ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 843/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 843/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 843/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 843 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 843/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Δήμητρα Σίσκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Χειρδάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2710/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 935/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από …/2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με την από …2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται, η ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 935/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της με αριθμό 2710/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από …2027 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των 737.149,34 ευρώ, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, λόγω κατάπτωσης της παρασχεθείσας από το τελευταίο (Ελληνικό Δημόσιο) εγγύησης αναφορικά με χρηματοδότηση συνολικού ποσού 1.250.000 ευρώ που έλαβε η μη διάδικος στην δίκη αυτή εταιρεία με την επωνυμία "ΝΑΔΙΡ Α.Ε. ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ - ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ". Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς την ερημοδικασθείσα στο Εφετείο αναιρεσίβλητη, από την 5-3-2024, αφού αυτή επιδόθηκε όπως συνομολογείται στο αναιρετήριο από το αναιρεσείον την 19-2-2024 και η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας εντός της νόμιμης δεκαπενθήμερης προθεσμίας, όπως εμμέσως δεν αμφισβητεί, η, δε, αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 15-3-2024, δηλαδή, μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), για την άσκησή της, μετά την πάροδο άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ), για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της απόφασης αυτής. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

II. Στα άρθρα 1 παρ.1 και 11 του Ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", τα οποία καταργήθηκαν με το άρθρο 106 παρ. 1 Ν.4549/2018, (ο οποίος στα άρθρα 91 επ. αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις) αλλά εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, λόγω του χρόνου παροχής της επίδικης εγγύησης, ορίζεται, αντίστοιχα, ότι: "1. Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις: α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.....ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων..." (άρθρο 1 παρ. α' περ. ββ') και ότι "1.Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2. Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3. Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4. Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5. Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ. -Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών" (άρθρο 11).

Περαιτέρω, στην έχουσα κανονιστική ισχύ υπ' αριθ. …/2009 ΦΕΚ …/2009 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ορίστηκαν τα ακόλουθα: "άρθρο 1: 1. Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε δανειακές συμβάσεις που συνδέονται με συγκεκριμένη οικονομική συναλλαγή με τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 2 και 3 της παρούσας απόφασης. 2. Το ως άνω μέτρο εντάσσεται στο "Προσωρινό πλαίσιο στήριξης των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης" και είναι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προσωρινό κοινοτικό πλαίσιο που ανακοίνωσε η Επιτροπή στις 22.1.2009 (ΕΕ C 16/2009) για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να στηριχθεί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης. " άρθρο 2 Δικαιούχοι : 1. Το Προσωρινό πλαίσιο στήριξης καλύπτει επιχειρήσεις όλων των εταιρικών μορφών και μεγεθών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως κλάδου δραστηριότητας, οι οποίες έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης αυτής. 2. Στο Προσωρινό πλαίσιο στήριξης μπορούν να συμμετέχουν όλες οι επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι δεν ήταν προβληματικές κατά την 1.7.2008, σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 4 της παρούσας απόφασης. Ωστόσο, στο εν λόγω μέτρο μπορούν επίσης να συμμετέχουν επιχειρήσεις οι οποίες δεν ήταν προβληματικές κατά την ως άνω ημερομηνία αλλά στη συνέχεια κατέστησαν προβληματικές λόγω της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης. " άρθρο 3 : Εγγυήσεις 1. Α. Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε δανειακές συμβάσεις σε ευρώ που θα καταρτισθούν μέχρι την 31.12.2010 μεταξύ των επιχειρήσεων του άρθρου 2 και των Πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπόκεινται στην εποπτεία της, ως Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδας και αφορούν τη χορήγηση: α) κεφαλαίου κίνησης με οποιαδήποτε μορφή πίστωσης (δάνειο, αλληλόχρεος λογαριασμός, κ.λ.π.) β) πίστωσης για επενδυτικούς σκοπούς. Β. Οι ως άνω Εγγυήσεις παρέχονται και σε δανειακές συμβάσεις σε ευρώ για την εξόφληση λοιπών ληξιπρόθεσμων οφειλών που δεν ξεπερνούν το 50% του εγγυημένου δανείου κατά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. 2. Για την παροχή των εγγυήσεων του παρόντος άρθρου καταβάλλεται ανάλογη προμήθεια ασφαλείας από τις επιχειρήσεις υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, όπως υπολογίζεται στο Παράρτημα Α της παρούσας, που αντιστοιχεί στο Παράρτημα της Ανακοίνωσης της Επιτροπής (ΕΕ C 16/2009) και με το οποίο προβλέπεται προσωρινό πλαίσιο για τις προμήθειες ασφαλείας σε μονάδες βάσης. 3. Για τις επιχειρήσεις που δεν έχουν πιστωτικό ιστορικό ή βαθμολογία που βασίζεται σε ισολογισμό, όπως είναι οι νεοσύστατες επιχειρήσεις, η ειδική προμήθεια ασφάλειας ορίζεται στο 3,8%. Το ποσοστό αυτό καθορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (ΕΕ C 155/2008). 4. Η προμήθεια δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη από την προμήθεια που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη μητρική / μητρικές επιχειρήσεις. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δύναται να χορηγείται έκπτωση μέχρι 25% επί της ετήσιας προμήθειας που καταβάλλεται για νέες Εγγυήσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις για την προμήθεια ασφάλειας που καθορίζεται στο Παράρτημα Α. Για τις μεγάλες επιχειρήσεις δύναται να χορηγείται έκπτωση μέχρι 15% επί της ετήσιας προμήθειας που καταβάλλεται για νέες Εγγυήσεις και υπολογίζεται βάσει του ορίου ασφαλείας που καθορίζεται στο Παράρτημα Α. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που το 60% του εγγυημένου δανείου χρησιμοποιείται για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ασφαλιστικούς φορείς και το Δημόσιο χορηγούνται τα προαναφερόμενα ανώτατα όρια της έκπτωσης του προηγουμένου εδαφίου. Η έκπτωση της παραγράφου αυτής εφαρμόζεται για μέγιστη περίοδο δύο (2) ετών από το χρόνο χορήγησης της εγγύησης. Σε περίπτωση που το εγγυημένο δάνειο υπερβαίνει τα δύο (2) έτη, εφαρμόζονται οι προμήθειες ασφαλείας που προβλέπονται στο Παράρτημα Α, χωρίς έκπτωση. 5. Η εγγύηση δεν υπερβαίνει το 70% του δανείου. 6. Η εγγύηση έχει περιορισμένη διάρκεια τεσσάρων (4) ετών και μπορεί να παραταθεί αυτόματα για ένα ακόμη έτος, έναντι παροχής ανάλογης προμήθειας από τη δικαιούχο (δανειολήπτρια) επιχείρηση προς το Ελληνικό Δημόσιο με τη βεβαίωση του πιστωτικού ιδρύματος (δανειστή) ότι το δάνειο εξυπηρετείται κανονικά και δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο ούτε ο πρωτοφειλέτης έχει περιέλθει σε υπερημερία. 7. Το μέγιστο ύψος του εγγυημένου δανείου αποτελεί συνάρτηση των οικονομικών μεγεθών της δανειολήπτριας επιχείρησης και δεν υπερβαίνει το ετήσιο μισθολογικό της κόστος για το 2008. Σε αυτό περιλαμβάνεται κάθε είδους παροχή προς τους εργαζομένους, δηλαδή μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές ή τυχόν άλλες κοινωνικές παροχές που εξομοιώνονται με μισθό. Στους μισθωτούς συγκαταλέγονται και όσοι παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο εποχιακών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς επίσης και εργαζόμενοι τους οποίους η επιχείρηση έχει "διαθέσει" σε άλλο εταιρικό σχήμα (θυγατρική εταιρία). Σε περίπτωση που οι δανειολήπτριες επιχειρήσεις δημιουργήθηκαν την ή μετά την 1.1.2008 και μέχρι τη δημοσίευση της παρούσης, το μέγιστο ύψος του δανείου δεν υπερβαίνει το μισθολογικό κόστος που εκτιμάται για τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας. 8. Προς εξασφάλιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου λαμβάνονται οι συνήθεις ασφάλειες ενοχικής ή εμπράγματης φύσης της ελληνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για την εγγραφή τους. 9. Η εγγύηση καταπίπτει εάν υπάρξουν δύο συνεχόμενες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις για τις οποίες η δανειολήπτρια επιχείρηση καθίσταται υπερήμερη. Η κατάπτωση και βεβαίωση των εγγυημένων οφειλών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας".

Εξάλλου, στην έχουσα κανονιστική ισχύ, υπ' αριθμόν …/2009 (ΦΕΚ …2009) απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία εκδόθηκε μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση δοθείσα με τον ανωτέρω ν.2322/1995, ορίστηκαν τα ακόλουθα :

Α) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 70%, σε δανειακές συμβάσεις σε ευρώ που θα καταρτισθούν μέχρι 31.12.2010 μεταξύ επιχειρήσεων όλων των εταιρικών μορφών και μεγεθών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως κλάδου δραστηριότητας, οι οποίες έχουν συσταθεί μέχρι την 14.7.2009, και των πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπόκεινται στην εποπτεία της. Οι ανωτέρω επιχειρήσεις δεν πρέπει να ήταν προβληματικές κατά την 1η Ιουλίου 2008, σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 4 της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Τα εν λόγω δάνεια χορηγούνται για: α) κεφάλαια κίνησης με οποιαδήποτε μορφή πίστωσης (δάνειο, αλληλόχρεος λογαριασμός, κ.λ.π.), β) επενδυτικούς σκοπούς, γ) για την εξόφληση λοιπών ληξιπρόθεσμων οφειλών, που δεν ξεπερνούν το 50% του εγγυημένου δανείου κατά την 14.7.2009. Η ανωτέρω εγγύηση έχει περιορισμένη διάρκεια τεσσάρων (4) ετών. Εφόσον το δάνειο έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τεσσάρων (4) ετών, εξυπηρετείται κανονικά και δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο ούτε ο πρωτοφειλέτης έχει περιέλθει σε υπερημερία, η εγγύηση παρατείνεται αυτοδίκαια, με τους ίδιους όρους, για ένα (1) ακόμα έτος, μετά από αίτηση του δανειολήπτη προς το πιστωτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση αυτή το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά το Γ.Λ.Κ. - Δ25. Κατά τη διάρκεια της παρεχόμενης εγγύησης, η εξόφληση του δανείου πραγματοποιείται εξαμηνιαία με ισόποσες χρεολυτικές δόσεις. Το μέγιστο ύψος του εγγυημένου δανείου αποτελεί συνάρτηση των οικονομικών μεγεθών της δανειολήπτριας επιχείρησης και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ετήσιο μισθολογικό της κόστος του 2008. Σε αυτό περιλαμβάνεται κάθε είδους παροχή προς τους εργαζομένους, δηλαδή μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές ή τυχόν άλλες κοινωνικές παροχές που εξομοιώνονται με μισθό. Στους μισθωτούς συγκαταλέγονται και όσοι παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο εποχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς και οι εργαζόμενοι τους οποίους η επιχείρηση έχει "διαθέσει" σε άλλο εταιρικό σχήμα (θυγατρική εταιρία)... Λόγω της παρεχόμενης εγγύησης καταβάλλεται στο Ελληνικό Δημόσιο η προβλεπόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 και το συνημμένο "Παράρτημα Α" της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών προμήθεια ασφαλείας σε ετήσια βάση. Στις περιπτώσεις που το 60% του εγγυημένου δανείου χρησιμοποιείται για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών προς ασφαλιστικούς φορείς και το Δημόσιο, χορηγείται έκπτωση επί της ετήσιας προμήθειας σε ποσοστό 25%, για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και 15%, για τις μεγάλες. Στις περιπτώσεις αυτές, εκδίδεται από τη δανείστρια τράπεζα τραπεζική δίγραμμη επιταγή υπέρ του ασφαλιστικού φορέα ή του Δημοσίου, για ποσό το οποίο θα ισούται με το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής που εξοφλείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 1819/1951.

Β) Τα πιστωτικά ιδρύματα αποστέλλουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ25 αιτιολογημένη εισήγηση για τη βιωσιμότητα και την πιστοληπτική ικανότητα κάθε επιχείρησης, βάσει του αιτήματος της για ένταξη στο προσωρινό πλαίσιο στήριξης. Η εισήγηση της Τράπεζας συνοδεύεται από το ειδικό έντυπο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το οποίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (…). Το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου του άρθρου 37 του ν. 3458/2006 αποφασίζει για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (άρθρα 87 και 88 την Συνθήκης των Ε.Κ.). Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Για όλα τα ανωτέρω δάνεια λαμβάνονται ενοχικές ή/και εμπράγματες εξασφαλίσεις. Οι αιτήσεις των επιχειρήσεων προς τα πιστωτικά ιδρύματα για την υπαγωγή τους στο προσωρινό πλαίσιο υποβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι 10/12/2010. Ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να την κοινοποιήσουν στο Γ.Λ.Κ. (Δ 25). Σχέδιο αίτησης είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (…)... Σε περίπτωση μη καταβολής τριών (3) συνεχόμενων χρεωλυτικών δόσεων, το εγγυημένο ποσό του χορηγούμενου δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 2322/95, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δόσεων, προβαίνοντας σε κάθε νόμιμη ενέργεια διασφάλισης των απαιτήσεων τους και κατ` επέκταση αυτών του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου. Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, μετά την παρέλευση του τριμήνου από την ολοσχερή ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων, υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην αριθ. …2006 (ΦΕΚ …2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου), και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού."

Περαιτέρω, η διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής των εγγυημένων από το αναιρεσείον οφειλών ρυθμίστηκε από την αναφερόμενη στην ανωτέρω απόφαση, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 5 Ν. 2322/1995 εκδοθείσα και έχουσα επίσης κανονιστική ισχύ υπ’ αριθμ. …2006 (ΦΕΚ …/2006) απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, στα άρθρα 6 και 7 της οποίας αναφέρεται ότι: "6. Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4, του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται. H πράξη της ανάκλησης κοινοποιείται και στον πρωτοφειλέτη.7. Η ίδια διαδικασία απαιτείται και σε περίπτωση μερικής ανάκλησης ήδη βεβαιωμένης απαίτησης". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Η προβλεπόμενη με το άρθρο 1 Ν. 2322/1995 παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις ημεδαπές και αλλοδαπές τράπεζες, τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τα λοιπά νομικά πρόσωπα, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν, μεταξύ άλλων και στις ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών με χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων, δίδεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής του άρθρου 5 του νόμου, και σε αυτήν καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, που πρέπει να τηρηθούν. 2) Με την, κατ' εφαρμογήν των ανωτέρω διατάξεων του Ν. 2322/1995, παροχή της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου γεννάται παρεπόμενη ενοχή, αποτελούσα ιδιωτικού δικαίου διαφορά, για την οποία εφαρμόζονται οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 2322/1995 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων και μόνο συμπληρωματικά οι διατάξεις των άρθρων 847-870 Α.Κ., που διέπουν την παροχή της εγγύησης (ΑΠ 55/2002). 3) Στο άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 2322/1995 προβλέπεται ειδική, αναγκαστικού δικαίου, διάταξη για την ελευθέρωση του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου από τη δοθείσα εγγύηση, δυναμένου, σε περίπτωση που ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή, να προβάλει σχετική ένσταση εφόσον: α) δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο που δόθηκε η εγγύηση ή εξέλιπαν εκ των υστέρων οι προϋποθέσεις, υπό τις οποίες χορηγήθηκε αυτή, β) η παράβαση αυτή έγινε από υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) είτε του δανειστή είτε του πιστωτή είτε και των δύο και γ) η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνει από την αρμόδια κατά την παρ. 5 του Ν. 2322/1995 για τη βεβαίωση της πλήρωσης αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη πιστωτή δικαιώματα του δανειστή 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία αποτελεί την αρμόδια υπηρεσία διαπίστωσης της πλήρωσης ή μη των όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες δόθηκε η εγγύηση. 4) Στο άρθρο αυτό (11 παρ. 4) δεν τίθεται ως πρόσθετη προϋπόθεση, για την άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου να επικαλεστεί την ρήτρα ελευθέρωσής του από την εγγυητική του ευθύνη, η ανάκληση της Υπουργικής Απόφασης, με την οποία δόθηκε αυτή καθώς και των ατομικών διοικητικών πράξεων, με τις οποίες υλοποιήθηκε η Υπουργική Απόφαση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ούτε και υφίσταται χρονικό όριο για την επίκληση αυτή, η οποία συνεπώς είναι δυνατή, ακόμη και αν το Δημόσιο έχει ήδη προβεί στην πληρωμή του πιστωτικού ιδρύματος. Αντίθετη εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 6 της υπ' αριθ. … Υπουργικής Απόφασης, που αναφέρει ότι το Δημόσιο, αν διαπιστωθεί η ελευθέρωσή του δια της ανωτέρω 25ης Δ/νσης του Υπουργείου Οικονομικών ανακαλεί την εγγύηση, αφού κατά την σαφή έννοια της διάταξης αυτής ως "ανάκληση της εγγύησης" δεν νοείται η ανάκληση της πράξης, με την οποία αυτή δόθηκε, αλλά η ενεργοποίηση της ρήτρας ελευθερώσεως, εφόσον η 25η Δ/νση διαπιστώσει τη μη τήρηση των τεθέντων όρων και προϋποθέσεων, και η διαγραφή της βεβαιούμενης απαίτησης και των τυχόν εντολών πληρωμής, κοινοποιώντας την πράξη αυτή και στον πρωτοφειλέτη, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση για τη διαπίστωση της μη τήρησης των όρων και προϋποθέσεων η προηγούμενη ανάκληση της πράξης, με την οποία δόθηκε η εγγύηση (ΑΠ 1903/2022).

ΙΙΙ. Περαιτέρω, εφόσον δεν αποκλείεται από τις ειδικότερες διατάξεις του Ν. 2322/1995, το Δημόσιο, ως εγγυητής και στο πλαίσιο των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων των επιχειρήσεων, μπορεί να προβάλει την ένσταση διζήσεως, εκτός αν προβλέπεται άλλως στην υπουργική απόφαση χορήγησης της εγγύησης ή αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εχώρησε νόμιμη παραίτησή του από την ένσταση αυτή. Πρόκειται περί γνήσιας αναβλητικής ένστασης, η οποία έχει ως συνέπεια την προσωρινή απόρριψη της αγωγής, εφόσον ο δανειστής είναι υποχρεωμένος να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη, μετά το ατελέσφορο της οποίας δύναται να ασκήσει νέα αγωγή με βάση τις διατάξεις του άρθρου 855 ΑΚ και των άρθρων 321, 322 παρ. 1, 324, 328, 330 και 331 ΚΠολΔ κατά του εγγυητή (και όχι να επαναφέρει προς συζήτηση την πρώτη που έχει απορριφθεί προσωρινά). Ειδικότερα, κατά μεν το άρθρο 855 του ΑΚ "Ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση διζήσεως)", κατά δε το άρθρο 856 του ΑΚ "Σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, η αναγκαστική εκτέλεση που αναφέρεται στο προηγούμενο άρθρο πρέπει να επιχειρηθεί στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του. Αν ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επίσχεσης σε κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη, πρέπει να επιχειρήσει εκτέλεση και σ’ αυτά".

Κατά την διάταξη δε του άρθρου 857 παρ. 4 του ΑΚ, εφόσον δεν υπάρχουν κινητά πράγματα, επί των οποίων να μπορεί ο δανειστής να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση και επομένως η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη θα απέβαινε άκαρπη, ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση της διζήσεως (ΑΠ 205/2020). Ο δανειστής, επομένως, στην περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, δεν έχει υποχρέωση να αναζητήσει άλλα, περιουσιακά στοιχεία του πρωτοφειλέτη και να επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση σε αυτά. Ο νόμος απαιτεί την επιχείρηση αναγκαστικής εκτελέσεως ατελέσφορη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο δανειστής πρέπει οπωσδήποτε να επιχειρήσει ατελέσφορη αναγκαστική εκτέλεση, διότι το άρθρο 857 αριθ. 4 ΑΚ ρητώς ορίζει ότι αποκλείεται η προβολή της ένστασης διζήσεως εάν είναι προφανές ότι θα απέβαινε άκαρπη η αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη. Εξετάζεται, δηλαδή, το άκαρπο εκείνης μόνο της αναγκαστικής εκτελέσεως που επιχειρείται στα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη που βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του ή σε άλλα κινητά πράγματα του πρωτοφειλέτη στα οποία ο δανειστής έχει δικαίωμα ενεχύρου ή επισχέσεως (ΑΠ 463/1994). Το ενδεχόμενο η εκτέλεση να αποβεί άκαρπη εκτιμάται από το Δικαστήριο με βάση τις εκάστοτε περιστάσεις, από τις οποίες πρέπει, όμως, το ενδεχόμενο αυτό να συνάγεται κατά τρόπο προφανή. Περιπτώσεις εφαρμογής της ρύθμισης του άρθρου 857 αρ. 4 ΑΚ συνιστούν η πλήρης έλλειψη περιουσίας από τον πρωτοφειλέτη, η πραγματική ή νομική αδυναμία να επιχειρηθεί αναγκαστική εκτέλεση, η επιχείρηση άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του πρωτοφειλέτη από άλλους δανειστές του ή από τον ίδιο δανειστή για άλλη απαίτησή του. (ΑΠ 1129/2024).

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Προκειμένου να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποίο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 159/2004). Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 1903/2022, ΑΠ 850/2004).

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

V. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το παρακάτω ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι συντρέχει λόγος απόσβεσης της χορηγηθείσας εγγύησής του λόγω ελευθέρωσής του, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995, διότι η εναγόμενη όφειλε εντός τριμήνου από τη λήξη της τρίτης ληξιπρόθεσμης δόσης να επιδιώξει την ικανοποίησή της από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία με την ίδια επιμέλεια που θα έδειχνε και εάν το επίδικό δάνειο δεν είχε την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου (βλ. την υπ' αρ. …2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ΦΕΚ …/2007). Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος τυγχάνει νομικά αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι και εάν ακόμη ήθελε υποτεθεί πως τα ανωτέρω είναι αληθή, για να ελευθερωθεί το Ελληνικό Δημόσιο, κατ' άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995, θα πρέπει, κατά ρητή επιταγή της υπ' αρ. …2006 (ΦΕΚ …2006) υπουργικής απόφασης, να έχει προηγηθεί ανάκληση της εγγύησης του Δημοσίου, ήτοι όλων των σχετικών διοικητικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένης κάθε διοικητικής πράξης που τυχόν έχει εκδοθεί για την παροχή της συγκεκριμένης εγγύησης, με τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995, με ενέργειες της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (βλ. Γνωμ. ΝΣΚ 331/2013 .....), το οποίο εν προκειμένω το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε πως η ένσταση ελευθέρωσής που πρότεινε παραδεκτά το εναγόμενο είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός λόγος της ένδικης εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 παρ. α', περ. ββ', 11 παρ. 4 και 5 του ν. 2322/1995 και των υπ' αριθμ. 2/49086/0025/2009 και 2/54979/0025/2009 κανονιστικών αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω ν. 2322/1995, καθόσον, για την ελευθέρωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου από την εγγυητική του ευθύνη, λόγω μη τήρησης των όρων και προϋποθέσεων, υπό τις οποίες δόθηκε η εγγύηση αυτού στην δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του απαίτησε μη προβλεπόμενη από τον άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 πρόσθετη προϋπόθεση και συγκεκριμένα την προηγούμενη ανάκληση της υπ' αρ.πρωτ. …2010 εγκριτικής απόφασης του Δ' τμήματος της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων και Δανείων και της υπ' αριθμ. …2010 διευκρινιστικής της ανωτέρω απόφασης δυνάμει των οποίων παρασχέθηκε η εγγύηση του αναιρεσείοντος σε ποσοστό 70% για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης με κεφάλαιο κίνησης ποσού 1.250.000 ευρώ , που έλαβε από την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης η πιστούχος εταιρεία με την επωνυμία "ΝΑΔΙΡ Α.Ε. ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ - ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ" για περίοδο τεσσάρων ετών και εξόφλησή του σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση ελευθέρωσης ενώ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη, η προηγούμενη ανάκληση των ανωτέρω διοικητικών πράξεων, που εκδόθηκαν σε εφαρμογή των εκδοθεισών, κατ' εξουσιοδότηση του Ν.2322/1995 υπ'αριθμ. 2/49086/0025/2009 και 2/54979/0025/2009 κανονιστικών αποφάσεων, δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για ελευθέρωση του εγγυητή αναιρεσείοντος, κατά το άρθρο 11 παρ. 4 Ν. 2322/1995. Αντίθετα αφορά αποκλειστικώς τη διοικητική διαχείριση και παρακολούθηση των εγγυήσεων του Δημοσίου και δεν δύναται να περιορίσει ή να καταλύσει την εφαρμογή του ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου ούτε να εισαγάγει περιορισμό στη δυνατότητα του Δημοσίου να προτείνει ένσταση ελευθέρωσης. Προς θεμελίωσή δε αυτής (ένστασης ελευθέρωσης) - την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του, το αναιρεσείον - επικαλέστηκε τα αναγκαία για την νομική επάρκεια της στοιχεία και συγκεκριμένα ότι από υπαιτιότητά και δη από αμέλειά της αναιρεσίβλητης τράπεζας, εξέλιπαν εκ των υστέρων οι προϋποθέσεις χορήγησης της επίδικης εγγύησης. Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, στον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος.

VI. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ακόμα, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: " Δυνάμει της υπ' αρ. …1994 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της Τράπεζας με την επωνυμία "ΙΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η εφεσίβλητη, και της πιστούχου εταιρείας με την επωνυμία "ΝΑΔΙΡ Α.Ε. ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ - ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ", η οποία μεταγενέστερα άλλαξε την επωνυμία της σε "ΚΟΥ-ΚΟΥ Α.Ε.", χορηγήθηκε στην ως άνω πρωτοφειλέτρια εταιρεία πίστωση μέχρι του ποσού των 120.000.000 δρχ. (=352.164,34 ευρώ), υπό τους ειδικότερους όρους που διαλαμβάνονται σε αυτή. Η ανωτέρω σύμβαση συμπληρώθηκε, τροποποιήθηκε και αυξήθηκε με τις ακόλουθες τροποποιητικές αυτής πράξεις, οι οποίες αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο με αυτήν ως ακολούθως: 1)... 2)... 3)... 4)... 5)... 6)... 7)... 8)... 9)... 10)... 11)... 12)... 13)... 14)... 15)... 16)... 17)... 18)... 19)... 20)... 21)... 22)... 23)... 24)... 25)... 26)... 27)... 28)... 29)... 30)... 31)... 32)... 33)... 34)... και 35).... Επίσης, αποδείχθηκε ότι η πιστούχος εταιρεία διά της εφεσίβλητης, στο πλαίσιο εφαρμογής των υπ' αρ. …/2009 και …/2009 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ζήτησε από την 25η Διεύθυνση Κινήσεως Κεφαλαίου, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Τμήμα Δ') του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους την παροχή εγγύησης του εκκαλούντος σε ποσοστό 70% υπέρ της εφεσίβλητης για τη χρηματοδότησή της με νέο κεφάλαιο κίνησης. Η ως άνω Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους με τα υπ' αρ. πρωτ. …2010 και …/2010 έγγραφά της απάντησε στην εφεσίβλητη έγγραφά της απάντησε στην εφεσίβλητη ότι εγκρίνει την παροχή εγγύησης του εκκαλούντος Δημοσίου σε ποσοστό 70% για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης με κεφάλαιο κίνησης ποσού 1.250.000 ευρώ, υπό τον όρο λήψης της προσωπικής εγγύησης των Π. Ο. του Δ. και Π. Α. του Δ. και ενεχυρίασης ασφαλιστηρίων συμβολαίων κατά παντός κινδύνου και απώλειας εισοδήματος και κερδών συνολικής αξίας 1.500.000 ευρώ (ίσης δηλαδή με το 120% του εγκριθέντος κεφαλαίου κίνησης), η οποία θα παραμένει σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της παρεχόμενης εγγύησης του εκκαλούντος. Επίσης, με το ίδιο ως άνω έγγραφο την ενημέρωνε ότι η ετήσια προμήθεια ασφάλειας καθορίζεται σε ποσοστό 1%, ότι θα υπολογίζεται επί του υπολοίπου του εγγυημένου από το εκκαλούν κεφαλαίου και ότι θα πρέπει να αποδίδεται από την εφεσίβλητη στο εκκαλούν κατά προτεραιότητα. Ακολούθως, μετά την παρασχεθείσα έγκριση του εκκαλούντος (βλ. την από …2010 σύμβαση παροχής ενεχύρου - εκχωρήσεως απαιτήσεων και το από …2010 ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της πιστούχου και της ασφαλιστικής εταιρείας NATIONAL UNION), υπεγράφη μεταξύ της εφεσίβλητης και της πιστούχου εταιρείας η από …2010 πρόσθετη πράξη στην αρχική ως άνω σύμβαση (Νέα Αρίθμηση ALPHA BANK για μηχανογραφικούς μόνο λόγους …1994)) Σύμβαση Πιστώσεως Χρηματοδοτήσεως για κεφάλαιο κίνησης επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της Χρηματοπιστωτικής και Οικονομικής Κρίσης με την Εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η χορήγηση από την εφεσίβλητη στην πιστούχο δάνειο ύψους 1.250.000 ευρώ. Το ως άνω δάνειο χορηγήθηκε, κατ' εφαρμογή των υπ' αρ. …/2009 και …/2009 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, για περίοδο τεσσάρων ετών και η εξόφλησή του ορίστηκε να γίνει σε οκτώ ισόποσες εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, της πρώτης καταβλητέας την 31.12.2010 και της τελευταίας την 30.06.2014. Η εγγύηση του εκκαλούντος αφορούσε σε ποσοστό 70% επί του ποσού του δανείου, των αναλογούντων τόκων συμβατικών και υπερημερίας πλέον τόκων τριών μηνών, καθώς και εξόδων επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού. Πέραν των άλλων, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων, ολόκληρο το ποσό του δανείου, εγγυημένο και μη, θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Στα πλαίσια λειτουργίας της υπ' αρ. …1994 σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού μετά των τροποποιητικών αυτής πράξεων και της παροχής της εγγύησης του εκκαλούντος, η πιστούχος εταιρεία έκανε χρήση των ακολούθων τριών λογαριασμών: 1) του υπ' αρ. … λογαριασμού (πρώην … και εν συνεχεία … λογαριασμοί), 2) του υπ' αρ. … λογαριασμού (εκ μεταφοράς ως συνέχεια του υπ' αρ. … λογαριασμού) και 3) του υπ' αρ. … λογαριασμού (εκ μεταφοράς ως συνέχεια του υπ' αρ. … λογαριασμού). Για την εγγύηση του εκκαλούντος τηρήθηκε ο υπ' αρ. … δανειακός λογαριασμός, ο οποίος, ωστόσο, την …2012 μεταφέρθηκε στους υπ' αρ. … και … λογαριασμούς, διότι το εγγυημένο από το εκκαλούν ποσό οφειλής πλέον τόκων ενήμερου κεφαλαίου ποσού 17.763,08 ευρώ, τόκων υπερημερίας ποσού 9.125,03 ευρώ, τόκων του Ν. 2601 ποσού 438,18 ευρώ και εισφοράς του Ν. 128/1975 ποσού 3.325,52 ευρώ ανερχόταν σε συνολικό ποσό ύψους 747.587,84 ευρώ, αφαιρουμένων καταβολών ύψους 1.112,10 ευρώ που έλαβαν χώρα την 01-10-2012. Ενόψει, όμως, του ότι η πιστούχος την 1-10-2012 είχε ήδη καταστεί υπερήμερη στην εξόφληση τριών συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων του δανείου ύψους 88.153,57 ευρώ στις 30.06.2011, ύψους 156.250 ευρώ στις 31.12.2011 και ύψους 156.250 ευρώ στις 30.06.2012, η εφεσίβλητη απέστειλε στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Τμήμα Δ') την υπ' αρ. …2012 συστημένη επιστολή της, με την οποία ζητούσε την κατάπτωση της εγγύησης του εκκαλούντος. Η ως άνω υπηρεσία του εκκαλούντος, διά της υπ' αρ. πρωτ. …2013 επιστολής της, της απάντησε ότι, αφού καταστούν ληξιπρόθεσμες τρεις δόσεις του δανείου, προτού απευθυνθεί στο εκκαλούν για την κατάπτωση της εγγύησης αυτού, θα πρέπει κατά το τρίμηνο που μεσολαβεί να έχει προβεί στην άμεση είσπραξη απαιτήσεων, όπου αυτό είναι δυνατόν. Στην πραγματικότητα, πέραν της υποχρέωσης της εφεσίβλητης να προβεί στην ικανοποίηση της απαίτησής της μέσω των εξασφαλίσεων, που είχε παράσχει η πιστούχος εταιρεία, άκαιρα ζήτησε την κατάπτωση της παρασχεθείσας εγγύησης από το εκκαλούν, διότι δεν είχε προβεί κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα (…2012) στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, εάν η εγγυημένη απαίτηση απορρέει από πίστωση με αλληλόχρεο λογαριασμό, που κατόπιν ρυθμίστηκε με την εγγύηση του Δημοσίου, όπως εν προκειμένω, η δανείστρια τράπεζα πρέπει να καταγγείλει τη ρύθμιση λόγω των ληξιπρόθεσμων οφειλών, να κλείσει τους λογαριασμούς της πίστωσης και κατόπιν να υποβάλει το αίτημα κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου [....]. Η πιστούχος εταιρεία, δυνάμει της υπ' αρ. 18047/1-8-2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, η δε εφεσίβλητη κατήγγειλε την υπ' αρ. …/1994 σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού με την από ...2013 εξώδικη δήλωση-καταγγελία, που επιδόθηκε στην πιστούχο εταιρεία και στους εγγυητές, Α. Π. του Δ. και Ο. Π. του Δ., στις 7-8-2013. Επίσης η εφεσίβλητη πέτυχε την έκδοση της υπ' αρ. …/2014 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για ποσό ύψους 1.000.000 ευρώ, επιφυλασσόμενη του υπολοίπου της επίδικης απαίτησης, η οποία επιδόθηκε τόσο στην πρωτοφειλέτρια εταιρεία όσο και στους ως άνω εγγυητές στις 9-10-2014. Κατόπιν τούτων, η εφεσίβλητη διά της υπ' αρ. πρωτ. …2016 επιστολής της προς την 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης του εκκαλούντος και την καταβολή ποσού ύψους 747.587,84 ευρώ (716.845,40 ευρώ για κεφάλαιο, 17.753,08 ευρώ για τόκους ενήμερου κεφαλαίου, 9.125,03 ευρώ για τόκους υπερημερίας, 438,81 ευρώ για τόκους Ν. 2601 και 3.325,52 ευρώ για εισφορά του Ν. 128/1975).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την καταγγελία της σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό η εφεσίβλητη, κάνοντας χρήση του σχετικού συμβατικού δικαιώματος της, κατέστησε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό του αλληλόχρεου λογαριασμού, που ανερχόταν κατά το χρόνο της ως άνω καταγγελίας στο ποσό του 1.056.396,01 ευρώ (ποσό 1.025.653,57 ευρώ για κεφάλαιο, 17.763,08 ευρώ για τόκους ενήμερου κεφαλαίου, 9.125,03 ευρώ για τόκους υπερημερίας, 438,81 ευρώ για τόκους Ν. 2601 και 3.325,52 ευρώ για εισφορά του Ν. 128/1975). Από τα αποσπάσματα της κίνησης των προαναφερόμενων λογαριασμών εξυπηρέτησης του ως άνω αλληλόχρεου λογαριασμού προκύπτει ότι η εφεσίβλητη διατηρεί απαίτηση κατά της ως άνω πρωτοφειλέτριας εταιρείας, για την οποία εγγυήθηκε το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκε δανειακή σύμβαση ρύθμισης οφειλής από αλληλόχρεο λογαριασμό, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις των προρρηθεισών υπουργικών αποφάσεων του έτους 2009, η οποία κατά το χρόνο της καταγγελίας της ένδικης δανειακής σύμβασης ανερχόταν στο ποσό του 1.056.396,01 ευρώ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνονται και οι τόκοι υπερημερίας του τριμήνου από τότε που η πιστούχος εταιρεία κατέστη ληξιπρόθεσμη ως προς την καταβολή και της τρίτης τοκοχρεολυτικής δόσης στις 30.06.2012.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ' αρ. …/2009 (ΦΕΚ …/2009) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ορίστηκε ότι "Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού". Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι πρόθεση του νομοθέτη είναι η κατάπτωση της εγγύησης να αφορά το ανεξόφλητο κεφάλαιο μετά των αναλογούντων τόκων αυτού και όχι όλους τους τόκους που παρήχθησαν ακόμη και για το μη εγγυημένο κεφάλαιο (βλ. το υπ' αρ. πρωτ. …2018 έγγραφο του Τμήματος Δ' της Διεύθυνσης του εκκαλούντος). Επομένως, το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε 737.149,34 ευρώ (= 1.056.396,01 ευρώ - 3.325,52 ευρώ εισφορά του Ν. 128/1975 X 70%).

Περαιτέρω, προκύπτει ότι η εφεσίβλητη με την υπ' αρ. …2016 επιστολή της προς την αρμόδια 25η Διεύθυνση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους ζήτησε την κατάπτωση της εγγύησης από το εκκαλούν υποβάλλοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Με την υποβολή του ως άνω αιτήματος κατάπτωσης εκ μέρους της εφεσίβλητης και εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις από τις ως άνω υπουργικές αποφάσεις του έτους 2009 και προσκομίστηκαν και τα αναγκαία δικαιολογητικά, το εκκαλούν ήταν υποχρεωμένο να βεβαιώσει την οφειλή του από την κατάπτωση της εγγύησης και στη συνέχεια να εξοφλήσει την εφεσίβλητη (άρθρο 11 παρ. 1 του Ν. 2322/1995).

Πλην, όμως, αποδείχθηκε ότι το εκκαλούν δεν προχώρησε στην εξόφληση της ως άνω οφειλής του, προβάλλοντας αλυσιτελώς ισχυρισμούς περί του ότι δεν συντρέχουν προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης λόγω μη επαρκών εξασφαλίσεων. Ωστόσο, οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι, διότι η εφεσίβλητη προέβη στην κατάρτιση της σχετικής σύμβασης μόνο κατόπιν έγκρισης του αρμοδίου τμήματος του εκκαλούντος, το οποίο είχε ελέγξει τις προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησής του, την οποία (έγκριση), όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν έχει ανακαλέσει (άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 2322/1995), η δε εφεσίβλητη προέβη στις εξασφαλίσεις που η αρμόδια υπηρεσία του εκκαλούντος όρισε. Αποδείχθηκε επίσης ότι είναι άνευ σημασίας η εγγραφή συμπληρωματικών βαρών επί της ακίνητης περιουσίας των ως άνω εγγυητών, δεδομένου ότι αυτή είναι ήδη πολύ βεβαρημένη. Επίσης, η εφεσίβλητη απέστειλε την από …2016 εξώδικη επιστολή της προς την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "NATIONAL UNION", με την οποία της ζήτησε να της γνωρίσει εάν υπάρχουν ανεξόφλητες οφειλές ή οποιεσδήποτε άλλες απαιτήσεις απορρέουσες από το υπ' αρ. … ασφαλιστήριο συμβόλαιο και σε περίπτωση ύπαρξης ανεξόφλητων οφειλών, την κάλεσε να της καταβάλει ποσό έως 1.500.000 ευρώ. Πέραν τούτων, όπως αναφέρθηκε, η πιστούχος έχει ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, δυνάμει της υπ' αρ. 18047/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η πιστούχος εταιρεία έχει περιέλθει σε κατάσταση παύσης των πληρωμών της ήδη από τον Μάιο του έτους 2012, έχουσα έκτοτε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να πληρώσει τα ανωτέρω ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά της χρέη. Επομένως δεν υφίσταται δυνατότητα της εφεσίβλητης να ικανοποιήσει την επίδικη απαίτησή της επιχειρώντας αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της πρωτοφειλέτριας εταιρείας [....].

Συνεπώς η ένσταση διζήσεως του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος κρίνεται ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη δεν έσφαλε, αλλά ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου έτσι ως αβάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης.". Το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 855 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση διζήσεως, διαλαμβάνοντας την παραδοχή ότι η αναιρεσίβλητη δεν προέβη σε πράξεις εκτέλεσης εναντίον της πρωτοφειλέτριας εταιρίας διότι ήταν φανερό ότι η αναγκαστική εκτέλεση εναντίον της θα απέβαινε άκαρπη, μη παραβιάζοντας και τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847, 851 και 857 ΑΚ, εφόσον, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο εγγυητής δεν έχει την ένσταση διζήσεως, αν είναι φανερό ότι η αναγκαστική εκτέλεση θα απέβαινε άκαρπη. Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, χωρίς να αμφισβητεί τη συνδρομή της παραπάνω προϋποθέσεως εκ του άρθρου 857 περιπτ.4 ΑΚ στην ένδικη υπόθεση, είναι αβάσιμες. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

VII. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κ.Δ. της 26.6/10-7-1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου": "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 45 ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α' 65/24-4-2019) ορίσθηκε ότι: "Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α)...β)...γ)...Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος" (παρ. 1). "Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων..." (παρ. 2). Με την ως άνω ρύθμιση του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και, επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων (ΑΠ 1303/2022).

Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και την 30.4.2019 θα υπολογίζεται σε ποσοστό 6% ετησίως, σύμφωνα με την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 21 του Δ/τος της 26.6/10-7-1944 και από 1-5-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 (ΑΠ 856/2025 ,ΑΠ 407/2023, ΑΠ 1303/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να υπάρχει κατά το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 760/2004, ΑΠ 244/2004). Επί αποφάσεως δε του εφετείου, που έκρινε την έφεση παραδεκτή και την εξήτασε στην ουσία, ασχέτως αν τελικώς η έφεση ευδοκίμησε ή απορρίφθηκε, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η ενσωματώνουσα αντιστοίχως την απόφαση του πρωτοδικείου εφετειακή απόφαση (ΚΠολΔ 553), ώστε οι λόγοι της αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια, που οριοθετούν το πλαίσιο της δευτεροβάθμιας δίκης και την δικαιοδοτική εξουσία του εφετείου κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ ή και σε ζητήματα που το εφετείο δικαιούται να εξετάζει οίκοθεν, ανεξαρτήτως λόγου εφέσεως, όπως είναι το νόμω βάσιμο της γενόμενης δεκτής αγωγής όταν την απόρριψή της ζητεί με την έφεσή του ο εναγόμενος (ΑΠ 1281/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 21 του από 26.6/10.7.1944 διατάγματος "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, αναφορικά με το περί τοκοδοσίας αίτημα της αγωγής, ώστε εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 45 του ν.46072019 να κρίνει νόμιμο το αίτημα της αγωγής για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα με το επιτόκιο του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 και όχι με το επιτόκιο 6% ετησίως όπως έκρινε επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει νόμιμο το αίτημα της αγωγής και είχε επιδικάσει τόκους, για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός, καθόσον το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον με την έφεσή του προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση στο σύνολό της αιτούμενο την απόρριψη κατ'ουσίαν της αγωγής στο σύνολό της, δηλονότι και κατά το περί τοκοδοσίας αίτημά της, και συνεπώς το αίτημά της αυτό, ως κεφάλαιο της εκκαλούμενης, από το εναγόμενο, πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, μεταβιβάστηκε ενώπιον του Εφετείου και ως εκ του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, το Εφετείο είχε την εξουσία και όφειλε να εξετάσει και χωρίς ειδικό παράπονο του εκκαλούντος το νόμω βάσιμο της αγωγής ως προς το ως άνω περί τοκοδοσίας αίτημά της.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός είναι και βάσιμος, διότι η ρύθμιση του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24-4-2019, ίσχυε ήδη κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτοβάθμιας με αριθμό 2710/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της …2027 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης και καταλάμβανε και την εκκρεμή στις 24-4-2019 ένδικη αξίωση της τελευταίας για επιδίκαση τόκου, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και, συνεπώς, εφαρμόζοντας την διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 το Εφετείο όφειλε να κρίνει νόμιμο το αίτημα της αγωγής για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα με το επιτόκιο του άρθρου 45 του ν. 46072019 και όχι με το επιτόκιο 6% ετησίως, όπως έκρινε επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε κρίνει νόμιμο το αίτημα της αγωγής και είχε επιδικάσει τόκους, για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα, με επιτόκιο 6% ετησίως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρέλειψε να εφαρμόσει την διάταξη του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρονικό διάστημα μετά την 1-5-2019, αφού από τότε και μεταγενέστερα ο οφειλόμενος από το Δημόσιο τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019 και όχι κατά το άρθρο 21 του "Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο δεν είναι εφαρμοστέο για το χρονικό αυτό διάστημα, κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

VIII. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, παρέλκει δε η έρευνα του δεύτερου από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚπολΔ λόγου αναίρεσης καθόσον καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βάσιμου πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση δη ως προς τα κεφάλαια της προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης ελευθέρωσης κατά το άρθρο 11 παρ. 4 του ν. 2322/1995 και της επιδίκασης τόκου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 45 ν. 4607/2019 για το μετά την 1-5-2019 χρονικό διάστημα και μόνον. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση κατά το άνω μέρος στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένων όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, η οποία κατά την αρχή της ισότητας, που θεσπίζεται με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφαρμόζεται και όταν η δίκη αποβαίνει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 935/2023 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή