ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 837/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 837/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 837/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 837 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 837/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Σάββα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαρτίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Δ., 2) Α. συζ. Γ. Μ., το γένος Χ. Ζ., 3) Δ. Μ. του Γ. και 4) Δ. χας Χ. Ζ., το γένος Σ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κούστα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Θ. του Α., 2) Ι. συζ. Φ. Θ., το γένος Π. Α., 3) Α. Θ. του Φ., κατοίκων ..., 4) Β. Α. του Δ., κατοίκου ..., 5) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION GROUP ΑΕΓΑ - ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας για παράβαση νόμου, 6) Θ. Φ. του Α. και 7) Σ. Π. του Π., κατοίκων ..., εκ των οποίων το 5ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος, 2η, 3ος, 4η, 6ος και 7ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων (οι 1ος και 2η ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τότε τέκνου τους Δ. - ήδη 3ου) και του Δ. Μ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με την από …2007 αγωγή των 1ου έως και 4ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που αρχικά κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος, το οποίο με την 90/2008 απόφασή του κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο και παρέπεμψε την κρινόμενη αγωγή για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με την από …2011 αγωγή των 6ου και 7ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από …2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσειόντων και την από …2011 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - αγωγή της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5506/2011 εν μέρει οριστική και 1265/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 594/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες και ο Δ. Μ. του Γ. με την από …2017 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1440/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, μεταξύ άλλων, αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 228/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από …2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αναστάσιο Σάββα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 5ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 110 παρ. 2, 576 παρ. 1-2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) υπό την επιφύλαξη όμως ότι η επίσπευση της συζητήσεως είχε λάβει χώρα εγκύρως. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. (όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 Ν. 4139/2013, Φ.Ε.Κ. Α' 74/20.3.2013) σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 838/2024, Α.Π. 89/2021, Α.Π. 446/2020).

Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος, τέταρτη, έκτος και έβδομος των αναιρεσιβλήτων. Ομοίως, δεν υποβλήθηκε η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. δήλωση, οι αναιρεσείοντες, όμως επιμελεία των οποίων επισπεύδεται η συζήτηση της ενδίκου από …2023 (Γεν. Αρ. Κατ. : …/2023, Ειδ. Αρ. Κατ. : …/2023) αιτήσεως περί αναιρέσεως της (τελεσιδίκου) υπ' αριθμόν 228/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, δεν προσκομίζουν, ούτε επικαλούνται έκθεση επιδόσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (6 Μαρτίου 2026)). Ομοίως δεν προσκομίζεται εκ μέρους του παρισταμένου πέμπτου αναιρεσιβλήτου απόδειξη κλητεύσεως των ομοδίκων του - πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, έκτου και εβδόμου των αναιρεσιβλήτων. Ενόψει, συνεπώς, του ότι δεν αποδεικνύεται (νόμιμη και εμπρόθεσμη) κλήτευση των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων οι δε αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι προς αποζημίωση από αδικοπραξία, πρέπει, κατόπιν αυτεπαγγέλτου ερεύνης, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτούς (πρώτο, δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων). Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση από …2023 (Γεν. Αρ. Κατ. : …/2023, Ειδ. Αρ. Κατ. : …/2023) αίτηση αναιρέσεως, με την οποία προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφαλίσεώς του (άρθρα 681 Α', 666, 667 και 670 έως 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν προ της θέσεως σε ισχύ του άρθρου τετάρτου του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α'87) (τελεσίδικη) υπ' αριθμόν 228/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556, 558 Κ.Πολ.Δ.), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει (ούτε άλλωστε τα διάδικα μέρη επικαλούνται) επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Ως εκ τούτου, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, που απέληξεστο προκείμενο στάδιο εκδικάσεώς της είναι η εξής: 1) Οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων, ενεργούντες ατομικώς έκαστος και ως ασκούντες από κοινού την γονική μέριμνα του τότε ανηλίκου και ήδη ενηλίκου τρίτου αναιρεσείοντος Δ. Μ., καθώς και ο μη διάδικος στη παρούσα δίκη Δ. Μ. του Γ. και νυν τετάρτη των αναιρεσειόντων, άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από …2007 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου …/2007 αγωγή τους, στρεφόμενη κατά του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Α. Θ. και της ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "GENERAL UNION Α.Ε.Γ.Α - ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", στην θέση της οποίας υπεισήλθε ως ειδικός διάδοχος το πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", με την οποία ζήτησαν να επιδικασθεί υπέρ αυτών αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο σε οδικό τροχαίο ατύχημα του συγγενούς τους Β. Μ., οφειλομένου του ατυχήματος σε υπαιτιότητα του οδηγού του περιγραφόμενου στην αγωγή οχήματος, που ανήκε κατά κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, 2) Οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τετάρτη των αναιρεσιβλήτων, άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, την από …2007 με αριθμό καταθέσεως …/2007 αγωγή τους, στρεφόμενη κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων καθώς και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ", καθολική διάδοχος της οποίας ήταν η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με την οποία ζήτησαν να επιδικασθεί υπέρ αυτών αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο στο ίδιο οδικό τροχαίο ατύχημα του συγγενούς τους Π. Θ., του ατυχήματος τούτου οφειλομένου σε υπαιτιότητα του ανηλίκου Β. Μ., οδηγού του περιγραφόμενου στην αγωγή οχήματος, που ανήκε κατά κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο στη τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 90/2008, απόφαση, δυνάμει της οποίας το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας κήρυξε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε αυτήν να εκδικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, στο οποίο επαναφέρθηκε προς συζήτηση με κλήση των εναγόντων, 3) Οι έκτος και έβδομος των αναιρεσιβλήτων άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από …2011, με αριθμό καταθέσεως …/2011 αγωγή τους, στρεφόμενη κατά των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων και της ασφαλιστικής εταιρίας "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" καθολικής διαδόχου της ως άνω "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ", με την οποία ζήτησαν να επιδικασθεί υπέρ αυτών αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξ αιτίας του τραυματισμού τους στο ίδιο οδικό τροχαίο ατύχημα, του ατυχήματος τούτου οφειλομένου σε υπαιτιότητα του Β. Μ., οδηγού του περιγραφόμενου στην αγωγή οχήματος, που ανήκε κατά κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, 4) Οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από …2011 και με αριθμό καταθέσεως …/2011, ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή κατά του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων Νομικού Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως ειδικού διαδόχου της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL UNION Α.Ε.Γ.Α.- ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και 5) Η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την από …2011 και με αριθμό καταθέσεως …/2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή, στρεφόμενη κατά του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Α. Θ. και του πέμπτου των αναιρεσιβλήτων Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", ως ειδικού διαδόχου της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERAL UNION Α.Ε.Γ.Α. - ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ".

Επί των ως άνω αντίθετων αγωγών και ανακοινώσεων δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν :

Α. Αρχικώς, η υπ' αριθμόν 5506/2011 εν μέρει οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας : α) απορρίφθηκε η ανωτέρω υπό τον αριθμό 1 αγωγή, β) έγινε εν μέρει δεκτή η υπό τον αριθμό 2 αγωγή, γ) έγινε εν μέρει δεκτή η υπό τον αριθμό 3 αγωγή, και αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής αποφάσεως ως προς τα αναφερόμενα κονδύλια αυτής, προκειμένου να προσκομισθούν τα αναφερόμενα έγγραφα από τον ασφαλιστικό φορέα των εναγόντων, δ) απορρίφθηκε η υπό τον αριθμό 4 ανακοίνωση δίκης προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή και ε) απορρίφθηκε η υπό τον αριθμό 5 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση-παρεμπίπταυσα αγωγή.

και

Β. Εν συνεχεία (εκδόθηκε) η υπ' αριθμόν 1265/2013 οριστική απόφαση του ίδιου ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η ανωτέρω υπό τον αριθμό 3 αγωγή, κατά το μέρος που είχε αναβληθεί η επ' αυτής έκδοση οριστικής αποφάσεως. Ακολούθως, ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς 1) Η (ενδιαφέρουσα εν προκειμένω) από …2012 (αρ. κατ. : …/2012) έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, κατά των πρώτου, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης και πέμπτου των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμόν 5506/2011 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, 2) Η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, κατά των έκτου και έβδομου των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενη κατά της ως άνω υπ' αριθμόν 5506/2011 εν μέρει οριστικής και της υπ' αριθμόν 1.265/2013 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, 3) Η έφεση των πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, κατά των ήδη αναιρεσειόντων, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμόν 5506/2011 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, 4) Η έφεση της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατά των πρώτου, δεύτερης, τρίτου και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμόν 5506/2011 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, 5) Η έφεση της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατά των έκτου και έβδομου των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμόν 5506/2011 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, 6) Η έφεση των έκτου και εβδόμου των αναιρεσιβλήτων, κατά των πρώτου και δεύτερης των ήδη αναιρεσειόντων και της ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμόν 1265/2013 οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συμπροσβαλλομένης της υπ' αριθμόν 5506/2011 εν μέρει οριστικής αποφάσεως αυτού και 7) Η έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατά των έκτου και έβδομου των αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμόν 5506/2011 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Οι ως άνω εφέσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών η υπ' αριθμόν 594/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η ανωτέρω υπό τον αριθμό 2 έφεση ως προς τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των εκκαλούντων, και, κατά τα λοιπά, έγιναν τυπικώς δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν όλες τις εφέσεις. Ακολούθως δυνάμει της από …2022 (Γεν. Αρ. Κατ. : …/2022, Ειδ. Αρ. Κατ. : …/2022) κλήσεως επαναφέρθηκαν προς συζήτηση οι ως άνω υπό τους αριθμούς 1 και 5 εφέσεις, οπότε συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 228/2023 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς δυνάμει της οποίας κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ανωτέρω υπό τον αριθμό 2 εφέσεως ενώ έγινε τυπικά δεκτή η (ενδιαφέρουσα εν προκειμένω) από …2012 (αρ. κατ. : …/2012) έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. , ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν του αποδεικτικά μέσα των οποίων έγινε επίκληση και προσκομιδή. Από την εν λόγω διάταξη, συνδυαζομένη προς εκείνες των άρθρων, 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπ' όψιν του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νομίμως είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1106/2025), εφόσον βεβαίως προτάθηκαν παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν από την απόφαση προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν μετ' επικλήσεως. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψιν του αποδεικτικού μέσου (Α.Π. 131/2026). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπ' όψιν όλων των αποδείξεων που μετ' επικλήσεως προσκομίσθηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο (ή κατ' άλλη διατύπωση αδιστάκτως βέβαιο) ότι τούτο έχει ληφθεί υπ' όψιν. Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναιρέσεως (Ολομ. Α.Π. 8/2016, Ολομ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 71/2026, Α.Π. 805/2025). Τέλος, για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού, είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορά η σχετική αναιρετική αιτίαση (Α.Π. 1106/2025, Α.Π. 628/2025, Α.Π. 150/2025).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 18 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Και αυτό για να αποφευχθεί, για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής, λύση που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο. Νομικό δε ζήτημα είναι το εννοιολογικό περιεχόμενο, το οποίο προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στη παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στη παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 580 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 581 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται εντός των ορίων που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό. Αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη ή όταν το δικαστήριο της παραπομπής δίνει λύση μη απτόμενη του νομικού ζητήματος, που έδωσε λαβή για την αναίρεση. Επίσης, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το δικαστήριο της παραπομπής, δεσμευόμενο από τις ανωτέρω αποφάσεις του Αρείου Πάγου, δεν έχει δικαίωμα διαφωνίας με το αναιρετικό Δικαστήριο και γι' αυτό η απόφασή του, κατά το μέρος που αυτή συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, απαραδέκτως, κατ' άρθρο 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται με λόγο αναιρέσεως. Επομένως, οι ανωτέρω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η ίδια υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής, η δέσμευση, όμως, αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό, είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 § 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί η παραδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Έτσι, δεν αποτελούν ομολογία πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν αιτιολογημένη άρνηση αγωγής ή ενστάσεως, ούτε επιχειρήματα προς στήριξη της αγωγής. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη (Α.Π. 2030/2022, Α.Π. 761/2020, Α.Π. 336/2020, Α.Π. 1025/2019) ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο (Α.Π. 210/2025, Α.Π. 751/2021, Α.Π. 116/2020).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της ενδίκου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Ειδικότερα, διατείνονται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψιν, όπως αυτολεξεί αναγράφεται "τα υπ' αριθ. …/2008 προσκομισθέντα με νόμιμη επίκληση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και τις περιεχόμενες σ' αυτά καταθέσεις μαρτύρων, όπου κατά τη συνεδρίαση του πρωτοβαθμίου αυτού δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση (αγωγή των αναιρεσιβλήτων να εκδικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), εξετάστηκαν ανωμοτί ο τότε ενάγων και ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος Α. Θ., ενόρκως δε ο μάρτυρας ανταπόδειξης Δ. Κ., ειδικός πραγματογνώμονας τροχαίων ατυχημάτων, οι οποίες ως άνω καταθέσεις είναι κρίσιμες για την απόδειξη του ισχυρισμού μας, ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο τροχαίο ατύχημα και τον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό του εκλιπόντος υιού, αδερφού και εγγονού μας είναι ο οδηγός του ετέρου οχήματος ...". Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπ' όψιν, μεταξύ άλλων την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Δ. Κ. του Α., την ανωμοτί κατάθεση του τρίτου ενάγοντος Α. Θ. του Φ. ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας απόφαση (υπ' αρ. …/2008) πρακτικά αυτού .....". Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπ' όψιν του και συνεκτίμησε και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως Δ. Κ. του Α. αλλά και όσα ανωμοτί εξεταζόμενος κατέθεσε ο τρίτος ενάγων (ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος) Α. Θ. του Φ. κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας διαδικασία. Σημειωτέον ότι ειδικώς ως προς την ανωμοτί εξέταση του τελευταίου (Α. Θ. του Φ.) ρητή μνεία (και αξιολόγηση) αυτής γίνεται στην προσβαλλομένη απόφαση (18ο φύλλο, 37η σελίδα). Επομένως, ο έχων το ανωτέρω περιεχόμενο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος, κατά τις επιμέρους ειδικότερα αιτιάσεις του περί του ότι από την εκτίμηση: α) της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρα ανταποδείξεως Δ. Κ. του Α. και την ανωμοτί κατάθεση του τρίτου ενάγοντος Α. Θ. του Φ. ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και β) της από …2006 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του ειδικού πραγματογνώμονα Α. Γ., μηχανολόγου μηχανικού, την από …2008 έκθεση πραγματογνώμονα του ειδικού γραφείου "Ανάλυσις τροχαίων ατυχημάτων-τεχνικών συμβούλων - δικαστικών Πραγματογνωμόνων" με τον διακριτικό τίτλο ΤΡΟΧΟΓΝΩΜΩΝ, την από …2008 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ειδικού πραγματογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων Ε. Μ., ως και την από …2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ειδικών πραγματογνωμόνων από τον κατάλογο της Εισαγγελίας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ξ. Κ. και Ε. Κ. συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 109/2026, Α.Π. 404/2025).

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, κατά την ειδικότερη επιμέρους αιτίαση του αυτού λόγου, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν του το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας, καίτοι οι αναιρεσείοντες το επικαλέσθηκαν τόσο πρωτοδίκως αλλά και κατά τη δευτεροβάθμια δίκη προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ως προς την υπαιτιότητα για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί) και την έλλειψη οιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μη λαμβάνοντας δε υπ' όψιν τη δικαστική ομολογία, το Δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και απέρριψε τον ισχυρισμό τους, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι κατά την ανωμοτί εξέτασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, ο τρίτος ενάγων (Α. Θ. του Φ.) προέβη σε (δεσμευτική για το Δικαστήριο) δικαστική ομολογία ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα αποδεχόμενος αμφισβητούμενο και επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός και συγκεκριμένα ομολόγησε ότι: α) στην κατοικημένη περιοχή υπάρχει όριο ταχύτητος 50 χιλιομέτρων, β) ότι υπάρχουν λακκούβες μέσα στην άσφαλτο στην πορεία του ταξί, η φωτογραφία 7 που μου δείχνετε είναι από το σημείο του ατυχήματος και βλέπω νερά γιατί εκεί έχει λακκούβες και γ) το ταξί υπέστη ζημίες στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτού και μέχρι την πόρτα του οδηγού ενώ το δεξιό μέρος ήταν ανέπαφο και ότι αν είχε εισέλθει ο οδηγός του ταξί στο αντίθετο ρεύμα τότε θα έπρεπε να υποστεί ζημίες στο δεξιό τμήμα του οχήματός του. Οι αιτιάσεις όμως αυτές τυγχάνουν απορριπτέες εν τω συνόλω τους ως απαράδεκτες γιατί ειδικότερα ως προς τις υπό στοιχεία α' και β' πρόκειται περί γενικών παραδοχών που δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα αφετέρου δε υπό τις παραδοχές της προσβαλλομένης α) "... το όριο ταχύτητας για τους κινούμενους επί της εν λόγω δημοτικής οδού με κατεύθυνση προς … , καθοριζόταν δια ρυθμιστικής πινακίδας Ρ - 32, σε 50 χλμ/ώρα, ενώ για τους κινούμενους με κατεύθυνση προς … δεν υπήρχε σήμανση σχετικά με το όριο ταχύτητας, ούτε προκύπτει ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή ... Οπότε, όσον αφορά στο ρεύμα προς … που έβαινε το ταξί, εφόσον δεν ρυθμίζονται ειδικά, ίσχυαν τα αναφερόμενα στο άρθρο 20 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) όρια ταχύτητας, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση, 90 χλμ/ώρα", ".... Εξάλλου, το γεγονός ότι στο ρεύμα πορείας του ανήλικου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα που καθόριζε το όριο ταχύτητας στα 50 χλμ/ώρα, δεν σημαίνει, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες), ότι και στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ήτοι αυτό που έβαινε ο οδηγός του ταξί, ίσχυε το ίδιο όριο, αφού, όπως προαναφέρθηκε στο εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας δεν υπήρχε ειδική σήμανση, οπότε ισχύουν τα γενικά όρια που καθορίζονται από το άρθρο 20 ΚΟΚ. Το όριο των 50 χλμ/ώρα, μπορεί να κρίθηκε επιβεβλημένο στο ρεύμα πορείας προς … , ίσως διότι αυτό είχε μικρότερο πλάτος από το αντίθετο, καθώς επίσης και στο ρεύμα αυτό υπήρχε δεξιά στροφή, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες", β) " ... ισχυρίζονται ότι το ταξί εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να αποφύγει λακκούβες και κακοτεχνίες του οδοστρώματος, όπως αναφέρεται στην, προσκομισθείσα από τους ως άνω ενάγοντες έκθεση πραγματογνωμοσύνης ...... καθώς και λόγω ύπαρξης χωμάτινου ερείσματος, ύψους 10 εκ. Εντούτοις από τις προσκομιζόμενες, ληφθείσες από τα όργανα του Τ.Τ. … , φωτογραφίες, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη κακοτεχνιών, τέτοιας έκτασης, ώστε ο οδηγός του ταξί, προκειμένου να τις αποφύγει, να εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και γ) " .... Το ότι ο τρίτος ενάγων .... - αδερφός του θανόντος οδηγού του ταξί, Α. Θ., στην ανωμοτί κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την ......υπ' αριθ. 90/2008 απόφαση, πρακτικά αυτού, αναφέρει προφανώς εκ λάθους, ότι το αριστερό φτερό του ταξί είναι ανέπαφο (αντί του δεξιού που είναι το ορθό), δεν αναιρεί τα παραπάνω, ούτε συνιστά ομολογία, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες (νυν αναιρεσείοντες)" πράγματι δεν υφίσταται εν προκειμένω δικαστική ομολογία. Ειδικότερα ως προς την υπό στοιχείο γ' αιτίαση, η αποδιδόμενη σε παραδρομή αναφορά του ανωμοτί εξετασθέντος τρίτου ενάγοντος ότι το αριστερό μέρος του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί) ήταν ανέπαφο, δεν συνιστά δικαστική ομολογία, δεδομένου ότι κατά την προσβαλλομένη "... το υπ' αριθ. κυκλοφορίας … ΔΧΕ αυτοκίνητο ταξί υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες από το ύψος του εμπρόσθιου αριστερού φαναριού μέχρι την πόρτα του οδηγού, ενώ η δεξιά του πλευρά ήταν ανέπαφη (βλ. τις υπ' αριθ. …, …, …, … , … φωτογραφίες του Τ.Τ. …". Συναφώς προς τα ανωτέρω (ήτοι λήψη υπ' όψιν της ανωμοτί εξετάσεως του Α. Θ. του Φ. και της ενόρκου καταθέσεως του Δ. Κ.), ενόψει ακριβώς του ότι η υπ' αριθμόν 228/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς εκδόθηκε, κατόπιν της υπ' αριθμόν 1440/2021 αποφάσεως του Αρείου Πάγου δυνάμει της οποίας αναιρέθηκε η υπ' αριθμόν 594/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, για το λόγο ότι δημιουργούνται αμφιβολίες αν ελήφθησαν υπ' όψιν οι δοθείσες κατά την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας διαδικασία καταθέσεις (οπότε και εκδόθηκε η παραπεμπτική υπ' αριθμό 90/2008 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου) απορριπτέος, ως αβάσιμος, τυγχάνει ο δεύτερος λόγος της ενδίκου αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 18 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ήτοι ότι το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου (Α.Π. 1391/2025, Α.Π. 885/2025), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα αναγνώσεώς του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό εκείνου που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα εκείνων που πράγματι περιλαμβάνει και, εν συνεχεία, εξαιτίας της παραμορφώσεως αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε (Α.Π. 333/2026). Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 109/2026) αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαιτέρα βαρύτητα εις αυτό για το σχηματισμό της κρίσεώς του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο σ' αυτό (Α.Π. 1391/2025, Α.Π. 45/2025). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως. Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη όχι δε και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι καταθέσεις μαρτύρων, οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, που διορίσθηκαν από το δικαστήριο ή προσώπων με ειδικές γνώσεις, τα πρακτικά του δικαστηρίου ως προς το τμήμα τους που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (Α.Π. 80/2025), οι ένορκες βεβαιώσεις (Α.Π. 273/2022) και οι εκθέσεις αυτοψίας. Επίσης, δεν θεωρούνται έγγραφα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα (Α.Π. 678/2024). Έτσι δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο η παραμόρφωση της αγωγής, ανταγωγής, εφέσεως ή των προτάσεων (Α.Π. 189/2019). Τέλος, ο αναιρεσείων έχει την υποχρέωση να προσκομίσει το έγγραφο, που φέρεται πως έχει παραμορφωθεί, για να εκτιμηθεί (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) το περιεχόμενό του προς διαπίστωση της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως, άλλως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως αναπόδεικτος (Α.Π. 333/2026, Α.Π. 483/2023).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεώς τους (ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι - Α.Π. 162/2026, Α.Π. 29/2025, Α.Π.23/2023, Α.Π. 1855/2023, Α.Π. 595/2020) προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωμοτί εξετάσεως του τρίτου ενάγοντος Α. Θ. του Φ. ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, η οποία (ανωμοτί εξέταση) περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παραπεμπτική λόγω αναρμοδιότητας υπ' αριθμόν 90/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας πρακτικά. Η εν λόγω όμως αιτίαση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί, όπως προανεφέρθη, δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως καταθέσεις μαρτύρων, κ.λ.π. , όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση.

V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι επί αδικοπραξίας, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαιτίου και της ζημίας (Α.Π. 31/2025). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Α.Π. 44/2024) ενώ είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου ευρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 209/2018, Α.Π. 1269/2017). Αντιστοίχως, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη και ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία, την οποία και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολομ. Α.Π. 18/2004).

Εξάλλου, μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια. Αμέλεια, η οποία είναι αόριστη νομική έννοια (Ολομ. Α.Π. 15/2006) υπάρχει, κατ' άρθρο 330 εδ. β' Α.Κ. , όταν δεν καταβάλλεται η απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια που μπορούσε να καταβληθεί με συνέπεια έτσι ο δράστης είτε να μην έχει προβλέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του είτε να το έχει μεν προβλέψει ως δυνατό, να έχει όμως πιστέψει ότι δεν θα επερχόταν, ειδικότερα δε επί αυτοκινητικού ατυχήματος, αμέλεια υφίσταται, όταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθίστατο δυνατή η αποτροπή της συγκρούσεως. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι απεδείχθησαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (Α.Π. 1079/2024). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας (και της συνυπαιτιότητας) είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 131/2026,Α.Π. 1079/2024, Α.Π. 1342/2023). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 848/2025, Α.Π. 457/2025).

Περαιτέρω, επί αυτοκινητικού ατυχήματος, κριτήριο επιμελούς συμπεριφοράς είναι η εκ μέρους του εμπλακέντος οδηγού τήρηση ή όχι των κανόνων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), η έγκαιρη ή μη αντίληψη του κινδύνου, καθώς επίσης και η ύπαρξη δυνατότητος ή μη διενεργείας αποφευκτικού ελιγμού ενώ η συνδρομή υπαιτιότητας δεν αποκλείεται καταρχήν από το γεγονός ότι στο βλαπτικό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχουσα αμέλεια του ζημιωθέντος (εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος) αλλά η ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ. (Α.Π. 1458/2025). Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας καθώς και ο βαθμός του πταίσματος εκάστου εμπλακέντος σε ατύχημα δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας εξ αυτών παραβίασε διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ., Α.Π. 274/2018), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεών του δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 131/2026, Α.Π. 848/2025, Α.Π. 347/2025). Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών του (Α.Π. 30/2025, Α.Π. 44/2024).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 19 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρο 19 παρ. 1, ο οδηγός οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, β) κατά το άρθρο 19 παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπομένης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, γ) κατά το άρθρο 19 παρ. 3, ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας ... κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές .....ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (Α.Π. 131/2026, Α.Π. 30/2025). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ...και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 131/2026, Α.Π. 848/2025).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας είτε δια κακής εφαρμογής, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. Α.Π. 1/2022, Ολομ. Α.Π. 4/2021, Ολομ. Α.Π. 2/2021). Με τον από τον αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολομ. Α.Π. 3/2020). Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση βάσει αυτών της αληθούς εννοίας κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. (Ολομ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1060/2024). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύει το σχετικό αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση βάσει αυτών της αληθούς εννοίας αυτού, ιδίως όταν ο κανών δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολομ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 708/2025, Α.Π. 1060/2024) διότι, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 69/2019). Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 704/2017). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνος δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ. Α.Π. 1/2020, Ολομ. Α.Π. 2/2019).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 837/2025, Α.Π. 3/2025).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 250/2023, Α.Π. 78/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολομ. Α.Π. 15/2006, Α.Π. 78/2020).

Συνεπώς ως "αιτιολογία" που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της αποφάσεως, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως και δεν έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολομ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1459/2025). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 848/2025). Πάντως, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολομ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1032/2025). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 2112/2025, Α.Π. 1514/2025). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 250/2023, Α.Π. 53/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ".... Στις 11-8-2006 και περί ώρα 2.45, ο Π. Θ., ετών 26, υιός των πρώτου και δεύτερης, αδελφός του τρίτου και μνηστήρας της τέταρτης των εναγόντων............., κατέχοντας άδεια ικανότητας οδηγού Β' κατηγορίας, οδηγούσε επί της δημοτικής οδού … το υπ' αριθ. κυκλοφορίας … ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί), μάρκας … , ιδιοκτησίας του τρίτου ενάγοντος..... Α. Θ., την οδήγηση του οποίου είχε αναλάβει δυνάμει σύμβασης με τον τελευταίο και το οποίο ήταν ασφαλισμένο, έναντι του κινδύνου πρόκλησης ζημιών σε τρίτους, στην .................. ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "GENERAL UNION GROUP ΑΕΕΓΑ - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" (της οποίας, εν συνεχεία, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, με την υπ' αριθ. …/2009 απόφαση του Δ.Σ. της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης (ΕΠ.Ε.Ι.Α.), και στη θέση υπεισήλθε αυτοδικαίως εκ του νόμου το Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ"). Ειδικότερα, ο ως άνω οδηγός του ταξί, εκτελώντας μισθωμένο δρομολόγιο (κούρσα) είχε παραλάβει, δύο πελάτες - επιβάτες (τον Θ. Φ. και τον Σ. Π.) από το κατάστημα με το διακριτικό τίτλο "ΟΣΤΡΙΑ" στην …, στο τέλος της δημοτικής οδού …, προκειμένου να τους μεταφέρει στην …

Κατά την επιστροφή του προς … κινείτο κανονικά επί της ανωτέρω δημοτικής οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας προς … Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Β. Μ., 17 ετών (υιός των πρώτου και δεύτερης, αδελφός του Δ. Μ. και εγγονός του τρίτου ..................... και τέταρτης των εναγόντων .........), οδηγώντας, χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδήγησης, το υπ' αριθ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ, αυτοκίνητο μάρκας … , μοντέλο … , ιδιοκτησίας του πατέρα του .........................., το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατά του κινδύνου πρόκλησης ζημιών σε τρίτους, στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ήδη "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και κινούμενος, με μεγάλη ταχύτητα, επί της ίδιας δημοτικής οδού (…) με κατεύθυνση προς την … Όταν βρισκόταν έμπροσθεν του πρώην καταστήματος "ΕΚΣΤΑΣΗ", ο εν λόγω οδηγός (Β. Μ.) έχασε τον έλεγχο του ως άνω αυτοκινήτου, παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου κινείτο κανονικά, όπως προαναφέρθηκε, το προαναφερθέν ταξί (περίπου 300 μέτρα από το ως άνω σημείο αφετηρίας του), με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο και κυρίως το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στην εμπρόσθια αριστερή γωνία και την συνεχόμενη αυτής εμπρόσθια αριστερή πλευρά του ταξί. Η ανωτέρω σφοδρή σύγκρουση των οχημάτων, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του οδηγού του ταξί Π. Θ. και τον σοβαρότατο τραυματισμό του ανηλίκου οδηγού του αυτοκινήτου Β. Μ., ο οποίος απεβίωσε λίγες ημέρες αργότερα (στις …2006) στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών "ΑΓ. ΑΝΔΡΕΑΣ", όπου νοσηλεύτηκε, λόγω βαρέων κακώσεων κεφαλής. Επίσης, από την εν λόγω σύγκρουση επήλθε και ο τραυματισμός των δύο προαναφερθέντων συνεπιβατών του ταξί. Η ως άνω δημοτική οδός, όπου συνέβη το ατύχημα, είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και πλάτος οδοστρώματος στο ρεύμα προς … 4,20 μέτρα, ενώ στο ρεύμα προς … 7,10 μέτρα, άσφαλτος, με κατάσταση οδοστρώματος, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, ξηρά. Η κίνηση των οχημάτων ήταν αραιή, επικρατούσε σκοτάδι χωρίς τεχνητό φωτισμό, ενώ η ορατότητα με χρήση φώτων δεν περιοριζόταν. Ο καιρός ήταν νεφελώδης, είχε προηγηθεί βροχόπτωση περί τις 23 ώρα της 10-8-2006 και σε απόσταση 50,30 μέτρων από το πιθανό σημείο του ατυχήματος, υπήρχε λιμνάζον νερό. Επίσης, το όριο ταχύτητας για τους κινούμενους επί της εν λόγω δημοτικής οδού με κατεύθυνση προς … , καθοριζόταν διά ρυθμιστικής πινακίδας Ρ-32, σε 50 χλμ/ώρα, ενώ για τους κινούμενους με κατεύθυνση προς … δεν υπήρχε σήμανση σχετικά με το όριο ταχύτητας, ούτε προκύπτει ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή (βλ. αναφορικά με τα παραπάνω, την από …2006 Έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος καθώς και το με την ίδια ημερομηνία σχεδιάγραμμα των αρμοδίων αστυνομικών οργάνων του Τμήματος Τροχαίας …). Οπότε, όσον αφορά στο ρεύμα προς … που έβαινε το ταξί, εφόσον δεν ρυθμιζόταν ειδικά, ίσχυαν τα αναφερόμενα στο άρθρο 20 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) όρια ταχύτητας, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση, 90 χλμ/ώρα. Σύμφωνα δε με την ανωτέρω έκθεση αυτοψίας σε συνδυασμό με το συνοδεύον αυτήν σχεδιάγραμμα, βρέθηκαν θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων στο πιθανό σημείο σύγκρουσης (ήτοι εντός του ρεύματος κυκλοφορίας προς … στο οποίο κινείτο το ταξί). Τα ανωτέρω ενισχύονται και από τα αναφερόμενα στην από …2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από το Τ.Τ. … στα πλαίσια της αστυνομικής προανάκρισης, Ι. Μ. και Α. Π., οι οποίοι ως μηχανικοί αυτοκινήτων έχουν τη σχετική εμπειρία, είναι δε εγγεγραμμένοι ως πραγματογνώμονες στο σχετικό κατάλογο του έτους 2006 της Εισαγγελίας Αμαλιάδας, όπως προκύπτει από το υπ' αρ. …/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αμαλιάδας.

Περαιτέρω, από την ανωτέρω σύγκρουση το ταξί βρέθηκε εκτός του οδοστρώματος, σε απόσταση 5,70 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης και συγκεκριμένα οι δύο αριστεροί τροχοί του βρίσκονταν στην άκρη του οδοστρώματος, ενώ οι δύο δεξιοί, έξω από το οδόστρωμα, μέσα σε ξερά χόρτα, ακριβώς στην είσοδο του πρώην καταστήματος "ΕΚΣΤΑΣΗ", παρασυρθέν προς τα πίσω σε σχέση με την αρχική του πορεία και πλάγια δεξιά, ενώ το υπ' αριθ. κυκλοφορίας … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ως άνω ανήλικος οδηγός, βρέθηκε, μετά τη σύγκρουση, ακινητοποιημένο επί του οδοστρώματος του ρεύματος προς … , με την εμπρόσθια πλευρά του να έχει κατεύθυνση, αντίθετη προς την αρχική του πορεία, ήτοι να έχει κατεύθυνση προς … , παράλληλα με τον άξονα του οδοστρώματος σε απόσταση 33,50 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, το δε καπό του ανωτέρω αυτοκινήτου αποκόπηκε από το αμάξωμα και εκτινάχθηκε αριστερά της οδού, σε σχέση με την πορεία του και βρέθηκε σε απόσταση 35,40 μέτρων δυτικότερα (προς …) από την τελική θέση του αυτοκινήτου αυτού και συνολικά σε απόσταση 68,90 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης. Ανάμεσα από τις τελικές θέσεις των οχημάτων υπήρχαν μεγάλες χαραγές επί του οδοστρώματος ημικυκλικής μορφής, διασταυρούμενες μεταξύ τους, οι οποίες έδειχναν περιστροφική κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου μετά τη σύγκρουση (βλ. την ληφθείσα στα πλαίσια της ποινικής προανάκρισης, από …2006 έκθεση ένορκης εξέτασης του αστυφύλακα του Τ.Τ … Ι. Κ., ο οποίος, κατά την ημέρα του ατυχήματος, ήταν διατεταγμένος σε υπηρεσία και μετέβη στον τόπο του ατυχήματος, λίγο μετά από αυτό, καθώς και την υπ' αρ. … φωτογραφία του Τ.Τ …). Ακόμη, όπως αναφέρεται στην ίδια ανωτέρω έκθεση ένορκης εξέτασης, μεταξύ των τελικών θέσεων των οχημάτων, υπήρχαν σε αντίστοιχη μορφή με τις χαραγές, ίχνη πλάγιας ολίσθησης από τα ελαστικά του ως άνω οχήματος, καταλήγοντας στην τελική του θέση και ίχνη λαδιού διάσπαρτα. Οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και στο σχεδιάγραμμα του Τ.Τ. … (που αποτελούν, κατ' άρθρον 438 ΚΠολΔ, δημόσια έγγραφα), αλλά και στην παραπάνω από …2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπως και τα όσα κατέθεσε ο ως άνω αστυφύλακας, δεν είναι ακριβή, υποστηρίζοντας ότι τα όργανα της τροχαίας αλλά και οι ανωτέρω πραγματογνώμονες είναι πιθανόν, ως συντοπίτες του θανόντος οδηγού του ταξί, να τον γνώριζαν και να μην ήταν αμερόληπτοι, δεν κρίνονται πειστικά. Το γεγονός άλλωστε ότι, δεν ήταν ο οδηγός του ταξί αλλά ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, πέραν από τα ανωτέρω στοιχεία, αποδεικνύεται και από το τμήμα του οχήματός του (ταξί) που υπέστη ζημίες, το οποίο ήταν το εμπρόσθιο αριστερό και μέχρι την πόρτα του οδηγού, ενώ το δεξί μέρος ήταν ανέπαφο, όπως, εκτός από τα αναφερόμενα στην έκθεση αυτοψίας, προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες τόσο από τους εκκαλούντες όσο και από τους εφεσίβλητους φωτογραφίες. Αν είχε εισέλθει ο οδηγός του ταξί στο αντίθετο ρεύμα, τότε θα έπρεπε να έχει υποστεί ζημίες το δεξί τμήμα του οχήματος αυτού. Το ότι ο τρίτος ενάγων, αδερφός του θανόντος οδηγού του ταξί, Α. Θ., στην ανωμοτί κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. 90/2008 απόφαση, πρακτικά αυτού, αναφέρει, προφανώς εκ λάθους, ότι το αριστερό φτερό του ταξί είναι ανέπαφο (αντί του δεξιού που είναι το ορθό), δεν αναιρεί τα παραπάνω, ούτε συνιστά ομολογία, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο Β. Μ., οδηγός του ανωτέρω ΙΧΕ αρ. κυκλ. … αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του πατέρα του Γ. Μ. , κινείτο όπως προεκτέθηκε, με υπερβολική ταχύτητα και συγκεκριμένα με 130-140 χλμ/ώρα, κατά παράβαση του ισχύοντος ανώτατου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ, που ίσχυε για την κατεύθυνσή του και καθοριζόταν, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, από ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32, προ του σημείου σύγκρουσης (βλ. και υπ' αριθ. … φωτογραφία του Τ.Τ …), ενώ ο οδηγός του υπ' αριθ. … ΔΧΕ αυτοκινήτου (ταξί), Π. Θ., κινείτο με κανονική ταχύτητα, ήτοι αυτή των 75-80 χλμ/ώρα, προκύπτει από τα παρακάτω αναφερόμενα περιστατικά: α) από τη σφοδρότητα της ένδικης σύγκρουσης και τις συνέπειες αυτής, ήτοι το θάνατο των δύο οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, καθώς και την ολική καταστροφή των τελευταίων, β) από το ότι ο οδηγός του ταξί δεν θα ήταν δυνατό να προλάβει να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, λόγω του ότι είχε διανύσει απόσταση μόλις 300 μέτρων από το σημείο αφετηρίας, από όπου παρέλαβε τους δύο επιβάτες, γ) από τις από …2006 ένορκες καταθέσεις, ληφθείσες στα πλαίσια της προανάκρισης, των δύο συνεπιβατών του ταξί, αντίστοιχα. Ειδικότερα, ο Θ. Φ. καταθέτει: "...Θυμάμαι ότι ο ταξιτζής πήγαινε κανονικά στη λωρίδα του. Δεν έτρεχε πολύ, αφού είχαμε ξεκινήσει πριν από τριακόσια (300) μέτρα περίπου... Σε κάποια φάση, όταν είδα το κοντέρ του ταξί έγραφε 75-80 χλμ/ώρα. Δεν ήταν υπερβολική η ταχύτητα του ταξί. Ο οδηγός (του ταξί) πήγαινε χαλαρά, χωρίς να βιάζεται. Είχα το κινητό στα χέρια μου και κάτι κοίταξα. Μετά κοίταξα προς τα εμπρός. Είδα φως να έρχεται κατά πάνω μας για ελάχιστο χρονικό διάστημα. Δεν άκουσα, ούτε είδα τίποτε άλλο. Ούτε το μπάμ του τρακαρίσματος... Μεγάλο ρόλο στο ατύχημα έπαιξε η πολύ μεγάλη ταχύτητα του άλλου αυτοκινήτου, που έπεσε πάνω μας σαν βόμβα". Ο δε Σ. Π. καταθέτει: "...Ξεκίνησε ο οδηγός και κατευθυνόταν προς … Δεν έδειχνε να βιάζεται, πήγαινε με κανονική ταχύτητα, όχι υπερβολική", από την, επίσης κατά την προανάκριση ληφθείσα, από …2006 ένορκη κατάθεση του Δ. Χ. του Κ. , στην οποία αναφέρει: "...Από μακριά κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το αυτοκίνητο αυτό (εννοεί το υπ' αριθ. κυκλοφορίας … αυτοκίνητο), αφού με θάμπωνε με τα φώτα και στις στροφές του δρόμου (από την υπερβολική του ταχύτητα), έβγαινε στο αντίθετο ρεύμα. Η ταχύτητα του ήταν υπερβολική για τα δεδομένα του δρόμου και φοβήθηκα πάρα πολύ όταν το είδα να ξεφεύγει από την πορεία του και να έρχεται κατά πάνω μου...Είχα. όμως περιέργεια, αφού διάνυσα ένα (1) χιλιόμετρο, περίπου, να γυρίσω πίσω για να δω, ποιος είναι αυτός, που έκανε αυτές τις εξεζητημένες ενέργειες στο δρόμο και έθεσε τη ζωή μου σε κίνδυνο και τη δική του ζωή φυσικά...". Δεν προέκυψε δε ότι τα όσα αναφέρει στην ως άνω ένορκη κατάθεσή του ο Δ. Χ. είναι ψευδή, όπως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, ενώ, με την υπ' αρ. 1255/4-10-2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αμαλιάδας, που έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. υπ' αρ. πρωτ. …/2012 βεβαίωση της Προϊσταμένης του Ποινικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αμαλιάδας), αθωώθηκαν τόσο αυτός (Δ. Χ.) για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, σχετικά με την ως άνω ένορκη κατάθεση, όσο και ο Α. Θ. για την ηθική αυτουργία στην ως άνω πράξη. Αντίθετα, οι ... γονείς του ανήλικου οδηγού Β. Μ., καταδικάστηκαν, σε ποινή φυλάκισης 2 μηνών έκαστος, με την υπ' αρ. 1575/2011 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αμαλιάδας, για την αξιόποινη πράξη της παραμέλησης εποπτείας ανηλίκου, διότι παρέλειψαν από αμέλεια να παρεμποδίσουν τον ως άνω ανήλικο γιο τους να οδηγήσει χωρίς σύνεση και προσοχή το ως άνω αυτοκίνητο με συνέπεια τη σύγκρουση αυτού, κατά το επίδικο ατύχημα με το ανωτέρω όχημα (ταξί) και την τέλεση της αξιόποινης πράξης εκ μέρους του της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του Π. Θ. Δεν προκύπτει δε από τα αναφερόμενα στις προτάσεις των διαδίκων, αλλά και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτούς έγγραφα, αν κατά της ως άνω απόφασης έχει ασκηθεί έφεση και η πορεία αυτής. Σε κάθε περίπτωση, πέραν από την ως άνω κατάθεση, τα όσα αναφέρονται σε αυτήν, σχετικά με την υπερβολική ταχύτητα με την οποία έβαινε ο ανήλικος οδηγός, καθώς και το γεγονός ότι αυτός, οδηγώντας χωρίς σύνεση, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα, αποδεικνύεται και από άλλα αποδεικτικά στοιχεία, όπως προεκτέθηκε. Ακόμη, η ακίδα του κοντέρ (χιλιομετρητή) στο ΙΧΕ αυτοκίνητο (μερσεντές μεγάλου κυβισμού), που οδηγούσε ο Β. Μ., βρέθηκε μετά το ατύχημα, στην τελική θέση με την ένδειξη 130 χλμ/ώρα. Η εξήγηση που επιχειρεί να δώσει ο πραγματογνώμονας Δ. Κ. (και μάρτυρας ανταπόδειξης .............) στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, είναι ότι, επειδή το κοντέρ του αυτοκινήτου ήταν ηλεκτρονικό και δεν είναι γνωστό τα εξαρτήματα που υπέστησαν βλάβη (δείκτης, ηλεκτρικό μοτέρ), η ένδειξη αυτή δεν αντιστοιχεί στην πραγματική τιμή της ένδειξης στη χρονική στιγμή του ατυχήματος. Το επιχείρημα, όμως αυτό, δεν κρίνεται πειστικό, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ανωτέρω υπερβολική ταχύτητα που αποτυπώθηκε στο κοντέρ, συνάδει με τα όσα αποδείχθηκαν και από τα λοιπά ανωτέρω αναφερθέντα στοιχεία (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα, σφοδρότητα της σύγκρουσης).

Εξάλλου, το γεγονός ότι στο ρεύμα πορείας του ανηλίκου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου υπήρχε ρυθμιστική πινακίδα που καθόριζε το όριο ταχύτητας στα 50 χλμ/ώρα, δεν σημαίνει, όπως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες, ότι και στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ήτοι αυτό που έβαινε ο οδηγός του ταξί, ίσχυε το ίδιο όριο, αφού, όπως προαναφέρθηκε στο εν λόγω ρεύμα κυκλοφορίας δεν υπήρχε ειδική σήμανση, οπότε ισχύουν τα γενικά όρια που καθορίζονται από το άρθρο 20 ΚΟΚ. Το όριο των 50 χλμ/ώρα, μπορεί να κρίθηκε επιβεβλημένο στο ρεύμα πορείας προς … , ίσως διότι αυτό είχε μικρότερο πλάτος από το αντίθετο, καθώς επίσης στο ρεύμα αυτό υπήρχε δεξιά στροφή, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες. Ακόμη, όμως και αν ο οδηγός του ταξί έβαινε με μικρότερη ταχύτητα, δεν θα ήταν δυνατόν να αποφύγει το ατύχημα, καθώς ο ανήλικος οδηγός του ΙΧΕ, εξετράπη της πορείας του και εισήλθε ξαφνικά στο ρεύμα πορείας του (ταξί), κίνηση την οποία δεν μπορούσε να προβλέψει ο οδηγός του τελευταίου και να προβεί εγκαίρως σε αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό. Επίσης, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, που έλαβε χώρα στις 11 Αυγούστου 2006, υπήρχε αυξημένη ζήτηση ταξί στην περιοχή, οπότε ο οδηγός του ταξί ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα για να μπορέσει να εξυπηρετήσει μεγαλύτερο αριθμό πελατών, δεν ευσταθεί, διότι η ώρα που συνέβη το ατύχημα ήταν προχωρημένη νυχτερινή, κατά την οποία δεν υπήρχε αυξημένη κίνηση. Το ότι ο ως άνω οδηγός, από την ώρα (2.36) που κλήθηκε ευρισκόμενος στην αφετηρία των ταξί μέσω ασυρμάτου από την υπεύθυνη του ράδιο - ταξί Αμαλιάδας, μετέβη σε σύντομο χρονικό διάστημα στον τόπο όπου παρέλαβε τους δύο προαναφερθέντες επιβάτες, δεν σημαίνει ότι έβαινε με μεγάλη ταχύτητα κατά την επιστροφή του προς Αμαλιάδα, αφού, όπως προεκτέθηκε, είχε διανύσει μόλις 300 μέτρα από το σημείο παραλαβής τους, οπότε δεν είχε το περιθώριο να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. …2006 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης του εργαστηρίου τοξικολογίας του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών "ΑΓ. ΑΝΔΡΕΑΣ", ανιχνεύθηκε αιθυλική αλκοόλη στον θανόντα ανήλικο οδηγό του αυτοκινήτου Β. Μ. σε συγκέντρωση 0,16g/l αίματος, ενώ επίσης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. πρωτ. …2006, έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης του ίδιου εργαστηρίου ανιχνεύθηκε αλκοόλη και στον θανόντα οδηγό του ταξί Π. Θ., σε συγκέντρωση 0,15g/I αίματος. Ήτοι, σε ποσοστό και για τους δύο ως άνω οδηγούς, κάτω των επιτρεπόμενων από τον ΚΟΚ (άρθρο 42) ορίων, που δεν πιθανολογείται ότι επηρέασε την οδηγική τους συμπεριφορά. Από τα παραπάνω περιστατικά, προκύπτει ότι η επίδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ανήλικου οδηγού του ανωτέρω ΙΧΕ (υπ' αρ. κυκλ. …) αυτοκινήτου, Β. Μ. , ο οποίος δεν επέδειξε την επιμέλεια, που όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός, την οποία, αν είχε επιδείξει, θα είχε αποφευχθεί το ατύχημα. Ειδικότερα, η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, μολονότι ήταν υποχρεωμένος προς τούτο, αφού κινείτο κατά τη διάρκεια της νύχτας σε δρόμο, που δεν είχε επαρκή φωτισμό, ενώ, επιπλέον, λίγες ώρες πριν είχε σημειωθεί βροχόπτωση. Επίσης, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία επί του οχήματός του (κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ.1 και 19 ΚΟΚ), ώστε να μπορεί να εκτελεί σε κάθε περίπτωση τους αναγκαίους ελιγμούς, με αποτέλεσμα να χάσει όπως προαναφέρθηκε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, να παραβιάσει την διπλή διαχωριστική γραμμή (πιθανώς επιχειρώντας, με λανθασμένο χειρισμό, να αποφύγει επιφάνεια με λιμνάζοντα ύδατα που είχε δημιουργηθεί, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στο ρεύμα κυκλοφορίας του από την προηγηθείσα βροχόπτωση, η οποία βρισκόταν σε απόσταση 50,30 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης) και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, ήτοι σε αυτό προς Αμαλιάδα (κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 4 ΚΟΚ) όπου και επήλθε η σύγκρουση με το ως άνω όχημα (ταξί). Στο επελθόν αυτό αποτέλεσμα, συνετέλεσε η υπερβολική ταχύτητα με την οποία κινείτο (ο Β. Μ.) κατά παράβαση σχετικής ρυθμιστικής πινακίδας, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, καθώς και το ότι ήταν άπειρος οδηγός στερούμενος της κατάλληλης εκπαίδευσης δεδομένου ότι δεν κατείχε άδεια ικανότητας οδήγησης (κατά παράβαση του άρθρου 94 ΚΟΚ), γεγονός που επηρέασε την ως άνω οδηγική του συμπεριφορά. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω: 1) Από τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των δύο οχημάτων και ειδικότερα ότι το με αριθ. κυκλοφ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο υπέστη μεγάλης έκτασης υλικές ζημίες στο εμπρόσθιο και κυρίως στο εμπρόσθιο δεξιό μέρος του (βλ. τις υπ' αριθ. …, …, …, … φωτογραφίες του Τ.Τ. …), ενώ η αριστερή του πλευρά ήταν ανέπαφη, το δε υπ' αριθ. κυκλοφορίας … ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί) υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες από το ύψος του εμπρόσθιου αριστερού φαναριού μέχρι και την πόρτα του οδηγού, ενώ η δεξιά του πλευρά ήταν ανέπαφη (βλ. τις υπ αριθ. …, …, …, …, … φωτογραφίες του Τ.Τ. …). 2) Από την από …2006 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας … , όπου αναφέρεται ότι θραύσματα γυαλιού και πλαστικών εξαρτημάτων βρέθηκαν στο πιθανό σημείο της σύγκρουσης, διάσπαρτα, εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού από … προς … και σε απόσταση 5,70 μέτρων από την τελική θέση του οχήματος (ενν. του ταξί) και σε απόσταση 33,50 μέτρων από την τελική θέση του α' οχήματος (ενν. του ΙΧΕ αυτοκινήτου), αλλά και τις σχετικές φωτογραφίες του Τ.Τ. … , όπου απεικονίζονται λάδια και εξαρτήματα, που προσδιορίζουν το σημείο σύγκρουσης εντός του ρεύματος των προς … κινούμενων οχημάτων (δηλαδή αυτό του ταξί), σε συνδυασμό με την ως άνω από …2006 έκθεση ένορκης εξέτασης του Ι. Κ. αστυφύλακα του Τ.Τ. … , στην οποία αναφέρει ότι "...Λάδια και εξαρτήματα των οχημάτων υπήρχαν και σε άλλο σημείο μέσα στο οδόστρωμα. Συγκεκριμένα υπήρχε μεγάλη σχεδόν στρογγυλή κηλίδα λαδιού πιο μπροστά από την τελική θέση, δηλαδή προς …, πλάγια αριστερά του, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας των οχημάτων προς …, σε απόσταση 5,00 μέτρων, περίπου, από αυτό. Το ακριβές σημείο των λαδιών ήταν μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας προς … και το τόξο της στρογγυλής κηλίδας εφάπτετο της διπλής διαχωριστικής γραμμής. Ο όγκος των εξαρτημάτων των οχημάτων, που συγκρούστηκαν και τα λάδια, που χύθηκαν από αυτά βρίσκονταν εξ ολοκλήρου μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας των οχημάτων προς … Τα ευρήματα αυτά ήταν σε ανεξάρτητη θέση από τα ευρήματα (λάδια κ.λ.π. εξαρτήματα), που ευρίσκοντο στην τελική θέση του ταξί". Αντίθετα, οι ισχυρισμοί ............... ότι το ταξί, κατά την κίνηση του προς … , εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (τουλάχιστον κατά 50 εκατοστά, όπως αναφέρει και στην ως άνω από …2006 έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης ο Α. Γ.), ήτοι σε αυτό των προς … κινούμενων οχημάτων, προκειμένου να αποφύγει χωμάτινο έρεισμα και κακοτεχνίες του οδοστρώματος στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, δεν κρίνονται από το παρόν Δικαστήριο βάσιμοι, καθόσον, όπως πολλάκις προαναφέρθηκε, αν το ταξί είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, οι συγκρουσθείσες επιφάνειες, θα ήταν διαφορετικές. Συγκεκριμένα, θα έπρεπε να είναι χτυπημένη η αριστερή πλευρά του ΙΧΕ αυτοκινήτου και όχι η δεξιά πλευρά αυτού. Όπως αναλύεται και στην από …2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Ι. Μ. και Α. Π. (οι οποίοι, παρά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων, έχουν την ιδιότητα των πραγματογνωμόνων και περιλαμβάνονται, κατά τα προαναφερθέντα, στον οικείο κατάλογο) η κύρια επιφάνεια του με αριθ. κυκλοφ. … ΙΧΕ αυτοκινήτου, που συγκρούσθηκε ήταν η εμπρόσθια δεξιά του πλευρά και για το λόγο αυτό το εν λόγω αυτοκίνητο μετατοπίστηκε με φορά από δεξιά προς τα αριστερά και βρέθηκε στην προαναφερθείσα τελική θέση, ήτοι ακινητοποιημένο επί του οδοστρώματος του ρεύματος προς … , με την εμπρόσθια πλευρά του να έχει κατεύθυνση αντίθετη προς την αρχική του πορεία, ήτοι προς … , παράλληλα με τον άξονα του οδοστρώματος, σε απόσταση 33,50 μέτρων, από το σημείο σύγκρουσης. Η εν λόγω έκθεση δε πραγματογνωμοσύνης, συνδυαστικά και με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, κρίνεται ότι παρέχει μεγαλύτερα εχέγγυα αντικειμενικότητας από τις προσκομισθείσες από τους εκκαλούντες ιδιωτικές πραγματογνωμοσύνες, καθώς διατάχθηκε από τα αρμόδια όργανα του Τ.Τ. …

Εξάλλου, αν το ταξί είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με υπερβολική ταχύτητα, η τελική θέση του με αριθ. κυκλοφ. … αυτοκινήτου, θα έπρεπε να είναι εκτός του οδοστρώματος της δημοτικής οδού … και όχι εντός του οδοστρώματος της ανωτέρω δημοτικής οδού. Επιπλέον, οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Α αγωγής ισχυρίζονται ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων είναι άλλο από αυτό, που αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας …, ως πιθανό σημείο σύγκρουσης και τοποθετούν αυτό όπισθεν του υποδεικνυόμενου από την Τροχαία και πλάγια αριστερά, στο ρεύμα από … προς … Ο ισχυρισμός τους, όμως, αυτός, αντικρούεται τόσο από την προαναφερθείσα από …2006 έκθεση ένορκης εξέτασης του Ι. Κ., αστυφύλακα του Τ.Τ. … , ο οποίος μετέβη στον τόπο του ατυχήματος, αμέσως μετά από αυτό και περιγράφει αναλυτικά το ακριβές σημείο, όπου βρέθηκαν όχι μόνο λάδια αλλά και εξαρτήματα, όσο και από την από …2006 έκθεση ένορκης κατάθεσης του φίλου του αποβιώσαντος Κ. - Χ. Ν., ο οποίος επίσης βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος, αμέσως μετά από αυτό και αναφέρει ότι "στο σημείο όπου είχε σταματήσει το αυτοκίνητο του Β. είχε πάρα πολλά λάδια. Είχε λάδια ακόμη εκεί που βρισκόταν το ταξί, λίγο πιο πάνω δηλαδή βρήκα πρώτα τα λάδια, που ήταν κοντά στο κέντρο της διπλής διαχωριστικής γραμμής και πριν από την τελική θέση του ταξί...".

Περαιτέρω, οι αποξέσεις και οι χαραγές, οι οποίες εμφαίνονται στις υπ' αριθ. …-… φωτογραφίες, της από …2008 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Ε. Μ., οι οποίες υπάρχουν στο οδόστρωμα στο ρεύμα πορείας των προς … κινούμενων οχημάτων, δεν αποδεικνύεται ότι προκλήθηκαν κατά την επίδικη σύγκρουση, δεδομένου ότι οι ανωτέρω φωτογραφίες λήφθηκαν στις …2008, ήτοι μετά την πάροδο δύο ετών και άνω από αυτήν (σύγκρουση). Οι εκκαλούντες αναφέρουν ότι προσκόμισαν φωτογραφίες στον ως άνω πραγματογνώμονα, που οι ίδιοι τράβηξαν μετά το ατύχημα. Ωστόσο, γεννώνται εύλογες απορίες γιατί οι φωτογραφίες αυτές δεν προσκομίστηκαν στην Τροχαία … κατά τη διάρκεια της προανάκρισης. Θα πρέπει, άλλωστε, να σημειωθεί, ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμη δηλαδή κι αν υποτεθεί ότι οι ως άνω χαραγές στο οδόστρωμα προήλθαν από την ένδικη σύγκρουση, δεν αποτελούν στοιχεία επαρκή για τον καθορισμό του σημείου σύγκρουσης, αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το ΙΧΕ αυτοκίνητο μετά τη σύγκρουση κινήθηκε με ημικυκλικές περιστροφές στο ρεύμα πορείας των προς … κινούμενων οχημάτων, επομένως ήταν λογικό να προκληθούν αποξέσεις και χαραγές στο οδόστρωμα.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες της υπό στοιχείο A αγωγής ισχυρίζονται ότι το ταξί εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να αποφύγει λακκούβες και κακοτεχνίες του οδοστρώματος, όπως αναφέρεται στην, προσκομισθείσα από τους ως άνω ενάγοντες, έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Ε. Κ. - Ξ. Κ. , καθώς και λόγω ύπαρξης χωμάτινου ερείσματος, ύψους 10 εκ. Εντούτοις, από τις προσκομιζόμενες, ληφθείσες από τα όργανα του Τ.Τ. … , φωτογραφίες, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη κακοτεχνιών, τέτοιας έκτασης, ώστε ο οδηγός του ταξί, προκειμένου να τις αποφύγει, να εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Με βάση δε τα ίδια παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του ταξί Π. Θ., ο οποίος, ενόψει των προπεριγραφεισών συνθηκών του ατυχήματος, αιφνιδιασθείς από την ανωτέρω αντικανονική και ξαφνική κίνηση του οχήματος που οδηγούσε ο Β. Μ., δεν μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά, ήτοι να προβεί σε επιτυχή τροχοπέδηση ή ελιγμό, ώστε να αποφευχθεί η επίδικη σύγκρουση. Χαρακτηριστικά δε αναφέρει στην ως άνω κατάθεσή του, ο επιβάτης του ταξί Θ. Φ., αναφορικά με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Β. Μ., ότι ".....έπεσε πάνω μας σαν βόμβα". Οπότε, τα όσα υποστηρίζουν οι ενάγοντες ...... περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ταξί, άλλως περί συνυπαιτιότητάς του στην επέλευση του ένδικου ατυχήματος (άρθρο 300 ΑΚ), τυγχάνουν απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα.

Εξάλλου, από τη σύγκρουση, το ταξί συμπιέστηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε η απόσταση της πλάτης του καθίσματος του οδηγού από το τιμόνι του, που μετρήθηκε μετά το ατύχημα να είναι 9 εκατοστά. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από …2006 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας … , ο θάνατος του οδηγού του ταξί Π. Θ. επήλθε συνεπεία κακώσεων κοιλίας (από το τιμόνι, συνεπεία της ως άνω περιγραφόμενης προκληθείσης συμπίεσης του αυτοκινήτου) και αριστερού κάτω άκρου. Με τα δεδομένα αυτά, οι σωματικές κακώσεις, που αυτός υπέστη και ο συνεπεία αυτών θάνατος του, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την παραβίαση εκ μέρους του του άρθρου 12 παρ. 5 του ΚΟΚ περί μη χρήσης ζώνης ασφαλείας, η οποία (παράβαση), μόνη αυτή, δεν θεμελιώνει, υπαιτιότητα, για την επέλευση τραυματισμού από τροχαίο ατύχημα, κατά τα αναφερθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη, καθώς βάσει των προεκτεθέντων, αυτός θα επέρχονταν ακόμη κι αν αυτός την είχε χρησιμοποιήσει. Επομένως, απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη τυγχάνει η προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 ΑΚ), κατά ποσοστό 60%, του οδηγού του ταξί, σχετικά με την επέλευση του θανάτου του επειδή αυτός δεν φορούσε τη ζώνη ασφαλείας........". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την από …2012 (αρ. κατ. : …/2012) έφεση των εκκαλούντων - ήδη αναιρεσειόντων, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, επικυρώνοντας έτσι την δεχθείσα τα ίδια πρωτόδικη απόφαση. Με βάση τα ως άνω (αυτολεξεί παρατεθέντα) πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 Α.Κ. και αυτές των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4, 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια της υπαιτιότητας του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ως προς το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα και επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου και του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, με βάση δε τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του εν λόγω αυτοκινήτου, κατά το μέρος που παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 4, 19 παρ.1, 2 και 3 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), συνετέλεσε αιτιωδώς στην πρόκληση του επελθόντος ένδικου ατυχήματος.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 του Α.Κ. και αυτές των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4, 19 παρ. 1, 2, 3 και 20 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς: α) την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και του ενδίκου ατυχήματος, β) του επελθόντος (ζημιογόνου) αποτελέσματος και γ) την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού (οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου καθώς και την έλλειψη οιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί). Πλέον συγκεκριμένα, με σαφήνεια και πληρότητα συγκεκριμενοποιούνται στην προσβαλλομένη απόφαση τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ.), οι οποίες (παραβάσεις) τελούν σε αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή ότι αυτός οδηγώντας, χωρίς να κατέχει άδεια ικανότητας οδηγήσεως το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κινούμενος επί της δημοτικής οδού … , με κατεύθυνση προς … , και έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα και συγκεκριμένα 130 - 140 χλμ./ωριαίως (σημειωτέον ότι δεν απαιτείται ο επακριβής καθορισμός της ταχύτητας - Α.Π. 264/2019), κατά παράβαση του ισχύοντος ανωτάτου ορίου των 50 χλμ./ωριαίως που ίσχυε για την κατεύθυνσή του, ευρισκόμενος έμπροσθεν του πρώην καταστήματος "ΕΚΣΤΑΣΗ" απώλεσε τον έλεγχο του ως άνω αυτοκινήτου, παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπου και συγκρούσθηκε με το εντός του ρεύματος πορείας του κανονικώς κινούμενο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί) που οδηγούσε ο οικείος των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο και κυρίως το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου του στην εμπρόσθια αριστερή γωνία και την συνεχόμενη αυτής εμπρόσθια αριστερή πλευρά του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί). Ακόμη, και σχετικώς με την έλλειψη συνδρομής οιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου (ταξί) διέλαβε ότι ο εν λόγω οδηγός: α) εκινείτο συννόμως, με κανονική ταχύτητα, ήτοι αυτή των 75 - 80 χλμ./ωριαίως (δεδομένου ότι για τους κινούμενους με κατεύθυνση προς … δεν υπήρχε σήμανση σχετικά με το όριο ταχύτητας, οπότε ελλείψει ειδικής ρυθμίσεως και ενόψει του ότι δεν προέκυψε ότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 1 Ν. 2696/1999, το ανώτατο όριο επιτρεπομένης ταχύτητας προσδιορίζεται σε 90 χλμ./ωριαίως), β) αιφνιδιασθείς, κατά την σύννομη οδήγησή του, από την αμελή και παράνομη οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου δεν είχε τη δυνατότητα αντιδράσεως, ήτοι να προβεί σε επιτυχή τροχοπέδηση ή ελιγμό προκειμένου να αποφευχθεί η επίδικη σύγκρουση. Δεν συντρέχει επομένως, η επικαλουμένη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών για το λόγο, όπως διατείνονται, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο: α) παρέλειψε να εκθέσει και περιγράψει τα γεωμετρικά στοιχεία της δημοτικής οδού … , καθ' όλη την έκταση και διαδρομή αυτής από … προς … και αντιστρόφως, αν η περιοχή είναι κατοικημένη καθ' όλη την έκταση της δημοτικής αυτής οδού και αν υπάρχει και σε ποια σημεία κάθετη σήμανση προσδιορισμού του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας των κινουμένων σ' αυτή οχημάτων, β) δεν προσδιορίζεται ποια ήταν πριν το ατύχημα η ακριβής θέση του ταξί στο οδόστρωμα (παρά μόνο γίνεται γενική αναφορά, ότι αυτό εκινείτο στο ρεύμα κυκλοφορίας προς …), γ) δεν έλαβε υπ' όψιν ότι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ημερομηνία που έγινε το ατύχημα, …2007, λόγω των θερινών διακοπών υπήρχε στη συγκεκριμένη περιοχή (της … , τουριστικό θέρετρο της περιοχής) τεράστια ζήτηση ταξί και οι οδηγοί ενόψει της αυξημένης και διαρκούς ζητήσεως αυτοκινήτων - ταξί ανέπτυσσαν ιδιαίτερα υπερβολικές ταχύτητες για να πραγματοποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες διαδρομές και κατ' επέκταση να αποκομίσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κέρδος, δ) δεν αποσαφηνίζει αν η ταχύτητα του οδηγού του Δ.Χ.Ε. ταξί, ήταν ανάλογη με τις επικρατούσες ειδικές συνθήκες (επικρατούσε σκότος, το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό και με κακοτεχνίες, ούτε αν υπήρχαν κλειστές αλλεπάλληλες στροφές που περιόριζαν αισθητά την ορατότητα των οδηγών των εκατέρωθεν κινουμένων οχημάτων επί της δημοτικής οδού) ούτε επίσης μνημονεύεται ότι ο οδηγός του ταξί, ενόψει των επικρατουσών αυτών ειδικών συνθηκών, θα έπρεπε να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, να κινείται με αυτό στο άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος, μειώνοντας την ταχύτητά του και κάτω από το επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, έτσι ώστε σε κάθε στιγμή να είναι σε θέση να πραγματοποιεί τους απαραίτητους και αναγκαίους χειρισμούς σ' αυτό και να ανακόπτει την πορεία του, ακόμη και πριν από οποιοδήποτε τυχόν εμπόδιο που ήθελε προβλεφθεί σ' αυτή και βρισκόταν στο μπροστινό από αυτόν ορατό σημείο της οδού, ε) δεν διευκρινίζει πόσα μέτρα απείχε το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο από την τροχιά του Δ.Χ.Ε. ταξί, κατά την είσοδό του προς το αντίθετο ρεύμα πορείας και στ) δεν προκύπτει ότι το Εφετείο χρησιμοποίησε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εφόσον υπό της παραδοχές της προσβαλλομένης, θα μπορούσε ευχερώς και ακίνδυνα ο οδηγός του Δ.Χ.Ε. ταξί, να αποφύγει τη σύγκρουση, πραγματοποιώντας ελαφρύ αποτρεπτικό ελιγμό προς τα δεξιά, τη στιγμή που υπήρχε παραπλεύρως αυτού επαρκής χώρος διελεύσεως του Δ.Χ.Ε. ταξί από το δεξιό άκρο μέρος του οδοστρώματος, το οποίο ήταν τελείως ελεύθερο, είτε κάνοντας ελαφρά χρήση της πέδης. Τούτο δε, γιατί οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνιστούν τέτοιες, αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της εκ πλαγίου παραβάσεως των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται. Και αυτό ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων εφ' όσον, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτίθενται αναλυτικώς, οι επικρατούσες συνθήκες της οδού, η αρχική πορεία εκάστου οχήματος και η θέση αυτών επί της οδού πριν και μετά τη σύγκρουση. Σημειωτέον, ότι οι ειδικότερες επιμέρους αιτιάσεις των αναιρεσειόντων περί παραβιάσεως των διδαγμάτων κοινής πείρας για το λόγο ότι κατά την ημερομηνία που έγινε το ατύχημα, λόγω των θερινών διακοπών υπήρχε στη συγκεκριμένη περιοχή τεράστια ζήτηση ταξί και οι οδηγοί ενόψει της αυξημένης και διαρκούς ζητήσεως αυτοκινήτων - ταξί ανέπτυσσαν ιδιαίτερα υπερβολικές ταχύτητες για να πραγματοποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες διαδρομές και ότι ο οδηγός του Δ.Χ.Ε. ταξί, θα μπορούσε ευχερώς και ακινδύνως να αποφύγει τη σύγκρουση, πραγματοποιώντας ελαφρύ αποτρεπτικό ελιγμό προς τα δεξιά, τη στιγμή που υπήρχε παραπλεύρως αυτού επαρκής χώρος διελεύσεως του Δ.Χ.Ε. ταξί από το δεξιό άκρο, τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες, προεχόντως γιατί τα αναφερόμενα σε αυτές, ως διδάγματα κοινής πείρας, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αλλά (αιτιάσεις) αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αρ. 1 α' και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του Α.Κ. και του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς διότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου. Κατά την αληθή, όμως, έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει εκ του σκοπού της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικώς από την απώλειά του και, προς ανακούφιση του ηθικού πόνου αυτών, στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά (Ολομ. Α.Π. 10/2011, Ολομ. Α.Π. 21/2000). Υπό την έννοια αυτή μεταξύ των προσώπων τούτων αναμφισβητήτως περιλαμβάνονται ο σύζυγος, τα τέκνα, οι αδελφοί του θανόντος (αμφιθαλείς ή ετεροθαλείς), οι ανιόντες (παππούδες - γιαγιάδες) οι απώτεροι κατιόντες (εγγονός - εγγονή αλλά και δισέγγονα) και οι αγχιστείς συγγενείς πρώτου βαθμού του θανόντος, δηλαδή οι πενθερός, πενθερά, ο σύζυγος της θυγατρός (γαμβρός) ή η σύζυγος του υιού (νύφη) του θανόντος (Α.Π. 1194/2023, Α.Π. 447/2017) όχι όμως οι αγχιστείς περαιτέρω βαθμού (Α.Π. 1723/2012, Α.Π. 1503/2012). Επίσης περιλαμβάνονται, τα τέκνα του ενός συζύγου, που γεννήθηκαν από άλλο γάμο, τα οποία εν περιπτώσει θανατώσεως του συζύγου του δευτερόγαμου γονέως τους (δηλαδή του πατριού ή της μητριάς), δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και ο μνηστήρας ή η μνηστή αυτού, ήτοι εκείνος/η που συνδέεται με το θύμα δια συμβάσεως για μελλοντικό γάμο, δηλαδή μνηστεία, η οποία καταρτίζεται με αμοιβαία υπόσχεση των μελλονύμφων για την τέλεση γάμου (Α.Π. 1677/2022, Α.Π. 454/2018, Α.Π. 43/2012), μετά δε τη θέση σε ισχύ του Ν. 4536/2015 "Σύμφωνο συμβίωσης, άσκηση δικαιωμάτων, ποινικές και άλλες διατάξεις", (Φ.Ε.Κ. Α' 181/24.12.2015), πρέπει να γίνει δεκτό ότι και εκείνος ή εκείνη που συμβιώνει σε ελεύθερη ένωση (ιδίως αν από την ένωση αυτή έχουν αποκτηθεί τέκνα - Α.Π. 1194/2023, Α.Π. 1159/2022), νομιμοποιείται ενεργητικώς να ασκήσει αγωγή, κατ' άρθρο 932 εδ. γ' Α.Κ., περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.

Περαιτέρω, ο προσδιορισμός του καταβλητέου σε κάθε πρόσωπο της οικογενείας ποσού, λόγω της ψυχικής του οδύνης, μπορεί να διαφέρει κατά περίπτωση και απόκειται στην ελευθέρα εκτίμηση του δικαστηρίου, βάσει των υποβαλλομένων στην κρίση του περιστατικών, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (Α.Π. 80/2025). Κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει εν συνεχεία στη συνέχεια το ύψος της οφειλομένης χρηματικής ικανοποιήσεως, βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπ' όψιν, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (Ολομ. Α.Π. 10/2017, Ολομ. Α.Π. 19/2011) πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (Α.Π. 291/2025, Α.Π. 1535/2024, Α.Π. 44/2024), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση εκάστου στοιχείου (Α.Π. 1821/2025, Α.Π. 457/2025, Α.Π. 265/2025, Α.Π. 174/2025). Η επιδίκαση της εκ του άρθρου 932 εδ. γ' Α.Κ. προβλεπομένης χρηματικής ικανοποιήσεως υπέρ των δικαιουμένων προσώπων, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της υπάρξεως, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό είτε όλων των προσώπων αυτών είτε κάποιων ή κάποιου εξ αυτών από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως (Ολομ. Α.Π. 21/2000). Σκοπός της εν λόγω διατάξεως, η οποία δεν αποτελεί κύρωση εις βάρος του ζημιώσαντος, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη (ή τη ψυχική του οδύνη εν περιπτώσει θανάτου) λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγορία (Ολομ. Α.Π. 519/1977, Α.Π. 1347/2024), χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης), που δεν δύναται να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα (Α.Π. 97/2001). Βάσει του σκοπού αυτού αντλούνται, εν συνεχεία, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της εννοίας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού της εν λόγω διατάξεως. Τέτοια στοιχεία είναι ιδίως, όπως προαναφέρθηκε: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος όπως και οι τυχόν προσωπικές σχέσεις των μερών, η συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την πράξη, η ένταση και η διάρκεια του ψυχικού άλγους εκείνου που ζημιώθηκε, η ηλικία του και η απαιτουμένη για την καταπολέμηση του άλγους προσπάθεια, οι απώλειες και ελλείψεις στο συναισθηματικό κόσμο του παθόντος καθώς και η οικονομική (περιουσιακή) και κοινωνική κατάσταση των μερών, ιδίως του υποχρέου (Ολομ. Α.Π. 13/2002, Α.Π. 1130/2018). Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α.Κ. "εύλογη" κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 Α.Κ. και μέσω αυτού από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανελέγκτως - Α.Π. 162/2023) βάσει των ισχυρισμών και των αποδεικτικών στοιχείων που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι (Α.Π. 414/2019) και δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Ολομ. Α.Π. 10/2017, Ολομ. Α.Π. 9/2015, Ολομ. Α.Π. 6/2011, Α.Π. 457/2025, Α.Π. 291/2025, Α.Π. 265/2025). Και τούτο, γιατί μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 1909/2024, Α.Π. 1545/2024, Α.Π. 1347/2024).

Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αναφορικώς με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της επιδικασθείσης στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσιβλήτους) χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 Α.Κ.), τα ακόλουθα:

"...Περαιτέρω προέκυψε ότι ο θανών Π. Θ., υιός του πρώτου και δεύτερης των εναγόντων και αδερφός του τρίτου των εναγόντων ......, διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με αυτούς, με τους οποίους τον συνέδεε στενός συγγενικός δεσμός, συμβίωναν δε όλοι μαζί στην πατρική οικία. Με τον τελευταίο μάλιστα (τον αδερφό του) εκμεταλλεύονταν, κατά τα προεκτεθέντα, από κοινού το ταξί.

Εξάλλου, ο εν λόγω θανών ήταν μνηστευμένος από το έτος 2003 με την τέταρτη ενάγουσα Β. Α., με την οποία επίσης τον συνέδεε δεσμός αγάπης, σκόπευαν δε σύντομα να τελέσουν γάμο. Όπως καταθέτει δε ο μάρτυρας απόδειξης Α. Φ., αυτοκινητιστής, συνάδερφος τόσο του θανόντος όσο και του αδερφού του Α. Θ. - τρίτου ενάγοντος, όταν μετέβη στο νοσοκομείο, από όπου του τηλεφώνησαν ότι ο Π. Θ. ήταν νεκρός, για να συμπαρασταθεί στον ως άνω ενάγοντα, του παρέδωσαν τα προσωπικά αντικείμενα του θανόντος. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας αναφέρει: "Εγώ πήρα τα λεφτά από το ταξί. Τη βέρα του, το κινητό του και διάφορα προσωπικά αντικείμενα, υπέγραψα και μου τα έδωσαν στο νοσοκομείο". Το γεγονός ότι τα αντικείμενα αυτά παραδόθηκαν στον ανωτέρω (Α. Φ.) και όχι στον αδερφό του νεκρού (ο οποίος, λόγω του συναισθηματικού σοκ στο οποίο βρισκόταν από τον πρόσφατο θάνατο του αδερφού του, ενδεχομένως δεν ήταν σε κατάσταση να τα παραλάβει), καθώς επίσης το γεγονός ότι στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκ προφανούς παραδρομής, το όνομα της μνηστής του θανόντος Π. Θ. (τέταρτης ενάγουσας) αναφέρεται ως Β. Α. - και όχι Α. , όπως υποστηρίζουν οι εκκαλούντες - αντί για το ορθό Α. , δεν αναιρεί βέβαια τη σχέση μνηστείας που συνέδεε τον θανόντα με αυτήν, την οποία αμφισβητούν οι εναγόμενοι - εκκαλούντες στο δεύτερο λόγο της έφεσής τους, ούτε προέκυψε ότι ο μάρτυρας ψεύδεται, όπως οι τελευταίοι ισχυρίζονται στην έφεσή τους. Το Δικαστήριο, επομένως, από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, οδηγείται στην κρίση ότι οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη, λόγω του θανάτου του προαναφερθέντος υιού των δύο πρώτων, αδερφό του τρίτου και μνηστήρα της τέταρτης εξ αυτών. Λαμβάνοντας δε υπόψη τις συνθήκες τις συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του ανήλικου οδηγού Β. Μ., την έλλειψη υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του ταξί Π. Θ., την ηλικία αυτού (26 ετών), των δεσμών συγγένειας που είχε με τους πρώτους τρεις ενάγοντες και μνηστείας με την τέταρτη, καθώς και της αμοιβαίας αγάπης με τον καθένα από τους ενάγοντες και τον ψυχικό πόνο που αυτοί δοκίμασαν ένεκα του θανάτου του, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, πλην της ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει με βάση τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας και της λογικής ότι πρέπει να επιδικασθούν σε αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση τους, τα κάτωθι ποσά: α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ) β) στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, γ) στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και δ) στην τέταρτη ενάγουσα το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ. Τα ποσά αυτά είναι εύλογα, με βάση τις προπεριγραφείσες συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στο κρίσιμο ως άνω ζήτημα, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, έλαβε υπ' όψιν του τους προσδιοριστικούς παράγοντες που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. (συνθήκες ατυχήματος ηλικία θανόντος, βαθμό συγγένειας και αγάπης των εναγόντων, έλλειψη συντρέχουσας αμέλειας στην πρόκληση του ατυχήματος και κοινωνική - οικονομική κατάσταση εν γένει των διαδίκων φυσικών προσώπων) για την επιδίκαση των ως άνω χρηματικών ποσών στους ενάγοντες λόγω ψυχικής οδύνης ενώ κατά την ειδικότερη αιτίαση όσον αφορά τη μνηστή του θανόντος (τέταρτη ενάγουσα) διέλαβε στην απόφασή του τα εξής :

"... Εξάλλου, ο εν λόγω θανών ήταν μνηστευμένος από το έτος 2003 με την τέταρτη ενάγουσα Β. Α., με την οποία επίσης τον συνέδεε δεσμός αγάπης, σκόπευαν δε σύντομα να τελέσουν γάμο το γεγονός ότι στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκ προφανούς παραδρομής, το όνομα της μνηστής του θανόντος ... αναφέρεται ως Β. Α. -και όχι Α.- αντί για το ορθό Α. δεν αναιρεί βέβαια τη σχέση μνηστείας που συνέδεε τον θανόντα με αυτήν .... ούτε προέκυψε ότι ο μάρτυρας ψεύδεται ...". Οι αιτιολογίες αυτές αφενός μεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν αφετέρου δε με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που δικαιούται έκαστος των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων) στα προαναφερθέντα ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ως άνω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Επομένως, ο έκτος (και τελευταίος) από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, δια της επικλήσεως των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 Α.Κ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επεδίκασε στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσιβλήτους) εξ αυτής της αιτίας (χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης), τα προαναφερθέντα ποσά, τα οποία όμως, είναι δυσαναλόγως υψηλά εν σχέσει προς τα επιδικαζόμενα σε ανάλογες περιπτώσεις, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει.

Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί εν τω συνόλω της.

Περαιτέρω, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, ως προς τα δικαστικά έξοδα του πέμπτου αναιρεσιβλήτου (το οποίο κατέθεσε προτάσεις), για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 3, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους πρώτο, δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, έκτο και έβδομο των αναιρεσιβλήτων.

Απορρίπτει την αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 228/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή