ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 858/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 858/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 858/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 858 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 858/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της ενάγουσας - εκκαλούσας - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ OLYMPIC ΟΤΕΛΣ (OLYMPIC HOTELS) ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην … Ρόδου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Γεωργιάδη, Αναστασία Μαγείρου και Στυλιανό Αλεξανδρή και κατέθεσε προτάσεις.

Της εναγομένης - εφεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα και Γεωργία Γ. και κατέθεσε προτάσεις.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "DOVALUE GREECE", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, πρώην με την επωνυμία "EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", με την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER III ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο της Μάρκο Αχουζαρίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/2007 αγωγή της ήδη ενάγουσας εκκαλούσας - καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5167/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 840/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη εναγομένη - εφεσίβλητη - καθ' ης η κλήση με την από …/2010 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1549/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 840/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5417/2014 μη οριστική και 2946/2019 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε εκ νέου η ήδη εναγομένη - εφεσίβλητη - καθ' ης η κλήση με την από …/2019 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1318/2023 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2946/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και διέταξε την διακράτηση της υπόθεσης προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη εκκαλούσα - καλούσα με την από …/2023 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από …2023 κλήση της εκκαλούσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από …2008 έφεση και οι από 10-1-2009 πρόσθετοι λόγοι αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ, την οποία άσκησαν κατά της με αριθμό 5167/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μετά την έκδοση της με αριθμό 1318/2022 δεύτερης αναιρετικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμό 2946/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΙΙ. Από τα άρθρα 579 § 1, 580, 581, 524, 570 ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν κατά τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, προκύπτουν (και) τα ακόλουθα: Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από υπέρβαση δικαιοδοσίας και αναρμοδιότητα, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμοί 1, 2, 3, 6 έως 17, 19, 20 του ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου δικαστηρίου, ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης. Η ρύθμιση που θεσπίστηκε για λόγους ταχύτερης περάτωσης των υποθέσεων καθιστά το τμήμα της παραπομπής δικαστήριο ουσίας, το οποίο λειτουργεί πλέον ως εφετείο (ΑΠ 558/2025, ΑΠ 1055/2024, ΑΠ 364/2019), γεγονός που συνεπάγεται την απεμπόληση των αναιρετικών του καθηκόντων. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται, με κλήση, στο ίδιο τμήμα και συζητείται μέσα στα όρια, που διαγράφονται, με την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν νόμιμες έγγραφες προτάσεις (άρθρο 524 § 1 εδάφιο β' του ΚΠολΔ). Η κατάθεση νομίμων εγγράφων προτάσεων είναι υποχρεωτική (ΑΠ 558/2025, ΑΠ 478/2025, ΑΠ 231/2025, ΑΠ 573/2025, ΑΠ 1014/2021), ενώ η αναιρετική απόφαση δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί. Έτσι, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν έχει τη δυνατότητα νέας παραπομπής της υπόθεσης στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 558/2025, ΑΠ 1507/2018), στη νέα δε κατ' ουσία συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο που θα ορισθεί, οι διάδικοι, γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, διαμορφώνουν, ανάλογα, τους ισχυρισμούς και τις έγγραφες προτάσεις τους (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 14/2021). Ύστερα από τη δεύτερη αναίρεση, οι διάδικοι επανέρχονται, δικονομικά, στο στάδιο της έφεσης μετά την τυπική παραδοχή της (ΑΠ 558/2025, ΑΠ 998/2024, ΑΠ 367/2024, ΑΠ 1055/2024, ΑΠ 1014/2023, ΑΠ 1794/2022, ΑΠ 1014/2021, ΑΠ 13/2020), δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Έτσι, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 § 3, 581 § 2 και 579 § 1 KΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση, ερευνώντας μόνον τους λόγους έφεσης που είναι σχετικοί με τα κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, καθώς και αυτά που συνάπτονται άρρηκτα με εκείνα που αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται και αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής με την απόφασή του (ΑΠ 684/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 367/2024, ΑΠ 1421/2024, ΑΠ 581/2023).

Περαιτέρω, με βάση τις ίδιες ως άνω διατάξεις, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, δεν παράγει δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους, ή, ακόμη, όταν ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος της όλης απόφασης, κατά το διατακτικό της αναιρετικής, σε συνδυασμό όμως και με το αιτιολογικό της (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 683/2025, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 686/2022, ΑΠ 1312/2022). Αντίθετα, αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνον ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια (εκτός από εκείνα που συνάπτονται άρρηκτα με τα αναιρεθέντα), ως προς τα οποία (τα άλλα κεφάλαια) διατηρείται το δεδικασμένο της απόφασης, το οποίο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (ΑΠ 125/2021, ΑΠ 524/2010, ΑΠ 721/2009). Επίσης, από τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 579 § 1, 580 § 3 και 581 § 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 580 § 4 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεσμεύεται μόνον ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Η δέσμευση δηλαδή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα, που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή την απόρριψη των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 683/2025). Ερευνώντας, όμως, τις αποδείξεις, μπορεί, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, να τις εκτιμήσει και διαφορετικά από ό,τι η αναιρεθείσα απόφαση και δεν δεσμεύεται ούτε ως προς το σημείο αυτό από την αναιρεθείσα, αφού η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με τον σχετικό λόγο της αναίρεσης που έκανε δεκτό, ενώ, αντιθέτως, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η κρίση περί της οποίας, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Έτσι, τα κεφάλαια της απόφασης που δεν αναιρέθηκαν δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται, αφού ως προς αυτά η απόφαση έχει καταστεί πλέον αμετάκλητη (ΑΠ 683/2025, ΑΠ 23/2022, ΑΠ 27/2022, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1150/2017). Τέλος, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι, όπως προαναφέρθηκε, επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 524 § 1 του ΚΠολΔ και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 683/2025, ΑΠ 45/2022, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 1708/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η καλούσα - εκκαλούσα (ενάγουσα) με την από …2007 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία απηύθυνε κατά της καθ' ης η κλήση - εφεσίβλητης (εναγομένης), ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οποιαδήποτε απαίτηση της εφεσίβλητης εναντίον της από τις δανειακές συμβάσεις που είχε συνάψει με την ως άνω Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, κατά τα έτη 1973 - 1978, έχει αποσβεσθεί ολοσχερώς κυρίως μεν λόγω παραγραφής, επικουρικά δε ότι οι απαιτήσεις της από τις συμβάσεις αυτές υπάγονται στις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 39 § 1 του Ν. 3259/2004, επανακαθοριζόμενες δε με βάση τις διατάξεις αυτές, έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς, άλλως μερικώς, απομένοντος υπολοίπου οφειλής από μία εκ των τεσσάρων συμβάσεων, ποσού 189.654,04 ευρώ. Με την 5167/2008 απόφασή του το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν δεχόμενο ότι οι ένδικες οφειλές της ενάγουσας δεν μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση του άρθρου 39 § 1 του Ν. 3259/2004, διότι το χορηγηθέν συνολικό ποσό των αρχικών δανείων ανέρχεται σε 694.233,30 ευρώ, ποσό που υπερβαίνει το τασσόμενο με την παράγραφο 4 του άρθρου αυτού ανώτατο όριο των 400.000 ευρώ, που αποτελεί αρνητική προϋπόθεση εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, περί επανακαθορισμού της οφειλής μέχρι του τριπλάσιου του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων. Κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από …2008 έφεση και τους από 10-1-2009 πρόσθετους λόγους αυτής, ζητώντας, για τους λόγους που διαλαμβάνονται ειδικότερα στο εφετήριο και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή της. Επί της έφεσης αυτής και των πρόσθετων λόγων εκδόθηκε η 840/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 ορίζει διαζευκτικά ως προϋποθέσεις για την υπαγωγή της συνολικής οφειλής στην ευνοϊκή ρύθμιση της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και τον επανακαθορισμό της μέχρι του τριπλασίου του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, είτε το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου να μην υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ, είτε η συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, δεχόμενο δε ότι το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου που έλαβε η ενάγουσα δεν υπερέβαινε το ποσόν των 400.000 ευρώ, έκρινε ότι συντρέχει η μία από τις δύο διαζευκτικά τιθέμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή της οφειλής της ενάγουσας στη ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 39 και ότι εντεύθεν παρέλκει η έρευνα της άλλης αρνητικής προϋπόθεσης, αν δηλαδή η συνολική οφειλή υπερέβαινε το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, ακολούθως δε, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, προσδιόρισε στη συνέχεια το τριπλάσιο της οφειλής της ενάγουσας από τα τέσσερα δάνεια, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, στο ποσόν των 719.131.095 δρχ. και δεχόμενο ότι η ενάγουσα είχε καταβάλει μέχρι τότε στην αναιρεσείουσα τμηματικά το ποσόν των 766.989.231 δρχ. και επομένως ότι είχε εξοφλήσει την οφειλή της, δέχθηκε την αγωγή κατά την πρώτη επικουρική της βάση και αναγνώρισε ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας από τα παραπάνω δάνεια, μετά τον επανακαθορισμό της στις 4-8-2004, σύμφωνα με το άρθρο 39 Ν. 3259/2004, έχει εξοφληθεί ολοσχερώς. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από …2010 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε επ' αυτής η με αριθμό 1549/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ και αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον κρίθηκε ότι το Εφετείο με την κρίση του: "ότι δηλαδή αρκεί για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 (για τον περιορισμό της συνολικής οφειλής) η μη συνδρομή έστω και μιας από τις δύο περιπτώσεις της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, που αποκλείουν την εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, η τελευταία από τις οποίες αποκλείει την εφαρμογή της παρ. 1, αν συντρέχει έστω και μια από τις διαζευκτικά τιθέμενες αρνητικές προϋποθέσεις, δηλαδή αν το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ ή η απαίτηση, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1999, υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, την έρευνα δε περί μη συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση της τελευταίας αρνητικής για την εφαρμογή της παρ. 1 προϋποθέσεως εσφαλμένα έκρινε περιττή ...", έσφαλε και ακολούθως παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών). Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 5417/2014 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 2443/2015 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), αναβλήθηκε η συζήτηση και διατάχθηκε η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης και στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2946/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δεχόμενο ότι για να είναι δυνατή η υπαγωγή των οφειλών της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 §§ 1 και 4 του Ν. 3259/2004, απαιτείται η μη συνδρομή οποιασδήποτε από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 4 αρνητικές προϋποθέσεις, ήτοι α) το ληφθέν κεφάλαιο κάθε δανείου να μην υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ και β) το συνολικό ύψος της οφειλής, όπως έχει διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε ότι το συνολικό ύψος της οφειλής, όπως έχει διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ανερχόταν στο ποσό των 262.381,60 ευρώ, ήτοι δεν υπερέβαινε το ποσό των 2.201.000 ευρώ, και ακολούθως, αφού προσδιόρισε το τριπλάσιο της οφειλής της ενάγουσας από τα τέσσερα δάνεια και την εισφορά του Ν. 257/1976, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, στο ποσό των 703.479,40 ευρώ, δέχθηκε ότι η ενάγουσα είχε καταβάλει μέχρι τότε στην εναγομένη τμηματικά το ποσόν των 766.989.231 δρχ. (ή 2.250.885,50 ευρώ) και συνεπώς ότι είχε εξοφλήσει την οφειλή της. Στη συνέχεια, με βάση τα ανωτέρω, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας από τα παραπάνω δάνεια, μετά τον επανακαθορισμό της στις 4-8-2004, σύμφωνα με το άρθρο 39 Ν. 3259/2004, έχει εξοφληθεί ολοσχερώς. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η αναιρεσείουσα - εναγομένη με την από 17-10-2019 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε επ' αυτής η με αριθμό 1318/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω του ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον κρίθηκε ότι έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι, δηλαδή, ο κατά το άρθρο 39 § 4 Ν. 3259/2004 προσδιορισμός των απαιτήσεων για τον καθορισμό του ύψους της οφειλής κατά την 31-12-1999, προκειμένου να κριθεί εάν αυτή υπερβαίνει ή όχι τα 2.201.000 ευρώ, και εντεύθεν αν υπάγεται στις ρυθμίσεις της παρ. 1 και του εδαφίου α' της παρ. 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις ή πιστώσεις, γίνεται, με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα), παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, η τελευταία από τις οποίες αποκλείει την εφαρμογή της παρ. 1 (για τον περιορισμό της συνολικής οφειλής), αν συντρέχει έστω και μια από τις διαζευκτικά τιθέμενες αρνητικές προϋποθέσεις, δηλαδή αν η απαίτηση, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1999, με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα, υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ. Ειδικότερα, η ως άνω αναιρετική απόφαση (1318/2022) δέχθηκε ότι αναφορικά με την πρώτη αρνητική προϋπόθεση της παρ. 4 του άρθρου 1 του Ν. 3259/2004, με την οποία αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, η εξεύρεση και ο προσδιορισμός των απαιτήσεων για τον καθορισμό του ύψους της οφειλής, γίνεται, κατά τα αναγραφόμενα ρητά στην ως άνω διάταξη, ήτοι με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα και όχι μόνο με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα), όπως έκρινε με λανθασμένη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου (2946/2019) και η συμπροσβαλλόμενη μη οριστική απόφαση του Εφετείου, η οποία και είχε διατάξει την λογιστική πραγματογνωμοσύνη με το ανωτέρω λανθασμένο περιεχόμενο (5417/2014) και συνεπώς τα λοιπά έξοδα έπρεπε να συνυπολογιστούν για τον, κατά το άρθρο 39 § 4 του Ν. 3259/2004, προσδιορισμό του ύψους της οφειλής κατά την 31-12-1999, προκειμένου να κριθεί η εφαρμογή ή μη της παρ. 1 και του εδαφίου α' της παρ. 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις ή πιστώσεις, ενώ τέτοια αφαίρεση εξόδων, επιβάλλεται στην τελική οφειλή, η οποία θα προκύψει σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, όχι όμως για τη διαπίστωση της συνδρομής περίπτωσης εξαίρεσης της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία η απαίτηση υπολογίζεται με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και με τα λοιπά έξοδα. Με βάση τα ανωτέρω, η 1318/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου αναίρεσε την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση (με αριθμό 2946/2019) κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο. Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ήδη με την από 11-4-2023 κλήση της καλούσας - εκκαλούσας - ενάγουσας η υπόθεση νόμιμα φέρεται προς συζήτηση στο παρόν τμήμα της παραπομπής ως Δικαστήριο ουσίας, το οποίο λειτουργεί πλέον ως Εφετείο. Η από …2008 έφεση και οι από 10-1-2009 πρόσθετοι λόγοι έφεσης κατά της υπ' αριθ. 5167/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 19, 495 § 1, 496, 498, 499, 511, 513 § 1, 516 § 1, 517, 518, 520 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ). Με την αναίρεση της 2946/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας: α) οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 579 § 1 του ΚΠολΔ) μέσα στα αναιρετικά πλαίσια και μόνον κατά τα αναιρεθέντα κεφάλαια, για τα οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο και β) αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης της ενάγουσας, ανάλογα δε αναβιώνει και η πρωτόδικη απόφαση, της οποίας ζητείται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης η εξαφάνιση και η παραδοχή των ένδικων αξιώσεων.

Συνεπώς, η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης της ενάγουσας πρέπει, αφού γίνουν τυπικά δεκτές, να ερευνηθούν ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους, κατά τα διαγραφόμενα από τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις όρια (άρθρα 579, 580 §§ 3 και 4 και 581 § 2 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και μόνο ως προς τα ως άνω κεφάλαια, σύμφωνα με τις παραδοχές των αναιρετικών αποφάσεων και τις αμετάκλητες ήδη παραδοχές των εφετειακών αποφάσεων, ως προς τις οποίες (παραδοχές) αυτές δεν προσβλήθηκαν με αναίρεση και ως εκ τούτου δεν αναιρέθηκαν και συνεπώς αποτελούν δεδικασμένο που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Ειδικότερα, με τις παραπάνω αναιρετικές αποφάσεις (1549/2013 και 1318/2022) κρίθηκαν αμετάκλητα τα ακόλουθα: α) δυνάμει της υπ' αριθ. 1549/2013 απόφασης του Αρείου Πάγου κρίθηκε αμετάκλητα ότι για να είναι δυνατή η υπαγωγή των οφειλών της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 § 1 του Ν. 3259/2004, απαιτείται η μη συνδρομή οποιασδήποτε από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 4 αρνητικές προϋποθέσεις. Απαιτείται δηλαδή: α) το ληφθέν κεφάλαιο κάθε δανείου να μην υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ και β) το συνολικό ύψος της οφειλής, όπως έχει διαμορφωθεί στις 31-12-1999 με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ και β) δυνάμει της υπ' αριθ. 1318/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου κρίθηκε αμετάκλητα ότι ο προσδιορισμός των απαιτήσεων για τον καθορισμό του ύψους της συνολικής οφειλής της εναγομένης κατά την 31-12-1999, προκειμένου να κριθεί εάν αυτή υπερβαίνει ή όχι τα 2.201.000 ευρώ, και εντεύθεν αν υπάγεται στις ρυθμίσεις της παραγράφου 1 και του εδαφίου α' της παραγράφου 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα από συμβάσεις ή πιστώσεις, γίνεται με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα, ήτοι τα λοιπά έξοδα συνυπολογίζονται για τον κατά το άρθρο 39 § 4 του Ν. 3259/2004 προσδιορισμό του ύψους της οφειλής της ενάγουσας κατά την 31-12-1999. Επίσης, με την υπ' αριθ. 840/2010 (και 2946/2019) απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κρίθηκε αμετάκλητα, καθόσον δεν προσβλήθηκε ως προς το κεφάλαιο αυτό η ανωτέρω απόφαση με αναίρεση, η μη συνδρομή της αναφερόμενης στην παράγραφο 4 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 δεύτερης αρνητικής προϋπόθεσης, ότι δηλαδή το ληφθέν κεφάλαιο κάθε δανείου χωριστά δεν υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, ενώ με την ίδια ως άνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών (840/2010), απορρίφθηκε ο σχετικός λόγος έφεσης περί παραγραφής της απαίτησης της αναιρεσίβλητης από τις επίδικες δανειακές συμβάσεις, δεχόμενη ότι η απαίτησή της υπόκειται σε εικοσαετή (και όχι σε πενταετή) παραγραφή, όπως αβάσιμα ισχυριζόταν η ενάγουσα. Η κρίση του Δικαστηρίου αυτή, ως προς το νομικό ζήτημα της παραγραφής της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, που αποτελούσε και την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, έχει κριθεί κατά τρόπο δεσμευτικό για το παρόν Δικαστήριο, καθόσον με την παραπάνω απόφαση, ως προς το ζήτημα αυτό, παρήχθη δεδικασμένο, το οποίο δεν ανατράπηκε, αφού δεν ασκήθηκε από την έχουσα έννομο συμφέρον αναιρεσείουσα αίτηση αναίρεσης. Επομένως ο πρώτος λόγος έφεσης και ο συναφής πρώτος πρόσθετος λόγος έφεσης αναφορικά με την μη συνδρομή, στην προκειμένη υπόθεση, της (δεύτερης) αρνητικής προϋπόθεσης του άρθρου 39 § 1 του Ν. 3259/2004, ως προς την υπέρβαση εκάστου δανείου του ποσού των 400.000 ευρώ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν.

Περαιτέρω, στο στάδιο αυτό δεν θα εξαφανιστεί ακόμη η πρωτόδικη απόφαση, διότι πρώτα θα ερευνηθούν, σύμφωνα με την αναιρετική απόφαση (1318/2022), οι λοιποί κύριοι και πρόσθετοι λόγοι έφεσης που αφορούν στην συνδρομή ή μη της αναφερόμενης στην παράγραφο 4 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 (πρώτης) αρνητικής προϋπόθεσης, εάν δηλαδή η συνολική οφειλή της ενάγουσας κατά την 31-12-1999 υπερβαίνει ή όχι τα 2.201.000 ευρώ και εντεύθεν εάν υπάγεται στις ρυθμίσεις της παραγράφου 1 και του εδαφίου α' της παραγράφου 2 του άρθρου 39 περί επανακαθορισμού των οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, αφού όμως ο προσδιορισμός των απαιτήσεων γίνει με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα, ήτοι αφού συνυπολογιστούν και τα έξοδα για τον κατά το άρθρο 39 § 4 του Ν. 3259/2004 προσδιορισμό του ύψους της συνολικής οφειλής της ενάγουσας κατά την 31-12-1999, ζήτημα το οποίο μόνον αυτό απομένει προς ουσιαστική διερεύνηση από το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 649/2025, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022). Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 § 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 649/2025, ΑΠ 1461/2023, ΑΠ 486/2022, ΑΠ 467/2021). Με βάση τα ανωτέρω, με την ως άνω έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης πρέπει να συνεκδικασθεί η από 8-8-2025 πρόσθετη παρέμβαση που άσκησε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER III ISSUER DESIGNED ACTIVITY COMPANY", η οποία κατέστη ειδική διάδοχος της αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", κατόπιν μεταβίβασης στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Η ως άνω προσθέτως παρεμβαίνουσα ισχυρίζεται ότι μετά την ευδοκίμηση και της δεύτερης αίτησης αναίρεσης η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER III ISSUER DESIGNED ACTIVITY COMPANY" κατέστη ειδική διάδοχος όλων των απαιτήσεων των οποίων η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί με την ένδικη αγωγή της ότι έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς και συγκεκριμένα ότι μεταβιβάστηκαν σε αυτήν οι ως άνω απαιτήσεις, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της ανωτέρω ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από …2025 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι την 9-5-2025 διαχειριστής των απαιτήσεων που τιτλοποιήθηκαν κατέστη η ίδια και υπό την ιδιότητα της μη δικαιούχου διαδίκου και διαχειρίστριας των προαναφερομένων απαιτήσεων, έχει έννομο συμφέρον να παρέμβει αυτοτελώς προσθέτως υπέρ της αναιρεσίβλητης - εναγομένης, με σκοπό να απορριφθεί τελεσίδικα η ένδικη αγωγή, δεδομένου ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί, το δεδικασμένο αυτής, η εκτελεστότητα και η τυχόν διαπλαστική ενέργεια αυτής καταλαμβάνουν και τον ειδικό διάδοχο μετά την εκκρεμοδικία, δηλαδή την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER III ISSUER DESIGNED ACTIVITY COMPANY". Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητεί να απορριφθεί η από …2008 έφεση και οι από 10-1-2009 πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η από 10-4-2007 ένδικη αγωγή. Η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η οποία κοινοποιήθηκε, κατ' άρθρο 81 § 1 του ΚΠολΔ, τόσο στην εκκαλούσα, όσον και στην εφεσίβλητη, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. …2025 και …2025 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο … Ε. Α., παραδεκτά ασκήθηκε (άρθρα 80 και 83 του ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικαστεί με την υπό κρίση έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1041/2025).

ΙΙΙ.Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών (ΑΠ 734/2020, ΑΠ 114/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της § 1 εδάφιο α' του άρθρου 529 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16 § 5 του Ν. 2915/2001 και ήδη ισχύει από την 1-1-2002, εφόσον δεν τροποποιήθηκε με τον Ν. 4335/2015, στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της § 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 158/2025). Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π. , είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 1518/2025, ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020).

Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 § 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 1689/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 484/2019), ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο και έλαβε αυτά υπόψη του (ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 988/2021, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 825/2014). Τα αποδεικτικά αυτά μέσα είναι παραδεκτά στην κατ' έφεση δίκη, αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους, γίνει με τις ενώπιον του εφετείου υποβληθείσες προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 3/2025, ΑΠ 1189/2025, ΑΠ 1518/2025, ΑΠ 1718/2022, ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 1183/2020).

Β. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με επιμέλεια των διαδίκων και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη (5167/2008) απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την από …2016 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, που έχουν συντάξει οι ορισθέντες από το παρόν Δικαστήριο πραγματογνώμονες Γ. Α. και Σ. Κ., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του και στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά που προσκομίστηκαν το πρώτον στην παρούσα κατ' έφεση δίκη, που παραδεκτά λαμβάνονται υπ' όψιν κατά το στάδιο της έκκλητης δίκης, κατ' άρθρο 529 § 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, μερικά των οποίων θα αναφερθούν κατωτέρω, χωρίς, όμως, να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται, για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς και λαμβάνονται υπ' όψιν είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι, κατ' άρθρο 390 του ΚΠολΔ, γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης, που προσκομίζει το πρώτον η εκκαλούσα εταιρεία, ήτοι η από …2025 οικονομοτεχνική λογιστική έκθεση του οικονομολόγου Γ. Α., η από …2025 έκθεση του πρώην ορκωτού ελεγκτή Κ. Λ. και η από …2025 έκθεση - σχόλια επισημάνσεις επί των φύλλων υπολογισμού της εφεσίβλητης του ιδίου ως άνω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ-ΝΑΥΤΙΑΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (OLYMPIC HOTEL) Α.Ε." με έδρα τη Ρόδο, στα πλαίσια χρηματοδοτήσεων προς ξενοδοχειακές επιχειρήσεις για πάγιες εγκαταστάσεις, κατήρτισε με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", η οποία, ακολούθως, συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με αποτέλεσμα η δεύτερη αυτή τράπεζα να υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης, τέσσερις (4) αυτοτελείς δανειακές συμβάσεις, δυνάμει αντιστοίχων δανειστικών συμβολαίων και συγκεκριμένα: α) το υπ' αριθ. …/1973 δανειστικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών I. Κούγκουλου, ποσού 104.150.000 δραχμών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. …/1973 πράξη του περί λήψης του δανείου, το οποίο ήταν εξοφλητέο με επιτόκιο 10% ετησίως, σε 30 ισόποσες 6μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις …1976, β) το υπ' αριθ. …/1973 δανειστικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών I. Κούγκουλου, ποσού 41.660.000 δραχμών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. …/1974 πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών I. Καβαλέκα περί λήψης του δανείου, το οποίο ήταν εξοφλητέο με επιτόκιο 10% ετησίως, σε 30 ισόποσες 6μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις …1976, γ) το υπ' αριθ. …/1976 δανειστικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών I. Καβαλέκα, ποσού 57.250.000 δραχμών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. …/1977 πράξη του περί λήψης του δανείου, το οποίο ήταν εξοφλητέο με επιτόκιο 9%, σε 26 ισόποσες 6μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις …1978 και δ) το υπ' αριθ. …/1978 δανειστικό συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών I. Καβαλέκα. ποσού 33.500.000 δραχμών, σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. …/1978 πράξη του περί λήψης του δανείου, το οποίο ήταν εξοφλητέο με επιτόκιο 10% σε 27 ισόποσες 6μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, της πρώτης δόσης καταβλητέας στις 1-4-1980.

Περαιτέρω, δε, επιβλήθηκε σύμφωνα με το Ν. 257/1976, έκτακτη εισφορά, ποσού 2.410.317 δραχμών και 740.048 δραχμών, δηλαδή, συνολικού ποσού 3.150.365 δραχμών, που βεβαιώθηκε υπέρ του δημοσίου και καταβλήθηκε από τη δικαιοπάροχο της εναγομένης Τράπεζας, ήταν, δε, εξοφλητέο το ποσό αυτό από την ενάγουσα σε πέντε ισόποσες ετήσιες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με επιτόκιο 11%, σύμφωνα με σχετικές αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής. Μετά από διάφορες ενδιάμεσες χωριστές, κατά δάνειο, κεφαλαιοποιήσεις ληξιπροθέσμων οφειλών από τα εν λόγω δάνεια, το σύνολο των ληξιπροθέσμων και μη οφειλών, ανήλθε στις, 31-12-1977, στο ποσό των 262.710.928 δραχμών, το οποίο στη συνέχεια, κεφαλαιοποιήθηκε από την 1-1-1978 και ενοποιήθηκε σε μια ενιαία οφειλή, με την υπ' αριθ. …1979 πράξη κεφαλαιοποίησης του Συμβολαιογράφου Αθηνών I. Καβαλέκα, συμφωνήθηκε δε να εξοφληθεί με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στην πράξη αυτή, εντόκως από …1978, πλην του ποσού των 33.500.000 δραχμών, το οποίο συμφωνήθηκε να είναι έντοκο από …1978. Μεταξύ των όρων, που είχαν συμφωνηθεί, με τα, ως άνω, δανειστικά συμβόλαια περιλαμβανόταν, στο άρθρο 4, και όρος, σύμφωνα με τον οποίο, σε περίπτωση καθυστέρησης τοκοχρεολυτικής δόσης ή μέρους αυτής, θα χωρεί αυτοδικαίως επί των ποσών αυτών (πλην του κονδυλίου των τόκων και των προμηθειών, που περιέχονται στη δόση) το ανώτατο όριο του εκάστοτε ισχύοντος τόκου, συμβατικού ή υπερημερίας, κατ' απόλυτη επιλογή της δανείστριας, από την ημέρα της καθυστέρησης, χωρίς όχληση ή επιταγή προς πληρωμή. Ο όρος αυτός, όμως, τροποποιήθηκε με τον όρο, που προβλέφθηκε στο άρθρο 6 της επακολουθήσασας πράξης κεφαλαιοποίησης και ορίζει ότι σε περίπτωση καθυστέρησης οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής εκ των αναφερομένων στο άρθρο 1 (τόκοι και κεφάλαιο) και 2 (ημερομηνίες καταβολής) της σύμβασης συμφωνείται ότι θα χωρεί αυτοδικαίως επί των ποσών αυτών υπέρ της δανείστριας το ανώτατο όριο του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης, χωρίς όχληση ή επιταγή προς πληρωμή. Συμφωνήθηκε, επίσης, με τον όρο 4 της πράξης κεφαλαιοποίησης, ότι η δανείστρια δικαιούται να αυξάνει το επιτόκιο του δανείου (το οποίο σύμφωνα με τον όρο αυτής ορίσθηκε σε 8% ετησίως περιλαμβανομένης και προμήθειας 0,5% από 1-1-1978, πλην του ποσού των 33.500.000 δραχμών, που θα ήταν έντοκο από 18-12-1978 και σε 11% ετησίως από 1-9-1979) μέχρι του ανώτατου εκάστοτε θεμιτού ορίου, εφόσον με αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής ήθελαν αυξηθεί, γενικώς, τα επιτόκια χορήγησης παρόμοιων δανείων ή ήθελε επιτραπεί τούτο ειδικώς στη δανείστρια. Ρητά συμφωνήθηκε, εξάλλου, με το άρθρο 3 της πράξης κεφαλαιοποίησης ότι ο ενιαίος λογαριασμός εξυπηρέτησης όλων των προαναφερομένων οφειλών του οφειλέτη, δηλαδή της ενάγουσας, θα έχει τη μορφή "ανοικτού λογαριασμού" εκτοκιζόμενος κάθε ημερολογιακό εξάμηνο και πιστούμενος με τις καταβαλλόμενες δόσεις, καθώς και ότι το "μετ' αφαίρεσιν του ποσού εκάστης δόσεως εναπομένον εκάστοτε χρεωστικόν υπόλοιπον" θα αποτελεί "νέον κεφάλαιον εκτοκιζόμενον κατά την ημερομηνία καταβολής της επομένης δόσεως". Από τους προεκτεθέντες όρους της σύμβασης κεφαλαιοποίησης προκύπτει σαφώς ότι οι συμβληθέντες σ' αυτήν συμφώνησαν ρητά τον ανατοκισμό των καθυστερουμένων τόκων από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησής τους ανά εξάμηνο, με το ανώτατο ποσοστό του εκάστοτε ισχύοντος τόκου υπερημερίας. Η συμφωνία αυτή είναι νόμιμη, καθόλα ισχυρή και έγκυρη, ανεξαρτήτως δε αυτής, η εναγόμενη θα δικαιούνταν να προβαίνει σε ανατοκισμό ανά εξάμηνο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 Ν. 2601/1998. που ορίζει ότι, επί προϋφισταμένων του νόμου αυτού συμβάσεων δανείων (όπως οι επίδικες) και αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία γίνεται αυτοδικαίως ανατοκισμός των καθυστερουμένων τόκων ανά εξάμηνο, κατ' ελάχιστο όριο, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών λόγων έφεσης περί επιβολής υπέρογκων επιτοκίων από την εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία και παρανόμου ανατοκισμού, καθόσον τα παραπάνω ζητήματα κρίθηκαν αμετάκλητα με την υπ' αριθ. 840/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (βλ. 15ο φύλλο της 840/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών), αλλά και με την υπ' αριθ. 2946/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεδομένου ότι δεν ασκήθηκε επικουρική αναίρεση ή αναίρεση υπό αίρεση από την νυν εκκαλούσα για τα παραπάνω ζητήματα του ανατοκισμού και των επιβληθέντων επιτοκίων, όπως αυτή είχε δικαίωμα, σύμφωνα με τα άρθρα 68, 556 § 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 639/2025, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1239/2020, ΑΠ 533/2017, ΑΠ 1764/2013). Τα ίδια ως άνω λεχθέντα ισχύουν και για τους λόγους έφεσης που αφορούν, κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, την μη νόμιμη επιβολή επί των επιτοκίων της εισφοράς του Ν. 128/1975 και του Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών, (ΕΦΤΕ), τα οποία ζητήματα αν και σιγή απερρίφθησαν από τις προαναφερόμενες αποφάσεις, δεν αναιρεσιβλήθηκαν (με επικουρική αναίρεση ή αναίρεση υπό αίρεση) από την ενάγουσα - εκκαλούσα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα δεν κατέβαλε, κατά τις συμφωνημένες ημερομηνίες, τις οφειλόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις, γι' αυτό η εναγόμενη προέβη, κατά τα οριζόμενα στη σύμβαση κεφαλαιοποίησης, σε ανατοκισμό των οφειλομένων τόκων από την πρώτη ημέρα καθυστέρησης καταβολής αυτών. Προς είσπραξη, δε, της απαίτησής της προέβη: α) στην επίδοση της από …1981 επιταγής προς πληρωμή, στις …1981 (βλ. υπ' αριθ. …1981 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Κ. Μ.), δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. της 17ης Ιουλίου 1923, για ποσό 17.738.000 δραχμών, δηλαδή, για ληξιπρόθεσμες τοκοχρεολυτικές δόσεις στις 30-6-1980 και 31-12-1980, εντόκως, με τον τραπεζικό τόκο υπερημερίας (25,5% ετησίως), καθώς και του επί των τόκων αυτών αντιστοιχούντος φόρου επί του κύκλου εργασιών και τα έξοδα εκτέλεσης, β) στην επίδοση της από …1983 επιταγής προς πληρωμή στις …1983 (βλ. υπ' αριθ. …1983 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Α. Χ.), δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. της 17ης Ιουλίου 1923, για ποσό 393.295.126 δραχμών, για υπόλοιπο κεφάλαιο και για ληξιπρόθεσμες τοκοχρεολυτικές δόσεις της 30-6-1981, 30-12-1981, 30-6-1982 και 30-12-1982, εντόκως, με τον τραπεζικό τόκο υπερημερίας (25,5% ετησίως), καθώς και του επί των τόκων αυτών αντιστοιχούντος φόρου επί του κύκλου εργασιών και τα έξοδα εκτέλεσης. Με την ανωτέρω, δε, από …1983 επιταγή, η εναγόμενη κήρυξε, παράλληλα, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το μη ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο της, κατά τα ανωτέρω, ενοποιημένης οφειλής της ενάγουσας, ασκώντας το σχετικό δικαίωμα, που προβλεπόταν στην πράξη ενοποίησης των οφειλών της τελευταίας, γ) στην επίδοση της από …1991 επιταγής προς πληρωμή, δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. της 17ης Ιουλίου 1923, για ποσό 667.540.177 δραχμών, για ληξιπρόθεσμες τοκοχρεολυτικές δόσεις από της …1985 μέχρι την …1991 εντόκως με τον τραπεζικό τόκο υπερημερίας (32% ετησίως), καθώς και του επί των τόκων αυτών αντιστοιχούντος φόρου επί του κύκλου εργασιών, ΕΦΤΕ, τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού εκ των καθυστερούμενων χρεολυσίων, εξόδων, του ΦΚΕ, του χαρτοσήμου, καθώς και εξόδων πυρασφάλειας και εκτέλεσης, δ) στην επίδοση της από …1994 επιταγής προς πληρωμή, την …1994, δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. της 17ης Ιουλίου 1923, για ποσό 1.466.810.776 δραχμών, για ληξιπρόθεσμες τοκοχρεολυτικές δόσεις από …1985 μέχρι …1994 εντόκως με τον τραπεζικό τόκο υπερημερίας (30,5% ετησίως), καθώς και του επί των τόκων αυτών αντιστοιχούντος φόρου επί του κύκλου εργασιών, ΕΦΤΕ, τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού εκ των καθυστερούμενων χρεολυσίων, εξόδων, του ΦΚΕ, του χαρτοσήμου, καθώς και εξόδων πυρασφάλειας και εκτέλεσης, ε) στην επίδοση της από …1999 επιταγής προς πληρωμή, την …1999, δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. της 17ης Ιουλίου 1923, για ποσό 4.557.075.268 δραχμών, για ληξιπρόθεσμες τοκοχρεολυτικές δόσεις από …1985 μέχρι …1999 εντόκως με τον τραπεζικό τόκο υπερημερίας (30,5% ετησίως), καθώς και του επί των τόκων αυτών αντιστοιχούντος φόρου επί του κύκλου εργασιών, ΕΦΤΕ, τόκων υπερημερίας και ανατοκισμού εκ των καθυστερούμενων χρεολυσίων, εξόδων, του ΦΚΕ, του χαρτοσήμου, καθώς και εξόδων πυρασφάλειας και εκτέλεσης και στ) στην επίδοση της από 20-11-2006 επιταγής προς πληρωμή, την 30-11-2006, δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. της 17ης Ιουλίου 1923, για ποσό 26.012.518,93 ευρώ, για ληξιπρόθεσμες τοκοχρεολυτικές δόσεις από …1985 μέχρι …1999 εντόκως με τον τραπεζικό τόκο υπερημερίας (8,62% ετησίως από …2005 μέχρι την …2006, 8,87% από …2006 μέχρι …2006, 7,12% από …2006 έως …2006 και 9,37% από …2006), πλέον τόκων και εξόδων από 1-11-2005 με εξάμηνο ανατοκισμό των καθυστερούμενων τόκων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η εκκαλούσα - ενάγουσα, μετά τη δημοσίευση του Ν. 3259/2004, που προέβλεπε, υπό τις αναφερόμενες σ' αυτόν προϋποθέσεις, τον επανακαθορισμό του ύψους των απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, προερχομένων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, κατόπιν υποβολής μέχρι τις …2004 σχετικής αίτησης, υπέβαλε εμπροθέσμως και συγκεκριμένα, στις …2004 αίτηση προς την εναγόμενη, με την οποία, επικαλούμενη τις διατάξεις του άρθρου 39 του εν λόγω νόμου, της ζήτησε να υπαγάγει τις επίδικες δανειακές συμβάσεις στη ρύθμιση του νόμου αυτού. Σε απάντηση της, ως άνω, αίτησης, η εναγόμενη της απέστειλε την από …2005 γνωστοποίηση-πρόσκληση, με την οποία αναφέροντας χωριστά τα αρχικώς ληφθέντα από αυτήν δάνεια, από τα οποία προέρχεται η οφειλή της και συγκεκριμένα: α) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 104.150.000 δραχμών, ήδη, 305.649 ευρώ, με αριθμό συμβολαίου …/1973, β) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 57.250.000 ήδη, 168.012 ευρώ, με αριθμό συμβολαίου …/1976, γ) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 33.500.000 δραχμών, ήδη, 98.313, με αριθμό συμβολαίου …/1978, δ) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 41.660.000 δραχμών, ήδη, 122.260 ευρώ, με αριθμό συμβολαίου …/1973 και ε) δάνειο αρχικού κεφαλαίου 3.150.365 δραχμών, ήδη 9.245,39 ευρώ, για την εισφορά του Ν. 257/1976, της απάντησε ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της, κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 4 Ν. 3259/2004 δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου και, ως εκ τούτου, δεν αναμορφώνεται, επειδή το σύνολο των αρχικών ληφθέντων δανείων υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, αλλά και επειδή η συνολική οφειλή της, επανυπολογισθείσα από το χρόνο χορήγησης των δανείων, χωρίς ανατοκισμό των τόκων, ανερχόταν στις 31-12-1999 σε υπόλοιπο, που υπερβαίνει το όριο των 2.201.000 ευρώ. Ακολούθως, η ενάγουσα, μετά τη δημοσίευση του Ν. 3723/2008, με την από …2008 νέα αίτησή της ζήτησε εκ νέου τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής της, πλην, όμως, η εναγομένη, με την από 14-10-2009 εξώδικη γνωστοποίηση-πρόσκληση, της απάντησε ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της από τα ανωτέρω δάνεια (τα οποία ανέφερε χωριστά, όπως και στην προηγούμενη εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκληση) δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 Ν. 3259/2004 και, ως εκ τούτου, δεν αναμορφώνεται, διότι η συνολική οφειλή της ανερχόταν, στις 31-12-1999, σε υπόλοιπο, που υπερβαίνει το όριο των 2.201.000 ευρώ, που θέτει ο, ως άνω, νόμος και το οποίο (όριο) διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3723/2008 και, με την αιτιολογία αυτή, δεν αναμόρφωσε και πάλι την οφειλή της. Σύμφωνα με τις, δεσμευτικές για το παρόν δικαστήριο, παραδοχές των, ως άνω, αναιρετικών αποφάσεων, για να είναι δυνατή η υπαγωγή των οφειλών της ενάγουσας στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 §§ 1 και 4 Ν. 3259/2004, που προαναφέρθηκαν, απαιτείται η μη συνδρομή οποιασδήποτε από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 4 αρνητικές προϋποθέσεις. Απαιτείται, δηλαδή: α) το ληφθέν κεφάλαιο κάθε δανείου να μην υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ και β) το συνολικό ύψος της οφειλής, όπως έχει διαμορφωθεί στις 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα να μην υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ. Από τις προσκομιζόμενες δανειακές συμβάσεις, αλλά και από την, ως άνω, από 19-1-2005 γνωστοποίηση - πρόσκληση, που απηύθυνε η εναγομένη προς την ενάγουσα, προκύπτει ότι, το ληφθέν κεφάλαιο κάθε δανείου χωριστά δεν υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ, αφού, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα έλαβε: α) με το πρώτο δάνειο το ποσό των 104.150.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 305.649 ευρώ, β) με το δεύτερο δάνειο το ποσό των 41.660.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 122.260 ευρώ, γ) με το τρίτο δάνειο το ποσό των 57.250.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 168.012 ευρώ, δ) με το τέταρτο δάνειο το ποσό των 33.500.000 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 98.312 ευρώ, ενώ η έκτακτη εισφορά του Ν. 257/1976 ανερχόταν, όπως προεκτέθηκε, στο ποσό των 3.150.365 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 9.245,40 ευρώ.

Συνεπώς, όπως προαναφέρθηκε, απομένει να ερευνηθεί, κατά την ΑΠ 1318/2022, και αν συντρέχει η πρώτη αρνητική προϋπόθεση που τάσσει η διάταξη του άρθρου 39 § 4 του ΚΠολΔ, ήτοι αν η απαίτηση της εναγομένης, όπως είχε διαμορφωθεί την 31-12-1999, υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 2.201.000 ευρώ, γεγονός που δεν ερεύνησε η υπ' αριθ. 5167/2008 απόφαση, αφού σημειωθεί ότι ο προσδιορισμός της οφειλής πρέπει να γίνει όπως ορίζει η ΑΠ 1318/2022, ήτοι με βάση το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και τα λοιπά έξοδα, ήτοι αφού τα λοιπά έξοδα συνυπολογιστούν για τον προσδιορισμό της οφειλής. Η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το συνολικό ύψος της οφειλής της, όπως έχει διαμορφωθεί στις 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα δεν υπερβαίνει το ποσό των 2.201.000 ευρώ. Για την απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της προσκομίζει παραδεκτά, όπως προαναφέρθηκε, εκτός των άλλων εγγράφων, και τις ακόλουθες ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα, κατ' άρθρο 390 του ΚΠολΔ: 1) Την από …2025 οικονομοτεχνική λογιστική έκθεση του Γ. Α. Α. , ο οποίος αποφαίνεται ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα ανέρχεται στο ποσόν 1.758.736,75 ευρώ, 2) Την από …2025 έκθεση του Ορκωτού Ελεγκτή Κ. Λ. , ο οποίος αποφαίνεται ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και λοιπά έξοδα ανέρχεται στο ποσόν 1.711.635,47 ευρώ και 3) Την από …2025 έκθεση - σχόλια επισημάνσεις επί των φύλλων υπολογισμού της ΕΤΕ για τον προσδιορισμό της οφειλής της ενάγουσας του Ορκωτού Ελεγκτή Κ. Λ. , ο οποίος αποφαίνεται ότι τα φύλλα υπολογισμού που παρουσιάζει η ΕΤΕ για τον προσδιορισμό του χρέους της δεν παρέχουν με σαφήνεια τα ποσά που λαμβάνονται υπόψη, ούτε εφαρμόζονται τα συμβατικά επιτόκια και το αποτέλεσμα υπολογισμών και συνεπώς δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα αν η μεθοδολογία που ακολούθησε η εφεσίβλητη ΕΤΕ είναι σύμφωνη με το άρθρο 39 § 4 του Ν. 3259/2004. Επίσης, η εκκαλούσα - ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει: 1) την από …2016 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Γ. Α. και Σ. Κ., οι οποίοι είχαν διοριστεί πραγματογνώμονες με την υπ' αριθ. 5417/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 2443/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η συνολική οφειλή της ενάγουσας από τις προαναφερόμενες δανειακές συμβάσεις και την έκτακτη εισφορά του Ν. 257/1976 διαμορφώθηκε, στις 31-12-1999, με το κεφάλαιο και τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα) στο ποσό των 262.381,60 ευρώ. Η ως άνω όμως έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθόσον δεν έχουν υπολογιστεί για τη συνολική οφειλή της εκκαλούσας στις 31-12-1999 τα έξοδα, κατ' επιταγήν της ΑΠ 1318/2022, τούτο δε διότι το ερώτημα που είχε τεθεί στους προαναφερόμενους δικαστικούς πραγματογνώμονες με την υπ' αριθμ. 5417/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών δεν περιελάμβανε για τον υπολογισμό και τα έξοδα, 2) Την από …2003 τεχνική έκθεση του συμβούλου επιχειρήσεων Κ. Μ. , αναφορικά με τα επιβληθέντα από την εφεσίβλητη επιτόκια, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η εκκαλούσα έχει εξοφλήσει πλήρως την εφεσίβλητη τράπεζα, λαμβανομένου υπόψη ότι οι σχετικοί λόγοι έφεσης αυτοί έχουν απορριφθεί αμετάκλητα με τις υπ' αριθ. 840/2010 και 2946/2019 αποφάσεις του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, 3) Την από Ιανουαρίου 2013 Μελέτη επανακαθορισμού των οφειλών της ενάγουσας στο πλαίσιο του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004 του τεχνικού συμβούλου της ενάγουσας, Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, Κ. Λ. , σύμφωνα με την οποία η συνολική οφειλή της ενάγουσας την 31-12-1999 ανερχόταν σε 41.989,59 ευρώ, χωρίς όμως να υπολογισθούν τα λοιπά έξοδα και 4) Την από …2017 έκθεση σχολίων επί της από …2016 δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ίδιου ως άνω Ορκωτού Ελεγκτή. Η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρεία ισχυρίζεται, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, στις οποίες ενσωματώνει αντίγραφα των συγκεντρωτικών πινάκων και φύλλων υπολογισμού οφειλής, καταβολών και εξόδων που τηρεί στα αρχεία της για τις επίδικες δανειακές συμβάσεις, ότι η συνολική οφειλή της εκκαλούσας στις 31-12-1999 από όλα τα δάνεια, με τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και έξοδα ανέρχεται στο ποσόν των 2.710.373 ευρώ και συνεπώς σε ποσό μεγαλύτερο των 2.201.000 ευρώ, οπότε και δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 §§ 1 και 4 του Ν. 3259/2004 και υποβάλλει αίτημα για διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου έρευνα διέρχεται τρία στάδια, κατά τα οποία εξετάζονται πρώτα το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης (άρθρο 532), δεύτερο το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο το κατ' ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 § 1). Το βάσιμο ή μη των λόγων της έφεσης κρίνεται από το Εφετείο από την εκτίμηση του σε αυτό και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεντρωθέντος εν γένει αποδεικτικού υλικού, συμπεριλαμβανόμενου και του προσκομισθέντος το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη, κατά τις προϋποθέσεις και τους ορισμούς του άρθρου 529 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ. Το Εφετείο όμως, του νόμου μη ορίζοντος το αντίθετο, κατά την ορθή έννοια των ως άνω διατάξεων, δεν κωλύεται για την κατά την κρίση του ολοκλήρωση της έρευνας περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, α) να διατάξει νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις με τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και η πραγματογνωμοσύνη, β) να διατάξει πραγματογνωμοσύνη με σχετική διάταξή της (κατ' άρθρο 237 § 8 εδάφιο ε' του ΚΠολΔ) ή επανάληψη της συζήτησης, όταν κατά τη μελέτη και τη διάσκεψη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν κενά, που χρειάζονται συμπλήρωση (άρθρο 254 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα θα αναλυθεί κατωτέρω, ώστε μετά την εκτίμηση των διεξαχθησομένων τούτων αποδείξεων, καθώς και αυτών που εκτιμήθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση, να κρίνει εάν είναι εσφαλμένη ή μη η πληττόμενη με την έφεση απόφαση και, σε καταφατική περίπτωση, να αποφανθεί περί της βασιμότητας των λόγων της έφεσης και εκ τούτου, κατ' επιταγή πλέον του νόμου (άρθρο 535 § 1), να εξαφανίσει τότε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εφόσον, κατά την έννοια της άνω διάταξης, προϋπόθεση της εξαφάνισης αυτής (απόφασης) είναι η προηγούμενη διάγνωση από το Εφετείο της βασιμότητας των λόγων έφεσης, η οποία επιτυγχάνεται κυριαρχικά από αυτό, κατά τα προεκτεθέντα. Με το άρθρο 15 του Ν. 4842/2021, το οποίο ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο παρόν Δικαστήριο (βλ. τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 120 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι "Η ισχύς του Μέρους Α' και των άρθρων 116 και 119 του Μέρους Δ' αρχίζει την 1η.1.2022"), η διάταξη του άρθρου 254 ΚΠολΔ, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης που έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν επιβάλλεται η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αντικαταστάθηκε και έλαβε την ακόλουθη μορφή: "Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Η απόφαση μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης. Η συζήτηση αυτή θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης (παρ. 1). Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, η οποία ορίζεται το συντομότερο δυνατό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν (παρ. 2) και Η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή και από την ίδια σύνθεση επί πολυμελούς δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι για φυσικούς ή νομικούς λόγους αδύνατο. Σε προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης μπορεί να κατατεθεί προσθήκη επί των ζητημάτων της παρ. 1. Νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται (παρ. 3)", ενώ κατά το άρθρο 237 του ΚΠολΔ η δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, του παρέχεται κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 8 εδάφια ε και στ' του άρθρου 237 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη αυτή ως είχε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης (άρθρο 12 του Ν. 4842/2021, ομοίως εφαρμοζόμενο από 1.1.2022): "Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη στην οποία προσδιορίζονται ο τόπος, ο χρόνος, τα ονόματα των πραγματογνωμόνων, το θέμα της πραγματογνωμοσύνης, η προθεσμία για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων, που δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από εξήντα (60) ημέρες, καθώς και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο. Η καταχώριση της διάταξης στο οικείο βιβλίο του δικαστηρίου, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων...". Από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων, συνδυασμένων μεταξύ τους, προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να προσφύγει στην επανάληψη της δίκης για να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, την οποία οφείλει να προκαλέσει με απλή διαταγή και χωρίς να εκδώσει σχετική απόφαση. Ωστόσο, σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, που η κρίση για την ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης για τη διαμόρφωση ασφαλούς δικανικής πεποίθησης για την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων έφεσης ανήκει στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δικάζοντος ως Εφετείου, επιβάλλεται η παροχή δυνατότητας στο Δικαστήριο αυτό να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, με την έκδοση της σχετικής απόφασης, λαμβανομένου υπόψη και ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 524 § 1 του ιδίου Κώδικα, και στην κατ' έφεση δίκη. Από δε τα οριζόμενα στο άρθρο 368 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 153/2025, ΑΠ 352/2025, ΑΠ 562/2025, βλ. και ΑΠ 1055/2024 και ΑΠ 525/2017, οι οποίες δικάζοντας ως Εφετείο, διέταξαν επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, κατ' άρθρο 254 του ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη μελέτη της δικογραφίας, προκύπτει ότι είναι αναγκαία η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διακριβωθεί η ύπαρξη ή μη οφειλής της ενάγουσας και σε καταφατική περίπτωση το ακριβές ύψος της οφειλής την 31-12-1999 και συγκεκριμένα η συνολική οφειλή της ενάγουσας, κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό σημείο, από όλα τα δάνεια, με τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και έξοδα, προκειμένου να διακριβωθεί εάν η οφειλή της, εφόσον υπάρχει, ανέρχεται σε ποσό μεγαλύτερο των 2.201.000 ευρώ, οπότε και δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 §§ 1 και 4 του Ν. 3259/2004 (πρώτη αρνητική προϋπόθεση της παραγράφου 4 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004). Και τούτο διότι πρόκειται για ζήτημα, για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι και για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και επιπρόσθετα επειδή έχει υποβληθεί και σχετικό αίτημα εκ μέρους της εναγομένης (άρθρο 368 §§ 1 και 2 του ΚΠολΔ). Πρέπει, ως εκ τούτου, χωρίς να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 254 του ΚΠολΔ, και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, προκειμένου να διενεργηθεί λογιστική πραγματογνωμοσύνη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

IV. Τέλος, η εφεσίβλητη, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις της, ισχυρίζεται, προς αντίκρουση της έφεσης (άρθρο 527 αρ. 1 του ΚΠολΔ), ότι το συνολικό ποσό της κεφαλαιοποιηθείσας οφειλής των 262.710.928 δραχμών, το 1979, της ενάγουσας προς την ίδια, λόγω της μεταβολής των νομισματικών και των εν γένει οικονομικών συνθηκών και την επελθούσα ποιοτική μεταβολή του νομίσματος στο οποίο είχαν χορηγηθεί τα δάνεια, δηλαδή σε συνάρτηση προς την κατά το χρόνο επελθούσα μείωση της αγοραστικής δύναμης της δραχμής λόγω του υψηλού πληθωρισμού, ισοδυναμεί, τον Δεκέμβριο του 2004, με βάση τον Γενικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή και τα επίσημα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, στο ποσόν των 15.170.236,64 ευρώ (σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα που ενσωματώνει στις προτάσεις της) και συνεπώς, τα ποσά δραχμών που της κατέβαλε η ενάγουσα μετά από τρεις δεκαετίες ραγδαίου πληθωρισμού υπολείπονται κατά πολύ από την πραγματική αγοραστική αξία των δανείων και δεν υπερβαίνουν αριθμητικά το τριπλάσιο των χορηγηθέντων δανείων (κατ' άρθρο 39 § 1 του Ν. 3259/2004), ζητεί δε να κριθεί ότι η ενάγουσα δεν εκπλήρωσε την παροχή που ορίσθηκε κατά ποσό όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και με άκρα επιείκεια προς αυτή ως οφειλέτρια και να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή. Αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό, που συνιστά ένσταση και επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 361 και 288 του ΑΚ, λεκτέα τα ακόλουθα: Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, πηγάζουσα από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή ευθέως από το νόμο, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπομένη ειδική προστασία και δη οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξαιτίας ειδικών συνθηκών, όπως είναι και οι νομισματικές εκπτώσεις, υποτιμήσεις ή διακυμάνσεις του νομίσματος, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή τον δανειστή. Στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται, κατ' εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ, η δυνατότητα στο δικαστήριο ν' αποκλίνει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή μειώνοντας, ανάλογα, το συμφωνημένο μέγεθος τους, ώστε αυτές ν' ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσής τους (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 877/2013).

Περαιτέρω, το παρεχόμενο δικαίωμα από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι διαπλαστικής φύσης, όπως διαπλαστική είναι και η απόφαση που θα εκδοθεί (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1396/2019, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 1377/2018, ΑΠ 298/2018, ΑΠ 463/2017), ώστε μπορεί να ασκηθεί με αγωγή ή ανταγωγή (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 761/2020ΑΠ 1467/2018, ΑΠ 2045/2016, ΑΠ 1035/2001), δηλαδή, με επιθετική πράξη, όχι όμως με αμυντική πράξη, όπως είναι η ένσταση ή με ανακοπή, που επιτρέπονται όχι για τη διάπλαση μιας έννομης κατάστασης, αλλά απλά για τη μερική ή ολική απόρριψη της αγωγής ή της ανακοπής (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 595/2020, ΑΠ 1330/2020, ΑΠ 877/2013, ΑΠ 1035/2001). Με βάση τα ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον η κατ' ένσταση άσκηση του δικαιώματος που παρέχεται από το άρθρο 288 του ΑΚ, όπως αιτείται η εφεσίβλητη, δεν μπορεί να προβληθεί, αφού απαιτείται επιθετική πράξη, δηλαδή αγωγή ή ανταγωγή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από …2008 έφεση και τους από 10-1-2009 πρόσθετους λόγους έφεσης με την από …2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, αντιμωλία των διαδίκων.

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης.

Διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, λογιστική πραγματογνωμοσύνη.

Διορίζει πραγματογνώμονα την Α. Χ. του Γ., οδός … , ΤΚ …, … , … , … που περιέχεται στον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που τηρείται στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και ο οποίος, αφού δώσει τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σε δημόσια συνεδρίασή του και σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την προς αυτόν νόμιμη κοινοποίηση της απόφασης και αφού λάβει υπόψη του όλα τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας και ζητήσει τις αναγκαίες διευκρινίσεις από τους διαδίκους, αφού δε λάβει υπόψη του τις σχετικές διατάξεις, που ίσχυαν και τις συμφωνίες των διαδίκων, να γνωμοδοτήσει εγγράφως και με πλήρη αιτιολογία, συντάσσοντας σχετική έκθεση, εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών, από την επομένη της όρκισής του, εάν στις 31-12-1999, με βάση τα παρακάτω δάνεια, που συνήψε η ενάγουσα με την "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΕ", ήτοι: 1) το τοκοχρεωλυτικό ενυπόθηκο δάνειο, με αριθμό συμβολαίου …1973, με κεφάλαιο 104.150.000 δραχμές και ήδη 305.649 ευρώ, 2) το τοκοχρεωλυτικό ενυπόθηκο δάνειο, με αριθμό συμβολαίου …1973, με κεφάλαιο 41.660.000 δραχμές και ήδη 122.260 ευρώ, 3) το τοκοχρεωλυτικό ενυπόθηκο δάνειο, με αριθμό συμβολαίου …1978, με κεφάλαιο 33.500.000 δραχμές και ήδη 98.313 ευρώ και 4) το τοκοχρεωλυτικό ενυπόθηκο δάνειο, με αριθμό συμβολαίου …1976, με κεφάλαιο 57.250.000 δραχμές και ήδη 168.012 ευρώ, καθώς και την έκτακτη εισφορά του Ν. 257/1976, ύψους 3.150.365 δραχμών, η οποία μετατράπηκε αυτοδικαίως σε δάνειο προς την υπόχρεο αυτής εκκαλούσα και η οποία υπολογίστηκε στο μέσο υπόλοιπο των δανείων των μηνών από Νοέμβριο 1974 έως Οκτώβριο 1975, με την υπ' αριθ. …1979 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Καβαλέκα για κεφαλαιοποίηση και ενοποίηση των οφειλών, ληξιπροθέσμων και μη της 1-1-1978 για συνολικό ποσό 262.710.928 δραχμών, εάν υπήρχε οφειλή της ενάγουσας προς την εναγομένη την 31-12-1999 και σε καταφατική περίπτωση το ύψος του συνολικά οφειλόμενου κεφαλαίου, με τους συμβατικούς τόκους (χωρίς ανατοκισμό) και τα έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή