Απόφαση 807 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 807/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την …/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αμαλία Βασιλοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.&Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2017 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5177/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5478/2018 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από …2018 αίτησή του.
Με την υπ' αριθμό …/2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αμαλία Βασιλοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 30 του Ν. 5221/2025 (με έναρξη ισχύος, κατ' άρθρο 168 παρ.3 του ίδιου νόμου, από 1-1-2026) και τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης, ορίζεται ότι "αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αποχώρηση από την υπηρεσία δικαστή μέλους της σύνθεσης λόγω συνταξιοδότησης ή παραίτησης (ΑΠ 200/2024).
Εξάλλου η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η κατά το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1476/2025). Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 200/2024, ΑΠ 701/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την, με αριθ. …/2024, πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, φέρεται προς επανασυζήτηση, στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η από …2018 (αριθ. κατάθεσης …/2018) αίτηση αναίρεσης του Δ. Χ., κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αναίρεσης εκ μέρους της εισηγήτριας Αρεοπαγίτου, Χριστίνας-Ζαφειρίας Γαβριηλίδου, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της …2023. Κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης (…2023), όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, τόσο ο αναιρεσείων, όσο και το αναιρεσίβλητο, παραστάθηκαν εκπροσωπούμενοι ο μεν αναιρεσείων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Ηλία Φουφόπουλο, το δε αναιρεσίβλητο από την Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Ανδριανή Κατσαρού. Κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας (21-11-2025), επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ., συζήτηση, η οποία αποτελεί, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, το μεν αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε δια της Παρέδρου Ν.Σ.Κ. Νικολέτας Παπαρούνη, ο δε αναιρεσείων, δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί αν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (επαναλαμβανόμενη συζήτηση).
Όπως προκύπτει, από το από …2025 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου … , Ν. Κ. , αντίγραφο της με αριθ. …/2024 Πράξης της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (…2025), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 143 παρ. 3 του ΚΠολΔ, στον Δικηγόρο Πειραιά, Ηλία Φουφόπουλο, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα κατά την αρχική δικάσιμο (…2023).
Συνεπώς, ο απολειπόμενος αναιρεσείων, που παραστάθηκε στην αρχική δικάσιμο, αλλά όχι στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, αν και κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί σε αυτήν, δικάζεται αντιμωλία, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε (ΑΠ 680/2025).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5478/2018 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ,σε συνδυασμό με άρθρο 3 εδ. β' του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"). Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε (κατατέθηκε) την 31-7-2018 νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση ης προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδικαστική διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η ακόλουθη: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την από 14-2-2017 αίτησή του, κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (ήδη αναιρεσίβλητου) και μοναδικού πιστωτή του, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής της προερχόμενης από σύμβαση στεγαστικού δανείου, οφειλής του προς αυτό, ζήτησε τη ρύθμιση του χρέους του αυτού και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε από το προαναφερόμενο Ειρηνοδικείο, η με αριθ. 5177/2017 οριστική απόφαση, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση και ρύθμισε δικαστικά το χρέος του, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης, το αναιρεσίβλητο άσκησε την από …2017 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου), με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης και την απόρριψη της αίτησης. Επί της έφεσης αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη (με αριθ. 5478/2018) τελεσίδικη απόφαση του προαναφερόμενου, ως Εφετείου δικάσαντος, Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και απορρίφθηκε η αίτηση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι ο αιτών δεν έχει περιέλθει σε γενική και μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής της οφειλής του. Ήδη ο αιτών άσκησε κατά της προαναφερόμενης απόφασης την κρινόμενη αίτησή του για αναίρεση αυτής.
Στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την τροποποίησή του από το άρθρο 26 του Ν. 5134/2024, απαριθμούνται περιοριστικά οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 περ. β' του ΚΠολΔ (η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ), ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα των διαδίκων ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 263/2025). Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 1298/2024, ΑΠ 387/2019). Τέλος, λυσιτελής, είναι ο λόγος αναίρεσης, όταν η επικαλούμενη στην αίτηση αναίρεσης πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δύναται να οδηγήσει στην αναίρεσή της και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων να αντλεί ωφέλεια από την αποδοχή του, άλλως ο αλυσιτελής λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 963/2023).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων (αιτών την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010), αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (αληθώς από τον αριθ. 5 περ. β' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ) με την αιτίαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου του, ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεν έλαβε υπόψη τον πραγματικό ισχυρισμό που αυτός πρότεινε ενώπιόν του και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι το αναιρεσίβλητο (ΤΠΔ), μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, παρακράτησε από αυτόν τα 3/5 του εφάπαξ βοηθήματος που του χορήγησε το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης, ήτοι το ποσό των 17.870,41 ευρώ, με αποτέλεσμα να έχει μειωθεί η πραγματική οφειλή του προς αυτό. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο λόγος για τον οποίο ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός αυτός (περί μείωσης της οφειλής του αναιρεσείοντος), είναι αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, ως προεκτέθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος για την υπαγωγή του στο νόμο 3869/2010, δεχόμενο ότι αυτός δεν έχει περιέλθει σε γενική και μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής της οφειλής του, όπως απαιτείται από το ν. 3869/2010.
Συνεπώς, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν δύναται να οδηγήσει στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και ο αναιρεσείων δεν αντλεί ωφέλεια από την τυχόν αποδοχή του, αφού η προβαλλόμενη πλημμέλεια ουδόλως επιδρά στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αλλά, αντιθέτως, ενισχύει το πόρισμα αυτής ότι ο αναιρεσείων δεν έχει περιέλθει σε γενική και μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής της οφειλής του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ (η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), αναίρεση κατά των αναφερόμενων στο εν λόγω άρθρο αποφάσεων επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή τους(ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019).
Εξάλλου, το κατά το νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΑΠ 801/2023). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 68/2020). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΑΠ 923/2025). Σημειωτέον, ότι δεν αρκεί η μνεία μεμονωμένων και αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρονται τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998). Επομένως, η έκθεση των κρίσιμων αυτών παραδοχών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΑΠ 687/2024). Συνακόλουθα, η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ), κάθε φορά που το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στη κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης. Αυτό διότι ο Άρειος Πάγος για τη διατύπωση της παράβασης, ελέγχει μόνο τη προσβαλλόμενη απόφαση και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων και συνεπώς, η έκθεση αυτή είναι αναγκαία προκειμένου να αποβεί εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα, δε, και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης, από το οποίο εξαρτάται, τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (Ολ.ΑΠ 27/1998, Ολ.ΑΠ 32/1996, ΑΠ 687/2024), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Τέλος, με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1217/2020).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) με την αιτίαση, ότι η απόφαση αυτή αφενός χωρίς αιτιολογίες και αφετέρου με αντιφατικές αιτιολογίες, κατέληξε σε εσφαλμένο διατακτικό και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη αίτησή του. Ειδικότερα, αποδίδεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα: α) περί του υπολογισμού του πραγματικού κόστους διαβίωσής του, με την παραδοχή ότι : "Με βάση την ηλικία και τα όσα προελέχθησαν ως προς τον τρόπο διαβίωσής του, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 600 ευρώ, ενόψει του ότι για τη διατροφή του απαιτείται, μηνιαία το ποσό των 300 ευρώ, και το υπόλοιπο ποσό των 300 ευρώ για τις λοιπές ανάγκες του" και β) περί του ύψους της μηνιαίας δόσης που πρέπει να καταβάλει για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, με την παραδοχή: "Για την αποπληρωμή αυτού ο αιτών έπρεπε να καταβάλει μηνιαία δόση ύψους 550,36 ευρώ, η οποία όμως μειώθηκε, προς διευκόλυνση αυτού (αιτούντος),από το εκκαλούν στο ήμισυ, ήτοι στο ποσό των 275,15 ευρώ, μηνιαία, με ταυτόχρονη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του, για μια πενταετία, ήτοι από 1/2012 έως 12/2012....", αφενός δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, αιτιολογίες και αφετέρου διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένη κρίση, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσής του απαιτούνται τουλάχιστον 840 ευρώ και η μηνιαία δόση που έπρεπε να καταβάλει, ανερχόταν στο ποσό των 550,36 ευρώ μηνιαίως. Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Αυτό δε διότι, αφενός μεν στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το περιεχόμενο αυτής, αφετέρου δε, για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του, σχετικά με το κόστος των βιοτικών αναγκών του αναιρεσείοντος και το ύψος της μηνιαίας δόσης που πρέπει να καταβάλει αυτός για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, αλλά περιλαμβάνονται αποσπασματικά και μόνο, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, κάποιες επιμέρους παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα προαναφερόμενα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη. Επίσης, δεν επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες), οι, κατά τον αναιρεσείοντα, αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων, με τις προαναφερόμενες αιτιάσεις του κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττει ανεπίτρεπτα την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Μετά τα παραπάνω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ.6 εδ. β' του ν.3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται......" και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από …2018 (αριθ. κατ. …/2018) αίτηση του Δ. Χ. για αναίρεση της με αριθ. 5478/2018 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ