ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 881/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 881/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 881/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 881 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 881/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 08 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Καλαμάτας (ΔΕΥΑΚ), που εδρεύει στην Καλαμάτα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελευθερία Τσίτα.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Γιαννακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2019 μη οριστική, 93/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 118/2022 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από …/2022 αίτηση αναίρεσης. προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 118/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 KΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 KΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1709/2023, ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί, ούτε με τις προτάσεις, κατά μείζονα δε λόγο ούτε με την προσθήκη των προτάσεων, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδαφ. β του ΚΠολΔ παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, και μάλιστα εκείνους που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1611/2008). Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1979/2017). Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από …2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, εξέθεσε ότι στις 16.10.2016 λόγω παράνομων και υπαίτιων πράξεων και παραλείψεων της εναγομένης εταιρείας έσπασε ο κεντρικός αγωγός ύδρευσης με αποτέλεσμα μεγάλη ποσότητα νερού να εισέλθει εντός του υπογείου καταστήματός του και να του προξενήσει ζημιά σε μεγάλο μέρος των εμπορευμάτων του (χαλιά, μοκέτες, διαδρόμους κ.λ.π.). Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 31.355€ ως αποζημίωση για θετική ζημία και ποσό 3000€, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παραπάνω αδικοπραξία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 93/2021 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία δέχτηκε την αγωγή ως ορισμένη, νόμιμη και εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 19.500€, νομιμότοκα.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 παρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ήτοι έκρινε ορισμένη την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το οποίο παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου, σε κανένα σημείο του δικογράφου δεν αναφέρονται και εξειδικεύονται, όπως απαιτείται για την πληρότητα της ιστορικής της βάσης, οι παράνομες ενέργειες και παραλείψεις της εναγομένης εταιρείας, η οποίες συντέλεσαν αιτιωδώς στην πρόκληση της θραύσης του κεντρικού αγωγού ύδρευσης, η οποία προκάλεσε στη συνέχεια τη ζημία του ενάγοντα με την καταστροφή των εμπορευμάτων του. Ειδικότερα δεν αναφέρεται καθόλου ποιές είναι οι συγκεκριμένες ενέργειες (λ.χ. επεμβάσεις με μηχανήματα) και παραλείψεις (λ.χ. πλημμελής συντήρηση του αγωγού, οι ενέργειες, στις οποίες έπρεπε να προβεί η εναγόμενη για τη συντήρησή του ή τα μέτρα που έπρεπε να λάβει για να αποφύγει τη βλάβη). Τα στοιχεία αυτά είναι αναγκαίο να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και αποτελούν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς από εκείνους που θεμελιώνουν κατά νόμο το αγωγικό δικαίωμα του ενάγοντα (αρθ.111 παρ.2, 118 παρ.4 και 216 παρ.1 ΚΠολΔ), το οποίο (δικόγραφο) πρέπει να έχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά της εναγόμενης εταιρείας ύδρευσης, ώστε να μπορεί η τελευταία να αμυνθεί κατ' αυτού, η δε έλλειψη αυτών των στοιχείων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, συνιστά έλλειψη της επιβαλλόμενης με ποινή απαραδέκτου προδικασίας.

Συνεπώς το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη, έσφαλε και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο. Τέτοιο δικονομικό έδαφος για τη μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το ως δικάσαν Εφετείο δεν υπάρχει στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει του ότι μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω της αοριστίας της αγωγής δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, να κρατηθεί και δικαστεί η από …2021 έφεση του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου, να γίνει αυτή δεκτή ως προς το αίτημά της περί εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, αφού δεν αρκεί εν προκειμένω η απλή αντικατάσταση της αιτιολογίας της, εφόσον με την παρούσα αιτιολογία μεταβάλλεται το αντικείμενο του δεδικασμένου, να δικαστεί η από …2017 αγωγή του αναιρεσίβλητου και να απορριφθεί αυτή ως αόριστη. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα και η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον εκκαλούντα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του ηττώμενου αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 176 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος. Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν οι παρακρατηθέντες από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικές εισφορές, φόροι και λοιπές κρατήσεις, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 447/2023, 1803/2022, 474/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση του αρμόδιου γραμματέα στις 14.11.2025, υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ισχυριζόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης ότι σε εκούσια συμμόρφωση προς την εφετειακή απόφαση, κατέβαλε, στις 25.1.2023 στον αναιρεσίβλητο, μετά από αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων (ύψους 1258,20€ για τους φόρους των τόκων), το καθαρό ποσό των 27.429,80€ με σχετική κατάθεση στον τηρούμενο από αυτόν λογαριασμό στην Τράπεζα Πειραιώς. Ζητεί δε να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 27.429,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (9.12.2022). Η αίτηση επαναφοράς ασκήθηκε παραδεκτά, είναι νόμιμη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ.2 του ΚΠολΔ, εκτός από το παρεπόμενο αίτημα καταβολής τόκων το οποίο κρίνεται νόμιμο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης (ΑΠ 666/2017) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Από το προσκομιζόμενο από την αναιρεσείουσα με αριθμό …2023 έμβασμα πληρωμής αυτής σε λογαριασμό του αναιρεσίβλητου που διατηρεί στην Τράπεζα Πειραιώς αποδεικνύεται ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο στις 25.1.2023 σε εκούσια συμμόρφωση προς την καταψηφιστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης το ποσό των 27.429,80€, και συγκεκριμένα για επιδικασθέν κεφάλαιο 19.500€, για τόκους υπερημερίας 8.388€ και για δικαστική δαπάνη 800€, μετ' αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων (1.258,20€). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση επαναφοράς ως κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 27.429,80 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 118/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.

Δικάζει την από …2021 έφεση του αναιρεσίβλητου.

Δέχεται αυτήν.

Εξαφανίζει την 93/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της έφεσης στον εκκαλούντα.

Δικάζει την από …2017 αγωγή του αναιρεσίβλητου.

Απορρίπτει αυτήν.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Δέχεται την αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων τετρακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και ογδόντα λεπτών (27.429,80€), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης και μέχρι την εξόφληση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή