασης που ανατρέπει το τεκμήριο καταγωγής από γάμο.
  14.  Η Αιτήτρια προσθέτει, ότι οι ίδιοι οι Καθ’ ων η Αίτηση ζήτησαν την πλήρη επικύρωση της απόφασης και ουδέποτε άσκησαν έφεση ή αντέφεση ή οιοδήποτε άλλο νομικό μέσο επί του ζητήματος της παραγραφής κατά τον επίδικο χρόνο και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται πλέον λόγω δεδικασμένου και λόγω estoppel να αμφισβητήσουν σήμερα τα ίδια ζητήματα. Για αυτό θεωρεί ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί αντιφατική και καταχρηστική διαδικαστική συμπεριφορά, η οποία προσβάλλει την ασφάλεια δικαίου και συνιστά απόπειρα επανανοίγματος ζητημάτων που έχουν τελεσίδικα κριθεί και ανεπιφύλακτα αποδεχθεί από τους ίδιους.
  15.  Από όσα καλύτερα η Αιτήτρια γνωρίζει, πληροφορείται και πιστεύει το δικαίωμα στην αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας και της προσωπικής της ταυτότητας αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, το οποίο κατοχυρώνεται τόσο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και από το άρθρο 8 και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και από πάγια νομολογία του ΕΔΑΔ και των κυπριακών δικαστηρίων. Το δικαίωμα του κάθε ατόμου να γνωρίζει την πραγματική του καταγωγή και την ταυτότητα των γονέων του θεωρείται αναπόσπαστο μέρος του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Η αποκάλυψη της βιολογικής αλήθειας επηρεάζει τον πυρήνα της προσωπικότητας, της αξιοπρέπειας και της ψυχοσυναισθηματικής υπόστασης κάθε ανθρώπου και έχει αναγνωρισθεί ως προστατευόμενο δικαίωμα τόσο στην κυπριακή έννομη τάξη όσο και στη νομολογία του ΕΔΑΔ. Ειδικότερα αναφέρει, ότι η νομολογία του ΕΔΑΔ έχει κρίνει επανειλημμένα ότι ανελαστικοί ή απόλυτοι χρονικοί περιορισμοί που εμποδίζουν την ουσιαστική αναζήτηση και δικαστική αναγνώριση της βιολογικής πατρότητας παραβιάζουν το άρθρο 8 και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΑΔ έχει τονίσει ότι οι διαδικαστικοί φραγμοί δεν πρέπει να στερούν το άτομο από μια πραγματική και αποτελεσματική δυνατότητα να προσδιορίσει τη βιολογική του ταυτότητα.
  16.  Η Αιτήτρια εκφράζει την θέση, ότι κάθε ερμηνεία των διατάξεων περί αποσβεστικών προθεσμιών πρέπει να γίνεται υπό το φως των πιο πάνω και όχι με τρόπο μηχανικό ή αυστηρό που να αποστερεί το τέκνο από τη δυνατότητα δικαστικής αναγνώρισης του βιολογικού του πατέρα. Θεωρεί ότι η προσέγγιση που υιοθετήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και επικυρώθηκε από το Εφετείο συνάδει πλήρως με τις πιο πάνω αρχές και διασφαλίζει ότι η αποσβεστική προθεσμία αρχίζει μόνο από το αμετάκλητο της απόφασης που ανατρέπει το τεκμήριο πατρότητας, αλλιώς το δικαίωμα του τέκνου καθίσταται ανεφάρμοστο και ανενεργό.
  17.  Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια αναφέρει όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της πως όταν το τέκνο καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο τυγχάνει αναλογικής εφαρμογής το άρθρο 22(2) του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 (Ν.187/1991). Συγκεκριμένα, όταν το τέκνο καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής ένεκα του γάμου της μητέρας του είναι ορθό όπως η τριετής αποσβεστική προθεσμία και η παραγραφή για δικαστική αναγνώριση από το τέκνο να αρχίζει από την ημερομηνία που η απόφαση με την οποία έγινε αποδεκτή η προσβολή κατέστη αμετάκλητη κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 22 (2) του Ν.187/1991.
  18.  Υποστηρίζει ακόμα, ότι η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και καταχωρήθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση με κακή τη πίστη και με αποκλειστικό σκοπό να αποφύγουν, να ανακόψουν ή να παρεμποδίσουν την ουσιαστική εξέταση της υπό τον άνω αριθμόν και τίτλο απαίτησης, με την οποία ζητεί την δικαστική αναγνώριση του βιολογικού της πατέρα. Τονίζει ότι έχει ήδη ταλαιπωρηθεί υπέρμετρα από την τακτική των Καθ’ ων η Αίτηση μέχρι σήμερα, οι οποίοι με κάθε ευκαιρία αναζητούν κωλύματα και δικονομικά εμπόδια μέσα από τη νομοθεσία, με σκοπό να παρεμποδίσουν την ουσιαστική εκδίκαση της απαίτησης της.
  19.  Καταληκτικά, η Αιτήτρια δηλώνει ότι υπάρχει αδιαμφισβήτητο επιστημονικό τεκμήριο, ήτοι γενετική εξέταση (DNA) ημερομηνίας 07/10/19, η οποία καταγράφει ότι ο βιολογικός της πατέρας είναι ο Κ.Σ.Σ. Επιπλέον, στις 06/05/2021 ο ίδιος ο βιολογικός της πατέρας προέβη εν ζωή σε εκούσια αναγνώριση της πατρότητας της, συνειδητά και με δική του επιθυμία, εκφράζοντας την απόφαση του να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους βιολογική σχέση. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι δυστυχώς εν αγνοία της και χωρίς την υπαιτιότητά της δεν είχε προηγηθεί η απαιτούμενη διαδικασία προσβολής πατρότητας, με αποτέλεσμα οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχρηστικά και επανειλλημένα να προβάλλουν δικονομικές ενστάσεις και αιτήσεις, επιχειρώντας να ματαιώσουν την εξέταση της ουσίας και να παρεμποδίσουν την αποκατάσταση της πραγματικής της ταυτότητας αλλά και της βιολογικής αλήθειας.

(IV)        ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։

 

  1.  Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται κυρίως επί του Κ.12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ο οποίος καθορίζει την διαδικασία και τις διατάξεις αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ως ακολούθως։

«12.1. Διαδικασία αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου

(1) Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί:

(α) να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση· ή

(β) να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του,

δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει.

(2) Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί να υποβάλει τέτοια αίτηση οφείλει πρώτα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης σύμφωνα με το Μέρος 10 και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή η οποία υποδηλώνει την πρόθεση αυτή.

(3) Αίτηση δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει:

(α) να υποβάλλεται εντός 14 ημερών από την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης· και

(β) να υποστηρίζεται από μαρτυρία.

(4) Αν ο εναγόμενος:

(α) δεν συμμορφωθεί με την παράγραφο (2) ή

(β) έχοντας συμμορφωθεί με την παράγραφο (2), δεν υποβάλει τέτοια αίτηση εντός της περιόδου η οποία καθορίζεται στην παράγραφο (3),

ο εναγόμενος θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου και δεν δύναται να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.

(5) Η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου.

(6) Διάταγμα το οποίο περιέχει αναγνωριστική δήλωση ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή ότι δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του μπορεί επίσης να περιέχει περαιτέρω πρόνοιες περιλαμβανομένων:

(α) παραμερισμού του εντύπου απαίτησης·

(β) παραμερισμού της επίδοσης εντύπου απαίτησης·

(γ) ακύρωσης οποιουδήποτε διατάγματος εκδίδεται πριν από την έγερση απαίτησης ή πριν από την επίδοση εντύπου απαίτησης·

(δ) αναστολής της διαδικασίας ή/και

(ε) μεταφοράς της διαδικασίας στο δικαστήριο, το οποίο έχει δικαιοδοσία στον βαθμό στον οποίο αυτό απαιτείται ή επιτρέπεται από νόμο ή κανονισμό.

(7) Αν κατόπιν αίτησης, δυνάμει του παρόντος κανονισμού το δικαστήριο δεν προβεί σε αναγνωριστική δήλωση σύμφωνα με τον κανονισμό 12.1(6):

(α) το σημείωμα εμφάνισης παύει να ισχύει·

(β) ο εναγόμενος δύναται να καταχωρίσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών ή εντός τέτοιας άλλης περιόδου ως το δικαστήριο ήθελε διατάξει· και

(γ) το δικαστήριο εκδίδει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση της υπεράσπισης σε απαίτηση, δυνάμει του Μέρους 7 ή την καταχώριση μαρτυρίας σε απαίτηση δυνάμει του Μέρους 8 στην περίπτωση καταχώρισης πρόσθετου σημειώματος εμφάνισης.

(8) Αν ο εναγόμενος καταχωρίσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης σύμφωνα με την παράγραφο (7)(β), θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, εκτός αν ταυτόχρονα ο εναγόμενος έχει επιφυλάξει ρητώς το δικαίωμα έφεσης.

(9) Αν ο εναγόμενος υποβάλει αίτηση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οφείλει να καταχωρίσει και επιδώσει τη γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη μαζί με την αίτηση, πλην όμως δεν χρειάζεται πριν από την ακρόαση της αίτησης να καταχωρίσει:

(α) σε περίπτωση απαίτησης κάτω από το Μέρος 7, υπεράσπιση, ή

(β) σε περίπτωση απαίτησης κάτω από το Μέρος 8, οποιαδήποτε άλλη γραπτή μαρτυρία».

 

  1.  Το ζήτημα της δικαιοδοσίας ενός Δικαστηρίου είναι πρωταρχικής σημασίας, αφού δύναται να αποκλείσει Δικαστήριο από την εξέταση μίας διαφοράς. Με βάση την σχετική νομολογία ένα τέτοιο ζήτημα μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή και αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο (βλ. Γεωργίου ν. Γεωργίου [2001] 1 Α.Α.Δ. 1592 και Α. Θεοχάρους (Αρ. 2) [2011] 1 Α.Α.Δ. 866).

 

  1.  Περαιτέρω, στην Βερεγγάρια Παπακόκκινου ν. Εταιρείας LANDBROKE GROUP P.L.C. κ.α. (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 838, επισημάνθηκε ότι για να αναλάβει δικαιοδοσία ένα Δικαστήριο για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς θα πρέπει απαραίτητα να έχει ταυτόχρονα καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα.

 

  1.  Αναφορικά με την καθ’ ύλην αρμοδιότητα που αποκτά ένα Δικαστήριο, αυτή καθορίζεται από τον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο (Ν.23/90) και ειδικότερα στο άρθρο 11(2)(ε) όπου γίνεται αναφορά στην εξουσία του Δικαστηρίου να επιλαμβάνεται θεμάτων αναγνώρισης τέκνου και το οποίο προνοεί ρητά τα ακόλουθα։

 

«11.-(1) Τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.

(2) Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου (1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν-………………… (ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία:

Νοείται ότι στην περίπτωση που υπάρχει περιουσία, σύμφωνα με την έννοια που αποδίδεται σε αυτήν από το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, τότε δεν απαιτείται οιαδήποτε διαμονή στην Κύπρο των διαδίκων ή ενός από αυτούς.

(3) Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού “διαμονή” σημαίνει οποιαδήποτε συνεχή περίοδο πέραν των τριών μηνών» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

 

  1.  Περαιτέρω, σε σχέση με τον καθορισμό της κατά τόπον δικαιοδοσίας των Οικογενειακών Δικαστηρίων, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Ν.187/91, «Δικαστήριο» σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο της επαρχίας στην οποία το τέκνο έχει την συνήθη διαμονή του, δηλαδή καθορίζεται ειδική κατά τόπο δικαιοδοσία που είναι αυτή της συνήθους διαμονής του σε αντιδιαστολή με το άρθρο 12(1)(β) του Ν.23/90 όπως τροποποιήθηκε.

 

  1.  Η δικαστική αναγνώριση ενός τέκνου, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της εναρκτήριας Αίτησης υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο, διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 187/91 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα։

 

«20.-(1) Η μητέρα έχει δικαίωμα να ζητήσει με αίτηση της προς το Δικαστήριο την αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της που γεννήθηκε χωρίς γάμο της με τον πατέρα του.

(2) Το αναφερόμενο στο εδάφιο (1) δικαίωμα έχει και το τέκνο.

(3) Όταν η μητέρα αρνείται την προβλεπόμενη από το εδάφιο (1) του άρθρου 16 συναίνεση της, δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης έχουν επίσης ο πατέρας, και στην περίπτωση του εδαφίου 3 του άρθρου 16 ο παππούς και η γιαγιά της πατρικής γραμμής».

 

  1.  Στην παρούσα υπόθεση, η Αιτήτρια υπό την ιδιότητα της ως ενήλικο τέκνο και η οποία φέρει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, νομιμοποιείται να καταχωρήσει αυτοπροσώπως σχετική αίτηση για δικαστική αναγνώριση. Η εν λόγω αίτηση θα πρέπει να στρέφεται κατά του γονέα που δεν προέβη στην εκούσια αναγνώριση ή κατά των κληρονόμων αυτού του γονέα. Στην υπό εξέταση περίπτωση, πράγματι διαφαίνεται και είναι παραδεκτό από τους ίδιους τους διαδίκους, ότι οι κληρονόμοι του φερόμενου ως πατέρα ορθώς και νομίμως κατέστησαν διάδικοι, ήτοι οι Καθ’ ων η Αίτηση, αφού αυτός είχε ήδη αποβιώσει χωρίς κατά τον χρόνο εκείνο να έχει καταχωρηθεί εναντίον του αίτηση για την αναγνώριση της πατρότητας.

 

  1.  Ειδικότερα, στο άρθρο 21 εδ. (2) του Ν. 187/91 προβλέπονται τα ακόλουθα։

 

«21-(2) Η αίτηση του τέκνου για δικαστική αναγνώριση στρέφεται κατά του γονέα που δεν έχει προβεί στην αναγκαία για την εκούσια αναγνώριση δήλωση, ή κατά των κληρονόμων του».

 

  1.  Περαιτέρω, το δικαίωμα για δικαστική αναγνώριση όπως και το δικαίωμα για προσβολή της πατρότητας υπόκειται σε συγκεκριμένους χρονικούς περιορισμούς υπό την προϋπόθεση αυτές να μην είναι τόσο ασφυκτικές σε τέτοιο βαθμό που ουσιαστικά να εξουδετερώνουν και να καταργούν το εν λόγω δικαίωμα. Με βάση τη σχετική νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. η θέσπιση αποσβεστικών προθεσμιών για την δικαστική αναγνώριση της πατρότητας είναι θεμιτή και ανεκτή στην βάση της διασφάλισης της νομικής βεβαιότητας και της τελεσιδικίας στις οικογενειακές υποθέσεις, φτάνει να μην προσκρούει στο ανθρώπινο δικαίωμα του προσώπου για αναζήτηση της βιολογικής του ταυτότητας και να μην παραβιάζει το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής του ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Αυτό έχει επισημανθεί στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Phinikaridou v. Cyprus, Αίτ. Αρ. 23890/2002, ημερομηνίας 20/12/2007, η οποία και οδήγησε ουσιαστικά στην τροποποίηση του άρθρου 22 του Ν. 187/91 ως ακολούθως։

 

«22.-(1) Το δικαίωμα της μητέρας να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της παραγράφεται όταν περάσουν πέντε χρόνια από τον τοκετό.

 

(2) Αν η μητέρα ήταν έγγαμη κατά το κρίσιμο διάστημα της σύλληψης του τέκνου, το δικαίωμα της να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση της πατρότητας του τέκνου της από το βιολογικό του πατέρα παραγράφεται, όταν περάσουν πέντε χρόνια από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η απόφαση που δέχεται την προσβολή της πατρότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8.

 

(3) Το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει τη δικαστική αναγνώριση του παραγράφεται τρία χρόνια μετά την ενηλικίωση του.

 

(4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (5) του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση που τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να οδηγήσουν το τέκνο στην ταυτότητα του υποτιθέμενου πατέρα του περιέρχονται για πρώτη φορά σε γνώση του μετά την εκπνοή της τριετούς περιόδου από την ημερομηνία της ενηλικίωσής του ή την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 που προβλέπεται στα εδάφια (3) του παρόντος άρθρου και (1) του άρθρου 25, αντίστοιχα, για την παραγραφή του δικαιώματος τέκνου σε δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του, τότε η εν λόγω περίοδος για παραγραφή του δικαιώματος αρχίζει από την ημερομηνία που τα γεγονότα περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση του τέκνου αντί από την ημερομηνία ενηλικίωσης ή έναρξης της ισχύος του πιο πάνω Νόμου.

 

(5)  Η τριετής περίοδος για παραγραφή του δικαιώματος τέκνου σε δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του αρχίζει από την ημερομηνία που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου αντί από την ημερομηνία ενηλικίωσης ή έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991, μόνο σε περίπτωση που το τέκνο που ζητά δυνάμει του πιο πάνω εδαφίου δικαστική αναγνώριση μετά την εκπνοή της τριετούς περιόδου από την ενηλικίωση ή την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του πιο πάνω Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, ικανοποιεί το δικαστήριο -

 

(α) ότι τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν στην ταυτότητα του υποτιθέμενου πατέρα του πράγματι περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση του μετά την εκπνοή της πιο πάνω τριετούς περιόδου από την ημερομηνία ενηλικίωσης ή έναρξης της ισχύος του πιο πάνω Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση, και

 

(β) δεν κατέστη δυνατόν να περιέλθουν τα εν λόγω γεγονότα σε γνώση του νωρίτερα παρά τις εύλογες προσπάθειες που λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών του συνθηκών, δυνατοτήτων και μέσων στη διάθεσή του, κατέβαλε για διερεύνηση της πατρότητάς του.

 

(6)  Οι διατάξεις των εδαφίων (4) και (5) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επίσης-

 

(α) σε περιπτώσεις στις οποίες τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν το τέκνο στην ταυτότητα του υποτιθέμενου πατέρα περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση του πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2008, οπόταν και η τριετής περίοδος των εδαφίων (3) του παρόντος άρθρου και (1) του άρθρου 25, υπολογίζεται από την  ημερομηνία έναρξης της ισχύος του πιο πάνω τροποποιητικού νόμου, αντί από την ημερομηνία κατά την οποία τα γεγονότα περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση του τέκνου που προβλέπεται στο εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου, και

 

(β) σε υποθέσεις που κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2008 εκκρεμούν σε δικαστήρια και έχει εγερθεί σ’ αυτές από διάδικο ή το δικαστήριο, ή έχει εκδικαστεί και εκκρεμεί για απόφαση πρωτόδικα ή κατ’ έφεση δυνάμει του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου ή του εδαφίου (1) του άρθρου 25, ανάλογα με την περίπτωση, θέμα παραγραφής του δικαιώματος του τέκνου να ζητήσει δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του, ή εγείρεται σ’ αυτές τέτοιο θέμα από διάδικο ή το δικαστήριο πρωτόδικα ή κατ’ έφεση, μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του πιο πάνω τροποποιητικού νόμου.

 

(7) Σε περιπτώσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (6) του παρόντος άρθρου, αλλά λόγω παραγραφής δυνάμει του εδαφίου (3), ή του εδαφίου (1) του άρθρου 25, ανάλογα με τη περίπτωση, είχε απορριφθεί ή αποσυρθεί αίτηση του τέκνου για δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2008, το γεγονός της απόρριψης ή απόσυρσης της αίτησης δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη τυχόν εκ νέου αίτησης του τέκνου για δικαστική αναγνώριση της πατρότητάς του κατ’ επίκληση των εδαφίων (4) και (5) και της παραγράφου (α) του εδαφίου (6) του παρόντος άρθρου.

 

(8) Το δικαίωμα του πατέρα ή των γονέων του να ζητήσουν τη δικαστική αναγνώριση παραγράφεται τρία χρόνια αφότου η μητέρα αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεση της για εκούσια αναγνώριση.

 

(9) Στην περίπτωση του άρθρου 13 το δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης δεν υπόκειται σε παραγραφή».

 

  1.  Η πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση, ουσιαστικά υποστηρίζει ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την εναρκτήρια αίτηση, αφού η αξίωση της Αιτήτριας έχει παραγραφεί σύμφωνα με τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις. Το Δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της παραγραφής, το οποίο άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης και που πρέπει να εξετάζεται ως πρώτο θέμα. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν από το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης του εναγόμενου εγείρεται ζήτημα παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντος σε θεραπεία, αυτό, ως θέμα που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την ουσία της αγωγής, πρέπει να εκδικάζεται προδικαστικά (βλ. Αλέκος Χατζηστυλλής ν Mude C. Papadema κ.α. (2000) 1 Α.Α.∆. 551) και εάν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω δικαίωμα του ενάγοντος έχει παραγραφεί, δεδομένου ότι, ως έχει προαναφερθεί, η ουσία της υπόθεσης δεν έχει ακουστεί, προχωρεί στην έκδοση διαταγής αναστολής της διαδικασίας της αγωγής αντί απόρριψης της (βλ. Δημήτρης Φεσσα κ. α. ν Ευανθίας Α. Κασάπη (1994) 1 ΑΑΔ 337).

 

(V) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։

 

  1.  Αρχικά, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι στην βάση όσων έχουν παρατεθεί στην αίτηση των Καθ’ ων η Αίτηση αλλά και στην ένσταση της Αιτήτριας και με βάση τις ξεκάθαρες θέσεις των διαδίκων και των συνηγόρων τους, όπως αυτές έχουν καταγραφεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και στα πλαίσια των γραπτών και προφορικών τους αγορεύσεων, συνάγεται ότι οι διάδικοι επιθυμούν και συναινούν ξεκάθαρα στο να υπεισέλθει το Δικαστήριο κατ’ ευθείαν στην εξέταση της ουσίας του προδικαστικού ζητήματος που έχει εγερθεί αναφορικά με την παραγραφή και να μην περιοριστεί απλά στο κατά πόσο θα επιτρέψει την εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης και μόνον, παρέχοντας στην συνέχεια σχετικές οδηγίες εκδίκασης της.
  2.  Κρίνω επίσης, ότι υπό τις περιστάσεις καθίσταται εφικτό και επιτρεπτό να εξεταστεί το εγειρόμενο ζήτημα προδικαστικά, αφού υπάρχει το κοινό παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων και οι θέσεις των δύο πλευρών, ενώ θεωρώ ότι είναι αχρείαστο για το Δικαστήριο να ακούσει οποιαδήποτε μαρτυρία επί πραγματικών γεγονότων, ιδίως στην υπό κρίση περίπτωση που αφορά ένα καθαρά νομικό ζήτημα, η επίλυση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Με βάση αυτήν την διαπίστωση, προχωρώ στην εξέταση της ουσίας του προδικαστικού ζητήματος που ετέθη.
  3.  Εν προκειμένω, το Δικαστήριο θα ασχοληθεί περιοριστικά και μόνο σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής της αξίωσης της Αιτήτριας και δεν θα εξετάσει επί της παρούσης, το ζήτημα της καθ’ ύλην και κατά τόπο δικαιοδοσίας του, αφού δεν έχει εγερθεί από την πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης οποιαδήποτε ένσταση σε σχέση αυτό, ενώ σε κάθε περίπτωση τούτο δεν προσφέρεται στα πλαίσια της παρούσης. Ούτε βέβαια το παρόν Δικαστήριο δύναται να εξετάσει οποιοδήποτε ζήτημα αντισυνταγματικότητας της σχετικής νομοθεσίας, αφού σε κάθε περίπτωση δεν προβλήθηκε από τους διαδίκους ρητά και αυστηρά οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός, ενώ τούτο δεν μπορεί να κριθεί στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, η οποία δεν αφορά παραπομπή για νομικό ερώτημα σε σχέση με την συνταγματικότητα μίας νομοθετικής διάταξης.
  4.  Αρχικά, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έχουν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των σχετικών Κανονισμών, αφού καταχώρησαν εμπρόθεσμα την υπό εξέταση αίτηση, ήτοι στις 19/09/2025 εντός της προθεσμίας των 14 ημερών που προβλέπεται από τον κανονισμό 12.1(3) του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 από την ημερομηνία καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης το οποίο καταχωρήθηκε στις 08/09/2025 και με το οποίο ουσιαστικά δήλωναν την πρόθεση τους να αμφισβητήσουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
  5.  Μέσα από την μελέτη της ολότητας της μαρτυρίας των διαδίκων και των θέσεων που προέβαλαν, προκύπτει ότι από την μία η πλευρά των Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζει ότι η αξίωση της Αιτήτριας έχει ουσιαστικά παραγραφεί αφού ενώ γνώριζε από τις 07/10/2019, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ότι τεκμηριώθηκε επιστημονικά η συγγένεια της με τον αποβιώσαντα, εν τούτοις προώθησε την κυρίως αίτηση στις 10/07/2025 και άρα το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να ασχοληθεί με το ζήτημα ή να εκδώσει τις αιτούμενες θεραπείες που αφορούν μία αξίωση που έχει παραγραφεί σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του αρ. 22 του Ν.187/91.
  6.  Επιπρόσθετα, μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίχθηκε έντονα ότι δεν χωρεί άλλη ερμηνεία των σχετικών προνοιών της νομοθεσίας, σε σχέση με την αποσβεστική προθεσμία παραγραφής για αναγνώριση από το τέκνο, από αυτή που αποτυπώνεται με καθαρότητα και σαφήνεια από τον ίδιο τον νομοθέτη. Ούτε και επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προσθέσει στις ρητές διατάξεις του Νόμου, διότι κάτι τέτοιο δεν εμπίπτει στις εξουσίες της δικαστικής εξουσίας, αλλά της νομοθετικής. Υποστηρίζουν ακόμα, ότι το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει την νομοθεσία, ότι δεν έχει την εξουσία να νομοθετήσει και ούτε να κρίνει μία νομοθεσία ως αντισυνταγματική, αφού δεν προβλήθηκε ισχυρισμός περί αντισυνταγματικότητας.
  7.  Από την άλλη πλευρά, η Αιτήτρια υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι το τεκμήριο καταγωγής από γάμο ανατράπηκε στις 10/01/2023 στο πλαίσιο της Αιτ. 7/22 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου και η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση καταχωρήθηκε στις 10/07/2025, ήτοι εμπρόθεσμα και αφού προηγήθηκε η απόφαση του Εφετείου ημερ.30/05/2025 στο πλαίσιο της Έφεσης Ε.46/2024.
  8.  Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι στις 06/10/2022 είχε καταχωρίσει την εναρκτήρια αίτηση με αρ. 8/2022 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου, ήτοι μια ημέρα πριν την λήξη της τριετούς περιόδου παραγραφής σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθετικής διάταξης αρ.22 Ν.187/91. Ωστόσο με την πρωτόδικη απόφαση αρ.8/2022 ημερ.29/05/2024 και στην Πολιτική Έφεση Ε.46/2024 ημερ.30/05/2025 κρίθηκε ότι στην περίπτωση που το τέκνο καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο η τριετής παραγραφή και η αποσβεστική προθεσμία για δικαστική αναγνώριση του βιολογικού πατέρα αρχίζει από την ημερομηνία που η απόφαση με την οποία έγινε αποδεκτή η προσβολή κατέστη αμετάκλητη. Θεωρεί δηλαδή, ότι η εφαρμογή της παραγραφής και της αποσβεστικής προθεσμίας με τον τρόπο που προτείνουν οι Καθ’ ων η Αίτηση θα είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί ποτέ να προχωρήσει στην δικαστική αναγνώριση της βιολογικής της ταυτότητας και της νομικής της σύνδεσης με τον βιολογικό της πατέρα κατ’ αντίθεση με το Σύνταγμα, την ημεδαπή και ευρωπαϊκή Νομολογία και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
  9.  Πέραν τούτων, η Αιτήτρια εκφράζει την θέση ότι τα ζητήματα αυτά έχουν ήδη εξεταστεί και κριθεί τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και στο Εφετείο και ως εκ τούτου οι Καθ’ ων η Αίτηση κωλύονται λόγω κωλύματος (estoppel), δεσμευτικότητας και δεδικασμένου στην εκ δεύτερου δικαστική εξέταση του ζητήματος της αποσβεστικής προθεσμίας και της παραγραφής του δικαιώματος του τέκνου για δικαστική αναγνώριση του βιολογικού της πατέρα το οποίο έχει  αποφασισθεί σε προηγούμενη απόφαση Δικαστηρίου, ήτοι της πρωτόδικης απόφασης ημερομηνίας 29/5/2024 στο πλαίσιο της Αιτ. αρ. 8/2022 Οικ. Δικ. Πάφου και της Έφεσης Ε.46/2024 ημερ.30/5/2025 κατά τελεσίδικο τρόπο.
  10.  Επιπρόσθετα, υποστηρίζει πως οι Καθ’ ων η Αίτηση κωλύονται λόγω συμπεριφοράς στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας αίτησης αφού στο πλαίσιο της Πολιτικής Έφεσης Ε.46/2024 κατά την καταχώριση της Ειδοποίησης Εφεσίβλητου, δήλωσαν ότι ζητούν από το Εφετείο να επικυρώσει στην ολότητα της την πρωτόδικη απόφαση αρ. 8/2022 ημερομηνίας 29/5/2024 και πως με την προαναφερόμενη δήλωση τους, αποδέχθηκαν πλήρως την ορθότητα ολόκληρης της πρωτόδικης κρίσης, συμπεριλαμβανομένης της κρίσης περί της αφετηρίας και εφαρμογής της αποσβεστικής προθεσμίας στην περίπτωση που το τέκνο καλύπτεται από τεκμήριο πατρότητας.
  11.  Οι συνήγοροι της Αιτήτριας υποστήριξαν μεταξύ άλλων μέσα από τις αγορεύσεις τους, ότι  κάθε ερμηνεία των διατάξεων περί παραγραφής και αποσβεστικών προθεσμιών, θα πρέπει να γίνεται κατά τρόπο σύμφωνο με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ και όχι με μηχανική ή αυστηρά γραμματική προσέγγιση που να στερεί από την Καθ’ ης η Αίτηση την δυνατότητα δικαστικής αναγνώρισης του βιολογικού της πατέρα Κ.Σ.Σ., όπως αυτή ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε από την γενετική εξέταση (DNA) ημερομηνίας 07/10/2019 ή από την εκούσια αναγνώριση της στην οποία αυτός είχε προβεί στις 06/05/2021.
  12.  Τονίζει ότι η ερμηνευτική προσέγγιση που υιοθετήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και επικυρώθηκε από το Εφετείο διασφαλίζει ότι η τριετής αποσβεστική προθεσμία αρχίζει μόνο από το αμετάκλητο της απόφασης που ανατρέπει το τεκμήριο πατρότητας και πως οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία θα καθιστούσε το δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης πρακτικά ανεφάρμοστο και θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων.
  13.  Υπεισερχόμενος στην εξέταση της αίτησης διαπιστώνω αρχικώς τα ακόλουθα γεγονότα τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί։
  14.  Στις 10/01/2023 εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου διάταγμα με το οποίο ανατράπηκε το τεκμήριο πατρότητας της Αιτήτριας το οποίο δημιουργήθηκε λόγω του γάμου της μητέρας της με τον Δ.Τ. Ακολούθως, το Εφετείο με απόφαση του ημερομηνίας 28 Νοεμβρίου 2023 επικύρωσε την προαναφερόμενη πρωτόδικη απόφαση. Στο μεσοδιάστημα, στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης με αρ. 8/2022 την οποία καταχώρησε η Αιτήτρια στις 06/10/2022 και με την οποία αξίωνε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ο Κ.Σ.Σ. ως ο βιολογικός της πατέρας, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την εν λόγω αίτηση ως πρόωρη και νόμω αβάσιμη, διότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείτο κατά τον χρόνο καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης να εγείρει την αξίωση της, αφού παρέμενε τέκνο γεννημένο σε γάμο. Η πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο με απόφαση του ημερομηνίας 30/05/2025 με την οποία απορρίφθηκε η Έφεση με αρ.Ε46/2024 η οποία είχε καταχωρηθεί.
  15.  Έτσι, στις 10/07/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε εκ νέου αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο ο Κ.Σ.Σ. να αναγνωριστεί ως ο βιολογικός της πατέρας. Προβαίνοντας σε ερμηνεία του άρθρου 22 (3) του Ν.187/91, διαπιστώνεται ότι το δικαίωμα της Αιτήτριας να επιδιώξει την δικαστική αναγνώριση της ως τέκνο του Κ.Σ.Σ. έχει ουσιαστικά παραγραφεί, αφού παρήλθαν προ πολλών ετών τα τρία έτη από την ενηλικίωση της. Περαιτέρω, αν εκλάβουμε στα πλαίσια των διατάξεων του άρθρου 22 (4), (5) και (6) του Ν.187/91, ότι τα ουσιώδη γεγονότα που οδήγησαν στην ταυτότητα του υποτιθέμενου πατέρα της Κ.Σ.Σ. περιήλθαν σε γνώση της Αιτήτριας μετά την εκπνοή της τριετούς περιόδου από την ημερομηνία της ενηλικίωσης της, τότε η εν λόγω περίοδος για παραγραφή του δικαιώματος της θα πρέπει να αρχίζει από την ημερομηνία που τα γεγονότα περιήλθαν για πρώτη φορά σε γνώση της Αιτήτριας, αντί από την ημερομηνία ενηλικίωσης της ή της έναρξης ισχύος του πιο πάνω Νόμου.
  16.  Προκύπτει με ξεκάθαρο τρόπο, ότι η Αιτήτρια κατ’ ισχυρισμόν επιβεβαίωσε ότι στις 07/10/2019 έλαβε γνώση μέσω γενετικής εξέτασης (DNA) πως ο βιολογικός της πατέρας είναι ο Κ.Σ.Σ. Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση καταχωρήθηκε το 2025, ήτοι σχεδόν 6 έτη μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας των τριών ετών από την ημερομηνία που τα γεγονότα που σχετίζονται με την υποτιθέμενη ταυτότητα του βιολογικού της πατέρα, περιήλθαν σε γνώση της, όπως επιτάσσουν οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις. Εν τούτοις, δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η αρχική αίτηση που καταχώρησε η Αιτήτρια στις 06/10/2022 για δικαστική αναγνώριση της ως τέκνου του Κ.Σ.Σ. και η οποία εν τέλει απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 29/05/2024 για τον λόγο ότι ήταν πρόωρη αφού μέχρι τότε δεν είχε ανατραπεί το τεκμήριο πατρότητας, είχε καταχωρηθεί μία ημέρα πριν την λήξη της τριετούς περιόδου παραγραφής δηλαδή στις 07/10/2019 και συναφώς τότε θεωρείτο εμπρόθεσμη.
  17.  Εν προκειμένω, κρίνω ότι το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει πρωτίστως και καθηκόντως το ζήτημα της παραγραφής που έχει προκύψει, όπως επιτάσσει η σχετική νομολογία. Όπως έχει υποδειχθεί από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Αλέκος Χατζηστυλλής- 1. Maude C. Papadema κ.α, ημερ.13/04/2000, (2000) 1 Α.Α.Δ.551:

«Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης. Για να δανεισθούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v. Republic, 1 R.S.C.C. 10, 13). Υπαγορεύουν ακόμη ότι το ζήτημα της προθεσμίας μπορεί να εγερθεί ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (Megalemou v. Republic (1968) 3 C.L.R.581, 585). Παρόμοιες πρόνοιες σε σχέση με την προθεσμία συναντούμε και στον Ελληνικό Αστικό Κώδικα (βλ. αρ. 1470). Στο βιβλίο του "Το Νέο Οικογενειακό Δίκαιο" ο Εφέτης Βασίλης Αντ. Βαθρακοκοίλης, σελ. 428, υποδεικνύει ότι το ζήτημα της προθεσμίας "μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως".

  1.  Το Δικαστήριο οφείλει να επισημάνει ότι η θέσπιση αποσβεστικών προθεσμιών για την άσκηση του δικαιώματος ενός τέκνου που γεννήθηκε εκτός γάμου για αναγνώριση της πατρότητας του, είναι καθ’ όλα επιτρεπτή, δεν προσκρούει στο δικαίωμα του προσώπου για αναζήτηση της βιολογικής του ταυτότητας, ενώ ούτε προσκρούει στις πρόνοιες της Ε.Σ.Δ.Α. Αυτό επισημάνθηκε και μέσα από την απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Phinikaridou v. Cyprus, Αίτηση με αρ. 23890/2002 ημερομηνίας 20/12/2007, όπου υποδείχθηκε μεταξύ άλλων ότι η θέσπιση προθεσμίας για την κίνηση της διαδικασίας πατρότητας δικαιολογείται από την επιθυμία να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και το αμετάκλητο των οικογενειακών σχέσεων.
  2.  Εν τούτοις, στην ίδια απόφαση υποδείχθηκε από το Ε.Δ.Α.Δ. ότι η εφαρμογή αυστηρών προθεσμιών παραγραφής για την θεμελίωση δικαστικής διαδικασίας αναφορικά με το θέμα της πατρότητας, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις κάθε ξεχωριστής περίπτωσης και ειδικότερα της γνώσης των γεγονότων που αφορούν την πατρότητα, καταστρατηγούν την ουσία του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής η οποία προστατεύεται από το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση։

«56. Για παράδειγμα, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι άκαμπτες προθεσμίες παραγραφής ή άλλα εμπόδια στις αγωγές αμφισβητήσεως της πατρότητας που ισχύουν ανεξάρτητα από την εικαζόμενη γνώση του πατέρα σχετικά με τις περιστάσεις που αμφισβητούν την πατρότητα του, χωρίς να επιτρέπονται εξαιρέσεις, παραβιάζουν το άρθρο 8 της Σύμβασης (βλ. Shofman προπαρατεθείσα, παρ. 43-45 βλ. επίσης mutatis mutandis, Mizzi, παρατεθείσα, παρ. 80 και 111-113 Paulik κατά Σλοβακίας, αριθ. 10669/05, παρ. 45-47, ΕΣΔΑ 2006… (αποσπάσματα) και Tavli κατά Τουρκίας, αρ. 11449, παρ. 34-38, 9 Νοεμβρίου 2006)»…………………………………………..

«65. Επομένως, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη το περιθώριο εκτιμήσεως που απομένει στο κράτος, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η εφαρμογή μίας αυστηρής προθεσμίας για την άσκηση της διαδικασίας πατρότητας, ανεξαρτήτως των περιστάσεων μίας συγκεκριμένης υποθέσεως, και ιδίως της γνώσεως των πραγματικών περιστατικών που αφορούν την πατρότητα, παρακωλύει την ίδια την ουσία του δικαιώματος του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, σύμφωνα με το άρθρο 8 της Σύμβασης».

  1.  Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση που εξέδωσε το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Shofman v. Russia, Application No. 74826/01, ημερομηνίας 24/11/2005։

«43.  In the applicant’s case, the power of appreciation of the domestic courts was circumscribed by Article 49 of the RSFSR Marriage and Family Code. That provision was capable of adequately securing the interests of a husband who, on learning of a fact or date of birth that suggested that the child was not his, could make an informed choice and either accept the legal presumption of paternity or challenge it in the courts. It made, however, no allowance for husbands in the applicant’s situation who did not become aware of the biological reality until more than a year after the registration of the birth. The Government did not give any reasons why it should have been “necessary in a democratic society” to establish an inflexible time-limit with time running irrespective of the putative father’s awareness of the circumstances casting doubt on his paternity and not to make any exceptions to the application of that time-limit.

44.  According to the Court’s case-law, the situation in which a legal presumption is allowed to prevail over biological and social reality, without regard to both established facts and the wishes of those concerned and without actually benefiting anyone, is not compatible, even having regard to the margin of appreciation left to the State, with the obligation to secure effective “respect” for private and family life (Kroon, cited above, § 40).

45.  The Court considers that the fact that the applicant was prevented from disclaiming paternity because he did not discover that he might not be the father until more than a year after he learnt of the registration of the birth was not proportionate to the legitimate aims pursued. It follows that a fair balance has not been struck between the general interest of the protection of legal certainty of family relationships and the applicant’s right to have the legal presumption of his paternity reviewed in the light of the biological evidence.

46.  The Court concludes that, despite the margin of appreciation afforded to the respondent State, it has failed to secure to the applicant the respect for his private life, to which he is entitled under the Convention. There has therefore been a violation of Article 8 of the Convention» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

  1.  Περαιτέρω, στην απόφαση που εξέδωσε το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Mizzi v. Malta, Αιτ. αρ. 26111/2002 ημερομηνίας 12/01/2006, το Δικαστήριο εξέτασε την περίπτωση ενός συζύγου που δεν μπόρεσε να προσβάλει την πατρότητα του παιδιού που γέννησε η γυναίκα του, λόγω παρέλευσης της εξάμηνης προθεσμίας που προβλεπόταν στον ημεδαπό νόμο. Εδώ, το Ε.Δ.Α.Δ. έκρινε πως το γεγονός ότι ο προσφεύγων ήταν πρακτικά αδύνατο να προσβάλει την πατρότητα από την γέννηση του παιδιού, παραβίαζε τα δικαιώματα του όπως κατοχυρώνονται από τα άρθρα 6 και 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Επίσης, στην υπόθεση Novotny v. The Czech Republic, ημερομηνίας 07/06/2018, το Ε.Δ.Α.Δ. έκρινε μεταξύ άλλων, ότι η υπερίσχυση του νομικού τεκμηρίου έναντι της βιολογικής πραγματικότητας για σκοπούς καθορισμού της νομικής υπόστασης τέκνου, παραβίαζε το δικαίωμα για οικογενειακή ζωή που προστατεύεται από το άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α.
  2.  Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Πολυκάρπου v. Πολυκάρπου (2009) 1 ΑΑΔ 35, ημερομηνίας 15/01/2009, Νομικό Ερώτημα 359, το Οικογενειακό Δικαστήριο παρέπεμψε στο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με την διαδικασία του Άρθρου 144 του Συντάγματος, το νομικό ερώτημα ως προς το κατά πόσο το Άρθρο 11(1)(α) του Περί Τέκνων (Συγγένεια και  Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 (Ν. 187/91) το οποίο περιορίζει το δικαίωμα του συζύγου της μητέρας να υποβάλει αίτηση για προσβολή της πατρότητας τέκνου μετά την πάροδο πέντε ετών από τη γέννησή του, αντίκειται και προσκρούει στις θεμελιώδεις διατάξεις των Άρθρων 15, 30 και 35 του Συντάγματος όπως επίσης και στα Άρθρα 6 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα οποία προστατεύουν το δικαίωμα οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«Το αντικείμενο της πιο πάνω υπόθεσης εξετάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Phinikaridou v. Cyprus, Application No. 23890/02, Judgement 20.12.07, όπου κρίθηκε ότι οι άκαμπτες  προθεσμίες που τίθενται από τον υπό κρίση Νόμο, αντίκεινται στο Άρθρο 8 της Σύμβασης που αφορά την προστασία και σεβασμό της προσωπικής και οικογενειακής ζωής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι άκαμπτες, περιοριστικές περίοδοι ή άλλα εμπόδια σε αγωγές που αμφισβητούν την πατρότητα και που εφαρμόζονται ασχέτως με τη γνώση των συνθηκών από τον πατέρα, παραβίαζαν το Άρθρο 8 της Σύμβασης, έκαμε δε και αναφορά  σε αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου στις Case of Shofman v. Russia, Application No. 74826/01, Judgement 24.11.2005 και Case of Mizzi v. Malta, Application No. 26111/02, Judgement 12.1.2006.

Εν όψει των πιο πάνω και ιδιαιτέρως της απόφασης του ΕΔΑΔ στην Phinikaridou, καταλήγουμε πως οι πρόνοιες του Άρθρου 11(1)(α) του Περί Τέκνων (Συγγένεια και  Νομική Υπόσταση) Νόμου του 1991 (Ν. 187/91) στο μέτρο που αποκλείει προσβολή της πατρότητας «σε κάθε περίπτωση όταν περάσουν 5 χρόνια από τον τοκετό», είναι αντίθετες και ασύμφωνες προς (α) τις διατάξεις των Άρθρων 15.1 και 30.1 και 2 του Συντάγματος και (β) τις διατάξεις του Άρθρου 8 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών».

  1.  Είναι η θέση του Δικαστηρίου, η οποία εκφράστηκε και στην απόφαση του ημερομηνίας 29/05/2024, ότι η τριετής προθεσμία που προνοεί η σχετική νομοθετική διάταξη (βλ. αρ. 22 Ν.187/91), δεν θα πρέπει να αρχίζει από τον χρόνο ενημέρωσης του τέκνου για την ταυτότητα του αληθινού του πατέρα, αλλά από την ημερομηνία που η απόφαση με την οποία έγινε αποδεκτή η προσβολή της πατρότητας του, κατέστη αμετάκλητη.
  2.  Θεωρώ ότι οποιαδήποτε αντίθετη προσέγγιση του εν λόγω ζητήματος, στην βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσης υπόθεσης και του χρόνου που παρήλθε εν μέσω δικαστικών διαδικασιών που προηγήθηκαν, δεν θα ανταποκρινόταν στην δίκαιη προσέγγιση του, αφού δεν μπορεί να αναμένει ένα πρόσωπο να συνεχίζει να τρέχει η παραγραφή που προνοεί ο σχετικός νόμος, ενώ την ίδια ώρα να αναμένει να εκδικαστεί η αίτηση για προσβολή της πατρότητας σε αβέβαιο χρόνο για να μπορεί στην συνέχεια να ασκήσει το δικαίωμα του για αναγνώριση της πατρότητας. Δηλαδή, εν τέλει θα ανέκυπτε η αντινομία το τέκνο να απέβαλε την ιδιότητα του τέκνου γεννημένου σε γάμο, όπως στην υπό κρίση περίπτωση και να μην είχε την δυνατότητα για δικαστική αναγνώριση της πατρότητας, αφού στο μεσοδιάστημα το δικαίωμα του θα είχε παραγραφεί.
  3.  Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, ότι η αρχική αίτηση που καταχώρησε η Αιτήτρια στις 06/10/2022 για δικαστική αναγνώριση της ως τέκνου του Κ.Σ.Σ. είχε καταχωρηθεί μία ημέρα πριν την λήξη της τριετούς περιόδου παραγραφής δηλαδή στις 07/10/2019 και συναφώς ήτο εμπρόθεσμη. Εάν το παρόν Δικαστήριο ακολουθήσει την λογική της αυστηρής τήρησης των προθεσμιών, τότε ενδέχεται να στερήσει από την Αιτήτρια το δικαίωμα της για αναζήτηση της βιολογικής αλήθειας και κατ’ επέκταση να προκύψει παραβίαση του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α.
  4.  Κρίνω σημαντικό να τονίσω πως το δικαίωμα στην αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας αποτελεί ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται τόσο από τα άρθρα 15 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, όσο και από τα άρθρα 6 και 8 της Ε.Σ.Δ.Α. Επίσης, η νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. θεώρησε ως θεμελιωμένο ότι ο καθορισμός της νομικής σχέσης μεταξύ ενός παιδιού και του εικαζόμενου βιολογικού του πατέρα, εμπίπτει στην σφαίρα της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 της Ε.Σ.Δ.Α.) και πως ο συγγενικός δεσμός αποτελεί θεμελιώδες συστατικό στοιχείο της ταυτότητας ενός ατόμου.
  5.  Κατ’ εφαρμογή της θεμελιώδους αρχής της αναλογικότητας και ισοζυγίζοντας από την μία την ασφάλεια δικαίου και το αμετάκλητο των οικογενειακών σχέσεων και από την άλλη το δικαίωμα για αποκατάσταση της βιολογικής αλήθειας ως αναπόσπαστη πτυχή της προσωπικότητας ενός τέκνου, φρονώ ότι θα πρέπει να υπερισχύσει και να διαφυλαχθεί ο πυρήνας του δικαιώματος πρόσβασης της Αιτήτριας στο Δικαστήριο, αλλά και της αποκατάστασης της βιολογικής της ταυτότητας. Επομένως, κρίνω ότι στην υπό εξέταση περίπτωση, η ερμηνεία των διατάξεων περί αποσβεστικών προθεσμιών θα πρέπει να γίνει υπό το φως των πιο πάνω πραγματικοτήτων και όχι με τέτοια αυστηρότητα, που να αποστερεί από την Αιτήτρια της δυνατότητας δικαστικής αναγνώρισης του βιολογικού της πατέρα, ιδίως από την στιγμή που η ίδια υποστηρίζει ότι αυτή έχει τεκμηριωθεί μέσω γενετικών εξετάσεων, κάτι το οποίο βέβαια θα εξεταστεί στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης.
  6.  Στο σύγγραμμα του Σ. Λιασίδη «Συγγένεια & Νομική Υπόσταση Τέκνων» έκδοση του 2020 σελ. 217, καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά։

«Με τον νόμο 69(Ι)2008, η τριετής προθεσμία συναρτάται πλέον από τις παραγράφους αρ. (4)-(7) του άρθρου 22. Δηλαδή, η τριετής παραγραφή αρχίζει από την πληροφόρηση του περί της «ταυτότητας του υποτιθέμενου πατέρα» και όχι από την ενηλικίωση του, εξαρτωμένης της επέκτασης της προθεσμίας κατά αυτό τον τρόπο από την παράγρ. (5), (6) και (7) του άρθρου 22.

Η διάταξη του άρθρου 22 δεν φαίνεται να καλύπτει το θέμα της προθεσμίας στην περίπτωση που η αίτηση εγερθεί από το ίδιο το (ενήλικο) τέκνο όταν αυτό καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο της μητέρας του. Σε τέτοια ρύθμιση φαίνεται να προέβη ο νομοθέτης μόνο για την μητέρα (άρθρο 22(2)).

Ορθό είναι όπως αναλογική εφαρμογή τυγχάνει και στην περίπτωση που η αίτηση καταχωρείται αυτοπροσώπως από το ίδιο το παιδί. Αν δηλαδή, το παιδί καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής ένεκα του γάμου της μητέρας του, θα ήταν ορθό όπως η τριετής προθεσμία από τον αληθινό του πατέρα αρχίζει από την ημερομηνία που η απόφαση με την οποία έγινε αποδεκτή η προσβολή κατέστη αμετάκλητη» (η υπογράμμιση είναι δική μου).

  1.  Η ίδια προσέγγιση ακολουθείται στο σύγγραμμα της Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη ‘Οικογενειακό Δίκαιο’ 8η έκδοση 2021, στην σελ. 180 με παραπομπή σε σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου. Παραθέτω χαρακτηριστικό απόσπασμα։

«Σχετική ρύθμιση υπάρχει στο νόμο μόνο για την περίπτωση που την αγωγή αναγνώρισης της πατρότητας ασκεί η μητέρα για δικό της λογαριασμό (ΑΚ 1483 παρ. 2), η ρύθμιση όμως τούτη μπορεί να γίνει -αναλογικά- δεκτή και στην περίπτωση που η αγωγή ασκείται αυτοπροσώπως από το παιδί, ώστε αν αυτό καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο και ασκείται αγωγή για την προσβολή της πατρότητας του συζύγου της μητέρας, η προθεσμία της άσκησης από μέρους του παιδιού της αγωγής για την αναγνώριση του από τον αληθινό του πατέρα να μην συμπληρώνεται πριν περάσει ένα έτος από το αμετάκλητο της απόφασης που δέχεται την προσβολή της πατρότητας».

  1.  Περαιτέρω, η ίδια θέση υιοθετείται μέσα από το σύγγραμμα «Εγχειρίδιο Οικογενειακού Δικαίου» του Θ. Παπαχρίστου 3η έκδοση στην σελ. 292, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα։

«Το δικαίωμα του τέκνου να ζητήσει την δικαστική αναγνώριση της πατρότητας αποσβήνεται όταν περάσει ένα έτος από την ενηλικίωση του (ΑΚ 1483 παρ. 1 εδ. β’). Μολονότι ο νόμος δεν αναφέρει τίποτε σχετικά, προτείνεται η αναστολή της έναρξης της προθεσμίας-αναστολή, που η ΑΚ 1483 παρ. 2 καθιερώνει για την προθεσμία του δικαιώματος της μητέρας-και στην περίπτωση που το δικαίωμα ασκείται από το ενήλικο τέκνο με ανάλογη εφαρμογή της διάταξης. Η ετήσια προθεσμία θα αρχίσει από το αμετάκλητο της απόφασης που δέχεται την προσβολή της πατρότητας ή και της εκούσιας αναγνώρισης».

  1.  Ειδικότερα, στην απόφαση του Αρείου Πάγου με αρ. 62/2005 Νο. Β 53, υποδεικνύεται ότι δεν θα ήταν ορθό να αποσβήνεται το δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας προτού ακόμη ανατραπεί το τεκμήριο καταγωγής του τέκνου από γάμο, ώστε να μην καταλήγουμε στο άτοπο αποτέλεσμα να αποβάλει το τέκνο την ιδιότητα του ως τέκνου γεννημένου σε γάμο, χωρίς ταυτόχρονα να είναι σε θέση να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση του από τον φυσικό του πατέρα. Για αυτό και έγινε δεκτό ότι στην περίπτωση που το δικαίωμα δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας ασκεί όχι η μητέρα, αλλά το ίδιο το ενήλικο τέκνο, θα πρέπει με ανάλογη εφαρμογή της ΑΚ 1483 παρ. 2 να μετατίθεται η αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής της αξίωσης από τον χρόνο της ενηλικίωσης του τέκνου σε αυτόν της αμετάκλητης έκδοσης της απόφασης για την προσβολή της πατρότητας.
  2.  Πέραν τούτων, το Εφετείο στην απόφαση του στην Έφεση με αρ. Ε46/2024 ημερομηνίας 30/06/2025, η οποία και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ημερομηνίας 29/05/2025, ουσιαστικά έκρινε ότι κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Αιτήτρια εξακολουθούσε να καλύπτεται από το τεκμήριο καταγωγής από γάμο, ήταν νομικά αδύνατη η καταχώρηση αίτησης για δικαστική αναγνώριση, αφού τότε δεν είχε αγώγιμο δικαίωμα να το πράξει και έτσι παρέθεσε αυτούσιο το απόσπασμα από το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση το ζήτημα της τριετούς αποσβεστικής προθεσμίας παραγραφής στις σελ. 6-8 αυτής, καταλήγοντας ως ακολούθως։

«…Έχοντας πλέον, στις 10/01/2023, ανατραπεί το τεκμήριο πατρότητας, εναπόκειται στην εφεσείουσα να αναζητήσει τα όποια δικαιώματα της μέσω δέουσας διαδικασίας».

  1.  Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Π. Γιωργάλλας v. Σ. Χατζηχριστοδούλου (2000) 1 ΑΑΔ 2060, σε. 2067, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αποσβεστικές προθεσμίες και το ανθρώπινο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το αρ. 6 της Ε.Σ.Δ.Α.։

«Παρόλο που το ΄Αρθρο 6(1) της Σύμβασης δεν κατοχυρώνει ρητά δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο, αυτό έχει ερμηνευθεί ότι περιλαμβάνει τέτοιο δικαίωμα, αποκλειομένων αυθαίρετων ή παράνομων περιορισμών. Δεν αποκλείεται όμως ο χρονικός περιορισμός της πρόσβασης, με την καθιέρωση προθεσμιών, νοουμένου ότι αυτές δεν είναι ασφυκτικές, σε βαθμό που να πλήττουν τη δραστικότητα του δικαιώματος. Αφετέρου, ο χρονικός περιορισμός πρέπει να είναι, σε γενικές γραμμές, ανάλογος προς το σκοπό ο οποίος επιδιώκεται με την καθιέρωση της προθεσμίας και η προθεσμία να αντιστοιχεί προς αυτό. Σ' αυτό το πεδίο αναγνωρίζεται βαθμός ελευθερίας (margin of appreciation) σε κάθε χώρα να καθορίσει την προθεσμία, σύμφωνα με τα ιδιαίτερα δεδομένα της δίχως η ευχέρεια αυτή του νομοθέτη να υπερακοντίζει τη δικαστική λειτουργία ως τον τελικό κριτή του συμβατού του περιορισμού με το κατοχυρωμένο δικαίωμα» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

  1.  Περαιτέρω, στην βάση των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσης υπόθεσης και στην βάση του γεγονότος ότι εκκρεμούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τα προηγούμενα έτη δύο δικαστικές διαδικασίες, θεωρώ ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν έχει επιδείξει οποιαδήποτε υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία (lashes) στην προώθηση της εναρκτήριας αίτησης, αφού προχώρησε στην καταχώρηση της στις 10/07/2025, ήτοι 2,5 έτη από την ημερομηνία που κατέστη αμετάκλητη η απόφαση προσβολής της πατρότητας και 1,5 περίπου μήνα αφότου εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 30/05/2025 στο πλαίσιο της Έφεσης με αρ. Ε46/2024. Ούτε έχω διαπιστώσει ότι η Αιτήτρια ήταν ενήμερη για το ζήτημα της πατρότητας και κωλυσιεργούσε αδικαιολόγητα, αφήνοντας τον χρόνο να παρέλθει άπρακτος, όπως υποδείχθηκε από το Ε.Δ.Α.Δ. στην υπόθεση Silva and Mondrim Correira v. Portugal (Αίτηση με αρ. 72105/14, ημερομηνίας 03/10/2017) όπου οι αιτητές προσέφυγαν στο Δικαστήριο επικαλούμενοι παραβίαση του άρθρου 8 της Ε.Σ.Δ.Α. λόγω παραγραφής των δικαιωμάτων τους για αναγνώριση της πατρότητας.
  2.  Αντιθέτως, η Αιτήτρια στην υπό εξέταση αίτηση υπό τις περιστάσεις έσπευσε να λάβει νομικά μέτρα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία που ενημερώθηκε για τα αποτελέσματα της γενετικής εξέτασης, καταχώρησε αίτηση προσβολής της πατρότητας η οποία και επέτυχε σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαιοδοσία, ενώ συγχρόνως προχώρησε και σε αίτηση για δικαστική αναγνώριση πατρότητας η οποία απορρίφθηκε ως πρόωρη και για αυτό επανήλθε με νέα αίτηση.
  3.  Συνακόλουθα, στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων καταλήγω στο ότι η αίτηση ημερομηνίας 10/07/2025 για την δικαστική αναγνώριση πατρότητας καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, δηλαδή πριν την λήξη των τριών ετών από το αμετάκλητο της απόφασης που δέχεται την προσβολή της πατρότητας και ενώ στο μεσοδιάστημα αναστέλλετο ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος που προνοεί η σχετική νομοθετική διάταξη.

(VI)        ΚΑΤΑΛΗΞΗ։

 

  1.  Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις και ευρήματα, κρίνω ότι η προδικαστική ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείτο κατά τον χρόνο καταχώρησης της εναρκτήριας αιτήσεως να εγείρει την παρούσα αξίωση της λόγω παραγραφής της, δεν μπορεί να επιτύχει.

 

  1.  Εν’ όψει της πιο πάνω κατάληξης, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος ή ιδιαίτερες περιστάσεις, ώστε να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Συνεπώς, τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 4-8.

           

 

 

                                                                   (Υπ.) ............................................................

                            Χ. Πογιατζής Δ. Οικ. Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο