Απόφαση 844 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 844/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Μαρία Αρχοντάκη - Τραυλού - Τζανετάτου και Δήμητρα Σίσκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Βοϊσάβα Αγόρα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7897/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από …/2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμη, από …2023, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 7897/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία αφού συνεκδίκασε τις από …2015 και από …2015 αντίθετες εφέσεις, κατά της με αριθμό 53/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, απέρριψε ως ανυποστήρικτη την από …2015 έφεση του ενάγοντος και στην συνέχεια δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από …2015 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κράτησε και δίκασε την από …2014 αγωγή για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ως εκ της προσβολής της προσωπικότητάς του εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης και την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και ως προς τον ερημοδικασθέντα στο Εφετείο αναιρεσείοντα, ήδη από την 5-1-2023 και από τότε κατέστη προσβλητή με αναίρεση. Τούτο διότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε, όπως συνομολογείται από τον αναιρεσείοντα με το αναιρετήριο την …2022 , η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στις 18-1-2023, δηλαδή, μέσα στην τριακονθήμερη προθεσμία (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), για την άσκησή της, μετά την πάροδο άπρακτης της δεκαπενθήμερης προθεσμίας (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ), για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εναντίον της απόφασης αυτής. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Στις διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι, αμέσως, πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν, δε, ως προς τους λόγους αναίρεσης, που προβλέπονται, από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές, ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερομένων, στο άρθρο αυτό, αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των υπολοίπων Δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου, που δίκασε ως εφετείο, επί έφεσης απόφασης του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο, τρίτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 10, 11 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, οι οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Σε κάθε, δε, περίπτωση οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις δεν δύναται να θεμελιώσουν οποιονδήποτε από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ λόγους. Ως εκ τούτου, οι ως άνω υπό κρίση λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξιώσεως προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, από πράξη που προσβάλλει την προσωπικότητα του ανθρώπου, απαιτείται προσβολή της προσωπικότητας, η οποία να είναι παράνομη, δηλαδή να έγινε χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, ήσσονος σπουδαιότητας ή ασκουμένου υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση του καταχρηστική, και υπαίτια, ήτοι να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια και επέλευση ηθικής βλάβης στον προσβληθέντα, τελούσα σε αιτιώδη σύνδεσμο με την παράνομη και υπαίτια προσβολή. Η προσωπικότητα του ανθρώπου μπορεί να προσβληθεί σε οποιαδήποτε έκφανση ή εκδήλωση της (σωματική, πνευματική, ηθική κ.λ.π.). Έτσι, η απόδοση σε κάποιον πράξεων που η κοινωνία αποδοκιμάζει, διότι ενέχουν απαξία, εμπίπτει στα όρια της προσβολής της προσωπικότητος.Τέτοιες δε πράξεις, διαταρακτικές της κοινωνικής προσωπικότητος του ανθρώπου, είναι και εκείνες που εμπεριέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής ή επαγγελματικής εντιμότητος του προσώπου, ακόμη και όταν αυτές απλώς τον καθιστούν ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των επαγγελματικών του καθηκόντων ή άλλων εκφάνσεων της δραστηριότητός του (ΑΠ 802/2018, ΑΠ 1279/2011). Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως είναι η ψευδορκία μάρτυρα, κατά την έννοια του άρθρου 224 ΠΚ, ή και η ψευδής ανώμοτη κατάθεση, κατά την έννοια του άρθρου 225 ΠΚ, καθώς και όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 ΠΚ (ΑΠ 1459/2024 , ΑΠ 592/2022, ΑΠ 726/2015, 899/2011, ΑΠ 1216/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΑΠ 1287/2021).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 579/2025 , ΑΠ 171/2019, ΑΠ 130/2016).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες, μόνο, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς και όχι, γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή, για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Ακόμη, στη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων κ.λ.π. , ιδρύει τον προβλεπόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αποτελούν οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς, και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 151/2021, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 430/2002). Με τους ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν εξομοιώνονται και εκείνοι που προτάθηκαν μη νομίμως ή απαραδέκτως (ΑΠ 531/2022, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 748/2020, ΑΠ 1275/2009). Δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε, και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1293/2017, ΑΠ 431/2015), ακόμη και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 980/2025, ΑΠ 531/2022, ΑΠ 1650/2017).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: Από το έτος 2001 περίπου, η Π. Β., μητέρα της ήδη εναγόμενης, η Ι. Β., αδερφή της εναγόμενης, και η ίδια η εναγόμενη αντιδικούσαν επί σειρά ετών με τις ετεροθαλείς αδελφές Α. Κ. και Α. Μ., θείες του ήδη ενάγοντος, σχετικά με τη νομή τμήματος ακινήτου, κείμενου στην … Ειδικότερα, οι Α. Κ. και Α. Μ., εκπροσωπούμενες από τη δικηγόρο Αθηνών Μαρία Μέκα, άσκησαν εναντίον της οικογένειας της ήδη εναγόμενης αρχικά αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προστασίας νομής κι ακολούθως τακτική αγωγή. Κατά της απόφασης που δέχθηκε την ως άνω αγωγή άσκησαν έφεση οι Α., Ι. και Π. Β. Στο πλαίσιο εκείνης της δίκης, οι μεν εφεσίβλητες προσκόμισαν τις από …2005 ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Π. και Θ. Γ., οι δε εκκαλούσες τις από …2005 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Μ., Π. Κ. και Κ. Κ., προκειμένου να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εν συνεχεία, στις 19-10-2005 η μεν Α. Β. κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυση για ψευδορκία κατά των ως άνω μαρτύρων Ι. Π. και Θ. Γ., η δε Α. Κ. κατέθεσε μήνυση για ψευδορκία κατά των ως άνω μαρτύρων Γ. Μ., Π. Κ. και Κ. Κ. και για ηθική αυτουργία σε ψευδορκία κατά της Α. Β., της μητρός και της αδελφής της. Μετά την τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής νομής των Α. Κ. και Α. Μ., οι αντίδικες, με προτροπή του ήδη ενάγοντας, αντάλλαξαν μεταξύ τους αμοιβαίες εξηγήσεις και υπέγραψαν το από …2011 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς, δηλώνοντας, μεταξύ άλλων, την πρόθεσή τους να παύσουν τη μεταξύ τους ποινική αντιδικία. Ακολούθως, η ήδη εναγόμενη, η οικογένειά της και οι μάρτυρές της αθωώθηκαν για τις πράξεις της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, δυνάμει της με αριθμό 31232/5-5-2011 απόφασης του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στις …2012 απεβίωσε αιφνιδίως η πληρεξούσια δικηγόρος της Α. Κ. και της Α. Μ., Μαρία Μέκα. Έτσι, στις 13-11-2012 ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, όπου εκδικάσθηκε η μήνυση της ήδη εναγόμενης κατά των Ι. Π. και Θ. Γ. για ψευδορκία, ο ήδη ενάγων παραστάθηκε ως συνήγορος υπεράσπισης των εν λόγω κατηγορουμένων. Κατά την εξέτασή της ως μάρτυρα στην ως άνω δίκη, η ήδη εναγόμενη, αφού κατέθεσε τα σχετικά με την έγκλησή της γεγονότα, στο τέλος κατέθεσε και τα εξής, απευθυνόμενη στον ενάγοντα: "... Είδα στο Κτηματολόγιο τον κ. Π. με δικηγόρο εσάς που διεκδικούσε το οικόπεδο. Ο Π. διεκδικούσε το οικόπεδο της κυρίας Κ. με δικηγόρο εσάς. Δεν ήθελα να μηνύσω μια μεγάλη γυναίκα 80 χρόνων. Ξέρω ότι υπήρχαν συμφέροντα .......". Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι είδε στα γραφεία του Κτηματολογίου τον Π. με τον ενάγοντα αφορά ένα αληθές γεγονός, αφού, μετά τον θάνατο της δικηγόρου Μαρίας Μέκα, που χειριζόταν τις υποθέσεις της θείας του Α. Κ., πράγματι ο ενάγων ανέλαβε τις υποθέσεις της και προσπάθησε να κλείσει συμβιβαστικά τη χρόνια αντιδικία μεταξύ Κ. και Β., όπως και ο ίδιος ομολογεί στις προτάσεις του, συμβάλλοντας μάλιστα προσωπικά στην υπογραφή του προρρηθέντος πρακτικού συμβιβασμού. Επίσης, επειδή μετά τον θάνατο της ως άνω δικηγόρου, σφραγίστηκε η οικία της επί έναν χρόνο περίπου, με αποτέλεσμα ο ενάγων να μην έχει πρόσβαση στα σχετικά με τις ως άνω δίκες έγγραφα, μετέβη ο ίδιος στα γραφεία του Κτηματολογίου, όπως ομολογεί στις προτάσεις του, προκειμένου να συλλέξει όσα έγγραφα μπορούσε, ώστε να περαιώσει τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν επί χρόνια μεταξύ της θείας του και της οικογένειας της εναγόμενης. Καταθέτοντας λοιπόν η εναγόμενη ότι είδε τον ενάγοντα με τον Π. στο Κτηματολόγιο, κατέθεσε ένα αληθινό γεγονός, με την πράξη της δε αυτή ουδόλως είχε σκοπό να προσβάλει τον ενάγοντα ούτε υπονοούσε, όπως ο ίδιος το εξέλαβε, ότι ο ενάγων τέλεσε απιστία εις βάρος της θείας του, αναλαμβάνοντας να υπερασπισθεί τα συμφέροντα του Π. κατά της Κ., αφού η εναγομένη, βλέποντάς τους στο Κτηματολόγιο, θεώρησε καλόπιστα ότι ο ενάγων είχε αναλάβει τις υποθέσεις της θείας του και εργαζόταν για τη συλλογή και απόκτηση των σχετικών εγγράφων που ήταν απαραίτητα για το κλείσιμο των εν λόγω υποθέσεων. Με τις δε φράσεις ότι ο Π. διεκδικούσε το οικόπεδο της Κ. και ότι υπήρχαν συμφέροντα, η εναγόμενη, ως μη έχουσα ειδικές νομικές γνώσεις και μη προσεκτικώς και ακριβώς εκφρασθείσα, δεν εννοούσε ότι ο Π. διεκδικούσε για τον εαυτό του το επίδικο οικόπεδο και δη με τη βοήθεια του ενάγοντας, αλλά ότι με την ένορκη βεβαίωση που έδωσε βοηθούσε την Κ. να κερδίσει την υπόθεση κατά της οικογένειας Β., από την οποία διεκδικούσε τμήμα ενός ακινήτου, τα δε συμφέροντα για τα οποία η εναγόμενη κατέθεσε αορίστως αφορούσαν τις σχέσεις μεταξύ Κ. και του μάρτυρός της Π. και όχι τον ενάγοντα, με τον οποίον η εναγόμενη δεν είχε καμία αντιδικία, αντιθέτως ανέφερε στις προτάσεις της ότι τον εκτιμά και τον σέβεται και ως άνθρωπο και ως δικηγόρο. Εφόσον λοιπόν η εναγόμενη κατέθεσε το αληθές γεγονός ότι είδε τον ενάγοντα στα γραφεία του Κτηματολογίου με τον Π. και δεν ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα ή αξιολογικές κρίσεις ικανές να δημιουργήσουν μειωτικές παραστάσεις για το πρόσωπο του ενάγοντος, από τον τρόπο δε και τις περιστάσεις υπό τις οποίες κατέθεσε τα ανωτέρω ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, ουδόλως προκύπτει ότι αυτή είχε ειδικό σκοπό να προσβάλει την τιμή και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, με τον οποίον άλλωστε ουδέποτε αντιδίκησε, αντιθέτως τον εκτιμά και τον υπολήπτεται, το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η εναγόμενη δεν προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος, ο οποίος δεν υπέστη ηθική βλάβη και για τον λόγο αυτό δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι οι επίδικες φράσεις της εναγόμενης προσέβαλαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 4.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, έσφαλε κατά το βάσιμο παράπονο της εκκαλούσας.
Συνεπώς, αφού γίνει δεκτός κατ' ουσίαν ο σχετικός λόγος της έφεσης περί πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων, η υπό στοιχ. Α' κρινόμενη έφεση πρέπει, να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση, να δικασθεί η από …2014 αγωγή και να απορριφθεί αυτή κατ' ουσίαν.".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δικάζον ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 224 παρ. 2-1, 362 και 363 ΠΚ , διότι, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής του βλάβης, αφού δεν στοιχειοθετούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά και δη ψευδορκία μάρτυρος και συκοφαντική δυσφήμηση, όπως ο τελευταίος αβασίμως διατείνεται.
Εξάλλου από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και ειδικότερα την απαιτούμενη αιτιολογία, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων. Ειδικότερα δεχόμενο το Εφετείο ότι με την ένορκη κατάθεσή της στις 13-11-2012 ενώπιον του ΙΑ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη δεν τέλεσε το ποινικό αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και συνεπώς αδικοπραξία, δια της οποίας προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα στην προσωπικότητα του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 914 ΑΚ σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 229 ΠΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα. Πιο συγκεκριμένα, οι αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι τα αναφερόμενα στην ένορκη κατάθεση της εναγομένης σε σχέση με την παρουσία του αναιρεσείοντος ως δικηγόρου μαζί με τον Π. που διεκδικούσε το οικόπεδο της Α. Κ. θείας του ενάγοντος της οποίας χειριζόταν τις υποθέσεις όσο ζούσε, στο γραφείο του Κτηματολογίου, ήταν αληθή, β) καταθέτοντας η αναιρεσίβλητη-εναγόμενη ότι είδε τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα με τον Π. στο γραφείο του Κτηματολογίου, κατέθεσε ένα αληθινό γεγονός, και δεν είχε με την πράξη της αυτή σκοπό να προσβάλει τον ενάγοντα ούτε υπονοούσε ότι ο ενάγων τέλεσε απιστία εις βάρος της θείας του, αναλαμβάνοντας να υπερασπισθεί τα συμφέροντα του Π. κατά της θείας του Α. Κ., αφού βλέποντάς τους στο Κτηματολόγιο, θεώρησε καλόπιστα ότι ο ενάγων είχε αναλάβει τις υποθέσεις της θείας του και εργαζόταν για τη συλλογή και απόκτηση των σχετικών εγγράφων που ήταν απαραίτητα για το κλείσιμο των εν λόγω υποθέσεων, και με τις φράσεις ότι ο Π. διεκδικούσε το οικόπεδο της Κ. και ότι υπήρχαν συμφέροντα, η εναγόμενη, ως μη έχουσα ειδικές νομικές γνώσεις και μη προσεκτικώς και ακριβώς εκφρασθείσα, δεν εννοούσε ότι ο Π. διεκδικούσε για τον εαυτό του το επίδικο οικόπεδο και δη με τη βοήθεια του ενάγοντoς, αλλά θεωρούσε ότι με την ένορκη βεβαίωση που έδωσε βοηθούσε την Κ. να κερδίσει την υπόθεση κατά της οικογένειας Β. , από την οποία διεκδικούσε τμήμα ενός ακινήτου, τα δε συμφέροντα για τα οποία η εναγόμενη κατέθεσε αορίστως αφορούσαν τις σχέσεις μεταξύ Κ. και του μάρτυρός της Π. και όχι τον ενάγοντα, με τον οποίον η εναγόμενη δεν είχε καμία αντιδικία, αντιθέτως ανέφερε στις προτάσεις της ότι τον εκτιμά και τον σέβεται και ως άνθρωπο και ως δικηγόρο, γ) η εναγόμενη κατέθεσε το αληθές γεγονός ότι είδε τον ενάγοντα στα γραφεία του Κτηματολογίου με τον Π. και δεν ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ενώπιον τρίτων ψευδή γεγονότα ή αξιολογικές κρίσεις ικανές να δημιουργήσουν μειωτικές παραστάσεις για το πρόσωπο του ενάγοντος, δεν μπορούσαν δηλαδή αντικειμενικά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, δ) από τον τρόπο δε και τις περιστάσεις υπό τις οποίες κατέθεσε τα ανωτέρω ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ειδικός σκοπός αυτής να προσβάλει την τιμή και την εν γένει προσωπικότητα του ενάγοντος, με τον οποίον άλλωστε ουδέποτε αντιδίκησε, αντιθέτως τον εκτιμά και τον υπολήπτεται, το Δικαστήριο, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη δεν διέπραξε αδικοπραξία σε βάρος του αναιρεσείοντος, δια της οποίας προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια το δικαίωμα στην προσωπικότητά του και δεν υπέστη ηθική βλάβη και για τον λόγο αυτό δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Με τις προεκτεθείσες δε σκέψεις και παραδοχές του το δικάσαν ως Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που δεν ήταν εφαρμοστέες και ορθώς δεν εφαρμόστηκαν, δικαιολογούν δε την απόρριψη της ένδικης αγωγής, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω με τις άνω παραδοχές του το δικάσαν ως Εφετείο έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που αποτελούσε την ιστορική βάση της αγωγής του, ότι δηλαδή ουδέποτε επισκέφθηκε το Υποθηκοφυλακείο/Κτηματολόγιο Ελευσίνας, συνοδευόμενος από τον Ι. Π., πλην όμως τον απέρριψε για ουσιαστικούς λόγους με την παραδοχή ως αποδειχθέντος γεγονότος αντίθετου προς αυτόν που τον συγκροτεί. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την πληττόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκείμενη με αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, από τον αναιρεσείοντα, παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ. 1, 191 αριθ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από …2023 αίτηση, για αναίρεση της με αριθμό 7897/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ