Απόφαση 777 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 777/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μαρμαρινό. Κατά την δικάσιμο της 15ης Μαΐου 2023 εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλεία Παπαδοπούλου.
Της αναιρεσιβλήτου: J. G. (Γ. Γ.), κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 15ης Μαΐου 2023 δεν παραστάθηκε επίσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 235/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από …2017 αίτησή του και τους από 12-4-2023 προσθέτους αυτής λόγους η οποία συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της …2023 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. …/2025 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ. , η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 307 εδ. α', β' και γ' ΚΠολΔ, όπως τροποποιηθέν με τον Ν. 4842/2021 ίσχυσε από 1-1-2022 και πριν την νέα τροποποίησή του με το άρθρο 30 του Ν. 5221/2025, "Αν για οποιονδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατον να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού ορισθεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Το ίδιο εφαρμόζεται και όταν το δικαστήριο διατάζει να επαναληφθεί η συζήτηση...". Η κατά το άρθρο αυτό επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης συζήτησης και όχι νέα συζήτηση, όπως συμβαίνει και στην επανάληψη της συζήτησης του άρθρου 254 ΚΠολΔ για την συμπλήρωση κενών, και τούτο παρόλο που στο άρθρο 307 αυτό δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254, αφού ουδείς δικαιολογητικός λόγος συντρέχει να αντιμετωπισθούν διαφορετικά οι δύο περιπτώσεις, δεδομένου ότι οι δύο περί επανάληψης της συζήτησης διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης, ο οποίος μάλιστα, στη περίπτωση του άρθρου 307, δεν είναι δυνατό να οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου, ο οποίος και δεν δύναται να αποτρέψει αυτή την επανάληψη, ώστε να υφίσταται δικαιολογητικός λόγος στη τελευταία περίπτωση, να έχει, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δικαζόμενος ερήμην. Κατά συνέπεια, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 1981/2025, ΑΠ 301/2025, ΑΠ 56/2025, ΑΠ 44/2025).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το με το άρθρο 112 παρ.1 και 2 του Ν. 5264/2025, "1. Σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, ανεξαρτήτως του ποιος επισπεύδει τη συζήτηση, η αναίρεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή, ενώ σε κάθε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του 2. Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ’ αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1287/2022). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ’ αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 1287/2022, 1305/2020). Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει και στον παραστάντα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο του απόντος αναιρεσίβλητου, ο οποίος είναι αντίκλητος αυτού εκ του νόμου (ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 474/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι κρινόμενοι α) από …2017 αίτηση αναίρεσης και β) από 12-4-2023 πρόσθετος λόγος αυτής, με τους οποίους προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, υπ' αρ. 103/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, συζητήθηκαν στην ορισθείσα δικάσιμο της …2023 και ο αναιρεσείων παραστάθηκε νόμιμα κατά την δικάσιμο αυτή και κατέθεσε προτάσεις, ενώ η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε. Ακολούθως, αφού με την υπ' αρ. …/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου ορίσθηκε ότι η υπόθεση αυτή πρέπει να συζητηθεί εκ νέου σε δικάσιμο που θα ορισθεί από την Πρόεδρο του Α-2 πολιτικού τμήματος, εξ αιτίας διαπιστώσεως αδυναμίας έκδοσης απόφασης επ’ αυτής εκ μέρους της Αρεοπαγίτη και Εισηγήτριας Βρυσηίδας Θωμάτου, με τη με αριθμό …/2025 πράξη της Προέδρου του Α-2 πολιτικού τμήματος αυτού του Δικαστηρίου, η οποία κοινοποιήθηκε νομίμως σε αμφότερα τα διάδικα μέρη, με επιδόσεις α)στην παρασταθείσα κατά την προηγούμενη συζήτηση πληρεξουσία δικηγόρο του αναιρεσείοντος Βασιλεία Παπαδοπούλου και β) στον παρασταθέντα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας κατά την συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης Αχιλλέα Καγιόγλου, οι οποίοι είναι και αντίκλητοι τους, κατά τα άρθρα 143 παρ. 1 και 96 παρ. 3 ΚΠολΔ (βλ. τα από …2025 και …2025 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών του Δικαστηρίου τούτου Ε. Π. και του Πρωτοδικείου … Σ. Λ. αντιστοίχως) ορίστηκε νέα δικάσιμος, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας. Στην δικάσιμο αυτή (…2026), κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την ίδια πληρεξουσία δικηγόρο, οι οποίοι είχε παρασταθεί νομίμως κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο, ενώ η αναιρεσίβλητη και πάλι δεν παραστάθηκε.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι σε αυτήν επιδόθηκαν νόμιμα, και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, τόσο α) η αίτηση αναίρεσης, με κλήση να παραστεί στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της …2020 και β) επίσης, μετά την ματαίωση της συζήτησης, η από …2021 κλήση για νέα συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τις 13-12-2021, από την οποία αναβλήθηκε για την ανωτέρω δικάσιμο της …2023 (βλ. τις …2019 και …2021 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου … Α. Μ.), όσο και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων (βλ. την …2023 έκθεση επίδοσης της ιδίας ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας) και συνεπώς, αφού η αναιρεσίβλητη έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, το δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκε και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη 30 πλήρεις ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, όπως προαναφέρθηκε, αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως η αναίρεση και ο πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Αφανής ή μετοχική εταιρεία, είναι η προσωπική χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης του εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων. Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνον ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς εταίρου και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων, που δημιουργεί η δράση του, συμμετέχοντας μόνο στη κατανομή των κερδών και ζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς εταίρου, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τον αφανή, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 47-50 ΕμπΝ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 294 παρ. 2 του Ν.4072/2012 και εφαρμόζονται εν προκειμένω κατά το άρθρο 294 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, προκύπτει, ότι η αφανής εταιρεία, στην οποία εφαρμόζονται, εφόσον δεν αντιτίθενται στον ιδιάζοντα χαρακτήρα της, οι διατάξεις περί εταιρειών του ΑΚ, δηλαδή τα άρθρα 741 επ. αυτού, συνιστάται ατύπως και δεν έχει νομική προσωπικότητα, ούτε δική της περιουσία, διαφορετική από την περιουσία των εταίρων(ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 178/2022, ΑΠ 1355/2019). Οι εταιρικές εισφορές, για τις οποίες υπάρχει υποχρέωση όλων των εταίρων, δεν μεταβιβάζονται στην εταιρεία, αλλά χρησιμοποιούνται από τον εμφανή εταίρο για την πραγματοποίηση του εταιρικού σκοπού, ο εταίρος δε αυτός υποχρεούται, καθετί που ως διαχειριστής αποκτά στο όνομα του, να το καταστήσει κοινό όλων των εταίρων, κατά το λόγο της εταιρικής μερίδας εκάστου (ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 227/2012). Ο σχηματισμός της εταιρείας, οι εισφορές των εταίρων, η αναλογία συμμετοχής τους στα κέρδη και στις ζημιές της εταιρείας και όλα γενικώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, συμπληρωματικά δε μόνον, επί μη υπάρξεως συμφωνίας για ορισμένο ζήτημα, εφαρμόζονται (άρθρο 18 ΕΝ) οι περί εταιρειών διατάξεις (άρθρο 741 επ. ΑΚ), υπό την προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας ως εσωτερικής εταιρείας, που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της (ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 178/2022, ΑΠ 1064/2015, ΑΠ 535/2011). Η αφανής εταιρεία λύεται για τους ίδιους λόγους για τους οποίους λύεται και η αστική εταιρεία με εφαρμογή των άρθρων 765 επ. ΑΚ. Μεταξύ των λόγων λύσεως της εταιρείας περιλαμβάνεται και η καταγγελία, που επιφέρει τα αποτελέσματά της, έστω και αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 766, 767). Μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας δεν απαιτείται να επακολουθήσει υποχρεωτικά στάδιο εκκαθαρίσεως, διότι δεν υπάρχει εταιρική περιουσία, εφόσον ο εμφανής εταίρος εμπορεύεται ατομικά έναντι των τρίτων, με αποτέλεσμα να είναι παραδεκτή η άσκηση αγωγής εκ μέρους του αφανούς εταίρου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 779 έως 782 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 719 ΑΚ, κατά του εμφανούς εταίρου προς απόδοση σ’ αυτόν της ανήκουσας στον ίδιο μερίδας από τα εταιρικά κέρδη, καθώς και της εισφοράς του, είτε μεταβίβασε αυτήν κατά κυριότητα στον εμφανή συνεταίρο του, προς άσκηση της εταιρικής εμπορικής δραστηριότητας, ως ατομικής του τελευταίου, είτε παρέμεινε κύριος αυτής, τάσσοντας όμως αυτήν κατά προορισμό στην εξυπηρέτηση του εταιρικού σκοπού με παραχώρηση της χρήσης της μόνο στον εμφανή εταίρο, χωρίς να προηγηθεί εκκαθάριση, εκτός αν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο μεταξύ των εταίρων (ΑΚ 361) ή αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απαραίτητη η εκκαθάριση, διότι από την παράλειψή της επέρχεται σύγχυση, υπό την προϋπόθεση ότι μετά τη λύση της εταιρείας υπάρχει υπόλοιπο σε μετρητά καλύπτον τη ζητούμενη προς απόδοση εισφορά (ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1355/2019, ΑΠ 1234/2015). Κατά το στάδιο αυτό, το οποίο δεν αποτελεί κατά κυριολεξία εκκαθάριση, αλλά διακανονισμό των εταιρικών δοσοληψιών, μετά τον οποίο θα κριθούν οι ενοχικές αξιώσεις των αφανών εταίρων για απόδοση των εισφορών ή για απόληψη κερδών ή και η υποχρέωση αυτών συμμετοχής στις ζημίες, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του ΑΚ για την εκκαθάριση(ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 178/2022, ΑΠ 227/2012). Ως κέρδος κατά την έννοια του νόμου νοείται το καθαρό κέρδος, ήτοι αυτό που απομένει μετά την αφαίρεση των εξόδων. Επομένως όταν ο διαχειριστής εταίρος αρνείται να αποδώσει στον άλλον εταίρο την ανάλογη, από την εταιρική σχέση μερίδα των κερδών, ο τελευταίος ασκεί την αγωγή για επιδίκαση των καθαρών κερδών, ενώ η ύπαρξη εξόδων, που πρέπει να αφαιρεθούν, είναι ισχυρισμός του διαχειριστή εμφανούς εταίρου και όχι στοιχείο της αγωγής (ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 911/2011, ΑΠ 1629/2001). Αντίθετα, κατ’ άρθρο 291 παρ.1 εδ.β', του Ν. 4072/2012, που όμως δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η καταγγελία της αφανούς εταιρείας των διαδίκων έλαβε χώρα πριν την έναρξη ισχύος του, στις 11-4-2012, τη λύση της αφανούς εταιρείας, ακολουθεί πάντοτε η εκκαθάριση, την οποία και διενεργεί ο εμφανής εταίρος (ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 1381/2021, ΑΠ 1355/2019) και συνεπώς μόνο στην περίπτωση αυτή η ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκκαθάρισης αποτελεί, πλέον, προϋπόθεση της αξίωσης του αφανούς εταίρου για απόδοση της εταιρικής του εισφοράς (ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 1876/2022, ΑΠ 1381/2021) ή του μεριδίου του στα κέρδη (ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 1876/2022).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως, που θεμελιώνεται επ’ αυτών, με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1917/2024, AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1597/2018). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 133/2022). Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 1917/2024, ΑΠ 362/2011). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσίβλητη, στην κρινόμενη αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, εκθέτει τα ακόλουθα : Ότι δυνάμει του από …2006 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η σύσταση αφανούς εταιρείας αορίστου διάρκειας, με συμμετοχή αυτής (ενάγουσας) κατά ποσοστό 50% στα κέρδη και στις ζημίες στην ασκούμενη από τον εναγόμενο εμφανή εταίρο επιχείρηση εμπορίου ψιλικών, τσιγάρων ζαχαρωδών και λήψης φωτογραφιών εντός χώρων διασκέδασης, εμφάνισης και πώλησης αυτών. Ότι για τη συμμετοχή της στην αφανή αυτή εταιρεία συμφώνησαν να εισφέρει ως εταίρος το ποσό των 18.000 ευρώ, το οποίο θα κατέβαλε τμηματικά από τα κέρδη που θα αναλογούσαν στη μερίδα της μετά την κατά το προαναφερόμενο ποσοστό διανομή τους. Ότι τα καθαρά κέρδη από τη λειτουργία της αφανούς αυτής εταιρείας ανήλθαν ανά έτος στο ποσό των 20.000 ευρώ, και ως εκ τούτου, επιμεριζομένου ισόποσα του ανωτέρω ποσού μεταξύ των διαδίκων εταίρων, αυτή έπρεπε να λαμβάνει ετησίως κέρδη ανερχόμενα στο ποσό των 10.000 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος χωρίς σπουδαίο λόγο κατήγγειλε την εταιρεία περί τα τέλη Οκτωβρίου 2009, αλλάζοντας την κλειδαριά της εισόδου του καταστήματος και αποβάλλοντάς την με τον τρόπο αυτό από τη λειτουργία της εταιρείας. Ότι σύμφωνα με τα ετήσια καθαρά κέρδη που πραγματοποίησε η επιχείρηση από την εμπορική της δραστηριότητα, αυτή έπρεπε να λάβει ανά έτος από τη διανομή των κερδών, μετά την εξόφληση και του ποσού της εισφοράς της, το ποσό των 2.000 ευρώ για το έτος 2007, το ποσό των 7.500 ευρώ για το έτος 2008 και το ποσό των 8.334 ευρώ για το έτος 2009, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής. Ότι από τα προαναφερόμενα κέρδη που έπρεπε να αποδώσει σ' αυτήν ο εναγόμενος, ως εμφανής εταίρος, ουδέν απέδωσε, αρνούμενος τη διανομή των ανωτέρω αναφερομένων κερδών, καθώς και του εξοπλισμού που ανήκε στην επιχείρηση μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 18.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της αφανούς εταιρείας, άλλως από την επίδοση της αγωγής, το οποίο αποτελεί την εισφορά που κατέβαλε στην εταιρεία, καθώς και το συνολικό ποσό των 17.834 ευρώ, που αποτελεί τη συμμετοχή της στα κέρδη της εταιρείας, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του αντίστοιχου έτους που οφείλεται κάθε επιμέρους ποσό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, εκτιμώμενους ως σύνολο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες αντιστοίχως α) της παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 18 και 47-50 του Εμπορικού Νόμου και 361, 741 επ. ΑΚ επειδή δέχθηκε ότι η αγωγή για καταβολή των κερδών της ενάγουσας από την αφανή εταιρεία είναι ορισμένη, παρά το ότι δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν και δεν αφαιρούνται οι δαπάνες και συνεπώς β) της παρά το νόμο μη απόρριψης αυτής ως αόριστης και γι' αυτό απαράδεκτης, όπως προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε τον σχετικό ισχυρισμό του με λόγο έφεσης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί η αγωγή ως προς το αίτημα καταβολής των κερδών του μεριδίου της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας αφανούς εταίρου από τα κέρδη της αφανούς εταιρείας, είναι πλήρως ορισμένη δεδομένου ότι αρκεί για το ορισμένο αυτής η αναφορά των κερδών που ζητεί αυτή και δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής και τα γενόμενα από τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο εμφανή εταίρο έξοδα, τα οποία αποτελούν ένσταση, που πρέπει να προβάλλει αυτός και συνεπώς το Εφετείο, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, δεχόμενο ότι "για το ορισμένο της αγωγής προς απόδοση στον αφανή εταίρο της ανάλογης από την εταιρική σχέση μερίδας των κερδών του, στοιχείο της αγωγής και της αποφάσεως που επιδικάζει τα κέρδη αυτά είναι ο ακριβής ποσοτικός προσδιορισμός των καθαρών κερδών που επιδικάζονται, ενώ η τυχόν ύπαρξη εξόδων που πρέπει να αφαιρεθούν αποτελεί ισχυρισμό του διαχειριστή εμφανούς εταίρου και όχι στοιχείο της αγωγής" και απέρριψε έτσι τον λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, ότι η αγωγή ήταν αόριστη γιατί δεν περιλαμβάνονται σε αυτήν και δεν αφαιρούνται από τα κέρδη τα γενόμενα έξοδα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, χωρίς να αρκεσθεί σε λιγότερα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής, από όσα προβλέπουν οι διατάξεις αυτές και επομένως σύμφωνα με το νόμο έκρινε ορισμένη την αγωγή και δεν την απέρριψε ως απαράδεκτη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024), η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024). Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024, ΑΠ 695/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Επίσης δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν η ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων ή όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 745/2019, ΑΠ 254/2018, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 282/2010). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 473/2021) και επίσης σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 140/2010), διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος λόγω της αοριστίας του ως απαράδεκτος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 140/2010).
Το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από …2006 ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η σύσταση αφανούς εταιρείας αορίστου διάρκειας, με συμμετοχή της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας - εφεσίβλητης(ήδη αναιρεσίβλητης) κατά ποσοστό 50% στα κέρδη και στις ζημίες στην ασκούμενη από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα - εφεσίβλητο(ήδη αναιρεσείοντα) επιχείρηση πώλησης ψιλικών - τσιγάρων - ζαχαρωδών και λήψης - εμφάνισης - εκτύπωσης και πώλησης φωτογραφιών, με έδρα το 3° χιλ. Πτολεμαΐδας - Φλώρινας, με εμφανή εταίρο τον εναγόμενο και αφανή εταίρο την ενάγουσα. Μέχρι την ίδρυση της εν λόγω αφανούς εταιρείας η ενάγουσα εργαζόταν ως υπάλληλος - φωτογράφος στην παραπάνω ατομική επιχείρηση του εναγομένου, ο οποίος επιθυμούσε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, και εκτιμώντας την εργατικότητα και αποδοτικότητά της, πρότεινε σ' αυτήν την επιχειρηματική τους συνεργασία. Πρόθεση των διαδίκων ήταν να συστήσουν ετερόρρυθμη εταιρεία, πλην όμως τούτο δεν κατέστη εφικτό, επειδή η ενάγουσα, ως υπήκοος τρίτης χώρας, αδυνατούσε κατά τον παραπάνω χρόνο να αποκτήσει όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά για την εγγραφή της στο ΤΕΒΕ και τη συμμετοχή της σε οποιαδήποτε προσωπική εμπορική εταιρεία. Συμφωνήθηκε, ειδικότερα, μεταξύ των διαδίκων ότι ο εναγόμενος, ως εμφανής εταίρος, θα εισέφερε στην αφανή εταιρεία όλα τα εμπορεύματα, τις πρώτες ύλες, τον εξοπλισμό, την τεχνογνωσία και την πελατεία της μέχρι τότε προσωπικής του εταιρείας, ενώ η ενάγουσα, ως αφανής εταίρος, θα εισέφερε αφενός την προσωπική της εργασία και αφετέρου το ποσό των 18.000 ευρώ. Συμφωνήθηκε ακόμη ότι, εξαιτίας της αδυναμίας της ενάγουσας να καταβάλει άμεσα το ποσό της εισφοράς της, η καταβολή του ποσού των 18.000 ευρώ θα γινόταν τμηματικά από τα καθαρά κέρδη της εταιρείας και θα αναλογούσαν στην ενάγουσα μετά τη διανομή των κερδών μεταξύ των διαδίκων κατά 50% στον καθένα. Πιο συγκεκριμένα, ως προς τον τρόπο αποπληρωμής της εισφοράς της ενάγουσας, συμπεριλήφθηκε στο ανωτέρω συμφωνητικό ειδικός όρος, κατά τον οποίο ορίστηκε ότι: "Επισημαίνεται ότι αυτή η παραχώρηση των μισών καθαρών κερδών έχει ισχύ μόνο για την αποπληρωμή της δεύτερης εταίρου στο κεφάλαιο της νέας εταιρίας και για κανένα άλλο λόγο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε να απαιτηθεί εφόσον η δεύτερη εταίρος δεν μπορέσει ή δεν θελήσει να δημιουργήσει την τελική ετερόρρυθμη εταιρία που πρέπει να γίνει όταν αρθούν τα εμπόδια νομιμοποίησης που υπάρχουν από τη μεριά της". Η ενάγουσα, δυνάμει του αυτού ως άνω συμφωνητικού, ορίστηκε συνδιαχειρίστρια της αφανούς εταιρείας, από κοινού με τον εναγόμενο και συμφωνήθηκε ότι θα λαμβάνει επιχειρηματική αμοιβή ποσού 200 ευρώ το μήνα για την ενεργή συμμετοχή της στο κατάστημα λιανικής και έξτρα επιχειρηματική αμοιβή κατ' αποκοπή κάθε φορά που θα συμμετείχε στο εργαστήριο εκτύπωσης φωτογραφιών. Με την προαναφερθείσα εταιρική σύμβαση δεν καθορίστηκε το χρονικό σημείο που έπρεπε να γίνεται η διανομή των κερδών. Συνακόλουθα, και δεδομένου ότι η αφανής εταιρεία είχε διάρκεια μεγαλύτερη του έτους, ο λογαριασμός έπρεπε να κλείνεται και τα κέρδη να διανέμονται στο τέλος κάθε έτους, κατ' άρθρο 762 του ΑΚ. Με τη σύσταση της αφανούς εταιρείας ο εναγόμενος παρέδωσε ουσιαστικά τη διαχείριση της επιχείρησης στην ενάγουσα, εξαιτίας της μόνιμης εγκατάστασής του στη Θεσσαλονίκη, κατά το χρονικό εκείνο διάστημα, όπου δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά και ως σύμβουλος επιχειρήσεων. Έτσι η ενάγουσα ανέλαβε κάθε πράξη διαχείρισης της εν λόγω αφανούς εταιρείας και συγκεκριμένα, συμβαλλόταν με επιχειρηματίες της Πτολεμαΐδας συνάπτοντας ετήσιες συμβάσεις μίσθωσης του δικαιώματος αποκλειστικής εκμετάλλευσης χώρων διασκέδασης και καταβάλλοντας σ' αυτούς το αντίστοιχο μίσθωμα, ενώ μεριμνούσε για την πρόσληψη φωτογράφων και οδηγού οχήματος για τη μετακίνηση των φωτογράφων από την έδρα της επιχείρησης, όπου βρισκόταν το μηχάνημα εκτύπωσης, στα κέντρα διασκέδασης, όπου φωτογράφιζαν και ακολούθως πωλούσαν τις εμφανιζόμενες φωτογραφίες. Ο εναγόμενος, ως εμφανής εταίρος, είχε αποκλειστικά την ευθύνη της διευθέτησης των φορολογικών υποχρεώσεων, ενώ, λόγω του γεγονότος ότι σπανίως εμφανιζόταν στην επιχείρηση, ουδεμία άλλη συμμετοχή είχε στη διαχείριση των τρεχουσών συναλλαγών της αφανούς εταιρείας. Εξαιτίας, όμως, των οικογενειακών υποχρεώσεων της ενάγουσας και της αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις αυξημένες επαγγελματικές της υποχρεώσεις από τη διαχείριση της αφανούς εταιρείας, συνέδραμε αυτήν ουσιαστικά στο διαχειριστικό της έργο ο σύζυγός της, Ζ. Γ. Ο τελευταίος, που εργαζόταν μέχρι τότε ως χειριστής βαρέων μηχανημάτων, ανέλαβε το έργο της εκτύπωσης των φιλμ που του προσκόμιζαν οι φωτογράφοι στην εκτυπωτική μηχανή που υπήρχε στην έδρα της επιχείρησης, ενώ παράλληλα είχε αναλάβει τον έλεγχο της όλης ταμειακής διαχείρισης, αφού συγκέντρωνε τις εισπράξεις από τις πωλήσεις των φωτογραφιών, πλήρωνε τους φωτογράφους, καθώς και άλλες τρέχουσες υποχρεώσεις, τηρώντας συγχρόνως πρόχειρες σημειώσεις σε ημερήσιους ημερολογιακούς δείκτες, όπως προκύπτει από τους αντίστοιχους προσκομιζόμενους από την ενάγουσα για τα έτη 2008 και 2009. Έτσι, η ενάγουσα, παρότι ήταν αφανής εταίρος, είχε ουσιαστικά τον έλεγχο του ταμείου της επιχείρησης και μεριμνούσε η ίδια για την καταβολή στον εναγόμενο της αναλογίας από τα κέρδη που πραγματοποιούσαν. Διατείνεται η ενάγουσα με την αγωγή της ότι η παραπάνω επιχείρηση απεκόμιζε καθαρά κέρδη ανά έτος περί το ποσό των 20.000 ευρώ, που επιμεριζόταν ανά εταίρο, δηλαδή κάθε εταίρος απεκόμιζε ανά έτος το ποσό των 10.000 ευρώ. Ωστόσο, τα μόνα ποσά που αποδεικνύεται ότι καταβλήθηκαν στον εναγόμενο από την ενάγουσα είναι εκείνα που κατατέθηκαν σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα Eurobank. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα κατέθεσε στο λογαριασμό του εναγομένου τα ακόλουθα ποσά, ήτοι : α) Για το έτος 2006: την 5-6-2006 ποσό 1.373 ευρώ, β) Για το έτος 2008: την 14-01-2008 ποσό 160 ευρώ, την 23-01-2008 ποσό 100 ευρώ, την 07-05-2008 ποσό 2.400 ευρώ, την 07-05-2008 ποσό 1.044 ευρώ, την 29-08-2008 ποσό 1.468 ευρώ, την 13-10- 2008 ποσό 1.041 ευρώ και τέλος την 17-09-2008 ποσό 1.210 ευρώ, ήτοι συνολικά κατά το έτος αυτό 7.423 ευρώ, γ) Για το έτος 2009: την 11-02-2009 ποσό 200 ευρώ, την 20-02-2009 ποσό 1.030 ευρώ, την 06-05-2009 ποσό 1.050 ευρώ, την 18-05-2009 ποσό 812 ευρώ, την 09-06-2009 ποσό 1.100 ευρώ, την 24-06-2009 ποσό 760 ευρώ, την 27-07-2009 ποσό 1.187 ευρώ, την 31-08-2009 ποσό 375 ευρώ, την 24-09-2009 ποσό 405 ευρώ και τέλος την 27- 09-2009 ποσό 280 ευρώ, ήτοι συνολικά για το έτος αυτό ποσό 7.199 ευρώ, και συνολικά για τα προαναφερόμενα έτη (2006, 2008 και 2009) 15.995 ευρώ. Η καταβολή του προαναφερόμενου συνολικού ποσού, που προέρχεται από τα καθαρά κέρδη της αφανούς εταιρείας, πέραν από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες αποδείξεις κατάθεσης, επιβεβαιώνεται από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Μ. Γ. του Α., συζύγου του εναγομένου, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία "...η εταιρεία έβγαζε 5.000 με 6.000 ευρώ το χρόνο. Τα συνολικά κέρδη αυτά τα τέσσερα χρόνια ήταν 16.000 ευρώ. Τα έδιναν ή στην πεθερά μου ή στο χέρι ή στην Τράπεζα...δεν υπήρχαν κέρδη άλλα εκτός από τα 16.000 ευρώ. ... Αποδείξεις υποτίθεται ότι έκοβαν, αυτήν την εντολή είχαν να κόβουν αποδείξεις. Ό,τι αποδείξεις έκοβαν, αυτές περνούσαμε, ό,τι παραστατικά βρίσκαμε αυτά δίναμε στο λογιστή...". Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η μάρτυρας κατέθεσε ότι χρήματα δίνονταν στην πεθερά της και ιδιοχείρως στον εναγόμενο, δεν αποδείχθηκε από την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ή από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο που αυτή προσκόμισε, ποιο ήταν το συνολικό ποσό των καθαρών κερδών που παραδόθηκαν ιδιοχείρως σ' αυτόν (εναγόμενο). Αντιθέτως, η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, ο οποίος κατέθεσε ότι από το 2006 μέχρι το 2009 η εταιρεία εσόδευε από 20.000 ευρώ - 40.000 ευρώ, δεν κρίνεται ως προς το σημείο αυτό πειστική και αξιόπιστη, αφού αντικρούεται από τις ως άνω αναφερόμενες αποδείξεις κατάθεσης χρηματικών ποσών στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου, που υπολείπονται σημαντικά των επικαλούμενων από αυτόν ποσών.
Εξάλλου, εφόσον η ενάγουσα παρέδιδε ιδιοχείρως στον εναγόμενο ή τη μητέρα του χρηματικά ποσά από τα καθαρά κέρδη της εταιρείας, θα συνέτασσε έστω και πρόχειρες αποδείξεις των χρηματικών ποσών που παρέδιδε, έγγραφα, όμως, που η ενάγουσα δεν προσκομίζει, αλλά ούτε και επικαλείται. Σύμφωνα άλλωστε με τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως φορολογικές δηλώσεις του εναγομένου, η αφανής εταιρεία για το έτος 2006 είχε σύνολο ακαθάριστων εσόδων 43.378,63 ευρώ και καθαρό κέρδος με λογιστικό προσδιορισμό 579,04 ευρώ, για το έτος 2007 είχε σύνολο ακαθάριστων εσόδων 39.015,63 ευρώ και καθαρό κέρδος με λογιστικό προσδιορισμό 5.692,25 ευρώ, για το έτος 2008 είχε σύνολο ακαθάριστων εσόδων 17.270,20 ευρώ και καθαρό κέρδος με λογιστικό προσδιορισμό 2.609,71 ευρώ, ενώ τέλος για το έτος 2009 είχε σύνολο ακαθάριστων εσόδων 4.804,28 ευρώ και καθαρό κέρδος με λογιστικό προσδιορισμό -1.775,09 ευρώ, κλείνοντας, έτσι, με ζημίες τη διαχειριστική χρήση του έτους αυτού.
Προσκομίζει περαιτέρω η ενάγουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της πρόχειρες σημειώσεις που τηρούσε ο σύζυγός της σε ημερήσια ημερολόγια των ετών 2008 και 2009. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των εν λόγω ημερολογίων παρατηρείται ότι κάτω από το συνολικά εισπραττόμενο υπό την εγγραφή "ταμείο" ποσό γίνεται εξ ημισείας διαίρεση του ποσού που αναλογεί στην ενάγουσα και τον εναγόμενο. Ωστόσο, από τις εν λόγω πρόχειρες σημειώσεις, δεν είναι δυνατόν να διαγνωστεί με ασφάλεια το ακριβές ύψος του εισπραχθέντος ποσού, ούτε περαιτέρω αποδεικνύεται εάν τα ποσά αυτά αντιπροσωπεύουν τα καθαρά ή τα μεικτά κέρδη, ούτε προκύπτει εάν η ενάγουσα εισέπραττε τα ποσά που αναγράφονται ότι ανήκαν στη μερίδα της, ούτε αν τα αναλογούντα στον εναγόμενο ποσά καταβάλλονταν σ' αυτόν ως καθαρά κέρδη από τη λειτουργία της αφανούς εταιρείας.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω αποδεικνύεται μόνο η καταβολή στον εναγόμενο του ποσού των 16.000 ευρώ από τα καθαρά κέρδη της αφανούς εταιρείας, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα αποδεικτικά καταθέσεων σε τραπεζικό λογαριασμό.
Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εν λόγω αφανής εταιρεία λύθηκε περί τα τέλη Οκτωβρίου 2009, όταν κατήγγειλε αυτήν προφορικά ο εναγόμενος, αποβάλλοντας την ενάγουσα από το κατάστημα όπου λειτουργούσε η επιχείρηση με την αλλαγή των κλειδαριών του καταστήματος. Ο εναγόμενος ως λόγο καταγγελίας της αφανούς εταιρείας επικαλέστηκε οικονομικές ατασθαλίες της ενάγουσας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν απέδιδε σ' αυτόν τα πραγματικά κέρδη που είχε ή επιχείρηση, παρακρατώντας σημαντικό μέρος των κερδών, ισχυρισμός, όμως, που δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθόσον ο εναγόμενος κατά τα τέσσερα έτη που λειτούργησε η επιχείρηση υπό την μορφή της αφανούς εταιρείας, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε προς την ενάγουσα για οικονομικές διαφορές, ούτε αναζήτησε από αυτήν την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, συνέχεια ο εναγόμενος πώλησε την επιχείρηση αυτή σε τρίτο άτομο, όπως τούτο κατέθεσε η μάρτυρας σύζυγός του.
Περαιτέρω, τόσο από το από …2006 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης αφανούς εταιρείας, όσο και από το σύνολο των λοιπών αποδεικτικών μέσων δεν αποδείχθηκε ότι μετά τη λύση της αφανούς εταιρείας ακολούθησε συμφωνία για την εκκαθάριση της εταιρικής περιουσίας, υπό την έννοια του διακανονισμού των εταιρικών δοσοληψιών. Κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν κατά τη λύση της εταιρείας, δεδομένου ότι ουδείς από τους διαδίκους προσκομίζει αντίστοιχα χρεωστικά παραστατικά και, ως εκ τούτου, από το σύνολο των καθαρών κερδών που αποδείχθηκαν ύψους 16.000 ευρώ, τα οποία έλαβε στο σύνολό τους ο εναγόμενος, πρέπει να επιστραφεί στην ενάγουσα ποσό ύψους 8.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μέρος της εισφοράς που αυτή κατέβαλε. Το ποσό αυτό προέρχεται από τα καθαρά κέρδη της αφανούς εταιρείας και κατέβαλε η ενάγουσα στον εναγόμενο σταδιακά κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα προς μερική εξόφληση της εταιρικής της εισφοράς. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για την επιστροφή του προαναφερόμενου ποσού ενισχύεται και από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία ερωτηθείσα σχετικά κατέθεσε ότι "Η συμφωνία ήταν να μας δώσουν 18.000 ευρώ αλλά το ποσό των 18.000 ευρώ που έπρεπε να μας δώσουν δεν συμπληρώθηκε. Τα 8.000 ευρώ μας τα έδωσαν, έστω από τα κέρδη". Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι από το προαναφερόμενο ποσό των 16.000 ευρώ που καταβλήθηκε σ' αυτόν θα πρέπει να αφαιρεθούν οι δαπάνες, τα έξοδα και ο φόρος στον οποίο υποβλήθηκε, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν επικαλείται αναλυτικά τα επιμέρους ποσά για δαπάνες και έξοδα, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να υπολογιστεί ορθά και ο αναλογών φόρος εισοδήματος. Ομοίως απορριπτέος ως αόριστος κρίνεται και ο ισχυρισμός του εναγομένου περί αφαίρεσης των αναλογούντων στην αφανή εταίρο εισφορών στον ΟΑΕΕ (50%), καθώς δεν διευκρινίζεται αν το σύνολο των εισφορών αυτών αφορά στην ένδικη ή σε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα του εναγομένου, που καθ' ομολογίαν του ασκούσε στη Θεσσαλονίκη, ενώ , πέραν τούτου, η εν λόγω οφειλή, όπως αυτός εκθέτει στις προτάσεις του, είναι ανεκκαθάριστη, λόγω άσκησης προσφυγής του ΟΑΕΕ σε βάρος του ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του περί αφαίρεσης ποσού 1.119,53 ευρώ (ήτοι 2.530 ευρώ X 44,25%), που ο ίδιος κατέβαλε ώστε να επιτευχθεί περαίωση της ένδικης επιχειρηματικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3888/2010, κρίνεται ομοίως απορριπτέος ως αόριστος, καθόσον ο εναγόμενος δεν εκθέτει τους λόγους υπαγωγής στην εν λόγω διαδικασία.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο εναγόμενος έλαβε καταναλωτικό δάνειο από την τράπεζα Eurobank ύψους 26.800 ευρώ, δεν αποδείχθηκε ότι συνέχεται με χρέη της αφανούς εταιρείας, καθόσον αφενός η δανειακή σύμβαση συνήφθη την …2007, ήτοι δύο περίπου έτη πριν τη λύση της κερδοφόρας κατά το χρόνο εκείνο αφανούς εταιρείας, ενώ σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος στη Θεσσαλονίκη, όπου καταρτίστηκε η δανειακή σύμβαση, δραστηριοποιείτο παράλληλα και σε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα, και συνακόλουθα το ανωτέρω δάνειο είναι δυνατόν να λήφθηκε και να αναλώθηκε για την κάλυψη διάφορων προς την αφανή εταιρεία επιχειρηματικών αναγκών. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι μετά την απόδοση του ποσού των 8.000 ευρώ προς την ενάγουσα απομένει οποιοδήποτε άλλο ποσό που πρέπει να διανεμηθεί στους διαδίκους κατά το λόγο της μερίδας που έχει ο καθένας από αυτούς στα κέρδη της εταιρείας". Ακολούθως το Εφετείο, αφού αντικατέστησε με τις ανωτέρω αιτιολογίες του τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε τόσο την έφεση του αναιρεσείοντος, όσο και την έφεση της αναιρεσίβλητης και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει κατά τον ίδιο τρόπο και είχε υποχρεώσει τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 8.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι τη εξόφληση.
Με τους τέταρτο και μοναδικό πρόσθετο λόγους αναίρεσης, εκτιμώμενους ως σύνολο, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης μη κατονομαζόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, κατ' εκτίμηση του λόγου δε των αναφερομένων στους τρεις πρώτους λόγους αναίρεσης διατάξεων των άρθρων 18 και 47-50 του Εμπορικού Νόμου και 361, 741 επ. ΑΚ, με τις αιτιάσεις ότι: α)υπάρχει αντίφαση στην μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης γιατί "ενώ...δέχεται... ότι αναγκαίο στοιχείο της σχετικής περί διανομής των κερδών αγωγής είναι, πλην άλλων, και ο ακριβής προσδιορισμός των καθαρών κερδών, έπειτα από αφαίρεση των εξόδων της αφανούς εταιρείας, ταυτοχρόνως και αμέσως παρακάτω...δέχεται, εν ταυτώ, ότι η τυχόν ύπαρξη εξόδων που πρέπει να αφαιρεθούν (από τα κέρδη) είναι αρνητικός ισχυρισμός και όχι στοιχείο της αγωγής", β) υπάρχει αντίφαση μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού της απόφασης, γιατί ενώ στην μείζονα πρόταση δέχεται ότι "η αφαίρεση του ποσού αυτού (των εξόδων)... αποτελεί ισχυρισμό που έδει να προβληθεί από το διαχειριστή εμφανή εταίρο, ο οποίος προφανώς κατά νόμο και κατά πάγια τακτική διαθέτει και τη διαχειριστική εξουσία, οπότε και είναι αυτός που πληρώνει τα έξοδα της επιχείρησης, έχοντας πλήρη εικόνα για την οικονομική πορεία της τελευταίας, από την άλλη δέχθηκε ότι η διαχείριση της εν λόγω επιχείρησης και μάλιστα συνολικά (πλην της καταβολής των φόρων) ανήκε κατ' αποκλειστικότητα στην αναιρεσίβλητη , ... (που) ήταν και η μόνη που είχε πρόσβαση στα εν λόγω έξοδα και συνεπώς η μόνη που είχε ακολούθως τη γνώση αυτών και άρα και την υποχρέωση να πράξει τούτο (την αφαίρεση των εξόδων), αναφέροντας με ορισμένο, σαφή και αναλυτικό τρόπο άπαντα τα έξοδα τα οποία ήταν γραμμένα στις "πρόχειρες σημειώσεις" του συζύγου της στο περιεχόμενο της αγωγής". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί, όπως προαναφέρθηκε, αυτός δεν ιδρύεται όταν η επικαλούμενη ανεπάρκεια ή αντίφαση αφορά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων ή όταν η αντίφαση εντοπίζεται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού. Οι πρόσθετες αιτιάσεις με τις οποίες ο αναιρεσείων παραπονείται γιατί το Εφετείο: α) δέχθηκε ότι τα καθαρά κέρδη ανήλθαν στο ποσό των 16.000 ευρώ και όχι στο ποσό των 7.105,91 ευρώ, που αναγράφεται στις φορολογικές δηλώσεις των ετών 2006-2009 και β) δεν αφαίρεσε από το ποσό αυτό των 16.000 ευρώ την επιχειρηματική αμοιβή της αναιρεσίβλητης ποσού 200 ευρώ μηνιαίως, είναι επίσης απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας, ο αναιρεσείων πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι το ύψος των προς διανομή κερδών της αφανούς εταιρείας ανήλθε στο ποσό των 16.000 ευρώ.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010). Επίσης, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 481/2026). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 481/2026, AΠ 50/2020). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 630/2020). Επίσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δεν αποτελούν "πράγματα", η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 580/2019), ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 902/2019, ΑΠ 615/2019). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 481/2026) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 615/2024, Α.Π. 630/2020). Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 61/2024, ΑΠ 1004/2020, ΑΠ 867/2019). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ. 11 γ', 8 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) αν και ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη τις φορολογικές δηλώσεις του των ετών 2006,2007, 2008 και 2009, τις οποίες επικαλέστηκε νόμιμα και προσκόμισε, από τις οποίες προκύπτουν τα καθαρά κέρδη της αφανούς εταιρείας για τα ανωτέρω έτη, όμως κατ' ουσίαν δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα αυτά, αφού δέχθηκε ότι τα καθαρά κέρδη της αφανούς εταιρείας είναι περισσότερα, β) έτσι δεν έλαβε υπόψη τον πραγματικό ισχυρισμό του ότι τα κέρδη ανέρχονται στα αναφερόμενα στις φορολογικές δηλώσεις ποσά, ο οποίος ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού τα κέρδη αυτά είναι μικρότερα αυτών, που δέχθηκε το Εφετείο και γ) με τον τρόπο αυτό παρερμήνευσε το περιεχόμενο των φορολογικών δηλώσεων, αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται σε αυτές. Ο λόγος αυτός και ως προς τα τρία σκέλη του είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση των αναφερομένων σε αυτόν πλημμελειών ο αναιρεσείων ουσιαστικά πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι το σύνολο των καθαρών κερδών της αφανούς εταιρείας, καθ' όλο το χρονικό διάστημα λειτουργίας της, ανήλθε στο ποσό των 16.000 ευρώ, στην οποία κατέληξε μετά από συνεκτίμηση των ανωτέρω φορολογικών δηλώσεων, (τις οποίες ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη, όπως άλλωστε αναφέρεται στον λόγο αναίρεσης), με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 13 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους αποδείξεως, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης. Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 1336/2022, ΑΠ 169/2019, 692/2017, ΑΠ 646/2017). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1693/2017), και όχι επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη του αντιθέτου (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 169/2019). Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι "αν θεωρηθεί ότι η τυχόν ύπαρξη εξόδων, που πρέπει να αφαιρεθούν από τα κέρδη είναι αρνητικός ισχυρισμός και όχι στοιχείο της αγωγής", το Εφετείο δεχόμενο εν μέρει την αγωγή παραβίασε "τους ορισμούς του νόμου για το βάρος απόδειξης των διαδίκων". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο απέρριψε κατά ένα μέρος ως αόριστο και κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά αβάσιμο τον αποτελούντα ένσταση και όχι άρνηση της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι υπάρχουν τα αναφερόμενα στην απόφαση έξοδα, που πρέπει να αφαιρεθούν από τα κέρδη της αφανούς εταιρείας, του οποίου ισχυρισμού συνεπώς το βάρος απόδειξης το είχε αναιρεσείων και όχι η αναιρεσίβλητη, αλλά και σε κάθε περίπτωση γιατί, ακόμα και αν ο ισχυρισμός αυτός θεωρηθεί άρνηση της αγωγής, κατά το σκέλος της κατ' ουσίαν απόρριψης του, το Εφετείο κατέληξε στην απορριπτική κρίση του αυτή επειδή οι αντίθετες αποδείξεις θεωρήθηκαν επαρκείς προς απόδειξη της μη ύπαρξης εξόδων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Θέμα επιβολής των δικαστικών εξόδων σε βάρος κάποιου δεν τίθεται, γιατί η αναιρεσίβλητη, που νικά, δεν παραστάθηκε και συνεπώς δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από …2017 αίτηση αναίρεσης του Γ. Τ. και τον από 12-4-2023 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 103/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ