ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 806/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 806/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 806/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 806 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 806/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την …/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων - καθ' ων η κλήση: 1) Σ. Κ. του Θ., 2) Π. Κ. του Σ., 3) Θ. - Φ. Κ. του Σ., 4) Ε. Κ. του Σ. και 5) Σ. συζ. Σ. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Π. Ρ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Ν. Α. - Μ. του Α., κατοίκου ... (περιοχή …), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 813/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1090/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από …2015 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1093/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από …2021 κλήση των αναιρεσιβλήτων - καλούντων.

Με την υπ' αριθμό …/2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 307 εδ. α' και β' ΚΠολΔ "Αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ 572/2024, ΑΠ 200/2024).

Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 56/2025, ΑΠ 1860/2024, ΑΠ 855/2024). Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική και αντιστρόφως, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 56/2025, ΑΠ 1860/2024, ΑΠ 855/2024), ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 914/2024, ΑΠ 572/2024, ΑΠ 200/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από …/2021 κλήση των αναιρεσιβλήτων εισήχθη προς συζήτηση, κατά τη δικάσιμο της …/2023, η από …/2015 (αριθμ. καταθ. …/2016) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1090/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1093/2021 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης λόγω μη κλήτευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης συζητήθηκε κατά την αρχική δικάσιμο της …/2023, αντιμωλία των διαδίκων. Επειδή, όμως, μετά την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Χριστίνας-Ζαφειρίας Γαβριηλίδου, με την από …/2024 και υπ' αριθμ. …/2024 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με την υπ' αριθμ. …/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νέα δικάσιμος (…/2025) προς επανάληψη της συζήτησης. Κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν εμφανίσθηκαν οι διάδικοι. Από τα από …/2025 και από …/2024 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών του Αρείου Πάγου, Β. Σ. και Π. Ε., προκύπτει ότι, ακριβή αντίγραφα της προαναφερόμενης πράξης της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μαζί με την κλήση προς παράσταση για επανάληψη της συζήτησης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νέα δικάσιμο (…/2025), επιδόθηκαν, νομότυπα και εμπρόθεσμα, τόσο στην πληρεξουσία και αντίκλητο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, Αθανασία Σταυρή, όσο και στον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων, Χρήστο Μαυρομάτη. Επομένως, οι διάδικοι, παρά την απουσία τους, εφόσον κλητεύθηκαν νόμιμα και είχαν παραστεί κατά την αρχική συζήτηση, δικάζονται αντιμωλία.

Με την από …/2015 (αριθμ. καταθ. …2016) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1090/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (αρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση του τέταρτου βιβλίου του ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 4/1/2016, ήτοι εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 6/12/2015, όπως τούτο αναφέρεται από τους τελευταίους στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1090/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από …/2012 (με αριθμ. καταθ. …/2012) ανακοπή κατά της υπ' αριθμ. …/2012 διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 813/2013 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων που άσκησε η εταιρία με την επωνυμία "…", απέρριψε την ανακοπή. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από …/2013 (με αριθμ. καταθ. …/2013) έφεσή τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε επί της ουσίας την ανακοπή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή απόδοσης μισθίου και εν μέρει τη διαταγή πληρωμής μισθωμάτων κατά το ποσό των 67.264 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μισθώματα του χρονικού διαστήματος από …/2012 έως …/2012, ενώ επικύρωσε την ως άνω διαταγή πληρωμής κατά το επιδικασθέν ποσό των 16.000 ευρώ για οφειλόμενη εγγυοδοσία. Σημειώνεται, ότι δεν απαιτείται και επίδοση κλήσης, κατ' άρθρο 81 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, στην προσθέτως παρεμβαίνουσα (στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) υπέρ των αναιρεσιβλήτων εταιρία, για να παραστεί αυτή στη συζήτηση της αναίρεσης, αφού, όπως προεκτέθηκε, η πρόσθετη παρέμβαση αυτής είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι αν η πρόσθετη παρέμβαση στο δικαστήριο ουσίας έχει απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο παρεμβάς δεν καλείται στις περαιτέρω διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 1036/2022, ΑΠ 572/2022, ΑΠ 688/2018).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. α' και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται λόγοι αναίρεσης, α) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου και β) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 382/2025, ΑΠ 935/2024, ΑΠ 502/2024). Επίσης, για την πληρότητα του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 123/2024), προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και: α) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Για το ορισμένο των ως άνω αναιρετικών λόγων, με τους οποίους προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης πρέπει να παρατίθενται πλήρεις. Η έκθεση με πληρότητα και σαφήνεια των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης. Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτών των αναιρετικών λόγων (ΑΠ 2089/2025, ΑΠ 1755/2025, ΑΠ 382/2025). Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος, αλλά ούτε και από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη συνιστούν σφάλμα και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αίτηση αναίρεσης, ενώ, αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό (ΑΠ 165/2025, ΑΠ 75/2025, ΑΠ 972/2022). Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής, οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση. Γι' αυτό τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής (ΑΠ 972/2022). Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 § 1 KΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεώς του, είναι η ομολογία που γίνεται, προφορικά ή γραπτά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη και αποτελεί πλήρη απόδειξη. Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο, αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 761/2020).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από τον νόμο (άρθρο 340 KΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 1173/2025, ΑΠ 669/2024). Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, όπως είναι και η δικαστική ομολογία. Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά: α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του. Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1372/2025, ΑΠ 1352/2024, ΑΠ 1106/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες α) της ευθείας παραβίασης του άρθρου 11 του ΠΔ 34/1995, δια της εσφαλμένης ερμηνείας του και β) της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Οι διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις, στις οποίες επιχειρείται η θεμελίωση των ως άνω αναιρετικών λόγων, συνίστανται (συνοπτικά) στο ότι, με το από …/2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης επαγγελματικής στέγης, οι ήδη αναιρεσείοντες εκμίσθωσαν στους ήδη αναιρεσίβλητους δύο συνεχόμενα και ενωμένα καταστήματα, που βρίσκονται στο ισόγειο πολυκατοικίας επί της συμβολής των οδών … και … στην Αθήνα και ότι στον όρο 3 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού προβλέφθηκε δικαίωμα των μισθωτών να συστήσουν εταιρεία οποιασδήποτε μορφής, στην οποία θα συμμετέχει υποχρεωτικά ο Ν. Α.-Μ. (δεύτερος αναιρεσίβλητος), με ποσοστό τουλάχιστον 50%, καθώς και υποχρέωσή τους να παραδώσουν στους εκμισθωτές αντίγραφο του καταστατικού της εταιρείας εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευσή της, όπως επίσης ότι οι μισθωτές θα ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την καταβολή του μισθώματος, παραιτούμενοι του δικαιώματος της διζήσεως. Ότι ο εκ των μισθωτών Ν. Α.-Μ. (ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος) προέβη στις …/2012 στη σύσταση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…", στην οποία συμμετείχε ως ετερόρρυθμος εταίρος με ποσοστό 50% και ότι, παρά τη συμβατική τους υποχρέωση, οι αναιρεσίβλητοι δεν γνωστοποίησαν στους αναιρεσείοντες τη σύσταση της ως άνω εταιρείας ούτε τους παρέδωσαν το καταστατικό της. Ότι στις 12/4/2013, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και η ως άνω εταιρεία γνωστοποίησαν στους αναιρεσείοντες, με κοινοποίηση της από 4/4/2013 εξώδικης δήλωσής τους, την "υπεισέλευση σε επαγγελματική μίσθωση" της εν λόγω εταιρείας και ότι με την εξώδικη αυτή δήλωσή τους ομολογούν την αποξένωση των αρχικών μισθωτών από το μίσθιο και την υπεισέλευσή τους στη σύμβαση της μίσθωσης και, κατ' επέκταση, την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης των ήδη αναιρεσίβλητων για την άσκηση της ανακοπής και, τέλος, ότι στην σελίδα 9 της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται τα εξής: "...Εξάλλου, ούτε με τη γενόμενη στις 12/4/2013 γνωστοποίηση προς τους εκμισθωτές της σύστασής της, η ως άνω εταιρεία εκδήλωσε προς αυτούς τη βούλησή της να αναδεχθεί τα επιδικασθέντα με την ανακοπτόμενη διαταγή καθυστερημένα μισθώματα, που αφορούσαν στην επίμαχη-προηγούμενη μισθωτική περίοδο...", πλην όμως, εσφαλμένα χαρακτηρίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση "ατυχής η χρήση της νομικής έννοιας του δικαιώματος της διζήσεως" στο άρθρο 3 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, εφόσον με αυτό προβλέπεται, μετά τη μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, άλλως την παραχώρηση του μισθίου σε τρίτον, η μεταβολή των μισθωτών σε εγγυητές και η έννοια αυτή προσιδιάζει αποκλειστικά στις διατάξεις περί εγγύησης. Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, ήτοι την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν καθορίζεται ποιο σαφές και συγκεκριμένο νομικό σφάλμα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 11 του ΠΔ 34/1995, ενώ, επίσης, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με τις οποίες παραβιάσθηκε η προαναφερθείσα διάταξη, παρά μόνον, αναγράφεται η συγκεκριμένη, μεμονωμένη και επιλεκτική παραδοχή, από το σύνολο των παραδοχών, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την κρίση του, ότι οι εκκαλούντες-ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι νομιμοποιούνται ενεργητικά να ασκήσουν την ανακοπή για την ακύρωση της υπ' αριθμ. …/2012 διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα αντίθετα. Ακολούθως, επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, είναι ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης και ως προς το δεύτερο σκέλος του, ήτοι την εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού οι αναιρεσείοντες περιορίζονται στην επίκληση των όσων ορίζει το άρθρο 352 ΚΠολΔ για την αποδεικτική δύναμη της δικαστικής ομολογίας, πλην όμως, ουδόλως επικαλούνται τέτοια ομολογία των ήδη αναιρεσίβλητων, ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση ή εντεταλμένου δικαστή, ούτε το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμή της, μόνη δε η γενικόλογη αναφορά σε "ομολογία" υπεισέλευσης στη μισθωτική σύμβαση της εταιρείας "…", με την από 12/4/2013 γνωστοποίηση, στην οποία δεν αποδίδεται από το νόμο δύναμη απόδειξης δεσμευτική για το δικαστήριο, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του άνω λόγου αναίρεσης.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι α) το δικαστήριο της ουσίας, κρίνοντας ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι στερήθηκαν τη χρήση του μισθίου κατά το χρονικό διάστημα από 15/2/2012 έως 14/6/2012 παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι αυτό έφερε νομικό ελάττωμα, κατόπιν αιτήσεως της εταιρείας "…", την …/2012 χορηγήθηκε σ' αυτήν προέγκριση αδείας λειτουργίας εστιατορίου στο μίσθιο κατάστημα με τρίμηνη ισχύ, "όπως τούτο πανθομολογείται από άπασες τις διάδικες πλευρές και κάνει δεκτό η αναιρεσιβαλλόμενη" και β) ότι το Εφετείο ανεπαρκώς αιτιολόγησε την παραδοχή της ανακοπής ως προς το σκέλος των μη καταβληθέντων μισθωμάτων, περιοριζόμενο στην κρίση ότι "...Λόγω ύπαρξης όμως πολεοδομικών παραβάσεων και αυθαίρετων κατασκευών στο μίσθιο, όπως αυτές διαπιστώθηκαν και περιγράφονται στην με αρ. πρωτ. …2012 έκθεση αυτοψίας των υπαλλήλων της Δ/νσης Πολεοδομίας του Δήμου Αθηναίων, με την οποία αρμοδίως χαρακτηρίστηκε ως αυθαίρετη η καθαίρεση τοιχοποιίας και εσωτερικές διαρρυθμίσεις συνένωση των δύο καταστημάτων, η μετατόπιση και αλλαγή χρήσης του μεσωπατώματος ....η άδεια λειτουργίας δεν θα ήταν εφικτό να εκδοθεί μέχρι και 14.6.2012, μέχρις ότου δηλαδή να εισαχθεί και κριθεί από το αρμόδιο Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων η πληρότητα και νομιμότητα του αιτήματος χορήγησής της, με βάση την ως άνω "τακτοποίηση"...".
Με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του, ήτοι την εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν γίνεται επίκληση με το αναιρετήριο συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, της κατά τον νόμο αποδεικτικής δύναμής του και της αποδεικτική δύναμης που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο, ούτε συνιστά επίκληση τέτοιου αποδεικτικού μέσου και δη δικαστικής ομολογίας, με δεσμευτική αποδεικτική ισχύ, ο ισχυρισμός ότι "τούτο πανθομολογείται από άπασες τις διάδικες πλευρές". Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, είναι ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης και ως προς το δεύτερο σκέλος του, ήτοι την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, και μάλιστα ενάριθμα, που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, β) οι κρίσιμες πλήρεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά παρατίθεται μόνο το προαναφερόμενο απόσπασμα της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, από το σύνολο των παραδοχών, στις οποίες το Εφετείο στήριξε τη φερόμενη ως εσφαλμένη κρίση του αναφορικά με την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής κατά το ποσό των επιδικασθέντων μισθωμάτων (67.264 ευρώ), με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος επί του ζητήματος αυτού και γ) οι επιπλέον παραδοχές που έπρεπε να περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν με κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 180 § 1, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ - ΑΠ 1761/2023), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …/2015 (με αριθμ. καταθ. …/2016) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1090/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή