Απόφαση 855 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 855/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ADDITION MULTIPLICATION DIVISION ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΕΚΔΟΤΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "A.M.D." ("ADDITION MULTIPLICATION DIVISION"), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "HELLAS CAPITAL LEASING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "HELLAS CAPITAL LEASING Α.Ε.", πρώην με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE LEASING HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ", πρώην "ΕΜΠΟΡΙΚΗ LEASING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "EMPORIKI LEASING", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σύρμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4291/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4100/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …/2021 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. …/2025 Πράξη της Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 18/2025, ΑΠ 44/2025, ΑΠ 56/2025). Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 44/2025, ΑΠ 179/2025, ΑΠ 674/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμό …/2025 πράξη της Προέδρου του παρόντος Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνεται νόμιμα η συζήτηση της από …2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 4100/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση είχε ορισθεί αρχικά να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της …2023. Η αναιρεσείουσα κατά τη δικάσιμο εκείνη είχε εκπροσωπηθεί νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Ελένη Μαντά (ΑΜ …) και δεν είχε καταθέσει προτάσεις, επίσης και η αναιρεσίβλητη, κατά τη δικάσιμο εκείνη, είχε εκπροσωπηθεί νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Νικολάου Σύρμα (ΑΜ …) ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 του ΚΠολΔ) και είχε καταθέσει προτάσεις στις 4-10-2023. Λόγω παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από την συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο της …2023, η έκδοση απόφασης δεν κατέστη δυνατή εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη Βρυσηίδας Θωμάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση εκείνου του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια, με συνέπεια η υπόθεση να συζητηθεί εκ νέου στη σημερινή δικάσιμο (…2025), κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Νικολάου Σύρμα (ΑΜ …) ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 573 § 1 και 242 § 2 του ΚΠολΔ).
Όπως, περαιτέρω, προκύπτει από το από …2025 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου, Σ. Κ., που υπάρχει στη δικογραφία, η απολειπόμενη αναιρεσείουσα, η οποία είχε παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της υπόθεσης στις 2-10-2023, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη σημερινή δικάσιμο. Επομένως, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αυτή θα θεωρηθεί παρούσα και κατά τη νέα συζήτηση και το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, η οποία δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 375/2025). Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4100/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από …2018 έφεση της ενάγουσας και νυν αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 4291/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την εκκαλουμένη μόνο κατά το μέρος της που είχε κρίνει νόμιμη την εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της αγωγής, κράτησε και δίκασε αυτήν και απέρριψε την αγωγή, ως προς την ανωτέρω βάση της, ως μη νόμιμη, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεση κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη η από …2014 αγωγή της ενάγουσας και νυν αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).
ΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 9/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1/2022). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. , ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 17/2025).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 342/2023, ΑΠ 1238/2022, ΑΠ 630/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 1/1999).
Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 6/2025).
Β. Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 4 στοιχ. α' του Ν. 2251/1994 "Προστασία των καταναλωτών", όπως η διάταξη αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 2 του Ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α' 152/10.7.2007) και πριν την αντικατάστασή της με το Ν. 4512/2018 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού και όχι κατά το χρόνο που διατυπώθηκε (ΟλΑΠ 15/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 387/2020 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1010/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 788/2018, ΑΠ 1242/2017 ΝΟΜΟΣ), "Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται: α) Καταναλωτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους. Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του...". Από την ως άνω διάταξη συνάγεται σαφώς ότι για να τίθεται θέμα εφαρμογής των διατάξεων του Ν. 2251/1994, πρέπει - κατά τον ορισμό του καταναλωτή που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 § 4 στ. α' αυτού - να προσφέρονται στην αγορά προϊόντα ή υπηρεσίες (αντικειμενική προϋπόθεση) με τελικούς αποδέκτες φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ένωση προσώπων (υποκειμενική προϋπόθεση) για να κάνουν τα πρόσωπα αυτά, στα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή υπηρεσίες, "χρήση" αυτών (λειτουργική προϋπόθεση) (ΑΠ 194/2025). Στην έννοια του "προϊόντος", όπως αυθεντικά ερμηνεύθηκε και τελικά ορίσθηκε στις διατάξεις των άρθρων 3 στοιχ. 3 και 6 § 2 του Ν. 2251/1994, εντάσσεται κάθε ενσώματο κινητό πράγμα, εκτός από τα πράγματα τα οποία πωλούνται στο πλαίσιο μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή με άλλο τρόπο από νόμιμη αρχή, το νερό, το φυσικό αέριο και η ηλεκτρική ενέργεια, εφόσον διατίθενται προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση, όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο. Αντίθετα, ως "προϊόντα" δεν νοούνται τα ακίνητα (σε αντίθεση με τον προγενέστερο νόμο 1961/1991, ο οποίος προέβλεπε ρητά ως προϊόντα και τα ακίνητα), διότι κρίθηκε ότι η σπουδαιότητα των συναλλαγών επί των ακινήτων συγκεντρώνουν την προσοχή και την περίσκεψη του ενδιαφερόμενου και δεν δημιουργούν γνωσιολογικό έλλειμμα και επομένως δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής προστασίας από τον νόμο περί προστασίας των καταναλωτών. Όπου δε θέλησε ο νομοθέτης να περιλάβει ρυθμίσεις με τον νόμο περί προστασίας των καταναλωτών και για τα ακίνητα, το έπραξε ρητά, όπως με το άρθρο 9 § 1 στοιχ. α' του νόμου αυτού, που αφορά στη διαφήμιση και ορίζει ότι "1. α) Διαφήμιση κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι κάθε ανακοίνωση που γίνεται με κάθε μέσο στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας με στόχο την προώθηση της διάθεσης αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων και των συναφών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.".
Περαιτέρω, "καταναλωτής", σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του Ν. 2251/1994, όπως αυτή ερμηνεύθηκε αυθεντικά με την ΟλΑΠ 13/2015, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων. Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία ή να παραχωρήσει τη χρήση του ή να το χρησιμοποιήσει για λογαριασμό ή για την οικονομική εξυπηρέτηση τρίτου (ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 1305/2018, ΑΠ 13/2018, ΑΠ 994/2018).
Γ. Περαιτέρω, με τον N. 1665/1986 "Συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης" καθιερώθηκε και στην Ελλάδα η σύμβαση της χρηματοδοτικής μίσθωσης, ένας σύγχρονος οικονομικός - νομικός θεσμός, γνωστός διεθνώς με τον όρο "Leasing". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 - 3 του νόμου αυτού, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 11 §§ 1 - 6 του Ν. 2367/1995, συνάγεται ότι σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορεί να συνάψει μόνο ανώνυμη εταιρία, που έχει συσταθεί με αποκλειστικό σκοπό τη διενέργεια τέτοιων εργασιών. Η εταιρία αυτή υποχρεώνεται να παραχωρεί έναντι μισθώματος τη χρήση κινητού ή ακινήτου πράγματος, που προορίζεται για την επιχείρηση ή το επάγγελμα του αντισυμβαλλομένου της, παρέχοντας συγχρόνως σ' αυτόν το δικαίωμα ή να αγοράσει το πράγμα ή να ανανεώσει τη σύμβαση. Έτσι, αντικείμενο της χρηματοδοτικής μίσθωσης (μίσθιο) μπορεί να είναι πράγμα που προορίζεται αποκλειστικά για επαγγελματική χρήση του αντισυμβαλλομένου και ειδικότερα πράγμα κινητό ή ακίνητο. Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αποτελεί χρηματοδοτικό μηχανισμό, που αποσκοπεί στην απόκτηση εκ μέρους του μισθωτή κεφαλαιουχικών αγαθών μεγάλης αξίας, με ολική χρηματοδότηση της αξίας τους από την εκμισθώτρια ανώνυμη εταιρεία, η οποία αγοράζει το πράγμα ή το έχει στην κατοχή της, και το παραχωρεί κατά χρήση σ' αυτόν, ενδιαφερόμενη μόνο για την επιστροφή του δαπανηθέντος κεφαλαίου, πλέον του κέρδους της, που επιτυγχάνεται με την είσπραξη του μισθώματος που συμφωνήθηκε. Η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος γίνεται έναντι μισθώματος. Έτσι, η χρηματοδοτική μίσθωση δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος, αλλά μικτή σύμβαση, η οποία έχει στοιχεία: 1) σύμβασης μίσθωσης, παραλλαγμένης όμως σε πολλά σημεία από τον τύπο που καθιερώνουν οι διατάξεις των άρθρων 574 επ. ΑΚ, 2) σύμβασης εντολής, με την οποία ο εκμισθωτής εντέλλεται το μισθωτή να διαπραγματευθεί με τον προμηθευτή το αντικείμενο και τους όρους της σύμβασης πώλησης, την οποία θα καταρτίσει ο εκμισθωτής με τον προμηθευτή, 3) σύμβασης εκχώρησης της απαίτησης από την εταιρεία εκμισθώτρια προς το μισθωτή, την οποία έχει αυτή κατά του προμηθευτή από τη σύμβαση της πώλησης, ώστε να μπορεί εκείνος, ασκώντας τις σχετικές αξιώσεις, ως δικαιούχος, να εξαναγκάζει τον προμηθευτή - πωλητή σε τήρηση των υποχρεώσεών του. Πρόκειται για εκχώρηση συγκεκριμένων απαιτήσεων (λόγω υπάρξεως ελαττωμάτων ή ελλείψεως συμφωνημένων ιδιοτήτων κ.λ.π.) και όχι για τη μεταβίβαση ολόκληρου του συμβατικού δεσμού και 4) συμφώνου προαιρέσεως, συμφωνίας δηλαδή μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή, με την οποία παρέχεται στο μισθωτή το δικαίωμα, με μονομερή δήλωσή του, είτε να αγοράσει το πράγμα (καταβάλλοντας και το συμφωνηθέν τίμημα), είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο (ΑΠ 1320/2018, ΑΠ 1597/2017, ΑΠ 239/2015, ΑΠ 454/2013, ΑΠ 646/2011).
Έτσι, η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι μία ιδιόρρυθμη (sui generis) σύμβαση με έντονα μισθωτικά και πιστωτικά στοιχεία, όπου όμως η χαρακτηριστική παροχή είναι αυτή της μίσθωσης πράγματος, παραχώρηση δηλαδή της χρήσης του μισθίου έναντι ανταλλάγματος. Πραγματικά, ο μισθωτής ενδιαφέρεται να εξασφαλίσει τη χρήση ενός αγαθού χωρίς να υποχρεώνεται να το αγοράσει αλλά καταβάλλοντας μισθώματα για τη χρήση αυτή. Το ότι τα μισθώματα καθορίζονται συνήθως με βάση το ποσό που διέθεσε η εκμισθώτρια για να αγοράσει το αγαθό, έτσι ώστε στη συμβατική διάρκεια της μίσθωσης να έχει αποσβέσει την επένδυσή της (μαζί με τα έξοδα, με τους τόκους και το κέρδος της) καθώς και η μετάθεση ορισμένων υποχρεώσεων της εκμισθώτριας στον μισθωτή υποδηλώνουν σαφώς ότι η σύμβαση έχει και πιστωτική λειτουργία, τούτο όμως δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την πλήρη αποξένωση της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης από τον κύριο μισθωτικό της πυρήνα, που είναι και το προέχον στοιχείο στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης πράγματος. Σημειώνεται δε ότι στις συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης μπορεί να συμφωνηθεί και συμφωνείται συνήθως ότι ο κίνδυνος ύπαρξης ελαττωμάτων ανήκει στη σφαίρα του μισθωτή, ο οποίος και επέλεξε το πράγμα σύμφωνα με τις δικές του αποκλειστικές ανάγκες και ως εκ τούτου η ανυπαρξία ελαττωμάτων δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιοπρακτικό θεμέλιο της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, πλην όμως, δικαιοπρακτικό θεμέλιο της συγκεκριμένης σύμβασης πρέπει να θεωρηθεί όχι η ανυπαρξία ελαττωμάτων, αλλά η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος. Εφόσον όμως ο μισθωτής δεν έχει επιλέξει το πράγμα, δικαιοπρακτικό θεμέλιο της χρηματοδοτικής σύμβασης μπορεί να αποτελέσει και η ανυπαρξία ελαττωμάτων του μισθίου (επιχείρημα που αντλείται από την ΑΠ 1597/2017). Η συμφωνία δε αποκλεισμού της ευθύνης της εκμισθώτριας για νομικά και πραγματικά ελαττώματα ή έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων του μισθίου είναι κατ' αρχήν επιτρεπτή. Το κύρος όμως της συμφωνίας αυτής, που αφορά τόσο τα κινητά πράγματα όσο και τα ακίνητα, θα κριθεί με βάση τα άρθρα 332 και 334 § 2 του ΑΚ. Αν μάλιστα η απαλλακτική αυτή ρήτρα, όπως συνήθως συμβαίνει, περιλαμβάνεται σε ΓΟΣ της εκμισθώτριας, το κύρος της ελέγχεται, εφόσον πρόκειται για κινητά πράγματα, όχι για ακίνητα (σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω) και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 6 και 7 στοιχ. ιγ' και ιζ' του Ν. 2251/1994. Ειδικότερα, αναφορικά με τα ακίνητα, για τα οποία δεν τυγχάνει εφαρμογής ο νόμος περί προστασίας του καταναλωτή, κατά τα άρθρα 330, 332 εδ. α και β και 334 εδ. α ΑΚ ο οφειλέτης ενέχεται αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 330 του ΑΚ, "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται κατ' αρχήν η ευθύνη του οφειλέτη για κάθε πταίσμα, αλλά και μόνο γι' αυτό. Το πταίσμα, δηλαδή, ανήκει στις υποκειμενικές προϋποθέσεις της ευθύνης. Έτσι στην ευθύνη από προυφιστάμενη ενοχή ο δανειστής - ζημιωθείς πρέπει να αποδείξει την παράβαση της ενοχικής υποχρέωσης του οφειλέτη, αλλά όχι και την υπαιτιότητα αυτού, η οποία τεκμαίρεται υπέρ του δανειστή ότι συντρέχει. Επομένως, ο οφειλέτης έχει το βάρος να αποδείξει αυτός, για να απαλλαγεί, ότι δεν είχε υπαιτιότητα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 332 εδ. α' ΑΚ, "Άκυρη είναι κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια". Από τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι απαλλαγή ή περιορισμός της ευθύνης μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μόνο για ελαφρά αμέλεια και όχι για βαριά αμέλεια ή δόλο. Η απαλλαγή ή ο περιορισμός γίνεται με σύμβαση (ΑΠ 720/2023, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 491/2016). Αντίθετα, η απαλλαγή λόγω ελαφράς αμέλειας είναι δυνατόν να συμφωνηθεί εκ των προτέρων, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που θεσπίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 332 ΑΚ (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 737/2014).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος. Η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι δυνατόν όμως μια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώσει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαιτίως ζημία. Η ευθύνη αυτή θα κριθεί κατά τους γενικούς περί αδικοπραξιών όρους (ΟλΑΠ 969/1973, ΑΠ 691/2023, ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 727/2019).
Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα με την από …2014 αγωγή της εξέθετε ότι δυνάμει του υπ' αριθ. …/2009 συμβολαίου σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης του συμβολαιογράφου … Κ. Χ. Κ., η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία χρηματοδοτικών μισθώσεων της εκμίσθωσε τις αναλυτικά περιγραφόμενες στην αγωγή δύο (2) κάθετες ιδιοκτησίες στην … , οι οποίες, ήδη κατά το χρόνο κατάρτισης της μεταξύ τους σύμβασης της ανήκαν κατά κυριότητα. Ότι το παραπάνω ακίνητο δεν αποτελούσε δική της επιλογή και δεν επρόκειτο για ένα ακίνητο το οποίο υπέδειξε η ίδια στην αναιρεσίβλητη, ούτε η τελευταία προχώρησε στην αγορά του κατόπιν δικής της υπόδειξης, αντίθετα το ακίνητο αυτό (δηλαδή οι δύο κάθετες ιδιοκτησίες) αποτελούσαν πάγια περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία είχαν περιέλθει στην κυριότητά της κατά τον τρόπο που αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή. Ότι το έτος 2008 στελέχη της εναγομένης προσέγγισαν στελέχη της ενάγουσας και τους πρότειναν τη συγκεκριμένη συνεργασία χρηματοδοτικής μίσθωσης του συγκεκριμένου ακινήτου, το οποίο τους παρουσίασαν ότι ήταν απαλλαγμένο από ελαττώματα και μπορούσε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες και τα επιχειρηματικά σχέδια της, επιδιώκοντας την απόλαυση κέρδους από την εκμίσθωσή του και εν τέλει την πώλησή του. Ότι η σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ τους ήταν μια προδιατυπωμένη σύμβαση, για τους όρους της οποίας, η αναιρεσίβλητη δεν της άφησε κανένα περιθώριο διαπραγμάτευσης και πρόκειται για σύμβαση που βρίθει από καταπλεονεκτικούς και καταχρηστικούς όρους, όπως αυτοί αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή, που οδηγούν σε υπέρμετρη δέσμευση της ίδιας και σε πλήρη απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από κάθε ευθύνη, κατά παράβαση των διατάξεων του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", οι οποίοι θα ταίριαζαν σε μία σύμβαση που το ακίνητο το είχε αγοράσει η αναιρεσίβλητη κατόπιν υπόδειξής της, γεγονός όμως που δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Ότι ο όρος της σύμβασης, που παρέχει πλήρη απαλλαγή της αναιρεσίβλητης από κάθε ευθύνη για νομικά και κρυμμένα ή μη πραγματικά ελαττώματα, που είχε στην πραγματικότητα το μίσθιο ακίνητο, είναι άκυρος και έχει ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του καταναλωτή και συνεπώς έχει εφαρμογή ο Ν. 2251/1994, άλλως η διάταξη του άρθρου 332 του ΑΚ, καθόσον ο παραπάνω όρος δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Ότι, σε κάθε περίπτωση, η αναιρεσίβλητη τους απέκρυψε δολίως, αν και γνώριζε όλα τα ελαττώματα του μισθίου και συνεπώς η υπογραφή της σύμβασης αυτής υπήρξε και αποτέλεσμα απάτης, αφού η ίδια οδηγήθηκε στην υπογραφή της, κατόπιν των ψευδών παραστάσεων της αναιρεσίβλητης και της δόλιας απόκρυψης από την τελευταία κρίσιμων γεγονότων που αφορούσαν στην ύπαρξη ελαττωμάτων του μισθίου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, με συνέπεια την αδυναμία χρήσης και εκμετάλλευσης αυτού δια της υπομίσθωσής του σε τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα στην εταιρεία WIND. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει να της καταβάλει, με το νόμιμο τόκο, με βάση τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών, άλλως δυνάμει της ένδικης σύμβασης λόγω της ακυρότητας των απαλλακτικών ρητρών εκ των άρθρων 332 και 334 ΑΚ των προαναφερομένων όρων, κατά τις διατάξεις των αδικοπραξιών, αποζημίωση λόγω θετικής και αποθετικής ζημίας και συγκεκριμένα το συνολικό ποσόν των 9.783.724,74 ευρώ για την θετική και αποθετική ζημία της και το ποσόν των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άλλως το ποσό των 731.562,24 ευρώ βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4291/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή ως προς τη βάση των διατάξεων του Ν. 2251/1994, με την αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα δεν συμβλήθηκε στην ένδικη σύμβαση με την ιδιότητα του καταναλωτή, αλλά στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και κατά τα λοιπά νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 297 - 299, 346, 904 ΑΚ, 386, 385 ΠΚ και στη συνέχεια απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής, η αναιρεσείουσα άσκησε την από …2018 έφεσή της και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4100/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, α) κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή ως προς τις διατάξεις του Ν. 2251/1994, με διάφορη αιτιολογία από αυτήν της πρωτόδικης, την οποία αντικατέστησε, β) κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, κατά τα λοιπά, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 297 - 299, 346 ΑΚ, 386, 385 ΠΚ, και επιπρόσθετα και στη διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ, την οποία έκρινε εν προκειμένω ότι είναι εφαρμοστέα, συμπληρώνοντας το νόμω βάσιμο της αγωγής, γ) κρίθηκε κατά τα λοιπά ως κατ' ουσία αβάσιμη η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής αναφορικά με την αδικοπρακτική βάση της και δ) κρίθηκε ως κατ' ουσία βάσιμη η έφεση, μόνον ως προς την δεύτερη επικουρική βάση της εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και κατόπιν τούτου το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή μόνον ως προς την προαναφερόμενη βάση της, ενώ κατά τα λοιπά απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσία αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΙΙΙ. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 1 § 4 περ. α' του Ν. 2251/1994, προβάλλοντας ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή της που στηριζόταν στις διατάξεις περί προστασίας των καταναλωτών, προβαίνοντας σε εσφαλμένη ερμηνεία αυτών, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήταν εφαρμοστέες. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι 1) το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι με την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης παρασχέθηκε σε αυτήν προϊόν (ήτοι ακίνητο) και όχι υπηρεσίες, οι οποίες, κατά τις αιτιάσεις της, συνιστούν χρηματοπιστωτικές (χρηματοοικονομικές) υπηρεσίες των οποίων οι όροι ελέγχονται για καταχρηστικότητα με βάση τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών, όπως συμβαίνει κατά κύριο λόγο και με τις τραπεζικές υπηρεσίες και 2) ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν ήταν ο τελικός αποδέκτης, καθόσον α) οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που της παρασχέθηκαν με την επίδικη χρηματοδοτική σύμβαση μίσθωσης απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους και β) επειδή η υπεκμίσθωση του ακινήτου την οποία σκόπευε να συνάψει με την εταιρεία WIND δεν συνιστά μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος ούτε βέβαια είχε σκοπό να διοχετεύσει την χρηματοοικονομική υπηρεσία που της παρείχε η αναιρεσίβλητη στην εταιρεία WIND, αφού όλες οι υποχρεώσεις που ανέλαβε από την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης παραμένουν σε ισχύ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η βάση της αγωγής που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του Ν. 2251/1994 "Για την προστασία των καταναλωτών" κρίνεται μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα καθώς εν προκειμένω, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι εν λόγω διατάξεις διότι η ενάγουσα δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, καθώς, ως προϊόντα, κατά την αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του καταναλωτή, δεν νοούνται τα ακίνητα ενώ εξάλλου, ενόψει του ότι η ίδια (ενάγουσα) εκθέτει στο δικόγραφο της αγωγής, η χρήση του μισθίου θα παρεχωρείτο σε τρίτο (με την υπομίσθωσή του στην εταιρεία WIND), αυτή δεν αποτελεί τον τελικό αποδέκτη κατά την προεκτεθείσα υποκειμενική προϋπόθεση της έννοιας του καταναλωτή".
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 περί προστασίας των καταναλωτών. Και τούτο διότι, η επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης αφορούσε σαφώς προϊόν και όχι υπηρεσίες, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα μίσθιο ακίνητο, το οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εμφάνισε νομικά και πραγματικά ελαττώματα, όπως προσιδιάζει σε προϊόντα και ιδίως σε μίσθωση πράγματος (βλ. και άρθρα 576 του ΑΚ επ.) και σίγουρα όχι σε υπηρεσίες.
Εξάλλου, όπως εκτέθηκε στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, η χρηματοδοτική μίσθωση δεν είναι απλή σύμβαση μίσθωσης πράγματος, αλλά μία ιδιόρρυθμη (sui generis) σύμβαση με έντονα μισθωτικά και πιστωτικά στοιχεία, όπου όμως η χαρακτηριστική παροχή είναι αυτή της μίσθωσης πράγματος, η παραχώρηση δηλαδή της χρήσης του μισθίου έναντι ανταλλάγματος και όχι ο πιστωτικός της χαρακτήρας και επομένως οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι με την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης της παρασχέθηκαν χρηματοπιστωτικές (χρηματοοικονομικές) υπηρεσίες των οποίων οι όροι ελέγχονται για καταχρηστικότητα με βάση τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας των καταναλωτών, όπως συμβαίνει κατά κύριο λόγο και με τις τραπεζικές υπηρεσίες, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς ως ερειδόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Κατόπιν αυτών, πράγματι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις περί προστασίας των καταναλωτών διότι η αναιρεσείουσα δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, καθώς, ως προϊόντα, σύμφωνα με το νόμο περί προστασίας των καταναλωτών, κατά την αντικειμενική προϋπόθεση της έννοιας του καταναλωτή, δεν νοούνται τα ακίνητα (σε αντίθεση με τον προγενέστερο νόμο 1961/1991, ο οποίος προέβλεπε ρητά ως προϊόντα και τα ακίνητα), διότι κρίθηκε ότι η σπουδαιότητα των συναλλαγών επί των ακινήτων συγκεντρώνουν την προσοχή και την περίσκεψη του ενδιαφερόμενου και δεν δημιουργούν γνωσιολογικό έλλειμμα και επομένως δεν υπάρχει ανάγκη ειδικής προστασίας από τον νόμο περί προστασίας των καταναλωτών. Όπου δε θέλησε ο νομοθέτης να περιλάβει ρυθμίσεις με τον νόμο περί προστασίας των καταναλωτών και για τα ακίνητα, το έπραξε ρητά. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ του άρθρου 1 § 4 του Ν.2251/1994, ισχυριζόμενη επιπρόσθετα αφενός ότι ήταν ο τελικός αποδέκτης, καθόσον οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες που της παρασχέθηκαν με την επίδικη χρηματοδοτική σύμβαση μίσθωσης απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους, αφετέρου δε επειδή η υπεκμίσθωση του ακινήτου την οποία σκόπευε να συνάψει με την εταιρεία WIND δεν συνιστά μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος ούτε βέβαια είχε σκοπό να διοχετεύσει την χρηματοοικονομική υπηρεσία που της παρείχε η αναιρεσίβλητη στην εταιρεία WIND, αφού όλες οι υποχρεώσεις που ανέλαβε από την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικης μίσθωσης παρέμεναν σε ισχύ, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής. Και τούτο διότι αναφορικά με την πρώτη αιτίαση, αυτή ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση (ότι δηλαδή με την επίδικη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης της παρασχέθηκαν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και όχι "προϊόν"), αναφορικά δε με την δεύτερη αιτίαση επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε την πρόθεση να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου στην εταιρεία WIND, και όχι να προβεί σε μεταβίβαση του μισθίου, σημειώνοντας πάντως ότι σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 3 § 4 του Ν. 1665/1986, "ο μισθωτής μπορεί να μεταβιβάσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης σε τρίτο με έγγραφη συναίνεση της εκμισθώτριας εταιρείας". Σε κάθε περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής και για το λόγο ότι ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η αναιρεσείουσα ήταν ο τελικός αποδέκτης του μισθίου, δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στις διατάξεις του Ν.2251/1994, καθόσον η επίδικη μίσθωση αφορούσε ακίνητο, το οποίο ως προϊόν δεν προστατεύεται από τις διατάξεις του νόμου περί προστασίας του καταναλωτή, όπως αναλυτικά εκτέθηκε ανωτέρω, προϋπόθεση που σωρευτικά έπρεπε να συντρέχει για την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.2251/1994. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
IV. Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής, που επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στις διατάξεις του Ν. 2251/1994, ως μη νόμιμη, στη συνέχεια, αφού παρέθεσε σχετική νομική σκέψη και συγκεκριμένα ότι "Στις περιπτώσεις που οι προστατευτικές διατάξεις του καταναλωτή δεν καταφαθεί σε ορισμένο πρόσωπο, νομοθετικό έρεισμα για τον έλεγχο του περιεχομένου των ΓΟΣ προσφέρει το παραδοσιακό σύστημα του ΑΚ είτε βάσει των γενικών ρητρών των άρ. 174, 178, 281, 288 είτε βάσει άλλων γενικών κανόνων (ΑΚ 371 - 373, 332, 334). Έτσι ο έλεγχος των ΓΟΣ μπορεί, να επιτευχθεί μέσω της ΑΚ 332 § 2 εδάφιο β'...", στη συνέχεια δέχθηκε επί λέξει ότι "...επειδή το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στην κρίση του για τη νομική βασιμότητα της αγωγής διέλαβε ότι αυτή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 297 - 299, 346 σε συνδυασμό με 386, 385 ΠΚ καθώς και 904 ΑΚ και δεν παρέθεσε και την εν προκειμένω εφαρμοστέα, επίσης, διάταξη του άρθρου 332 ΑΚ το Δικαστήριο, θα χωρήσει σε απλή αντικατάσταση (με τη συμπλήρωσή της) της σχετικής αιτιολογίας με την ορθή, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, αφού στο στάδιο αυτό δεν προκύπτει αν το διατακτικό της είναι ορθό και επομένως σφάλμα της σε σχέση με την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, της οποίας η κατ' ουσίαν έρευνα θα πρέπει να γίνει στα πλαίσια και των ανωτέρω διατάξεων". Ακολούθως, δε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανέλεγκτα, επί λέξει, τα εξής: "Δυνάμει του με αρ. …2009 συμβολαίου σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου του συμβολαιογράφου … Κ. Χ. Κ., η εναγομένη εκμίσθωσε κατά την έννοια του ν. 1665/1986 στην ενάγουσα δύο κάθετες ιδιοκτησίες - τμήματα οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται εντός της περιοχής του Βιομηχανικού Πάρκου (ΒΙ.ΠΑ.) του Δήμου … Αττικής στη θέση "…" της … της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου, εντός του υπ' αριθμ. … Ο.Τ. και ειδικότερα επί της συμβολής των δημοτικών οδών … και …, όπως αναλυτικά ειδικότερα περιγράφονται στην αγωγή. Οι δύο κάθετες αυτές ιδιοκτησίες, (υπό τους λατινικούς αριθμούς II και Ι-Α, αντίστοιχα), που είναι συνεχόμενες και όπου έχει ανεγερθεί βιομηχανικό κτίριο, δεν αγοράστηκαν από την εναγομένη στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης Leasing, αλλά είχαν περιέλθει στην κυριότητά της από προηγούμενη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης (που είχε τη μορφή lease-back), μεταξύ αυτής και της εταιρείας "…", η οποία λύθηκε πρόωρα λόγω καταγγελίας εκ μέρους της εκμισθώτριας εταιρείας Leasing. Επισημαίνεται ότι το γεγονός ότι δεν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση τρίτος προμηθευτής και το ακίνητο ανήκε ήδη στην εναγομένη κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης δεν μεταβάλει τον χαρακτήρα της, καθώς, όπως στη μείζονα σκέψη αναφέρεται, χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτου υπάρχει και στην περίπτωση που η εκμισθώτρια εταιρεία έχει ήδη στην κυριότητά της το ακίνητο που αποτελεί το αντικείμενο της μίσθωσης, όπως συμβαίνει π.χ. όταν ο προηγούμενος μισθωτής κατά την λήξη της σύμβασης δεν έκανε χρήση του δικαιώματος προαίρεσης αγοράς ή όταν η προηγούμενη σύμβαση έληξε με καταγγελία της εκμισθώτριας εταιρείας λόγω παράβασης ουσιώδους όρου αυτής από τον μισθωτή.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τον μήνα Αύγουστο του 2011 έως τον Οκτώβριο του 2013 η ενάγουσα δεν κατέβαλε στην εναγομένη τα οφειλόμενα μισθώματα, με αποτέλεσμα η τελευταία να καταγγείλει τη σύμβαση με την από …2013 καταγγελία της, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις …2013. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη της απέκρυψε δολίως νομικά και πραγματικά ελαττώματα του μισθίου, με αποτέλεσμα να αποστερηθεί της δυνατότητας χρήσης και εκμετάλλευσης του και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη προκειμένου να επιτύχει την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης που αφορούσε ένα προβληματικό και ελαττωματικό ακίνητο της απέκρυψε, ενώ γνώριζε, ότι η Ιερά Μονή Ιβήρων (ιδιοκτήτρια της κάθετης ιδιοκτησίας με τον λατινικό αριθμό Ι-Β και συγκυρία εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου), υπερβαίνοντας το συντελεστή δόμησης και του ποσοστού κάλυψης που της αναλογεί έχει ανεγείρει στο τμήμα της συγκυριότητας της επί του οικοπέδου αυθαίρετη επιφάνεια κτίσματος Ιερού Ναού εμβαδού 154,00 τ.μ., αντί 56 τ.μ. που αναφέρεται στον τίτλο ιδιοκτησίας της, ότι η Ιερά Μονή, μετά την ένταξη του όλου ακινήτου στο εγκεκριμένο σχέδιο του Δήμου … και την έγκριση της σχετικής πράξης εφαρμογής δεν είχε καταβάλει την αναλογία της σε εισφορά σε χρήμα στον ως άνω Δήμο …, ούτε συναινούσε στον επανακαθορισμό των ορίων ρυμοτομίας, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να εκδοθούν οι απαιτούμενες οικοδομικές άδειες στο πλαίσιο ανάπλασης του υπάρχοντος κτιρίου (με την προσθήκη κατ' επέκταση και καθ' ύψος νέου κτιρίου ως και αλλαγής χρήσης), και τέλος, ότι δεν είχε η πληρωθεί κατανάλωση ρεύματος από τη προηγούμενη μισθώτρια.
Ωστόσο, σύμφωνα με τους κάτωθι παρατιθέμενους όρους της σύμβασης, η ενάγουσα συμβαλλόμενη ελευθέρως κατ' άρθρο 361 Α.Κ. ανέλαβε την ευθύνη για οποιοδήποτε πραγματικό και νομικό ελάττωμα του μισθίου: στον όρο 4.1 αναφέρεται: "Όλες οι προδιαγραφές που έχουν σχέση με την κατασκευή και λειτουργία του ακινήτου, ελέγχονται και τηρούνται με αποκλειστική ευθύνη του μισθωτή, της εκμισθώτριας απαλλασσόμενης από κάθε σχετική ευθύνη και φροντίδα", στον όρο 4.2 αναφέρεται ότι "η επιλογή του ακινήτου έγινε με πρωτοβουλία του μισθωτή" και ότι ο μισθωτής "μόνος αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη για την επιλογή του ακινήτου μισθίου, τον έλεγχο της κατασκευής, λειτουργίας, ποιότητας, πολεοδομικής νομιμότητας και καταλληλότητας του ακινήτου", στον όρο 4.3 "συμφωνείται ρητά, ότι το ακίνητο επιλέχθηκε αποκλειστικά από το μισθωτή, ο οποίος το εξέτασε από κάθε άποψη και κατέληξε ότι βρίσκεται σε άριστη κατάσταση λειτουργίας και είναι γενικά απόλυτα κατάλληλο για τη χρήση για την οποία το προορίζει", στον όρο 4.4 η εναγομένη απεκδύθηκε κάθε ευθύνης για "την καταλληλότητα, καλή κατασκευή ή ασφάλεια του ακινήτου, για νομικά και κρυμμένα ή μη πραγματικά ελαττώματά του, ανεξάρτητα εάν αυτά εμφανίστηκαν μετά την παράδοση του στο μισθωτή ή προϋπήρχαν, ή την πολεοδομική του νομιμότητα, δεδομένου ότι η επιλογή του ακινήτου και ο έλεγχος του έγινε με προσωπική και αποκλειστική ευθύνη του μισθωτή". Ακόμη, στον όρο 8.2 αναφέρεται, όσον αφορά στις δαπάνες και τέλη οργανισμών κοινής ωφελείας, ότι "η εκμισθώτρια δεν εκμισθώνει το ακίνητο, υπό τον όρο ύπαρξης των ανωτέρω παροχών και ουδεμία ευθύνη φέρει για τυχόν έλλειψη τους ή πλημμελή εγκατάσταση τους ή αδυναμία εγκατάσταση τους από τους ανωτέρω Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας ή διακοπής των εν λόγω παροχών". Επίσης, κατά τον όρο 11.2. "ο μισθωτής δηλώνει ότι έχει ήδη λάβει όλες τι αναγκαίες άδειες για τη σκοπούμενη από αυτόν χρήση του ακινήτου, τις οποίες υποχρεούται να διατηρεί σε ισχύ καθ' όλη της διάρκεια της παρούσης.
Σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνεται στη σφαίρα ευθύνης του μισθωτή η έκδοση, ανανέωση ή τροποποίηση τους, ο οποίος θα προβαίνει με ευθύνη και δαπάνες του στις απαιτούμενες ενέργειες για την έκδοση και διατήρηση των σχετικών αδειών που αφορούν την επαγγελματική χρήση, για την οποία προορίζει το ακίνητο", ενώ στον όρο 13.8. "ρητά συμφωνείται ότι σε περίπτωση αδυναμίας λήψεως από το μισθωτή για οποιοδήποτε λόγο, των προαναφερθεισών αδειών για την ανακατασκευή ή ανακαίνιση του ακινήτου, η εκμισθώτρια δεν φέρει καμία ευθύνη."
Περαιτέρω, πέρα από την ως άνω πολλάκις ρητώς συμφωνηθείσα γενική απαλλαγή της ευθύνης της εκμισθώτριας για αδυναμία έκδοσης των απαιτούμενων προς του μισθίου αδειών, συμφωνήθηκε ειδικώς με την ένδικη σύμβαση στον όρο 15.3, ότι βάσει της με αριθμό …/2007 μεμονωμένης πράξης εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου υφίσταται περίπτωση αναμόρφωσης των δικαιωμάτων αποκλειστικής χρήσης επί τμήματος του όλου οικοπέδου, συγκυριότητας της Ιεράς Μονής Ιβήρων, όπου κείται το μίσθιο, και ότι χρήζει προς τούτο να γίνει επαναπροσδιορισμός του κοινού ορίου των τμημάτων αποκλειστικής χρήσης του μισθίου ακινήτου, των αξιώσεων της εκμισθώτριας κατά της Μονής ρητώς εκχωρηθεισών στη μισθώτρια. Επίσης, ειδικώς αναφέρεται στο 9° φύλλο της ένδικης σύμβασης η προαναφερθείσα πράξη εφαρμογής και η συνέπεια της περί μείωσης της έκτασης του οικοπέδου από την αρχική 7.973,00 τ.μ. σε 6.504,70 τ.μ.
Συνεπώς, η εναγομένη δεν απέκρυψε από την ενάγουσα μισθώτρια την ρυμοτομική εκκρεμότητα που υπήρχε με τη Μονή Ιβήρων (με την οποία - ρυμοτομική εκκρεμότητα - συνδεόταν τόσο η εκ μέρους της Μονής υπέρβαση του συντελεστή δόμησης που αναλογούσε στην ιδιοκτησία της κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων, όσο και η μη πληρωμή από αυτήν της οφειλόμενης εισφοράς σε χρήμα λόγω ρυμοτόμησης) αλλά αντίθετα την ανέδειξε στη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, εκχωρώντας στην ενάγουσα τις αξιώσεις της, ώστε να προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια έναντι της Μονής Ιβήρων. Η μισθώτρια ενάγουσα συμβλήθηκε στην ένδικη σύμβαση, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, μετά από νομικό και τεχνικό έλεγχο του μισθίου ακινήτου που ενήργησε, γνωρίζοντας ειδικώς την ρυμοτομική εκκρεμότητα του, η οποία αναλυτικά περιγράφεται στον όρο 15.3 της σύμβασης, και αναλαμβάνοντας σε πλείστους ως άνω όρους ρητά την ευθύνη για την έκδοση των σχετικών προς τη σκοπούμενη χρήση αδειών του ακινήτου.
Συνεπώς, η εναγομένη δεν της απέκρυψε τη νομική κατάσταση του ακινήτου, ούτε αποδεικνύεται ότι την εξανάγκασε με κάποιο τρόπο στην υπογραφή της ένδικης σύμβασης τους όρους της οποίας (που ανταποκρίνονται τόσο στη φύση όσο και στο σκοπό της εν λόγω σύμβασης ως χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου) η ενάγουσα συμφώνησε ελευθέρως στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, χωρίς εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου να αποδεικνύεται βάσιμος ο ισχυρισμός της ότι οι απαλλακτικές κάθε ευθύνης της εναγομένης ρήτρες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Η ενάγουσα επικαλέστηκε πρώτη φορά την εν λόγω αδυναμία έκδοσης αδειών του ακινήτου ως νομικό ελάττωμα το 2013, 3,5 έτη μετά την υπογραφή της σύμβασης, ενόψει της δηλωμένης πρόθεσης της εναγομένης να προβεί σε καταγγελία της, καθώς η ενάγουσα ήταν ήδη υπερήμερη για μισθώματα δύο ετών περίπου.
Κατ' ακολουθία, ελλείψει αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης, η αγωγή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια παραπάνω ορθώς το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την εκκαλούσα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής και δη της ύπαρξης ή μη ελαττωμάτων στο μίσθιο ακίνητο και της γνώσης ή μη τούτων και της δόλιας απόκρυψής τους, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 330, 332, 361, 576, 577, 579, 583, 54, 932 του ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς την συνδρομή των όρων εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα το Εφετείο, αν και διέλαβε με τις ως άνω παραδοχές του ότι τα επίδικα ελαττώματα του μισθίου ακινήτου ήταν η αδυναμία έκδοσης των απαιτούμενων οικοδομικών αδειών για την ανακατασκευή και ανάπλασή του για τη συμφωνημένη χρήση του, οφειλόμενη α) στο ότι η ιδιοκτήτρια της όμορης κάθετης ιδιοκτησίας και εξ αδιαιρέτου συγκυρία του όλου οικοπέδου, Ιερά Μονή Ιβήρων, είχε υπερβεί το συντελεστή δόμησης και το ποσοστό κάλυψης που της αναλογούσε, έχοντας ανεγείρει στο τμήμα της συγκυριότητάς της επί του οικοπέδου, αυθαίρετο κτίσμα, Ιερό Ναό, εμβαδού 154 τμ, χωρίς οικοδομική άδεια, αντί 56 τ.μ. που αναφερόταν στον τίτλο ιδιοκτησίας της και β) στο ότι η Ιερά Μονή Ιβήρων δεν είχε καταβάλει στον Δήμο την αναλογία της σε εισφορά σε χρήμα, ακολούθως αντιφατικά δέχεται ότι η αδυναμία έκδοσης των ανωτέρω οικοδομικών αδειών για το μίσθιο οφείλεται στη ρυμοτομική εκκρεμότητα που αφορούσε τον επαναπροσδιορισμό των κοινών ορίων του βάσει της πράξης εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου, σύμφωνα με την ειδική πρόβλεψη στον όρο 15.3 της επίδικης σύμβασης, και περαιτέρω δεχόμενο το Εφετείο ότι η ανωτέρω ρυμοτομική εκκρεμότητα του μισθίου ήταν αυτή που γνώριζε η αναιρεσείουσα, στη συνέχεια αυθαίρετα δέχεται ότι κατόπιν αυτής της γνώσης της αναιρεσείουσας η αναιρεσίβλητη δεν της απέκρυψε τα επίδικα ελαττώματα του μισθίου, τα οποία η τελευταία γνώριζε αλλά της τα ανέδειξε στην επίδικη σύμβαση. Επιπρόσθετα, η αντιφατικότητα, ανεπάρκεια και ασάφεια των ανωτέρω αιτιολογιών επιτείνεται εκ του ότι στον όρο 15.3 της σύμβασης, στον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση, στηρίζει, κατά τις παραδοχές της, το απορριπτικό της αγωγής αποδεικτικό της πόρισμα, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ύπαρξη των επίδικων ελαττωμάτων στο μίσθιο (ανέγερση αυθαίρετου κτίσματος, μη καταβολή της εισφοράς σε χρήμα), καθώς και στην οφειλή της προηγούμενης μισθώτριας από την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος, ούτε στη γνώση τούτων από την αναιρεσείουσα. Τέλος, το Εφετείο αν και δέχεται αρχικά ότι το μίσθιο ακίνητο δεν ήταν επιλογή της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης Leasing, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι αυτό ήταν επιλογή της αναιρεσείουσας, και ως τούτου η τελευταία γνώριζε τα ελαττώματά του και δεν της απεκρύβησαν αυτά από την αναιρεσίβλητη, η οποία με όρο της ίδιας σύμβασης απαλλάχτηκε από την ευθύνη της για οποιαδήποτε πραγματικό και νομικό ελάττωμα του μισθίου. Με βάση τα ανωτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο και οδηγήθηκε σε απόρριψη της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, κατέστησε αναιρετέα την αποφασή του, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 19 το άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα οικεία σκέλη τους και το αληθές νοηματικό περιεχόμενό τους, οι οποίοι είναι βάσιμοι.
V. Κατόπιν αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγου της αναίρεσης, ενόψει δε τούτων παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αυτής, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια των λόγων που έγιναν δεκτοί, καλύπτουν το σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και καθιστούν αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθμό 4100/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ