Απόφαση 775 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 775/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευαγγελία Γίτση και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Ι. του Α., κατοίκου ..., για τον εαυτό του ατομικά και ασκούντος την επιμέλεια (από κοινού με την αναιρεσίβλητη) των τριών ανήλικων τέκνων, ήτοι των Π. Ι., Φ.-Α. Ι. και Α. Κ. Ι. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο-Δημήτριο Καλαμίδα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. Δ. του Φ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Σοφό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: α) …2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και β) …2021 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11061/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2890/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από …2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.2101/1992, που κύρωσε την Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού "1. Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, είτε αυτές λαμβάνονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς κοινωνικής προστασίας, είτε από τα δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νομοθετικά όργανα, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το συμφέρον του παιδιού. 2. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν στο παιδί την αναγκαία για την ευημερία του προστασία και φροντίδα, λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των γονέων του, των επιτρόπων του ή των άλλων προσώπων που είναι νόμιμα υπεύθυνοι γι’ αυτό, και παίρνουν για το σκοπό αυτόν όλα τα κατάλληλα νομοθετικά και διοικητικά μέτρα. 3...". Με το Ν. 4800/21-5-2021 "Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις" αντικαθίσταται ή τροποποιείται σειρά διατάξεων του ενδέκατου Κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα για τις σχέσεις γονέων και τέκνων και ιδίως για τα θέματα της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων (άρθρα 1510-1541 του Αστικού Κώδικα), ως ίσχυαν, ιδίως μετά τη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου, η οποία συντελέστηκε με το Ν. 1329/1983, και εναρμόνισε τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς το άρθρο 4 παρ. 2 του Συντάγματος για την ισότητα των φύλων και προς το άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος για την προστασία της παιδικής ηλικίας. Η ισχύς του νόμου αυτού, ως προς τις ανωτέρω διατάξεις, άρχισε από τις 16-9-2021 (άρθρο 30), ενώ, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 18, τα Κεφάλαια Β' και Γ' του νόμου αυτού, που αφορούν και στα άρθρα των σχέσεων γονέων και τέκνων, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου, αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Στο άρθρο 1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι "Ο παρών νόμος αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση του βέλτιστου συμφέροντος το τέκνου δια της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων κατά την ανατροφή του και την εκπλήρωση της ευθύνης τους έναντι αυτού. Οι διατάξεις του ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, που δεσμεύουν τη Χώρα, ιδίως με τη Διεθνή Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού, που κυρώθηκε με το Ν. 2101/1992 και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης), που κυρώθηκε με το Ν. 4531/2018...". Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 1510 παρ. 1, 1511 παρ. 1 και 2, 1512, 1513 εδ. α', 1514 και 1518 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 5, 6, 7, 8 και 11 του Ν. 4800/2021 ορίζονται τα εξής: Στο άρθρο 1510 παρ. 1 ότι "Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του", στο άρθρο 1511 ότι "Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου" (παρ. 1) και "Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο" (παρ. 2), στο άρθρο 1512 ότι "Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο", στο άρθρο 1513 εδ. α' ότι "Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα", στο άρθρο 1514 ότι "1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 1513, οι γονείς μπορούν με έγγραφο βεβαίας χρονολογίας να ρυθμίζουν διαφορετικά την κατανομή της γονικής μέριμνας, ιδίως να αναθέτουν την άσκησή της στον έναν από αυτούς, και να καθορίζουν τον τόπο κατοικίας του τέκνου τους, τον γονέα με τον οποίο θα διαμένει, καθώς και τον τρόπο επικοινωνίας του με τον άλλο γονέα. Το ανωτέρω έγγραφο ισχύει τουλάχιστον για δύο (2) έτη και παρατείνεται αυτοδικαίως, εκτός αν κάποιος από τους δύο γονείς δηλώσει εγγράφως στον άλλο γονέα, πριν τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου, ότι δεν επιθυμεί την παράτασή του. 2. Αν δεν είναι δυνατή η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων και ιδίως αν ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει σε αυτήν ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας ή αν η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου, καθένας από τους γονείς προσφεύγει σε διαμεσολάβηση, εξαιρουμένων των περιπτώσεων ενδοοικογενειακής βίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. 3. Το δικαστήριο μπορεί ανάλογα με την περίπτωση: α) να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων, να εξειδικεύσει τον τρόπο άσκησής της στα κατ’ ιδίαν θέματα ή να αναθέσει την άσκηση της γονικής μέριμνας στον ένα γονέα ή σε τρίτο, β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη ή τη λήψη οποιουδήποτε άλλου πρόσφορου μέτρου, γ) να διατάξει διαμεσολάβηση ή την επανάληψη διακοπείσας διαμεσολάβησης, ορίζοντας συγχρόνως τον διαμεσολαβητή. Για τη λήψη της απόφασής του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου για την άσκηση της γονικής μέριμνας" και τέλος στο άρθρο 1518 ΑΚ ότι "Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου. Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις. Γι’ αυτόν τον σκοπό οφείλουν να συνεργάζονται με το σχολείο και αν υπάρχει ανάγκη, να ζητούν τη συνδρομή αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών ή δημοσίων οργανισμών. Κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει, ιδίως, την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επιπλέον δε, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορά στο πρόσωπο ή στην περιουσία του. Σε περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς, οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Με την εν λόγω ρύθμιση, η οποία βρίσκεται σε αρμονία με τη διάταξη του άρθρου 1510 εδαφ. α' του ΑΚ , που αναφέρεται στην έγγαμη συμβίωση, καθιερώνεται εκ του νόμου η κοινή άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαζυγίου, ακύρωσης του γάμου ή διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, ακόμη και αν δεν υπάρχει συμφωνία των γονέων ή απόφαση του δικαστηρίου. Με τη νέα ρύθμιση του άρθρου 1513 του ΑΚ, η συνέχιση της από κοινού άσκησης της γονικής μέριμνας μπορεί να αποκλειστεί, εφόσον όμως συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1514 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και όχι σε κάθε περίπτωση. Με την έννοια αυτή, η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, σύμφωνα με το νέο δίκαιο είναι υποχρεωτική, αφού ισχύει εκ του νόμου και ανεξάρτητα από το εάν τη θέλουν οι γονείς. Με τον όρο "εξακολουθούν" καταφάσκεται η αναγκαιότητα αδιατάρακτης και αδιάκοπης διαβίωσης του ανηλίκου, υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες ζούσε πριν από το χωρισμό των γονέων του και, ιδίως, αυτές που αφορούν στις μεθόδους και στη φιλοσοφία ανατροφής, διαπαιδαγώγησης, εκπαίδευσής του, τις επιλογές ως προς τις εξωσχολικές του δραστηριότητες, την ψυχαγωγία του και τις κοινωνικές του συναναστροφές, αφού η διάσταση, το διαζύγιο, η διακοπή της συμβίωσης ή η ακύρωση του γάμου των γονέων του, δεν πρέπει να μεταβάλουν τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας του ανηλίκου τέκνου, η οποία πρέπει να ασκείται από κοινού και από τους δύο γονείς, καθόσον βασικός σκοπός είναι η ψυχική υγεία του ανήλικου τέκνου, η ομαλή ένταξή του στο κοινωνικό περιβάλλον και η ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Με τον όρο "εξίσου" αποδίδεται η θεμελιώδης αρχή του οικογενειακού δικαίου, η οποία εισήχθη με το Ν. 1329/1983 και εναρμόνισε, στο θέμα τούτο, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα προς τα άρθρα 4 παρ. 2 και 21 παρ. 1 του Συντάγματος, περί της ισότιμης συμβολής και των δύο γονέων στην ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση του τέκνου και την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω όρος δεν έχει την έννοια της "ισόχρονης" κατανομής της διαμονής του τέκνου στις οικίες και των δύο γονέων, η οποία άλλωστε εξαρτάται από συγκεκριμένους βιοτικούς ή και συγκυριακούς παράγοντες και η οποία ούτε και υπό το καθεστώς της έγγαμης συμβίωσης είναι δεδομένη, αλλά σημαίνει την εξακολούθηση της κοινής τους ευθύνης στην ανατροφή του τέκνου τους, η οποία εκφράζεται με την ισότιμη συμμετοχή τους στις κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν την επιμέλεια του ανηλίκου, τη διοίκηση της περιουσίας του, την εκπροσώπησή του σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορούν το ίδιο ή την περιουσία του και την εν γένει επίλυση των καθημερινών προβλημάτων του. Για τη λήψη της απόφασης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του για την άσκηση της γονικής μέριμνας. Με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 1514 του ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση που η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων δεν είναι δυνατή, εξαιτίας διαφωνίας των γονέων, η ρύθμιση αυτής γίνεται από το δικαστήριο, ενώ, ως περιπτώσεις διαφωνίας αναφέρονται, ενδεικτικά ("ιδίως"), οι περιπτώσεις που ο ένας γονέας αδιαφορεί ή δεν συμπράττει στη γονική μέριμνα ή δεν τηρεί την τυχόν υπάρχουσα συμφωνία για την άσκηση ή τον τρόπο άσκησής της, ή αν συμφωνία αυτή είναι αντίθετη προς το συμφέρον του τέκνου, ή αν η γονική μέριμνα ασκείται αντίθετα προς το συμφέρον του τέκνου. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων του τέκνου και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το "βέλτιστο συμφέρον του τέκνου", που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητα και υπεύθυνη προσωπικότητα. Ο όρος "βέλτιστο συμφέρον" κατ' ουσίαν αποδίδει την προϊσχύσασα έννοια του "συμφέροντος του τέκνου" και, επομένως, δεν εισάγεται διαφοροποίηση σε σχέση με το προϊσχύσαν δίκαιο, ως προς την έννοια και το περιεχόμενο της αόριστης νομικής έννοιας του συμφέροντος του παιδιού. Ως τέτοιο (συμφέρον του παιδιού) νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας παρέχονται, για πρώτη φορά, από το νομοθέτη (άρθρο 1511 παρ. 2), εκ των προτέρων, προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις, εξαιτίας του φύλου, του σεξουαλικού του προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους. Τα κριτήρια αυτά (η ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, η συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, η συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις κ.λ.π.) αναδεικνύονται από το νομοθέτη και ισχυροποιούνται έναντι άλλων, χωρίς, ωστόσο, να δεσμεύουν το δικαστήριο, ως προς την ιεράρχηση ή την υιοθέτησή τους, στο σύνολό τους. Το κανονιστικό νόημα της αόριστης νομικής έννοιας υπερτερεί έναντι άλλου έννομου συμφέροντος, κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας (λ.χ. του συμφέροντος των γονέων, των απώτερων ανιόντων, τρίτων προσώπων που έρχονται σε επαφή με το παιδί). Γνώμονας για τη σχετική απόφαση του δικαστηρίου είναι μόνο το συμφέρον του ανήλικου παιδιού, όπως τούτο κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση χωριστά, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Η εξατομικευμένη κρίση συνιστά και εφαρμογή της επιταγής του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία αποκλείει τη στερεότυπη αντιμετώπιση, ως προς την αξιολόγηση ατόμων και προσωπικών σχέσεων. Έτσι, κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, υπό καθεστώς ηρεμίας και ασφάλειας, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του, ενώ μεγάλης σημασίας είναι και η, κατά το δυνατό, μικρότερη διατάραξη του μέχρι τούδε τρόπου ζωής του παιδιού, έτσι ώστε να διαφυλαχθεί, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ο ψυχικός και συναισθηματικός κόσμος του, δεδομένου ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και τη διάσπαση της οικογενειακής συνοχής, έχει ήδη κλονίσει την ψυχική ισορροπία και την αίσθηση ασφάλειας του τέκνου. Η μικρή ηλικία του ανήλικου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας στον ένα από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές, παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την πρώιμη νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται υπεροχή στη μητέρα, ενώ, για το μεταγενέστερο χρόνο, αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού ωριμότητάς του, εφόσον αυτή είναι προϊόν ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου.
Πρέπει, εξάλλου, να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το βέλτιστο συμφέρον του. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής, το συμφέρον του ανηλίκου μπορεί να επιβάλει να συμβιώνει τόσο με τη μητέρα του όσο και με τον πατέρα του και, ακολούθως, εφόσον έτσι προκαλείται η μικρότερη δυνατή διατάραξη του τρόπου ζωής του, να ανατίθεται η άσκηση της επιμέλειας αυτού από κοινού στη μητέρα και τον πατέρα του, δηλαδή, να γίνεται χρονική (ή εναλλασσόμενη) κατανομή αυτής ανάμεσα στους δύο γονείς ενώ και η γονική μέριμνα να ανήκει από κοινού και στους δύο, οι οποίοι θα οφείλουν να φροντίζουν για την ομαλή ανάπτυξη και το καλό του τέκνου τους από κοινού. Η έλλειψη δε συνεργασίας των γονέων δεν πρέπει να συνιστά εμπόδιο επιλογής της χρονικής κατανομής της επιμέλειας. Επίσης, η τυχόν εξάρτηση της χρονικά κατανεμημένης γονικής μέριμνας ή επιμέλειας από τη διάθεση συνεργασίας των γονέων αποδυναμώνει τη συγκεκριμένη λύση, διότι αφήνει τη δυνατότητα στο γονέα, που είναι περισσότερο συναισθηματικά δεμένος με τα παιδιά, να τα επηρεάσει σε βάρος του άλλου γονέα και να επιτύχει, μέσω της άρνησής του να συνεργαστεί για μια τέτοια λύση, το μείζον, ήτοι να ασκεί αυτός αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ή επιμέλεια των τέκνων, περιθωριοποιώντας τον άλλο γονέα. Για το σκοπό αυτό, λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα και υπευθυνότητα κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 742/2024, ΑΠ 78/2023, ΑΠ 2096/2022). Διάκριση πρέπει να γίνεται μεταξύ της χρονικής κατανομής της άσκησης της επιμέλειας μεταξύ των γονέων και της εναλλασσόμενης διαμονής (κατοικίας) του τέκνου. Η πρώτη συνιστά μορφή κατανομής της άσκησης της γονικής μέριμνας με περιοδικότητα και συνεπάγεται ότι το παιδί έχει εναλλασσόμενη κατοικία στον τόπο κατοικίας του γονέα του, ο οποίος, στο πλαίσιο αυτό, ασκεί μόνος του, κάθε φορά, τις πράξεις επιμέλειας του παιδιού για όλα τα θέματα, με εξαίρεση εκείνα που αφορούν στον πυρήνα, κατ’ άρθρο 1519 παρ. 1 του Α.Κ. Αντιθέτως, η εναλλασσόμενη διαμονή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο αυτοτελώς, χωρίς την κατανομή της άσκησης της επιμέλειας, οπότε οι γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού την επιμέλεια του παιδιού (συνεπιμέλεια) (ΑΠ 742/2024, ΑΠ 78/2023). Εφόσον δε, ενόψει των ανωτέρω, το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 706/2025, ΑΠ 742/2024, ΑΠ 78/2023, ΑΠ 2096/2022).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 του Συντάγματος, όπως οι παράγραφοι 2 και 3 αυτού προστέθηκαν με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, "1. Το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. 2. Νόμος ορίζει τα σχετικά με την συγκρότηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες ανεξάρτητης αρχής, που διασφαλίζει το απόρρητο της παραγράφου 1. 3. Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α'". Κατά το άρθρο 1 του εκτελεστικού του Συντάγματος Ν. 3115/2003 : "1. Συνιστάται, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος, Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (Α.Δ.Α.Ε.), με σκοπό την προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο".
Περαιτέρω η συνταγματική προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας ολοκληρώνεται με τη θέσπιση ποινικών κυρώσεων σε βάρος των παραβατών, με το άρθρο 370 Α' του Ποινικού Κώδικα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι κατοχυρώνεται απολύτως η προστασία του απορρήτου των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας με οποιοδήποτε τρόπο, όχι μόνον έναντι των δημοσίων οργάνων και επιχειρήσεων, αλλά και έναντι των ιδιωτών, εφόσον, κατά την έννοια των συνταγματικών αυτών διατάξεων της παραγράφου 2, με αυτές θεσπίζεται υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να λαμβάνει μέτρα διασφαλίσεως του απορρήτου της επικοινωνίας και έναντι των ιδιωτών. Στην έννοια του απορρήτου εμπίπτει κατ’ αρχήν το περιεχόμενο της επικοινωνίας, με όποιο τρόπο και αν αυτή διεξάγεται. Αντικείμενο της συνταγματικής προστασίας δεν είναι το μήνυμα καθ’ εαυτό (αυτό προστατεύεται από το άρθρο 14 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως της γνώμης) αλλά το απόρρητο του μηνύματος. Η προστασία του απορρήτου αφορά όχι μόνο τα γραπτά μηνύματα (επιστολές) αλλά και οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής, δηλαδή μη δημόσιας επικοινωνίας, όπως τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), που είναι η σύγχρονη μορφή των επιστολών. Και τούτο, είτε η επικοινωνία πραγματοποιείται από την κατοικία είτε από τον χώρο εργασίας των επικοινωνούντων. Το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος προστατεύει μόνο την "επικοινωνία σε οικειότητα και όχι την επικοινωνία σε δημοσιότητα". Αν και χαρακτηρίζεται ως "απόλυτο", το απόρρητο αίρεται κατά τους όρους που θέτει η ίδια συνταγματική διάταξη. Ως προς το ζήτημα της εκτάσεως της συνταγματικής προστασίας της επικοινωνίας, η συνταγματική προστασία του απορρήτου εντοπίζεται κατά το στάδιο της επικοινωνίας, δηλαδή κατά τον χρόνο που αυτή πραγματοποιείται και λήγει με τη λήξη της. Η προστασία του απορρήτου τελειώνει από την στιγμή που ο παραλήπτης λάβει γνώση του περιεχομένου του μηνύματος. Από το χρονικό σημείο λήξης της επικοινωνίας και έπειτα κάθε στοιχείο (μήνυμα και εξωτερικά στοιχεία) μπορεί να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της συνταγματικής προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων (άρθρα 9 και 9Α του Συντάγματος, αντιστοίχως), αλλά δεν καλύπτεται πλέον από την συνταγματική προστασία του απορρήτου.
Συνεπώς αυτό ισχύει και για τα ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία δεν καλύπτονται από τις εγγυήσεις του απορρήτου, μετά την ανάγνωσή τους και συνεπώς αυτά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 1/2017) και επομένως δεν απαγορεύεται η χρήση τους ως αποδεικτικών μέσων, με την επιφύλαξη ότι δεν αποτελούν παράνομα αποδεικτικά μέσα, γιατί έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των άρθρων 9 και 9 Α' του Συντάγματος.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. , ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο την …2015, από τον οποίο απέκτησαν τρία τέκνα, τον Π., που γεννήθηκε την …2018 και τα δίδυμα Φ. - Α. και Α. - Κ., που γεννήθηκαν στις …2020. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάσθηκε οριστικά τον Φεβρουάριο 2021, με την μετοίκηση της εκκαλούσας (ήδη αναιρεσίβλητης) από την συζυγική στέγη, σε εκτέλεση σχετικής προσωρινής διαταγής. Με την 4319/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ασφαλιστικά Μέτρα) ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των ανηλίκων στον εφεσίβλητο(ήδη αναιρεσείοντα) πατέρα τους, διατάχθηκε η μετοίκηση της εκκαλούσας από την συζυγική στέγη και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στον εφεσίβλητο, για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων, διατροφή ποσού 250,00 ευρώ για καθένα εξ αυτών. Με την ίδια απόφαση ρυθμίσθηκε προσωρινά και η επικοινωνία των ανηλίκων με την εκκαλούσα ως εξής : ...(Ακολουθεί η αναφορά του τρόπου ρύθμισης της επικοινωνίας). Από την μετοίκηση της εκκαλούσας από την συζυγική κατοικία, τον Φεβρουάριο 2021, τα ανήλικα διαμένουν συνεχώς με τον εφεσίβλητο πατέρα τους, ο οποίος φροντίζει για την καθημερινότητα και την ανατροφή τους, συνεπικουρούμενος από την μητέρα του-γιαγιά των ανηλίκων και μία οικιακή βοηθό. Είναι στοργικός πατέρας, τα περιβάλλει με αγάπη και στοργή και, εν όψει των συνθηκών, ανταποκρίνεται με τον δέοντα τρόπο στα καθήκοντά του ως προς την φροντίδα, περίθαλψη και ανατροφή των ανηλίκων. Αντίστοιχα, και η εκκαλούσα μητέρα τους επιδεικνύει την ίδια αγάπη, στοργή και αφοσίωση προς τα τέκνα της και επιθυμεί να αναλάβει εκείνη την επιμέλειά τους. Έχει δε διαμορφώσει προς τούτο και την καθημερινότητά της, καθώς μίσθωσε διαμέρισμα 140 τ.μ. επί της οδού … στο … , προκειμένου να βρίσκεται πλησίον της κατοικίας του εφεσιβλήτου και των ανηλίκων, και εργάζεται κυρίως από το σπίτι (με τηλεργασία). Ο εφεσίβλητος, υποστηρίζει ότι η εκκαλούσα πάσχει από αλκοολισμό, κατάθλιψη και διπολική διαταραχή και δεν είναι κατάλληλη για την φροντίδα και την ανατροφή των ανηλίκων. Προς απόδειξη δε της ακαταλληλότητάς της προσκομίζει διάφορες ιατρικές γνωμοδοτήσεις-εκτιμήσεις αναφορικά με την υγεία της και τις επιπτώσεις της στην φροντίδα και ανατροφή ανηλίκων τέκνων, οι οποίες όμως ουδέν εισφέρουν στην αποδεικτική διαδικασία, καθώς, αν και αφορούν την εκκαλούσα, έχουν συνταχθεί με πρωτοβουλία του ίδιου του εφεσιβλήτου, από ιατρούς που δεν εξέτασαν ποτέ την ασθενή και αποφαίνονται κατά πιθανολόγηση και γενικόλογα, με βάση την μονομερή πληροφόρηση που είχαν από τον εντολέα τους. Από τα λοιπά προσκομιζόμενα εκατέρωθεν ιατρικά έγγραφα και γνωματεύσεις αποδεικνύεται ότι, η εκκαλούσα, μετά την γέννηση του πρώτου τέκνου της Π., υπέστη επιλόχειο κατάθλιψη, την οποία ξεπέρασε προσωρινά, χωρίς την παρουσία και την υποστήριξη του εφεσιβλήτου, ο οποίος απούσιαζε λόγω της εργασίας του στο Λονδίνο, αλλά και δεν αξιολόγησε την αναγκαιότητα συμπαράστασης και συνδρομής που απαιτούσε η ασθένειά της, ώστε να είναι ενεργή και αποτελεσματική στα μητρικά της καθήκοντα και την φροντίδα του ανηλίκου, όπως συνάγεται από το συναφές επικριτικό περιεχόμενο των δικογράφων του. Ωστόσο, μετά την γέννηση των διδύμων, που ακολούθησε σε σύντομο χρονικό διάστημα, η επιλόχεια κατάθλιψη επανήλθε, με αποτέλεσμα την 20-12-2020 να εισαχθεί, μετά από ενδοοικογενειακό επεισόδιο, για ακούσια νοσηλεία στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Σισμανόγλειου Νοσοκομείου, κατόπιν κλήσης της Άμεσης Δράσης από τον εφεσίβλητο, αλλά και επιλογής του τελευταίου να μην αποδεχθεί την κατ' οίκον νοσηλεία της. Ειδικότερα, κατά την ως άνω ημερομηνία, η εκκαλούσα εμφάνισε συμπτώματα διέγερσης (σπάσιμο αντικειμένων) με συνέπεια να κληθεί η άμεση δράση και να οδηγηθεί ακουσίως στο παραπάνω νοσοκομείο, κατόπιν προφορικής εισαγγελικής παραγγελίας, στο οποίο έμεινε μέχρι την επομένη ημέρα (21-12-2020), οπότε και εξήλθε. Στην προσκομιζόμενη ιατρική βεβαίωση - γνωμάτευση του νοσοκομείου, που υπογράφεται από την ψυχίατρο - επιμελήτρια Α' Δ. Β., αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "... Νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο μας στην Ψυχιατρική Κλινική Ενηλίκων από …2020 έως …2020. Η ασθενής κα Δ. Κ. προσήλθε στα ΤΕΠ στις 20.12.2020 κατόπιν προφορικής από …2020 εισαγγελικής παραγγελίας λόγω αναφερόμενου ενδοοικογενειακού επεισοδίου με διέγερση, όπως επιβεβαιώνεται από τους αστυνομικούς. Αναφέρεται και από την ίδια ιστορικό λήψης αντικαταθλιπτικής αγωγής και ψυχοθεραπευτικής παρακολούθησης, όπως και καταθλιπτικών συμπτωμάτων μετά από τοκετούς. Αναφερόμενη χρήση αλκοόλ. Δεδομένης της ψυχοκινητικής ανησυχίας, του ατομικού ιστορικού και της ύπαρξης τριών τέκνων σε βρεφική νηπιακή ηλικία, εισήχθη για θεραπευτική αντιμετώπιση και ρύθμιση. Αξιολογήθηκε μέσα στην κλινική ήρεμη, συνεργάσιμη και έλαβε εξιτήριο και θεραπευτικές οδηγίες για συνέχιση της ψυχιατρικής - ψυχοθεραπευτικής υποστήριξης σε εξωτερική βάση". Η διάγνωση, που εμπεριέχεται στο από 21-12-2020 εξιτήριο του εν λόγω νοσοκομείου, αναφέρεται σε "ήπιες ψυχικές διαταραχές και διαταραχές της συμπεριφοράς που σχετίζονται με την λοχεία και δεν ταξινομούνται αλλού". Επίσης, στο φύλλο νοσηλείας της αναφέρεται στο χωρίο "Πορεία Νόσου", ότι "στις 20-12-2020 προσέρχεται στα επείγοντα κατόπιν προφορικής εισαγγελικής εντολής συνοδεία αστυνομικών. Έχει καλό επίπεδο συνείδησης όμως είναι ψυχοκινητικά ανήσυχη μετά από διαπληκτισμό με το σύζυγο και χρήση αλκοόλ. Δεν ελέγχονται διαταραχές της αντίληψης. Η ίδια αναφέρει ότι πάσχει από επιλόχειο κατάθλιψη, λαμβάνει φάρμακα και μετέχει σε ψυχοθεραπευτική ομάδα. Αναφέρονται έντονα ψυχοπιεστικά γεγονότα (ανεργία συζύγου, συγκρουσιακός σχέσεις μαζί του - υπερβολική κόπωση της ιδίας - ευθύνη τριών παιδιών). Γίνεται συχνά οξύθυμη, ευερέθιστη και γιατί είναι σε αναμονή διαζυγίου με τον σύζυγο. Οι αστυνομικοί την βρήκαν ημίγυμνη από τη μέση και πάνω. Η ίδια φαίνεται να υποτιμά την χρήση του αλκοόλ. Εισάγεται για περαιτέρω διερεύνηση - αντιμετώπιση στα επείγοντα. Έγινε ΗΚΓ, ακτινογραφία θώρακος και αιματολογικός έλεγχος 21-12-2020. Κατά την παραμονή της έχει κολλώδη συμπεριφορά με το γεγονός της νοσηλείας της. Είναι αγχώδης - δύσθυμη όμως συνεργάζεται με την λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Ικανοποιητική συμμόρφωση. Δεν διαπιστώνονται διαταραχές αντίληψης αυτό - έτερο καταστροφικός ιδεασμός. Έγινε συνάντηση με την αδελφή, η οποία επιβεβαίωσε συγκρουσιακή σχέση με τον σύζυγο. Η ασθενής λαμβάνει εξιτήριο με την δέσμευση να συνεχιστεί ψυχοθεραπευτική και ψυχιατρική παρακολούθηση...". Για την αντιμετώπιση της επιλόχειας κατάθλιψης, η εκκαλούσα παρακολούθησε από 4-11-2020 (πριν, δηλαδή, το παραπάνω επεισόδιο) και επί ένα έτος το ειδικό πρόγραμμα Περιγεννητικής Ψυχιατρικής στο τμήμα Ψυχικής Υγείας του Αιγινητείου Νοσοκομείου. Όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. …2021 Ιατρικό Πιστοποιητικό της Α' Ψυχιατρικής Κλινικής του ανωτέρω Νοσοκομείου, που υπογράφεται από την ψυχίατρο Α. Σ., η ιατρική παρακολούθηση έγινε λόγω συμπτωματολογίας επιλόχειας κατάθλιψης, και κατά την διάρκειά της η εκκαλούσα έλαβε φαρμακευτική αγωγή με το αντικαταθλιπτικό σερτραλίνη. Ήδη, από τις ιατρικές γνωματεύσεις που προσκομίζει η ίδια η εκκαλούσα (την από …2021 γνωμάτευση του ειδικού ψυχιάτρου - διδάκτορα του Πανεπιστημίου … Γ. Κ., την από ίδια ημερομηνία γνωμάτευση του ψυχιάτρου-διδάκτορα του Πανεπιστημίου … Δ. Κ. και την από …2021 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου - ψυχιάτρου επίκουρου Καθηγητή Νευρολογίας του Πανεπιστημίου … Ε. Τ.), καθώς και την από …2021 δικαστική - ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη της ιατροδικαστού - ψυχολόγου Κ. Β., που συντάχθηκε με αίτηση της εκκαλούσας, προκύπτει ότι, έχει ξεπεράσει την ήπια επιλόχεια κατάθλιψη, από την οποία έπασχε, και δεν παρουσιάζει κανένα χαρακτηριστικό αποκλίνουσας συμπεριφοράς είτε ψυχωτικού τύπου, είτε διαταραχή προσωπικότητας, και ουδέποτε υπήρξε η παραμικρή ένδειξη ότι θα μπορούσε να διατρέξει η ίδια ή τα τέκνα της κάποιο κίνδυνο από την συμπεριφορά της. Επίσης, από τις προσκομιζόμενες από την εκκαλούσα αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις, στις οποίες υποβλήθηκε περί ώρα 02:30' της …2020, όταν και εισήχθη για ακούσια νοσηλεία στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εργαστηριακές εξετάσεις για την ένδειξη στοιχείων αλκοολισμού, δεν προκύπτει εθισμός της εκκαλούσας στο αλκοόλ (φυσιολογικές τιμές των δεικτών γGΤ, SGOT, SGPT), όπως διατείνεται ο εφεσίβλητος, η άποψη του οποίου διαψεύδεται και από όλες τις ως άνω ιατρικές γνωματεύσεις που προαναφέρθηκαν, οι οποίες αποκλείουν τον εθισμό της στο αλκοόλ. Ο ίδιος, άλλωστε, ο εφεσίβλητος δεν φαίνεται να είχε την ίδια άποψη την 19η-12-2020, μία ημέρα δηλαδή πριν ζητήσει την ακούσια νοσηλεία της συζύγου του, καθώς σε σχετικό μήνυμά του προς την τελευταία της προτείνει επιλογές κρασιών, ενώ προγενέστερα είχε διοργανώσει και πάρτι γευσιγνωσίας κρασιών, χωρίς να προβληματίζεται τότε για τον εθισμό της στο αλκοόλ, που υποστήριξε στη συνέχεια. Οι παραπάνω ιατρικές γνωματεύσεις, που προσκομίζει η εκκαλούσα, δεν αποκρούονται από τις από …2016 και …2016 επιστολές της ψυχιάτρου Α. Α., που προσκομίζει ο εφεσίβλητος, οι οποίες, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι προσκρούουν στον στενό πυρήνα του ιατρικού απορρήτου και, το οποίο, υπό την εκδοχή ότι βρίσκονται σε κίνδυνο τα ανήλικα τέκνα του, όπως υπονοεί ο εφεσίβλητος με τις προτάσεις του, αίρεται (άρθρα 284 ΑΚ και 25 παρ.1 εδ. γ' του ν. 4624/2019), είναι υποστηρικτικές των θέσεων της εκκαλούσας, καθώς από αυτές προκύπτει ότι, η τελευταία επισκεπτόταν οικειοθελώς την εν λόγω ιατρό, για ψυχολογική υποστήριξη στα πλαίσια άγχους και συμπτωμάτων αϋπνίας. Όπως δε ρητά αναφέρεται στις επιστολές αυτές, και η ιατρός αυτή όχι μόνο δεν διέγνωσε επικινδυνότητα της εκκαλούσας, αλλά ούτε καν κατάθλιψη ή αγχωτική διαταραχή. Με βάση τις παραπάνω, αδιάψευστες από τον εφεσίβλητο, ιατρικές γνωματεύσεις δεν προκύπτει ακαταλληλότητα της τελευταίας να ασκεί την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της, ούτε αποδεικνύεται επικινδυνότητα στην συμπεριφορά της σε βάρος των ανηλίκων, της ίδιας ή τρίτων. Παρόμοιο δε επεισόδιο, όπως το προαναφερόμενο της 20ης-12-2020, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν εκδηλώθηκε με βίαιη συμπεριφορά προς τα ανήλικα, δεν επαναλήφθηκε. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα υπεραγαπά τα τέκνα της, των οποίων είχε την αποκλειστική φροντίδα και ανατροφή πριν από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, περιβάλλοντας τα με την δέουσα αγάπη, στοργή και αφοσίωση. Μετά την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, η εκκαλούσα εξακολούθησε να ενδιαφέρεται για την φροντίδα και την ανατροφή τους, διεκδίκησε άμεσα και με κάθε τρόπο την επιμέλεια και την επικοινωνία μαζί τους, ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της ως προς την διατροφή τους και παρακολούθησε τα κατάλληλα θεραπευτικά προγράμματα για την αντιμετώπιση του προβλήματος της υγείας της, ενώ συμβουλεύεται πάντοτε και παιδοψυχιάτρους για την καλύτερη και την αποτελεσματικότερη διαπαιδαγώγησή τους. Επίσης, όπως προεκτέθηκε, έχει μισθώσει μεγάλο διαμέρισμα στην ίδια περιοχή με την κατοικία του εφεσιβλήτου, ώστε να μην χρειάζεται να μεταφέρονται τα ανήλικα σε μεγάλες αποστάσεις και να έχουν το δικό τους χώρο για την μελέτη και τα παιχνίδια τους και, γενικότερα, παρέχει τις εγγυήσεις ότι θα συμβάλλει ουσιωδώς και στην ισόρροπη ανάπτυξη των σχέσεων των ανηλίκων και με τους δύο γονείς, ώστε στο μέλλον να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες και ανεξάρτητες προσωπικότητες.
Εξάλλου, η σταθερή και ενεργή παρουσία της μητέρας στη νηπιακή ηλικία στην οποία βρίσκονται τα ανήλικα, είναι απολύτως απαραίτητη και επιβεβλημένη για την ομαλή ψυχοσωματική τους ανάπτυξη και οπωσδήποτε προτιμότερη από αυτήν της οικιακής βοηθού και της γιαγιάς, που εμπλέκονται με την φροντίδα τους κατά την διαμονή τους στην οικία του πατέρα, ο οποίος, παρά την αγάπη και το ενδιαφέρον του για τα ανήλικα, αδυνατεί να επιμεληθεί αποκλειστικά ο ίδιος την φροντίδα τους, ενώ δεν μπόρεσε να διαχειριστεί στο παρελθόν και την αρνητική του διάθεση προς την εν διαστάσει σύζυγό του, αφού, αντί να επιδείξει κατανόηση και συμπαράσταση για την ασθένειά της, αλλά και να την συνδράμει ουσιαστικά στην φροντίδα των παιδιών, επεδίωξε την άμεση και βίαιη απομάκρυνση των βρεφικής ηλικίας τότε τέκνων από την μητέρα τους, η οποία (απομάκρυνση) οπωσδήποτε προκάλεσε ψυχολογική και συναισθηματική ανασφάλεια τουλάχιστον στο μεγαλύτερο από αυτά. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι αμφότεροι οι διάδικοι τρέφουν αισθήματα αγάπης και στοργής για τα ανήλικα τέκνα τους, λόγος για τον οποίο και διεκδικούν την επιμέλειά τους και είναι κατάλληλοι για τον γονεϊκό τους ρόλο, ενώ απαιτείται η ενεργητική παρουσία τους στην ζωή των ανηλίκων, τα οποία έχουν το δικαίωμα να διατηρούν μια ισορροπημένη σχέση και με τους δύο γονείς και δεν χρειάζονται μόνο τον έναν ή τον καλύτερο από αυτούς, παρέχουν δε τα εχέγγυα για τη σωστή διαπαιδαγώγηση και την ανατροφή τους, λόγω της προσωπικότητάς τους και της παιδαγωγικής καταλληλότητας εκάστου, συνεκτιμωμένων των συνθηκών κατοικίας, του περιβάλλοντος, του επαγγέλματος, της πνευματικής ανάπτυξης και της οικονομικής κατάστασής τους, καθώς και της ικανότητας προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των σχετικών ζητημάτων. Αντίθετα, δεν προέκυψε ότι υπάρχουν λόγοι που αποκλείουν τους διαδίκους από την γονική μέριμνα, ούτε σπουδαίοι λόγοι για την ανάθεση της αποκλειστικής επιμέλειας στον ένα μόνο γονέα, ώστε να παραμερισθεί το νόμιμο σύστημα γονικής μέριμνας της ΑΚ 1513, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η επιμέλεια, που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης, που προβλέπει την από κοινού κι εξίσου άσκησή της από τους δύο γονείς. Ειδικότερα, οι διαφωνίες και αιτιάσεις των διαδίκων εστιάζονται στις προσωπικές τους σχέσεις και επιδιώξεις ως συζύγων, τις οποίες οφείλουν ως υπεύθυνοι γονείς να παραμερίσουν, εστιάζοντας στο συμφέρον των τέκνων τους, ώστε να επιτύχουν το καλύτερο επίπεδο συνεννόησης και συνεργασίας μεταξύ τους για τα ζητήματα που τα αφορούν, γεγονός το οποίο ήδη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προσπαθούν να επιτύχουν. Η λύση αυτή επιβάλλεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, από το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων, όπως αυτό καθορίζεται από τις βιοτικές και ψυχικές ανάγκες τους, στο οποίο το Δικαστήριο αποβλέπει (ΑΚ 1511) και το οποίο εξυπηρετείται από την ουσιαστική και ισότιμη συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και στη φροντίδα τους, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος της ψυχικής αποξένωσής τους και να διατηρηθεί και ενισχυθεί ο μεταξύ των ανηλίκων και των γονέων τους συναισθηματικός δεσμός, που σκοπεί στην ομαλή ψυχοπνευματική ανάπτυξή τους. Είναι, δε, εφικτή κατά την κρίση του Δικαστηρίου, καθώς, όπως προκύπτει από τα μεταξύ τους ηλεκτρονικά μηνύματα, δεν υπάρχουν ουσιώδεις διαφωνίες μεταξύ τους ως προς τα τέκνα τους και ήδη συνεννοούνται χωρίς αντιθέσεις και προβλήματα, τουλάχιστον ως προς τα ζητήματα της υγείας των ανηλίκων. Δεδομένης της καταλληλότητας και των δύο γονέων και της θέλησής τους να ασχοληθούν ουσιαστικά με τα τέκνα τους, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει λόγος να παρεκκλίνει από τη ρύθμιση του άρθρου 1513 ΑΚ, το οποίο καθιερώνει, κατά τα προεκτεθέντα, ως νόμιμο σύστημα την από κοινού και εξίσου άσκηση της γονικής μέριμνας μετά τον χωρισμό των γονέων και να αναθέσει, όπως ζητούν αμφότεροι, την αποκλειστική επιμέλεια των ανηλίκων στον έναν από αυτούς.
Περαιτέρω, και εφόσον οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση και υφίσταται διαφωνία τους ως προς τον τόπο διαμονής των ανηλίκων, που εμπεριέχεται, κατ' εκτίμηση του Δικαστηρίου, στο αίτημα εκάστης των αντίθετων αγωγών, με τις οποίες καθένας των διαδίκων διεκδικεί την αποκλειστική επιμέλειά τους, πρέπει, στα πλαίσια της ως άνω ρύθμισης για την από κοινού άσκηση της επιμέλειας, να ρυθμισθεί κατ' άρθρο 1514 παρ. 3 εδ. α' ΑΚ, και το κατ' ιδίαν ζήτημα του προσδιορισμού του τόπου διαμονής των ανηλίκων, που περιλαμβάνεται στις εξουσίες των γονέων και αποτελεί την πρώτη πράξη επιμέλειας μετά τον χωρισμό τους. Το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων προάγεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από την επιλογή του συστήματος της εναλλασσόμενης διαμονής ανά δεκαπενθήμερο, οπότε ο γονέας, με τον οποίο θα διαμένουν εκ περιτροπής τα ανήλικα, μπορεί να επιχειρεί μόνος του εκείνες τις πράξεις επιμέλειας που προβλέπει το άρθρο 1516 παρ. 1 ΑΚ (συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή πράξεις για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του ή πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα), ενώ κατά τα λοιπά η γονική μέριμνα θα ασκείται από κοινού από τους γονείς στο σύνολό της, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής του τέκνου. Λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν τη δημιουργηθείσα μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων κατάσταση, τον κοντινό τόπο διαμονής των διαδίκων στο … , που εξασφαλίζει την απρόσκοπτη συμμετοχή των ανηλίκων στις δραστηριότητες που πρόκειται να αποκτήσουν στο μέλλον, την εύκολη και ασφαλή πρόσβασή τους και στις δύο χωριστές οικίες και στο μελλοντικό σχολείο τους, καθώς και ότι δεν είναι εξαιρετικά μεγάλο το διάστημα που τα ανήλικα διαβιούσαν στην οικία του πατέρα και, συνεκτιμώμενης και της νηπιακής ηλικία τους, κρίνει ότι υπάρχει έδαφος ανώδυνης προσαρμογής στο σύστημα της εναλλασσόμενης διαμονής τους. Σύμφωνα με την παραπάνω ρύθμιση, τα ανήλικα θα διαμένουν τις δεκαπέντε πρώτες ημέρες εκάστου μήνα, από ώρα 08:00' της πρώτης ημέρας και έως ώρα 18:00' της τελευταίας, στην οικία του πατέρα τους και τις υπόλοιπες ημέρες του μήνα στην οικία της μητέρας τους, και θα έχουν, ως εκ τούτου, κατοικία την κατοικία του γονέα, με τον οποίο θα διαμένουν κάθε φορά. Η ρύθμιση αυτή θα ισχύει για όλο το έτος, εκτός από τις περιόδους των εορτών Χριστουγέννων- Πρωτοχρονιάς (δηλ. από 24 Δεκεμβρίου έως 6 Ιανουάριου), των εορτών του Πάσχα (δηλ. από Μεγάλη Δευτέρα έως Κυριακή του Θωμά), των θερινών διακοπών (δηλ. κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο) και τις ημέρες της ονομαστικής εορτής και των γενεθλίων των τέκνων, οπότε τα ανήλικα θα διαμένουν εναλλάξ κατ' έτος στην οικία των γονέων τους. Ειδικότερα, α) τα μονά έτη κατά τις εορτές των Χριστουγέννων- Πρωτοχρονιάς, από τις 24 Δεκεμβρίου και ώρα 10:00' έως τις 30 Δεκεμβρίου και ώρα 19:00' θα διαμένουν με τον πατέρα τους και κατά τις υπόλοιπες ημέρες έως τις 6 Ιανουάριου και ώρα 19:00' με τη μητέρα τους, και το αντίστροφο κατά τα ζυγά έτη, β) τα μονά έτη κατά την εορτή του Πάσχα, από Μεγάλη Δευτέρα και ώρα 08:00' έως την Κυριακή του Πάσχα και ώρα 20:00' θα διαμένουν με τον πατέρα τους; και τις υπόλοιπες ημέρες έως την Κυριακή του Θωμά και ώρα 20:00' θα διαμένουν με τη μητέρα τους, και το αντίστροφο κατά τα ζυγά έτη, γ) τα μονά έτη τους θερινούς μήνες (Ιούλιο και Αύγουστο), από την 1η Ιουλίου ώρα 10:00' έως τις 15 Ιουλίου ώρα 21:00' και από την 1η Αυγούστου ώρα 10:00' έως τις 15 Αυγούστου ώρα 21:00' θα διαμένουν με τον πατέρα τους, ενώ το υπόλοιπο χρονικό διάστημα από την 16η Ιουλίου έως και την 31η Ιουλίου και από την 16η Αυγούστου έως και την 31η Αυγούστου θα διαμένουν με τη μητέρα τους, και το αντίστροφο κατά τα ζυγά έτη, με δυνατότητα των διαδίκων να καθορίσουν, στην τελευταία αυτή περίπτωση με γραπτή κοινή απόφασή τους, συνεχόμενη για ένα μήνα διαμονή στον κάθε γονέα και, τέλος, δ) κατά τα γενέθλια και τις ονομαστικές εορτές των τέκνων, κατά τα μονά έτη από ώρα 08:00' έως ώρα 22:00' θα διαμένουν με τον πατέρα και κατά τα ζυγά έτη με τη μητέρα τους. Καίτοι η εναλλασσόμενη διαμονή δεν σημαίνει απαραίτητα και ισόχρονη διαμονή, ωστόσο εν προκειμένω το Δικαστήριο κρίνει ότι, η ισόχρονη αυτή κατανομή της διαμονής των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων προάγει το βέλτιστο συμφέρον τους, το οποίο εξυπηρετείται αφενός μεν από την διαδοχική και ισόχρονη επαφή με τους δύο γονείς, ώστε να δοθεί στα παιδιά η δυνατότητα να αναπτύξουν την σχέση τους και με την μητέρα, την οποία στερήθηκαν σε βρεφική ηλικία, αφετέρου δε με την αποφυγή της απότομης αλλαγής περιβάλλοντος. Κατά την έναρξη του εκάστοτε χρονικού διαστήματος, ο γονέας με τον οποίο θα διαμένουν για το επόμενο διάστημα, θα παραλαμβάνει τα ανήλικα από την κατοικία του άλλου γονέα ή από το σχολείο τους, ή τις τυχόν εξωσχολικές τους δραστηριότητες, εφόσον την ημέρα της έναρξης το παιδί έχει τέτοιες υποχρεώσεις. Εξυπακούεται ότι, ο γονέας με τον οποίο δεν θα διαμένουν τα τέκνα, θα έχει ελεύθερη δυνατότητα επικοινωνίας, είτε τηλεφωνικής είτε μέσω της χρήσης διαδικτυακών εφαρμογών επικοινωνίας (viber, messenger, skype κ.τ.λ.), εφόσον δεν θα διαταράσσει την καθημερινότητά τους (πρόγραμμα σχολικών/εξωσχολικών δραστηριοτήτων). Εξυπακούεται, επίσης, ότι οι διάδικοι διατηρούν πάντοτε το δικαίωμα να αναπροσαρμόσουν τα παραπάνω σύμφωνα με τις ανάγκες τους, με γραπτή μεταξύ τους συμφωνία". Ακολούθως το Εφετείο, με τις παραδοχές αυτές και με πρόσθετες παραδοχές, που αφορούν το ζήτημα της διατροφής των τριών ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε κατά ένα μέρος την 11.061/2022 εκκαλούμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έκανε εν μέρει δεκτές τις αντίθετες αγωγές των διαδίκων, ανέθεσε την άσκηση της επιμέλειας των τριών ανηλίκων τέκνων των διαδίκων από κοινού στους διαδίκους γονείς τους, όρισε εναλλασσόμενη κατοικία αυτών, κατά τον τρόπο που ανέφερε στο σκεπτικό της απόφασης και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να προκαταβάλλει στον αναιρεσείοντα, για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων, νομιμοτόκως από την καθυστέρηση καταβολής κάθε δόσης, μηνιαία διατροφή σε χρήμα ποσού 320 ευρώ για κάθε τέκνο, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση σε αυτήν της αγωγής του αναιρεσείοντος. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 11 γ' ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη για την διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όπως αναφέρει στο εισαγωγικό τμήμα της απόφασης του, τα ηλεκτρονικά μηνύματα (sms), που προσκομίζουν αμφότεροι οι διάδικοι και περιέχουν συνομιλίες αυτών με τρίτους, χωρίς την συναίνεση των τελευταίων, τα οποία έκρινε ότι δεν λαμβάνονται υπ' όψιν, ως παράνομα αποδεικτικά μέσα, "διότι προσβάλλουν τα δικαιώματα της ελεύθερης επικοινωνίας και του απορρήτου" και συνεπώς μη λαμβάνοντας υπόψη του τα αποσπάσματα συνομιλιών - μηνυμάτων αλληλογραφίας (sms), σε διαδικτυακή εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων, του ιδίου α)με την μητέρα της αναιρεσίβλητης, κατά τις ημερομηνίες από 4-10-2020 έως 6-10-2020, από14-12-2020 έως 16-12-2020, στις 19-12-2020, στις 1-1-2021 και στις 2-1-2021, β) με τους τότε συναδέλφους της αναιρεσίβλητης στο … Α. Π. στις 15-12-2015 και 29-3-2017 και L. S. στις 16-12-2015, γ) με την φίλη της αναιρεσίβλητης Σ. Π. στις 9-2-2019 και δ) με τους κοινούς φιλους των διαδίκων, Μ. Μ., Κ. Α., Θ. Π. στις 31-1-2021, Ε. Π. και Σ. Θ. στις 2-2-2021, τα οποία νόμιμα προσκόμισε με επίκλησή τους στο Εφετείο και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί, αν ελάμβανε υπόψη του τα έγγραφα αυτά, από τα οποία αποδεικνυόταν ο ουσιώδης αγωγικός ισχυρισμός του ότι η αναιρεσίβλητη πάσχει από αλκοολισμό και ψυχιατρικά προβλήματα, παρουσιάζοντας επικίνδυνη συμπεριφορά εναντίον των ανηλίκων τέκνων τους και του ιδίου και συνεπώς δεν είναι κατάλληλη για την φροντίδα και την ανατροφή των ανηλίκων και συνεπώς η επιμέλεια των ανηλίκων θα πρέπει να ανατεθεί αποκλειστικά στον ίδιο (πλην των εκφάνσεων της υγείας και της εκπαίδευσης), θα απέρριπτε την έφεση της αναιρεσίβλητης και θα επικύρωνε την πρωτόδικη απόφαση, αφενός εσφαλμένα εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες διατάξεις του άρθρου και 19 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, αφού η επικοινωνία του με τα ανωτέρω τρίτα πρόσωπα είχε ολοκληρωθεί και συνεπώς δεν υπάρχει ζήτημα παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας του με αυτά και αφετέρου εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τα μηνύματα αυτά, τα οποία ήταν νόμιμα και ουσιώδη αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού του. Το Εφετείο πράγματι, μη λαμβάνοντας υπόψη για την διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, με την ανωτέρω αιτιολογία, τα αναφερόμενα στο λόγο αναίρεσης αποσπάσματα συνομιλιών - μηνυμάτων αλληλογραφίας (sms), τα οποία είχε προσκομίσει με επίκλησή τους ενώπιόν του ο αναιρεσείων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, όπως προαναφέρθηκε, τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, αφού η επικοινωνία του αναιρεσείοντος με τα ανωτέρω τρίτα πρόσωπα είχε ολοκληρωθεί και συνεπώς δεν υπάρχει ζήτημα παραβίασης του απορρήτου της επικοινωνίας του με αυτά, όμως, από την παραδεκτή επισκόπηση των μηνυμάτων αυτών από το δικαστήριο τούτο για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως προκύπτει ότι αυτά δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς τον κρίσιμο αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη πάσχει από αλκοολισμό και ψυχιατρικά προβλήματα, παρουσιάζοντας επικίνδυνη συμπεριφορά εναντίον των ανηλίκων τέκνων τους και του ιδίου και δεν είναι κατάλληλη για την φροντίδα και την ανατροφή των ανηλίκων και συνεπώς η επιμέλεια των ανηλίκων θα πρέπει να ανατεθεί αποκλειστικά στον ίδιο (πλην των εκφάνσεων της υγείας και της εκπαίδευσης), γιατί τα μηνύματα αυτά, πολλά εκ των οποίων έχουν σταλεί στον αναιρεσείοντα σε χρόνο πολύ πριν τον επίδικο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής του, αναφέρονται σε περιστατικά που τα έλαβε υπόψη και τα εκτίμησε το Εφετείο, το οποίο με βάση τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ιδίως τις πολλές αιτιολογημένες ιατρικές γνωματεύσεις που αναφέρει, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη "έχει ξεπεράσει την ήπια επιλόχεια κατάθλιψη, από την οποία έπασχε...δεν παρουσιάζει κανένα χαρακτηριστικό αποκλίνουσας συμπεριφοράς είτε ψυχωτικού τύπου, είτε διαταραχή προσωπικότητας...ουδέποτε υπήρξε η παραμικρή ένδειξη ότι θα μπορούσε να διατρέξει η ίδια ή τα τέκνα της κάποιο κίνδυνο από την συμπεριφορά της...δεν προκύπτει εθισμός της... στο αλκοόλ...(και) δεν προκύπτει ακαταλληλότητα της τελευταίας να ασκεί την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων της..." και συνεπώς ότι το βέλτιστο συμφέρον των τριών ανηλίκων τέκνων των διαδίκων είναι να ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας τους από κοινού στους διαδίκους γονείς τους με ορισμό εναλλασσόμενη κατοικία αυτών. Επομένως ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, στον οποίο καταλήγει και η επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 1 του ιδίου άρθρου, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 615/2024, Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018). Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 61/2024, ΑΠ 1004/2020, ΑΠ 867/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από …2016 επιστολής της Ψυχιάτρου Α. Α., που παρακολουθούσε την ανιρεσίβλητη στο … , την οποία νόμιμα προσκόμισε με επίκλησή της στο Εφετείο και παραθέτει ολόκληρη στο δικόγραφο της αναίρεσης, δεχόμενο ότι "όπως δε ρητά αναφέρεται στις επιστολές αυτές, και η ιατρός αυτή όχι μόνο δεν διέγνωσε επικινδυνότητα της εκκαλούσας, αλλά ούτε καν κατάθλιψη ή αγχωτική διαταραχή", και έτσι δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό καθώς στην επιστολή αυτή επιβεβαιώνονται το ιστορικό και τα περιστατικά κατάθλιψης της αναιρεσίβλητης, ότι ένιωθε συχνά αισθήματα θυμού προς τον ίδιο, ότι φώναζε και τον χτυπούσε με τις γροθιές στο στήθος χωρίς αυτός να ανταποδίδει καθώς και ότι κατάφερνε να τη συγκρατεί, ότι η αντίδικος έπινε αλκοόλ καθημερινά μέχρι και 3 ποτήρια κρασιού τους τελευταίους 4-5 μήνες ότι ο ίδιος και οι φίλοι τους δεν εγκρίνανε την υπερβολική κατανάλωση ποτού, ότι η αναιρεσίβλητη μπορεί να καταφύγει σε αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ σαν ένα μέσο για να διαχειρίζεται τη λυπημένη διάθεση της και το σχέδιο (με την ως άνω Ψυχίατρο που την παρακολουθούσε) ήταν η αντίδικος να προσπαθήσει να μειώσει την κατανάλωση αλκοόλ και έτσι το Εφετείο οδηγήθηκε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δεν προκύπτει ακαταλληλότητα της να ασκεί την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους, ούτε αποδεικνύεται επικινδυνότητα στην συμπεριφορά της σε βάρος των ανηλίκων, της ίδιας ή τρίτων και έκανε δεκτή την έφεσή της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεχόμενο τα ανωτέρω δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, στην οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της για την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αναίρεσης, αναφέρεται και ότι "Δεν σχημάτισα την εντύπωση ότι κάποιος από του δύο(διαδίκους) βρίσκεται σε κίνδυνο...δεν ανιχνεύτηκαν ψυχωτικά συμπτώματα(στην αναιρεσίβλητη)...η κυρία Δ. παρουσιάζει διαλείποντα συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης, τα οποία κατά την στιγμή της αξιολόγησης δεν πληρούν κριτήρια για επίσημη διάγνωση κατάθλιψης ή αγχωτικής διαταραχής...".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από …2024 αίτηση του Σ. Ι. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2890/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
- Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ