Απόφαση 821 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 821/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Ηλία Γιαρένη - Εισηγητή και Αγγελική Καρδαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κατσαρό, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, επί της οποίας εκδόθηκε η 5001/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο κατά τόπους αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατόπιν άσκησης έφεσης εκδόθηκαν οι αποφάσεις 646/2012 του Εφετείου Πειραιώς, η οποία έκανε δεκτή την έφεση και παρέπεμψε τη συζήτηση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, 2292/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και 637/2022 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από …2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ [όπως η παρ. 2 ίσχυε πριν από την τροποποίηση και διαμόρφωσή της με το άρθρο 59 του νόμου 5221/2025 (ΦΕΚ Α' 133/28-7-2025), με έναρξη ισχύος την 1η-1-2026, σύμφωνα με το άρθρου 168 παρ. 3 του νόμου αυτού], προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1604/2025, ΑΠ 776/2024, ΑΠ 770/2024), τις κλητεύσεις δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1604/2025, ΑΠ 776/2024, ΑΠ 770/2024).
2.- Από τη με αριθμό …2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Δ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο αναιρεσείων, με επιμέλεια του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της από …2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2024) ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτήν από …2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου για τον ορισμό του Β2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την από …2025 πράξη του Προέδρου του Β2 Τμήματος για τον ορισμό (α) δικασίμου για την αίτηση, (β) προθεσμίας για την επίδοση της κλήσης προς συζήτηση και (γ) εισηγητή, καθώς επίσης και με κλήση για τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (…2025) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ο ίδιος αυτοπροσώπως, με την ιδιότητα του δικηγόρου, όπως επίσης δεν εμφανίστηκε με -αλλά ούτε και εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από- πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε ούτε η δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι ο αναιρεσίβλητος ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Επομένως, αφού ο απολειπόμενος αυτός διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, θα πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
3.- Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 637/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας [άρθρα 678 έως 681 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την 1η-1-2016, δηλαδή πριν από τη σιωπηρή κατάργησή τους από το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, του οποίου οι διατάξεις που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, εφαρμόζονται, κατά το άρθρο ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα και τις αγωγές που κατατίθενται από την 1η-1-2016), η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσίβλητος, δικηγόρος, άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς την από …2009 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2010) αγωγή κατά του αναιρεσείοντος και δύο ακόμη προσώπων, μη διαδίκων στην αναιρετική δίκη και ειδικότερα κατά (α) της εταιρείας με την επωνυμία "AKHISAR LIMITED" που, κατά την αγωγή, τυπικά έχει συσταθεί στη … , αλλά ουσιαστικά και πραγματικά έχει την έδρα της στην Ελλάδα, όπου κατοικεί η νόμιμη εκπρόσωπός της και (β) της Ε. Α., νόμιμης εκπροσώπου της κυπριακής εταιρείας. Με την αγωγή εκείνη ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι σε εκτέλεση σύμβασης εντολής που καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ του πρώτου εναγομένου, ήδη δε αναιρεσείοντος και αυτού, προέβη ο ενάγων αρχικά μεν στη σύσταση της δεύτερης εναγομένης, υπεράκτιας κυπριακής εταιρείας, προκειμένου η τελευταία, της οποίας νόμιμη εκπρόσωπος ορίστηκε η τρίτη εναγομένη, σύζυγος του πρώτου εναγομένου, να καταστεί ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου μεγάλης αξίας, ακολούθως δε, προέβη ο ενάγων στις απαραίτητες ενέργειες για την ολοκλήρωση της αγοράς του ακινήτου και την περιέλευση της κυριότητας αυτού στη δεύτερη εναγομένη. Ότι για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του και υπό τον όρο ευδοκίμησης της μείωσης του αρχικά συμφωνημένου τιμήματος για την αγοραπωλησία του ακινήτου, συμφωνήθηκε τελικά ως αμοιβή του το ποσό των 128.000 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή, από το οποίο οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν σ' αυτόν το ποσό των 114.912,55 ευρώ, μετά την καταβολή έναντι αυτής του συνολικού ποσού των 13.087,45 ευρώ, άλλως και όλως επικουρικά οφείλουν σ' αυτόν το ποσό των 136.912,55 ευρώ, άλλως και όλως επικουρικά οφείλουν σ' αυτόν το ποσό των 65.841,39 ευρώ, άλλως και όλως επικουρικά οφείλουν σ' αυτόν το ποσό των 88.641,39 ευρώ, με βάση τις διατάξεις του ν.δ/τος 3026/1954 ("περί του Κώδικος των Δικηγόρων"), όπως ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή. Ακολούθως, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, σ' αυτόν το ποσό των 114.912,55 ευρώ, με βάση κυρίως τη σύμβαση εντολής που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών, στην οποία περιλαμβάνεται ειδική συμφωνία που εξαρτούσε την αμοιβή του από το αποτέλεσμα της εργασίας, επικουρικά δε, σε περίπτωση που θα κρινόταν ότι δεν υφίστατο η συμφωνία αυτή, το ποσό των 136.912,55 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 5% στο τελικό τίμημα αγοράς του ακινήτου, λόγω του συμβιβασμού που επιτεύχθηκε ως προς τη συνομολόγηση του τιμήματος σε συγκεκριμένο ποσό μετά από δικές του ενέργειες, επικουρικότερα δε, το ποσό των 65.841,39 ευρώ, ως αμοιβή για τις ενέργειές του, οι οποίες αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, ακόμη επικουρικότερα, το ποσό των 88.641,39 ευρώ, ως αμοιβή του με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων που αναφέρονται στην αγωγή, τέλος δε, επίσης επικουρικά, όλα τα προαναφερόμενα ποσά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθώς επίσης και το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή, όλα δε τα ποσά αυτά με τον νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που συμφωνήθηκε για την καταβολή της αμοιβής και ειδικότερα από την ημέρα κατάρτισης του αγοραπωλητήριου συμβολαίου (…2008), επικουρικά δε, από την επίδοση της αγωγής. Για την αγωγή εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με τον αριθμό 5001/2011, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κήρυξε εαυτόν κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε την εκδίκαση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως, κατά την κρίση του, κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής δικαστήριο. Μετά την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής από την πλευρά του ενάγοντος, εκδόθηκε η απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με τον αριθμό 646/2012, με την οποία η έφεση του ενάγοντος έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και αναπέμφθηκε η εκδίκαση της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του με τον αριθμό 2292/2020 δέχθηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ειδικότερα δε, υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθένας από αυτούς, το ποσό των 114.912,55 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής της αμοιβής (…2008), καθώς και το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την απόφαση εκείνη προσέβαλαν (α) η τρίτη εναγομένη, ενεργώντας για τον εαυτό της ατομικά και υπό την ιδιότητά της ως νόμιμης εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης, κυπριακής εταιρείας, με την από …2020 έφεση και με το από …2021 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης και (β) ο πρώτος εναγόμενος, επίσης, με την από …2020 έφεση και με το από …2021 δικόγραφο πρόσθετων λόγων έφεσης. Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του (α) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις εφέσεις και τα δικόγραφα πρόσθετων λόγων έφεσης, κατόπιν συνεκδίκασής τους, (β) εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, (γ) κράτησε την αγωγή και τη δίκασε κατ' ουσίαν, (δ) απέρριψε αυτήν, στο σύνολό της, στο μέτρο που στρεφόταν εναντίον των δεύτερης και τρίτης εναγομένων και ειδικότερα (i) ως παθητικά ανομιμοποίητη, ως προς τα αιτήματα καταβολής αμοιβής από τη σύμβαση εντολής κατά την κύρια και τις επικουρικές βάσεις της, (ii) ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και (iii) ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, (ε) απέρριψε αυτήν, στο μέτρο που στρεφόταν εναντίον του πρώτου εναγομένου ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και (στ) δέχθηκε αυτήν εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, στο μέτρο που στρεφόταν εναντίον του πρώτου εναγομένου, τον οποίο υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα, ως μέρος αμοιβής που οφειλόταν σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ/τος 3026/1954), το ποσό των 18.902,55 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την παρέλευση της δήλης ημέρας (29-9-2008) για την εκπλήρωση της παροχής και το ποσό των 1.451,96 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 31-10-2024, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών [άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 και εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1η-1-2016 ένδικα μέσα, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, πριν δε από την τροποποίηση της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού με το άρθρο 52 του νόμου 5221/2025 (ΦΕΚ Α' 133/28-7-2025)], από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που έλαβε χώρα στις 31-10-2022, δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει η επίδοση της απόφασης. Είναι, συνεπώς, η αίτηση παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
4.- Από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει τον νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός εάν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του (ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 7/2011). Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιον λόγο έφεσης, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, είτε έχει αναδρομική δύναμη (ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 7/2011), είτε όχι -δηλαδή, δεν έχει αναδρομική δύναμη-, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 1743/2025, ΑΠ 1053/2023, ΑΠ 271/2023, ΑΠ 1133/2021). Επομένως, κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου που προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2 ΑΚ (σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά), δεν έχει εφαρμογή στην κατ' έφεση δίκη νόμος που εκδόθηκε μετά τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης, έστω και αν προσδόθηκε σ' αυτόν αναδρομική δύναμη, εκτός αν περιέχει ρητή και ειδική διάταξη, με την οποία καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευομένου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, εξαιτίας της παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης ως βάσιμου, εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και ακολουθηθεί νέο στάδιο, κατά το οποίο το εφετείο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτή στην ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει τότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συμμορφούμενο προς τη γενική αρχή της διάταξης του άρθρου 2 ΑΚ που προπαρατέθηκε, να εφαρμόσει τον νέο νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, με την οποία κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδήγησε σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 855/2021, ΑΠ 684/2021, ΑΠ 989/2019, ΑΠ 1513/2010), εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΑΠ 855/2021).
5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 321/2024). Ελέγχεται, δηλαδή, μεταξύ άλλων και αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. , ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 550/2024, ΑΠ 738/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 524/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 93/2024).
6.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α) ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (περ. β) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και στηρίζουν το αίτημα αυτών, δηλαδή τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 1668/2023, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 796/2023). "Πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, είναι και ο λόγος έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1018/2023, ΑΠ 192/2023, ΑΠ 620/2021). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως επίσης και όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό που προτάθηκε, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1180/2024, ΑΠ 839/2024, ΑΠ 579/2024).
7.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Ο όρος της "επιδίκασης" στη διάταξη αυτή νοείται με την ευρεία έννοια, δηλαδή ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο αποφάσισε, αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1967/2025, ΑΠ 1605/2025, ΑΠ 338/2023). Ως τέτοιο δε, νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας, σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, λ.χ. το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, ένδικων μέσων κ.λ.π. , όχι όμως και ενστάσεων, με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού (ΑΠ 1967/2025, ΑΠ 1605/2025, ΑΠ 1753/2023). Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση σε περίπτωση παραβίασης της αρχής της διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 1967/2025, ΑΠ 1605/2025, ΑΠ 893/2022).
8.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τον νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 855/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 381/2024).
Περαιτέρω, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022).
9.- Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: "[...] Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) είναι δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, διατηρώντας γραφείο στον Πειραιά. Περί τον μήνα Αύγουστο του έτους 2007, ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσείων), απευθύνθηκε σε αυτόν, λόγω του ενδιαφέροντός του να προβεί σε επένδυση δια της αγοράς ακινήτου στην Ελλάδα, με δικά του χρήματα, προκειμένου να εξασφαλίσει οικονομικά την τρίτη εναγομένη, σύζυγό του και τα ανήλικα τέκνα τους, λόγω της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής τους. Αποφασίστηκε η αγορά να γίνει στο όνομα υπεράκτιας και μάλιστα κυπριακής εταιρείας, που θα συστηνόταν για τον σκοπό αυτό. Τη σύσταση, η οποία ολοκληρώθηκε στις …2007, ανέλαβε, κατόπιν συνεννόησης με τον ενάγοντα, δικηγόρος Κύπρου, στον οποίο αυτός κατέβαλε, μέσω κατάθεσης σε τραπεζικό του λογαριασμό, το ποσό των 2.800 ευρώ στις 26-10-2007 ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο (11-9-2008) του κατέβαλε με τον ίδιο τρόπο το επιπλέον ποσό των 1.410 ευρώ, προερχόμενα από τον πρώτο εναγόμενο. Περί τον Ιούνιο του έτους 2008 και ενώ υπήρχε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ τους καθ' όλο το χρονικό διάστημα μετά τη σύσταση της εταιρείας, ο πρώτος εναγόμενος τον ειδοποίησε ότι είχε ανεύρει ακίνητο προς αγορά, ευρισκόμενο στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου … , κείμενο εκτός σχεδίου πόλεως, επιφάνειας 1.505,30 τμ, το οποίο αντιστοιχούσε στα 155/1000 εξ αδιαιρέτου ολόκληρου του ακινήτου, μετά του επ' αυτού κτίσματος, αποτελούμενου από υπόγειο και ισόγειο, επιφάνειας κάθε επιπέδου, 127,40 τμ, και, αφού συναντήθηκε μαζί του και του παρέδωσε αντίγραφο του υπ' αριθμ. …2006 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών, Ευθυμίας Σεργάκη-Τολέρη, με το οποίο οι τότε συνιδιοκτήτες του, Γ. Ζ. και Σ. Κ. , το είχαν αποκτήσει δια πωλήσεως από τον πρώην ιδιοκτήτη του, του ανέθεσε τον πλήρη έλεγχο (τίτλων, βαρών κ.λ.π.), προκειμένου να προχωρήσει στη συνέχεια στην αγοραπωλησία του. Το ακίνητο είχε ανευρεθεί μέσω του μεσίτη Χ. Β., ο οποίος είχε συνάψει με τον πρώτο εναγόμενο σχετική σύμβαση μεσιτείας στις 8-6-2008, που αφορούσε το συγκεκριμένο ακίνητο, αξίας 4.000.000 ευρώ, με αμοιβή 100.000 ευρώ και ένα ακόμη, της αυτής αξίας, με αμοιβή 80.000 ευρώ. Πράγματι, ο ενάγων προέβη σε έλεγχο τίτλων, κατά τον οποίο διαπίστωσε ότι το ακίνητο βαρυνόταν με προσημείωση υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας για το ποσό του 1.560.000 ευρώ, και συνέταξε την από …2008 βεβαίωση ελέγχου. Παράλληλα, μετά από έλεγχο στο Πρωτοδικείο Αθηνών, διαπίστωσε ότι εκκρεμούσαν δύο αγωγές νομής σε βάρος των ιδιοκτητών του εν λόγω ακινήτου, οι οποίες μάλιστα δεν είχαν εγγράφει στα βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Κερατέας και προέβη σε σχετική ενημέρωση τόσο του πρώτου εναγομένου όσο και των πωλητών, που ανέλαβαν οι ίδιοι, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους τη διευθέτηση του ζητήματος, συνταχθέντος συναφώς του από …2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο φέρεται ότι συνέταξε ο ενάγων. Στη συνέχεια, οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο ενάγων, κατόπιν συμφωνίας με τον πρώτο εναγόμενο, ήταν το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα της εταιρείας, σε δύο τράπεζες δραστηριοποιούμενες στην Ελλάδα (Ασπίς και Εμπορική), η έναρξη εργασιών της στην οικεία Δ.Ο.Υ. (ΦΑΕΕ Αθηνών) από τις 2-7-2008, καθώς και η μεταβολή των ατομικών στοιχείων της νομίμου εκπροσώπου της, τρίτης εναγομένης στις 15-7-2008. Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, το άνοιγμα των λογαριασμών αποτέλεσε χρονοβόρα διαδικασία, για την οποία απαιτήθηκε επαφή με τους διευθυντές και το νομικό τμήμα των τραπεζών, λήψη σειράς επικυρωμένων εγγράφων και για τον λόγο αυτό μετέβη τέσσερις φορές σε υποκατάστημα της Τράπεζας ΑΣΠΙΣ, τέσσερις φορές σε υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και επτά φορές στο νομικό τμήμα της στο Κέντρο των Αθηνών, χωρίς ο αριθμός των μεταβάσεων αυτών να δικαιολογείται πειστικά ούτε να αποδεικνύεται έστω με οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Επίσης, προέβη στη σύνταξη των από 24 και 27/6/2008 αποφάσεων της εταιρείας, που αποτελούσαν ουσιαστικά πληρεξούσια προς τη νόμιμη εκπρόσωπό της, το μεν πρώτο, για να την εκπροσωπεί ενώπιον των φορολογικών αρχών στην Ελλάδα, οργανισμούς και εταιρείες κοινής ωφελείας και άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κ.α. και το δεύτερο για να ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο για την αγορά του ακινήτου που είχε εν τω μεταξύ επιλεγεί από τον πρώτο εναγόμενο. Επίσης, απευθύνθηκε στον συμβολαιογράφο Αθηνών, Παναγιώτη Κονταρίνη, για τη σύνταξη πληρεξουσίου (υπ' αριθμ. …2008) με το οποίο η δεύτερη εναγομένη, χορηγούσε πληρεξουσιότητα στην τρίτη να ενεργεί όσες πράξεις μνημονεύονται και στην πρώτη εκ των παραπάνω αποφάσεών της. Ακόμη, κατόπιν αιτήσεώς του, έλαβε στις …2008 βεβαίωση από την Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας περί της ημερομηνίας συστάσεως και λοιπών στοιχείων της εταιρείας, ενώ ζήτησε, μέσω του δικηγόρου Κύπρου που είχε αναλάβει τη σύστασή της, την έκδοση, από το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, νεώτερων πιστοποιητικών (τριών εν συνόλω, τα οποία εκδόθηκαν με ημερομηνία …2008) περί των μετόχων της, της διευθύντριας και του γραμματέα της και της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου της. Μέρος της προαναφερθείσας κατάθεσης εκ μέρους του προς τον δικηγόρο Κύπρου, ποσού 1.410 ευρώ, αφορά την έκδοση των πιστοποιητικών αυτών (310 ευρώ), ενώ τα λοιπά αφορούν επαγγελματικές χρεώσεις (120 ευρώ) και την αμοιβή τρίτης εταιρείας παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών (1.000 ευρώ). Πλέον αυτών, φέρεται ότι συνέταξε μονοσέλιδο έγγραφο μεταβίβασης μετοχών της δεύτερης εναγομένης, από την MAYDEN CORP, εταιρεία με έδρα τις Σεϋχέλλες, προς την τρίτη εναγομένη. Οι παραπάνω εργασίες, ως επί το πλείστον διεκπεραιωτικού χαρακτήρα, δεν δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την φερόμενη ως αρχικά συμφωνηθείσα αμοιβή των 7.000 ευρώ, για τη σύσταση και δραστηριοποίηση της δεύτερης εναγομένης στην Ελλάδα, την οποία άλλωστε αρνείται ο εκκαλών, με δεδομένο μάλιστα ότι τα έξοδα και η αμοιβή συστάσεως της εταιρείας στην Κύπρο ανήλθαν μόλις στο ποσό των 2.800 ευρώ.
Άλλωστε, τέτοια συμφωνία δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο και μάλιστα στον χρόνο που ο ενάγων επικαλείται, δηλαδή κατά την αρχική συνάντησή του με τον πρώτο εναγόμενο ή εν πάση περιπτώσει στις αρχικές επικοινωνίες τους το έτος 2007. Αντιθέτως, κρίνεται λογικό, την ίδια χρονική περίοδο, να έγινε αναφορά στην αμοιβή του ενάγοντος, ανεξαρτήτως του ότι ακόμη δεν είχε ανευρεθεί ακίνητο προς αγορά, και στην κάλυψη των πάσης φύσεως εξόδων του από την εκτέλεση της εντολής που του δόθηκε. Ο καθορισμός αυτής σε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος, πέραν του ότι επιβεβαιώνεται και από τη μητέρα του, που κατά δήλωσή της, απασχολείτο στο δικηγορικό του γραφείο, κρίνεται και λογική, αποκλίνοντας σε ποσοστό 0,5% από το ελάχιστο όριο αμοιβής που όριζε ο Κώδικας Δικηγόρων, όπως τότε ίσχυε (άρθρο 160 του ν. 3026/1954, στην οποία περιλαμβάνεται η αμοιβή για τον συναφή έλεγχο τίτλων και τη σύνταξη σχεδίου συμβολαίου, κατά τα άνω), συμπεριλαμβάνοντας ωστόσο την εν γένει αμοιβή του και για τις εργασίες που αφορούσαν τη σύσταση και δραστηριοποίηση της δεύτερης εναγομένης στην Ελλάδα. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο πρώτος εναγόμενος, Έλληνας εκ Ρωσίας, ο οποίος δεν είχε ζήσει μέχρι τότε πολύ καιρό στην Ελλάδα και αγνοούσε την ελληνική αγορά, αποδέχθηκε το τίμημα που ζητούσαν οι πωλητές, με την παρέμβαση όμως του φίλου του, Λ. Κ. αλλά και του κουμπάρου του, Α. Κ., επιχειρηματία και γνώστη της ελληνικής αγοράς, που επέμεναν ότι το συμφωνηθέν τίμημα δεν ανταποκρινόταν στην πραγματική αξία του ακινήτου, πείστηκε να ζητήσει μείωση του τιμήματος. Έκτοτε, ο τελευταίος, στον οποίο ο πρώτος εναγόμενος είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα για τον σκοπό αυτό, συνοδεύοντάς τον μαζί με τον μεσίτη στις συναντήσεις του με τους πωλητές. Αντιθέτως, ο ενάγων δεν συμμετείχε στις συναντήσεις αυτές, γεγονός που επιβεβαιώνει ο εκ των πωλητών Γ. Ζ. (υπ' αριθμ. …2021 ένορκη βεβαίωσή του), για την αξιοπιστία του οποίου δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει το Δικαστήριο. Έτσι, από το αρχικό ποσό των 4.000.000 ευρώ, το τίμημα μειώθηκε τελικά στο ποσό του 1.600.000 ευρώ, που αναγράφεται και στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, ενώ η αντικειμενική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 594.576,06 ευρώ. Το ύψος του τιμήματος επιβεβαιώνεται και από τον άνω πωλητή, τον μεσίτη αλλά και τον φίλο του πρώτου εναγομένου, Λ. Κ., και δεν ανατρέπεται από τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας. Ο λόγος που οι πωλητές δέχθηκαν τέτοια σημαντική μείωση του αρχικά ορισθέντος τιμήματος, η οποία δεν ήταν και ασυνήθης την περίοδο της οικονομικής κρίσης, που ξεκινούσε ακριβώς εκείνη την εποχή, ήταν ότι βρίσκονταν σε οικονομική ανάγκη λόγω χρεών τους προς την Εμπορική Τράπεζα, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να κατασχεθεί το ακίνητό τους και έτσι επείγονταν να ανεύρουν αγοραστή.
Άλλωστε, με βάση και την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο κτήσεως τιμή, το συγκεκριμένο ακίνητο οι πωλητές το είχαν αγοράσει μόλις δύο έτη πριν 650.000 ευρώ, οπότε, σε κάθε περίπτωση, είχαν κέρδος, ακόμη και αν προέβησαν, μέσω της κατασκευαστικής τους εταιρείας, στις εργασίες που ο ενάγων ισχυρίζεται, το πρώτον με την προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεών του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (κατασκευή νέας εισόδου με ηλεκτρική γκαραζόπορτα, εργασίες επιχωμάτωσης, ανέγερση τοιχίου στην πρόσοψη, κατασκευή πισίνας, τοποθέτηση φυσικού γκαζόν και αυτόματου συστήματος ποτίσματος, κατασκευή στεγασμένου χώρου στάθμευσης, γεώτρηση, ολοσχερή ανακαίνιση οικίας με αλλαγή πατωμάτων, πλακιδίων και ειδών υγιεινής, φωτισμού, τοποθέτηση συστήματος ασφαλείας με κάμερες και θυροτηλεοράσεις, πόρτες και παράθυρα ασφαλείας, τοποθέτηση ειδικού δορυφορικού συστήματος για ελεύθερη και καλωδιακή τηλεόραση). Επιπλέον, υπήρχαν σε αυτό εκτεταμένες αυθαίρετες κατασκευές η νομιμοποίηση των οποίων κατέστη δυνατή σε μεταγενέστερο χρόνο (σχετ. η από Μαρτίου 2018 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού, Σ. Λ.). Εκτός αυτών, δεν προσκομίστηκαν από την πλευρά του ενάγοντος, συγκριτικά στοιχεία για την πώληση ακινήτων στην ίδια περιοχή, την ίδια ή και την αμέσως προηγούμενη χρονική περίοδο, με χαρακτηριστικά όμοια ή παρεμφερή με εκείνα του πωληθέντος, από τα οποία να προκύπτει ότι η τιμή πώλησης ήταν χαμηλότερη της συνήθους για ακίνητα της περιοχής. Από το συμφωνηθέν αυτό ποσό, 334.337,98 ευρώ καταβλήθηκαν κατά την ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου και πριν από αυτήν, στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας επί της λεωφόρου ..., όπου μετέβη και η συντάξασα αυτό ως άνω συμβολαιογράφος, ενώ το απομένον ποσό του 1.273.660 ευρώ μεταφέρθηκε στον δανειακό λογαριασμό των πωλητών στις …2008 και καταρτίστηκε ακολούθως η υπ' αριθμ. …2008 πράξη εξοφλήσεως της άνω συμβολαιογράφου. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι κατά την ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου, καταβλήθηκε στους αγοραστές το ποσό του 1.734.337,98 ευρώ σε μετρητά, τα οποία μεταφέρθηκαν σε σάκους, ότι το γεγονός αυτό μπορεί να πιστοποιηθεί από το σύστημα ασφαλείας του υποκαταστήματος, ότι η διαδικασία αυτή διήρκεσε περί τις δύο ώρες, και ότι η τράπεζα είχε ειδοποιηθεί εκ των προτέρων και διατέθηκε περιπολικό για τη συνοδεία της χρηματαποστολής, δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αν και ήταν ευχερές στον ίδιο, κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης δικαστικής του αντιδικίας με τους εναγομένους να αναζητήσει στοιχεία, που να τον επιβεβαιώνουν. Η κατηγορηματική άλλωστε επιβεβαίωση των άνω προσώπων περί του πραγματικού ύψους του τιμήματος, και ειδικώς του πωλητή, δεν αφήνει περιθώριο διαφορετικής εκδοχής, παρ' ότι ο ενάγων παραθέτει αρκετές λεπτομέρειες για την άνω συναλλαγή. Άλλωστε και ο μεσίτης του πρώτου εναγομένου, του οποίου η αμοιβή είχε καθοριστεί σε ποσοστό 2%, σύμφωνα με την κατάθεσή τού ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, έλαβε τελικώς ως αμοιβή από αυτόν, για τη μεσολάβησή του, το ποσό των 25.000 ευρώ, ανεξαρτήτως του ότι μετά την υπογραφή του συμβολαίου είχε ζητήσει ως αμοιβή την αρχικά συμφωνηθείσα των 100.000 ευρώ, παραπονούμενος μάλιστα έναντι του ενάγοντος για την εκκρεμότητα του πρώτου εναγομένου. Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε ότι έγινε ανακαθορισμός του ποσοστού της αμοιβής του ενάγοντος, από 2% επί του πραγματικού τιμήματος πλέον του ποσού των 7.000 ευρώ, σε 4% και μάλιστα υπό την προϋπόθεση της επιτυχούς μεσολάβησής του στη μείωση της τιμής, αφού τέτοια ανάμιξή του δεν αποδείχθηκε. Επομένως, η συμφωνηθείσα αμοιβή που ο ενάγων δικαιούτο να λάβει για τον έλεγχο τίτλων, τη σύνταξη σχεδίου και την παράστασή του στο συμβόλαιο, αλλά και για τις ενέργειές του προκειμένου η δεύτερη εναγομένη να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα, ανέρχεται στο ποσό των 32.000 ευρώ. Εξ αυτών έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο, στις …2008 το ποσό των 8.097,45 ευρώ, και στις …2009 το ποσό των 5.000 ευρώ, δηλαδή συνολικά των 13.097,45 ευρώ, εκδοθεισών συναφώς και των σχετικών διπλοτύπων αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, στην τελευταία εκ των οποίων ο ίδιος δηλώνει ρητά ότι η καταβολή αφορούσε προκαταβολή έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής του. Ο ενάγων, αποδεχόμενος την καταβολή των ποσών αυτών, τα αφαίρεσε από το συνολικό ποσό της οφειλόμενης αμοιβής του, ενώ δεν αποδείχθηκε άλλη καταβολή του πρώτου εναγομένου προς αυτόν.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά από ορθή εκτίμηση των αποδείξεων κατέληξε στην ίδια κρίση, απορρίπτοντας σιωπηρώς την ένσταση εξοφλήσεως που πρότεινε ο πρώτος εναγόμενος, και ως εκ τούτου πρέπει ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της υπό στοιχ. Β' έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αποδείχθηκε, επιπλέον, ότι μέχρι την εποχή εκείνη ο ενάγων δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι δεν θα καταβληθεί η συμφωνηθείσα αμοιβή του. Έτσι, με εντολή του πρώτου εναγομένου, ανέλαβε τη σύσταση και δύο ακόμη υπεράκτιων εταιρειών, με έδρα την Κύπρο, που συνεστήθησαν τον Μάιο και τον Σεπτέμβριο του έτους 2008, συμφερόντων της αδερφής και του αδερφού του, Ο. και Γ. Π., αντίστοιχα. Επιπλέον, στις …2008 παρέδωσε στην τρίτη εναγομένη όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την εκπροσωπούμενη από αυτήν εταιρεία, όπως αυτά αναλυτικά περιγράφονται στην από …2008 υπεύθυνη δήλωσή της. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενο ως βάσιμη και κατ' ουσίαν στο σύνολό της την κύρια βάση της αγωγής κατά το κύριο αίτημά της, ότι δηλαδή το τίμημα της επίμαχης αγοραπωλησίας ανήλθε στο ποσό των 3.000.000 ευρώ και η συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος στο ποσό των 128.000 ευρώ, εκ του οποίου, μετά από αφαίρεση των καταβληθέντων ποσών, του επιδίκασε το ποσό των 114.912,55 ευρώ, ενώ όφειλε να την δεχθεί για το ποσό των 18.902,55 (32.000 - 13.097,45) ευρώ, με αποτέλεσμα να παρέλκει η εξέταση της πρώτης επικουρικής της βάσης περί συμβιβασμού, η οποία είναι ούτως ή άλλως μη νόμιμη, εφόσον δεν τέθηκε ζήτημα διάλυσης έριδας ή αβεβαιότητας μεταξύ πωλητών και αγοράστριας, και η μείωση του τιμήματος δεν μπορεί να εκληφθεί ως τέτοια, και πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί, ως βάσιμοι και κατ' ουσίαν ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της υπό στοιχ. Β' έφεσης, όπως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, κατά το σκέλος τους που περιέχουν τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε συμφωνία των διαδίκων για αμοιβή του ενάγοντος στο προαναφερθέν ποσοστό επί του τιμήματος των 3.000.000 αλλά του 1.600.000 ευρώ, για τις παραπάνω εργασίες.
Αντιθέτως, η συμφωνία αυτή δεν κάλυπτε ούτε μπορούσε να καλύπτει τις λοιπές νομικές ενέργειες στις οποίες προέβη ο ενάγων ως δικηγόρος, κατ' εντολήν του πρώτου εναγομένου είτε πριν είτε μετά τη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας, για τις οποίες δεν υπήρξε εξ αρχής αλλά ούτε οποτεδήποτε σχετική συμφωνία τους, με αποτέλεσμα να τίθεται σε εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 98 του Κώδικα περί Δικηγόρων (νδ. 3026/1954), και συγκεκριμένα :
α. Τη σύνταξη δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, που συνυπέγραψαν οι πωλητές και η αγοράστρια εταιρεία δια της νομίμου εκπροσώπου της, με ημερομηνία 26-9-2008 στα οποία αφού γίνεται προηγουμένως αναφορά στην αγοραπωλησία του ακινήτου, στο μεν πρώτο δηλώνεται ότι τα μέρη συμφωνούν ότι στην κυριότητα, νομή και κατοχή της αγοράστριας θα περιέλθουν και τα κινητά που βρίσκονταν εντός του ακινήτου, όπως αυτά κατά κατηγορίες περιγράφονται, άνευ αναγραφής της αξίας τους, με ανάληψη εκ μέρους των πωλητών της υποχρέωσης να ενημερώσουν την αγοράστρια για τη λειτουργία των πάσης φύσεως εγκαταστάσεων στο ακίνητο, και στο δεύτερο, ότι αναφορικά με τις ειδικότερα μνημονευόμενες δύο αγωγές νομής που έχει ασκήσει η Ε. Χ. κατά των πωλητών και της ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΚΝΩΣΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ", οι πωλητές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να φέρουν εις πέρας δικαστικά τις υποθέσεις αυτές, επιβαρυνόμενοι με τη σχετική δικαστική δαπάνη.
Συνεπώς, για τη σύνταξη των εγγράφων αυτών ο ενάγων δικαιούται, για το μεν πρώτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 1 περ. β' του Κώδικα περί Δικηγόρων το ποσό των 1.000 (0,5% X 200.000) ευρώ, δοθέντος ότι η αξία των κινητών προσδιορίστηκε από τον ίδιο στο ποσό των 200.000 ευρώ και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς από τον πρώτο εναγόμενο, και για το δεύτερο, κατ' άρθρο 161 παρ. 4, 160 μεταλλικές δραχμές που αντιστοιχούν, με βάση την τελευταία αναπροσαρμογή της αξίας αυτών (ΥΑ … ΦΕΚ …/2000), σε 21.000 (150 X 140) δραχμές άλλως σε 61,62 (21.000/340,75) ευρώ.
β. Τη σύνταξη του από …2008 εγγράφου, το οποίο συνυπογράφουν οι πωλητές και ο πρώτος εναγόμενος και αφορά την προς αυτόν μελλοντική πώληση του προαναφερθέντος ακινήτου, για την οποία, ελλείψει τηρήσεως του συμβολαιογραφικού τύπου (άρθρα 168 και 1033 του ΑΚ) ο ενάγων δεν δικαιούται αμοιβή, σύμφωνα με τη σχετική σκέψη που προεκτέθηκε. Σε κάθε άλλωστε περίπτωση, το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσύμφωνο αφού σε αυτό δεν γίνεται, έστω και στοιχειωδώς, περιγραφή του προς πώληση ακινήτου, με αποτέλεσμα να αποτελεί ουσιαστικά απόδειξη καταβολής του ποσού των 100.000 από τον αγοραστή προς τους πωλητές. Ελλείψει άλλης ειδικής ρύθμισης, η αμοιβή του θα πρέπει να υπολογιστεί, κατ' ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 162 του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων, που αφορά, μεταξύ άλλων, και δηλώσεις ή άλλης όμοιας φύσεως έγγραφα, στο ποσό των 30 μεταλλικών δραχμών, δηλαδή των 4.200 (30 X 140) δραχμών άλλως των 12,32 (4.200/340,75) ευρώ και στο ίδιο ποσό πρέπει να καθοριστεί η αμοιβή του για τη σύνταξη του από …2008 ιδιωτικού συμφωνητικού επιστροφής χρημάτων, καθώς αυτό, παρ' όλο που επιγράφεται ως ιδιωτικό συμφωνητικό, αποτελεί κατ' ουσίαν απόδειξη επιστροφής του παραπάνω ποσού. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του ενάγοντος στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της δεύτερης εναγομένης και σε κάθε περίπτωση ότι ο ίδιος συνέταξε σχετικό ιδιωτικό έγγραφο ή σχέδιο δημοσίου εγγράφου (άρθρο 161 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων) ούτε ότι παραστάθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου (άρθρο 163 του ίδιου Κώδικα). Πλέον αυτών, είναι λογικό κατά το άνοιγμα λογαριασμών στο όνομα της δεύτερης εναγομένης στις Τράπεζες Aspis και Εμπορική, να ζητήθηκαν, τόσο από το υποκατάστημα ανοίγματος αυτών όσο και από τη νομική υπηρεσία τους, επικυρωμένα αντίγραφα των νομιμοποιητικών εγγράφων της εταιρείας, ήτοι του είκοσι δύο (22) φύλλων καταστατικού της εταιρείας, της από …2008 μονοσέλιδης βεβαίωσης της Πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, περί της συνθέσεως, του γραμματέα, του εγγεγραμμένου γραφείου και της μετόχου της, και των από 9-7-2008 δύο συνολικά μονοσέλιδων πιστοποιητικών, περί της μετόχου της, και περί της διευθύντριας και του γραμματέα της του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού της Κύπρου, της από 24-6-2008 και από 27-6-2008 αποτελούμενης από ένα φύλλο η καθεμία απόφασης της εταιρείας και του υπ' αριθμ. …2008, αποτελούμενου από τρία (3) φύλλα συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών, Παναγιώτη Κονταρίνη, συνεπώς, δικαιούται για την έκδοση των 27 αυτών φύλλων, αμοιβή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 136, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 52 του τότε ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων, ανερχόμενη σε δύο (2) μεταλλικές δραχμές, ανά φύλλο, ήτοι 54 (2 X 27) μεταλλικές δραχμές και συνολικά 7.560 (54 X 140) δραχμές άλλως 22,18 (7.560/340,75) ευρώ επί τέσσερις φορές ήτοι 88,72 (22,18 X 4) ευρώ. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι συνέταξε τέσσερις (4) συνολικά αιτήσεις προς τον Υποθηκοφύλακα Κερατέας, για την εγγραφή του συμβολαίου (υπ' αριθμ. …/2008), και την έκδοση πιστοποιητικού κυριότητας, βαρών και διεκδικήσεων, και, επομένως, δικαιούται το ποσό των 15 μεταλλικών δραχμών για κάθε μία, κατ' άρθρο 164 παρ. 2 του Κώδικα Δικηγόρων, ήτοι 8.400 (15 X 4 X 140) δραχμές άλλως 24,65 (8.400/340,75) ευρώ συνολικά. Για τη μετάβασή του δε δύο φορές από την έδρα του στον Πειραιά μέχρι το Υποθηκοφυλακείο Κερατέας μετ' επιστροφής με ταξί και ολιγόλεπτη αναμονή, για την υποβολή των αιτήσεων την πρώτη φορά και την παραλαβή των πιστοποιητικών τη δεύτερη, κρίνεται ότι δαπάνησε κατ' ελάχιστον, το ποσό των 60 ευρώ κάθε φορά και συνολικά των 120 (60 X 2) ευρώ, που αποτελούσε τη συνήθη δαπάνη μετακίνησης με ταξί από και προς τον συγκεκριμένο προορισμό εκείνη την εποχή, σε εργάσιμη ώρα και ημέρα. Επίσης, συνέταξε δύο ακόμη αιτήσεις, μία για την εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης που είχε εγγραφεί επί του πωληθέντος ακινήτου, υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, και μία περί πιστοποιητικού βαρών στο ακίνητο, για τις οποίες δικαιούται κατά τα άνω, ως αμοιβή το ποσό των 4.200 (15 X 2 X 140) δραχμών άλλως των 12,33 ευρώ και για έξοδα μετάβασής του με ταξί, μία φορά για την υποβολή τους και μία για την παραλαβή των πιστοποιητικών, το ποσό των 120 ευρώ, κατά τα άνω. Επομένως, πέραν της αμοιβής των 32.000 ευρώ, δικαιούται επιπλέον για αμοιβή και έξοδα, το ποσό των 1.451,96 (1.000 + 65,73 + 12,32 + 12,32 + 88,72 + 24,65 + 120 + 12,33 + 120) ευρώ, του οποίου δεν συντρέχει λόγος επαύξησης, κατά την κρίση του δικαστηρίου, με βάση την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος των εργασιών που διεκπεραιώθηκαν, τον χρόνο που ο ενάγων κατανάλωσε και τη σπουδαιότητα αυτών, ούτε οι περιστάσεις δικαιολογούν τέτοια επαύξησή του.
Συνεπώς, η συνολική αμοιβή που ο ενάγων δικαιούται ανέρχεται στο ποσό των 20.354,31 (18.902,55 + 1.451,96) ευρώ. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι η συνολική αμοιβή του ενάγοντος ανήλθε στο ποσό των 128.000 ευρώ, δεχόμενο μάλιστα ότι υπήρξε συμφωνία στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και όλες οι παραπάνω νομικές ενέργειες, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί, ως βάσιμοι και κατ' ουσίαν ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της υπό στοιχ. Β' έφεσης, όπως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, κατά το οικείο σκέλος τους. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές οι υπό κρίση εφέσεις, η μεν υπό στοιχ. Α' κατά παραδοχή του έβδομου λόγου της, και η υπό στοιχ. Β' κατά παραδοχή του δεύτερου και τρίτου λόγου της και των πρόσθετων αυτής λόγων, να εξαφανιστεί ακολούθως η εκκαλουμένη στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή και ως προς τη διάταξή της περί τοκοδοσίας, που δεν πλήττεται με λόγο έφεσης, αναγκαίως δε και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της που θα καθορισθεί από την αρχή [...]. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή (άρθρο 535 § 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της ως προς τη δεύτερη και τρίτη των εναγομένων και, ειδικότερα, ως παθητικώς ανομιμοποίητη ως προς τα -κύριο και επικουρικά- αιτήματα καταβολής αμοιβής, κατά την κύρια και τις επικουρικές βάσεις της από τη σύμβαση εντολής και, ως μη νόμιμη, κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα περί χρηματικής ικανοποίησης, στο σύνολό της, και να γίνει αυτή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ακολούθως δε να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 18.902,55 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τις 29-9-2008, όπως έγινε δεκτό πρωτοδίκως, και το ποσό των 1.451,96 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, αφού δεν υπήρχε συμβατικά ορισμένη δήλη ημέρα καταβολής του, οπότε απαιτείτο προηγούμενη όχληση κατά το άρθρο 341 του ΑΚ [...]".
10.- Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε (i) τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 1 και 166 παρ. 2 και παρ. 3 του νόμου 4194/2013 ("Κώδικας Δικηγόρων"), σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον βαθμό που οι τελευταίες αυτές διατάξεις ρυθμίζουν ζητήματα ουσιαστικού δικαίου και (ii) τις, επίσης ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 3, παρ. 4 και παρ. 5, 59 παρ. 3, 63 επ. και 166 παρ. 2 και παρ. 3 του νόμου 4194/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον βαθμό που οι τελευταίες αυτές διατάξεις ρυθμίζουν ζητήματα ουσιαστικού δικαίου, για την εφαρμογή των οποίων δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους και, επομένως, δεν τις παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία, αφενός μεν, μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία δεν αρκούν για την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και περαιτέρω για την πλήρωση του πραγματικού αυτών, αφετέρου δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την εν μέρει παραδοχή από το Εφετείο, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της αγωγής του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση σ' αυτόν (i) δικηγορικής αμοιβής, ποσού 18.902,55 ευρώ, σε εκτέλεση σχετικής συμφωνίας, η οποία, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και είναι έγκυρη, παρά τον άτυπο χαρακτήρα της, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ/τος 3026/1954, οι οποίες, κατά την ορθή νομική κρίση του Εφετείου, είναι εκείνες που καλούνται, στην προκείμενη περίπτωση, σε εφαρμογή και όχι οι αναφερόμενες στην αρχή της σκέψης αυτής διατάξεις του νόμου 4194/2013, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο αναιρεσείων και (ii) αμοιβής, ποσού 1.451,96 ευρώ, για έξοδα και για επιμέρους νομικές εργασίες και ενέργειες, οι οποίες δεν καλύπτονται από τη συμφωνία για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ/τος 3026/1954, οι οποίες είναι εκείνες που καλούνται, στην προκείμενη περίπτωση, σε εφαρμογή και όχι οι αναφερόμενες στην αρχή της σκέψης αυτής διατάξεις του νόμου 4194/2013. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου που διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι ένδικες αξιώσεις, όπως επίσης και η παροχή στον αναιρεσείοντα των αντίστοιχων υπηρεσιών από τον αναιρεσίβλητο, έλαβαν χώρα κατά το έτος 2008, δηλαδή πριν από την κατάργηση του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ/τος 3026/1954) και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα Δικηγόρων (νόμου 4194/2013), στις 27-9-2013, με το άρθρο 166 του νόμου αυτού (πρβλ. ΑΠ 462/2025, ΑΠ 1052/2024, ΑΠ 1841/2023, ΑΠ 1531/2023, ΑΠ 1040/2020). Επομένως, οι αναφερόμενες στην αρχή της σκέψης αυτής διατάξεις του νόμου 4194/2013, στον οποίο δεν έχει προσδοθεί αναδρομική δύναμη, δεν καλούνται, στην προκείμενη περίπτωση, σε εφαρμογή, ούτε μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης από το Εφετείο και ακολούθως κατά το στάδιο της κατ' ουσίαν εκδίκασης της υπόθεσης από το δικαστήριο εκείνο. Τούτο δε, διότι οι διατάξεις αυτές δεν καταλαμβάνουν χρονικά την επίδικη μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση, της οποίας τα πραγματικά περιστατικά και συναφώς το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου που απορρέει από την έννομη αυτή σχέση για τη λήψη της κατά τον νόμο αμοιβής του, είχαν συντελεστεί ήδη πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου 4194/2013 και ειδικότερα ήδη από το έτος 2008. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος τους, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, πιο συγκεκριμένα δε, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, κατόπιν εφαρμογής των διατάξεων του ν.δ/τος 3026/1954, οι οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν καλούνταν στην προκείμενη περίπτωση σε εφαρμογή διότι, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης και την κατ' ουσίαν εκδίκαση της αγωγής από το Εφετείο, καλούνταν σε εφαρμογή οι διατάξεις του νόμου 4194/2013, παραβίασε ευθέως τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 1, παρ. 3, παρ. 4, παρ. 5, 59 παρ. 3, 63 επ., 166 παρ. 2 και παρ. 3 του νόμου 4194/2013 ("Κώδικας Δικηγόρων"), σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ, στον βαθμό που οι τελευταίες αυτές διατάξεις ρυθμίζουν ζητήματα ουσιαστικού δικαίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
11.- Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προαναφερόμενες αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαλάβει σ' αυτήν και άλλες προς αποσαφήνιση εκείνων που δέχθηκε ότι έχουν αποδειχθεί, οι αιτιολογίες δε αυτές, συνολικά εκτιμώμενες, καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων (i) 92 παρ. 1 του ν.δ/τος 3026/1954, όπως επίσης και των άρθρων (ii) 58 παρ. 3, παρ. 4 και παρ. 5, 59 παρ. 3, 63 επ. και 166 παρ. 2 και παρ. 3 του νόμου 4194/2013, άλλως των άρθρων 98, 99, 136, 161 και 164 του ν.δ/τος 3026/1954, σε συνδυασμό με την υπουργική απόφαση για τον καθορισμό της αξίας της μεταλλικής δραχμής, τις οποίες δεν παραβίασε με την εφαρμογή ή τη μη εφαρμογή τους, κατά περίπτωση, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό της πόρισμα, αφενός μεν, ότι (i) καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για την καταβολή στον αναιρεσίβλητο δικηγορικής αμοιβής, (ii) η συμφωνία αυτή είχε το ειδικότερο περιεχόμενο που εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και (iii) κατά τη συμφωνία αυτή ο αναιρεσίβλητος είχε αναλάβει την υποχρέωση να εκτελέσει συγκεκριμένες εργασίες που εκτίθενται στην απόφαση και τις οποίες ολοκλήρωσε, έναντι αμοιβής που ανερχόταν σε ποσοστό 2% στο πραγματικό τίμημα της αγοράς από την κυπριακή εταιρεία του επίμαχου ακινήτου, αφετέρου δε, ότι η συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων για την καταβολή στον αναιρεσίβλητο δικηγορικής αμοιβής, δεν καταλαμβάνει και τις επιμέρους νομικές εργασίες και ενέργειες που εκτίθενται στην απόφαση, για τις οποίες επιδικάστηκε σ' αυτόν ως -πρόσθετη- αμοιβή το συνολικό ποσό των 1.451,96 ευρώ (περιλαμβανομένων στο ποσό αυτό και εξόδων, στα οποία ο αναιρεσίβλητος υποβλήθηκε), τα πραγματικά περιστατικά δε αυτά, δικαιολογούν την εν μέρει παραδοχή από το Εφετείο, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της αγωγής του αναιρεσιβλήτου σε βάρος του αναιρεσείοντος για την επιδίκαση σ' αυτόν δικηγορικής αμοιβής, ποσού 18.902,55 ευρώ και αμοιβής, ποσού 1.451,96 ευρώ, για έξοδα και για επιμέρους νομικές εργασίες και ενέργειες, οι οποίες δεν καλύπτονται από τη συμφωνία για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Τούτο δε, διότι εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, έγινε δεκτό ότι έχουν αποδειχθεί, ή κατά περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί, χωρίς κατά τα λοιπά να απαιτείται ειδικότερη ανάλυση ως προς τη στάθμιση και εκτίμηση των επιμέρους αποδείξεων ή ως προς την αξιολόγηση των απλών επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, ενώ και το πόρισμα που συνάγεται από τις αποδείξεις και στηρίζεται σ' αυτές, εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά τρόπο που διαθέτει λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με εκείνα που προηγουμένως αναλυτικά έχουν εκτεθεί. Ειδικότερα, το αποδεικτικό αυτό πόρισμα του Εφετείου υποστηρίζουν οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πιο συγκεκριμένα ότι: (i) Ο αναιρεσείων απευθύνθηκε στον αναιρεσίβλητο, δικηγόρο, λόγω του ενδιαφέροντός του να αγοραστεί ακίνητο, με δικά του χρήματα, για την οικονομική εξασφάλιση της συζύγου του και των τέκνων τους, οι διάδικοι δε αποφάσισαν να υλοποιηθεί η αγορά με την κτήση της κυριότητας του ακινήτου από κυπριακή εταιρεία που θα συστηνόταν για τον σκοπό αυτό, ενώ τη σύσταση της εταιρείας ανέλαβε, κατόπιν συνεννόησης με τον αναιρεσίβλητο, δικηγόρος Κύπρου, (ii) μετά την ανεύρεση ακινήτου προς αγορά ο αναιρεσείων ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο τον πλήρη έλεγχο (τίτλων, βαρών κ.λ.π.), προκειμένου στη συνέχεια να προχωρήσει η διαδικασία της κτήσης της κυριότητάς του με αγορά, (iii) ο αναιρεσίβλητος προέβη στον έλεγχο των τίτλων, κατά τον οποίο προέκυψε ότι το ακίνητο βαρυνόταν με προσημείωση υποθήκης υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, ενώ μετά από έλεγχο στο Πρωτοδικείο Αθηνών προέκυψε ότι εκκρεμούσαν δύο αγωγές νομής σε βάρος των ιδιοκτητών του ακινήτου και προέβη ο αναιρεσίβλητος σε σχετική ενημέρωση του αναιρεσείοντος και των πωλητών, (iv) κατόπιν συμφωνίας με τον αναιρεσείοντα, ο αναιρεσίβλητος προέβη (α) στο άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα της κυπριακής εταιρείας, σε δύο τράπεζες που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα (Ασπίς και Εμπορική), (β) στην έναρξη εργασιών της εταιρείας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. , (γ) στη μεταβολή των ατομικών στοιχείων της νόμιμης εκπροσώπου της, συζύγου του αναιρεσείοντος, (δ) στη σύνταξη δύο αποφάσεων της εταιρείας που αποτελούσαν κατ' ουσίαν πληρεξούσια προς τη νόμιμη εκπρόσωπό της, ενώ επίσης (ε) απευθύνθηκε σε συμβολαιογράφο για τη σύνταξη πληρεξουσίου, (στ) μετά από αίτησή του έλαβε βεβαίωση από την Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας για την ημερομηνία σύστασης και για τα λοιπά στοιχεία της εταιρείας και (ζ) ζήτησε, μέσω του δικηγόρου Κύπρου που είχε αναλάβει τη σύστασή της, την έκδοση, από το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, νεότερων πιστοποιητικών για τους μετόχους της, τη διευθύντρια και τον γραμματέα της και τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της, τέλος δε, φέρεται (η) ότι συνέταξε μονοσέλιδο έγγραφο μεταβίβασης μετοχών της εταιρείας προς τη νόμιμη εκπρόσωπό της, πλην όμως οι εργασίες αυτές δεν δικαιολογούν τη φερόμενη ως αρχικά συμφωνημένη αμοιβή των 7.000 ευρώ για τη σύσταση και δραστηριοποίηση της εταιρείας στην Ελλάδα, τέτοια δε συμφωνία δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο, (v) συμφωνήθηκε αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, ανερχόμενη σε ποσοστό 2% επί του πραγματικού τιμήματος, στην οποία περιλαμβάνεται η αμοιβή για τον έλεγχο τίτλων και τη σύνταξη σχεδίου συμβολαίου, καθώς και η αμοιβή του για τις εργασίες που αφορούσαν τη σύσταση και δραστηριοποίηση της εταιρείας στην Ελλάδα, (vi) το τίμημα ανήλθε στο ποσό του 1.600.000 ευρώ και επομένως η συμφωνημένη αμοιβή, την οποία ο αναιρεσίβλητος εδικαιούτο να λάβει για τον έλεγχο των τίτλων, τη σύνταξη του σχεδίου του συμβολαίου και την παράστασή του κατά την υπογραφή του, αλλά και για τις ενέργειες, στις οποίες προέβη, προκειμένου η εταιρεία να δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα, ανέρχεται στο ποσό των 32.000 ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε από τον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 13.097,45 ευρώ, (vii) η προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων δεν κάλυπτε ούτε μπορούσε να καλύπτει τις λοιπές νομικές ενέργειες, στις οποίες προέβη ο αναιρεσίβλητος ως δικηγόρος, κατ' εντολήν του αναιρεσείοντος, είτε πριν είτε μετά τη σύνταξη του αγοραπωλητήριου συμβολαίου, για τις οποίες δεν υπήρξε εξαρχής, ούτε οποτεδήποτε στη συνέχεια, σχετική συμφωνία τους και συγκεκριμένα : α. Τη σύνταξη δύο ιδιωτικών συμφωνητικών που συνυπέγραψαν οι πωλητές και η αγοράστρια εταιρεία, στις 26-9-2008, από τα οποία στο πρώτο μεν από αυτά δηλώθηκε ότι στην κυριότητα της αγοράστριας θα περιέλθουν και τα κινητά πράγματα που βρίσκονταν στο πωλούμενο ακίνητο, ενώ στο δεύτερο ότι, αναφορικά με τις ειδικότερα μνημονευόμενες δύο αγωγές νομής που είχαν ασκηθεί κατά των πωλητών και της ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "ΚΝΩΣΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ", οι πωλητές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να φέρουν εις πέρας δικαστικά τις υποθέσεις αυτές, επιβαρυνόμενοι με τη σχετική δικαστική δαπάνη, για τη σύνταξη των οποίων -ιδιωτικών συμφωνητικών- ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως αμοιβή, για μεν το πρώτο από αυτά, το ποσό των 1.000 ευρώ, για δε το δεύτερο από αυτά, το ποσό των 61,62 ευρώ, β. Τη σύνταξη του από …2008 εγγράφου, το οποίο συνυπογράφουν οι πωλητές και ο αναιρεσείων και ουσιαστικά αποτελεί απόδειξη καταβολής του ποσού των 100.000 ευρώ από τον αναιρεσείοντα στους πωλητές, για τη σύνταξη του οποίου ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 12,32 ευρώ, στο ίδιο δε ποσό πρέπει να καθοριστεί η αμοιβή του για τη σύνταξη του από 24-9-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού επιστροφής χρημάτων (απόδειξη επιστροφής του ποσού των 100.000 ευρώ) από τους πωλητές στον αναιρεσείοντα, γ. Κατά το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών με δικαιούχο την εταιρεία στις Τράπεζες Aspis και Εμπορική, ο αναιρεσίβλητος εξέδωσε επικυρωμένα αντίγραφα των νομιμοποιητικών εγγράφων της εταιρείας (καταστατικού, βεβαίωσης της Πρεσβείας της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.λ.π.) και δικαιούται ως αμοιβή, για την έκδοση είκοσι επτά συνολικά φύλλων επί τέσσερις φορές, το συνολικό ποσό των 88,72 ευρώ, δ. Για τη σύνταξη τεσσάρων αιτήσεων προς τον Υποθηκοφύλακα Κερατέας, για τη μεταγραφή του συμβολαίου και την έκδοση πιστοποιητικών κυριότητας, βαρών και διεκδικήσεων, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 24,65 ευρώ, ε. Για τη μετάβασή του δύο φορές από την έδρα του στον Πειραιά στο Υποθηκοφυλακείο Κερατέας μετ' επιστροφής με ταξί, για την υποβολή των αιτήσεων την πρώτη φορά και την παραλαβή των πιστοποιητικών τη δεύτερη, ο αναιρεσίβλητος δαπάνησε κατ' ελάχιστον το ποσό των 60 ευρώ κάθε φορά και συνολικά των ποσό των 120 ευρώ, στ. Για τη σύνταξη δύο αιτήσεων προς τον Υποθηκοφύλακα Κερατέας, μία για την εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης που είχε εγγραφεί στο ακίνητο υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, και μία για την έκδοση πιστοποιητικού βαρών, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 12,33 ευρώ και για έξοδα μετάβασής του με ταξί, μία φορά για την υποβολή τους και μία για την παραλαβή των πιστοποιητικών, το συνολικό ποσό των 120 ευρώ, (viii) επομένως, ο αναιρεσίβλητος, πέραν της αμοιβής των 32.000 ευρώ, έναντι της οποίας έλαβε από τον αναιρεσείοντα το συνολικό ποσό των 13.097,45 ευρώ, δικαιούται επιπλέον για αμοιβή και έξοδα, το συνολικό ποσό των 1.451,96 ευρώ. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως επίσης και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του δεύτερου σκέλους του, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πιο συγκεκριμένα δε, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, (i) με ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα της κατάρτισης και του ειδικότερου περιεχομένου της συμφωνίας για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής που φέρεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, όπως επίσης και των εργασιών που ανέλαβε να φέρει εις πέρας ο αναιρεσίβλητος και εκείνων που ολοκλήρωσε, ζήτημα που αποβαίνει απολύτως κρίσιμο ενόψει της παραδοχής της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την ύπαρξη επίδικης αξίωσης του αναιρεσιβλήτου για τη λήψη δικηγορικής αμοιβής με βάση σχετική συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και ακολούθως της ευδοκίμησης της αγωγής κατά το κεφάλαιο της επιδίκασης ποσού 18.902,55 ευρώ, ως συμφωνημένης αμοιβής, ανερχόμενης σε ποσοστό 2% στο πραγματικό τίμημα της αγοραπωλησίας του επίμαχου ακινήτου και (ii) με ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ζήτημα του λόγου, για τον οποίο η συμφωνία για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής που φέρεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων δεν καταλαμβάνει και τις επιμέρους νομικές εργασίες και ενέργειες, για τις οποίες επιδικάστηκε ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 1.451,96 ευρώ, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης και ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς τα προαναφερόμενα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
12.- Με το δεύτερο και με το τρίτο μέρος του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' και αριθ. 9 περ. α' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατυπώνονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, αφενός μεν, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφετέρου δε, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, οι πλημμέλειες δε αυτές συντελέστηκαν, αφενός μεν, με την παραδοχή από το Εφετείο ότι οι συγκεκριμένες νομικές εργασίες και ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, για τις οποίες το Εφετείο επιδίκασε υπέρ αυτού την αντίστοιχη νόμιμη αμοιβή, η οποία ανερχόταν συνολικά στο ποσό των 1.451,96 ευρώ, δεν καλύπτονταν από τη συμφωνία μεταξύ των μερών για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής που φέρεται ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, χωρίς εν τούτοις να έχει προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός από την πλευρά του αναιρεσιβλήτου με το αγωγικό δικόγραφο, αφετέρου δε, με την επιδίκαση κονδυλίου αμοιβής για τις νομικές εργασίες και ενέργειες αυτές, συνολικού ποσού 1.451,96 ευρώ, την επιδίκαση του οποίου δεν αιτήθηκε ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή. Οι λόγοι αυτοί παρίστανται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τούτο δε, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει, σε ό,τι μεν αφορά τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ότι κατά την ανάπτυξη της βάσης της ένδικης αγωγής υπό το στοιχείο (Γ) (βλ. ειδικότερα στις σελ. 19-21 της αγωγής), κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, εκτίθεται ο αυτοτελής αγωγικός ισχυρισμός ("πράγμα"), τον οποίο έλαβε υπόψη του το Εφετείο, ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται αμοιβή, με βάση τις εκεί αναφερόμενες διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ/τος 3026/1954), μεταξύ άλλων και για τις επιμέρους νομικές εργασίες και ενέργειες που εκτέλεσε και οι οποίες δεν καλύπτονται από τη συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων για την καταβολή δικηγορικής αμοιβής, στις οποίες συγκαταλέγονται εκείνες, για τις οποίες το Εφετείο επιδίκασε ως αμοιβή το συνολικό ποσό των 1.451,96 ευρώ, περιλαμβανομένων στο ποσό αυτό και των εξόδων, στα οποία υποβλήθηκε ο αναιρεσίβλητος, κατά βάση επί έλαττον σε σχέση με τη ζητούμενη με την αγωγή, για καθεμία επιμέρους εργασία και ενέργεια, αμοιβή [βλ. ειδικότερα στις σελ. 20-21 της αγωγής, υπό τα στοιχεία γ', δ', ε', ζ', η'1 και η'2, όπου περιλαμβάνεται, αφενός μεν, ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται αμοιβή, αφετέρου δε, το αντίστοιχο αίτημα για την επιδίκαση της αμοιβής αυτής, (α) ποσού 1.220,10 ευρώ για τη σύνταξη των δύο από …2008 ιδιωτικών συμφωνητικών, για την οποία -αιτία- επιδικάστηκε από το Εφετείο το συνολικό ποσό των 1.061,62 ευρώ, (β) (i) ποσού 720,10 ευρώ, για τη σύνταξη του από …2008 προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτου από τον αναιρεσείοντα και (ii) ποσού 720,10 ευρώ, για τη σύνταξη του από …2008 συμφωνητικού επιστροφής προκαταβολής από τους πωλητές στον αναιρεσείοντα, για την οποία -αιτία- επιδικάστηκε από το Εφετείο το ποσό των 12,32 ευρώ για καθένα από τα έγγραφα αυτά, μετά την αξιολόγηση αυτών ως αποδείξεων καταβολής του ποσού των 100.000 ευρώ από τον αναιρεσείοντα και επιστροφής στον τελευταίο του ποσού αυτού από τους πωλητές, (γ) ποσού 673,80 ευρώ για την έκδοση χιλίων εκατό σελίδων επικυρωμένων αντιγράφων από τα νομιμοποιητικά έγγραφα της εταιρείας, των συμβολαίων κ.λ.π. , για την οποία -αιτία- επιδικάστηκε από το Εφετείο το ποσό των 88,72 ευρώ (έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων των νομιμοποιητικών εγγράφων της εταιρείας και ειδικότερα είκοσι επτά συνολικά φύλλων επί τέσσερις φορές), (δ) ποσού 24,65 ευρώ για τη σύνταξη τεσσάρων αιτήσεων προς τον Υποθηκοφύλακα Κερατέας για τη μεταγραφή του αγοραπωλητήριου συμβολαίου και την έκδοση πιστοποιητικών κυριότητας, βαρών και διεκδικήσεων, για την οποία -αιτία- επιδικάστηκε από το Εφετείο το αιτούμενο ποσό των 24,65 ευρώ, (ε) συνολικού ποσού (90 + 60 =) 150 ευρώ ως έξοδα για τη μετάβαση του αναιρεσιβλήτου δύο φορές από την έδρα του στον Πειραιά στο Υποθηκοφυλακείο Κερατέας μετ' επιστροφής με ταξί για την υποβολή των αιτήσεων την πρώτη φορά και την παραλαβή των πιστοποιητικών τη δεύτερη, για την οποία -αιτία- επιδικάστηκε από το Εφετείο το συνολικό ποσό των 120 ευρώ, (στ) (i) ποσού 24,65 ευρώ, για τη σύνταξη δύο αιτήσεων προς τον Υποθηκοφύλακα Κερατέας, μία για την εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης που είχε εγγραφεί στο ακίνητο υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας, και μία για την έκδοση πιστοποιητικού βαρών, για την οποία -αιτία- επιδικάστηκε από το Εφετείο το ποσό των 12,33 ευρώ και (ii) συνολικού ποσού (90 + 60 =) 150 ευρώ ως έξοδα για τη μετάβαση του αναιρεσιβλήτου δύο φορές από την έδρα του στον Πειραιά στο Υποθηκοφυλακείο Κερατέας μετ' επιστροφής με ταξί για την υποβολή των αιτήσεων την πρώτη φορά και την παραλαβή των πιστοποιητικών τη δεύτερη, για την οποία -αιτία- επιδικάστηκε από το Εφετείο το συνολικό ποσό των 120 ευρώ] και επομένως, σε ό,τι αφορά τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 9 εδ. α' ΚΠολΔ, δεν επιδίκασε το Εφετείο κάτι που δεν ζητήθηκε.
13.- Μετά τα προαναφερόμενα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή διάταξη για δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, διότι ο αναιρεσίβλητος που νίκησε, δικάστηκε, παρά την απουσία του, σαν να ήταν παρών και επομένως δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ),
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από …2024 αίτηση του Π. Π. για την αναίρεση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με τον αριθμό 637/2022.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ