ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 795/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 795/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 795/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 795 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 795/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Νικολούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Π., κατοίκου ... , 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι δύο πρώτοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Νικολέττα Τσαγκαράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από …2015 αγωγή Ακύρωσης Διαιτητικής απόφασης και β) της από …2015 αγωγή Αναγνώρισης Ανυπαρξίας Διαιτητικής Απόφασης της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκαν στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η απόφαση 3269/2017 του ίδιου Δικαστηρίου. Επί της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1679/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 2496/2020 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από …2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2496/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της υπόθεσης. Η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία 'ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ', μέλος της κοινοπραξίας με την επωνυμία '…' , με τις από …2015 δυο αγωγές της που άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών εξέθετε ότι η ανωτέρω κοινοπραξία , κοινός εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο πρώτος εναγόμενος ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Π., με αναπληρωτή τον Α. Μ., ανέλαβε κατόπιν δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού , που προκήρυξε η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και διενεργήθηκε κατά τις διατάξεις του ν. 3669/2008 την εκτέλεση του έργου Περιφερειακή Οδός Κατερίνης. Ότι η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας εξέδωσε στις …2014 εις διαταγήν της κοινοπραξίας δυο επιταγές τις οποίες παρέλαβε ο πρώτος εναγόμενος ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Π. , βάσει του άρθρου 39 του ν. 3669/2008 και εν συνεχεία με μόνη την υπογραφή του τις μεταβίβασε με ατελή οπισθογράφηση στην δευτέρα εναγόμενη ήδη δευτέρα αναιρεσίβλητη, [της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος], ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία '…', [έτερο μέλος της κοινοπραξίας], και ακολούθως με μόνη την υπογραφή του τις μεταβίβασε με νέα οπισθογράφηση στον εαυτό του, και μετέπειτα τις εμφάνισε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, η οποία τις απέστειλε δια του γραφείου συμψηφισμού στην πληρώτρια Τράπεζα της Ελλάδας, η οποία αρνήθηκε την πληρωμή αυτών. Επίσης εξέθετε ότι μεταξύ του πρώτου εναγόμενου ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, υπό την ιδιότητα του κοινού εκπροσώπου της ανωτέρω κοινοπραξίας και της Τράπεζας της Ελλάδος καταρτίσθηκε στις …2014 διαιτητική συμφωνία, προκειμένου ο διορισθείς διαιτητής να αποφανθεί περί του αν η Τράπεζα της Ελλάδας υπέχει ή όχι υποχρέωση εξόφλησης των επιδίκων επιταγών ως και των τυχόν μεταγενεστέρως εκδοθησόμενων σε διαταγή της κοινοπραξίας στον κοινό εκπρόσωπο αυτής. Ότι στη διαιτητική δίκη ,όπου παρενέβη υπέρ της Τράπεζας αυτή [ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα], εξεδόθη η με αριθμό 20/2014 διαιτητική απόφαση, της οποίας την ακύρωση και την αναγνώριση της ανυπαρξίας αιτήθηκε με τις προαναφερόμενες αγωγές, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και επ' αυτών εκδόθηκε η με αριθμό 3269/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία τις απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας. Κατά της ως άνω απόφασης η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από …2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1679/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία αναίρεσε στο σύνολο της την προαναφερθείσα Εφετειακή απόφαση. Ακολούθως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2496/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές, απορρίπτοντας την μεν περί ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της, την δε περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας αυτής ως ουσία αβάσιμη.

2. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 14/2015, Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 532/2020, ΑΠ 846/2019, ΑΠ 503/2018).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 893 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται από τη στιγμή που θα υπογραφεί, σύμφωνα με το άρθρο 892 ΚΠολΔ. Ο διαιτητής ή, αν είναι περισσότεροι οι διαιτητές, ο επιδιαιτητής ή με εντολή του ένας από τους διαιτητές, είναι υποχρεωμένος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά από τη συμφωνία διαιτησίας, να καταθέσει το πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου της περιφέρειας στην οποία εκδόθηκε και να παραδώσει αντίγραφο της σ’ αυτούς που συνομολόγησαν τη συμφωνία διαιτησίας.

Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 897 ΚΠολΔ η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει μόνο με δικαστική απόφαση και για τους σ' αυτό περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους, κατά δε το άρθρο 899 § 2α ΚΠολΔ η αγωγή για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 897 αρ. 1 έως 7 και ασκείται σε προθεσμία τριών μηνών από την κοινοποίησή της, διαφορετικά είναι απαράδεκτη. Εάν επομένως η αγωγή ακύρωσης, η οποία έχει χαρακτήρα διαπλαστικής αγωγής και το δι αυτής αγόμενο προς κρίση δικαίωμα προς ακύρωση συνιστά επίσης διαπλαστικό δικαίωμα (ΑΠ 1743/2000), δεν ασκηθεί εντός της τασσόμενης από το νόμο τρίμηνης προθεσμίας, απορρίπτεται ως κατ’ ουσίαν απαράδεκτη , διότι η ως άνω προθεσμία είναι όχι μόνο αποκλειστική αλλά και αποσβεστική και, όπως συνάγεται από τα άρθρα 219, 280 και 261 του ΑΚ, αφενός λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και αφετέρου διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 1312/2022, ΑΠ 2111/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 143 ΚΠολΔ, ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ιδίου Κώδικα είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Ενώ η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται με την υπογραφή της από τον ή τους διαιτητές, η διαιτητική διαδικασία περατώνεται έως την παράδοση αντιγράφου της διαιτητικής απόφασης στους συνομολογήσαντες τη διαιτησία μετά την κατάθεση του πρωτοτύπου της στη γραμματεία του οικείου δικαστηρίου. Ο κατά τη διαιτητική δίκη πληρεξούσιος δικηγόρος καθενός από τα μέρη, εφόσον διορίσθηκε νομίμως, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος αυτού σε όλη τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας και, επομένως, κατ' ανάλογη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 143 και 96 του ΚΠολΔ, μπορεί να γίνει σ' αυτόν η επίδοση της διαιτητικής απόφασης. Στην έννοια της επίδοσης της διαιτητικής απόφασης στον, κατά τη διαιτητική δίκη, πληρεξούσιο των συνομολογησάντων τη διαιτησία περιλαμβάνεται και η παράδοση αυτής που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 893 παρ. 2 ΚΠολΔ. Η παράδοση αυτή έχει την έννοια της κοινοποίησης του άρθρου 899 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, που αποτελεί το εναρκτήριο γεγονός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριών μηνών για την άσκηση αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, δεδομένου ότι στη διάταξη αυτή δεν προβλέπεται (χωρίς και να αποκλείεται) επίδοση της απόφασης κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ, όπως τούτο συμβαίνει σε άλλες περιπτώσεις, ιδίως για την άσκηση ενδίκων μέσων (άρθρο 503, 518, 545, 564 ΚΠολΔ).

Συνεπώς με την παράδοση αντιγράφου της διαιτητικής απόφασης στον κατά τη διαιτητική δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο διαδίκου αρχίζει η ως άνω τρίμηνη προθεσμία για την έγερση της προς ακύρωση της διαιτητικής απόφασης αγωγής του διαδίκου αυτού (ΑΠ 5/2000, ΑΠ 1009/1988).

Περαιτέρω οι μεν λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης που προβλέπονται στο άρθρο 897 παρ 1 ΚΠολΔ, ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι’ αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην περίπτωση της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου που ορίζει το άρθρο 899 § 2α ΚΠολΔ η ανωτέρω πλημμέλεια ως αναφερόμενη σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο , ελέγχεται με τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 414/2025, ΑΠ 1061/2020].

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, που συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 899 παρ 2α ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η ανωτέρω φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου.

Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην παρά το νόμο [άρθρο 899 παρ 2 ΚΠολΔ] κήρυξη ως απαράδεκτης της αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 899 παρ. 2 του ΚΠολΔ απαιτείται όπως η επίδοση της διαιτητικής απόφασης κατά τα άρθρα 122 επ. του ΚΠολΔ γίνει με δικαστικό επιμελητή, πλέον του ότι η ανωτέρω προθεσμία αφορά τους συμφωνήσαντες τη διαιτησία και όχι την ιδία που ήταν παρεμβαίνουσα στη διαιτητική δίκη. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε: α) το Διαιτητικό Δικαστήριο εξουσιοδότησε τη γραμματέα, να καταθέσει το πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να εγχειρίσει -παραδώσει αντίγραφά της στα διάδικα μέρη β) δυνάμει της εξουσιοδότησης αυτής (ενσωματωμένη στο κείμενο της διαιτητικής απόφασης) η άνω γραμματέας του Διαιτητικού Δικαστηρίου κατέθεσε στις 5.9.2014 το πρωτότυπο της απόφασης στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ακολούθως παρέδωσε αυτήν με την κοινοποίηση μέσω τηλεομοιότυπου , την ίδια ημέρα, στις 5.9.2014 και στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Πέτρο Αναστασόπουλο , ο οποίος υπό την ιδιότητά του αυτή είχε διοριστεί ως πληρεξούσιος και αντίκλητος της, για να την εκπροσωπήσει στην άνω διαιτητική δίκη και πράγματι την εκπροσώπησε. Με βάση τα ανωτέρω το Εφετείο έκρινε ότι η κοινοποίηση της διαιτητικής απόφασης στις 5.9.2014 ήταν νομότυπη κατ' άρθρα 893 παρ 2, 899 παρ 2 και 143 ΚΠολΔ και ακολούθως δέχθηκε ότι η αγωγή ακύρωσης ήταν απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα , εφόσον από την επομένη της επίδοσης της διαιτητικής απόφασης [6.9.2014] και έως την άσκηση της αγωγής ακύρωσης αυτής στις 4.3.2015 παρήλθε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 899 παρ 2 ΚΠολΔ προθεσμία για την άσκηση αυτής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς και σύμφωνα με το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή ακύρωσης της με αριθμό 20/2014 απόφασης του διαιτητικού δικαστηρίου, η κοινοποίηση της οποίας ήταν νομότυπη , σύμφωνα και με την ανωτέρω νομική σκέψη, εφόσον δεν απαιτείται επίδοση αυτής κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ, αλλά αρκούσε η παράδοση αντιγράφου της , στον κατά τη διαιτητική δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας ήδη αναιρεσείουσας , ως προς την οποία ως έχουσα την ιδιότητα της παρεμβαίνουσας στη διαιτητική δίκη υπέρ της συνομολογήσασας τη συμφωνία της διαιτησίας Τράπεζα της Ελλάδας, έχει ομοίως εφαρμογή η παρ 2 του άρθρου 899 ΚΠολΔ , εφόσον και αυτή έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της εν λόγω αγωγής ακύρωσης [ΑΠ 1679/2018]. Μετά ταύτα ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος είναι αβάσιμος.

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 901 παρ. 1 στοιχ. α ΚΠολΔ, μπορεί να επιδιωχθεί, με αγωγή ή ένσταση, η αναγνώριση της ανυπαρξίας διαιτητικής απόφασης μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: α) αν δεν συνομολογήθηκε συμφωνία διαιτησίας, β) αν η απόφαση εκδόθηκε επάνω σε αντικείμενο που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία, ως τέτοιου νοούμενου κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 867 ΚΠολΔ και εκείνου που αφορά σε διαφορά ιδιωτικού δικαίου το αντικείμενο της οποίας εκείνοι που συνομολογούν δεν έχουν την εξουσία να το διαθέτουν ελεύθερα γ) αν η απόφαση εκδόθηκε σε διαιτητική δίκη που έγινε κατά ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου (ΑΠ 1281/2019, ΑΠ 354/2018, ΑΠ 272/2016).

Περαιτέρω, οι ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η ανυπαρξία των διαιτητικών αποφάσεων, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η δε παραβίασή τους ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ή 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 811/2019, ΑΠ 354/2018, ΑΠ 272/2016). Οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι, όταν στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όταν δηλαδή υποστηρίζεται μ’ αυτούς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει το αντίθετο [ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 584/2019].
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Δυvάμει της υπ' αριθμόν …2013 απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, εγκρίθηκε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού για την ανάδειξη αναδόχου εκτελέσεως του δημοσίου έργου "Περιφερειακή Οδός Κατερίνης" και το έργο κατακυρώθηκε στην υπό σύσταση τότε κοινοπραξία των εταιριών "…", με συμβατικό αντικείμενο 33.261.109,52 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, ακολούθως δε εκδόθηκε η υπ' αριθμόν …/2013 πράξη του Ε' Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε ότι δεν κωλύεται η υπογραφή της σχετικής εργολαβικής σύμβασης. Στη συνέχεια, δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. …2013 εγγράφου της Διευθύνσεως Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, κλήθηκε η, ως άνω, ανάδοχος Κοινοπραξία για την προσκομιδή των εγγυητικών επιστολών καλής εκτελέσεως του έργου, συνολικού ποσού 7.861.340 ευρώ και για την υπογραφή της εργολαβικής συμβάσεως. Μετά την λήψη της, εν λόγω, προσκλήσεως, η ενάγουσα δήλωσε την αδυναμία της να συμμετάσχει στην έκδοση των εγγυητικών επιστολών καλής εκτελέσεως του έργου, κατά την αναλογία της, δηλαδή κατά το ποσό των 3.930.670 ευρώ (50%), κατόπιν δε αυτού, η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία βρέθηκε σε δυσχερή θέση, διότι υπολόγιζε στην συμμετοχή της ενάγουσας κατά την έκδοση των, εν λόγω, εγγυητικών επιστολών και στην συμμετοχή της στην χρηματοδότηση του έργου, κατά το στάδιο της εκτέλεσής του. Έτσι, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο, ως άνω, εταιριών για την αντιμετώπιση της αδυναμίας της ενάγουσας να συμμετάσχει στην έκδοση των εγγυητικών επιστολών καλής εκτελέσεως του έργου και οι δύο εταιρίες συμφώνησαν τα ακόλουθα: (α) Να εκδοθούν, αρχικά οι, εν λόγω, εγγυητικές επιστολές από το ΤΣΜΕΔΕ, μέσω των ατομικών μερίδων των στελεχών και της μερίδας της δεύτερης εναγομένης και με την εγγύηση της τελευταίας και της ενάγουσας, (β) Να εκτελεσθεί το έργο από την δεύτερη εναγομένη, κατά ποσοστό 80%, και από την ενάγουσα κατά ποσοστό 20%, (γ) Να επιδιώξουν, αμφότερες οι εταιρίας, να επιτύχουν την έκδοση εγγυητικών επιστολών, κατά την αναλογία συμμετοχής εκάστης στην ανάδοχο Κοινοπραξία (50%-50%), από Τράπεζες, (ώστε να αντικατασταθούν οι εγγυητικές επιστολές, που θα εκδίδοντο από το ΤΣΜΕΔΕ, κατά τα ανωτέρω), (δ) Σε περίπτωση, που η ενάγουσα δεν θα μπορέσει να αντικαταστήσει το 50% των εγγυητικών επιστολών του ΤΣΜΕΔΕ με άλλες τραπεζικές εγγυητικές επιστολές εντός εξαμήνου από της υπογραφής της σχετικής συμφωνίας της και σε κάθε περίπτωση πριν από την έναρξη της εκτελέσεως των εργασιών του έργου, το έργο θα εκτελεσθεί από την δεύτερη εναγομένη, κατά ποσοστό 100% και σε περίπτωση, που η ενάγουσα αντικαταστήσει, εντός της ανωτέρω προθεσμίας το 50% των εγγυητικών επιστολών του ΤΣΜΕΔΕ με άλλες τραπεζικές εγγυητικές επιστολές, το έργο θα εκτελεστεί κατά ποσοστό 50% από την δεύτερη εναγομένη, "…" και κατά ποσοστό 50% από την ενάγουσα, "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Ε.".

Περαιτέρω και μετά την επίτευξη της ανωτέρω συμφωνίας και συγκεκριμένα την …2013, η δεύτερη εναγομένη και η ενάγουσα, δυνάμει της υπ' αριθμόν …2013 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Τριαντ. Μπολιώτη-Καπερώνη, που καταχωρήθηκε νομίμως στο Γ.Ε.ΜΗ. με αριθμό …2014, συνέστησαν την κοινοπραξία με την επωνυμία "…" (εφεξής "κοινοπραξία" ή "ανάδοχος Κοινοπραξία") με σκοπό την εκτέλεση του ανωτέρω δημοσίου έργου και με την συμμετοχή εκάστης εταιρίας σ' αυτήν, κατά ποσοστό 50%. Με την ίδια συστατική πράξη: (α) ορίσθηκαν ως διαχειριστές αυτής ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Π., νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", με αναπληρωτή τον Π. Π. του Γ. και ο Α. Μ., νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, με αναπληρωτή του τον Δ. Σ., και συμφωνήθηκε ότι οι, εν λόγω, διαχειριστές θα ενεργούν όλες τις πράξεις διαχειρίσεως της αναδόχου κοινοπραξίας από κοινού και ότι όλες οι αποφάσεις των διαχειριστών θα λαμβάνονται ομόφωνα και (β) ορίσθηκε κοινός εκπρόσωπος της αναδόχου Κοινοπραξίας, σύμφωνα με το άρθρο 39 του Ν. 3669/2008, ο δεύτερος εναγόμενος, με αναπληρωτή τον Α. Μ. και συμφωνήθηκε ότι ο κοινός εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας εκπροσωπεί αυτήν έναντι του κυρίου του έργου και των υπηρεσιών αυτού για οποιοδήποτε θέμα σχετίζεται, άμεσα ή έμμεσα, με την εκτέλεση του παραπάνω έργου. Την ιδία ημέρα (17.6.2013), σε εκπλήρωση των, κατά τα ανωτέρω, συμφωνηθέντων, η ανάδοχος Κοινοπραξία, με τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα υπό ιδία ημερομηνία δύο (2) συμφωνητικά, που φέρουν τον τίτλο "ιδιωτικά συμφωνητικά εισφοράς έργου", εισέφερε την εκτέλεση του έργου, κατά ποσοστό μεν 80% στην δεύτερη εναγομένη και κατά ποσοστό 20% στην εταιρία "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ" και συμφωνήθηκε: (α) ότι η δεύτερη εναγομένη θα εκτελέσει το 80% όλων ανεξαιρέτως των εργασιών του ανωτέρω έργου, περιλαμβανομένων των εργασιών, που θα ανατεθούν στην ανάδοχο Κοινοπραξία, κατ' επέκταση ή κατά προσθήκη του συμβατικού αντικειμένου και η ανάδοχος Κοινοπραξία θα καταβάλει σ' αυτήν το 100% του εργολαβικού ανταλλάγματος, που θα εισπράξει για το παραπάνω ποσοστό εργασιών (80%), περιλαμβανόμενων των αναθεωρήσεων των τιμών, των προσαυξήσεων του εργολαβικού ανταλλάγματος για έγκαιρη περαίωση του έργου και οποιασδήποτε άλλης αυξήσεως του συμβατικού αντικειμένου, (β) ότι η ενάγουσα θα εκτελέσει το 20% όλων ανεξαιρέτως των εργασιών του ανωτέρω έργου, περιλαμβανομένων των εργασιών, που θα ανατεθούν στην ανάδοχο Κοινοπραξία, κατ' επέκταση ή κατά προσθήκη του συμβατικού αντικειμένου και η ανάδοχος Κοινοπραξία θα καταβάλει σ' αυτήν το 100% του εργολαβικού ανταλλάγματος, που θα εισπράξει για το παραπάνω ποσοστό εργασιών (20%), περιλαμβανομένων των αναθεωρήσεων τών τιμών, των προσαυξήσεων του εργολαβικού ανταλλάγματος για έγκαιρη περαίωση του έργου και οποιασδήποτε άλλης αυξήσεως του συμβατικού αντικειμένου και (β) ότι οιαδήποτε τροποποίηση της συμβάσεως θα αποδεικνύεται αποκλειστικώς και μόνον εγγράφως, αποκλειομένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου. Την ιδία ημέρα (17.6.2013), η ανάδοχος Κοινοπραξία και τα κοινοπρακτούντα μέλη αυτής με το υπό ιδία ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό συμφώνησαν: (α) ότι με τα από 17.6.2013 ιδιωτικά συμφορητικά η ανάδοχος Κοινοπραξία εισέφερε την εκτέλεση του 80% του ανωτέρω έργου στην δεύτερη εναγομένη και το 20% του ανωτέρω έργου στην ενάγουσα, (β) ότι με τα συμφωνητικά αυτά η δεύτερη των εναγομένων ανέλαβε την έκδοση του συνόλου των απαιτούμενων για την υπογραφή της εργολαβικής συμβάσεως εγγυητικών επιστολών καλής εκτελέσεως του έργου, συνολικού ποσού 7.861.340 Ευρώ, (γ) ότι σε περίπτωση που η ενάγουσα, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από της υπογραφής του ανωτέρω συμφωνητικού και υπό τον απαρέγκλιτο όρο ότι δεν θα έχει ξεκινήσει η εκτέλεση των εργασιών του έργου, αντικαταστήσει το ήμισυ (1/2) των εγγυητικών επιστολών του ΤΣΜΕΔΕ, που θα έχει εκδώσει η δεύτερη εναγομένη, με δικές της τραπεζικές εγγυητικές επιστολές, που θα εκδοθούν από Τράπεζα, τότε θα τροποποιούνται τα ανωτέρω από …2013 ιδιωτικά συμφωνητικά και η ενάγουσα θα εκτελέσει το 50% του έργου και η δεύτερη εναγομένη θα εκτελέσει το 50% του έργου, (δ) ότι σε περίπτωση, που η δεύτερη εναγομένη, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από της υπογραφής του ανωτέρω συμφωνητικού, και υπό τον απαρέγκλιτο όρο ότι δεν θα έχει ξεκινήσει η εκτέλεση των εργασιών του έργου, αντικαταστήσει το σύνολο των εγγυητικών επιστολών του ΤΣΜΕΔΕ, που θα έχει εκδώσει η ίδια, με άλλες εγγυητικές επιστολές, που θα εκδοθούν από Τράπεζα, τότε η δεύτερη εναγομένη θα εκτελέσει το 100% του έργου, και (δ) ότι κάθε διαφορά απορρέουσα, αμέσως ή εμμέσως, από το, εν λόγω, συμφωνητικό θα επιλύεται διαιτητικώς από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Μετά την κατάρτιση των ανωτέρω συμφωνητικών, με αίτηση της δεύτερης εναγομένης εκδόθηκαν από το ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ σε βάρος της μερίδας της και των ατομικών μερίδων των στελεχών της, Α. Π., Δ. Λ., Π. Ψ., Α. Κ. και Θ. Π., οι μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες υπ' αριθμόν …2013, …2013, …2013, …2013, …2013, …2013, …2013 και …2013 εγγυητικές επιστολές, συνολικού ποσού 7.861.340 Ευρώ την έκδοση δε αυτών εγγυήθηκαν η ανωτέρω κοινοπραξία και η ενάγουσα "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Ε." (βλ. τα υπ' αριθμ. πρωτ. …2013 και …2015 έγγραφα του Τμήματος χορηγήσεων εγγυητικών επιστολών του ΤΣΜΕΔΕ). Εν συνεχεία, η δεύτερη εναγομένη, "…" πέτυχε την έκδοση από την Τράπεζα Αττικής υπέρ της αναδόχου Κοινοπραξίας τις υπ' αριθμ. …2013 και …2013 εγγυητικές επιστολές καλής εκτελέσεως του έργου, συνολικού ποσού 7.861.340 ευρώ, δηλαδή το 100% των εγγυητικών επιστολών του έργου. Μετά ταύτα, ενημερώθηκε η ενάγουσα "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Ε.", ότι, όπως είχε ήδη συμφωνηθεί μεταξύ της αναδόχου Κοινοπραξίας, της δεύτερης εναγομένης, "…" και της ενάγουσας με το από …2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, κατά την επικείμενη κατάρτιση της εργολαβικής συμβάσεως με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας δεν θα χρησιμοποιηθούν οι ανωτέρω εγγυητικές επιστολές του ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ αλλά οι ανωτέρω εγγυητικές επιστολές της Τραπέζης Αττικής (βλ. την από …2013 βεβαίωση του Προϊσταμένου της Δ/νσεως Τεχνικών Έργων της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, το υπ' αριθ. πρωτ. …2013 έγγραφο της, εν λόγω, Υπηρεσίας προς το ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ και το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπ' αριθμ. πρωτ. …2015 έγγραφο του ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ προς την Κοινοπραξία). Την επομένη ημέρα (26.6.2013) συνήφθη μεταξύ της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας και της αναδόχου Κοινοπραξίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους διαχειριστές της πρώτο εναγόμενο, Γ. Π. (νόμιμο εκπρόσωπο της "…") και Α. Μ. (νόμιμο εκπρόσωπο της εναγούσης "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Ε."), η από …2013 εργολαβική σύμβαση για την εκτέλεση του ανωτέρω έργου, κατά την σύναψη δε της, εν λόγω, εργολαβικής συμβάσεως η ανάδοχος κοινοπραξία κατέθεσε τις ανωτέρω υπ' αριθ. …2013 και …2013 εγγυητικές επιστολές καλής εκτελέσεως του έργου της Τραπέζης Αττικής, που είχαν εκδοθεί από την "…", συνολικού ποσού 7.861.340 ευρώ, οι οποίες μνημονεύονται στην εργολαβική σύμβαση. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της από …2013 εργολαβικής συμβάσεως, η προθεσμία εκτελέσεως του ενδίκου έργου άρχισε από της υπογραφής της, εν λόγω, εργολαβικής συμβάσεως και, σύμφωνα με το άρθρο 46 του Ν. 3669/2008, η έναρξη εκτελέσεως του έργου έπρεπε να γίνει το αργότερο εντός 30 ημερών από την υπογραφή της συμβάσεως.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ανωτέρω από …2013 ιδιωτικά συμφωνητικά, που συνήφθησαν μεταξύ της αναδόχου κοινοπραξίας και των κοινοπρακτούντων μελών της, η έναρξη της εκτελέσεως των εργασιών του έργου ορίσθηκε να γίνει εντός δέκα (10) ημερών από της υπογραφής τους, δηλαδή το αργότερο μέχρι την 27η-6-2013. Στην συνέχεια, η ανάδοχος δικαιοπραξία προσπάθησε να μην αρχίσει αμέσως την εκτέλεση των εργασιών του έργου, προκειμένου να διευκολύνει την ενάγουσα να αντικαταστήσει το 50% των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών του έργου με άλλες δικές της και να εκτελέσει το 50% του έργου. Προς τούτο για να διευκολύνει την ενάγουσα να κερδίσει χρόνο, με τα από …2013 και …2013 έγγραφά της ζήτησε την επιστροφή των προσθέτων εγγυητικών επιστολών με την αιτιολογία ότι δεν έχει διατεθεί το μέτωπο του έργου από υπαιτιότητα του κυρίου του έργου. Όμως, η Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία (Δνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας), με τα υπ' αριθ. πρωτ. …2013 και …2013 έγγραφα της, με κατηγορηματικό τρόπο απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο καθυστερήσεως της ενάρξεως εκτελέσεως των εργασιών του έργου και ζήτησε την άμεση έναρξη της εκτελέσεως του ενδίκου έργου.

Κατ' αυτόν τον τρόπο, η έναρξη εκτελέσεως του έργου, έλαβε χώρα την …2013 (βλ. το ημερολόγιο του έργου και το υπ' αριθ. πρωτ. …2013 έγγραφο της Διευθυνούσης Υπηρεσίας). Όμως, μέχρι τότε η ενάγουσα δεν πέτυχε να αντικαταστήσει το 50% των ανωτέρω εγγυητικών επιστολών με άλλες δικές της τραπεζικές εγγυητικές επιστολές και, έτσι, με βάση τις ανωτέρω συμφωνίες, η δεύτερη εναγομένη, "…", θα εκτελούσε το 100% του ενδίκου έργου, η δε ενάγουσα, "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Ε.", δεν θα εκτελούσε καμιά εργασία, κατά τα συμφωνηθέντα με τα ανωτέρω από …2013 ιδιωτικά συμφωνητικά. Έκτοτε και μέχρι την περάτωση και την παράδοσή του, το ένδικο έργο εκτελούνταν κανονικά και ομαλά επ' ονόματι της αναδόχου Κοινοπραξίας, από την εταιρία "…", με μηχανήματα της τελευταίας, με δικό της προσωπικό, με δική της χρηματοδότηση και με δικές της εγγυητικές επιστολές, συνολικού ποσού 7.861.340 Ευρώ (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. …2014 βεβαίωση της αναδόχου κοινοπραξίας). Από την αρχή δε, ενημερώθηκε η ενάγουσα ότι το ένδικο έργο εκτελείται πλέον από την "…", όπως άλλωστε, είχε συμφωνηθεί με το από …2013 ιδιωτικό συμφωνητικό (βλ. την από …2013 επιστολή της "…" προς την ενάγουσα εταιρία "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ Α.Ε."). Και ενώ η ενάγουσα, αρχικά, τήρησε τα συμφωνηθέντα και αναγνώρισε ότι, μετά την αδυναμία της να αντικαταστήσει το 50% των εγγυητικών καλής εκτέλεσης του έργου, το τελευταίο εκτελείτο νομίμως, κατά ποσοστό 100% από την "…", όμως, στην συνέχεια και περί τα τέλη Αυγούστου 2013, ήτοι δύο σχεδόν μήνες μετά την έναρξη εκτελέσεως των εργασιών και ενώ το έργο πλέον εκτελούνταν, κατά ποσοστό 100%, από την δεύτερη εναγομένη, κατά τα συμφωνηθέντα, η ενάγουσα ζήτησε να αντικαταστήσει το 50% των εγγυητικών επιστολών καλής εκτελέσεως του έργου, ώστε να εκτελέσει το 50% του έργου. Όμως, το αίτημά της αυτό δεν έγινε αποδεκτό διότι ήδη από διμήνου είχε αρχίσει η εκτέλεση του ενδίκου έργου, το έργο εκτελείτο πλέον κατά ποσοστό 100% από την "…", κατά τα συμφωνηθέντα, και η ενάγουσα είχε απωλέσει το δικαίωμά της να αντικαταστήσει το 50% των εγγυητικών επιστολών καλής εκτελέσεως του έργου και να εκτελέσει το 50% του έργου. Μετά ταύτα, η ενάγουσα στράφηκε κατά της αναδόχου κοινοπραξίας, κατά του πρώτου εναγομένου, Γ. Π., ως κοινού εκπροσώπου αυτής και κατά της "…" με σκοπό να εξαναγκάσει τους προαναφερθέντες να αποδεχθούν την αναβίωση των, κατά τα ανωτέρω, αποσβεσθέντων δικαιωμάτων της. Κατά τον τρόπο αυτό, αθετώντας τα υπογραφέντα απ' αυτήν, ως άνω, ιδιωτικά συμφωνητικά, με τα οποία είχαν ρυθμισθεί οι σχέσεις των κοινοπρακτούντων μελών, ως προς το ένδικο έργο, αμφισβήτησε τα δικαιώματα της "…" επί του ενδίκου έργου καθώς και του πρώτου εναγομένου, Γ. Π., ως κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας, και, αποκρύπτοντας και αποσιωπώντας αθεμίτως τις ανωτέρω από …2013 συμφωνίες της αναδόχου κοινοπραξίας με τα μέλη της, άρχισε να ισχυρίζεται ψευδώς προς τον κύριο του έργου (Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας), την Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία (Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας), την Τράπεζα της Ελλάδος και άλλες αρχές και υπηρεσίες: (α) ότι έχει παρανόμως αποκλεισθεί από την εκτέλεση του έργου, (β) ότι θα έπρεπε να συμμετέχει και αυτή στην εκτέλεσή του, (γ) ότι ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Π., ως κοινός εκπρόσωπος της κοινοπραξίας, παρανομεί, (δ) ότι ο πρώτος εναγόμενος ως κοινός εκπρόσωπος της κοινοπραξίας, υπεξαίρεσε το εργολαβικό αντάλλαγμα, (ε) ότι ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητά του, ως κοινού εκπροσώπου της κοινοπραξίας, έχει στελεχώσει το εργοτάξιο παρανόμως με πρόσωπα της επιλογής του, (στ) ότι ο πρώτος εναγόμενος ξεκίνησε παρανόμως την εκτέλεση του έργου, (ζ) ότι ο πρώτος εναγόμενος, ως κοινός εκπρόσωπος της κοινοπραξίας, αντικατέστησε παρανόμως και χωρίς δικαίωμα την αρχικώς διορισθείσα αντίκλητο της αναδόχου κοινοπραξίας με άλλον, (η) ότι ο πρώτος εναγόμενος εξαπάτησε τις υπηρεσίες του ΤΕΘΑ και ότι παρανόμως πέτυχε να μισθωθεί ο χώρος εγκαταστάσεως του εργοταξίου του έργου στην "…", (θ) ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν δικαιούται να εισπράττει το εργολαβικό αντάλλαγμα από τον κύριο του έργου , (ι) ότι η είσπραξη του εργολαβικού ανταλλάγματος πρέπει να γίνεται από τους δύο συνδιαχειριστές της κοινοπραξίας, (ια) ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα πρέπει να κατατίθεται στον λογαριασμό της κοινοπραξίας και οι συνδυαχειριστές αυτής θα αποφασίζουν, πότε, σε ποιόν και ποιο ποσό θα πληρωθεί. Όμως, όλες οι ανωτέρω ενέργειες της ενάγουσας καθώς και οι αιτιάσεις της κρίθηκαν αβάσιμες και συνεπώς απορριπτέες. Ειδικότερα: α) Με σειρά εγγράφων της Διευθυνούσης το έργο Υπηρεσίας (Δ/νσεως Τεχνικών Έργων Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας), αποκρούσθηκαν κατηγορηματικά όλες οι αιτιάσεις της ενάγουσας περί της συμβάσεως εκτελέσεως του έργου, περί των συνθηκών καταρτίσεώς της, περί του χρόνου ενάρξεως των εργασιών του έργου, περί του τρόπου πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος, περί της αντικαταστάσεως του αντικλήτου της αναδόχου κοινοπραξίας, περί της υπάρξεως υποκαταστάσεως στο έργο, περί του εργοταξίου, περί των συνθηκών εκτελέσεως του έργου κ.λ.π. Πλέον συγκεκριμένα από τα υπ' αριθμόν πρωτ. …2014 και …2014 έγγραφα του Προϊσταμένου του Τμήματος Συγκοινωνιακού Έργου της Δ/νσεως Τεχνικών Έργων της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας και του Γενικού Διευθυντού της Δ/νσεως Αναπτυξιακού Προγραμματισμού, Περιβάλλοντος και Υποδομών της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, αντιστοίχως, αντικρούσθηκαν όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις της εναγούσης περί διαπράξεως αξιοποίνων πράξεων σε βάρος της από υπαλλήλους της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας. Περαιτέρω, από το υπ' αριθ. πρωτ. …2014 έγγραφο του ιδίου Γενικού Διευθυντή, υποβλήθηκε στον Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας το πόρισμα ένορκης διοικητικής εξετάσεως (ΕΔΕ), που διεξήχθη κατά των υπαλλήλων της Δ/νσεως Τεχνικών Έργων της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, Μ. Π. και Α. Μ., μετά από σχετικές καταγγελίες της ενάγουσας, σύμφωνα δε με το πόρισμα αυτό, οι ανωτέρω υπάλληλοι δεν υπέπεσαν σε πειθαρχικώς διωκόμενα παραπτώματα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Επίσης το Τεχνικό Συμβούλιο Δημοσίων Έργων της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, με την υπ' αριθμόν …2014 γνωμοδότησή του, γνωμοδότησε ότι δεν συντρέχει υποκατάσταση της αναδόχου κοινοπραξίας στο έργο και, συνεπώς, νόμιμος λόγος εκπτώσεώς της από το έργο και ότι οι σχετικές αιτιάσεις της ενάγουσας είναι αβάσιμες. Επιπροσθέτως, το Σώμα Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων με την από Νοεμβρίου 2014 έκθεσή του, δέχθηκε ότι όλα έχουν γίνει σύννομα, και ότι δεν υπήρξε υποκατάσταση στο έργο.

Εξάλλου, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθ. …/2015 διάταξή του, απέρριψε και έθεσε στο αpχείo την από …2014 έγκληση της ενάγουσας κατά του Γ. Π., ως κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας, κατά της δεύτερης εναγομένης και κατά των υπαλλήλων της Τεχνικής Υπηρεσίας της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας για τα αδικήματα της απάτης, της υπεξαιρέσεως, της απιστίας και της ψευδούς βεβαιώσεως, ακολούθως ο δε Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθ. …/2016 διάταξή του, απέρριψε προσφυγή της ενάγουσας κατά της ανωτέρω υπ' αριθ. …/2015 διατάξεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Κατερίνης, με την υπ' αριθ. …2016 διάταξή του, έθεσε στο αρχείο την από …2014 ένορκη κατάθεση-έγκληση του εκπροσώπου της εναγούσης, Α. Μ. κατά του πρώτου εναγομένου, Γ. Π. και κατά των υπαλλήλων της Τεχνικής Υπηρεσίας της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας.

Περαιτέρω, το Ειρηνοδικείο Μαραθώνα, με την υπ' αριθμόν 99/2016 απόφαση του, απέρριψε, όλες τις αιτιάσεις της ενάγουσας σε βάρος των εναγομένων, πλην όμως διόρισε προσωρινή διοίκηση στην ανάδοχο κοινοπραξία, αποτελούμενη από τους Γ. Κ. και Γ. Π., ενεργώντας από κοινού, με την αιτιολογία ότι υπάρχει διαφωνία μεταξύ των δύο συνδιαχειριστών της Κοινοπραξίας. Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι εναγόμενοι (1ος και 2η) άσκησαν, προ πάσης επιδόσεως την από …2016 [αρ. κατ. …/2016] έφεσή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 7748/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε τελεσίδικα η αίτηση της ενάγουσας περί διορισμού άλλων διαχειριστών στην ανάδοχο κοινοπραξία και περί αντικαταστάσεως του πρώτου εναγομένου, ως κοινού εκπροσώπου αυτής. Επίσης, η πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας μέχρι την 31η-12-2014 γινόταν με την έκδοση από το Περιφερειακό Ταμείο Κεντρικής Μακεδονίας τραπεζικών επιταγών της Τραπέζης της Ελλάδος σε διαταγή της αναδόχου Κοινοπραξίας, οι οποίες παραδίδονταν στον πρώτο εναγόμενο, Γ. Π., ως κοινό εκπρόσωπο αυτής, κατ' άρθρο 39 παρ.3 του Ν. 3609/2008. Ακολούθως, ο πρώτος εναγόμενος και με την αμέσως προαναφερθείσα ιδιότητα του, οπισθογραφούσε τις επιταγές αυτές και τις κατέθετε προς είσπραξη σε ατομικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, η οποία, στην συνέχεια τις απέστελλε προς είσπραξη στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού. Μετά την 1η-1-2015, η πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος γίνεται μέσω του συστήματος ηλεκτρονικών πληρωμών, με κατάθεση του στο τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, ως κοινού εκπροσώπου της Κοινοπραξίας. Αρχικά, η πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος με τον τρόπο αυτό γινόταν κανονικά και έτσι εισπράχθηκαν τέσσερις (4) τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 2.983.762,12 Ευρώ. Οι επιταγές αυτές οπισθογραφήθηκαν από τον πρώτο εναγόμενο, Γ. Π., με την ιδιότητά του κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας και κατατέθηκαν σε τραπεζικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα προς πληρωμή, ακολούθως δε η Εθνική Τράπεζα απέστειλε τις επιταγές αυτές στην Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω του Γραφείου Συμψηφισμού και πληρώθηκαν κανονικώς και εμπροθέσμως. Στην συνέχεια, κατά την πληρωμή των υπ' αριθ. …2014 και …2014 επιταγών, ποσών 871.252,25 Ευρώ και 14.500 Ευρώ, αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν από το Περιφερειακό Ταμείο Αναπτύξεως Κεντρικής Μακεδονίας, για την πληρωμή εργολαβικού ανταλλάγματος του, εν λόγω, έργου και παραδόθηκαν στον πρώτο εναγόμενο με την ιδιότητά του, ως κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας, η Τράπεζα της Ελλάδος αρνήθηκε την πληρωμή τους, με την αιτιολογία ότι υπάρχει "άτακτη" οπισθογράφηση των επιταγών αυτών. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκδήλωσε την άρνησή της αυτή μετά από σχετική εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, η οποία προέβαλε ότι η οπισθογράφηση των επιταγών αυτών αποτελεί πράξη διαχειρίσεως της κοινοπραξίας, που απαιτεί την σύμπραξη αμφοτέρων των διαχειριστών της κοινοπραξίας. Προς επίλυση της διαφοράς, η οποία ανέκυψε από την άρνηση της Τράπεζας της Ελλάδας να πληρώσει τις προαναφερόμενες τραπεζικές επιταγές στον πρώτο εναγόμενο, ως κοινό εκπρόσωπο της Κοινοπραξίας, συνήφθη μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδας και του πρώτου εναγομένου, υπό την ανωτέρω ιδιότητα του, η από …2014 συμφωνία περί διαιτησίας. Κατά την διαιτητική δίκη, που διεξήχθη την …2014, η ενάγουσα άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της Τράπεζας της Ελλάδος και ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 20/2014 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος υπέχει υποχρέωση, ως πληρώτρια Τράπεζα, να καταβάλει στον πρώτο εναγόμενο, ως κοινό εκπρόσωπο της αναδόχου Κοινοπραξίας τις υπ' αριθμ. … και … επιταγές, ποσών 871.252,25 Ευρώ και 14.500 Ευρώ, αντίστοιχα, καθώς και τις επιταγές, που θα εκδοθούν μελλοντικά σε διαταγή της κοινοπραξίας για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος του έργου. Κατά της ανωτέρω διαιτητικής αποφάσεως η ενάγουσα άσκησε τις κρινόμενες από …2015 αγωγές της: (α) περί αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας της εν λόγω διαιτητικής αποφάσεως και (β) περί ακυρώσεως της, εν λόγω, διαιτητικής αποφάσεως. Επί των ανωτέρω αγωγών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3269/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι ανωτέρω αγωγές. Η, εν λόγω, απόφαση αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 1679/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Παραλλήλως, η ενάγουσα άσκησε την από …2015 [αριθμός καταθέσεως: …/2015] αίτηση αναστολής της εκτελέσεως της ανωτέρω διαιτητικής αποφάσεως πλην, όμως, το αίτημά της αυτό απορρίφθηκε με την από 10-9-ίΓ 2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την αιτιολογία ότι "δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση των προβαλλομένων και με τις δύο αγωγές λόγων" (βλ. την απόφαση αυτή σημειούμενη στο περιθώριο της πρώτης σελίδας της ανωτέρω αιτήσεως).
Με τον 1° λόγο της αγωγής της, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η υπ' αριθμόν 20/2014 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου τυγχάνει ανύπαρκτη, διότι τα συμβαλλόμενα στην διαιτητική συμφωνία μέρη δεν είχαν την εξουσία της ελεύθερης διαθέσεως της διαφοράς. Επί του λόγου αυτού, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, που ήδη αναφέρθηκαν, αποδεικνύονται, περαιτέρω, τα ακόλουθα: Για την πληρωμή μέρους του εργολαβικού ανταλλάγματος εκδόθηκαν, αρχικά, από το Περιφερειακό Ταμείο Αναπτύξεως της Κεντρικής Μακεδονίας, σε διαταγή της αναδόχου Κοινοπραξίας οι υπ' αριθμ. … , … , … και … τραπεζικές επιταγές, με ημεροχρονολογία εκδόσεως …2013, …2013, …2013 και …2013 ποσού 1.643.754,13 Ευρώ, 790.570,20 Ευρώ, 119.433,79 Ευρώ και 430.000 Ευρώ, αντιστοίχως, οι οποίες εσύροντο σε βάρος λογαριασμού του, εν λόγω, Περιφερειακού Ταμείου (εκδότη), που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος. Τις, εν λόγω, επιταγές το Περιφερειακό Ταμείο Αναπτύξεως της Κεντρικής Μακεδονίας παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο, Γ. Π., ως κοινό εκπρόσωπο της αναδόχου Κοινοπραξίας, ακολούθως δε, αυτός (1ος εναγόμενος) και με την προαναφερθείσα ιδιότητά του, τις μετεβίβασε με λευκή οπισθογράφηση, δηλαδή με μόνη την υπογραφή του στην οπίσθια όψη των τίτλων και κάτω από την επωνυμία της αναδόχου κοινοπραξίας, αρχικώς στην εταιρία "…" και στην συνέχεια με νέα λευκή οπισθογράφηση στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, στην οποία και τις κατέθεσε προς είσπραξη σε ατομικό του λογαριασμό, που διατηρεί στην, εν λόγω, Τράπεζα. Ακολούθως, η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος τις απέστειλε, δια του Γραφείου Συμψηφισμού, προς είσπραξη στην πληρώτρια Τράπεζα της Ελλάδος, από την οποία και πληρώθηκαν κανονικά. Στην συνέχεια, την 12η-2-2014, ο Α. Μ., ενεργώντας με τις ιδιότητες του συνδιαχειριστή της αναδόχου κοινοπραξίας και του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρίας "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ", επέδωσε στην πληρώτρια των, εν λόγω, επιταγών, Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., την από …2014 εξώδικη όχληση- γνωστοποίηση-πρόσκληση, με την οποία, αφού της γνωστοποίησε ότι με το 8° άρθρο του καταστατικού της αναδόχου κοινοπραξίας είχαν ορισθεί ως διαχειριστές της Κοινοπραξίας, οι νόμιμοι εκπρόσωποι αμφοτέρων των κοινοπρακτουσών εταιριών, Γ. Π. και Α. Μ. προς τους οποίους και παρασχέθηκε η εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργούν όλες τις πράξεις διαχειρίσεως της Κοινοπραξίας από κοινού, την κάλεσε να αρνηθεί την πληρωμή επιταγών, που θα εκδοθούν σε διαταγή της Κοινοπραξίας και θα εμφανισθούν προς πληρωμή, εάν η οπισθογράφησή τους από την Κοινοπραξία σε οποιονδήποτε κομιστή έχει γίνει χωρίς τις υπογραφές και των δύο καταστατικών διαχειριστών της κοινοπραξίας. Εν συνεχεία, την 21η-2-2014, το Περιφερειακό Ταμείο Αναπτύξεως της Κεντρικής Μακεδονίας, προς εξόφληση του 5ου Λογαριασμού του έργου, που εγκρίθηκε από την Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία, εξέδωσε σε διαταγή της αναδόχου Κοινοπραξίας τις με αριθμούς … και … επιταγές, ποσού 871.252,25 Ευρώ και 14.500 Ευρώ, αντιστοίχως, τις οποίες και παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο, ως κοινό εκπρόσωπο της αναδόχου Κοινοπραξίας. Ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Π., προκειμένου, με την ιδιότητά του αυτή, να εισπράξει το ποσό των επιταγών, τις μετεβίβασε με λευκή οπισθογράφηση, δηλαδή με μόνη την υπογραφή του στην οπίσθια όψη των τίτλων και κάτω από την επωνυμία της αναδόχου κοινοπραξίας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και τις κατέθεσε, την 24η-2-2014, προς είσπραξη, στον ατομικό του λογαριασμό καταθέσεως, που τηρείται στην τράπεζα αυτή. Η Εθνική Τράπεζα, στην συνέχεια, διαβίβασε, δια του Γραφείου Συμψηφισμού, τις, εν λόγω, επιταγές προς είσπραξη στην πληρώτρια Τράπεζα της Ελλάδος. Όμως, η Τράπεζα της Ελλάδος αρνήθηκε να πληρώσει τις ανωτέρω δύο (2) επιταγές και την 27η-2-2014 τις επέστρεψε απλήρωτες στην Εθνική Τράπεζα, με την αιτιολογία "επιστρέφονται προσωρινώς μέχρις ότου εκκαθαρισθεί νομικώς το θέμα αν είναι δυνατή η πληρωμή τους" (βλ. το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από …2014 έγγραφο του Καταστήματος-Πεύκης της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος). Ακολούθως το Νομικό Συμβούλιο της Τραπέζης της Ελλάδος, με την από 4-3-2014 γνωμοδότησή του, γνωμοδότησε ότι η οπισθογράφηση των δύο ενδίκων επιταγών από την "…" προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος συνιστά πράξη διαχειρίσεως της περιουσίας της Κοινοπραξίας και ότι δεν εμπίπτει στην ειδική ρύθμιση εκπροσωπήσεως της κοινοπραξίας έναντι του κυρίου του έργου και, συνεπώς, για να είναι νόμιμη η οπισθογράφηση τους θα έπρεπε να φέρει τις υπογραφές των δύο συνδιαχειριστών αυτής και νομίμων εκπροσώπων αμφοτέρων των εταιριών-μελών της κοινοπραξίας. Έτσι, η Τράπεζα της Ελλάδος, καίτοι προηγουμένως είχε εξοφλήσει τις προαναφερθείσες τέσσερις επιταγές, συνολικού ποσού 2.983.762,12 ευρώ, οι οποίες είχαν οπισθογραφηθεί, κατά τον ίδιο τρόπο, από τον κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, ακολούθως, δια των αρμοδίων υπαλλήλων της, αρνήθηκε να πληρώσει τις δύο τελευταίες επιταγές (με αριθμούς … και …), προβάλλοντας ότι η οπισθογράφησή τους προς την Εθνική Τράπεζα δεν ήταν "κανονική", παρά τις επανειλημμένες προς αυτήν Τεχνικών Έργων της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, δηλαδή η Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία, που έδιδε τις σχετικές εντολές στο Περιφερειακό Ταμείο Αναπτύξεως Κεντρικής Μακεδονίας για την έκδοση των επιταγών, με τα υπ' αριθ. πρωτ. …2013, …2013 και …2013 έγγραφά της, είχε καλέσει την πληρώτρια Τράπεζα της Ελλάδος να πληρώνει τις εκδιδόμενες από το Περιφερειακό Ταμείο Αναπτύξεως Κεντρικής Μακεδονίας επιταγές στον κοινό εκπρόσωπο της δικαιούχου κοινοπραξίας, Γ. Π., προκειμένου να εξασφαλισθεί η απρόσκοπτη συνέχιση των εργασιών του έργου. Εξαιτίας της προαναφερόμενης αρνήσεως της Τράπεζας της Ελλάδος να πληρώσει στον κοινό εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, πρώτο εναγόμενο, τις ανωτέρω υπ' αριθ. … και … επιταγές ποσού 871.252,25 Ευρώ και 14.500 Ευρώ, αντιστοίχως, που προβλήθηκε με την αιτιολογία ότι η οπισθογράφηση των επιταγών αυτών από την ανάδοχο κοινοπραξία δια του κοινού εκπροσώπου της, Γ. Π., προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος συνιστά πράξη διαχειρίσεως της περιουσίας της Κοινοπραξίας και ότι δεν είναι νόμιμη διότι δεν φέρει τις υπογραφές αμφοτέρων των συνδιαχειριστών αυτής, ανέκυψε μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και του κοινού εκπροσώπου της Κοινοπραξίας Γ. Π., διαφορά υπαγομένη στην σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Μετά από ανταλλαγή εςωοικων, η Τράπεζα της Ελλάδος και ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ως νομίμου εκπροσώπου της Κοινοπραξίας, την …2014 συνήψαν διαιτητική συμφωνία, με την οποία διόρισαν ως διαιτητή τον κ. Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου επί τιμή, τον οποίο πρότεινε η Τράπεζα της Ελλάδος και αποδέχθηκε ο πρώτος εναγόμενος και συμφώνησαν ότι ο διαιτητής, αφού ακούσει τα συμβαλλόμενα μέρη, θα αποφανθεί περί του εάν η Τράπεζα της Ελλάδος υπέχει υποχρέωση εξοφλήσεις των ανωτέρω δύο επιταγών καθώς και εκείνων, που θα εκδοθούν μεταγενεστέρως σε διαταγή της Κοινοπραξίας στον κοινό εκπρόσωπο αυτής πρώτο εναγόμενο, ότι η διαιτητική δίκη θα διεξαχθεί με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων σε μία δικάσιμο με προφορική ανάπτυξη των διαδίκων μερών και με κατάθεση εγγράφων σημειωμάτων, ότι ο διαιτητής υποχρεούται να ορίσει δικάσιμο για την διεξαγωγή της διαιτητικής δίκης το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από της αποδοχής της διορισμού του και να εκδώσει και δημοσιεύσει την απόφαση του εντός προθεσμίας σαράντα (40) ημερών από του πέρατος της διαιτητικής δίκης και ότι ακριβές αντίγραφο της διαιτητικής συμφωνίας να κοινοποιηθεί στην ενάγουσα με ταυτόχρονη γνωστοποίηση της ημέρας, της ώρας και του τόπου της συνεδριάσεως του διαιτητικού δικαστηρίου με πρόσκληση της να παρέμβει στην δίκη. Την 11η-7-2014, ο διορισθείς διαιτητής με την από ιδία ημερομηνία δήλωσή του αποδέχθηκε τον διορισμό του και την ιδία ημέρα (11-7-2014), ο πρώτος εναγόμενος, ως κοινός εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας, κατέθεσε την από 10-7-2014 αίτησή του, με την οποία ζητούσε: (α) να αναγνωριστεί ότι η άρνηση της Τράπεζας της Ελλάδος να πληρώσει σ' αυτόν και υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, τις ένδικες επιταγές είναι μη σύννομη και (β) να αναγνωριστεί ότι η Τράπεζα της Ελλάδος υπέχει υποχρέωση πληρωμής των επιταγών αυτών και των επιταγών, που θα εκδοθούν μελλοντικά για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος του έργου "Περιφερειακή οδός Κατερίνης". Η διαιτητική δίκη διεξήχθη την 23η-7-2014, δηλαδή εντός της ταχθείσης 15ήμερης προθεσμίας (βλ. το υπ' αριθ. …2014 πρακτικό του διαιτητικού δικαστηρίου) και κατ' αυτήν η ενάγουσα άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της Τραπέζης της Ελλάδος. Στην δίκη αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος προέβαλε: (α) ένσταση ελλείψεως εκπροσωπήσεως της Κοινοπραξίας από τον πρώτο εναγόμενο και απαράδεκτο της αιτήσεώς του, (β απαραδέκτου της αιτήσεως του πρώτου εναγομένου, για τον λόγο ότι το αίτημα του πρώτου εναγομένου ν' αναγνωριστεί η άρνηση της πληρωμής των ενδίκων επιταγών ως μη σύννομη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαιτητικής διαγνώσεως, (γ) ένσταση ελλείψεως εξουσίας εκπροσωπήσεως της Κοινοπραξίας από τον κοινό εκπρόσωπο της, Γ. Π. και (δ) ένσταση ελλείψεως υποχρεώσεως της Τραπέζης της Ελλάδος να πληρώσει τις ένδικες επιταγές καθώς και τις επιταγές, που θα εκδοθούν μελλοντικώς, με την αιτιολογία ότι η Κοινοπραξία εκπροσωπείται από τους διαχειριστές της, Γ. Π. και Α. Μ., ενεργούντες από κοινού, ότι στις εξουσίες του κοινού εκπροσώπου της Κοινοπραξίας δεν περιλαμβάνεται η είσπραξη του εργολαβικού ανταλλάγματος και δη η πληρωμή των επιταγών, που εκδίδονται για τον σκοπό αυτό από τον κύριο του έργου και ότι η, εν συνεχεία, οπισθογράφησή τους και η κατάθεσή τους σε δικό του ατομικό τραπεζικό λογαριασμό, ότι η οπισθογράφηση των, εν λόγω, τραπεζικών επιταγών αποτελεί πράξη διαχειρίσεως της Κοινοπραξίας και ότι πρέπει να γίνεται από τους δύο διαχειριστές αυτής (βλ. το από …2014 έγγραφο σημείωμα της Τραπέζης της Ελλάδος). Όμοιες ενστάσεις προέβαλε και η ενάγουσα, ως προσθέτως παρεμβαίνουσα (βλ. το από …2014 έγγραφο σημείωμά της). Κατά την διαιτητική δίκη τα διάδικα μέρη εζήτησαν και έλαβαν από το διαιτητικό δικαστήριο προθεσμία μέχρι την 28η-7-2014 για την προσκόμιση εγγράφων προς ενίσχυση των ισχυρισμών τους και συμφωνήθηκε ότι η 40ήμερη προθεσμία για την έκδοση της διαιτητικής αποφάσεως αρχίζει την 29η-7-2014. Την 5η-9-2014, ήτοι εντός της ταχθείσης 40ήμερης προθεσμίας, δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμ. 20/2014 απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου με την οποία το δικαστήριο αυτό δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "....α) ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 3 και 4 του Ν.3669/2008, την εξουσία εκπροσώπησης της αναδόχου κοινοπραξίας έναντι του κυρίου του έργου και των υπηρεσιών αυτού, σε όλη τη διάρκεια του έργου και για όλα τα θέματα, που αφορούν την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης, έχει αποκλειστικά ο νομίμως ορισθείς ως κοινός εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας αιτών, Γ. Π., οι πράξεις του οποίου δεσμεύουν την Κοινοπραξία έναντι του κυρίου του έργου και των υπηρεσιών αυτού, β) ότι στην εκπροσωπευτική εξουσία αυτού περιλαμβάνεται και η εξουσία είσπραξης του εργολαβικού ανταλλάγματος, γ) ότι η απόσβεση της υποχρέωσης του φορέα του έργου για πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος δεν επέρχεται με μόνη την έκδοση, από το Περιφερειακό Ταμείο Κεντρικής Μακεδονίας σε διαταγή της αναδόχου κοινοπραξίας, τραπεζικής επιταγής και την παράδοση αυτής στον αιτούντα, ως εκπρόσωπο της κοινοπραξίας, αλλά με την είσπραξη από τον αιτούντα του ποσού της επιταγής, δ) ότι ο εκπρόσωπος αυτός έχει δικαίωμα να οπισθογραφεί, προς σκοπό είσπραξής τους, τις επιταγές που εκδίδει το Περιφερειακό Ταμείο Κεντρικής Μακεδονίας, κατ' εντολή του φορέα του έργου, για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος, αφού η οπισθογράφηση αυτή, που αποβλέπει στην είσπραξη των επιταγών, εμπίπτει στην εκπροσωπευτική εξουσία του αιτούντος, ως κοινού εκπροσώπου της κοινοπραξίας και δεν ανάγεται στις σχέσεις της κοινοπραξίας με τρίτους, ε) ότι, συνεπώς νομίμως αυτός, με την ανωτέρω ιδιότητα, οπισθογράφησε προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και κατέθεσε προς είσπραξη σε ατομικό του λογαριασμό κατάθεσης, στην ίδια τράπεζα, τις με αριθμούς … και … επιταγές, ποσού 871.252,25 ευρώ και 14.500 ευρώ, αντίστοιχα, τις οποίες είχε εκδώσει το Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Κεντρικής Μακεδονίας σε διαταγή της αναδόχου κοινοπραξίας για την πληρωμή του 5ου λογαριασμού του έργου, στ) ότι συνακόλουθα η γενόμενη οπισθογράφηση των παραπάνω επιταγών από την Κοινοπραξία προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με μόνη την υπογραφή του αιτούντος ήταν κατά πάντα έγκυρη και ισχυρή, η δε θέση της πληρώτριας Τράπεζας της Ελλάδος ότι η οπισθογράφηση ήταν μη κανονική δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στο νόμο και ζ) ότι υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το δικαίωμα της καθ' ης (πληρώτριας) να ελέγξει την τυπική νομιμοποίηση του αιτούντος ως οπισθογράφου των επίμαχων επιταγών (άρθρα 3, 19, 23 και 35 του Ν. 5960/33) και να μην πληρώσει αυτές ασκείται, έναντι του αιτούντος, καταχρηστικά. Ειδικότερα, η εκτεθείσα συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της καθ' ης, αρχικά να θεωρήσουν έγκυρη και ισχυρή την οπισθογράφηση των τεσσάρων πρώτων επιταγών από μόνο τον αιτούντα και να πληρώσουν αυτές και στη συνέχεια, μεταβάλλοντας στάση, παρά τις δοθείσες προς την καθ' ης αντίθετες οδηγίες του εκδότη των επιταγών-πελάτη της, να αρνηθούν την πληρωμή των παραπάνω δύο επιταγών, με αποτέλεσμα να προκαλούνται υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες για τον αιτούντα, ως κοινό εκπρόσωπο της αναδόχου κοινοπραξίας, αναφορικά με την ομαλή συνέχιση εκτέλεσης του εκτελεσθέντος δημόσιου έργου, υπερβαίνει προφανώς τα, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του πιο πάνω δικαιώματος της καθ' ης. Με αυτά τα δεδομένα η ένδικη αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμη. Επομένως πρέπει, αφού απορριφθεί η πρόσθετη υπέρ της καθ' ης παρέμβαση, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναγνωρισθεί ότι η καθ' ης υπέχει υποχρέωση, ως πληρώτρια Τράπεζα, να πληρώσει στον αιτούντα, ως εκπρόσωπο της αναδόχου κοινοπραξίας, τις προαναφερόμενες δύο τραπεζικές επιταγές, καθώς και τις επιταγές που θα εκδοθούν μελλοντικά σε διαταγή της Κοινοπραξίας για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος του ανωτέρω έργου:..."/Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα "και ιδίως από την από …2014 διαιτητική συμφωνία και από την από …2014 αίτηση του πρώτου εναγομένου, ως κοινού εκπροσώπου της Κοινοπραξίας, προς το διαιτητικό δικαστήριο, προκύπτει ότι η διαφορά, που ανέκυψε μεταξύ της Τραπέζης της Ελλάδος και του πρώτου εναγομένου, ως κοινού εκπροσώπου της Κοινοπραξίας "…" και ήχθη προς επίλυση στο διαιτητικό δικαστήριο, αφορούσε την άρνηση της Τραπέζης της Ελλάδος να πληρώσει στον προαναφερθέντα κοινό εκπρόσωπο της Κοινοπραξίας τις τραπεζικές επιταγές, που εκδίδονται από το Περιφερειακό Ταμείο Αναπτύξεως Κεντρικής Μακεδονίας και παραδίδονται σ' αυτόν, τις οποίες αυτός, εν συνεχεία, οπισθογραφεί και καταθέτει σε τραπεζικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος επί τω σκοπώ εισπράξεώς τους, ενόψει του υπ' αυτής προβαλλομένου ισχυρισμού ότι η οπισθογράφηση των επιταγών αυτών είναι πράξη διαχειρίσεως της Κοινοπραξίας και ότι, ακολούθως, έπρεπε να γίνεται από τους δύο διαχειριστές αυτής, της σχετικής γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου της Τραπέζης της Ελλάδος και του ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου, ως κοινού εκπροσώπου της Κοινοπραξίας ότι με την ιδιότητά του αυτή δικαιούται, κατ' άρθρο 39 του Ν. 3669/2008, να εισπράττει το εργολαβικό αντάλλαγμα του έργου "Περιφερειακή Οδός Κατερίνης" και, συναφώς, δικαιούται να παραλαμβάνει τις τραπεζικές επιταγές, που εκδίδονται από το Περιφερειακό Ταμείο Αναπτύξεως Κεντρικής Μακεδονίας και παραδίδονται σ' αυτόν, να οπισθογραφεί τις επιταγές αυτές και να τις καταθέτει προς είσπραξη στον τραπεζικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα. Η διαφορά αυτή είναι ιδιωτικού δικαίου και τα μέρη, που συνήψαν την διαιτητική συμφωνία είχαν εξουσία ελευθέρας διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς αυτής, αφού αντικείμενο της διαφοράς αυτής ήταν η εκ μέρους της Τραπέζης της Ελλάδος αμφισβήτηση του ενοχικού δικαιώματος του κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας, Γ. Π., να εισπράττει με την ιδιότητά του αυτή το εργολαβικό αντάλλαγμα εκ της εκτελέσεως του έργου "Περιφερειακή Οδός Κατερίνης" και δη του δικαιώματος του να εισπράττει με την ιδιότητά του αυτή τις τραπεζικές επιταγές, που εκδίδονται από το Περιφερειακό Ταμείο Αναπτύξεως Κεντρικής Μακεδονίας και παραδίδονται σ’ αυτόν και του δικαιώματος του να οπισθογραφεί τις επιταγές αυτές και να τις καταθέτει προς είσπραξη στον τραπεζικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα. Ενόψει όλων των ανωτέρω, τα από την ενάγουσα προβαλλόμενα με την κρινόμενη αγωγή της περί του ότι τα μέρη, που συνήψαν την διαιτητική συμφωνία (Τράπεζα της Ελλάδος και ο πρώτος εναγόμενος, ως κοινός εκπρόσωπος της αναδόχου Κοινοπραξίας) δεν είχαν την εξουσία ελευθέρας διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς εκ του λόγου ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δεν μπορούσε να θέσει υπό διαιτητική διάγνωση το εκ του Ν. 5960/1953 εκπορευόμενο δικαίωμά της ελέγχου της κανονικότητας των οπισθογραφήσεων των τραπεζικών επιταγών και ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν ο φορέας του επιδίκου δικαιώματος και ότι αυτός δεν είχε πληρεξουσιότητα και εξουσιοδότηση να ενεργεί μόνος του διαχειριστικές πράξεις της Κοινοπραξίας, τυγχάνουν απορριπτέα, το μεν διότι ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, το δε διότι είναι απολύτως αβάσιμα κατ' ουσίαν καθ' όσον: (α) Η καταχθείσα σε διαιτητική δίκη διαφορά δεν αφορούσε το δικαίωμα της Τράπεζας της Ελλάδος να ελέγχει την κανονικότητα των οπισθογραφήσεων των τραπεζικών επιταγών αλλά την υποχρέωσή της να πληρώσει στον πρώτο εναγόμενο, με την ιδιότητά του ως κοινού εκπροσώπου της Κοινοπραξίας τις ένδικες τραπεζικές επιταγές, που εκδίδονταν στο πλαίσιο συγκεκριμένης έννομης σχέσεως και οπισθογραφούνταν απ' αυτόν προς είσπραξη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 του Ν. 3669/2008 και (β) ο πρώτος εναγόμενος, ως κοινός εκπρόσωπος της Κοινοπραξίας δικαιούνταν, κατ' άρθρο 39 του Ν. 3669/2008, να εισπράττει τις τραπεζικές επιταγές της Κοινοπραξίας, που εκδίδονταν για την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος να οπισθογραφεί τις επιταγές αυτές και να τις καταθέτει σε τραπεζικό λογαριασμό του επί σκοπώ εισπράξεως.
Με τον 2° λόγο της αγωγής της, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η υπ' αριθμόν 20/2014 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου τυγχάνει ανύπαρκτη, διότι οι διαφορές που ήχθησαν σε διαιτησία, δεν είναι διαφορές ιδιωτικού δικαίου και δεν αφορούν ορισμένη έννομη σχέση. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 867 και 868 ΚΠολΔ συνάγεται ότι διαφορές ιδιωτικού δικαίου μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία και ότι συμφωνία για διαιτησία, που αφορά μελλοντικές διαφορές, είναι έγκυρη μόνον αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα των διαδίκων, προκύπτει ότι οι διαφορές, που υπήχθησαν σε διαιτησία με την απόφαση αυτή, είναι ιδιωτικού δικαίου και, κατά το μέρος που η, εν λόγω, διαιτητική συμφωνία αναφέρεται σε μελλοντικές διαφορές (και δη στην υποχρέωση της Τραπέζης της Ελλάδος, να πληρώσει τις "τυχόν μεταγενεστέρως εκδοθησόμενες σε διαταγή της Κοινοπραξίας τραπεζικές επιταγές στον κοινό της εκπρόσωπο, Γ. Π."), αφορά ορισμένη έννομη σχέση. Ειδικότερα, με την ένδικη από …2014 διαιτητική συμφωνία συμφωνήθηκαν επί λέξει τα εξής: "....1. Η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, με την από …2013 εργολαβική σύμβαση, ανέθεσε στην κοινοπραξία με την επωνυμία "…" την εκτέλεση του έργου "Περιφερειακή Οδός Κατερίνης". Με την υπ' αριθμόν …2013 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Τριαντ. Μπολιώτη-Καπερώνη, η κοινοπραξία διόρισε ως κοινό εκπρόσωπο της έναντι της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και των υπηρεσιών αυτής, τον Γ. Π. του Γ. Ο διορισμός αυτός του κοινού εκπροσώπου έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3669/2008 και η εκπροσωπευτική του εξουσία έναντι του κυρίου του έργου συμπεριελάμβανε και την είσπραξη του εργολαβικού ανταλλάγματος. Η πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας στην ανάδοχο κοινοπραξία γίνεται με την έκδοση από το Περιφερειακό Ταμείο Κεντρικής Μακεδονίας τραπεζικών επιταγών της Τραπέζης της Ελλάδος σε διαταγή της αναδόχου κοινοπραξίας που παραδίδονται στον κοινό εκπρόσωπο αυτής Γ. Π., ο οποίος, με την ιδιότητά του αυτή, σύμφωνα με όσα ο ίδιος ισχυρίζεται, τις οπισθογραφεί και τις καταθέτει προς είσπραξη σε ατομικό λογαριασμό του στην Εθνική Τράπεζα, ακολούθως δε οι επιταγές αυτές αποστέλλονται διά του Γραφείου Συμψηφισμού στην Τράπεζα της Ελλάδος. 2. Κατά την πληρωμή του εργολαβικού ανταλλάγματος με τον ανωτέρω τρόπο ανεφύει διαφορά μεταξύ της Τραπέζης της Ελλάδος και του Γ. Π., ως κοινού εκπροσώπου της αναδόχου Κοινοπραξίας εν όψει του ότι : Η εταιρία "ΑΝΑΣΤΗΛΩΤΙΚΗ ΑΤΕ", κοινοπρακτούν μέλος της αναδόχου κοινοπραξίας, με εξώδικες δηλώσεις της, αρχικά προς την Τράπεζα της Ελλάδος υπεστήριξε ότι ο κοινός εκπρόσωπος της αναδόχου κοινοπραξίας, Γ. Π. δεν δικαιούται, κατά νόμο, μόνος του να οπισθογραφεί και να καταθέτει σε ατομικό λογαριασμό του τις επιταγές, που παραλαμβάνει από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, καθόσον, όπως διατείνεται, οι πράξεις αυτές αποτελούν πράξεις διαχειρίσεως της κοινοπραξίας και απαιτείται η σύμπραξη αμφοτέρων των διαχειριστών αυτής. Αντιθέτως, ο κοινός εκπρόσωπος της κοινοπραξίας Γ. Π., υποστηρίζει ότι μόνος αυτός, με την ιδιότητά του ως κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας, δικαιούται να παραλαμβάνει, αλλά και περαιτέρω να οπισθογραφεί και να καταθέτει τις επιταγές σε ατομικούς του λογαριασμούς επί σκοπώ εισπράξεως του εργολαβικού ανταλλάγματος, ότι το δικαίωμά του αυτό εκπορεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 39 του Ν. 3669/2008 και από την πράξη διορισμού του ως κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας και ότι, διαφορετικά, αυτός στερείται του σχετικού δικαιώματος και αναιρείται έτσι η σχετική εξουσία του, που παρέχεται εκ του νόμου. Η Τράπεζα της Ελλάδος αρνήθηκε συναφώς την πληρωμή δύο (2) επιταγών και συγκεκριμένα της με αριθμό …2014 επιταγής, ποσού 871.252,25€ και της με αριθμό …2014 επιταγής, ποσού 14.500€ , λόγω "άτακτης" οπισθογραφήσεως, κατόπιν σχετικής γνωμοδότησης του Νομικού της Συμβουλίου. Ακολούθως, η Κοινοπραξία "…", με την από 10.4.2014, εξώδικη δήλωσή της, που περιήλθε στην Τράπεζα της Ελλάδος, την 16η-4-2014, ζήτησε την αναθεώρηση της εκπεφρασμένης νομικής άποψης της τελευταίας και την πληρωμή των επιταγών, προσκομίζουσα και νομικές γνωματεύσεις υπέρ των απόψεων της κοινοπραξίας. Κατόπιν των ανωτέρω, τα. συμβαλλόμενα μέρη καλοπίστως δηλώνουν την πρόθεση τους να επιλύσουν την μεταξύ τους αναφυείσα διαφορά διαιτητικώς και προς τούτο συμφωνούν τα ακόλουθα: (α) Ορίζουν διαιτητή για την επίλυση της διαφοράς τον Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου επί τιμής , (β) Ο διαιτητής θα αποφανθεί, αφού ακούσει τα συμβαλλόμενα μέρη, περί του εάν η Τράπεζα της Ελλάδος υπέχει ή όχι υποχρέωση εξόφλησης των επίδικων επιταγών, ως και των τυχόν μεταγενεστέρους εκδοθησομένων σε διαταγή της κοινοπραξίας, στον κοινό της εκπρόσωπο, Γ. Π., (γ) Το παρόν συνυποσχετικό επέχει θέση κοινής δήλωση υποβολής διαφοράς σε διαιτησία των συμβαλλομένων μερών ...". Από το ανωτέρω περιεχόμενο της από 10-7-2014 διαιτητικής συμφωνίας, προκύπτει ότι οι διαφορές που ήχθησαν στην διαιτησία είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορές.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της, εν λόγω, διαιτητικής συμφωνίας προκύπτει ότι, κατά το μέτρο που αυτή αναφέρεται σε μελλοντικές διαφορές, και δη στις τραπεζικές επιταγές που θα εκδοθούν μεταγενεστέρως, είναι έγκυρη αφού έχει συναφθεί εγγράφως και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην, εν λόγω, διαιτητική συμφωνία. Επομένως, με βάση τα ανωτέρω λεχθέντα, τα από την ενάγουσα υποστηριζόμενα, αντιθέτως, με τους ισχυρισμούς στην αγωγή της, ότι δηλαδή οι διαφορές, που ήχθησαν σε διαιτησία, δεν είναι διαφορές ιδιωτικού δικαίου ή ότι δεν αναφέρονται σε ορισμένη έννομη σχέση ή ότι η διαιτητική συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε, τυγχάνουν αβάσιμα κατ' ουσίαν στο σύνολο τους και συνεπώς απορριπτέα.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη αντιστοίχως τις από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρου 901 εδ. β και 867 ΚΠολΔ. Ειδικότερα αιτιάται ότι το Εφετείο δέχθηκε ως υπαρκτή την με αριθμό 20/2014 απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου , παρ' ότι αυτή εκδόθηκε επάνω σε αντικείμενο που δεν μπορούσε να υπαχθεί σε διαιτησία, εφόσον αυτό ήταν η εκ της αναγκαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 35 του ν. 5960/1933 υποχρέωση της ήδη τρίτης εναγόμενης και αναιρεσίβλητης τράπεζας να προβεί σε έλεγχο της κανονικότητας των οπισθογραφήσεων των ενδίκων τραπεζικών επιταγών , η οπισθογράφηση των οποίων ως πράξη διαχείρισης της αναδόχου κοινοπραξίας μπορούσε κατά ρητό όρο του καταστατικού αυτής να γίνει μόνο με την υπογραφή των δυο συνδιαχειριστών της [Γ. Π. και Α. Μ.].

Πλην, όμως από τις προαναφερθείσες επισκοπούμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης στην οποία ενσωματώνεται τόσο η από 10.7.2014 συμφωνία περί διαιτησίας ,όσο και η με αριθμό 20/2014 διαιτητική απόφαση, προκύπτει ότι αντικείμενο της συμφωνίας περί διαιτησίας, επί του οποίου απεφάνθη το διαιτητικό δικαστήριο, δεν ήταν η ανωτέρω εκτεθείσα από την ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα διαφορά , αλλά η εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος αμφισβήτηση του ενοχικού δικαιώματος του νομίμως διοριζόμενου κοινού εκπροσώπου της αναδόχου κοινοπραξίας εκτέλεσης δημοσίου έργου Γ. Π., να εισπράττει με την ιδιότητά του αυτή κατ' άρθρο 39 του Ν 3669/2008 το εργολαβικό αντάλλαγμα από την εκτέλεση του έργου και δη του δικαιώματος του να εισπράττει με την ιδιότητά του αυτή τις τραπεζικές επιταγές που εκδίδονταν εις διαταγήν της κοινοπραξίας και του δικαιώματος να τις οπισθογραφεί με λευκή οπισθογράφηση και να τις καταθέτει προς είσπραξη στον τραπεζικό του λογαριασμό στην Εθνική τράπεζα. Η διαφορά δε αυτή ήταν ιδιωτικού δικαίου και τα μέρη είχαν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου αυτής. Μετά ταύτα είναι αβάσιμοι οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 901 και 867 ΚΠολΔ ως στηριζόμενοι στην προαναφερθείσα αναληθή προϋπόθεση. [ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 584/2019].

4. Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη τις ακόλουθες πλημμέλειες α] από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 65 και 98 ΚΠολΔ, λόγος που είναι αβάσιμος, καθόσον οι ανωτέρω διατάξεις είναι δικονομικού δικαίου, β] από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που συνίσταται στην παρά το νόμο κατ' άρθρα 65 και 98 ΚΠολΔ μη κήρυξη ως απαράδεκτης της συμφωνίας διαιτησίας που κατ' ακολουθίαν οδηγεί στην αναγνώριση της ανυπαρξίας της διαιτητικής απόφασης, διότι στην εν λόγω συμφωνία δεν αναγράφεται το όνομα του Ι. Π. ως εκπροσώπου της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία μετά ταύτα δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα. Ο ανωτέρω λόγος υπό την εκτεθείσα αιτίαση, είναι αβάσιμος, καθόσον το κατ' άρθρο 65 ΚΠολΔ απαράδεκτο, δεν επέρχεται στην ως άνω περίπτωση, παρά μόνο όταν κατά την κατάρτιση της συμφωνίας διαιτησίας από τα μέρη αυτής ελλείπει εξουσιοδότηση [όχι η ειδική κατ' άρθρο 98 ΚΠολΔ].

5. Ελλείποντος άλλου αναιρετικού λόγου, η υπό κρίση αναίρεση απορρίπτεται, το καταβληθέν από την αναιρεσείουσα παράβολο πρέπει να εισαχθεί στο δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων [κατόπιν σχετικού αιτήματος τους] που παρέστησαν δια πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσαν προτάσεις. [άρθρα 106,176, 183, 192 παρ 2 ΚΠολΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 2496/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων το ύψος των οποίων ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή