ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 803/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 803/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 803/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 803 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 803/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την …/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Μαρία Τατσέλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Φ. του Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γκέκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2015 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 465/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από …2023 με αρ. εκθ. καταθ. …2023 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Α.Ε." κατά της αναιρεσίβλητης Μ. Φ., με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 152/2023 τελεσίδικη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, με την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του Ν. 3869/2010 σε συνδ. με τα άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), επί εφέσεως που άσκησε η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμ. 465/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, κατατέθηκε νομότυπα στις 10.10.2023 και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης (που δημοσιεύθηκε στις 31-3-2023) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566, 577 παρ. 1, 741 και 769 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, αυτή να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, την από …2015 (με αρ. κατ. …2015) αίτησή της κατά της καθ' ης και ήδη αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας, με την οποία επικαλούμενη έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, ζήτησε τη διευθέτηση αυτών (οφειλών) από το Δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της έναντι της ανωτέρω, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, και να επικυρωθεί, άλλως να ρυθμιστούν τα χρέη της, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 3869/2010 και να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 465/2018 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αίτηση. Κατά της απόφασης αυτής, η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από …2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 152/2023 τελεσίδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτήν και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επ' αυτής, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, όρισε μηδενικές καταβολές για τη ρύθμιση του χρέους, κατ' άρθρο 8 παρ. 5 του Ν. 3869/2010, εξαίρεσε από την εκποίηση την αναφερόμενη στο σκεπτικό της κύρια κατοικία της αιτούσας και για τη διάσωση αυτής την υποχρέωσε να καταβάλει στην καθ' ης και ήδη αναιρεσείουσα πιστώτριά της το ποσό των 72.000 ευρώ σε 240 μηνιαίες δόσεις, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της. Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από …2015 και με αρ. κατ. …2015 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 31.12.2015), ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του Ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του Α.Κ. , με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ. , που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1622/2024, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022). Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο, και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ’ αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1622/2024, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ (αντίστοιχη της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ), όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και πριν τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 26 του Ν. 5134/2024, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται μετά από έφεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2013, Ολ.ΑΠ 3/2014, ΑΠ 82/2025).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, για απόφαση ειρηνοδικείου ή απόφαση πρωτοδικείου επί έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 475/2023). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα (η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (10.10.2023), όπως ίσχυε πριν τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 26 του Ν. 5134/2024, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 71/2020). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1901/2024). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 473/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη), ηλικίας σήμερα 58 ετών, τυγχάνει διαζευγμένη με τον σύζυγό της Β. Δ. ήδη από το 2019, ενώ τελούσε σε διάσταση μαζί του ήδη από τα τέλη του 2002, διαμένει δε μετά των δύο μικρότερων σε ηλικία τέκνων της σε ένα αυτοτελές και διηρημένο διαμέρισμα..... το οποίον αποτελεί την μοναδική και κυρία κατοικία της και της ανήκει κατά δικαίωμα πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής σε ποσοστό 100%. Από τον γάμο της με τον άνω εν διαστάσει σύζυγό της, η εκκαλούσα απέκτησε τρία (3) τέκνα, ηλικίας σήμερα 34, 28 και 24 ετών, από τα οποία τα δύο μικρότερα σε ηλικία αποτελούσαν κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ρύθμισης των οφειλών της (2015) και έως την συζήτηση αυτής (2017) κατά Νόμο εξαρτημένα μέλη της οικογένειας της ......το δε μικρότερο σε ηλικία, ανήλικο κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησής της, τέκνο, αποτελεί και σήμερα εξαρτημένο και δη προστατευόμενο μέλος αυτής, καθώς διαμένει έως σήμερα μαζί της και δεν εργάζεται ούτε έχει εισοδήματα. Η εκκαλούσα τυγχάνει συνταξιούχος ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ), με μηνιαίες αποδοχές από την σύνταξή της ύψους 650 περίπου ευρώ μηνιαίως (... ετήσιο εισόδημα αυτής το ποσόν των 7.905 ευρώ). Τυγχάνει παράλληλα εγγεγραμμένη στο μητρώο ανεργίας του Ο.Α.Ε.Δ. (....από …2020 έως και …2021). Πέραν της άνω συντάξεώς της δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτει οιοδήποτε έτερο εισόδημα. Το άνω γεγονός, σε συνδυασμό με την ηλικία της εκκαλούσης αλλά και την γενικευμένη κρίση στην αγορά εργασίας και την αύξηση της ανεργίας ιδίως σε ηλικίες άνω των 50 ετών, καθιστούν ιδιαιτέρως δυσχερή, αν όχι αδύνατη, την εξεύρεση οιασδήποτε εργασίας εκ μέρους της, καθώς τυγχάνει ανειδίκευτη, με βασικό επίπεδο μόρφωσης και επί πολλά έτη αποκομμένη, λόγω ανεργίας της, από την αγορά εργασίας. Κατά τον χρόνο ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων (το έτος 2002), η αιτούσα ήταν έγγαμη και διέμενε στην προπεριγραφομένη κυρία κατοικία της μετά του συζύγου της και των τέκνων της. Ο σύζυγός της εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας και δη ως ομόρρυθμος εταίρος της Ομορρύθμου Εταιρείας με επωνυμία "…", στην οποία συμμετείχε σε ποσοστό 50% και της οποίας ήταν συνδιαχειριστής, ενώ και η ιδία εργαζόταν κατά το άνω χρονικό διάστημα ως ιδιωτική υπάλληλος σε αναψυκτήριο, με μηνιαίο εισόδημα ύψους, κατά μέσον όρο, 340 ευρώ, ως αποδεικνύεται από το εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2003, αφορόν τα εισοδήματα εντός του έτους 2002. Κατά δε το άνω έτος ανάληψης της επίδικης, μοναδικής οφειλής της προς την εκκαλουμένη (αναιρεσείουσα), η οποία αφορούσε παροχή εγγύησης υπέρ της προαναφερομένης Ομορρύθμου Εταιρείας στην οποία συμμετείχε ο πρώην σύζυγός της για σύμβαση πίστωσης ύψους έως 35.216 ευρώ, το ετήσιο οικογενειακό της εισόδημα ανέρχονταν σε ποσόν 8.435,56 ευρώ ήτοι σε ποσό 708 ευρώ/μήνα κατά μέσον όρο. Το δε οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας κατά τα μεταγενέστερα της ανάληψης της οφειλής της έτη ανήρχοντο: α) σε ποσόν 10.417 ευρώ για το οικονομικό έτος 2004 (εισοδήματα εντός του 2003) και δη 5.049 ευρώ για την εκκαλούσα και 5.368,57 ευρώ για τον τότε σύζυγό της, β) σε ποσόν 7.004,96 ευρώ για το οικονομικό έτος 2005 (εισοδήματα εντός του 2004) και δη 1.638,77 ευρώ για την εκκαλούσα και 5.367,19 ευρώ για τον τότε σύζυγό της, γ) σε ποσόν 8.533,91 ευρώ για το οικονομικό έτος 2006 (εισοδήματα εντός του 2005) και δη 3.867,06 ευρώ για την εκκαλούσα και 4.666,85 ευρώ για τον τότε σύζυγό της και δ) σε ποσόν 11.005,81 ευρώ για το οικονομικό έτος 2007 (εισοδήματα εντός του 2006) και δη 3.488,02 ευρώ για την εκκαλούσα και 7.517,79 ευρώ για τον τότε σύζυγό της. Μετά τα μέσα του έτους 2006 η άνω επίδικη οφειλή για την οποία παρείχε εγγύηση η εκκαλούσα έπαυσε να εξυπηρετείται από την άνω Ομόρρυθμη Εταιρεία και τους Ομορρύθμους Εταίρους και την 20.10.2006 έκλεισε οριστικώς ο τηρούμενος από την αντίδικο (με επωνυμία τότε "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.") λογαριασμός εξυπηρέτησης της επιδίκου οφειλής, ως ομολογεί και η ίδια η εκκαλούσα στην αίτηση ρύθμισης των οφειλών της. Κατά τα επόμενα έτη, η εκκαλούσα εργάστηκε ως ιδιωτική υπάλληλος και δη ως ταμίας σε επιχείρηση "ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ", ενώ ήδη από τον Απρίλιο του 2015 παρέμεινε ανυπαιτίως άνεργη, υπέβαλλε δε αίτηση απονομής σύνταξης γήρατος την …2015. Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης ρύθμισης των οφειλών της και δη το έτος 2002, η αιτούσα/εκκαλούσα είχε αναλάβει, ως εγγυήτρια υπέρ της Ομορρύθμου Εταιρείας στην οποία συμμετείχε ο τότε σύζυγός την προαναφερομένη οφειλή, όπως αυτή καταγράφεται στην προσαγόμενη αναλυτική κατάσταση οφειλών εντός του 2015, την οποία της χορήγησε η εκκαλουμένη πιστώτριά της κατ' άρθρον 2 Ν. 3869/2010 και την οποία συμπεριλαμβάνει στην αίτηση ρύθμισης των οφειλών της, ανερχομένη σε ποσόν 82.540,32 ευρώ (κεφάλαιο: 48.502,38 ευρώ, τόκοι: 34.037,94 ευρώ, έξοδα: μηδέν ευρώ). Στην άνω οφειλή ενεχόταν, πέραν της πρωτοφειλέτιδος άνω Ομορρύθμου Εταιρείας, ως εγγυητές, τόσο ο άνω τότε σύζυγός της και ο συνεταίρος του Δ. Ζ. όσο και η σύζυγος του τελευταίου Μ. Φ. του Φ., ως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από αμφοτέρους τους διαδίκους δανειακή σύμβαση πίστωσης, με αριθμό …2002. Η δε τελευταία ενήμερη δόση αποπληρωμής των οφειλών της εκκαλούσας, η οποία κατά την άνω σύμβαση δεν ήταν σταθερή (καθώς αφορούσε αποπληρωμή οφειλομένων και δεδουλευμένων ανά έκαστον μήνα τόκων) ανέρχονταν κατά τον χρόνο καταγγελίας της επίδικης σύμβασης (το έτος 2006) σε ποσόν όχι μικρότερο των 350 ευρώ το μήνα, κατά δε τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ρύθμισης των οφειλών της στο Ειρηνοδικείο Λάρισας δεν μπορεί να υπολογιστεί, καθώς είχε καταγγελθεί η επίδικη σύμβαση προ ετών, με αποτέλεσμα αφενός να καταστεί η οφειλή ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στο σύνολό της, αφετέρου είχε διογκωθεί δραματικά λόγω επιβάρυνσής της με τόκους, τόσο δεδουλευμένους όσο και υπερημερίας, ως και με διαρκή ανατοκισμό (χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι με αρχικό κεφάλαιο πίστωσης 35.216 ευρώ και οφειλή κατά τον χρόνο οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού αυτής ύψους 35.935,50 ευρώ, η εκκαλούσα φέρεται να οφείλει, εντός του έτους 2015 και πριν την κατάθεση της αίτησής της, ποσόν 82.540,32 ευρώ, το οποίον έως την ημερομηνία συζήτησης της αίτησής της διαμορφώθηκε σε 145.000 περίπου ευρώ συνολικώς, ως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και την εξέταση της εκκαλούσας που περιλαμβάνεται στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Από τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι οφειλές της εκκαλούσας είναι, στο σύνολό τους, κοινές με αυτές του πρώην συζύγου της και του συνεταίρου του, ως και της συζύγου του τελευταίου, ανερχόμενες κατά τον χρόνο παροχής της εγγυητικής της ευθύνης σε ποσόν 35.216 ευρώ, το οποίον είχε δυνατότητα, με τα τότε οικογενειακά εισοδήματά της και δεδομένης της ευθύνης και των λοιπών ενεχομένων στην άνω οφειλή (πρωτοφειλέτιδος εταιρεία και λοιπών εγγυητών), να το εξυπηρετήσει έως την αποπληρωμή αυτού, σύμφωνα και με τα ευλόγως αναμενόμενα τότε εισοδήματά της για το μέλλον, καθώς εργαζόταν σε σταθερή εργασία, ευελπιστούσε στην βελτίωση της οικονομικής κατάστασης και του συζύγου της μέσω της τότε ασκουμένης επαγγελματικής του δραστηριότητας και βασιζόταν και στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση των λοιπών ενεχομένων, στην αυτήν οφειλή, εγγυητών υπέρ της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας, ήτοι του συνεταίρου του συζύγου της και της συζύγου αυτού, δεδομένου και του μικρού ύψους της άνω οφειλής κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης.

Περαιτέρω, η εκκαλούσα παρείχε την επίδικη εγγύηση υπέρ του τότε συζύγου της από λόγους ηθικού καθήκοντος και δη λόγω έντονων παρακλήσεων αυτού, ευελπιστώντας στην βελτίωση της οικονομικής του κατάστασης προκειμένου αυτός να παρέχει οικονομική στήριξη στα τέκνα της, καθώς έως τότε επιβαρυνόταν κυρίως η ιδία, με το περιορισμένο εισόδημά της, τις δαπάνες διαβίωσής τους. Η παροχή της άνω εγγύησης, .....δόθηκε στα πλαίσια της υποχρέωσης στήριξης και αρωγής στον τότε σύζυγό της, λόγω της στενής οικογενειακής τους σχέσης, χωρίς να προβλέψει ούτε την πιθανότητα μη αποπληρωμής της επίδικης οφειλής ούτε να αποδεχθεί το ενδεχόμενη μη αποπληρωμής αλλά έχοντας την πεποίθηση ότι η οφειλή αυτή θα αποπληρωθεί από την πρωτοφειλέτιδα Ομόρρυθμη Εταιρεία και τους Ομορρύθμους Εταίρους αυτής, που επίσης συμβλήθηκαν στην επίδικη σύμβαση. Άλλωστε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις συνήθειες που επικρατούν στις τραπεζικές συναλλαγές, και η ίδια η πιστώτρια δεν απέβλεψε κατά την παροχή της εγγύησης μόνον στο εισόδημα της εκκαλούσας, αλλά και στην ακίνητη περιουσία που διέθετε, ως και στα εισοδήματα και την ακίνητη περιουσία των λοιπών ενεχομένων στην άνω σύμβαση πίστωσης, με συνέπεια αφενός να κρίνει επαρκή τα εισοδήματα και τις εμπράγματες εξασφαλίσεις αυτής, αφετέρου να αποδεχθεί τον όποιο κίνδυνο μη αποπληρωμής της, εάν ήθελε κριθεί ότι πράγματι υφίστατο τέτοιος κατά το χρονικό διάστημα σύναψης της επίδικης σύμβασης πίστωσης. Αναφέρεται ότι για την κρίση περί δυνατότητας ή μη εξυπηρέτησης της επιδίκου οφειλής κατά τον χρόνο ανάληψής της θα πρέπει να συνεκτιμηθεί το εισόδημα και εν γένει η οικονομική δυνατότητα απάντων των ενεχομένων σε αυτήν την σύμβαση προσώπων, φυσικών και νομικών, και όχι μόνον αυτή της εκκαλούσας. Δεν απεδείχθη συνεπώς δολία συμπεριφορά της εκκαλούσας στην περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών, ούτε κατά τον χρόνο ανάληψης της επίδικης οφειλής της ούτε και σε μεταγενέστερο χρόνο.

Περαιτέρω, απεδείχθη ότι, τόσο κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης ρύθμισης των οφειλών της όσο και κατά τον χρόνο συζήτησης αυτής, η αιτούσα βρισκόταν σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, κατά την έννοια του άρθρου 1 Ν. 3869/2010, καθώς αδυνατούσε με τα τότε εισοδήματά της να εξυπηρετήσει την επίδικη οφειλή (απαιτουμένη ήδη στο σύνολό της και διαρκώς διογκουμένη) και να καλύψει ταυτόχρονα τις βιοτικές ανάγκες της ιδίας και των άνω τέκνων της, οι οποίες ανάγονταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε ποσόν έως 900 ευρώ μηνιαίως για συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης κατ' άρθρον 2 παρ. 1 Σ. , αφορώσες σίτιση, ένδυση και υπόδηση, μετακινήσεις και κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της οικίας τους, ..... η αιτούσα, ήδη από τον χρόνο κατάθεσης της κρινομένης αιτήσεως ρύθμισης των οφειλών της και δη περί τα τέλη του 2015, είχε περιέλθει (από κοινού με τον τότε εν διαστάσει σύζυγό της) σε κατάσταση γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της προς την καθ' ης εφεσίβλητη πιστώτριά της, κατάσταση η οποία διατηρείται έως σήμερα λόγω μεταγενεστέρων και επισυμβάντων έως σήμερα αιφνίδιων επιβαρυντικών γεγονότων (επιδείνωση της κατάστασης υγείας του άνω τέκνου της, διάσταση και εν συνεχεία λύση του γάμου της με τον πρώην σύζυγό της και χρονία ανεργία της .......) και δεν οφείλεται σε δόλο της (δεδομένου και του ότι η σχετική ένσταση δεν προβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο, ώστε να ερευνηθεί περαιτέρω, ως έγινε δεκτό στην μείζονα σκέψη της παρούσας). Απεδείχθη ακολούθως ότι η άνω οικονομική της αδυναμία-έχει μόνιμο χαρακτήρα, και συνεχίστηκε και τα επόμενα έτη, έως και σήμερα. ..... Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας εξαιρετικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα ανεπάρκεια εισοδήματος, αφού το εκτιμώμενο ελάχιστο μηνιαίο κόστος διαβίωσης της ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 900 ευρώ μηνιαίως για την αντιμετώπιση των βιοτικών της αναγκών, για διατροφή, θέρμανση, ΔΕΗ, ύδρευση, ανελαστικές δαπάνες προς ΔΟΥ, ιατροφαρμακευτικές δαπάνες κ.λ.π. , προκειμένου να εξασφαλιστεί σε αυτήν και το τέκνο της ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης και δεδομένου ότι τόσο αυτή όσο και το ενήλικο τέκνο της πάσχουν από χρόνια προβλήματα υγείας για την αντιμετώπιση των οποίων απαιτείται συνεχής ιατρική παρακολούθηση και ειδική φαρμακευτική αγωγή, οι οποίες δεν καλύπτονται από ασφαλιστικό ταμείο. Το άνω ποσόν δεν διαθέτει η ιδία καθώς το εισόδημά της υπολείπεται αυτού, αναγκάζεται ακολούθως να διαβιώνει σε συνθήκες σαφώς επαχθέστερες αυτών που επιτάσσει η κατά τα άνω ελάχιστη αξιοπρεπή της διαβίωση....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και με επάλληλη αιτιολογία και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την ένσταση της αναιρεσείουσας περί δόλου της αιτούσας - αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμο τον αντίστοιχο λόγο την έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αίτηση και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, την διακράτηση της υπόθεσης και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, και ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας-αναιρεσίβλητης, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της. Ήδη, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, για το λόγο ότι απέρριψε ως αόριστη την ένστασή της περί δόλιας περιέλευσης της αναιρεσίβλητης - αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, αξιώνοντας πρόσθετα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου. Επί πλέον, με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παράβαση της ίδιας ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης, παραθέτοντας τις παραδοχές, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, ως προς την κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου για το ότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσίβλητη περιήλθε άνευ δόλου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των νομίμως κατατεθεισών προτάσεων της καθ' ης η αίτηση - αναιρεσείουσας προκύπτει ότι, αυτή πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας - αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Την ένσταση αυτή η αναιρεσείουσα επανέφερε παραδεκτά, ως εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προτάθηκε δε αυτή από την ως άνω πιστώτρια κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ορισμένο, γιατί περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν νομικά την εν λόγω ένσταση. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται σε αυτές (προτάσεις) ότι η αιτούσα, στις αρχές του έτους 2002, υπέγραψε ως εγγυήτρια μέχρι του ποσού των 35.216 ευρώ, στην με αριθ. …2002 σύμβαση εμπορικής πίστωσης που συνήφθη μεταξύ της καθ' ης - αναιρεσείουσας και της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "…", ο εκ των εταίρων της οποίας Β. Δ. ήταν ο νόμιμος σύζυγός της, ότι η σύμβαση αυτή, λόγω της μη εξυπηρέτησής της, καταγγέλθηκε (έκλεισε) την 20.10.2006, ότι μετά την πάροδο 2 ημερών, η αιτούσα μεταβίβασε όλη την εμφανή περιουσία της με χαριστικές δικαιοπραξίες (δωρεά) στην μητέρα της Α. Ζ. την επικαρπία της και στην θυγατέρα της Χ. Δ. την ψιλή κυριότητα της περιουσίας της, ότι, πέραν τούτων, έχει περιέλθει δολίως σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, καθώς η ίδια, ως μέσος συνετός άνθρωπος, με εμπειρία, αν και γνώριζε απόλυτα τις συνέπειες του υπέρμετρου δανεισμού, επέλεξε να υπογράψει ως εγγυήτρια στην επίμαχη σύμβαση, εν γνώσει της ενδεχόμενης αδυναμίας κάλυψής του οφειλομένου ποσού, ότι δεν αναφέρει ποιες ήταν οι συνθήκες που υπήρχαν κατά τη λήψη των δανείων και μεταβλήθηκαν στη συνέχεια, και ότι το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δόλια προχώρησε στην ανάληψη εγγυητικής ευθύνης για το ποσό του δανείου. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την παραδεκτώς προβληθείσα εν λόγω ένσταση, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ, διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από αυτές.

Περαιτέρω, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, κρίνοντας, με επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, ότι η άνω προβληθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, είναι (εκτός από αόριστη) απορριπτέα και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που παρατέθηκαν και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο διότι, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αναιρεσίβλητη περιήλθε χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία, δεχόμενο: α) ότι, κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής υποχρέωσης (11.1.2002), η αιτούσα - αναιρεσίβλητη εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος σε αναψυκτήριο, με μηνιαίο εισόδημα ύψους κατά μέσο όρο 340 ευρώ, β) ότι το ετήσιο ατομικό εισόδημά της ανέρχονταν κατά το έτος 2003 σε 5.049 ευρώ, κατά το έτος 2004 σε 1.638,77 ευρώ, κατά το έτος 2005 σε 3.867,06 ευρώ και κατά το έτος 2006 σε 3.488,02 ευρώ και δεν διαθέτει άλλο εισόδημα, γ) ότι η μηνιαία δαπάνη αυτής και του προστατευόμενου τέκνου της ανέρχεται λόγω και των προβλημάτων υγείας αυτών σε 900 ευρώ, δ) ότι η τελευταία ενήμερη μηνιαία δόση αποπληρωμής της οφειλής ανερχόταν σε ποσό όχι μικρότερο των 350 ευρώ, δ) ότι η παροχή της εγγύησης δόθηκε στο πλαίσιο της υποχρέωσης στήριξης και αρωγής στον (τότε) σύζυγό της, λόγω της στενής οικογενειακής τους σχέσης με τον οποίο, από τα τέλη του έτους 2002, τελούσε σε διάσταση και ο οποίος ήταν ομόρρυθμο μέλος της πρωτοφειλέτιδας ομόρρυθμης εταιρίας, ε) ότι είχε την πεποίθηση ότι η οφειλή αυτή θα αποπληρωθεί από την πρωτοφειλέτιδα ομόρρυθμη εταιρεία και τους ομορρύθμους εταίρους αυτής, που επίσης συμβλήθηκαν στην επίδικη σύμβαση, στ) ότι για την εξυπηρέτηση της επίδικης σύμβασης, ευελπιστούσε στην βελτίωση της οικονομικής της κατάστασης αυτής και του συζύγου της και βασιζόταν και στην περιουσιακή και οικονομική κατάσταση των λοιπών ενεχομένων, στην αυτήν οφειλή, εγγυητών υπέρ της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, χωρίς, ωστόσο, να αιτιολογεί εάν, κατά τον χρόνο της ανάληψης της υποχρέωσης, βάσιμα και σύμφωνα με ποιά στοιχεία πίστευε η αναιρεσίβλητη, ότι, παρά το μικρού ύψους εισόδημά της σε σχέση με τις ανάγκες διαβίωσης και την δόση αποπληρωμής, δεν ήταν αμφίβολη η αποπληρωμή της, παραβλέποντας μάλιστα ότι δεν είχε άλλο εισόδημα, ικανό να ανταποκριθεί στις δανειακές της υποχρεώσεις σε περίπτωση αδυναμίας του συζύγου της να συμβάλλει στην αποπληρωμή τους. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο, με την επάλληλη αιτιολογία, διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δη ότι η ανωτέρω περί δόλου ένσταση της αναιρεσείουσας είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς να διαλάβει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του πραγματικού των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου κανόνων για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε.

Συνεπώς, ο πρώτος και ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αναιρετικούς λόγους, από τους αριθμούς 1 και 6, αντίστοιχα, του άρθρ. 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου, κατά το πρώτο σκέλος του, και του τρίτου από τους λόγους αναιρέσεως (για πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ) διότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγων, που έγιναν δεκτοί, καθιστούν αλυσιτελή την εξέτασή τους. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 507/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 152/2023 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε αυτή για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή