Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 302 / 2024    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Γ.Β
Αριθμός 302/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Α. «Δ., η οποία ενεργεί ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Κ. Ε. Τ. «Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πλαστήρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., ατομικά και ως ομορρύθμου εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Κ. Σ. Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο - Αθανάσιο Γρανά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς: το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1/1/2017 από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και ειδικά από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ..., που εδρεύει στη ....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2016 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1596/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3607/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 17/11/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, υπ' αριθμ. 3607/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ'αριθμ. 1596/2019 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί την ανακοπή του αναιρεσίβλητου και είχε ακυρώσει την υπ' αριθμ. .../1312.2016 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Β. Γ., λόγω ακυρότητας του νομίμου τίτλου, σε εκτέλεση του οποίου συντάχθηκε η παραπάνω έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε με την κατάθεσή της, στις 17/11/2021, στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας, μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟΛΑΠ 12/2018) και από τη δημοσίευση αυτής (2021) δεν παρήλθε διετία. Είναι, επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο προβλεπόμενος στην διάταξη αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα μόνο από το δικονομικό δίκαιο, (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 480/2020), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1656/2022, ΑΠ 1608/2022). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, Α.Π 480/2020, ΑΠ 175/2019). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018).'Ετσι , με τον παραπάνω, από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών (άρθρ. 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 άρθρου 73 του Ν.Δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ), που έχει τον υπέρτιτλο "Ανακοπαί υπό του οφειλέτου" όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας. Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ'ουσίαν βάσιμου της απαιτήσεως του Δημοσίου εφόσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως Ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και διά τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους: α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν....β)...ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη". Κατά δε το άρθρο 75 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα "Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητας". Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάστασή τους με την παρ.2 του άρθρου 7 ν. 4224/2013 με έναρξη ισχύος την 1-1-2014 : "1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ενεργείται δυνάμει νομίμου τίτλου. 2. (Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις ΚΔΦ) νόμιμος τίτλος είναι : α) Η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή, γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του ΚΠολΔ. 3. Η είσπραξη στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου πραγματοποιείται από τη Φορολογική Διοίκηση μετά την καταχώριση των στοιχείων του νόμιμου τίτλου στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, είτε κατόπιν αποστολής στη Φορολογική Διοίκηση χρηματικού καταλόγου από την αρχή που απέκτησε το νόμιμο τίτλο είτε με βάση μόνο το νόμιμο τίτλο, εφόσον αυτός έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη Φορολογική Διοίκηση. Ο χρηματικός κατάλογος περιέχει τα προσδιοριστικά στοιχεία της οφειλής, του υπόχρεου και των τυχόν συνυπόχρεων ευθυνόμενων τρίτων. Τυχόν παράλειψη αναφοράς των ευθυνόμενων συνυπόχρεων δεν θίγει το κύρος του νομίμου τίτλου ούτε τη νομιμότητα της εισπρακτικής διαδικασίας ή της διαδικασίας της εκτέλεσης. Η, για οποιονδήποτε λόγο, μερική ή ολική αναστολή του νόμιμου τίτλου δεν κωλύει την καταχώριση του συνόλου της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, παρέχει στον οφειλέτη, ως άμυνα, δυο είδη ανακοπών: Την ανακοπή της πρώτης παραγράφου, που ασκείται πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, η οποία είναι ειδικότερη μορφή της κοινής ανακοπής των άρθρων 583 επ.ΚΠολΔ, και την ανακοπή της δεύτερης παραγράφου, που ασκείται μετά την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, δηλαδή μετά την κατάσχεση ή τη σύλληψη του οφειλέτη και η οποία αφορά δίκη σχετική με την εκτέλεση (ΑΠ 991/2019). Η διάταξη οριοθετεί την προθεσμία για την άσκηση των ως άνω δύο ανακοπών, έτσι ώστε με την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης λήγει η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 73 παρ.1 και αρχίζει η προθεσμία της δεύτερης ανακοπής του άρθρου 73 παρ.2, που είναι ομοίως απρόθεσμη, καθώς δεν τάσσεται από το νόμο προθεσμία για την άσκησή της ενόσω διαρκεί η εκτέλεση (με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η προθεσμία οριοθετείται σε συνδυασμό με το άρθρο 75 § 2 ΚΕΔΕ και λήγει με την πάροδο δέκα ημερών από την επόμενη ημέρα του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης για τον οφειλέτη και τους ενυπόθηκους δανειστές) (ΑΠ 991/2019, ΑΠ 139/2018), το δε άρθρ. 934 ΚΠολΔ που καθιερώνει την σταδιακή προσβολή των πράξεων της κοινής αναγκαστικής εκτέλεσης δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής στη διοικητική εκτέλεση λόγω της ειδικής ρύθμισης του ΚΕΔΕ (ΑΠ 991/2019). Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 73 ΚΕΔΕ και ιδίως εκείνης της παρ. 2 περ.α, κατά την οποία ορίζεται ότι η κατά της αρξαμένης εκτέλεσης ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτέλεσης για τους κάτωθι περιοριστικά αναφερόμενους λόγους, μεταξύ των οποίων και εάν η εκτέλεση χώρησε με βάση άκυρο τίτλο, ενώ κάθε άλλη αμφισβήτηση περί της ύπαρξης της οφειλής είναι απαράδεκτη στη διαδικασία αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι νόμιμος τίτλος είναι η κατά τους κείμενους νόμους βεβαίωση και ο από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού κλπ, προκύπτει ότι με μη νόμιμο τίτλο εξομοιώνεται και η βεβαίωση εσόδου, η οποία δεν έγινε γενικά κατά τους κείμενους νόμους. Εκ τούτου παρέπεται ότι λόγος ανακοπής με περιεχόμενο την αμφισβήτηση της ύπαρξης της οφειλής, εφόσον ο λόγος αυτός αμφισβητεί τη νομιμότητα και το δικαίωμα της βεβαίωσης του εσόδου, δύναται να προταθεί ως λόγος ανακοπής κατά τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 2 περ. α' ΚΕΔΕ και δη με ανακοπή κατά της αρξαμένης εκτέλεσης, χωρίς ο λόγος αυτός να είναι απαράδεκτος, πολύ περισσότερο, καθόσον πρόκειται περί διοικητικής εκτελέσεως, κατά την οποία ο προσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού γίνεται σχεδόν πάντοτε χωρίς να μεσολαβήσει, όπως στην κοινή εκτέλεση, η διαδικασία του προσδιορισμού με δικαστική εκκαθάριση και στη συνέχεια με έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης (ΑΠ 1267/1985, ΑΠ 2349/1985, ΑΠ 1549/1998, ΑΠ 1843/2023, 1844/2023, πρβλ. ΑΠ 1531/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 824/2022). Eξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του ΑΚ, "ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε", ήτοι, με τον όρο "αποδώσει" νοείται η παράδοση της κατοχής του μισθίου από το μισθωτή στον εκμισθωτή (ΑΠ 1959/2022, AΠ 1439/2021, ΑΠ 646/2020). Κατά δε διάταξη του άρθρου 601 του ίδιου Κώδικα, "ο μισθωτής, για όσο χρόνο παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της μίσθωσης, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι σε περίπτωση, που ο μισθωτής παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λήξη της σύμβασης μίσθωσης, γεννιέται ευθύνη του μισθωτή (που κατά την κρατούσα άποψη, είναι ιδιότυπη αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από τυχόν πταίσμα του μισθωτή) να καταβάλει αποζημίωση στον εκμισθωτή, και ότι η αποζημίωση αυτή ισούται εκ του νόμου με το ύψος του συμφωνημένου μισθώματος κατ' αποκοπή. Με την διάταξη αυτή (άρθρ.601 ΑΚ) καθιερώνεται ευθύνη του μισθωτή να καταβάλει αποζημίωση στον εκμισθωτή για την παραβίαση της προβλεπόμενης από τη ρύθμιση του άρθρου 599 παρ.1 ΑΚ υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή, κατά τη λήξη της μίσθωσης, χωρίς να ερευνάται, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου (ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 1329/2019). Η εκ του άρθρου 601 ΑΚ αξίωση είναι διαφορετική από την αξίωση πληρωμής μισθωμάτων, αφού ο γενεσιουργός λόγος αυτής είναι η παράβαση της υποχρέωσης του μισθωτή να αποδώσει το μίσθιο κατά τη λήξη της μίσθωσης και η από την παράβαση αυτή προκύπτουσα υποχρέωση αποζημίωσης κατά τα άρθρα 599, 601, 297, 298 ΑΚ, ενώ γενεσιουργός λόγος της οφειλής των μισθωμάτων είναι η σύμβαση μίσθωσης σύμφωνα με το άρθρο 574 ΑΚ (ΑΠ 694/2020, ΑΠ 329/2019, ΑΠ 852/2018). Η θεμελιούμενη στην διάταξη του άρθρου 601 ΑΚ αξίωση του εκμισθωτή προς αποζημίωση γεννιέται από την επόμενη ημέρα της λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα της απόδοσης της κατοχής του μισθίου, αποτελεί δε μετενέργεια της σύμβασης μίσθωσης (ΑΠ 1439/2021). Προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωσης χρήσης, είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτήν παράνομη παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να ερευνάται, όπως προαναφέρθηκε, αν ο εκμισθωτής υπέστη ζημία από την καθυστέρηση της απόδοσης του μισθίου. Παράνομη δε παρακράτηση, υπό την έννοια της παραπάνω διάταξης, αποτελεί εκείνη που γίνεται χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 646/2020). Δεν υπάρχει, όμως, παρακράτηση, αν ο μισθωτής πρόσφερε πραγματικά και προσηκόντως το μίσθιο και ο εκμισθωτής αρνήθηκε να το παραλάβει, οπότε περιέρχεται σε υπερημερία δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 599, 288, 349 και 351 ΑΚ, που έχουν εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις, κατ'άρθρ.44 του π.δ/τος 34/1995. (ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 646/2020). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 351 του ΑΚ, με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη του δανειστή, σύμφωνα με την αρχή ότι η αποδοχή της παροχής αποτελεί, κατά κανόνα, δικαίωμα αυτού και όχι υποχρέωσή του, συνάγεται ότι ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την προσφερόμενη σ' αυτόν παροχή, καθώς και αν, μολονότι προσκλήθηκε από τον οφειλέτη, δεν προβαίνει στην απαιτούμενη πράξη ή σύμπραξη, χωρίς την οποία ο οφειλέτης δεν μπορεί να εκπληρώσει την παροχή. Για την ύπαρξη υπερημερίας του δανειστή, σε αντίθεση με όσα ορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 336 του ΑΚ, δεν προσαπαιτείται συνδρομή πταίσματος αυτού, δηλαδή ο δανειστής γίνεται υπερήμερος ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του (ΑΠ 1439/2021, ΑΠ 646/2020, ΑΠ 710/2018). Εξάλλου, πραγματική είναι η προσφορά, όταν η δήλωση του οφειλέτη πως είναι σε ετοιμότητα προς εκπλήρωση είναι έμπρακτη, δηλαδή γίνεται κατά τρόπο που να μην απομένει τίποτε άλλο παρά μόνο η αποδοχή της παροχής από το δανειστή, ενώ προσήκουσα προσφορά είναι αυτή που καλύπτει ό,τι ο δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη, δηλαδή αυτή που ανταποκρίνεται στην πράγματι οφειλόμενη παροχή (και όχι σε παροχή διαφορετική ή μικρότερη από εκείνη που πράγματι οφείλεται), στον κατάλληλο τόπο, κατ' άρθρ. 320 - 322 ΑΚ και χρόνο, κατ' άρθρ. 323-324 ιδίου Κώδικα, είδος, ποιότητα, ποσότητα κ.λπ. (ΑΠ 646/2020, ΑΠ 1123/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ'αρ..../13.12.2016 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας οφειλέτη του Δημοσίου - Δ.Ο.Υ ... της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Β. Γ., επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 131.779,68 ευρώ επί του υπ' αριθμό τρία (3) διαμερίσματος του πρώτου Α' πάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας με την αποκλειστική χρήση του με στοιχεία θήτα οκτώ (Θ-8) χώρου στάθμευσης αυτοκινήτου στον ακάλυπτο χώρο οικοπέδου, που βρίσκεται στη θέση ... και στη συμβολή των οδών ..., επιφανείας του διαμερίσματος 88,96 τ.μ.... Η πιο πάνω κατάσχεση επιβλήθηκε σε εκτέλεση της υπ' αρ.πρωτ. .../ 648/ 2016 παραγγελίας της Δ.Ο.Υ. ... για οφειλές της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Α. Α. Κ. Σ. Ε..Ε.." της οποίας ομόρρυθμος εταίρος είναι ο εφεσίβλητος (αναιρεσίβλητος), συνολικού ύψους 131.779,68 ευρώ και ειδικότερα ποσού 119.358,60 ευρώ για μισθώματα, ποσού 3.580,76 ευρώ για τέλος χαρτοσήμου, ποσού 716,15 ευρώ για ΟΓΑ και ποσού 8.124,17 ευρώ για συνεισπραττόμενες προσαυξήσεις, τόκους κ.λ.π. Σύμφωνα με τον υπ'αρ. 2015-238 χρηματικό κατάλογο της Εταιρείας Ακινήτων του Δημοσίου, βεβαιώθηκε σε βάρος της προαναφερόμενης εταιρείας οφειλή για μισθώματα τμήματος του υπ' αρ. ... ακινήτου, που βρίσκεται στον οικισμό "..." του δήμου ... και αφορούν στη χρονική περίοδο από 22.4.2011 έως 21.4.2013, ύψους του μηνιαίου μισθώματος για την περίοδο από 22.4.2011 έως 21.4.2012 τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων τριάντα έξι ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (4.736,45) και για την περίοδο από 22.4.2012 έως 21.4.2013 πέντε χιλιάδων διακοσίων δέκα ευρώ και δέκα λεπτών (5.210,10). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ Α.Ε.), η οποία με τη υπ' αρ. Δ6Α1162069/ΕΞΙ2011/28.11.2011 Κ.Υ.Α. συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την προσθέτως παρεμβαίνουσα "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε", είχε στη διαχείρισή της το υπ' αρ. ΒΚ ... ακίνητο, επιφανείας 6.515,12 τ.μ., αρμοδιότητας Κ.Υ. ..., που ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα του Δημοσίου, βρίσκεται στην παραλία της ...ς και καταγράφηκε ως παλαιός αιγιαλός προερχόμενος από επιχώσεις και επανακαθορισμό των γραμμών αιγιαλού. Η πιο πάνω εταιρεία, με το από 22 Απριλίου 1997 μισθωτήριο συμβόλαιο, εκμίσθωσε τμήμα του προαναφερόμενου ακινήτου, εμβαδού 425 τ.μ., όπως φαίνεται με τα στοιχεία 1-Α-Γ- 2-3-4-Δ-5-Ψ-1 στο από 31.5.1991 τοπογραφικό διάγραμμα του Μ.. Ζ., στον Σ. Α., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από το μισθωτή ως προέκταση της επιχείρησης εστιατορίου που διατηρούσε με το διακριτικό τίτλο "Α." και με σκοπό την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων μετά σκιάδων, έμπροσθεν αυτού. Με το ίδιο συμφωνητικό ορίσθηκε ετήσια η διάρκεια της μίσθωσης, από 21.4.1997 έως 21.4.1998 και μηνιαίο μίσθωμα ύψους 425.000 δραχμών, αναπροσαρμοζόμενο, σε περίπτωση παράτασης της μίσθωσης, κατά ποσοστό 10% κατ' έτος, επί του εκάστοτε καταβαλλομένου, ενώ με ειδικό όρο συμφωνήθηκε το δικαίωμα του μισθωτή να συστήσει οικογενειακή εταιρεία η οποία θα είχε το δικαίωμα να υπεισέλθει στα μισθωτικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση και για την καλή εκπλήρωση των όρων της σύμβασης ο μισθωτής κατέθεσε ως εγγύηση το ποσό των 850.000 δραχμών. Ο μισθωτής, Σ. Α., με το από 10.07.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό συνέστησε μαζί με τους δύο γιούς του, Α. Α. (εφεσίβλητο) και τον Π. Α. την ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. Α. Κ. Σ. Ε..Ε.." η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης. Η προαναφερόμενη επαγγελματική μίσθωση παρατάθηκε αναγκαστικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 34/1995, έως τις 21.4.2009, ενώ, κατά τη χρονική περίοδο από 2.4.2008 έως 21.4.2009 το μηνιαίο μίσθωμα ανήρχετο στο ποσό των 3.558,56 ευρώ. Οι μισθωτές του ακινήτου, με την υπ' αρ. πρωτ. 4532/27.4.2009 αίτηση τους προς τη μισθώτρια εταιρεία, αφού επισήμαναν τη συμπλήρωση δωδεκαετούς διάρκειας της μισθωτικής σύμβασης, στις 21.4.2009, κατήγγειλαν την τελευταία και ζήτησαν α) την επιστροφή στον Σ. Α., του ποσού της εγγύησης, ύψους 2.494,52 ευρώ και β) τη σύναψη νέας μισθωτικής σύμβασης με την εταιρεία "Α. Α. Κ. Σ. Ε.", με την οποία θα καθορίζονταν εκ νέου οι όροι αυτής. Η μισθώτρια εταιρεία, με την υπ'αρ.Κ (0Τ. 693/338/ΜΙ650/27.1.2010 απάντηση της, αναφερόμενη στην προαναφερόμενη αίτηση των μισθωτών, την οποία αναφέρει χαρακτηριστικά ως "καταγγελία" της μισθωτικής σύμβασης, επιβεβαίωσε τη λήξη, στις 21.4.2009, της σύμβασης μισθώσεως, που είχε καταρτίσει με το Σ. Α. και στην οποία στη συνέχεια υπεισήλθε η προαναφερόμενη ετερόρρυθμη εταιρεία, λόγω παρέλευσης της εκ του νόμου δωδεκαετούς προστασίας της και επιβεβαίωσε είτε τη δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης μέχρι την 21.4.2013, με τους όρους του από 22.4.1997 μισθωτηρίου συμφωνητικού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 61 παρ. δ του π.δ. 34/1995, είτε την κατάρτιση νέας μισθωτικής σύμβασης. Ειδικότερα όρισε για την τελευταία (νέα μισθωτική σύμβαση) ότι θα είχε διάρκεια μέχρι δώδεκα (12) έτη από τη λήξη της προγενέστερης, υπό την προϋπόθεση συμφωνίας των μερών, υπογραφής νέου συμφωνητικού και καθορισμού του ύψους του ετησίου μισθώματος σε ποσό όχι κατώτερο του 10% της αντικειμενικής αξία του ακινήτου και όχι κατώτερο του καταβαλλόμενου μισθώματος. Επίσης, επισήμανε την υποχρέωση παράδοσης ελεύθερης της χρήσης του μίσθιου, το οποίο θα παραλάμβανε η ίδια με την υπογραφή σχετικού Πρωτοκόλλου Παράδοσης και Παραλαβής, οπότε και θα επέστρεφε την εισπραχθείσα εγγύηση εφόσον διαπίστωνε ότι δεν συντρέχει λόγος κατάπτωσης της. Τέλος, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι κατά το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της μίσθωσης μέχρι την παράδοση του ακινήτου θα βεβαίωνε την αποζημίωση χρήσης του τελευταίου στην πιο πάνω ετερόρρυθμη εταιρεία η οποία είχε υπεισέλθει στη μισθωτική σχέση και αναφέρθηκε στον Υπηρεσιακό Κανονισμό Συμβάσεων της ΚΕΔ, σύμφωνα με τον οποίο δεν υφίστατο δυνατότητα απευθείας εκμίσθωσης του ένδικου ακινήτου, αλλά εκμίσθωσης αυτού κατόπιν διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού. Από τα διαλαμβανόμενα στα πιο πάνω έγγραφα προκύπτει με σαφήνεια ότι αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι της ένδικης μισθωτικής σύμβασης επιθυμούσαν και συμφώνησαν τη λήξη της, μετά την πάροδο του καθοριζόμενου από τις διατάξεις του π.δ. 34/1995 χρόνου διάρκειας της, για το λόγο δε αυτό αναζητήθηκε και η καταβληθείσα εγγύηση. Στη συνέχεια οι μισθωτές του ακινήτου Σ. Α. και η εταιρεία "Α. Α. Κ. Σ. Ε..Ε.." κοινοποίησαν στην ΚΕΔ, στην Κτηματική Υπηρεσία ... Δ.Ο.Υ. ..., στις 6 και 7.10.2010 (βλ. υπ' αρ. 1291/7.10.2010, 1282/6.10.2010 και 1280/6.10.2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθήνας Α. Μ.) την με ημερομηνία 1.10.2010 εξώδικη δήλωση. Με το τελευταίο έγγραφο, αφού επεσήμαναν την από μέρους τους καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης με την από 27.4.2009 αίτησή τους και αναφέρθηκαν στην υποχρέωσή καταβολής αποζημίωσης χρήσης για το χρονικό διάστημα από 22.4.2009 και έως το χρόνο παράδοσης του μίσθιου ακινήτου, διαμαρτυρήθηκαν έντονα για τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης χρήσης από την ΚΕΔ Α.Ε. Επίσης, κάλεσαν την τελευταία όπως στις 19.10.2010, ημέρα Τρίτη και ως 09.00, μεταβεί στο μίσθιο ώστε να παραλάβει τη χρήση του, συντάσσοντας Πρωτόκολλο Παράδοσης και Παραλαβής. Η εκμισθώτρια εταιρεία ΚΕΔ Α.Ε. δεν μετέβη στην ορισθείσα ως άνω ημερομηνία για την παραλαβή του μίσθιου ακινήτου, αλλά και δεν αμφισβήτησε τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης. Ειδικότερα, ουδέποτε απέστειλε έγγραφη απάντηση προκειμένου να διαμαρτυρηθεί για τις πιο πάνω ενέργειες των μισθωτών του ακινήτου, όπως ήταν επιβεβλημένο, αν είχε την πεποίθηση ότι ουδέποτε έλαβε χώρα καταγγελία της από 22.4.1997 σύμβασης μίσθωσης και πρόσκληση παραλαβής του μίσθιου ακινήτου ή εφόσον θεωρούσε ότι η μίσθωση, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 2741/1999, είχε παραταθεί για μία τετραετία επειδή η ίδια δεν είχε ασκήσει αγωγή απόδοσης του μισθίου εντός προθεσμίας εννέα (9) μηνών από τη λήξη της μίσθωσης όπως το εκκαλούν αλλά και η προσθέτως παρεμβαίνουσα υποστηρίζουν αβάσιμα με την ένδικη έφεση. Αντίθετα, επειδή γνώριζε τη συμφωνηθείσα λήξη της μισθωτικής σύμβασης εξέδωσε την υπ'αρ.πρωτ. 2708/1532/Φ. ΜΙ50/ 5.4.2011 βεβαίωση μισθωμάτων/αποζημίωσης χρήσης προς τη Δ.Ο.Υ. ... και τον υπ'αριθμ. 96/23.3.2011 χρηματικό κατάλογο, στον οποίο βεβαίωσε οφειλή της προαναφερόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας για το ίδιο ακίνητο και για το χρονικό διάστημα από 22.10.2010 έως 21.4.2011 ύψους 25.835,16 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου ύψους 775,05 ευρώ και ΟΓΑ ύψους 155,01 ευρώ αντίστοιχα. Με την υπ'αριθμ.. 9917/2011 απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη την από 12.4.2011 και με αριθμό κατάθεσης 67538/7180/2011 αίτηση αναστολής της επισπευδόμενης με τον πιο πάνω τίτλο εκτέλεσης, ενώ με την υπ' αρ. 1105/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε τελεσίδικα ως απαράδεκτη η από 12.4.2011 με αριθμό κατάθεσης 67383/407/2011 ανακοπή κατά της ίδιας εκτέλεσης λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της καθ' ης η ανακοπή Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου. Τέλος, με την υπ' αρ. πρωτ. 1477/10.3.2016 κλήση, μετά την πάροδο επτά (7) ετών από τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης, το τμήμα διαχείρισης μισθωτικών συμβάσεων της εταιρείας ακινήτων του δημοσίου κάλεσε την εταιρεία "Α. Α. Κ. Σ. Ε..Ε.." όπως της παραδώσει το προαναφερόμενο ακίνητο εντός προθεσμίας 15 ημερών από τη λήψη της κλήσης και η τελευταία εταιρεία, με την από 13.3.2016 απάντησή της, δήλωσε ότι το ένδικο εδαφικό τμήμα είναι κενό και ελεύθερο προς παράδοση από τις 19.10.2010. Ακολούθησε η σύνταξη, στις 15.4.2016, πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του προαναφερόμενου ακινήτου, σύμφωνα δε με τις έγγραφες παρατηρήσεις της Εταιρείας Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε, κατά την παραλαβή του ακινήτου διαπιστώθηκε ότι εντός του δημοσίου ακινήτου βρισκόντουσαν τα ακόλουθα : α) τμήμα του καταστήματος "Α." εμβαδού περίπου 9,5 τμ., β) τμήμα της βεράντας του καταστήματος εμβαδού περίπου 61 τ.μ., γ) σκάλες που οδηγούν στο ισόγειο και στο υπόγειο του κτιρίου, δ) σκάλες που οδηγούν σε διαμορφωμένο αύλειο χώρου, ο οποίος εκτείνεται σε δύο επίπεδα εμβαδού περίπου 215 τ.μ., εντός του οποίου υπάρχουν παρτέρια με λουλούδια, φοίνικες και σκιάδες (πέργκολες), ε) τοιχεία μικρού ύψους για κάλυψη των υψομετρικών διαφορών μεταξύ των επιπέδων του αύλειου χώρου, όλος ο αύλειος χώρος του δημοσίου ακινήτου ήταν ελεύθερος από τραπεζοκαθίσματα, ενώ υπήρχε μόνο μία σειρά τραπεζοκαθισμάτων η οποία βρισκόταν εκτός του δημοσίου ακινήτου καθώς και αποθηκευμένα τραπεζοκαθίσματα τα οποία επίσης βρίσκονταν εκτός του δημοσίου ακινήτου. Από όσα προεκτέθηκαν αποδείχθηκε ότι αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν και αποδέχθηκαν με έγγραφα βέβαιης χρονολογίας (άρθρο 5 του π.δ. 34/1995) ότι η ένδικη μισθωτική σύμβαση είχε λήξει στις 21.4.2009, για το λόγο δε αυτό προέβησαν στην ανταλλαγή των προαναφερομένων εξωδίκων δηλώσεων με σκοπό την επίλυση εκκρεμών ζητημάτων που ανέκυψαν συνεπεία της προαναφερόμενης λήξης. Επομένως, μετά τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης, δεν υφίσταται υποχρέωση του εφεσίβλητου για καταβολή μισθωμάτων από τη χρήση του μίσθιου ακινήτου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 22.4.2011 έως 21.4.2013, απαίτηση για την οποία επισπεύδεται η ένδικη διαδικασία εκτέλεσης. Τα αιτούμενα δε ποσά οφειλόμενων μισθωμάτων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης, αφού αποδείχθηκε ότι στις 19.10.2009 η εκμισθώτρια του ακινήτου εταιρεία είχε τη δυνατότητα να προβεί στην παραλαβή του μετά από τη σχετική νόμιμη, πραγματική και προσήκουσα προσφορά του από τους μισθωτές, πλην όμως, η τελευταία δεν αποδέχθηκε την προσφερόμενη σ" αυτήν παροχή και ειδικότερα την παραλαβή του μισθίου, καθώς, μολονότι προσκλήθηκε από τους μισθωτές, δεν προέβη στην απαιτούμενη πράξη χωρίς την οποία οι τελευταίοι δεν μπορούσαν να εκπληρώσουν την παροχή και περιήλθε σε υπερημερία δανειστή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 599, 288, 349 και 351 AK που έχουν εφαρμογή και στις εμπορικές μισθώσεις. Ακολούθως ο νόμιμος τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, όπως συνοδεύεται από την με αριθμό 315/18.1.2016 πράξη ατομικής βεβαίωσης του Προϊσταμενου της ΔΟΥ ... Αττικής και την 2015-238 πράξη καταλογισμού της ΕΤΑΔ σε βάρος του εφεσίβλητου, έλαβε χωρίς να προβλέπεται από σχετική διάταξη νόμου και ως εκ τούτου είναι άκυρος όπως και η βάσει αυτού επισπευδόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και κατ' αποδοχήν της ανακοπής του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου είχε ακυρώσει, για τον λόγο αυτό, την έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 73 παρ.2 ΚΕΔΕ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 599, 349, 351 και 601 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επίδικη μίσθωση έληξε στις 21/4/2009 και η εκμισθώτρια (αναιρεσείουσα), αν και προσκλήθηκε από τον μισθωτή (αναιρεσίβλητο) να παραλάβει το πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενο μίσθιο δεν συνέπραξε σε τούτο, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία δανειστή, και επομένως δεν γεννήθηκε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αξίωση αυτής για μισθώματα, ούτε για αποζημίωση χρήσης, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 22.4.2011 έως 21.4.2013, ως εκ τούτου δε, η βεβαίωση εσόδων, με την υπ'αριθμ. 315/18.1.2016 ατομική ταμειακή βεβαίωση, δεν έγινε σύμφωνα με το νόμο και γι' αυτό εξισούται η εν λόγω βεβαίωση, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, με άκυρο τίτλο.
Συνεπώς, παραδεκτά, μετά την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο ο προαναφερόμενος λόγος ανακοπής, με περιεχόμενο την αμφισβήτηση της ύπαρξης της απαίτησης της αναιρεσείουσας, αφού με αυτόν αμφισβήτησε τη νομιμότητα και, συνακόλουθα, το δικαίωμα βεβαίωσης του εσόδου. Επομένως, το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του λόγου ανακοπής, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο τον μοναδικό λόγο της ανακοπής, και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 14 (κατ' εκτίμηση, και όχι 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 περίπτ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών. Ωστόσο καμία διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως ενώπιόν του (ΑΠ 136/2022, ΑΠ 81/2022), και μόνο όταν από αυτή τη γενική κατ'είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 258/2023 ΑΠ 194/2022, 81/2022, ΑΠ 136/2022). Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί δε για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002 ΑΠ 194/2020). Εξάλλου, για την ίδρυση του παραπάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη γεγονότων που συγκροτούν λυσιτελή ισχυρισμό (που επιδρά στο διατακτικό). Πρέπει, δηλαδή, το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 81/2022). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 81/2022). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ.γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε, ενώπιόν του, το αναιρεσείον και συγκεκριμένα α) δύο σειρές φωτογραφιών με τον τίτλο "φωτογραφική τεκμηρίωση του αρμόδιου κλιμακίου Ανατ.Στεράς Ελλάδος της οικείας Διεύθυνσης της ΚΕΔ ληφθείσες στις 12.2.2010 και 3.5.2011 και β) την από 19/12/2013 "Τεχνική 'Εκθεση Αυτοψίας" του Μηχανικού Χ..Γ., από τα οποία αποδεικνύεται, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ότι ο αντίδικος χρησιμοποιούσε το μίσθιο κατά το ένδικο διάστημα. Όμως από την παραδεκτή, κατ'άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει σ'αυτήν, ότι "ελήφθησαν "υπόψη όλα τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς μνημονευόμενα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, έγγραφα χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Επομένως, ο από τον αριθμ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3963/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17/11/2021 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ε. Α. «Δ. (ΕΤΑΔ Α.Ε) για αναίρεση της υπ` αριθμ.3607/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ