ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 779/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 779/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 779/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 779 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 779/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Ηλία Γιαρένη - Εισηγητή και Αγγελική Καρδαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παυλάτο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (Δ.ΥΠ.Α.) - Ν.Π.Δ.Δ.", όπως μετονομάσθηκε το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ - Ο.Α.Ε.Δ. - Ν.Π.Δ.Δ." που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουλοχέρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2356/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 838/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη από …2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 838/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής : Η αναιρεσείουσα άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από …2018 αγωγή της (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2018) κατά του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), με την οποία εξέθετε ότι από το έτος 1998 εργαζόταν ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός σε διάφορες εκπαιδευτικές μονάδες του εναγομένου με διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες μνημονεύονται στην αγωγή και με τις οποίες καλύπτονταν στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες των εκπαιδευτικών μονάδων του εναγομένου, μέχρι και τις 22-6-2018, οπότε απολύθηκε από το εναγόμενο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητούσε (α) να αναγνωριστεί ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία της αρχικής πρόσληψής της από το εναγόμενο στις 5-10-1998 και στη συνέχεια, ανελλιπώς καθ' όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα εργασίας της στο εναγόμενο έως και τον χρόνο άσκηση της αγωγής και για το μέλλον, ή επικουρικά από οποιοδήποτε άλλο χρονικό σημείο ήθελε κρίνει το Δικαστήριο, συνέδεε εξαρχής και εξακολουθεί να συνδέει το εναγόμενο και την ενάγουσα μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου πλήρους απασχόλησης που εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες του εναγομένου, (β) να αναγνωριστεί ότι η απόλυσή της είναι άκυρη για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους και ότι έχει περιέλθει το εναγόμενο σε κατάσταση υπερημερίας από την απόλυσή της και στη συνέχεια, ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερόμενων υπηρεσιών της σε αυτό και την καταβολή στην ενάγουσα των οφειλόμενων νόμιμων μηνιαίων αποδοχών της, ως εργαζομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου κατά τις οικείες διατάξεις με βάση την ειδικότητα και τον κλάδο της και τα εν γένει νόμιμα προσόντα και εργασιακά καθήκοντά της, (γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες σε αυτό υπηρεσίες της, στην ίδια θέση εργασίας, με την ίδια ειδικότητα και εργασιακά καθήκοντα, όπως ίσχυαν κατά την απόλυσή της, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή και με πλήρες εκπαιδευτικό ωράριο διδασκαλίας και να καταβάλλει στην ενάγουσα τις νόμιμες οφειλόμενες αποδοχές της, να απειληθεί δε κατ' αυτού χρηματική ποινή 300 ευρώ για κάθε μέρα μη αποδοχής των προσηκόντως και νομίμως προσφερόμενων προς αυτό υπηρεσιών της, μη συμμορφούμενο προς το διατακτικό της απόφασης που θα εκδοθεί, (δ) διαφορετικά και επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας με το εναγόμενο είναι άκυρες, κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 1 του π.δ/τος 164/2004, καθώς και ότι η μεταξύ τους σχέση εξαρτημένης εργασίας δεν είναι αόριστου χρόνου και ότι συνεπώς δεν είναι άκυρη η απόλυσή της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σ' αυτήν ως νόμιμη οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διατάξεις, το ποσό των 15.481,67 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την απόλυσή της, στις 22-6-2018, διαφορετικά και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε την αγωγή αυτή κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, με τη με αριθμό 2356/2019 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, στο σύνολό της και ειδικότερα τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική της βάση, ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, σε ό,τι μεν αφορούσε τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων πριν από την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ότι οι συμβάσεις αυτές αφορούσαν την απασχόληση της ενάγουσας από το εναγόμενο, ως ωρομίσθιας εκπαιδευτικού, με διαφορετικές κάθε φορά ειδικότητες του κλάδου ΔΕ και πιο συγκεκριμένα, με την ειδικότητα χειρίστριας ηλεκτρονικού υπολογιστή (Η/Υ), με την ειδικότητα ΔΕ01 γραφίστα με χειρισμό Η/Υ, με την ειδικότητα κοπτικής - ραπτικής με χειρισμό Η/Υ, με την ειδικότητα πληροφορικής, το στοιχείο δε αυτό (της απασχόλησης της ενάγουσας από το εναγόμενο, ως ωρομίσθιας εκπαιδευτικού, με διαφορετικές κάθε φορά ειδικότητες του κλάδου ΔΕ) δεν δύναται να κατατείνει στην κρίση ότι μπορεί οι συμβάσεις αυτές να υποκρύπτουν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό μια ενιαία σύμβαση εργασίας, διότι πρόκειται για απασχόληση της ενάγουσας με διαφορετικές κάθε φορά ειδικότητες. Για τις συμβάσεις δε που αναφέρονταν την αγωγή και που επικαλούνταν η ενάγουσα ότι καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων μετά την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, διότι (α) με τις διατάξεις αυτές απαγορεύεται η μονιμοποίηση των προσλαμβανόμενου προσωπικού και η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, ακόμη και στην περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου, (β) οι συμβάσεις αυτές, ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του νόμου 2190/1994, σε καμία δε περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου ή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευομένου, ακόμη και στην περίπτωση που η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο, ως νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από τον νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ, (γ) οποιαδήποτε προσπάθεια μονιμοποίησης των εργαζομένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ακόμη και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, προσκρούει στη ρητή απαγόρευση τόσο του άρθρου 21 παρ. 2 του νόμου 2190/1994, όσο και στο άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, (δ) δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, ούτε η διάταξη του άρθρου 8 του νόμου 2112/1920, σύμφωνα με τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή μίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς της δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ίδιου νόμου (2112/1920), καθόσον όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από τον νόμο ως ορισμένης διάρκειας, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση με τον νόμο 2190/1994, αυτή δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου 2112/1920. Μετά την άσκηση της από …2022 έφεσης (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2022) από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα που στρεφόταν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου -το οποίο με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του νόμου 4921/2022 μετονομάστηκε σε "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης [Δ.ΥΠ.Α.]"- και κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 10-7-2024, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών [άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 και εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1η-1-2016 ένδικα μέσα, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, πριν δε από την τροποποίηση της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού με το άρθρο 52 του νόμου 5221/2025 (ΦΕΚ Α' 133/28-7-2025)], από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που έλαβε χώρα στις 15-2-2023, δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει η επίδοση της απόφασης. Είναι, συνεπώς, η αίτηση παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 672 ΑΚ και 1 του νόμου 2112/1920 συνάγεται ότι σύμβαση ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία, ρητά ή σιωπηρά, έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της εργασιακής σύμβασης ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου.

Εξάλλου το άρθρο 8 παρ. 1 εδ. β' του νόμου 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού για την υποχρεωτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου εφαρμόζονται και σε περίπτωση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν ο σκοπός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση από την πλευρά του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο νόμος 2112/1920 και αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι της μεταγενέστερης 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 459/2025).

Στην περίπτωση αυτή, ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 459/2025). Η πρόθεση καταστρατήγησης τεκμαίρεται από το γεγονός ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκεια αυτής από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, απαιτείται όμως και η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή η ύπαρξη πρόθεσης καταστρατήγησης από την πλευρά του εργοδότη, έστω και αν αυτή είναι από τη φύση της δυσαπόδεικτη. Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της αποζημίωσης απόλυσης που καταβάλλεται στον μισθωτό, όταν αυτός απασχολείται με σχέση εργασίας αόριστου χρόνου και όχι η μονιμότητα, η οποία δεν προβλέπεται στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου που διέπονται από το σύστημα της αναιτιώδους καταγγελίας της σύμβασης (ΑΠ 459/2025).

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και παρ. 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, ορίζονται τα ακόλουθα: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α' 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7 που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (σημ. : περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής". Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Επομένως, από τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος προκύπτει ότι η δημόσια διοίκηση στελεχώνεται κατά κανόνα από μόνιμους υπαλλήλους, οι οποίοι καταλαμβάνουν με τον διορισμό τους νομοθετημένες οργανικές θέσεις. Ως εξαίρεση στον κανόνα αυτόν, οι συνταγματικές αυτές διατάξεις παρέχουν τη δυνατότητα σύναψης συμβατικών σχέσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου είτε για την προσωρινή κάλυψη κενών οργανικών θέσεων, ακόμη και πέραν των ρητά προβλεπόμενων από το Σύνταγμα περιπτώσεων, είτε για την αντιμετώπιση πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, όταν δεν υφίσταται νομοθετημένη οργανική θέση. Για τη σύναψη πάντως σχέσεων ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα το Σύνταγμα επιβάλλει να καθορίζονται από τον νόμο, κατά τρόπο σαφή, οι όροι αυτών και η διάρκειά τους, ενώ απαγορεύει ρητά τη μονιμοποίηση του προσωπικού που έχει προσληφθεί με τις σχέσεις αυτές ή τη μετατροπή τους σε σχέσεις αόριστου χρόνου (ΑΠ 459/2025, ΣτΕ 911/2020, ΣτΕ 1882/2017), άσχετα αν έχουν συναφθεί νόμιμα ή όχι. Και τούτο ειδικότερα, διότι με την απαγόρευση αυτή, η οποία θεσπίστηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, ο αναθεωρητικός νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει τη συνέχιση μιας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, η οποία συνίστατο στην πρόσληψη στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα προσωπικού με σχέσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη, τύποις, απρόβλεπτων ή επειγουσών ή παροδικών αναγκών και στην εκ των υστέρων διαπίστωση ότι οι ανάγκες αυτές ήταν πάγιες και διαρκείς, με κατάληξη την "τακτοποίηση" του προσληφθέντος προσωπικού είτε με διορισμό σε οργανικές θέσεις τακτικών υπαλλήλων είτε με μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό όλων των πάγιων διατάξεων της εκάστοτε ισχύουσας νομοθεσίας (Πρακτικά Συνεδριάσεων Βουλής ΡΜΔ'/21-3-2001, σελ. 731, 744, 754, 755 και ΡΜΕ'/21-3-2001, σελ. 768, 771, 772, 782) (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 459/2025). Η τακτική της πρόσληψης χωρίς διαγωνισμούς και εχέγγυα αντικειμενικότητας είναι αποδοκιμαστέα και για τον πρόσθετο λόγο ότι ευνοεί την αναξιοκρατία, απολήγοντας σε βάρος άλλων που επιθυμούν να προσληφθούν στον δημόσιο τομέα, οι οποίοι έχουν ενδεχομένως περισσότερα προσόντα και παρά ταύτα στερούνται αυτή τη δυνατότητα, όταν οι ανανεώσεις των συμβάσεων γίνονται παρά τον νόμο, ερήμην του ΑΣΕΠ. Για την αποτροπή δε του φαινομένου στο μέλλον, επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, περιλαμβάνοντας τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (δηλαδή από την 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης με βάση τις πιο πάνω διατάξεις δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός φαινομένου που αποδοκιμάστηκε από τον αναθεωρητικό νομοθέτη (ΟλΑΠ 20/2007, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 459/2025).

Συνεπώς, στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο ή σε φορείς του δημόσιου τομέα που έχουν συναφθεί μετά την 17-4-2001 δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και παρ. 3 του νόμου 2112/1920, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει, κατά τα προαναφερόμενα, ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του νόμου 2112/1920 και 1, 3, 5 του β.δ/τος της 16ης/18ης-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 20/2007, ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 459/2025). Οποιαδήποτε άλλη αντίθετη ερμηνεία, συνιστά contra legem ερμηνεία της ως άνω συνταγματικής διάταξης. Και τούτο, ανεξάρτητα του αν η προαναφερόμενη νομοθετική διάταξη θα μπορούσε να εφαρμοστεί, ακόμη και αν έλειπε η ανωτέρω συνταγματική απαγόρευση, στην περίπτωση του ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού, δηλαδή σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνάπτει το αναιρεσίβλητο με ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς, δεδομένου ότι, όπως αναλυτικά πιο κάτω εκτίθεται, οι συμβάσεις αυτές υπόκεινται σε ειδικούς όρους, ουσιαστικού και διαδικαστικού χαρακτήρα, οι οποίοι θεσπίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της ειδικής εκπαιδευτικής νομοθεσίας για την πρόσληψη από το αναιρεσίβλητο ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού, ώστε να αποκλείεται η καταχρηστική σύναψή τους (πρβλ. ΑΠ 459/2025).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999 (L 175), απέβλεψε (άρθρο 1) με τη θέσπισή της στην υλοποίηση της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία προσαρτάται στην Οδηγία αυτή και είχε συναφθεί στις 18 Μαρτίου 1999 μεταξύ των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE και CEEP). Κατά το άρθρο 2 της Οδηγίας "Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν με την παρούσα Οδηγία το αργότερο στις 10 Ιουλίου 2001 ή διασφαλίζουν, το αργότερο την ημερομηνία αυτή, ότι οι κοινωνικοί εταίροι λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα μέσω συμφωνίας, τα δε κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο που να τους επιτρέπει ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να, διασφαλίζουν τα αποτελέσματα που επιβάλλει η παρούσα Οδηγία. [...]". Από τις ρυθμίσεις της συμφωνίας πλαισίου και ιδίως από τη ρήτρα 5 αυτής ("Μέτρα για την αποφυγή κατάχρησης") προκύπτει ότι επιβλήθηκε στα κράτη μέλη η υποχρέωση, προκειμένου "να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου", να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που απαριθμούνται στην ως άνω ρήτρα, εφόσον η εσωτερική τους νομοθεσία δεν περιλαμβάνει "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" για την πρόληψη των καταχρήσεων. Με την έκφραση "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας πλαισίου καλύπτει κάθε μέτρο του εθνικού δικαίου που αποσκοπεί, όπως και τα μέτρα που απαριθμούνται στην εν λόγω ρήτρα, στην αποτελεσματική πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Τα τρία, εξάλλου, μέτρα που απαριθμούνται στα στοιχεία α' έως γ' του ως άνω σημείου 1 αφορούν την πρόβλεψη από τον εθνικό νομοθέτη (α) αντικειμενικών λόγων, οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ή (β) μέγιστης επιτρεπόμενης διάρκειας των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή (γ) μέγιστου αριθμού επιτρεπόμενων ανανεώσεων. Στο σημείο 2 της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου προβλέπεται ότι "τα κράτη μέλη ... καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιές συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ... β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου". Σύμφωνα με τα ανωτέρω, τα κράτη μέλη μπορούν, κάνοντας χρήση της διακριτικής ευχέρειας που τους παρέχει η ανωτέρω ρήτρα, να θεσπίζουν ένα ή περισσότερα ή και όλα τα μέτρα που απαριθμούνται σ' αυτήν, καθώς και να εφαρμόζουν ήδη ισχύοντα ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα. Όπως εξάλλου έχει παγίως κριθεί, με τις ως άνω ρυθμίσεις της συμφωνίας πλαισίου δεν τίθενται κανόνες άμεσης εφαρμογής και τα κράτη μέλη έχουν ευρεία ευχέρεια επιλογής μεταξύ περισσότερων λύσεων, χωρίς να επιβάλλεται να χαρακτηρίζουν τις επίμαχες συμβάσεις ή σχέσεις ορισμένου χρόνου ως αόριστου χρόνου, διότι αυτό προβλέπεται από τη συμφωνία πλαίσιο μόνο ως δυνητικό ("όταν χρειάζεται") μέτρο (ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 459/2025, απόφαση ΔΕΕ της 23ης-4-2009, στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07). Επισημαίνεται, ότι η στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου ερμηνευτική εκδοχή του ΔΕΕ με την απόφασή του της 11ης Φεβρουαρίου 2021 στην υπόθεση C-760/18, επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ότι "η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας εθνικής ρύθμισης που επιτρέπει τη μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοστούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα", -εκδοχή που σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής μόνο σε όλως οριακές περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη χρήση του όρου "ενδεχομένως" από το ως άνω Δικαστήριο- αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν τα ελληνικά δικαστήρια, υπάρχει εισέτι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920 στους απασχολούμενους στον δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ. και σκέψεις 63, 67 και 70 στην εν λόγω απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920 στους απασχολούμενους στον δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη ισχύος της πιο πάνω συνταγματικής αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαία σε μία contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων. Ο εθνικός νομοθέτης, εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τα κράτη μέλη από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ, θέσπισε το π.δ. 164/2004 (Α' 134), το οποίο εφαρμόζεται στο προσωπικό του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Κινούμενος δε εντός του πλαισίου που παρέχεται από τις ρυθμίσεις της Οδηγίας και της συμφωνίας πλαισίου και λαμβάνοντας υπόψη τη ρητή συνταγματική απαγόρευση της μονιμοποίησης του ως άνω προσωπικού ή της μετατροπής των σχέσεών του σε αόριστου χρόνου, προέβλεψε με τα άρθρα 5 και 6 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος συγκεκριμένα μέτρα αποτροπής των καταχρηστικών διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, τα οποία ανήκουν και στις τρεις κατηγορίες που προβλέπονται στο σημείο 1 στοιχεία α' έως γ' της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου [δηλαδή, αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την κατ' εξαίρεση σύναψη διαδοχικών συμβάσεων (άρθρο 5 παρ. 2), μέγιστη διάρκεια 24 μηνών των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, με την εξαίρεση ειδικών περιπτώσεων που δικαιολογούνται από τη φύση και το είδος της εργασίας (άρθρο 6 παρ. 2) και μέγιστο αριθμό τριών διαδοχικών συμβάσεων (άρθρο 5 παρ. 4)] (ΑΠ 459/2025).

Όπως εξάλλου έχει κριθεί από το ΔΕΕ με την απόφασή του της 23ης-4-2009, στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07 (Αγγελιδάκη κ.λ.π. , σκέψεις 132 και 133), η ρήτρα 8 σημείο 3 της συμφωνίας πλαισίου (κατά την οποία "Η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση επαρκή αιτιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα συμφωνία") μπορεί να αφορά μια εθνική ρύθμιση, όπως το προεδρικό διάταγμα 164/2004, που αποτελεί το δεύτερο μέτρο μεταφοράς που θέσπισε το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για τη μεταφορά της Οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας αυτής στη νομοθεσία του. Η ρύθμιση αυτή πάντως δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετη προς την εν λόγω ρήτρα, αν η υποβάθμιση την οποία συνεπάγεται δεν έχει καμία σχέση με την εφαρμογή της συμφωνίας πλαισίου. Αυτό θα συνέβαινε, αν ο δικαιολογητικός λόγος για την υποβάθμιση αυτή δεν ήταν η ανάγκη θέσης σε εφαρμογή της συμφωνίας πλαισίου, αλλά η ανάγκη προαγωγής ενός άλλου σκοπού και όχι του σκοπού της θέσης σε εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας. Εν όψει των ανωτέρω -και ανεξαρτήτως του ότι, όπως στη συνέχεια εκτίθεται, η μη πρόβλεψη από το π.δ. 164/2004 δυνατότητας χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, όπως προέβλεπε το άρθρο 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920, δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη "υποβάθμιση" υπό την ανωτέρω έννοια και λόγω των αποτρεπτικών μέτρων που λήφθηκαν με το παραπάνω διάταγμα- στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να γίνει λόγος για "υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων" στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προεχόντως για τον λόγο ότι η επιβληθείσα με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος ρητή απαγόρευση μονιμοποίησης προσωπικού ή μετατροπής των σχέσεών του σε αόριστου χρόνου δεν υπήρξε απόρροια της ανάγκης να εφαρμοστεί η συμφωνία πλαίσιο, αλλά, όπως ήδη έχει λεχθεί, της ανάγκης να αντιμετωπιστεί μία μακροχρόνια πολιτική πρακτική, οι απαρχές της οποίας ανάγονται σε χρόνο πολύ προγενέστερο της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της συμφωνίας πλαισίου και η οποία αποδοκιμάστηκε ευθέως από τον αναθεωρητικό του Συντάγματος νομοθέτη, διότι είχε ως συνέπεια την καταστρατήγηση των αρχών της ισότητας, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας στους διορισμούς και τις προσλήψεις προσωπικού του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η αδυναμία εφαρμογής του άρθρου 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920 μετά τη θέσπιση (το έτος 2001) της ανωτέρω ρητής συνταγματικής απαγόρευσης, καθώς και η μη πρόβλεψη ανάλογου μέτρου από το π.δ. 164/2004 (με την επιφύλαξη όσων ειδικώς προβλέφθηκαν στο άρθρο 11 αυτού, οι ρυθμίσεις του οποίου κρίθηκαν ως συνταγματικώς ανεκτές, ως μεταβατικές διατάξεις τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων - ΟλΑΠ 16/2017), δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ανεπίτρεπτη "υποβάθμιση" του επιπέδου προστασίας των εργαζομένων και για τον πρόσθετο λόγο ότι τα μέτρα, τα οποία προβλέφθηκαν από το π.δ. 164/2004 για την αποτροπή των καταχρηστικών διαδοχικών συμβάσεων, ανταποκρίνονται πλήρως στο περιεχόμενο της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου και είναι απολύτως επαρκή και αποτελεσματικά για την αποτροπή των επίμαχων καταχρηστικών πρακτικών, λαμβανομένου υπόψη ότι με το ίδιο διάταγμα (άρθρο 7 παρ. 1-3) προβλέφθηκαν, για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των μέτρων τούτων, συγκεκριμένες κυρώσεις τόσο αστικού, όσο και ποινικού χαρακτήρα για τους παραβάτες (αυτοδίκαιη ακυρότητα των καταχρηστικών διαδοχικών συμβάσεων, διασφάλιση των αξιώσεων των εργαζομένων για παρασχεθείσα εργασία δυνάμει των συμβάσεων αυτών, ποινικές κυρώσεις για τους παραβάτες των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του π.δ/τος 164/2004). Τέλος, η προσθήκη από τον αναθεωρητικό νομοθέτη των διατάξεων των παρ. 7 και 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκόμενου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά για την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων με βάση συγκεκριμένες δεσμευτικές διαδικασίες, αναγόμενες στις ιδιαιτερότητες του δημόσιου τομέα και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη ως άνω φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια, πολλώ δε μάλλον που, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, αφενός μεν, η Οδηγία δεν επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε, οι εφαρμοστικές διατάξεις του π.δ/τος 164/2004 που σε συμφωνία με την συνταγματική απαγόρευση αποκλείουν τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των απασχολουμένων στον δημόσιο τομέα ως έγκυρης ενιαίας σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου, συνιστούν κατά τα προεκτεθέντα το προσήκον αντιστάθμισμα που αποτρέπει την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 459/2025).

Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ν.δ/τος 1221 της 24ης/25ης-8-1972 "Περί ρυθμίσεως της μισθολογικής καταστάσεως του τακτικού, τεχνικού και εκπαιδευτικού προσωπικού του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) και τινών άλλων διατάξεων" (ΦΕΚ Α' 147), με τον τίτλο "Διδασκαλία επί ωριαία αποζημιώσει" ορίστηκε ότι: "1. Προς κάλυψιν των εις εκπαιδευτικόν προσωπικόν αναγκών των Εκπαιδευτικών μονάδων του ΟΑΕΔ επιτρέπεται η επί ωριαία αποζημιώσει ανάθεσις διδασκαλίας και εργαστηριακών ασκήσεων διά συμβάσεως μισθώσεως έργου εις πρόσωπα έχοντα τα ανάλογα προσόντα εις μίαν των ακολούθων περιπτώσεων ήτοι οσάκις: α) αι ώραι διδασκαλίας και εργαστηριακών ασκήσεων δεν δικαιολογούν τον διορισμόν μονίμου εκπαιδευτικού προσωπικού, β) αι κατά το πρόγραμμα ώραι διδασκαλίας δεν δύνανται να καλυφθούν υπό του τακτικού εκπαιδευτικού προσωπικού του Οργανισμού, γ) αι ανάγκαι εις ώρας διδασκαλίας και εργαστηριακών ασκήσεων δεν είναι σταθεραί, λόγω της κυμαινομένης χρονικής διαρκείας ή της περιοδικότητος των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, δ) αι ανάγκαι εκτελέσεως των εκπαιδευτικών προγραμμάτων επιβάλλουν την χρησιμοποίησιν προσώπων εχόντων ειδικάς γνώσεις και εμπειρίαν. 2. Εις τας εν παρ. 1 περιπτώσεις η ανάθεσις ενεργείται δι' αποφάσεως του Διοικητού του Οργανισμού μετά γνώμην της εν άρθρω 1 Επιτροπής Αξιοποιήσεως Εργατικού Δυναμικού του Β.Δ. 803/1970 "περί των παρά τω ΟΑΕΔ Επιτροπών". 3. Η ωριαία αποζημίωσις των κατά την παρ. 1 χρησιμοποιουμένων προσώπων ορίζεται δι' αποφάσεως του Διοικητού του Οργανισμού και εντός των διά αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθοριζομένων κατά περίπτωσιν ορίων, εκδιδομένης μετά γνώμην του παρά τω Ανωτάτω Συμβουλίω Εργασίας αρμοδίου Τμήματος Αμοιβής και Όρων Εργασίας". Επίσης, με το άρθρο 3 παρ. 2 του νόμου 2336/1995 "Ρύθμιση θεμάτων εποπτευόμενων οργανισμών του Υπουργείου Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 189/12-9-1995), όπως αρχικά ίσχυε, ορίστηκε ότι: "Η περίπτωση της παραγράφου 2γ του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α) ισχύει από της δημοσιεύσεως του προηγούμενου νόμου και για το εκπαιδευτικό προσωπικό του Ο.Α.Ε.Δ. Από το σχολικό έτος 1995-1996 και εφεξής το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 του ν.δ/τος 1221/1972 (ΦΕΚ 147 Α) εκπαιδευτικό προσωπικό του Ο.Α.Ε.Δ., προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και αμείβεται με ωριαία αντιμισθία, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. Για την πρόσληψη του προσωπικού αυτού, καθώς και την επιλογή των εκπαιδευομένων των Σχολών Μαθητείας, Ι.Ε.Κ. και Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης του Ο.Α.Ε.Δ., είναι δυνατόν να καθοριστούν κριτήρια επιλογής με υπουργική απόφαση που εκδίδεται άπαξ, ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ.". Ακολούθως, με το άρθρο 16 του νόμου 2643/1998 "Μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 220/28-9-1998) ορίστηκε ότι: "Η παράγραφος 2 του άρθρου 3 του ν. 2336/1995 (ΦΕΚ 189 Α') αντικαθίσταται ως εξής : 2. Η περίπτωση της παραγράφου 2γ του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α') ισχύει από της δημοσιεύσεως του προηγούμενου νόμου και για το εκπαιδευτικό προσωπικό του Ο.Α.Ε.Δ. Από το σχολικό έτος 1998-1999 και εφεξής το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 του ν.δ/τος 1221/1972 (ΦΕΚ 147 Α') εκπαιδευτικό προσωπικό του Ο.Α.Ε.Δ. προσλαμβάνεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και αμείβεται με ωριαία αντιμισθία, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύστερα από πρόταση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. Για την πρόσληψη του προσωπικού αυτού, καθώς και για την επιλογή των εκπαιδευομένων των Σχολών Μαθητείας, Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης και Ι.Ε.Κ. του Ο.Α.Ε.Δ. καθορίζονται αντίστοιχα τα εξής κριτήρια : 1) Για το εκπαιδευτικό προσωπικό : α. Διδακτική εμπειρία στην αντίστοιχη ειδικότητα. β. Επαγγελματική εμπειρία στην αντίστοιχη ειδικότητα. γ. Παιδαγωγικός τίτλος. δ. Μεταπτυχιακός τίτλος. ε. Κοινωνικά κριτήρια. Ειδικά προσόντα και τυχόν εκθέσεις αξιολόγησης από συναφή προϋπηρεσία των υποψηφίων στον Ο.Α.Ε.Δ. συνεκτιμώνται [όπως η περ. 1 για τα κριτήρια κριτηρίων πρόσληψης των εκπαιδευτικών του ΟΑΕΔ ίσχυε πριν από την κατάργησή της με το άρθρο 185 παρ. 1 περ. β' του νόμου 5078/2023 (ΦΕΚ Α' 211/20-12-2023)]. 2) Για τους εκπαιδευομένους : Α. Στις Σχολές Μαθητείας : α. βαθμός τίτλου σπουδών, β. κοινωνικά κριτήρια. Β. Στις Σχολές Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης : α. διάρκεια ανεργίας από την ημερομηνία εγγραφής του ανέργου στα μητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., β. βαθμός τίτλου σπουδών που απαιτείται για την ειδικότητα, γ. κοινωνικά κριτήρια. Γ. Στα Ι.Ε.Κ. : α. βαθμός απολυτηρίου, β. ηλικία, γ. εργασιακή εμπειρία στην ειδικότητα, δ. κοινωνικά κριτήρια. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εξειδικεύονται και συμπληρώνονται τα παραπάνω κριτήρια. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται τα στοιχεία και τα δικαιολογητικά τα οποία πρέπει να προσκομίζουν οι ενδιαφερόμενοι για την πιστοποίηση των κριτηρίων αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής" (πρβλ. ΑΠ 6/2026). Με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας με τον αριθμό …1996 (ΦΕΚ …/1996), η οποία εκδόθηκε μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του νόμου 2336/1995, καθορίστηκε η διαδικασία προκήρυξης ειδικοτήτων, αξιολόγησης και επιλογής ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού για την κάλυψη αναγκών των Κέντρων Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης και των Σχολών Μαθητείας του Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), όπως επίσης και τα κριτήρια επιλογής του ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού του Οργανισμού, με κάθε δυνατή λεπτομέρεια και εξαντλητικά, ειδικότερα δε, (α) η διαδικασία προκήρυξης ειδικοτήτων εκπαιδευτικού προσωπικού (προσδιορισμός αναγκών με βάση τα ήδη λειτουργούντα τμήματα εκπαίδευσης, τα προγραμματιζόμενα να λειτουργήσουν κατά την επόμενη σχολική χρονιά νέα τμήματα εκπαίδευσης και το διαθέσιμο στο Κέντρο ή τη Σχολή μόνιμο ή με σχέση εργασίας αόριστου χρόνου εκπαιδευτικό προσωπικό κατά ειδικότητα και κλάδο, προκήρυξη ειδικοτήτων και κλάδων, με κατάρτιση πινάκων κατά κλάδο ή ειδικότητα κ.λ.π.), (β) τα σχετικά ζητήματα με τη συμμετοχή και τον αποκλεισμό από τη διαδικασία επιλογής (δικαιολογητικά συμμετοχής, υποβολή, παραλαβή και έλεγχος δικαιολογητικών, πληρότητα δικαιολογητικών, αποκλεισμός από τη διαδικασία επιλογής), (γ) τα κριτήρια επιλογής -διδακτική εμπειρία, επαγγελματική εμπειρία, παιδαγωγικοί τίτλοι, μεταπτυχιακοί τίτλοι, βαθμός πτυχίου, οικογενειακή κατάσταση- και η αξιολόγηση, (δ) η δημιουργία πινάκων αξιολόγησης (για τους κλάδους ΠΕ2, ΠΕ3, ΠΕ4, ΠΕ5, ΠΕ6, ΠΕ11, ΠΕ16, για τους κλάδους ΠΕ9, ΠΕ12, ΠΕ13, ΠΕ14, ΠΕ17, ΠΕ18, ΠΕ19, ΠΕ20 και ΤΕ και για τους κλάδους ΔΕ) και, τέλος, (ε) τα όργανα και η διαδικασία αξιολόγησης και επιλογής και οι ενστάσεις κατά των συντασσόμενων πινάκων αξιολόγησης ωρομίσθιων εκπαιδευτικών και των πινάκων αποκλειόμενων από τη διαδικασία επιλογής υποψηφίων. Από τα προαναφερόμενα, συνάγεται ότι, όπως η ελληνική εκπαιδευτική νομοθεσία για τη δημόσια πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ιδίως τα άρθρα 17 παρ. 1 του νόμου 1566/1985 και 5 παρ. 1 του νόμου 3848/2010, αλλά και οι νεότερες διατάξεις του νόμου 4589/2019, με το άρθρο 67 περ. γ' του οποίου καταργήθηκε μεταξύ άλλων και το άρθρο 5 του νόμου 3848/2010) που αφορά την πρόσληψη από το Δημόσιο αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών (για το ζήτημα αυτό, βλ. ΑΠ 459/2025), κατά τον αυτό λόγο και το πλέγμα των διατάξεων που μνημονεύονται ειδικότερα προηγουμένως στο σκεπτικό της απόφασης αυτής και αφορούν την πρόσληψη από το αναιρεσίβλητο ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού, εξαρτά παγίως τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου με ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς από την ύπαρξη προσωρινών ή έκτακτων αναγκών λειτουργίας των εκπαιδευτικών μονάδων του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες ανακύπτουν και δεν μπορούν να καλυφθούν από το υφιστάμενο τακτικό εκπαιδευτικό προσωπικό του. Η κάλυψη των αναγκών αυτών, υπό τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που παγίως θεσπίζονται από την ειδική νομοθεσία αυτή (για την πρόσληψη από το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού), συνιστά λόγο δημόσιου συμφέροντος, ο οποίος δικαιολογεί τη σύναψη των οικείων συμβάσεων ορισμένου χρόνου τόσο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος, όσο και με βάση τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και της συμφωνίας πλαισίου, οι δε σχετικές διατάξεις της ειδικής αυτής νομοθεσίας επιβάλλεται ασφαλώς να θεωρηθούν και ως "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα", κατά την έννοια της ως άνω συμφωνίας πλαισίου, με τα οποία προβλέπονται ειδικότεροι "αντικειμενικοί λόγοι", οι οποίοι συνδέονται με τον εξ ορισμού πρόσκαιρο και έκτακτο χαρακτήρα των σχετικών εκπαιδευτικών αναγκών του αναιρεσιβλήτου, η αντιμετώπιση των οποίων καθιστά αναγκαία την προσφυγή στις εν λόγω συμβάσεις ορισμένου χρόνου.

Η σύναψη, περαιτέρω, των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από το αναιρεσίβλητο με ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς δεν συνιστά μηχανική και εκ προοιμίου προβλέψιμη ανανέωση της ίδιας αρχικής σύμβασης, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων μεταξύ του ίδιου εκπαιδευτικού και του αναιρεσιβλήτου, αφενός μεν, διότι οι αντικειμενικοί λόγοι που, κατά τις κείμενες διατάξεις, δικαιολογούν τη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων, διαπιστώνονται μετά από ειδική διοικητική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας προσδιορίζονται κατ' έτος από τις αρμόδιες υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου οι υφιστάμενες κενές θέσεις και οι σχετικές λειτουργικές εκπαιδευτικές ανάγκες, αφετέρου δε, διότι η πρόσληψη των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών διενεργείται κατ' έτος με ειδική, επίσης, λεπτομερώς καθοριζόμενη διοικητική διαδικασία, κατόπιν κατάταξης των υποψηφίων σε πίνακες αξιολόγησης που συντάσσονται με αντικειμενικά κριτήρια και με βάση τις αντίστοιχες δηλώσεις προτίμησης των υποψηφίων, ώστε να μη μπορεί να προβλεφθεί ότι, κατ' ανάγκη και σε κάθε περίπτωση, μετά την αρχική σύμβαση θα επακολουθήσει άνευ ετέρου άλλη και μάλιστα υπό τους αυτούς ή παρεμφερείς, έστω, όρους με την προηγούμενη, από πλευράς χρονικής διάρκειας, τόπου και περιεχομένου παροχής των υπηρεσιών διδασκαλίας, εκπαιδευτικής μονάδας κ.λ.π. (πρβλ. για τους αναπληρωτές και ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ΑΠ 459/2025, ΣτΕ 911/2020). Ας σημειωθεί, τέλος, ότι το ΔΕΕ με την απόφασή του της 21ης Νοεμβρίου 2018 στην υπόθεση C-245/17 (Pedro Viejobueno Ibanez, Emilia de la Vara Gonzalez κατά Consejeria de Educacion de Castilla-La Mancha) αποφάνθηκε ότι η ρήτρα 4, σημείο 1, της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και περιλαμβάνεται στο παράρτημα της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία που επιτρέπει σε εργοδότη να θέσει τέλος, κατά την ημερομηνία κατά την οποία λήγει το διδακτικό έτος, τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου των εκπαιδευτικών που διορίζονται για ένα σχολικό έτος ως αναπληρωτές δημόσιοι υπάλληλοι, με το αιτιολογικό ότι κατά την ημερομηνία αυτή έχουν παύσει να συντρέχουν οι λόγοι επιτακτικών και επειγουσών αναγκών που αποτελούσαν προϋπόθεση για τον διορισμό τους, ενώ η σχέση εργασίας αορίστου χρόνου των εκπαιδευτικών που είναι τακτικοί υπάλληλοι διατηρείται (ΑΠ 459/2025).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 321/2024). Ελέγχεται, δηλαδή, μεταξύ άλλων και αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. , ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 550/2024, ΑΠ 738/2023).

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν εμφιλοχωρήσει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, αλλά απορρίπτει την αγωγή, ένσταση, αντένσταση κ.λ.π. , ως απαράδεκτη ή νομικά αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1016/2025, ΑΠ 861/2025, ΑΠ 236/2025, ΑΠ 1701/2024).

Περαιτέρω, στην ανωτέρω έννοια των αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις των ελληνικών ή αλλοδαπών δικαστηρίων, καθώς και οι γνωμοδοτήσεις επί νομικών ζητημάτων, τις οποίες επικαλούνται οι διάδικοι για την ερμηνεία διάταξης νόμου ή τη λύση που έδωσαν επί νομικού ζητήματος σε άλλη νομική υπόθεση και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται επί μη λήψης υπόψη τέτοιου εγγράφου (ΑΠ 660/2025, ΑΠ 878/2023, ΑΠ 1551/2022).

5. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο:

"[...] ΙΙ. Με την από …2018 αγωγή, η ενάγουσα ιστορούσε ότι προσελήφθη για πρώτη φορά από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ο.Α.Ε.Δ." -το οποίο μετονομάστηκε στο εφεσίβλητο- στις 5.10.1998 προκειμένου να του παρέχει τις υπηρεσίες της ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός σε διάφορες εκπαιδευτικές μονάδες (ΕΠΑΣ) του εναγόμενου, με διαδοχικά ανανεούμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που αναφέρονται στην αγωγή, καλύπτοντας στην πραγματικότητα πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εκπαιδευτικών μονάδων του εναγόμενου. Ότι παρείχε τις ως άνω υπηρεσίες της μέχρι τις 22.6.2018, οπότε και απολύθηκε από το εναγόμενο. Ζήτησε, λοιπόν: α) να αναγνωρισθεί ότι από τις 5.10.1998 και μετά συνδέεται με το εναγόμενο με μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί ότι η ανωτέρω απόλυσή της είναι άκυρη και ότι το εναγόμενο έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της στην ίδια θέση εργασίας που είχε μέχρι την απόλυσή της, καταβάλλοντας σε αυτή τις νόμιμες αποδοχές, επ' απειλή εναντίον του εναγόμενου χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη αποδοχής των ως άνω υπηρεσιών της, δ) διαφορετικά, εφόσον ήθελε κριθεί ότι δεν είναι άκυρη η απόλυσή της, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτή ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 15.481,67 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 22.6.2018 διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή. Κατά της παραπάνω αποφάσεως παραπονείται με την ένδικη έφεσή της η εκκαλούσα-ενάγουσα για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ως άνω αγωγή. [...].

IV. Στην προκειμένη περίπτωση, με το ανωτέρω (υπό στοιχ. II) περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή κρίνεται μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική της βάση, για τους ακόλουθους λόγους: Ως προς τις συμβάσεις εργασίας που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων πριν από την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος ήτοι μέχρι τις 6.4.2001, διότι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρείχε τις υπηρεσίες της από …1998 έως …1999 ως εκπαιδευτικός του κλάδου ΔΕ και ειδικότητας χειρίστρια Η/Υ, από …1999 έως …2000 με την ειδικότητα ΔΕ01 γραφίστας με χειρισμό Η/Υ και από …2000 έως …2001 ως ωρομίσθια του κλάδου ΔΕ και ειδικότητας κοπτικής-ραπτικής με χειρισμό Η/Υ ήτοι με διαφορετικές ειδικότητες του κλάδου ΔΕ, στοιχείο που δεν μπορεί να κατατείνει στην κρίση ότι μπορεί οι ανωτέρω συμβάσεις να υποκρύπτουν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Ως προς τις συμβάσεις εργασίας που επικαλείται η ενάγουσα μετά την έναρξη ισχύος των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος ήτοι μετά τις 6.4.2001, διότι αυτές δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό αυτών, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Επιπλέον, οι ένδικες συμβάσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ/τος 164/2004 και συνεπώς δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ούτε κατ' εφαρμογή αυτού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. [...]". Ακολούθως, το Εφετείο, αφού δίκασε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική της βάση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση αυτή.

6. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αφενός μεν, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ (άρθρου 141 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ήδη δε, άρθρου 157 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης), της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, του π.δ/τος 164/2004, των άρθρων 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920, 288 ΑΚ, των οποίων δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, αφετέρου δε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, επίσης ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2, παρ. 3, παρ. 7 και παρ. 8 του Συντάγματος, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία, ούτε όμως να αρκεστεί και σε λιγότερα, από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους και, επομένως, δεν τις παραβίασε ευθέως, τις μεν πρώτες, με τη μη εφαρμογή τους, τις δε δεύτερες, με την εφαρμογή τους, αντίστοιχα. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία, αφενός μεν, μεταξύ των περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο ότι προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής και τα οποία (i) δεν αρκούν για την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις (των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, του π.δ/τος 164/2004, των άρθρων 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920, 288 ΑΚ) και περαιτέρω για την πλήρωση του πραγματικού αυτών, αφετέρου δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την απόρριψη των λόγων της έφεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα παραπονούνταν για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμης, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική της βάση, της ένδικης αγωγής της κατά του αναιρεσιβλήτου, (ii) αρκούν όμως τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά για την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις (του άρθρου 103 παρ. 2, παρ. 3, παρ. 7 και παρ. 8 του Συντάγματος) και περαιτέρω για την πλήρωση του πραγματικού αυτών, αφετέρου δε, του ίδιου αυτού συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού. Τούτο δε, διότι με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά και σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, εφόσον οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα συμβάσεις εργασίας καταρτίστηκαν με το αναιρεσίβλητο μετά την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου, σύμφωνα με τις ορθές νομικές σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης και ενόψει του υφιστάμενου νομικού πλαισίου για την απασχόληση, από το τελευταίο, ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού, δεν είχε τη νομική δυνατότητα να καταρτίσει με την αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ούτε καταλειπόταν πεδίο εκτίμησης από το δικαστήριο για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των ένδικων συμβάσεων ορισμένου χρόνου ως μιας ενιαίας σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου, ακόμη και στην περίπτωση που θα ήταν δυνατό να εκτιμηθεί ότι η αναιρεσείουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς εκπαιδευτικές ανάγκες του αναιρεσιβλήτου. Ούτε, επίσης, παραβίασε το Εφετείο τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες, αφενός μεν, δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε, τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, στον οποίο απασχολούνται (πρβλ. ΑΠ 459/2025).

Περαιτέρω, πάντοτε με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, σε ό,τι αφορά, ειδικότερα, τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα συμβάσεις εργασίας που καταρτίστηκαν με το αναιρεσίβλητο πριν από την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, οι συμβάσεις αυτές αφορούσαν την απασχόληση της αναιρεσείουσας από το αναιρεσίβλητο, ως ωρομίσθιας εκπαιδευτικού, με διαφορετικές κάθε φορά ειδικότητες του κλάδου ΔΕ, το στοιχείο δε αυτό αναιρεί τη δυνατότητα συναγωγής αξιολογικού πορίσματος ότι οι συμβάσεις αυτές είναι δυνατό να υποκρύπτουν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, ενόψει άλλωστε και του ότι οι ένδικες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που κατάρτισε η αναιρεσείουσα με το αναιρεσίβλητο, ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός, υπόκεινται σε ειδικούς όρους ουσιαστικού και διαδικαστικού χαρακτήρα, όπως ειδικότερα εκτίθεται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, οι οποίοι θεσπίζονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις της ειδικής νομοθεσίας για την πρόσληψη από το αναιρεσίβλητο ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού και για τον λόγο αυτό αποκλείεται η καταχρηστική κατάρτιση των συμβάσεων αυτών. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, πιο συγκεκριμένα δε, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τους οποίους η τελευταία παραπονούνταν για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμης, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά την επικουρική της βάση, της ένδικης αγωγής της κατά του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, του π.δ/τος 164/2004, των άρθρων 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920, 288 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, όπως επίσης και τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2, παρ. 3, παρ. 7 και παρ. 8 του Συντάγματος, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

7. Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Πιο συγκεκριμένα, ότι το Εφετείο, (α) σε ό,τι μεν αφορά τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του (i) αντίγραφα των συμβάσεων εργασίας της αναιρεσείουσας με το αναιρεσίβλητο, με τις αντίστοιχες υπηρεσιακές βεβαιώσεις, (ii) αναλυτική κατάσταση ενσήμων, (iii) λοιπά έγγραφα που αποδεικνύουν τα τυπικά προσόντα της αναιρεσείουσας (πτυχία, δίπλωμα επαγγελματικής κατάρτισης κ.λπ.), (iv) έγγραφα που αποδεικνύουν τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου σε διδάσκον εκπαιδευτικό προσωπικό, (v) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε κατά την αποδεικτική διαδικασία, η οποία διεξήχθη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, (vi) λογαριασμό ασφαλισμένου του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, (vii) μεταγενέστερο λογαριασμό ασφάλισης στον e-ΕΦΚΑ και (viii) έγγραφο, από το οποίο προέκυπτε η διάρθρωση των σχολών του αναιρεσιβλήτου ανά την ελληνική επικράτεια και οι ειδικότητες των καθηγητών ανά σχολή, τα οποία -αποδεικτικά μέσα- η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, (β) σε ό,τι δε αφορά τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με τους αριθμούς 18/2006 και 7/2011, τις οποίες η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και με τις οποίες κρίθηκε το ζήτημα της μετατροπής των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αόριστου χρόνου, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας υπό την προϋπόθεση της κάλυψης πάγιων και διαρκών αναγκών, ενώ παράλληλα έγινε δεκτό ότι από την απαγόρευση "μετατροπής" των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστου χρόνου δεν συνάγεται και απαγόρευση για την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης, καθώς τούτο δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής της έννομης σχέσης. Οι λόγοι αυτοί παρίστανται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, προϋπόθεση για τη θεμελίωσή τους αποτελεί η έρευνα της υπόθεσης κατ' ουσίαν, περίπτωση που δεν συντρέχει όμως στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και στην εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με την εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας των διαλαμβανόμενων στην αγωγή πραγματικών ισχυρισμών και συναφών αιτημάτων, αλλά, όπως έχει ήδη προηγουμένως αναφερθεί, έκρινε αποκλειστικά και μόνο σχετικά με τη νόμιμη ή μη άσκηση της αγωγής, με βάση τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, την οποία -αγωγή- έκρινε μη νόμιμη, κατά την κύρια και την επικουρική της βάση και ακολούθως απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε αποφανθεί ομοίως, χωρίς το Εφετείο να προβεί σε κατ' ουσίαν έρευνα των πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με την ένδικη υπόθεση.

Περαιτέρω, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος και για τον πρόσθετο ακόμη λόγο ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ως αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, δεν νοούνται οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, τις οποίες η αναιρεσείουσα επικαλείται για την ερμηνεία διατάξεων νόμου, όπως επίσης και για τη λύση που έδωσαν σε νομικό ζήτημα σε άλλη νομική υπόθεση, ακόμη και αν εκτιμηθεί ότι το νομικό εκείνο ζήτημα παρίσταται παρεμφερές με το ερευνώμενο στην κρινόμενη υπόθεση.

8. Μετά τα προαναφερόμενα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Δεν ορίζεται, ωστόσο, η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο που παρέχει υπηρεσίες σ' αυτό ως πληρεξούσιος δικηγόρος, σύμφωνα με το με αριθμό …2025 επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Δανιά και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 1726/2025, ΑΠ 702/2025, ΑΠ 307/2025, ΑΠ 863/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …2024 αίτηση της Α. Μ. για την αναίρεση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με τον αριθμό 838/2023.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαϊου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή