ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 774/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 774/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 774/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 774 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 774/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευγενία Μπιτσακάκη - Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Νικολέττα Παναγιωτίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 21 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τη Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρον 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και δεν κατέθεσε προτάσεις

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ : Ν.Π.Δ.Δ. , με την επωνυμία "Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος", το οποίο εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ηγουμένη αυτής Συγκλητική Μοναχή (κατά κόσμον Π. Λ.), η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της Ιωάννη Πασπαλά, ο οποίος ανακάλεσε την από …2025 δήλωση για παράσταση, κατ' άρθρον 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2020 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, την από …2020 ανακοίνωση δίκης του ήδη αναιρεσίβλητου κατά του Ελληνικού Δημοσίου, την από …2020 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε παρέμβαση της Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "COSMOTE- ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.", κατά του Ελληνικού Δημοσίου και την από …2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κύμης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2024 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Την αναίρεση της αποφάσεως 121/2024 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας καθώς και της αποφάσεως 7/2022 του Ειρηνοδικείου Κύμης, ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-10-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 559 και 560 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες δεν κάνουν καμία διάκριση, σαφώς προκύπτει ότι αναίρεση συγχωρείται αδιάφορα εάν το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αποφάσισε για την ουσία της υπόθεσης ή δεν εισήλθε στην εξέταση αυτής για τυπικούς λόγους, επιτρεπόμενη σε κάθε μια περίπτωση, εφόσον συντρέχει κάποιος νόμιμος λόγος από τους αναφερόμενους, περιοριστικά, στα άρθρα αυτά (559 ή 560 Κ.Πολ.Δ.), ο οποίος αφορά το περιεχόμενο της εκάστοτε, αντιστοίχως, απόφασης.

Εξάλλου, από το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού, στην πρώτη περίπτωση, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στη δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (Ολ.Α.Π. 40/1996, Α.Π.882/2024, Α.Π. 1469/2022, Α.Π. 891/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν με το αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (Α.Π. 1469/2022, Α.Π. 77/2022, Α.Π. 899/2021).

Συνεπώς, εάν η κατά της πρωτόδικης οριστικής απόφασης ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, όπως ως απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσον η απόφαση του εφετείου, αλλά μόνον ως προς την από αυτήν απόρριψη της έφεσης για τυπικούς λόγους, εφόσον υπάρχει σύμφωνα με το νόμο προσβλητή ως προς αυτή πλημμέλεια, όσο και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, ως προς τα από αυτή κριθέντα στην ουσία, καθόσον αυτή καθίσταται τελεσίδικη ως προς αυτά, με την έκδοση της απορρίπτουσας για τυπικούς λόγους την έφεση απόφασης (Α.Π. 995/2020, Α.Π. 1000/2009, Α.Π. 1158/1980).

Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι επί αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του εναγόμενου σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, εφαρμόζονται οι διατάξεις των περί αναγκαστικής ομοδικίας άρθρων 76, 77 και 78 Κ.Πολ.Δ., ενώ, κατά μεν τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 76 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, που συντρέχει και όταν εξ αιτίας των περιστάσεων, που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομόδικους, οι ομόδικοι που μετέχουν στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, κατά δε την παρ.4 του ίδιου άρθρου, η άσκηση ένδικου μέσου από αναγκαίο ομόδικο έχει αποτελέσματα και για τους άλλους, που σημαίνει ότι το ένδικο μέσο θεωρείται ότι ασκήθηκε και από τους λοιπούς ομόδικους, μολονότι αυτοί αδράνησαν. Επομένως, η άσκηση, στη συνέχεια, του αυτού ένδικου μέσου από άλλον αναγκαίο ομόδικο προσκρούει στην απαγόρευση άσκησης για δεύτερη φορά του ίδιου ένδικου μέσου, η οποία ως γενική αρχή (ne bis in idem) αποτυπώνεται στις διατάξεις των άρθρων 514, 541 και 555 Κ.Πολ.Δ., καθιστώντας απαράδεκτο το δεύτερο ένδικο μέσο. Η αρχή όμως αυτή κάμπτεται, όταν δικαιολογείται έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτοτελώς ένδικου μέσου από αναγκαίο ομόδικο, όπως συμβαίνει όταν προβάλλονται με αυτό λόγοι διαφορετικοί από τους περιεχόμενους στο ένδικο μέσο που άσκησε προηγουμένως άλλος ομόδικος, εφόσον με τους λόγους αυτούς επιδιώκεται η παροχή δραστικότερης μορφής δικαστικής προστασίας, δηλαδή πέραν εκείνης που επιδιώκεται και είναι δυνατό να παρασχεθεί με βάση το πρώτο ένδικο μέσο, αφού τότε η αντίθετη εκδοχή οδηγεί σε στέρηση παροχής αποτελεσματικής έννομης προστασίας, την οποία εγγυάται το άρθρο 20 παρ.1 του Συντάγματος (Α.Π. 1860/2013). Σε κάθε περίπτωση, δεν εμποδίζεται η άσκηση από τους αναγκαίους ομόδικους ένδικου μέσου με κοινό δικόγραφο, ενώ ως κοινό ένδικο μέσο μπορούν τελικά να θεωρηθούν και τα περισσότερα αυτοτελή ένδικα μέσα που άσκησαν αυτοτελώς οι αναγκαίοι ομόδικοι και έτσι να μην απορριφθούν ως απαράδεκτα τα χρονικώς επόμενα, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα συνεκδίκασής τους. Μάλιστα, κατά την έννοια αυτή οι διαφορετικοί λόγοι των επόμενων ένδικων μέσων ισοδυναμούν λειτουργικά με πρόσθετους λόγους στο αρχικό ένδικο μέσο (Α.Π. 1860/2013). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ.1, 3, 80, 82, 83 και 558 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, εκείνος που άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση και όταν δεν ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η αναίρεση όμως απευθύνεται μόνο κατά του αντιδίκου του που νίκησε και όχι κατά του διάδικου υπέρ του οποίου άσκησε την παρέμβαση, έστω και αυτοτελή. Πρέπει όμως να καλείται ο τελευταίος σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., αλλά κατ' επιταγήν και της διατάξεως του άρθρου 110 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., κατά τον ορισμό της οποίας οι διάδικοι έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως. Επομένως, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως από εκείνον που, κατά την προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, άσκησε πρόσθετη αυτοτελή παρέμβαση, η κλήση για τη συζήτηση αυτής, η οποία γίνεται κάτω από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να επιδίδεται και στον διάδικο (αναγκαίο ομόδικο κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ.), υπέρ του οποίου ασκήθηκε η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, για να ενημερώνεται και εκείνος για την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης και ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του ως διάδικος, χωρίς την κλήτευση του οποίου παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης (Α.Π. 2091/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη, από …2024, αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικούς Δημοσίου κατά του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος", στρέφεται τόσον κατά της με αριθμό 7/2022 απόφασής του, σε πρώτο βαθμό, δικάσαντος την ένδικη υπόθεση Ειρηνοδικείου Κύμης, όσο και κατά της με αριθμό 121/2024 απόφασής του, σε δεύτερο βαθμό, δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας. Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των ως άνω συμπροσβαλλόμενων αποφάσεων προκύπτει ότι με τη με αριθμό 121/2024 απόφασή του, το δικάσαν, ως εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, αφού συνεκδίκασε τις από …2022 (υπό στοιχείο Α) και από …2022 (υπό στοιχείο Β) εφέσεις της εκκαλούσας - εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Ο.Τ.Ε Α.Ε." και ήδη της καθολικής διαδόχου αυτής κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση και συνεχίζουσας την αρξάμενη δίκη ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "COSMOTE - ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε." και του Ελληνικού Δημοσίου - αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος κατά του εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία "Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος", κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της πρώτης των άνω εφέσεων, ενώ απέρριψε ως απαράδεκτη τη δεύτερη εξ αυτών του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή της με αριθμό 7/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κύμης διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Χαλκίδας (με αριθμό …2024 έκθεση κατάθεσης ένδικου μέσου του άνω Πρωτοδικείου) και δεν κατατέθηκε στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Κύμης, στη Γραμματεία δηλαδή του Δικαστηρίου που εξέδωσε την αυτοτελώς προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση. Ακολούθως, κατά το μέρος που η κρινόμενη, από …2024, αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η ως άνω με αριθμό 121/2024 απόφαση του δικάσαντος, ως εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, και κατά το μέρος που έκρινε επί της από …2022 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος (αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος) κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 560, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από τη με στοιχεία …2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου … , Η. Μ.) κλήθηκε για την παρούσα συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, η αναγκαία ομόδικος, κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ., του αναιρεσείοντος, κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη, εναγόμενη -εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "COSMOTE -ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.", υπέρ της οποίας ασκήθηκε η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση.

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 2-11-2020 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κύμης κατά της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "COSMOTE - ΚΙΝΗΤΕΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε.", το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο ισχυριζόμενο ότι είναι κύριο του αναφερόμενου και λεπτομερώς περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου που βρίσκεται στην Κύμη Ευβοίας, που απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας, που είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπό του προ του έτους 1915 και ότι η εναγόμενη εταιρεία κατέλαβε τον μήνα Μάρτιο του έτους 2017, αυθαίρετα και παράνομα, τμήμα του επίδικου ακινήτου του, εμβαδού 2.117,26 τ.μ. , όπου και εγκατέστησε κεραία (σταθμό) κινητής τηλεφωνίας, ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του επί του άνω τμήματος και την αποβολή της εναγόμενης από αυτό. Το ίδιο ενάγον, με την από 2-11-2020 ανακοίνωση δίκης, ανακοίνωσε στο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την ανοιγείσα ως άνω δίκη. Ομοίως με την από …2020 και με αριθμό κατάθεσης …/2020 προσεπίκληση του αληθινού κυρίου, η άνω εναγόμενη εταιρεία προσεπικάλεσε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να παρέμβει υπέρ της στην ίδια ως άνω ανοιγείσα δίκη. Το τελευταίο άσκησε την από …2021 και με αριθμό κατάθεσης …/2021 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση κατά του ενάγοντος και υπέρ της εναγόμενης, ως αληθινό κύριο και νομέας της επίδικης έκτασης. Το Ειρηνοδικείο Κύμης, αφού συνεκδίκασε την αγωγή, την άνω ανακοίνωση δίκης, την προσεπίκληση σε παρέμβαση και την αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε την προσεπίκληση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, ενώ δέχτηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνώρισε το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο κύριο του ακινήτου και υποχρέωσε την εναγόμενη εταιρεία να του το αποδώσει. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν έφεση τόσο η εναγόμενη εταιρεία, όσο και το αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνον και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίες συνεκδικάστηκαν από το, δικάσαν ως εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Το τελευταίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της πρώτης έφεσης της εναγόμενης εταιρείας για τον λόγο ότι υφίσταται μόνο ένα δικόγραφο προτάσεων του κληθέντος στη συζήτησή της Ελληνικού Δημοσίου (το οποίο κατέστη με μόνη την προσεπίκληση ως αληθινός κύριος και νομέας από την εναγόμενη, διάδικο στην πρωτοβάθμια δίκη και αναγκαίος ομόδικος αυτής) και προκαλείται σύγχυση ως προς την παράστασή του στην έφεση αυτή αναφορικά με το εάν πρέπει να δικαστεί ερήμην η ως πλασματικά εκπροσωπούμενο από την εκκαλούσα αναγκαία ομόδικό του, ενώ απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, για τον λόγο ότι κατά της ίδιας απόφασης έχει ασκήσει σε προγενέστερο χρόνο η εκκαλούσα της πρώτης έφεσης αναγκαία ομόδικός του την ως άνω έφεσή της, ζητώντας και η ίδια, όπως και το ήδη αναιρεσείον την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης για λόγους αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα κα χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006, Α.Π. 184/2017). Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη ή απαράδεκτη (Ολ. Α.Π. 44/1990, Α.Π. 101/2005).

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι, με ανεπαρκή, άλλως αντιφατική αιτιολογία, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεσή του, ενώ αν είχε κρίνει ορθά έπρεπε να κάνει δεκτή τύποις και ουσία αυτή, με την οποία, είχε αιτηθεί δραστικότερη έννομη προστασία της εφέσεως της αναγκαίας ομοδίκου του - εναγόμενης, στηριζόμενης σε διαφορετικούς λόγους. Ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την ένδικη έφεση ως απαράδεκτη, ήτοι για τυπικό λόγο, χωρίς το Εφετείο να εισέλθει στη ουσία της διαφοράς και να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα, η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης νόμου, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι, σύμφωνα με όσα στην προαναφερθείσα νομική σκέψη διαλαμβάνονται, απορριπτέος ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 121/2024 τελεσίδικης αποφάσεως του δικάσαντος, ως εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και της υπ' αριθμ. 7/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κύμης και να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του ήδη αναιρεσίβλητου, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού, τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191παρ.2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08-12-1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20-01-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από …2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 121/2024 τελεσίδικης απόφασης του δικάσαντος, ως εφετείο, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και της υπ' αριθμ. 7/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κύμης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή