Απόφαση 860 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 860/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Μαρία Αρχοντάκη Τραυλού Τζανετάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DELOITTE BUSINESS SOLUTIONS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "DELOITTE BUSINESS SOLUTIONS Α.Ε.", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Ασίκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ (Ο.Π.Α.Ν.Δ.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Μαραγκού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4034/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4279/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από …2022 (αριθ. κατάθ. …2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 4279/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της με αριθ. 4034/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της από σύμβαση έργου και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, το ποσό των 46.740 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής -, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το αναιρεσίβλητο, ενόψει του ότι δεν επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και η διετής προθεσμία για την άσκησή της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 52 του ν. 5221/28.7.2025), που άρχισε από την δημοσίευση της προσβαλλομένης που περάτωσε την δίκη, ήτοι, από 24.7.2019 (επομένη της δημοσίευσης κατ' άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ), ανεστάλη κατά τα χρονικά διαστήματα προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, ήτοι, από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021 (με βάση τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1α' του ν. 4790/2021 αντίστοιχα και, επιπλέον, παρατάθηκε κατά 30 και 10 ημέρες αντίστοιχα, ήτοι συνολικά 40 ημέρες, κατά τις άνω διατάξεις, βλ. και άρθρο 25 ν. 4792/2021 περί του ότι ημερομηνία λήξης της προσωρινής αναστολής η 6.4.2021), διότι η αναστολή καταλάμβανε και τις καταχρηστικές προθεσμίες (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 460/2022, ομοίως και η ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 ν. 4963/2022) έτσι ώστε η προκείμενη καταχρηστική διετής προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης έληξε στις 19.4.2022, ενώ η κατάθεση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης έλαβε χώρα πριν τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας και συγκεκριμένα στις 15.4.2022 και ακολούθησε η επίδοσή της στο αναιρεσίβλητο (βλ. την με αριθ. …2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Π. Ε. Γ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. Με την διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης μίσθωσης έργου, τα οποία είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, δηλαδή το αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου από τον εργολάβο, στοιχείο το οποίο αν λείπει δεν πρόκειται για μίσθωση έργου αλλά για άλλη σύμβαση (εντολή κ.λ.π.).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της άνω διάταξης, ως έργο νοείται το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας, συνιστάμενης στην δημιουργία μιας νέας κατάστασης σε σχέση με εκείνη που προϋφίσταται, μπορεί δε το έργο να είναι υλικό ή άυλο, πνευματικής, φυσικής ή ηθικής φύσης, να συνδέεται με ενσώματο αντικείμενο είτε άμεσα (μετατροπή ύλης) είτε έμμεσα, να αποτελεί αυτοτελές προϊόν της ανθρώπινης διάνοιας, να είναι ορατό (ανοικοδόμηση κτιρίου) ή αόρατο (διατύπωση επιστημονικής γνώμης) κ.λ.π. Πρέπει δε το έργο να έχει αγοραία και αυτοτελή αξία για τον εργοδότη ή για κάποιον τρίτο, η δε αξία του πρέπει να είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής από την αξία της εργασίας, που καταβάλλεται για την παραγωγή του. Η διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ δεν διακρίνει μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών έργων και συνεπώς οποιοδήποτε νοητό έργο ρυθμίζεται κατ' αρχήν από τα άρθρα 681 έως 702 του ΑΚ. Επομένως, ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή στην περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη. Παράδοση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί εκ των πραγμάτων και στην περίπτωση, που ο εργοδότης, χωρίς να ασκήσει κάποιο από τα προβλεπόμενα στο νόμο δικαιώματά του, εμμένοντας στη μετά του εργολάβου σύμβασή του, αποδέχτηκε οριστικά το έργο στη σφαίρα δράσης του (ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1587/2013), με την προϋπόθεση, ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 139/2021, ΑΠ 602/2020, ΑΠ 346/2010), η οποία μπορεί κατά την κατάρτιση της σύμβασης να ορισθεί κατ' αποκοπή, κατά μονάδα, με βάση προϋπολογισμό, απολογιστικά, χρονικά ή και να μείνει ακαθόριστη. Ο εργολάβος δε που ενάγει τον εργοδότη προς καταβολή της συμφωνημένης εφάπαξ αμοιβής, ενόψει του ότι είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση, αρκεί να επικαλεστεί και, στην περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει την σύναψη εργολαβικής σύμβασης, το συμφωνημένο έργο, την συμφωνηθείσα αμοιβή, την εκτέλεση του έργου, καθώς και την παράδοσή του ή τουλάχιστον, την πραγματική προσφορά του προς τον εργοδότη (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 602/2020, ΑΠ 703/2019, ΑΠ 554/2018, ΑΠ 728/2017, ΑΠ 1714/2012). Αντίθετα η παράδοση του έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε ο εργοδότης μπορεί να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνο τα προβλεπόμενα στα άρθρα 688 - 690 ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 119/2014, ΑΠ 183/2011).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
2. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) και συντρέχει, αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από τον αριθμό 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, ενώ ο από τον αριθμό 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής (με άλλες λέξεις, αν έγινε απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου που θεμελιώνει την αγωγή και στηρίζει το αίτημά της), την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (Ολ ΑΠ 112/2008, ΑΠ 1247/2019, ΑΠ 106/2015).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς, κατά το νοηματικό περιεχόμενο των λόγων), αιτιώμενη ότι το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα και δη τον αναφερόμενο στο αγωγικό δικόγραφο τρόπο παράδοσης του έργου στο αναιρεσίβλητο και αξιώνοντας περισσότερα από εκείνα που το άρθρο 681 ΑΚ απαιτεί για την γένεση του δικαιώματος καταβολής της εργολαβικής αμοιβής για την εκτέλεση του ένδικου έργου και δη για την κατά νόμο περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του αναιρεσίβλητου εργοδότη. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), για τη θεμελίωση της αγωγής της, που έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, εξέθεσε ότι δυνάμει των με αριθ. …2012 και …2012 συμβάσεων, που συνήψε με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. , ανέλαβε με την πρώτη από αυτές την εκπόνηση του έργου του ελέγχου λογιστικών διαδικασιών του πρώην Ο.Ν.Α. (Οργανισμού Νεολαίας & Άθλησης) και με την δεύτερη την εκπόνηση του έργου του ελέγχου λογιστικών διαδικασιών των πρώην Π.Ο.Δ.Α (Πολιτισμικού Οργανισμού Δήμου Αθηναίων) και Δ.Α.Μ.Σ. (Μουσικών Συνόλων Δήμου Αθηναίων), αντί εργολαβικής αμοιβής ποσού 18.000 πλέον ΦΠΑ για την πρώτη σύμβαση και 20.000 πλέον ΦΠΑ για την δεύτερη σύμβαση, που θα καταβαλλόταν σε δύο δόσεις κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις δύο συμβάσεις, η δε πληρωμή θα πραγματοποιείτο μετά την πιστοποίηση της καλής εκτέλεσης των υπηρεσιών της από την αρμόδια επιτροπή. Ότι για την καλή εκτέλεση των συμβάσεων παρέδωσε στο εναγόμενο τις αναφερόμενες δύο εγγυητικές επιστολές της τράπεζας Eurobank EFG, ποσού 1.168,50 ευρώ για την πρώτη και 1.230 ευρώ για την δεύτερη σύμβαση. Ότι, εκτέλεσε προσηκόντως το έργο που της ανατέθηκε, συντάσσοντας τις σχετικές εκθέσεις ελέγχου για τις προσυμφωνημένες λογιστικές διαδικασίες και εκδίδοντας τα σχετικά, αντίστοιχα, τέσσερα τιμολόγια, τις οποίες (εκθέσεις) παρέδωσε στο εναγόμενο εμπροθέσμως και προσηκόντως και, συγκεκριμένα, α) την έκθεση για Π.Ο.Δ.Α. ιδιοχείρως από υπάλληλο αυτής (ενάγουσας) στο γραφείο Προέδρου με αριθ. πρωτ. …2012, β) την έκθεση για Δ.Α.Μ.Σ. μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις …2012 και γ) την έκθεση για Ο.Ν.Α. μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις …2012. Ότι το εναγόμενο παρέλαβε τις τρεις εκθέσεις ελέγχου που αποτελούσαν το αντικείμενο των μεταξύ τους συμβάσεων έργου, χωρίς να διατυπώσει οποιοδήποτε παράπονο ή επιφύλαξη, την ενημέρωσε ότι η πιστοποίηση της καλής εκτέλεσης των συμβάσεων από την αρμόδια επιτροπή πραγματοποιήθηκε προφορικά και, ακολούθως, στις 27.12.2012 της επέστρεψε και τις δύο εγγυητικές επιστολές που του είχε παραδώσει για την καλή εκτέλεση των συμβάσεων, καταδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό και εμπράκτως την αποδοχή του σχετικά με την καλή εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου. Ότι, ωστόσο, παρά την ανεπιφύλακτη παραλαβή του συμβατικού έργου, το εναγόμενο αρνείται να της καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, η οποία ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 46.740 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθ. 4279/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον τους υπό κρίση λόγους αναίρεσης μέρος: "Επομένως για το ορισμένο της αγωγής του εργολάβου που ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του, o πρώτος (εργολάβος) οφείλει να επικαλεστεί την σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής, την εκτέλεση του έργου και την παράδοση αυτού στον εργοδότη. Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή στην περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη (βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1287/2018, ΑΠ 162/2018, ΑΠ 5/2016, ΑΠ 883/2011, ΑΠ 314/2009 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΑΠ 412/1993 1995.376).
Εξάλλου κατά το άρθρο 209 "Προμήθειες - Υπηρεσίες - Μελέτες" παράγραφοι 1 και 2 v. 3463/2006 [Κώδικας Δήμων και κοινοτήτων], όπως - το άρθρο 209 - ίσχυσε μέχρι την κατάργησή του από το v. 4412/8-8-2016 και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου σύναψης, κατά τα εκτεθέντα στην αγωγή, των επίδικων συμβάσεων (άρθρα 376 παρ. 1, 379 ν. 4412/2016) "οι προμήθειες των Δήμων, των Κοινοτήτων, των πάσης φύσεως συνδέσμων τους, των νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενιαίου Κανονισμού Προμηθειών των Ο.Τ.Α. (Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α), όπως ισχύει... " [παρ. 1], "Η παροχή των κάθε είδους υπηρεσιών προς τους φορείς της προηγούμενης παραγράφου.. ρυθμίζεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών" [παρ. 2], κατά δε το άρθρο 273 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα [v. 3463/2006] "Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 2 του άρθρου 209 οι κάθε είδους υπηρεσίες διενεργούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 28/1980.
Περαιτέρω σύμφωνα με τα άρθρα 63 παρ. 1 "Συγκρότησις επιτροπής παραλαβής έργου", 64 παρ. 1 "Προσωρινή παραλαβή έργων. Έγκρισις ταύτης", 66 παράγραφοι 1, 2, 4, 6 "Οριστική παραλαβή έργων" και 67 παρ. 1 "Παραλαβή προμηθειών" του ανωτέρω π.δ. 28/1980 "Περί εκτελέσεως έργων και προμηθειών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως", όπως αυτό ισχύει έως 31-12-2020 δυνάμει των άρθρων 377 παρ. 1 περ. 68, 379 παρ. 12 ν. 4412/2016, όπως το πρώτο συμπληρώθηκε και το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 ν. 4469/2017, "Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας επιβλέψεως εις τον οποίον o επιβλέπων αναφέρει την σύνταξιν της τελικής επιμετρήσεως, ευθύς ως περαιωθή αύτη, υποχρεούται όπως αναφέρη προς την διεύθυνσιν Εσωτερικών της Νομαρχίας, εντός πέντε ημερών από την περαίωσιν του έργου και της συντάξεως της επιμετρήσεως, το ύψος της πραγματοποιηθείσης δαπάνης και τον επιβλέψαντα, αιτούμενος την σύστασιν της επιτροπής παραλαβής. Το έγγραφον τούτο κοινοποιείται προς τον εις ον ανήκει το έργον δήμον ή κοινότητα, ίνα, δι' αποφάσεως του Οικείου συμβουλίου, λαμβανομένης εντός δέκα ημερών, ορίση τον σύμβουλον όστις θα μετάσχη ως μέλος της επιτροπής παραλαβής του έργου" [63 παρ. 1], "Αι επιτροπαί παραλαβής οφείλουν να προβούν εις την ανατιθεμένην παραλαβήν εντός τριμήνου από της ημερομηνίας της αποφάσεως περί της συγκροτήσεως αυτών. Η προθεσμία αύτη δύναται να παραταθή, κατά την κρίσιν του συγκροτήσαντος την επιτροπήν μέχρι το πολύ τριών μηνών, εφόσον ή εποχή του έτους ή αι τοπικαί συνθήκαι καθιστούν αδύνατον την διενέργειαν της παραλαβής. Εν περιπτώσει καθ' ην η προσωρινή παραλαβή δεν ενεργηθεί μέχρι της λήξεως του κατά τας διατάξεις του επόμενου άρθρου οριζομένου χρόνου εγγυήσεως θεωρείται αυτοδικαίως συντελεσθείσα, μετά πάροδον μηνός από της, μετά την εκπνοήν της προθεσμίας ειδικής περί τούτου οχλήσεως του αναδόχου του έργον προς διενέργειαν ταύτης" [64 παρ. 1], "Μετά την πάροδον του εν τω προηγουμένω άρθρω οριζομένου χρόνου εγγυήσεως διενεργείται η οριστική παραλαβή του έργου των επιτροπών συνιστωμένων κατά τα εις το άρθρον 63 του παρόντος καθοριζόμενα, κατόπιν αναφοράς του προϊσταμένου της υπηρεσίας επιβλέψεως προς τον Νομάρχην, υποβαλλομένης είκοσιν ημέρας προ της λήξεως του χρόνου εγγυήσεως. Η αναφορά περιέχει τα εις την παρ. 1 του άρθρου 63 του παρόντος στοιχεία και κοινοποιείται ως εν αυτή διαλαμβάνεται" [66 παρ. 1], "Η οριστική παραλαβή θεωρείται αυτοδικαίως συντελεσθείσα εάν δεν διενεργηθή εντός διμήνου από της λήξεως του χρόνου εγγυήσεως του έργου και μετά πάροδον 30 ημερών από της μετά ταύτα ειδικής οχλήσεως του αναδόχου δια την διενέργειαν αυτής" [66 παρ. 2], "Η συντέλεσις της οριστικής παραλαβής αποτελεί την αφετηρίαν της κατά τας κειμένας διατάξεις παραγραφής των εκ της εργολαβικής συμβάσεως απαιτήσεων του αναδόχου και του κυρίου του έργου. Διαφοραί εις τας ποσότητας των εκτελεσθεισών εργασιών, διαπιστούμεναι εκ παραλαβής διενεργουμένης μετά την κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου αυτοδικαίαν συντέλεσιν αυτής, παρέχουν εις τον κύριον του έργου το δικαίωμα τη αναζητήσεως του δια ταύτης τυχόν καταβληθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος" [66 παρ. 4], "Εάν η προσωρινή παραλαβή δεν έχη διενεργηθή μέχρι της διενεργείας της οριστικής τοιαύτης, διενεργείται ταυτοχρόνως προσωρινή οριστική παραλαβή" [66 παρ. 6], "Η παραλαβή εκάστης δημοτικής προμηθείας εκτελείται υπό επιτροπής αποτελουμένης εκ δύο υπαλλήλων του δήμου και ενός δημοτικού συμβούλου, εν ελλείψει δε υπαλλήλων ορίζονται ισάριθμοι αυτών δημοτικοί σύμβουλοι. Οι δημοτικοί σύμβουλοι ορίζονται υπό του δημοτικού συμβουλίου, οι δε υπάλληλοι υπό του δημάρχου, προτιμωμένων των κατά βαθμόν ανωτέρων" [67 παρ. 1]. Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων του v. 3463/2006 [Κώδικας Δήμων Και Κοινοτήτων] και του πδ. 28/1980 "Περί εκτελέσεως έργων και προμηθειών Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως", στο οποίο αυτός παραπέμπει, προκύπτει ότι επί έργου με περιεχόμενο την παροχή κάθε είδους υπηρεσιών σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) η παράδοση αυτού πρέπει να γίνει στα ορισμένα από το νόμο όργανα, ήτοι στις ορισθείσες κατά περίπτωση επιτροπές, οπότε και μόνο συντελείται η προσπόριση του έργου στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του ν.π.δ.δ. , ενώ επιπροσθέτως πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία παραλαβής του έργου από τις εν λόγω επιτροπές. Τα επιπρόσθετα αυτά στοιχεία της παράδοσης του έργου στην ορισθείσα επιτροπή και της παραλαβής του έργου από αυτή (επιτροπή) πρέπει, πέραν των απαιτουμένων γενικά για κάθε αγωγή του εργολάβου που ενάγει τον εργοδότη για την επιδίκαση της αμοιβής του, να αναφέρονται για το ορισμένο στο δικόγραφο της αγωγής, όταν ενάγεται από τον εργολάβο ως εργοδότης νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) για την επιδίκαση της εργολαβικής αμοιβής.
Εν προκειμένω, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η αγωγή της εφεσίβλητης με το περιεχόμενο και αίτημα που προαναφέρθηκε (ανωτέρω υπό στοιχείο ΙΙ) τυγχάνει, κατά την κύρια εκ της σύμβασης έργου βάση της, απορριπτέα ως απαράδεκτη ένεκα της αοριστίας της. Συγκεκριμένα η ενάγουσα, ενώ αναφέρει στο αγωγικό δικόγραφο τις συμβάσεις, το έργο που συμφωνήθηκε, το είδος και το ύψος της αμοιβής καθώς και την εκτέλεση του έργου, δεν αναφέρει, όπως βάσιμα παραπονείται κατά τούτο το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης, την παράδοση του έργου στην ορισθείσα επιτροπή του εναγόμενου και εκκαλούντος ν.π.δ.δ. του Ο.Τ.Α. Δήμου Αθηναίων και την παραλαβή του έργου από την επιτροπή αυτή. Δεν προκύπτει έτσι η νομότυπη συντέλεση της προσπόρισης του έργου στον εργοδότη ν.π.δ.δ. , δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης αυτού, ούτε κατ' επέκταση η τήρηση της διαδικασίας παραλαβής του έργου από την ορισθείσα επιτροπή του ν.π.δ.δ." ώστε, μετά ταύτα, να δημιουργηθεί υποχρέωση αυτού (εργοδότη - ν.π.δ.δ.) να καταβάλει την αιτηθείσα με την αγωγή εργολαβική αμοιβή. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την κύρια βάση της αγωγής εκ της σύμβασης έργου, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων.". Ωστόσο, η αγωγή υπό το ως άνω περιεχόμενο, είναι πλήρως και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη υπό στοιχ. 1, είναι αναγκαία για την νομική θεμελίωση του αιτήματός της, περί καταβολής της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής και δη τις συμβάσεις, το συμφωνηθέν έργο, το ύψος της αμοιβής, την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και την παράδοση αυτού στο εναγόμενο-εργοδότη, ήδη αναιρεσίβλητο, ήτοι, την περιέλευση αυτού στην σφαίρα εξουσίασης του τελευταίου, το οποίο το παρέλαβε ανεπιφύλακτα, καθόσον μνημονεύεται ο τρόπος παράδοσης, ήτοι, α) η έκθεση για Π.Ο.Δ.Α. ιδιοχείρως από υπάλληλο της ενάγουσας στο γραφείο Προέδρου με αριθ. πρωτ. …2012, β) η έκθεση για Δ.Α.Μ.Σ. μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις …2012 και γ) η έκθεση για Ο.Ν.Α. μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις …2012, αλλά και ότι η πιστοποίηση της καλής εκτέλεσης της σύμβασης από την αρμόδια επιτροπή πραγματοποιήθηκε προφορικά (όπως το εναγόμενο ενημέρωσε την ενάγουσα) και έτι περαιτέρω ότι το εναγόμενο, αποδεχόμενο το παραδοθέν έργο, στις 27.12.2012 επέστρεψε στην ενάγουσα και τις δύο εγγυητικές επιστολές που του είχε παραδώσει για την καλή εκτέλεση των συμβάσεων. Είναι δε ζήτημα ουσίας, αν πράγματι παραδόθηκε το έργο στο εναγόμενο και άρνηση της αγωγής αν δεν παραδόθηκε ή λόγος ένστασης του εναγομένου, αν η προσφορά παράδοσης του έργου ήταν πλημμελής ή μερική, ή αν προβλεπόταν ορισμένος τρόπος παράδοσης από τις ένδικες συμβάσεις που δεν τηρήθηκε.
Εξάλλου, οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διατάξεις του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) για "Προμήθειες - Υπηρεσίες - Μελέτες" και εκείνες του π.δ. 28/1980 "Περί εκτελέσεως έργων και προμηθειών Ο.Τ.Α.", που ορίζουν τον τρόπο παραλαβής έργου με περιεχόμενο την παροχή κάθε είδους υπηρεσιών από τις εκάστοτε επιτροπές που συγκροτεί ο οικείος Ο.Τ.Α., αφορούν στην διαδικασία της εσωτερικής οργάνωσης των υπηρεσιών του εν λόγω ν.π.δ.δ. και δεν μπορεί να αναιρεθεί, από τυχόν μη τήρησή τους, η υποχρέωση του εναγομένου για πληρωμή των υπηρεσιών που έλαβε σε κάθε περίπτωση από το αντισυμβαλλόμενο μέρος. Επομένως, το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε την αγωγή αόριστη και την απέρριψε ως απαράδεκτη για το λόγο αυτό, οι δε υπό κρίση λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα του τρίτου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης αυτής, συνεπεία της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας των γενόμενων δεκτών ως άνω λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, προκειμένου να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η υπόθεση. Ακολούθως πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα ορισθούν δε μειωμένα (άρθρο 281 παρ. 2 ν. 3463/2006, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 34/2024), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 4279/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ