ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 839/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 839/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 839/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 839 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 839/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2) Μ. Α. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπείται ως ανήλικος από τους γονείς της Ν. Α. του Μ. και Α. Τ. του Δ., κατοίκων ..., 3) Χ. Α. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπείται ως ανήλικος από τους γονείς της Ν. Α. του Μ. και Α. Τ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σπυριδούλα Αναγνωστάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝK" και ήδη με την επωνυμία "CREDIABANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "THEA ARTEMIS FINANCIAL SOLUTIONS", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "DOMUS 1 SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "CREDIABANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑ ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙCΑ ΒΑΝK"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/2017 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9757/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1777/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από …/2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ως καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της προσθέτως παρεμβαίνουσας στα έξοδα, ο δε πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Α. Από τα άρθρα 108, 110 § 2, 498 § 1, όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 45 του Ν. 5282/2026 (ΦΕΚ Α' 30/2026), με έναρξη εφαρμογής την 27-2-2026, 568 §§ 1, 2, 4, πριν την τροποποίησή του δυνάμει των άρθρων 168 § 3 του Ν. 5221/2025, με έναρξη εφαρμογής την 1-1-2026 και 27 του Ν. 5282/2026 και 576 §§ 1 έως 3 ΚΠολΔ, πριν την αντικατάσταση της παρ. 1 με το άρθρο 112 § 1 του Ν. 5264/2025, με έναρξη εφαρμογής την 19-12-2025 και την τροποποίηση της παρ. 2, δυνάμει των άρθρων 59 και 168 § 3 του Ν. 5221/2025 και του άρθρου 112 § 2 του Ν. 5264/2025, με έναρξη εφαρμογής την 1-1-2026, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικό του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 93/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες από τις αναιρεσείουσες υπ' αριθ. …2025 και …2025 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου … Α. Κ. Κ., αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από …2023 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α1 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη της Προέδρου του Α1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναρεσειόντων στην πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων. Όμως, οι τελευταίες δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, θα πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 § 2 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 § 1 στοιχ. β', 577 § 2, 321 και 495 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία επί της υπόθεσης, περατώνει την δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στην γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.1, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν.5221/2025.

Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας στον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία δεν αρχίζει πριν την επίδοση της εκδοθείσας ερήμην του διαδίκου απόφασης, να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία, αν παρά ταύτα ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 αριθ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 εδ. β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων, επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης, είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 2/2025, ΑΠ 1934/2025, ΑΠ 526/2023, ΑΠ 792/2022), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 865/2023) και, συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε γιατί ο δικαιούμενος προς άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβάλλεται με αναίρεση (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 1934/2025, ΑΠ 2116/2022, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 1374/2021, ΑΠ 528/2020). Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκόμιση προαποδεικτικώς των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή επί του αντιγράφου της απόφασης που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, διαφορετικά, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 18/2001, ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 1934/2025, ΑΠ 1966/2024, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 865/2023, ΑΠ 526/2023, ΑΠ 93/2023). Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1934/2025).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501, 502 § 1 και 321 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας εξαρτάται από την πραγματική ή πλασματική απουσία του διαδίκου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε και όχι από το αν η απόφαση αυτή στηρίχθηκε σε συναγωγή δυσμενών συνεπειών (τεκμηρίων) ερημοδικίας, καθώς και, γενικότερα, από το αν η ερημοδικία παράγει βλαπτικές συνέπειες για εκείνον που ερημοδικάσθηκε. Στερείται, επίσης, σημασίας, για το χαρακτηρισμό της απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας, το ότι το δικαστήριο παρέλειψε, τυχόν, να ορίσει παράβολο ερημοδικίας. Ακόμη, ο χαρακτήρας μιας απόφασης ως ερήμην εκδοθείσας και, επομένως, το επιτρεπτό της άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της, δεν έχει σχέση με τη βασιμότητα ή μη των επιτρεπόμενων λόγων ανακοπής, δηλαδή με την εγκυρότητα της ερημοδικίας ή με το αν συνέτρεξε πράγματι λόγος ανώτερης βίας, που απέκλεισε την παρουσία του διαδίκου που ερημοδικάσθηκε, αφού τα στοιχεία αυτά ανάγονται στη βασιμότητα του ένδικου μέσου και όχι στο παραδεκτό του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 255/2025, ΑΠ 1892/2025, ΑΠ 1571/2023, ΑΠ 792/2022).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπολοίπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους του ομοδίκους (ΑΠ 1892/2025, ΑΠ 1571/2023, ΑΠ 658/2012). Όπως προκύπτει δε από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 § 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος, που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, θεωρήθηκε, ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 1892/2025, ΑΠ 241/2015). Το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 1934/2025, ΑΠ 1332/2023, ΑΠ 1139/2023, ΑΠ 93/2023, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 453/2022). Σε περίπτωση που αποδεικνύεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 1892/2025, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 597/2021, ΑΠ 239/2020).

Β. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 § 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1260/2019, ΑΠ 1978/2017, ΑΠ 1564/2017), αφού σημειωθεί ότι, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 § 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023). Τέλος, με το άρθρο 41 § 1 του Ν. 5072/2023, όπως αυτό διαμορφώθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 101 του Ν. 5079/2022 (ΦΕΚ Α' 215/2023), που άρχισε να ισχύει από 22-12-2023, ορίστηκε ότι "Τα άρθρα 1 έως 3 του ν. 4354/2015 (Α' 176), περί Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις και Εταιρειών Απόκτησης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, καταργούνται. Κατ' εξαίρεση οι πράξεις πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων, καθώς και οι συμβάσεις διαχείρισης αυτών, οι οποίες λαμβάνουν χώρα μέχρι την 30ή Δεκεμβρίου 2023, εξακολουθούν να διέπονται από τον ν. 4354/2015", ενώ με τη διάταξη του άρθρου 115 του Ν. 5072/2023, εγκαθιδρύεται πλέον η κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση των διαχειριστών απαιτήσεων, καθόσον ορίζεται ότι "1. Σε περίπτωση ανάθεσης της διαχείρισης των απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων σε διαχειριστές πιστώσεων, αυτοί νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκούν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, διαδικασίες αφερεγγυότητας και διευθέτησης οφειλών. [...] 3. Το παρόν εφαρμόζεται και σε όσες περιπτώσεις ο διαχειριστής πιστώσεων αναλαμβάνει τη διαχείριση απαιτήσεων που έχουν τιτλοποιηθεί σύμφωνα με τον ν. 3156/2003".

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 29-6-2017 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής ανώνυμης εταιρείας κατά των αναιρεσειόντων εκδόθηκε η 9757/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και απαγγέλθηκε η διάρρηξη υπέρ της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας του αναφερομένου σε αυτήν καταδολιευτικού συμβολαίου γονικής παροχής, με το οποίο ο πρώτος αναιρεσείων μεταβίβασε τα περιγραφόμενα στην απόφαση ακίνητα στις θυγατέρες του, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων. Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 6-9-2018 έφεσή τους, ενώ στο ίδιο Δικαστήριο άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και κατά των αναιρεσειόντων, για λογαριασμό της αλλοδαπής, ειδικού σκοπού, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ARTEMIS SECURITISATION S.A.", με έδρα το Λουξεμβούργο, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΘΕΑ ΑΡΤΕΜΙΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", επικαλούμενη ότι η ως άνω αλλοδαπή εταιρεία κατέστη ειδική διάδοχος της εφεσίβλητης - πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας ως προς την ένδικη απαίτηση, ότι η ανωτέρω μεταβίβαση έγινε στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δυνάμει της από …2019 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων και ότι η διαχείριση των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν στην παραπάνω εταιρεία ειδικού σκοπού ανατέθηκε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από …2017 σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, η οποία είναι πλέον η διαχειρίστρια της επίδικης απαίτησης και αντιπρόσωπος της αλλοδαπής αυτής εταιρείας ειδικού σκοπού, υπέρ και κατά της οποίας θα ισχύσει το δεδικασμένο από την δίκη, κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ και ότι ασκεί την παρέμβαση δυνάμει σύμβασης ανάθεσης της διαχείρισης της απαίτησης στην ίδια, οι οποίες συμβάσεις συνάφθηκαν κατά την διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, ζήτησε δε την απόρριψη της έφεσης. Το ανωτέρω Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση ερήμην της εφεσίβλητης - υπερής η πρόσθετη παρέμβαση (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), σαν να ήταν όμως παρούσα θεωρώντας ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από την παρούσα αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, δέχτηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, παραλείποντας όμως να ορίσει παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης οι εκκαλούντες - αναιρεσείοντες, την οποία στρέφουν τόσον κατά της εφεσίβλητης - πρώτης αναιρεσίβλητης, όσον και κατά της αυτοτελώς υπέρ αυτής παρεμβάσας ενώπιον του Εφετείου Αθηνών εταιρείας ειδικού σκοπού, δεύτερης αναιρεσίβλητης, οι οποίες συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 § 1 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί εκτείνεται και στις δύο. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, αν και εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν ορίσθηκε γι' αυτήν παράβολο ερημοδικίας, κατά της απόφασης δε αυτής οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την ένδικη αίτηση αναίρεσης, την οποία κατέθεσαν στις 18-4-2024 στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο. Η ως άνω ερήμην απόφαση, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην νομική σκέψη της παρούσας, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους της εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, καθ' όσον δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος, που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, θεωρήθηκε, ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τον παρόντα αναγκαίο ομόδικό του, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, ενώ η προθεσμία για την άσκηση αυτής, η οποία δεν αρχίζει πριν από την επίδοση της ως άνω ερήμην απόφασης, εμποδίζει την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε από ή στην ερήμην δικασθείσα πρώτη αναιρεσίβλητη, αναγκαία ομόδικο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ώστε να αρχίσει κατά το άρθρο 503 § 1, σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, ούτε γίνεται επίκληση από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, τέτοιας επίδοσης. Επίσης δεν προκύπτει ούτε και γίνεται επίκληση για το εάν η εν λόγω πρώτη αναιρεσίβλητη παραιτήθηκε από το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικόγραφο τυχόν ασκηθείσας ανακοπής ερημοδικίας, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν προκύπτει η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη, καθόσον ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος των απόντων αναιρεσίβλητων.

IV. Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", άσκησε το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 26-9-2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της υπέρ της πρώτης αναιρεσίβλητης, με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επίδοση αυτού με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας στους αναιρεσείοντες και στις αναιρεσίβλητες (βλ. τις υπ' αριθ. …2025, …2025, …2025, …2025 και …2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … Α. Κ. Γ. , την υπ' αριθ. …2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο … Θ. Π. Π. και την υπ' αριθ. …2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … Χ. Κ.) και ζήτησε την απόρριψη της ένδικης αναίρεσης, κατά τα άρθρα 81 § 1 και 83 του ΚΠολΔ, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "DOMUS 1 SECURITISATION DESIGNED ACTIVITYCOMPANY", ειδικής διαδόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη, κατά το άρθρο 325 ΚΠολΔ. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 79 επ. ΚΠολΔ, η άσκηση παρέμβασης, υπό οποιαδήποτε μορφή της (κύριας, πρόσθετης, αυτοτελούς πρόσθετης), προϋποθέτει την ύπαρξη εκκρεμούς, παραδεκτώς, αρξάμενης δίκης μεταξύ άλλων προσώπων. Έτσι, όταν πρόσθετη ή αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση ασκείται μετά την άσκηση ένδικου μέσου από τους κύριους διαδίκους, το οποίο ασκήθηκε απαραδέκτως και απορρίπτεται για τον λόγο αυτό, ως απαράδεκτες απορρίπτονται και οι παρεμβάσεις αυτές, διότι δεν υφίσταται στάδιο παραδεκτής δικαστικής έρευνάς τους. Ακόμη δε και αν η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηριστεί ως αυτοτελής (άρθρο 83 ΚΠολΔ), ο παρεμβαίνων δεν διεξάγει δική του δίκη, υποκαθιστώντας τον κύριο διάδικο υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, αλλά έχει απλώς εξουσία αντιπροσώπευσής του εάν ο τελευταίος απολείπεται ή σιωπά (άρθρα 83, 76 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς να μπορεί να καλύψει δια της δικής του νομότυπης παράστασης το απαράδεκτο του ένδικου μέσου που ασκήθηκε, καθόσον προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της παρέμβασής του αποτελεί η παραδεκτή άσκηση του εκδικαζόμενου ένδικου μέσου από τον κύριο διάδικο (ΑΠ 1041/2025, ΑΠ 1892/2025, ΑΠ 1888/2022).

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, η πρόσθετη παρέμβαση της παρεμβαίνουσας με την επικαλούμενη ιδιότητα της διαχειρίστριας των απαιτήσεων της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού, η οποία σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, έχει το χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, μετά την απόρριψη της ένδικης από …2023 αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης και εφόσον δεν υφίσταται πλέον στάδιο παραδεκτής δικαστικής έρευνας της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, πρέπει αυτή, αφού συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ομοίως ως απαράδεκτη και να συμψηφιστούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και των καθ' ων η παρέμβαση (άρθρο 179 εδάφιο γ' του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …2023 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1777/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 26-9-2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ".

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσας και των καθ' ων η παρέμβαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Μαϊου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή