ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 776/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 776/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 776/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 776 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 776/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευαγγελία Γίτση και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΙΝΣΕΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ ΒΙΛΛΑΣ ΑΞΤΕΕ", με έδρα στη Σαντορίνη νόμιμα εκπροσωπούμενης και 2) Ρ. Λ. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπαδέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΘΗΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΘΗΡΑΣ Α.Ε." με έδρα την Σαντορίνη, νόμιμα εκπροσωπούμενης η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Κώτσιου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2. του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 38/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από …2021 αίτησή τους και τους από 24-03-2023 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης των επιδίκων προσθέτων λόγων αναίρεσης "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους". Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 571 παρ. 1 και 2 και 111 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται την απόρριψή τους ως απαράδεκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 527/2022, ΑΠ 1116/2021, ΑΠ 506/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 38/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω οι αναιρεσείοντες, με το από 24-3-2023 δικόγραφο, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24-5-2023, δηλαδή περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, η οποία αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (19-1-2026), άσκησαν προσθέτους λόγους αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης. Όμως, οι αναιρεσείοντες και ασκούντες τους προσθέτους λόγους δεν επικαλούνται με αναφορά σε συγκεκριμένη έκθεση επίδοσης, ούτε προσκομίζουν έκθεση επίδοσης των προσθέτων λόγων στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία και συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, αφού δεν προκύπτει καθόλου επίδοση των προσθέτων λόγων, πρέπει αυτοί να απορριφθούν και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι παράνομη, κατά την διάταξη αυτή είναι η συμπεριφορά, η οποία αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 711 της 26/27.9.1977 "Περί Ειδικών Τουριστικών Λεωφορείων", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 29 του Ν.4179/2013 και πριν την νέα αντικατάσταση του ιδίου εδαφίου με την παρ.3 της υποπαρ. Α.3 του άρθρου 2 Ν.4336/2015, που άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου αυτού, από 19 Αυγούστου 2015 "Έργο των ειδικών τουριστικών λεωφορείων: 1. Το μεταφορικό έργο που πραγματοποιείται, κατ’ αποκλειστικότητα, από τα ειδικά τουριστικά λεωφορεία δημόσιας χρήσης, συνίσταται στη διενέργεια έκτακτων γραμμών και γραμμών κλειστής διαδρομής, που εξυπηρετούν μεταφορά προσχηματισμένης ομάδας προσώπων και αποσκευών, απαγορευομένης της με οποιονδήποτε τρόπο εκτέλεσης συγκοινωνίας, ως εξής: α. Μεταφορά προσώπων στα πλαίσια οργάνωσης συνεδρίων, εκθέσεων, σεμιναρίων, αθλητικών - πολιτιστικών - κοινωνικών εκδηλώσεων. β. Μεταφορά προσώπων σε οργανωμένες εκδρομές εντός και εκτός της χώρας. γ. Μεταφορά από και προς αεροδρόμια, λιμάνια, σιδηροδρομικούς και συνοριακούς σταθμούς. δ. Μεταφορά στρατιωτών από και προς τα στρατόπεδα, εφόσον αυτά δεν εξυπηρετούνται από τακτική γραμμή του οικείου Κ.Τ.Ε.Λ. ή ΡΟΔΑ. ε. Μεταφορά μετ’ επιστροφής εργαζομένων στους τόπους εργασίας. στ. Μεταφορά λουομένων. ζ. Μεταφορά μαθητών για πραγματοποίηση εκδρομών. η. Μεταφορά μαθητών από και προς τα σχολεία, τα φροντιστήρια και τα κέντρα ξένων γλωσσών". Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1 μετά την τροποποίησή του με την παρ.3 της υποπαρ. Α.3 του άρθρου 2 Ν.4336/2015, το οποίο επίσης ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, αφού η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 3-9-2015, ορίζει ότι ""Το μεταφορικό έργο που πραγματοποιείται, κατ' αποκλειστικότητα, από τα ειδικά τουριστικά λεωφορεία δημόσιας χρήσης συνίσταται στη μεταφορά προσχηματισμένης ομάδας προσώπων και αποσκευών, απαγορευμένης της με οποιοδήποτε τρόπο εκτέλεσης του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών ως εξής...". Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Ν. 711/1977: "Έργο των λεωφορείων των Κ.Τ.Ε.Λ. Τα Κ.Τ.Ε.Λ. ή ΡΟΔΑ διενεργούν κατ’ αποκλειστικότητα το μεταφορικό έργο των τακτικών γραμμών, όπως αυτές ορίζονται στο ν.δ.102/1973 (ΦΕΚ 178Α') έναντι κομίστρου κατ’ επιβάτη, με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 και3 του άρθρου 1 του παρόντος". Το Ν.Δ. 102 της 13/17.8.1973: "Περί οργανώσεως των δια λεωφορείων αυτοκινήτων εκτελουμένων δημοσίων επιβατικών συγκοινωνιών" καταργήθηκε με το άρθρο 50 παρ. α' του Ν. 2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία, τεχνικός έλεγχος οχημάτων και ασφάλεια χερσαίων μεταφορών και άλλες διατάξεις", με τα δε άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 6 του ιδίου Ν. 2963/2001, που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίσθηκαν τα ακόλουθα: (Άρθρο 2) "Ανάθεση Συγκοινωνιακού Έργου: 1. Η εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών, υφιστάμενων και νέων, ανατίθεται αποκλειστικά στους φορείς συγκοινωνιακού έργου που προβλέπει ο νόμος αυτός, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτού, μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2019...". (Άρθρο 4) "Σκοπός Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. : 1. Σκοπός των Κ.Τ.Ε.Λ. Α.Ε. είναι η εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 6, καθώς και οποιοδήποτε άλλο έργο οδικών συγκοινωνιών τους ανατεθεί". (Άρθρο 6) " Έργο Κ.Τ.Ε.Λ. και λοιπών φορέων: 1. Στους φορείς συγκοινωνιακού έργου του άρθρου 2 ανατίθεται η εκτέλεση και εκμετάλλευση: α. Των υφιστάμενων τακτικών, αστικών και υπεραστικών, επιβατικών γραμμών που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου έχουν ανατεθεί στα Κ.Τ.Ε.Λ. και εκτελούνται από αυτά. β. Των νέων τακτικών αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών, όπως αυτές καθιερώνονται με τις διατάξεις του άρθρου 7. γ. Του έργου που ασκούν σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2446/1996. 2. Το ως άνω μεταφορικό έργο εκτελείται από τα αστικά και υπεραστικά Κ.Τ.Ε.Λ. , τη Δημοτική Επιχείρηση Συγκοινωνιών "ΡΟΔΑ" και την Δ.Ε.Α.Ι. Κω εντός της περιοχής ευθύνης τους, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού". Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων σαφώς συνάγεται ότι η εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών, υφιστάμενων και νέων, έχει ανατεθεί κατ’ αποκλειστικότητα στα λεωφορεία των Κ.Τ.Ε.Λ. , ενώ στα τουριστικά λεωφορεία, απαγορευομένης της με οποιονδήποτε τρόπο εκτέλεσης συγκοινωνίας από αυτά, έχει ανατεθεί κατ’ αποκλειστικότητα η μεταφορά προσχηματισμένης ομάδας προσώπων και αποσκευών, για τις αναφερόμενες ειδικότερα στο άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 711/1977 μεταφορικές δραστηριότητες και συνεπώς η εκτέλεση συγκοινωνιακού έργου από τα τουριστικά λεωφορεία, με τον κατ' επίφασιν χαρακτηρισμό αυτού ως μεταφορά προσχηματισμένης ομάδας προσώπων και αποσκευών, ως απαγορευμένη από το νόμο πράξη, είναι παράνομη κατά το άρθρο 914 ΑΚ αποτελούσα μάλιστα και ποινικό αδίκημα, κατά το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 1903/1990, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το οποίο όριζε ότι "Ο οδηγός παντός οχήματος, ο οποίος διενεργεί επιβατικές μεταφορές με κόμιστρο, οι οποίες έχουν ανατεθεί σε άλλο φορέα ή πρόσωπο σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και ο ιδιοκτήτης αυτού, εφόσον είναι πρόσωπο διαφορετικό του οδηγού, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού "Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή πρός παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας". Η απαγορευτική ρήτρα της ανωτέρω διατάξεως, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, προϋποθέτει για την εφαρμογή της ανταγωνιστική συμπεριφορά, αντικειμένη στα χρηστά ήθη και ανταγωνιστικό σκοπό, με την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 του ΑΚ, ενώ δεν απαιτεί και επιδίωξη βλάβης του ανταγωνιστή (ΑΠ 728/2024, ΑΠ 89/2024, ΑΠ 1594/2022). Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του υποκειμένου της πράξης και τρίτων, οι οποίοι πάντως δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους (ΑΠ 89/2024, ΑΠ 1594/2022). Η ανταγωνιστική συμπεριφορά συνδέεται με επιχειρήσεις του ίδιου ή συγγενικού κλάδου, με εναλλάξιμα προϊόντα ή υπηρεσίες και με ταυτότητα κύκλου αποδεκτών ή πελατών, ενώ, κάθε ανταγωνιστικά πρόσφορη επιχειρηματική πράξη θεωρείται ότι ενέχει και ανταγωνιστική πρόθεση εκείνου που την επιχειρεί, δηλαδή, ότι γίνεται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης του στην αγορά. Η εν λόγω ανταγωνιστική πράξη καθίσταται αθέμιτη ή παράνομη, όταν αντίκειται στα χρηστά ήθη (ΑΠ 728/2024, ΑΠ 659/2023, ΑΠ 1336/2022). Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν, κατ’ αρχήν, οι ιδέες του εκάστοτε, κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας, με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά. Ωστόσο, η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά, οφείλει να διαμορφώνεται, με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων, που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία. Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ’ επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 728/2024, ΑΠ 89/2024, ΑΠ 659/2023, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1336/2022). Αντίθετη στα χρηστά ήθη είναι η συνιστώσα τον ανταγωνισμό πράξη, και όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 728/2024, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1042/2009). Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 89/2024, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 483/2021). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης είναι οι εξής: α) ανθρώπινη συμπεριφορά, περιλαμβάνουσα τόσο τις θετικές ενέργειες όσο και τις παραλείψεις, αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση επαγωγής ζημίας, γ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της επελθούσας ζημίας. Η αντικείμενη δε στα χρηστά ήθη συμπεριφορά είναι αντικειμενικώς παράνομη πράξη, ανεξαρτήτως του εάν αυτή επιτρέπεται από το νόμο (ΑΠ 89/2024, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 455/2014). Ενόψει της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων κατά τις οποίες παραβιάζεται η παραπάνω γενική ρήτρα των χρηστών ηθών στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού, προκειμένου να επιτευχθεί ομοιόμορφη επίλυση των κατ’ ιδίαν περιπτώσεων και, ως εκ τούτου, ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η συστηματική ταξινόμηση των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα με τις ακόλουθες μορφές και συγκεκριμένα: α) πράξεις προσέλκυσης πελατείας, η οποία αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης, με αθέμιτες μεθόδους, β) πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης, που συνθέτουν τον αποκαλούμενο παρασιτικό ανταγωνισμό, όπως αθέμιτη εκμετάλλευση διακριτικού γνωρίσματος - σήματος, επί του οποίου έχει δικαίωμα άλλο πρόσωπο, γ) πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης και δ) πράξεις διακινδύνευσης της αγοράς. Επομένως, αθέμιτη είναι η διεξαγωγή ανταγωνισμού με μέσα ξένα προς την ίδια την παροχή ή όταν η ίδια η μέθοδος ή ο τρόπος διενέργειας της ανταγωνιστικής πράξης θεμελιώνει το αθέμιτο, όταν δηλαδή λαμβάνουν χώρα "δόλιες μεθοδεύσεις που αντίκεινται στην ομαλότητα των συναλλαγών". Για την κατάφαση του αθέμιτου μιας ανταγωνιστικής πράξης, απαιτείται η συνδρομή ειδικών περιστάσεων, που αφορούν κυρίως και πρωτίστως στις μετερχόμενες μεθόδους, στα χρησιμοποιούμενα μέσα και στους εφαρμοζόμενους τρόπους, οι οποίες [περιστάσεις] επιφέρουν την αλλοίωση της νομικής ποιότητας της ανταγωνιστικής πράξης, έτσι ώστε οι κατ’ αρχήν θεμιτές πράξεις ανταγωνισμού υποβαθμίζονται και διαστρεβλώνονται σε αθέμιτο ανταγωνισμό. Έτσι η απόσπαση πελατείας μίας επιχείρησης ή η εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργάνωσης δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αυτές καθαυτές αθέμιτες, παρά μόνο με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, όπως όταν γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις, αθέμιτα και αντίθετα προς τα χρηστά ήθη μέσα, με σκοπό το σφετερισμό της ξένης πελατείας και την εκμετάλλευση της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών της ανταγωνίστριας επιχείρησης για την καθιέρωση των προϊόντων αυτών. Οι ειδικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, οι οποίες έχουν κεφαλαιώδη σημασία κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας των χρηστών ηθών, περιλαμβάνουν όχι μόνο την αξιολόγηση του κριτηρίου του τρόπου και των μετερχόμενων μέσων της διανομής του προϊόντος στην αγορά αλλά και την συνεκτίμηση των λοιπών αξιολογικών [αντικειμενικών και υποκειμενικών] κριτηρίων και στοιχείων, όπως είναι η διάρκεια της πράξης, η βαρύτητά της, η χωρική της διάσταση, η ποιότητα και η τιμή του προσβάλλοντος προϊόντος και ιδίως ο κίνδυνος που μπορεί να προκαλέσει στη δημόσια υγεία, η φύση του προϊόντος ως καθημερινής ή εξειδικευμένης χρήσης και ιδίως η διατροφική του χρήση, οι συνοδευτικές περιστάσεις παρουσίασης του προϊόντος και ιδίως η διαφήμισή του ως προερχομένου από αξιόπιστη επιχείρηση, ο τυχόν δημιουργούμενος κίνδυνος σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό σχετικά με την τήρηση αναγκαστικών τεχνικών προδιαγραφών κ.λ.π. Επομένως, η απαραίτητη διαδικασία της εξειδίκευσης της έννοιας των χρηστών ηθών στηρίζεται σε περισσότερα του ενός κριτήρια, τα οποία είναι δεκτικά διαφορετικού κάθε φορά βαθμού πληρώσεως αλλά και σε στοιχεία που μπορούν να δρουν από κοινού, συνήθως συνδυαζόμενα και αλληλοσυμπληρούμενα (ΑΠ 68/2024). Ειδικότερα, η επιδίωξη από τον ανταγωνιστή απόσπασης πελατείας, η οποία αποτελεί ένα από τα πολύτιμα οικονομικά αγαθά μιας επιχείρησης, απορρέει μεν από την ουσία και τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού, ωστόσο, αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, μπορεί η εν λόγω απόσπαση να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα, όπως συμβαίνει όταν γίνεται με σκοπό την εκτόπιση ορισμένου ή ορισμένων ανταγωνιστών από την αγορά και στη συνέχεια την ανενόχλητη ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας του αθεμίτως δρώντως ή όταν η απόσπαση γίνεται με παραπλάνηση του πελάτη, μείωση του ανταγωνιστή, με δωροδοκία, με μποϋκοτάζ ή γενικότερα με δόλιες μεθοδεύσεις (ΑΠ 1522/2021).

Εξάλλου, εκτός από τη γενική ρήτρα του άρθρου 1 ν. 146/1914 περί αθέμιτου ανταγωνισμού και τις υπόλοιπες διατάξεις του ίδιου νομοθετήματος, υπάρχουν και άλλες διατάξεις που επίσης ρυθμίζουν την επαγγελματική δραστηριότητα. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, οι οποίες αποκαλούνται "εξωανταγωνιστικές", βρίσκονται τόσο σε τυπικούς όσο και σε ουσιαστικούς νόμους (λ.χ. οι διατάξεις περί ωρών λειτουργίας των επιχειρήσεων ή εκείνες που εξαρτούν τη νομιμότητα μιας δραστηριότητας από προηγούμενη άδεια διοικητικής αρχής). Η παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι μεν παράνομη από ποινική ή διοικητική άποψη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η σχετική παρανομία συνιστά παράλληλα χωρίς άλλο και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Οι "εξωανταγωνιστικές" αυτές διατάξεις διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Σε εκείνες που έχουν ηθικό περιεχόμενο και η τήρησή τους πηγάζει από ηθικοδικαιϊκή επιταγή (λ.χ. απαγόρευση εμπορίας κλοπιμαίων) και σε εκείνες που είναι ηθικά ή αξιολογικά ουδέτερες (λ.χ. οι αγορανομικές, φορολογικές και τελωνειακές απαγορεύσεις, η άσκηση επαγγέλματος κατόπιν άδειας διοικητικής αρχής). Η παραβίαση των πρώτων σημαίνει χωρίς άλλο και προσβολή των χρηστών ηθών κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Αντίθετα, η παραβίαση των δεύτερων δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί χωρίς άλλο και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη, δεδομένου ότι δεν αποκλείεται ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων να επιδιώκει διαφορετικό σκοπό από αυτόν του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού. Μόνον ο παράνομος χαρακτήρας τους δεν μπορεί να θεμελιώσει και το "αθέμιτο" της γενικής ρήτρας του άρθρου 1 του ν. 146/1916, διότι η τελευταία δεν είναι λευκός κανόνας για κάθε εξωανταγωνιστική πράξη. Τότε μόνο συνιστά αθέμιτη συμπεριφορά, όταν συντρέχουν πρόσθετες περιστάσεις που εμφανίζουν την παράνομη συμπεριφορά που γίνεται με σκοπό τον ανταγωνισμό και ως αντίθετη στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν ο παραβάτης, παραβιάζοντας συστηματικά και με επίγνωση μια τέτοια διάταξη, επιδιώκει και αποκτά οικονομικό προβάδισμα έναντι των άλλων ανταγωνιστών του, με αθέμιτα μέσα και με μεθόδους αντίθετες προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών. Ωστόσο, για να αξιώσουν τα μέλη της επαγγελματικής ομάδας που θίγεται από την παραβίαση μίας τέτοιας διάταξης την παράλειψή της ή και την αποζημίωσή τους, δεν αρκεί να επικαλεσθούν μόνο την εξωανταγωνισπκή διάταξη και τις (ποινικές ή διοικητικές) συνέπειές της. Απαιτείται να συρρέουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του αθέμιτου ανταγωνισμού όπως πιο πάνω εξειδικεύτηκαν (ΑΠ 1522/2021, ΑΠ 983/2014, ΑΠ 439/2012, ΑΠ 870/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. , ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα(ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΘΗΡΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ ΘΗΡΑΣ ΑΕ", με έδρα το Δήμο Θήρας, έχει συσταθεί νόμιμα, δυνάμει του υπ' αριθμ. …2003 συμβολαιογραφικού εγγράφου σύστασης ανώνυμης εταιρείας της συμβολαιογράφου Θήρας Φωτεινής Νικολοπούλου, διά της μετατροπής του προϋπάρχοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΘΗΡΑΣ", η οποία σύστασή της εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. …/2003 απόφαση του Νομάρχη Κυκλάδων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ. …2003 ΦΕΚ Ανωνύμων Εταιρειών και ΕΠΕ και έκτοτε λειτουργεί στη Θήρα, εκτελώντας συγκοινωνιακό έργο, που της έχει ανατεθεί αποκλειστικά με βάση τις διατάξεις του ν.2963/2001 (άρθρα 2,4,6) και μεταφέροντας επιβάτες και αποσκευές σε όλα τα σημεία της νήσου Θήρας.

Περαιτέρω, απεδείχθη ότι η πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) είναι Ανώνυμη Ξενοδοχειακή, Τουριστική και Εμπορική Εταιρεία, που συστάθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. …1997 καταστατικού με αριθμό μητρώου Ανωνύμων Εταιρειών … και ο δεύτερος εναγόμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) είναι ο νόμιμος εκπρόσωπός της. Μεταξύ των λοιπών επιχειρηματικών και εμπορικών της δραστηριοτήτων, διατηρεί τουριστικό γραφείο στο Δήμο Θήρας, με έδρα το λιμάνι Αθηνιού κατόπιν σχετικής αδείας του Υπουργείου Τουρισμού, Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού, Νοτίου Αιγαίου με αριθμ. πρωτ. …2014 και προς εκτέλεση του σκοπού της επιχείρησης, δυνάμει των αποφάσεων του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Θήρας πρακτικά 7 με αριθμούς 94 και 95, με θέμα την παραχώρηση κοινόχρηστου χώρου, που βρίσκεται σε χερσαία λιμενική ζώνη Λιμένα Αθηνιού αρμοδιότητας του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Θήρας, παραχωρήθηκε στην πρώτη εναγομένη κοινόχρηστος χώρος, εμβαδού 16 και 17,70 τ.μ. αντίστοιχα.

Περαιτέρω, απεδείχθη ότι δυνάμει των άρθρων 2,4,6 ν.2963/2001, έχει ανατεθεί από την Πολιτεία στην ενάγουσα εταιρεία "ΚΤΕΛ ΘΗΡΑΣ ΑΕ" αποκλειστικά η εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών υπεραστικών επιβατικών γραμμών, έναντι κομίστρου που επιβάλλεται από το Υπουργείο Μεταφορών, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μεταφέρει επιβάτες και αποσκευές με τακτικά δρομολόγια και στάσεις ανάμεσα στους σταθμούς αφετηρίας και άφιξης σε όλη τη νήσο Θήρα, καθ' όλο το έτος. Αντίθετα, η εναγομένη, που αποτελεί τουριστικό γραφείο, μπορεί νόμιμα να μεταφέρει με τα ιδιωτικά της λεωφορεία μόνο προσχηματισμένη ομάδα προσώπων και αποσκευών (group), ενώ ρητά απαγορεύεται να εκτελεί συγκοινωνιακό έργο (άρθρο 1 του ν.711/1977,όπως αντικ. με το άρθρο 29 του ν.4179/2013 και το άρθρο 2 του ν.4336/2015).

Εξάλλου, απεδείχθη ότι τα γραφεία της πρώτης εναγομένης βρίσκονται στο σημείο όπου αγκυροβολούν τα πλοία στο λιμάνι του Αθηνιού Θήρας και έξω από αυτά έχει αναρτήσει ταμπέλες με τις εξής επισημάνσεις-διαφημίσεις: TRANSFER TO ALL HOTELS (μεταφορά σε όλα τα ξενοδοχεία), EXPRESS TRANFER BUS (ταχείας μεταφοράς λεωφορεία), HOTEL SHUTTLE SERVICES (υπηρεσία μεταφοράς με λεωφορεία στα ξενοδοχεία), EXPRESS TRANSER BUS TO ALL HOTELS (ταχεία μεταφορά με λεωφορεία προς όλα τα ξενοδοχεία). Επίσης, απεδείχθη ότι κατά την αποβίβαση των επιβατών από τα πλοία που αγκυροβολούν στο λιμάνι Αθηνιού, η εναγομένη στέλνει τέσσερα έως πέντε άτομα, που είναι υπάλληλοί της, προς το μέρος των επιβατών, προκειμένου αυτοί να κατευθύνουν τους επιβάτες-τουρίστες προς τα γραφεία της, δηλώνοντας στους επιβάτες ότι μόνο εκείνοι τους παρέχουν άμεση μεταφορά προς τα ξενοδοχεία τους και ότι είναι η μοναδική αξιόπιστη λύση μεταφοράς. Η πρώτη εναγομένη, μάλιστα εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι η στάση των λεωφορείων της ενάγουσας και τα ταξί βρίσκονται σε απόσταση 200 μέτρων από το σημείο που αγκυροβολούν τα πλοία και οι επιβάτες αμέσως μετά την έξοδό τους από το πλοίο αντικρύζουν τα γραφεία της πρώτης εναγομένης και τους υπαλλήλους της, που τους κατευθύνουν στα γραφεία της. Μόλις οι επιβάτες-τουρίστες μεταβούν στα γραφεία της πρώτης εναγομένης, αναφέρουν τον προορισμό τους στο νησί και ακολούθως η πρώτη εναγομένη εκδίδει ένα voucher κόστους 10 ευρώ τουλάχιστον, χωρίζει τους επιβάτες ανά προορισμό και ακολούθως τους επιβιβάζει στα ιδιόκτητα λεωφορεία της και τους μεταφέρει στον προορισμό που επιθυμούν, κάνοντας σχετικές στάσεις για την αποβίβαση του κάθε επιβάτη...Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη εναγομένη έχει το δικαίωμα ως τουριστικό πρακτορείο να μεταφέρει με βάση το άρθρο 1 του ν.711/1977, όπως αντικ. με το άρθρο 29 του ν.4179/2013 και το άρθρο 2 του ν.4336/2015 μόνο προσχηματισμένη ομάδα προσώπων και όχι μεμονωμένα άτομα, τα οποία να παραλαμβάνει από το λιμάνι μεταφέροντας αυτά σε πάνω από ένα καταλύματα και αντίστροφα να παραλαμβάνει αυτά από διάφορα καταλύματα για να τα μεταφέρει στο λιμάνι (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. …2013 έγγραφο της Δ/νσης Τουριστικής Πολιτικής του Υπουργείου Τουρισμού). Ως προσχηματισμένη ομάδα νοείται ομάδα προσώπων που ταξιδεύουν μαζί και αποβιβάζονται μαζί στο λιμάνι Αθηνιού Θήρας, που είναι και ο τόπος προορισμού των διακοπών τους, συνήθως με την συνοδεία τουριστικού συνοδού ή ξεναγού και κατευθύνονται μαζί σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο ή σε περισσότερα του ενός ξενοδοχεία για τη διαμονή τους, αναχωρούν δε μαζί μετά το πέρας των διακοπών τους και μεταφέρονται αντίστροφα προς το λιμάνι, μετακινούμενοι κατά τη διάρκεια των διακοπών τους ομαδικά σε διάφορα αξιοθέατα με τουριστικά λεωφορεία. Αντίθετα, δεν θεωρείται προσχηματισμένη ομάδα μεμονωμένοι επιβάτες που αποβιβάζονται από το πλοίο και τυχαίνει να μεταβαίνουν στην ίδια περιοχή του νησιού για τις διακοπές τους, αλλά σε διαφορετικά ξενοδοχεία και προσχηματίζονται λίγο πριν την επιβίβασή τους στα λεωφορεία των εναγομένων, καθόσον οι επιβάτες αυτοί δεν μετακινούνται ως ομάδα, αλλά απλά μεταφέρονται με κόμιστρο στους προορισμούς τους με τα λεωφορεία των εναγομένων, που κάνουν στάσεις για την αποβίβασή τους σε διαφορετικά σημεία και εκτελούν με τον τρόπο αυτό συγκοινωνιακό έργο, έστω και αν δεν σταματούν πάντοτε στις ορισμένες στάσεις του ΚΤΕΛ Θήρας. Οι εναγόμενοι-εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι προσχηματισμένη ομάδα θεωρείται οποιαδήποτε ομάδα σχηματίζεται σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο πριν την αναχώρηση του λεωφορείου, χωρίς να απαιτείται κοινός τόπος προορισμού, προσκομίζουν μάλιστα προς επίρρωση του ισχυρισμού τους το υπ' αριθμ. πρωτ. …2015 έγγραφο της Γενικής Δ/νσης Τουριστικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, στο οποίο αναγράφεται ότι "δεδομένου ότι στην άνω αναφερόμενη κείμενη νομοθεσία δεν διευκρινίζεται ο ακριβής χρονικός προσδιορισμός της δημιουργίας προσχηματισμένης ομάδας, θεωρείται ότι προσχηματισμένη ομάδα είναι οποιαδήποτε ομάδα σχηματίζεται σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο πριν από την αναχώρηση του λεωφορείου και δεν απαιτείται κοινός τόπος προορισμού". Όμως, η άποψη αυτή δεν...αποτελεί ορθή ερμηνεία του πλέγματος των διατάξεων που ρυθμίζουν τη νόμιμη συγκοινωνία του επιβατικού κοινού και τον τρόπο λειτουργίας των τουριστικών γραφείων και των τουριστικών λεωφορείων, αφού με βάση τις ανωτέρω διατάξεις ν.2963/2001 και ν.711/1977, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 29 του ν.4179/2013 και το άρθρο 2 του ν.4336/2015, ο νομοθέτης αναθέτει τη συγκοινωνία (μεταφορά επιβατών με κόμιστρο) στην ενάγουσα εταιρεία, ενώ αντίθετα στα τουριστικά γραφεία επιτρέπει μόνο τη διενέργεια εκδρομών με προσχηματισμένη ομάδα, έστω και αν δεν απαιτείται πλέον με την τροποποίηση του ν.711/1977, όπως ανωτέρω εκτέθηκε ο κοινός προορισμός της ομάδας. Η κρίση του Δικαστηρίου περί των ανωτέρω, ενισχύεται από το άρθρο 4 ν.711/1977, όπως αντικ. με το άρθρο 4 του ν.2446/1996, κατά το οποίο το τουριστικό λεωφορείο πρέπει να είναι εφοδιασμένο με φύλλο πορείας, στο οποίο μεταξύ άλλων αναγράφεται η διάρκεια της εκδρομής και από το ν.393/1976, όπως αντικ. με το άρθρο 44 του ν.4549/2018, στο οποίο αναγράφεται ότι έργο του τουριστικού πρακτορείου είναι η εκτέλεση προγραμμάτων εκδρομών και περιηγήσεων. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση η μεταφορά μεμονωμένων επιβατών από το λιμάνι προς τα ξενοδοχεία, δεν αφορά εκδρομή ή περιήγηση, αλλά αντίθετα αποτελεί συγκοινωνιακό έργο, που όπως εκτέθηκε έχει ανατεθεί αποκλειστικά από την Πολιτεία στην ενάγουσα. Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι εκτελούν απαγορευμένο μεταφορικό έργο και αποκτούν αδικαιολόγητο προβάδισμα έναντι της ενάγουσας, που έχει νόμιμα το μονοπώλιο της συγκοινωνίας και συγκεκριμένα παρέχουν μεταφορά σε κάθε μεμονωμένο επιβάτη από το λιμάνι προς τα ξενοδοχεία και αντιστρόφως έναντι κομίστρου, με συνέπεια να αφαιρούν παράνομα από την ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, μεταφορικό έργο που νόμιμα της έχει ανατεθεί, κατά τα προαναφερόμενα, και συνακόλουθα να προκαλούν σ' αυτή μεγάλη οικονομική ζημία. Η παράνομη ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι δεν βεβαιώθηκε οποιαδήποτε παράβαση στα λεωφορεία κατά τον έλεγχο του Λιμενικού Σώματος (αριθμ. πρωτ. …2015 βεβαίωση του Λιμενικού Σώματος), αφού ο γενόμενος έλεγχος αφορούσε στα έγγραφα που υποχρεούται να φέρει ένα τουριστικό λεωφορείο και δεν επεκτείνεται στον έλεγχο αν οι επιβάτες αποτελούν προσχηματισμένη ή όχι ομάδα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα έχει επιφορτιστεί με τη διενέργεια συγκοινωνιακού έργου, το οποίο πολλές φορές είναι ζημιογόνο, αλλά επιβάλλεται η εκτέλεσή του προς εξυπηρέτηση των πολιτών με αποφάσεις του αρμοδίου Νομάρχη. Ειδικότερα, η ενάγουσα "ΚΤΕΛ ΑΕ", προγραμματίζει και εκτελεί δρομολόγια στη νήσο Θήρα, όχι μόνο τους θερινούς μήνες που έχει συνωστισμό επισκεπτών, αλλά και τους χειμερινούς μήνες και όχι μόνο στα παραθαλάσσια θέρετρα του νησιού, αλλά και σε ορεινά χωριά με ελάχιστους ή και καθόλου επιβάτες, μη αποκομίζοντας πολλές φορές ούτε τα έξοδα των δρομολογίων. Προς αντιστάθμισμα των απωλειών αυτών, η πολιτεία έχει παραχωρήσει στην ενάγουσα την αποκλειστικότητα του συγκοινωνιακού έργου ώστε από τα δρομολόγια των θερινών μηνών να ισοσκελιστεί η ζημία των χειμερινών μηνών, επιπλέον δε η Πολιτεία επιβάλλει για λόγους κοινωνικής πολιτικής σαφώς μικρότερο κόμιστρο για τη μεταφορά (2 ευρώ κόμιστρο), ενώ αντίθετα οι εναγόμενοι μετακινούν τους επιβάτες με κόμιστρο τουλάχιστον 10 ευρώ, όπως οι ίδιοι παραδέχονται. Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι διάδικοι παρέχουν και οι δύο συγκοινωνιακό έργο, μεταφέροντας επιβάτες, ανεξάρτητα της διαφοράς του ύψους του κομίστρου και βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού, στην οποία (σχέση) το ένα μέρος εισήλθε κατά παράβαση κανόνος δικαίου που έχει τεθεί για την προστασία του άλλου, αφού ο νόμος έχει θεσπίσει μονοπώλιο υπέρ του ενός από τα μέρη (ΚΤΕΛ ΑΕ) και συνακόλουθα έχει αναιρέσει τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Όμως, οι εναγόμενοι έχουν παραβιάσει το μονοπώλιο της ΚΤΕΛ ΑΕ, με σκοπό την επαύξηση των κερδών τους από τη μεταφορά επιβατών, με συνέπεια να έχουν εισέλθει παρανόμως σε ανταγωνισμό μαζί της, ανεξάρτητα του γεγονότος της μη επακριβώς καθορισθείσας ζημίας, αφού η ενάγουσα δεν αιτείται αποζημίωσης, αλλά μόνον άρση της προσβολής και παράλειψη στο μέλλον. Έχουμε λοιπόν σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη απλή παράβαση του νόμου και συνακόλουθα άδικη πράξη, που παρέχει οικονομικό προβάδισμα στους εναγόμενους σε σχέση με την ενάγουσα, η οποία, όμως, είναι υπαίτια κατά τα προαναφερόμενα και έχει προξενήσει ζημία στην ενάγουσα. Αποτελεί, λοιπόν, κατ' άρθρο 914 ΑΚ, αδικοπραξία και παρέχει αξίωση αποζημιώσεως. Σε κάθε περίπτωση, η παράνομη ως άνω πράξη που γίνεται με πρόθεση, είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, αφού γίνεται συστηματικά και με τρόπο αντιεπαγγελματικό (παραπληροφόρηση των επιβατών ότι δεν υπάρχει άλλο μέσο μεταφοράς, άγρα πελατών). Η πράξη αυτή παρέχει στην ενάγουσα αξίωση προς άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, αφού επιπλέον δημιουργείται μεγάλος κίνδυνος για τη βιωσιμότητα και τη μελλοντική της ικανότητα να ανταποκριθεί στις συγκοινωνιακές ανάγκες του επιβατικού κοινού. Η αξίωση αυτή πηγάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, από τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ, 919 ΑΚ και 1 εδ. 2 ν. 146/1914... Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από την υπ' αριθμ. 863/2019 απόφαση του Μονομελούς Πλημ/κείου Νάξου (Μεταβατικό Θήρας) που έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά του δεύτερου εναγομένου για παράβαση του άρθρου 18 παρ.1 ν. 1903/1990 (βλ. σχετική επισημείωση επί του κατηγορητηρίου). Αντίθετα, με την υπ' αριθμ. 410,442/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Νάξου καταδικάστηκε ο δεύτερος εναγόμενος σε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ για παράβαση του άρθρου 18 παρ.1 του ν. 1903/1990 και άσκησε κατ' αυτής την από 16-12-2015 αίτηση αναιρέσεως, ως προς την οποία δεν προκύπτει η έκβασή της, πλην όμως δεν συντρέχει λόγος αναβολής της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, καθόσον η άνω ποινική δίκη δεν επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι οι πράξεις των εναγομένων συνιστούν αθέμιτο ανταγωνισμό, καθόσον αυτοί εκτελούν απαγορευμένο μεταφορικό έργο έναντι κομίστρου, προβαίνοντας σε άγρα πελατών, σε παραπληροφόρηση των επιβατών για τη μεταφορά τους προς τα ξενοδοχεία και σε υποκλοπή συγκοινωνιακού έργου λόγω μη μεταφοράς προσχηματισμένης ομάδας, εφαρμόζοντας τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 146/1914, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβασίμου του δεύτερου λόγου έφεσης και του πρώτου πρόσθετου λόγου έφεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του ν. 146/1914, καθώς και του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου λόγου έφεσης περί μεταφοράς προσχηματισμένης ομάδας επιβατών, χωρίς παραπληροφόρηση, άγρα πελατών και χωρίς αυτή η μεταφορά να θεωρείται συγκοινωνία και δέκατου λόγου έφεσης περί εσφαλμένης εκτίμησης της κατάθεσης του μάρτυρός τους. Ομοίως, η μη διαπίστωση από κάποια ελεγκτική αρχή της παράνομης συμπεριφοράς των εναγομένων δεν αρκεί για τη μη στοιχειοθέτηση του αθέμιτου ανταγωνισμού που προβαίνουν αυτοί σε βάρος της ενάγουσας από την εξακολουθητική τακτική τους στην υποκλοπή του συγκοινωνιακού έργου με τον τρόπο που ανωτέρω αναφέρθηκε, η δε προσέλκυση πελατείας είναι αθέμιτη, καθόσον εδράζεται σε παραπληροφόρηση των επιβατών και σε παράβαση των νόμων που προαναφέρθηκαν, απορριπτομένου ως αβασίμου του τρίτου και τέταρτου λόγου έφεσης και του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου πρόσθετου λόγου έφεσης, περί εσφαλμένης απόρριψης της αγωγής λόγω μη διαπίστωσης αθέμιτης πράξης από τις ελεγκτικές αρχές και περί θεμιτής προσέλκυσης πελατείας...

Εξάλλου, οι εναγόμενοι με τον ενδέκατο λόγο έφεσής τους παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα από αυτούς ένσταση παραγραφής του άρθρου 19 ν. 146/1914. Ο ανωτέρω λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την τέλεση της πράξης αθέμιτου ανταγωνισμού (θέρος 2015) έως την άσκηση της αγωγής …2015 (βλ. υπ' αριθμ. … , …2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου … Ι. Φ.) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα 18 μηνών. Τέλος, οι ενάγοντες με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο έφεσής τους παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της την Οδηγία 2005/29 της ΕΕ, χωρίς να εξειδικεύει τα πραγματικά περιστατικά που δεν έλαβε υπόψη της η εκκαλουμένη και η ακριβής πλημμέλειά της ως προς αυτά. Ο λόγος αυτός, όμως, που προβάλλεται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη και κρίνεται ότι δεν προβλήθηκε εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, κατ' άρθρο 527 περ.4 ΚΠολΔ, πέραν της αοριστίας του είναι και αβάσιμος, καθόσον με την Οδηγία 2005/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Συμβουλίου της 11-5-2005 για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά, θεωρείται (άρθρα 5 και 6 Οδηγίας) ως αθέμιτη συμπεριφορά η παραπλάνηση στην περίπτωση παροχής εσφαλμένων πληροφοριών με τις οποίες εξαπατάται το καταναλωτικό κοινό, οδηγώντας αυτό να λάβει απόφαση συναλλαγής, την οποία δεν θα ελάμβανε. Πράγματι στην προκειμένη περίπτωση η συμπεριφορά των εναγομένων είναι αθέμιτη, σύμφωνα με την παραπάνω Οδηγία, αφού με τους υπαλλήλους της παραπλανεί τους επιβάτες ως προς τη μεταφορά τους από το λιμάνι στα διάφορα τουριστικά μέρη της Θήρας, πείθοντας αυτούς ότι είναι το μοναδικό μεταφορικό μέσο, ενώ η αλήθεια είναι ότι εκτός αυτής μεταφορικά μέσα που ενεργούν νόμιμη συγκοινωνία είναι τα λεωφορεία της ενάγουσας με πολύ μικρότερο κόμιστρο, κάτι που αν γνώριζαν οι επιβάτες ασφαλώς και θα προτιμούσαν". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν την από …2015 αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας και είχε υποχρεώσει αμφότερους του αναιρεσείοντες, "να παύσουν να διαφημίζουν και να εκτελούν μεταφορά επιβατών έναντι κομίστρου εντός της νήσου Θήρας, χωρίς προσχηματισμένη ομάδα επιβατών και μη συντρεχουσών των αυστηρών προϋποθέσεων του Ν. 711/1997 περί του μεταφορικού έργου των ειδικών τουριστικών λεωφορείων δημοσίας χρήσεως, καθώς και να παραλείπουν τις ανωτέρω ενέργειές τους στο μέλλον", με απειλή χρηματικής ποινής 2.000 ευρώ για κάθε παράβαση σε βάρος της πρώτης αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, την εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914, σε συνδυασμό με τις επίσης εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ, 1 Ν. 711/1977 και 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 6 του Ν. 2963/2001, καθόσον τα πιο πάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, αφού αυτά συνιστούν παράνομη αλλά και αθέμιτη, ως αντίθετη προς την έννοια των χρηστών ηθών, ανταγωνιστική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων σε βάρος της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ, δυνάμει των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 6 του Ν. 2963/2001 έχει ανατεθεί από την Πολιτεία αποκλειστικά στην αναιρεσίβλητη εταιρεία η εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών υπεραστικών επιβατικών γραμμών σε όλη τη νήσο Θήρα, καθ' όλο το έτος, δηλαδή όχι μόνο τους θερινούς μήνες που έχει συνωστισμό επισκεπτών, αλλά και τους χειμερινούς μήνες και όχι μόνο στα παραθαλάσσια θέρετρα του νησιού, αλλά και σε ορεινά χωριά με ελάχιστους ή και καθόλου επιβάτες, έτσι ώστε η αναιρεσίβλητη να μην αποκομίζει πολλές φορές ούτε τα έξοδα των δρομολογίων, έναντι χαμηλού κομίστρου 2 ευρώ που επιβάλλεται από το Υπουργείο Μεταφορών για λόγους κοινωνικής πολιτικής, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να μεταφέρει επιβάτες και αποσκευές με τακτικά δρομολόγια και στάσεις ανάμεσα στους σταθμούς αφετηρίας και άφιξης σε όλη τη νήσο Θήρα, καθ' όλο το έτος, η πρώτη αναιρεσείουσα, της οποίας ο δεύτερος αναιρεσείων είναι ο νόμιμος εκπρόσωπός και η οποία διατηρεί τουριστικό γραφείο στο Δήμο Θήρας, με έδρα το λιμάνι του Αθηνιού και μπορεί νόμιμα να μεταφέρει με τα ιδιωτικά της λεωφορεία μόνο προσχηματισμένη ομάδα προσώπων και αποσκευών (group), ενώ ρητά απαγορεύεται να εκτελεί συγκοινωνιακό έργο κατά το άρθρο 1 του Ν.711/1977, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 29 του Ν.4179/2013 και στην συνέχεια με το άρθρο 2 του Ν.4336/2015, εισέρχεται παράνομα σε ανταγωνισμό με την αναιρεσίβλητη παραβιάζοντας το μονοπώλιό της στην εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου στη νήσο Θήρα, αφού, με σκοπό την αύξηση των κερδών της, συστηματικά και με πρόθεση, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι η στάση των λεωφορείων της αναιρεσίβλητης και τα ταξί βρίσκονται σε απόσταση 200 μέτρων από το σημείο που αγκυροβολούν τα πλοία και ότι οι επιβάτες αμέσως μετά την έξοδό τους από το πλοίο αντικρύζουν τα γραφεία της και τους τέσσερεις έως πέντε υπαλλήλους της, τους οποίους έχει στείλει αυτή προκειμένου αυτοί να κατευθύνουν τους επιβάτες-τουρίστες προς τα γραφεία της, δηλώνοντας στους επιβάτες ότι μόνο εκείνοι τους παρέχουν άμεση μεταφορά προς τα ξενοδοχεία τους και ότι δεν υπάρχει άλλο μέσο μεταφοράς, αλλά ότι αυτή είναι η μοναδική αξιόπιστη λύση μεταφοράς, παραπλανεί έτσι αυτούς και τους πείθει να μεταβούν στα γραφεία της, όπου αναφέρουν τον προορισμό τους στο νησί και ακολούθως η πρώτη αναιρεσείουσα εκδίδει ένα εισιτήριο κόστους 10 ευρώ τουλάχιστον, δηλαδή κατά πολύ μεγαλύτερο του κόστους του εισιτηρίου της αναιρεσίβλητης, χωρίζει τους επιβάτες ανά προορισμό και ακολούθως τους επιβιβάζει στα ιδιόκτητα λεωφορεία της και τους μεταφέρει στον προορισμό που επιθυμούν, κάνοντας σχετικές στάσεις για την αποβίβαση του κάθε επιβάτη, αποσπώντας έτσι αθέμιτα πελατεία από την αναιρεσίβλητη, γιατί, η κατά τον τρόπο αυτό μεταφορά μεμονωμένων επιβατών από το λιμάνι προς τα ξενοδοχεία, δεν αφορά εκδρομή ή περιήγηση προσχηματισμένης ομάδας, αλλά αντίθετα αποτελεί συγκοινωνιακό έργο, που έχει ανατεθεί αποκλειστικά από την Πολιτεία στην αναιρεσίβλητη υπό συγκεκριμένους περιοριστικούς για την ίδια όρους, επ' ωφελεία και των επιβατών που χρησιμοποιούν τα λεωφορεία της, αφού πληρώνουν μικρότερο κόμιστρο και μπορούν να μεταβούν και σε προορισμούς, που δεν είναι οικονομικά επικερδείς για την αναιρεσίβλητη όλους τους μήνες του έτους συνεπώς και αυτούς στους οποίους δεν υπάρχει τουριστική κίνηση και, ως εκ τούτου, οι παραπάνω ενέργειες του δευτέρου αναιρεσείοντος, που ενεργεί ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας, είναι ασυμβίβαστες προς τις περί συναλλακτικής ηθικής ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, αποτελώντας συμπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, με αποτέλεσμα τον αθέμιτο εκ μέρους του αναιρεσειόντων ανταγωνισμό της αναιρεσιβλήτης, ώστε να δικαιολογείται εξ αιτίας αυτού η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι, αφού σημειωθεί ότι τα υπ' αριθμ. πρωτ. …2015, …2013 και …2014 έγγραφα του Υπουργείου Τουρισμού, τα οποία ερμηνεύουν την έννοια της "προχηματισμένης ομάδας", των επιβατών των τουριστικών λεωφορείων, δεν αποτελούν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ώστε να τίθεται ζήτημα εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής τους και συνδρομής για τον λόγο αυτό της σχετικής αναιρετικής πλημμέλειας του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ’ απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά τα δεύτερο και πέμπτο σκέλη του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εκτίμηση του λόγου, την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 γ'(όχι δε και από τους αρ. 8,10,19 και 20, που επικαλούνται) με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο: α) δεν έλαβε υπόψη, τα με αριθμ. πρωτ. …2013 και …2014 δύο έγγραφα του Υπουργείου Τουρισμού, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση τους από τους ιδίους και είναι ιδιαιτέρως κρίσιμα και ουσιώδη για τον ορισμό της προσχηματισμένης ομάδας κατά τους ορισμούς του άρθρου 1 του Ν. 711/1977 και συνεπώς για την έκβαση της δίκης, ενώ εάν είχαν ληφθεί υπόψη θα είχε γίνει δεκτή η έφεση τους και θα είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης και β) "όλως παράνομα σε ουδεμία απολύτως μνεία προβαίνει για το ποια από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τα έγγραφα έλαβε ή όχι υπόψη του, πλην των καταθέσεων των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά της πρωτοβάθμιας διαδικασίας και των ενόρκων βεβαιώσεων. Αντιθέτως, το Δικαστήριο περιορίζεται στην γενική και όλως αόριστη διατύπωση ότι έλαβε υπόψη του "...όλα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα τα οποία συνεκτιμώνται και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..."-, ώστε να μην καθίσταται δυνατός ο έλεγχος και η απόκρουση για τα τυχόν ληφθέντα υπόψη του μη νόμιμα ή απαράδεκτα κ.λ.π. αποδεικτικά έγγραφα ή ποια απ' αυτά θεώρησε ως δημόσια ή ιδιωτικά και εντεύθεν ποια αποδεικτική δύναμη σε καθένα απ' αυτά προσέδωσε". Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος, γιατί το πρώτο έγγραφο λήφθηκε υπόψη, αφού αναφέρεται στην απόφαση, από δε την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν δεύτερο έγγραφο, ενώ κατά το δεύτερο μέρος είναι απαράδεκτος, γιατί είναι αόριστος, αφού δεν κατονομάζονται τα μη ληφθέντα υπόψη έγγραφα και υπό την επίκληση της από το άρθρο αυτό πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 481/2026). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 481/2026, AΠ 50/2020). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 630/2020). Επίσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δεν αποτελούν "πράγματα", η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 580/2019), ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 615/2019). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 481/2026) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά τα τρίτο και τέταρτο σκέλη του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 (όχι δε και από τον αρ. 19 που επικαλούνται) με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αν και τα αναφέρει ρητά και τα σχολιάζει, δεν έλαβε στην πραγματικότητα υπόψη τα κατωτέρω κρίσιμα και ουσιώδη για την έκβαση της δίκης έγγραφα, και ειδικότερα: α) την υπ' αριθμ. πρωτ. …2015 βεβαίωση του Λιμενικού Σώματος, η οποία αναφέρει "ότι δεν βεβαιώθηκε οποιαδήποτε παράβαση στα τουριστικά λεωφορεία (της πρώτης αναιρεσείουσας) κατά τον έλεγχο του Λιμενικού Σώματος", και β) την υπ' αριθμόν 863/23-09-2019 αθωωτική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Νάξου επί της από …2015 μηνύσεως του προέδρου του Δ.Σ της αναιρεσίβλητης Ε. Σ. κατά του δεύτερου αναιρεσείοντος και κατά εργαζόμενου οδηγού της πρώτης αναιρεσείουσας για παράβαση του άρθρου 18 παρ. 1 του Ν. 1903/1990 κατά συναυτουργία, και συνεπώς δεν έλαβε υπόψη τον αποδεικνυόμενο από αυτά ισχυρισμό τους ότι είχαν δικαίωμα να προβαίνουν στις επίδικες μεταφορές επιβατών, ενώ εάν είχαν ληφθεί υπόψη αυτά, θα είχε γίνει δεκτή η έφεση τους και θα είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσίβλητης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων δεν είναι πραγματικός ισχυρισμός, αλλά αρνητικός της αγωγής της αναιρεσίβλητης ισχυρισμός, ο οποίος σε κάθε περίπτωση λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε, υπό δε την επίκληση της από το άρθρο αυτό πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από …2021 αίτηση αναίρεσης των 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΙΝΣΕΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ ΒΙΛΛΑΣ ΑΞΤΕΕ" 2) Ρ. Λ. και τον από 24-3-2023 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ' αριθ. 38/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

- Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή