Απόφαση 884 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 884/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Γαβουνέλη. Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ., χήρας Ν. Ζ., 2) Ο.-Η. Ζ. του Ν., 3) Ε.-Θ. Ζ. του Ν. και 4) Ν.-Τ. Ζ. του Ν., κατοίκων ... Ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος, παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας. Οι υπό στοιχείο 1, 3, και 4 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο. Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 παραστάθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο.
Β) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε." που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν. Ανδρικόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ., χήρας Ν. Ζ., 2) Ο.-Η. Ζ. του Ν., 3) Ε.-Θ. Ζ. του Ν. και 4) Ν.-Τ. Ζ. του Ν., κατοίκων .... Ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος, παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας. Οι υπό στοιχείο 1, 3, και 4 αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 οι αναιρεσίβλητοι παραστάθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο.
Γ) Των αναιρεσειόντων: 1) Σ., χήρας Ν. Ζ., 2) Ο.-Η. Ζ. του Ν., 3) Ε.-Θ. Ζ. του Ν. και 4) Ν.-Τ. Ζ. του Ν., κατοίκων ... Ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσείων, παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας. Οι υπό στοιχείο 1, 3, και 4 αναιρεσείοντες, εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, ήδη δεύτερο αναιρεσείων. Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Β., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Γαβουνέλη Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο. και 2) του Διαγνωστικού Θεραπευτικού Κέντρου με την επωνυμία "ΥΓΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε.
Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ν. Ανδρικόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 το Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων, την από 23-4-2008 ανακοίνωση δίκης-παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε.", την από 20-2-2009 πρόσθετη παρέμβαση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ Ελλάς Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" και την με γενικό αριθμό κατάθεσης …/2009 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως του Ν. Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1703/2011 του ίδιου Δικαστηρίου, 2245/2016 και 1672/2018 μη οριστικές και 1175/2019 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με: την από 15-5-2019 αίτηση και τους από 14-2-2022 προσθέτους αυτής λόγους, την από 18-6-2019 αίτηση και την από 1-11-2020 αίτηση, για τις οποίες δικάσιμος ορίστηκε η 21η Μαρτίου 2022, οπότε και συζητήθηκαν χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. …/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 533/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγονται για συζήτηση οι από: 1) …2019 αίτηση του Ν. Κ. κατά των Σ. χήρας Ν. Ζ. κ.λ.π. , 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε." κατά των Σ. χήρας Ν. Ζ. κ.λ.π. και 3) Σ. χήρας Ν. Ζ. κ.λ.π. κατά Ν. Κ. και Διαγνωστικού Θεραπευτικού Κέντρου με την επωνυμία "ΥΓΕΙΑ ΑΕ", για αναίρεση της με αριθμό 1175/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Η συζήτηση της αίτησης ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της …2022. Στη συνέχεια, όμως, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, αντιμωλία των διαδίκων, η δικογραφία αφαιρέθηκε από την ορισθείσα εισηγήτρια με την …/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, επειδή διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της, λόγω και της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση, η δε υπόθεση εισήχθη για επανασυζήτηση και ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (…2025) με τη με αριθμό …/2024 πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος. Ακριβή αντίγραφα της πράξης αυτής επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος όσο και στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν παραστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της …2022, με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (29.9.2025) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις : α) η από …2019 αίτηση αναίρεσης του Ν. Κ. κατά των Σ. χήρας Ν. Ζ. κ.λ.π. , β) η από …2019 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε." κατά των Σ. χήρας Ν. Ζ. κ.λ.π. και γ) η από …2020 αίτηση αναίρεσης των Σ. χήρας Ν. Ζ. κ.λ.π. κατά Ν. Κ. και Διαγνωστικού Θεραπευτικού Κέντρου με την επωνυμία "ΥΓΕΙΑ ΑΕ". Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ’ αριθμ. 1175/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με τις υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται, όπως προαναφέρεται, η με αριθμ. 1175/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που κατά παραδοχή της εφέσεως των αναιρεσειόντων Σ. Ζ. κ.λ.π. , αφού εξαφάνισε τη με αριθ. 1703/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων Σ. χας Ν. Ζ. κ.λ.π. για επιδίκαση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του συζύγου της πρώτης ενάγουσας και πατέρα των λοιπών, οφειλόμενο σε αμέλεια του πρώτου εναγομένου ιατρού Ν. Κ. , προστηθέντος του δεύτερου εναγομένου διαγνωστικού θεραπευτικού κέντρου με την επωνυμία "ΥΓΕΙΑ", ερεύνησε εκ νέου την αγωγή και στη συνέχεια δέχτηκε αυτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη. Επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α) Επί της από …2019 αίτησης αναίρεσης του Ν. Κ. και των πρόσθετων λόγων αυτής, και της από …2019 αίτησης αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε." :
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει την συζήτηση.... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2, 3 και 570 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης προσαπαιτείται η αθροιστική πλήρωση δύο προϋποθέσεων, ήτοι η κατάθεση του δικογράφου αυτών στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοση του δικογράφου αυτών στην ίδια ως άνω προθεσμία πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που κατά το άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή ,σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με άμεση συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 324/2020, ΑΠ 761/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων της από …2019 αναίρεσης Ν. Κ. άσκησε πρόσθετους λόγους αναίρεσης τους οποίους κατέθεσε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις …2022, συνταχθείσας της …2022 έκθεσης κατάθεσης και επέδωσε εντός της ίδιας προθεσμίας στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ο.-Η. Ζ., δηλαδή περισσότερες από 30 πλήρεις ημέρες πριν τις 21/3/2022, ημερομηνία που είχε αρχικά ορισθεί για την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ατομικά και ως αντίκλητο των λοιπών αναιρεσίβλητων, σύμφωνα με την …2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … Χ. Π. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης είναι παραδεκτοί ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο, καθώς ασκήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και αναφέρονται στα ίδια, με την αίτηση αναίρεσης, κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης. Είναι όμως απαράδεκτοι για τους υπόλοιπους των αναιρεσιβλήτων, απλών ομοδίκων του δεύτερου, καθώς επιδόθηκαν στο δεύτερο αναιρεσίβλητο ως αντίκλητό τους και όχι ατομικά σε αυτούς, όπως έπρεπε, δεδομένου ότι οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι δεν είναι οι επισπεύδοντες τη συζήτηση.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής που συνεξετάζονται, δεδομένου ότι είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αίτηση, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ. (όπως η παρ.1 τροποποιήθηκε, η παρ. 3 συμπληρώθηκε και το άρθρο 254, όπως είχε αντικατασταθεί από 1.1.2016 με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν.4335/2015, ΦΕΚ Α 87, διαμορφώθηκε με το άρθρο 15 Ν.4842/2021, ΦΕΚ Α 190, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 120 αυτού, ισχύει από την 1η.1.2022 και κατά την παρ.1β άρθρου 116 του αυτού νόμου, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4871/2021,ΦΕΚ Α 246/10.12.2021, οι τροποποιηθείσες παρ. 1 και 3 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις), προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του η οποία δεν έχει το χαρακτήρα προδικαστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.
Στην περίπτωση αυτή, η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διαφορετική σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 (ή 560) του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 661/2015, Α.Π. 871/2011, Α.Π 834/2010).
Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ. και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν, μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του, συμπληρωματικές αποδείξεις, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη και στην περίπτωση αυτή γίνεται (όχι επανάληψη, αλλά) ανασυζήτηση της υπόθεσης, στη σύνθεση δε του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές (Α.Π. 110/2025, 187/2023, ΑΠ 712/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, επί της εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 1703/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2245/2016 μη οριστική, προδικαστική, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το ως άνω Δικαστήριο διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από ένα πραγματογνώμονα για την επίλυση των εξειδικευμένων ζητημάτων, που αναφέρονται σε αυτήν, για τη διερεύνηση των οποίων απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις της επιστήμης. Μετά τη διεξαγωγή της ως άνω διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και ύστερα από κλήση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων της από …2020 αίτησης αναίρεσης, η έφεση ανασυζητήθηκε, στις …2018, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο, κατά την ανασυζήτηση της έφεσης, δίκασε με διαφορετική σύνθεση και εξέδωσε την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1175/2019 οριστική απόφασή του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη προαναφέρθηκαν, και συνεπώς ο τρίτος λόγος της από 15.5.2019 αναιρέσεως του Ν. Κ., με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330 εδ. β' 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται οπωσδήποτε παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της ένδικης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης για τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμελείας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι’ αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του, απαιτείται δηλαδή παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020). Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας, ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας") (ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020). Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι αόριστη νομική έννοια όπως προαναφέρθηκε, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 309/2024, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 910/2017). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 του ΕισΝΑΚ, και ίσχυε κατά τον παρακάτω αναφερόμενο κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 341 του Ν. 4512/2018, "Ο ιατρός οφείλει να παρέχει μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρώντας τας ισχύουσας διατάξεις περί διαφυλάξεων της υγείας των ασθενών και προστασίας των υγιών". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια, η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του, θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του κάθε ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού. Έτσι, αν στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι, εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας, απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια. Αντιθέτως, ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους ως άνω κανόνες (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεση του τα ίδια μέσα ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1598/2017). Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007 που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο" (παρ. 1), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο πλαίσιο της υπηρεσίας, το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων" και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του. Ενόψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, που καθιερώνεται συναφώς, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης, τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη, που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020). Επίσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2619/1998, που κύρωσε την διεθνή σύμβαση για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιοϊατρική, επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει, μόνον εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν σχετικής εκ των προτέρων ενημέρωσής του ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται, μπορεί δε το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ανακαλέσει ελεύθερα και οποτεδήποτε τη συναίνεσή του. Έτσι, πέραν των παραπάνω υποχρεώσεων του ιατρού προς αποφυγή αμιγώς ιατρογενών σφαλμάτων, κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, υφίσταται υποχρέωσή του να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας, που επιλέγει, κι αυτό προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, συνιστά δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού, ώστε να μπορεί να λαμβάνει ελεύθερα τις αποφάσεις του για την υποβολή του στις μεθόδους και πρακτικές αυτές ή όχι. Παραβίαση δε του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του ν. 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των πιο πάνω θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 του ΑΚ. Προκειμένου δε να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη του ιατρού και υποχρέωσή του γι’ αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερομένης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται. Ο ασθενής, όμως, βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020, ΑΠ 655/2019).
Εξάλλου, από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του αρθρ. 922 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση πρόκλησης σωματικής βλάβης προσώπου από αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας και της τυχόν ηθικής βλάβης του πιο πάνω προσώπου προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της βλάβης και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Σχέση πρόστησης υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφισταμένης μεταξύ δυο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσης, η οποία αποβλέπει σε διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά την οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου. Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υπόθεσης, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 418/2018). Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτική κλινική ή άλλο ιατρικό κέντρο, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό τους ως προστήσαντες, η εκ μέρους τους παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το προρρηθέν άρθρο 24 Α.Ν. 1565/1939, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα. Επομένως, αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε η σωματική βλάβη προσώπου νοσηλευομένου σε ιδιωτική κλινική, η προστήσασα τον ιατρό κλινική ευθύνεται για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστη το πιο πάνω πρόσωπο. Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 418/2018, ΑΠ 687/2013, ΑΠ 181/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου , που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005). Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 4 του ΚΠολΔ - ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 ν.4842/2021 - που ορίζει ότι "Κατ' εξαίρεση ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559. Ο Άρειος Πάγος με απλή διάταξή του, αν υπάρχουν λόγοι, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά το πρώτο εδάφιο, καλεί τους διαδίκους να διατυπώσουν με υπόμνημα τις απόψεις τους στην οριζόμενη από αυτόν προθεσμία. Η γνωστοποίηση της διάταξης αυτής γίνεται με επιμέλεια του γραμματέα με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Η απόφαση δεν εκδίδεται πριν από τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής", η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφ' ενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφ' ετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλομένη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην ιδία παράγραφο λόγων αναιρέσεως (ΟΛΑΠ 5/1995,ΑΠ 35/2019, ΑΠ 350/2019, ΑΠ 1561/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Ο Ν. Ζ. του Β., ηλικίας 62 ετών, δικηγόρος και δημοσιογράφος, σύζυγος της πρώτης εκκαλούσας-ενάγουσας και πατέρας των λοιπών, στις …2002, μετέβη στα ιατρεία του, τότε, ασφαλιστικού του φορέα (Ενιαίου Δημοσιογραφικού Οργανισμού Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης "ΕΔΟΕΑΠ"), καθόσον από τετραημέρου είχε παρουσιάσει τρία - τέσσερα επεισόδια προκόρδιου άλγους, μέτριας έντασης και τα οποία περνούσαν με τη λήψη υπογλώσσιων δισκίων. Ο παραπάνω είχε, ήδη, βεβαρημένο ιατρικό ιστορικό, καθόσον έπασχε από παλαιά στεφανιαία νόσο, για την αντιμετώπιση της οποίας, κατά το παρελθόν και συγκεκριμένα, προ εικοσαετίας και προ δεκαετίας, αντίστοιχα, είχε υποβληθεί στην Αγγλία σε δύο χειρουργικές επεμβάσεις "by pass". Αφού εξετάστηκε από τον ιατρό, καρδιολόγο του ως άνω ασφαλιστικού φορέα, Α. Α., ο τελευταίος, ενόψει και του προαναφερομένου βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού, του συνέστησε την άμεση εισαγωγή του σε νοσοκομείο. Έτσι, την ίδια ημέρα ο Ν. Ζ. μετέβη και εισήχθη στο ιδιωτικό θεραπευτήριο της δεύτερης εναγομένης και νυν εφεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΥΓΕΙΑ Α.Ε", προστηθείς της οποίας ήταν ο πρώτος εναγόμενος και νυν εφεσίβλητος (Ν. Κ.), ιατρός καρδιολόγος, διευθυντής της Β' Καρδιολογικής Κλινικής αυτής, στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του, ως συνεργαζόμενος ιδιώτης ιατρός. Στο γενικό ιστορικό ασθενούς, που συνετάγη κατά την εισαγωγή του για νοσηλεία στο "ΥΓΕΙΑ ΑΕ" αναγράφηκε, ως αιτία εισαγωγής "ασταθής στηθάγχη" και ως διάγνωση εισόδου "ασταθής στηθάγχη επί εδάφους γνωστής στεφανιαίας νόσου και δύο παλαιών αορτοστεφανιαίων παρακάμψεων". Μετά την εισαγωγή του στο παραπάνω θεραπευτήριο και αφού εξετάστηκε από τον πρώτο εναγόμενο - εφεσίβλητο, που ήταν ο θεράπων ιατρός του, ο Ν. Ζ. υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις (ηλεκτροκαρδιογράφημα, υπερηχογράφημα καρδιάς, ακτινογραφία θώρακος και αιματολογικές, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι, επρόκειτο για έναν ασθενή με αρρύθμιστο σακχαρώδη διαβήτη (γλυκοζυκιωμένη αιμοσφαιρίνη 8.6%, ενώ οι φυσιολογικές τιμές κυμαίνονταν σε 5-6%) και δυσλιπιδαιμία (LDL185 mg/dl με αποδεκτές τιμές για στεφανιαίους ασθενείς κάτω των 70 mg/ dl) και με ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις (κατασπάσεις του διαστήματος ST και αρνητικά κύματα Τ, ενδιάμεοη τιμή του κλάσματος εξώθησης της αριστερής κοιλίας 40-45%, αντί 65%). Σημειωτέον, ότι στον ιατρικό του φάκελο δεν βρέθηκαν αποτελέσματα εξέτασης κατά την εισαγωγή του των επιπέδων τροπονίνης, η αύξηση της οποίας είναι ενδεικτική μυοκαρδιακής νέκρωσης. Ακολούθως, προκειμένου να διαπιστωθεί η κατάσταση των καρδιακών του αγγείων, ενόψει και του, ήδη, βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού του, συνεστήθη στον τελευταίο από το θεράποντα ιατρό του, πρώτο εφεσίβλητο, η διενέργεια στεφανιογραφίας, η οποία, μάλιστα, προγραμματίστηκε να πραγματοποιηθεί στις 19-12-2002. Εν τω μεταξύ, κατά τη νοσηλεία του στο άνω θεραπευτήριο ο Ν. Ζ. ελάμβανε νιτρώδη ενδοφλεβίως, αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα, αντιπηκτικά με τη μορφή ηπαρίνης μικρού μοριακού βάρους υποδορίως, β - αποκλειστές, Α-ΜΕΑ - καπτοπρίλη, στατίνη, το αντιδιαβητικό μετφορμίνη και για γαστροπροστασία ζουρκαζόλη, ήτοι ελάμβανε θεραπευτική αγωγή, ένεκα της οποίας τα συμπτώματα, που αρχικά του είχαν εμφανιστεί, σταδιακά υποχωρούσαν. Ωστόσο, η προγραμματισμένη, κατά τα άνω, για τις 19-12-2002 στεφανιογραφία στον Ν. Ζ. δεν έγινε. Τελικά, ο ασθενής εξήλθε, από το θεραπευτήριο στις 20-12-2002 και του καθορίστηκε νέα ημέρα διενέργειας στεφανιογραφίας στις 7 Ιανουαρίου 2003. Σύμφωνα με το εξιτήριο, που του χορηγήθηκε από τον εναγόμενο, θεράποντα ιατρό του, εξήλθε από το νοσοκομείο, με τελική διάγνωση "ασταθής στηθάγχη επί εδάφους παλαιάς στεφανιαίας νόσου και δύο "by pass", υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης" και έγγραφη σύσταση για διενέργεια στεφανιογραφίας σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ του χορηγήθηκε και αναρρωτική άδεια ενός (1) μηνός. Επίσης, του συστήθηκε διαβητική δίαιτα και του χορηγήθηκε φαρμακευτική (αντιστηθαγχική) αγωγή, ενώ του επισημάνθηκε να επικοινωνήσει με τους ιατρούς της κλινικής σε περίπτωση εμφάνισης καρδιακού άλγους. Πράγματι, στις 28-12-2002, ο Ν. Ζ., επικοινώνησε με τον ιατρό παθολόγο, Κ. Θ., ο οποίος ήταν μέλος της ιατρικής ομάδας του πρώτου εναγομένου - εφεσίβλητου και εκείνος, που είχε δώσει εντολή να υποβληθεί στις αρχικές εξετάσεις, κατά την εισαγωγή του στο θεραπευτήριο της δεύτερης εναγομένης - εφεσίβλητης. Ο Ν. Ζ. απευθύνθηκε στον άνω ιατρό, ενόψει και του ότι είχε αποκτήσει οικειότητα, μ' αυτόν, λόγω της κοινής τους καταγωγής, χωρίς, ωστόσο, να αγνοεί ότι επρόκειτο για παθολόγο και όχι καρδιολόγο. Κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία, ο ασθενής (Ν. Ζ.) παραπονέθηκε στον ιατρό για έντονο άλγος στο στήθος και ο τελευταίος του συνέστησε να λάβει δύο υπογλώσσια δισκία και, σε περίπτωση, κατά την οποία το άλγος δεν υποχωρήσει, να μεταβεί αμέσως στο νοσοκομείο. Ακολούθως, περί ώρα 04.30, την 1-1-2003 ο Ν. Ζ. μετέβη, εσπευσμένα στο ιδιωτικό θεραπευτήριο της δεύτερης εφεσίβλητης "ΥΓΕΙΑ Α.Ε", όπου εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), με αιτία εισαγωγής "Στεφανιαία Νόσος, προκάρδιο άλγος, Ασταθής στηθάγχη". Από τις εξετάσεις, που του έγιναν στη συνέχεια, βρέθηκε μικρή αύξηση της τροπονίνης, ενδεικτική μυοκαρδιακής νέκρωσης και από τον ηχοκαρδιογραφικό έλεγχο παρατηρήθηκαν τμηματικές διαταραχές του κορυφαίου και πλαγίου τοιχώματος της αριστεράς κοιλίας με διατηρημένο κλάσμα εξώθησης, στοιχεία ενδεικτικά εμφράγματος του μυοκαρδίου με μη ανάσπαση του διαστήματος ST μικρής έκτασης. Στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του χορηγείτο, προς σταθεροποίηση της κατάστασής του, αντιπηκτική και αντιδιαβητική αγωγή και παρακολουθείτο συνεχώς. Στις 2-1-2003 ο πρώτος εναγόμενος, ιατρός-καρδιολόγος, αφού εξέτασε τον παραπάνω ασθενή, έδωσε εντολή, λόγω της σταθεροποίησης της κατάστασής του, να αποχωρήσει από τη ΜΕΘ και να νοσηλευτεί σε κοινό θάλαμο του νοσοκομείου, όπου συνεχίστηκε να του χορηγείται η ίδια ως άνω φαρμακευτική αγωγή. Στις 4-1-2003 ο ασθενής εμφάνισε νέο επεισόδιο στηθάγχης, τα συμπτώματα της οποίας, ωστόσο, παρήλθαν μετά από χορήγηση σε αυτόν υπογλώσσιου δισκίου και νιτρωδών. Ακολούθως, στις 5-1-2003 και ενώ ο Ν. Ζ. νοσηλευόταν στη Β' Καρδιολογική Κλινική του άνω νοσοκομείου, υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ακολούθως, καρδιογενές shock (καταπληξία) και υπό αυτές τις συνθήκες ευρισκόμενος σε καταστολή, με μηχανικά υποστηριζομένη αναπνοή και με τοποθετημένη ενδοαρτιριακή αντλία διαμέσου της δεξιάς μηριαίας αρτηρίας προς υποστήριξη της κυκλοφορίας, υποβλήθηκε, άμεσα, από εξειδικευμένη ιατρική ομάδα, σε επείγουσα στεφανιογραφία. Από τη διενεργηθείσα στεφανιογραφία διαπιστώθηκε η, από ετών συντελεσθείσα, πλήρης απόφραξη της δεξιάς στεφανιαίας αρτηρίας, του στελέχους της αριστερός στεφανιαίας αρτηρίας και των αρχικών τμημάτων της πρόσθιας κατιούσας και της περισπωμένης αρτηρίας. Ειδικότερα, η καρδιακή λειτουργία του Ν. Ζ., μετά τις προηγηθείσες στο παρελθόν δύο επεμβάσεις, εξυπηρετείτο από δύο φλεβικά μοσχεύματα, ήτοι ένα, που οδηγούσε από την αορτή στη μεσότητα της πρόσθιας κατιούσης και ένα άλλο, που αναστομώνονταν με τον οπίσθιο - πλάγιο κλάδο της περισπωμένης αρτηρίας. Κατά τη διενέργεια της παραπάνω στεφανιογραφίας διαπιστώθηκε ότι το πρώτο παραπάνω μόσχευμα, αν και στο εσωτερικό του εμφάνιζε κάποιες τοιχωματικές αλλοιώσεις, ήταν βατό, ενώ το δεύτερο, ανωτέρω φλεβικό μόσχευμα, που όπως αναφέρθηκε συνδεόταν με τον οπίσθιο - πλάγιο κλάδο της περισπωμένης αρτηρίας, παρουσίαζε σχεδόν ολική (υφολική) στένωση κατά 90%+. Ενόψει αυτού, διενεργήθηκε άμεσα αγγειοπλαστική στο σημείο εκείνο, η οποία ήταν επιτυχής, καθόσον με αυτήν η στένωση μειώθηκε σε 40% και έτσι, ομαλοποιήθηκε η ροή του αίματος στο παραπάνω μόσχευμα. Σημειωτέον ότι, μετά την επιτυχή διάνοιξη του φλεβικού μοσχεύματος παρατηρήθηκε και 80% στένωση ενός εκ των οπισθοπλαγίων κλάδων της περισπωμένης αρτηρίας. Η τελευταία αυτή, όμως, στένωση, δεν προκάλεσε το έμφραγμα και το καρδιογενές shock, αφού, αν είχε διαρρηχθεί η αθηρωματική πλάκα στον παραπάνω οπισθοπλάγιο κλάδο, θα έπρεπε, αμέσως μετά την ανωτέρω διενεργηθείσα αγγειοπλαστική, να υπάρχει στο σημείο αυτό ολική (100%) ή υφολική (σχεδόν ολική) στένωση και όχι στένωση 80%, που βρέθηκε. Ωστόσο, παρά την επιτυχή, ως άνω, διενεργηθείσα αγγειοπλαστική και τη συνακόλουθη ομαλοποίηση της κυκλοφορίας του αίματός του στο μυοκάρδιο, η κατάσταση της υγείας του Ν. Ζ. δεν σταθεροποιήθηκε, αλλά αντιθέτως επιδεινώθηκε, καθόσον υπέστη λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, νεφρική ανεπάρκεια και τελικά, γενικευμένη λοίμωξη με μικροβιαιμία και πολυοργανική ανεπάρκεια, ως συνέπεια της προηγηθείσας καρδιογενούς καταπληξίας (shock), η οποία επέφερε την πλήρη αποδυνάμωση όλου του οργανισμού του. Στην κρίσιμη αυτή κατάσταση, παρέμεινε νοσηλευόμενος στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του άνω ιδιωτικού θεραπευτηρίου, μέχρι τις …2003, οπότε και επήλθε ο θάνατός του. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι, ο θάνατος του Ν. Ζ. επήλθε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, από θρόμβωση του άνω φλεβικού μοσχεύματος, που επήλθε αιφνιδίως και η οποία κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, δεν ήταν δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να προβλεφθεί και να αποτραπεί, ακόμη και με τη διενέργεια προηγουμένης στεφανιογραφίας, επικαλούμενοι, περαιτέρω, ότι, ο πρώτος αυτών ενήργησε με κάθε επιμέλεια και σύμφωνα με τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής, λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη του το όλο ιστορικό και την κατάσταση της υγείας του Ν. Ζ. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός των εναγομένων - εφεσίβλητων δεν αποδείχθηκε, αν και οι τελευταίοι έφεραν το σχετικό βάρος απόδειξής του..... Αντιθέτως, από όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι, ο θάνατος του Ν. Ζ. οφείλεται στις συνέπειες του οξέως εμφράγματος, που υπέστη αυτός. Ειδικότερα, το ως άνω οξύ έμφραγμα, υπό τις παραπάνω συνθήκες, που εκδηλώθηκε προκάλεσε στον ασθενή, άμεσα, καρδιογενές shock (καταπληξία) με απότοκες συνέπειες τη λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, τη νεφρική ανεπάρκεια, τη γενικευμένη λοίμωξη με μικροβιαιμία και εν τέλει την πολυοργανική ανεπάρκεια. Το, δε, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου στο φλεβικό μόσχευμα, που παρουσίασε, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, υφολική (σχεδόν ολική : 90%+) στένωση, προκλήθηκε από το θρόμβο, που σχηματίστηκε, όταν διερράγη η προϋπάρχουσα εντός αυτού αθηρωματική πλάκα, μεγάλου ποσοστού, άνω των 70%, όπως, πειστικά, προσδιόρισε το ποσοστό αυτό ο τεχνικός σύμβουλος των εκκαλούντων Θ. Τ. στην από …2017 τεχνική έκθεση, που συνέταξε, δεδομένου ότι και μετά τη διενεργηθείσα αγγειοπλαστική η υπολειπομένη στένωση του φλεβικού αυτού μοσχεύματος ανερχόταν σε 40% και μάλιστα, χωρίς να υπάρχει εμβολή θρομβωτικού υλικού. Να σημειωθεί ότι το παραπάνω ποσοστό (70%) δεν αντικρούεται ειδικά από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Η διάρρηξη της παραπάνω αθηρωματικής πλάκας θα είχε οπωσδήποτε προληφθεί, αν ο εναγόμενος, θεράπων ιατρός του Ν. Ζ. είχε διενεργήσει στεφανιογραφία έγκαιρα, ήτοι στις 19-12-2002, που είχε αρχικά προσδιοριστεί ή έστω και στο διάστημα, που ακολούθησε πριν τις 5-1-2003, καθόσον με τη στεφανιογραφία θα είχε διαπιστώσει αυτός την ύπαρξή της (αθηρωματικής πλάκας) και θα είχε προβεί στις κατάλληλες, κατά την ιατρική επιστήμη, ενέργειες και δη, σε αγγειοπλαστική, που θα είχε αποτρέψει το έμφραγμα. Τούτο, άλλωστε, πιστοποιείται, άνευ ετέρου, από το γεγονός ότι, όταν η αγγειοπλαστική έγινε και μάλιστα, υπό συνθήκες καταπληξίας του ασθενούς, διανοίχθηκε το μόσχευμα και ομαλοποιήθηκε η ροή του αίματος εντός αυτού, πλην, όμως, αυτό δεν ήταν ικανό, πλέον, να αναστρέψει την κατάσταση της υγείας του Ν. Ζ., όπως αποδείχθηκε, λόγω του προηγηθέντος, ένεκα του εμφράγματος, καρδιογενούς shock. Για, δε, την έγκαιρη διενέργεια της στεφανιογραφίας στον ασθενή Ν. Ζ. υπήρχε απόλυτη ένδειξη στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενόψει του βεβαρημένου ιστορικού του (δύο επεμβάσεις, εκ των οποίων η πλέον πρόσφατη ήταν προ δεκαετίας, με μέσο όρο ζωής των μοσχευμάτων τα δέκα περίπου έτη), των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεων, στις οποίες υποβλήθηκε αυτός κατά την πρώτη νοσηλεία του στο "ΥΓΕΙΑ ΑΕ" (αρρύθμιστη χοληστερίνη, σάκχαρο και μειωμένη λειτουργία της καρδιάς του) και της ασταθούς στηθάγχης αυτού, την οποία ο εναγόμενος ιατρός είχε διαγνώοει, ήδη, από το Δεκέμβριο του έτους 2002, όπως προεκτέθηκε. Σχετικά με την ασταθή στηθάγχη πρέπει να λεχθεί ότι, είναι μία από τις σοβαρότερες εμφανίσεις της στεφανιαίας νόσου της καρδιάς, οφείλεται σε διάβρωση αθηρωματικής πλάκας εντός του αυλού των στεφανιαίων αγγείων ή μοσχευμάτων και δύναται, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, να οδηγήσει σε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και σε αιφνίδιο καρδιακό θάνατο. Η δημιουργία θρόμβου εντός του φλεβικού μοσχεύματος από ρήξη προϋπάρχουσας αθηρωματικής πλάκας εντός αυτού, ως αιτία πρόκλησης, στις 5-1-2003, του εμφράγματος στο Ν. Ζ., επιβεβαιώνεται και από το διορισθέντα από το Δικαστήριο αυτό πραγματογνώμονα, Γ. Κ. στην από …2017 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του, ο οποίος, επιπλέον, αναφέρει ότι ο θρόμβος δημιουργείται, όταν γίνει ρήξη αθηρωματικής πλάκας και εκτίθεται στην κυκλοφορία του αίματος το θρομβογόνο περιεχόμενο της πλάκας, καθώς η θρομβογόνος αυτή επίδραση είναι τόσο ισχυρή, που δεν μπορεί να ανασταλεί από την αντιαιμοπεταλιακή και αντιπηκτική δράση των φαρμάκων. Ωστόσο, τα αναφερόμενα στις απαντήσεις, που στην ίδια παραπάνω έκθεση ο δικαστικός πραγματογνώμονας έδωσε στα, ταχθέντα με την υπ' αρ. 2245/2016 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, ερωτήματα, σχετικά με την αναγκαιότητα και χρησιμότητα διενεργείας προηγουμένης στεφανιογραφίας στο Ν. Ζ., ήτοι : α) ότι, αν είχε γίνει στεφανιογραφία στον ασθενή πριν τις 5-1-2003, θα είχε απεικονιστεί η ίδια εικόνα εκτός από τη θρόμβωση του φλεβικού μοσχεύματος, β) ότι το φλεβικό μόσχευμα πριν από τη θρόμβωση δεν θα πρέπει να παρουσίαζε σημαντική στένωση, διότι μετά τη σύνθλιψη και απομάκρυνση του θρόμβου αποκαταστάθηκε ανεμπόδιστη ροή και γ) ότι, ακόμη και αν είχε διαφανεί η αθηρωματική πλάκα σε προηγούμενο χρόνο δεν θα μπορούσε να διανοιχθεί με αγγειοπλαστική το συγκεκριμένο στενωμένο μόσχευμα, διότι επεμβάσεις σε τέτοιου είδους βλάβες φέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα, δεν είναι πειστικά, διότι καταρρίπτονται από τα παραπάνω αποδειχθέντα. Ειδικότερα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι: α) η αθηρωματική πλάκα εντός του φλεβικού μοσχεύματος ήταν μεγάλης έκτασης και είχε προκαλέσει σε αυτό στένωση τουλάχιστον κατά 70%, β) μία τέτοια στένωση θα είχε φανεί οπωσδήποτε στη στεφανιογραφία, αν είχε γίνει στις 19-12-2000 ή έστω και μετά, πριν, όμως, τις 5-1-2003, αφού αυτή είναι η κατάλληλη για την προκειμένη περίπτωση απεικονιοτική εξέταση και γ) η διενεργηθείσα καθυστερημένα αγγειοπλαστική, αν και μετά το έμφραγμα και υπό συνθήκες καρδιογενούς shock (καταπληξίας), υπήρξε επιτυχής, διότι επετεύχθη με αυτή η διάνοιξη του μοσχεύματος και η αποκατάσταση της ροής του αίματος εντός αυτού, ο, δε, θάνατος του Ν. Ζ. δεν προκλήθηκε από την αγγειοπλαστική, αλλά από τις μη αναστρέψιμες συνέπειες του προηγηθέντος καρδιογενούς shock. Κατόπιν τούτων, στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη, εφεσίβλητος, από αμέλεια και έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε, κατά τις περιστάσεις, να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός ιατρός της ειδικότητάς του, ενεργώντας αντίθετα από τους παραπάνω κανόνες της ιατρικής επιστήμης, που επέβαλαν την περαιτέρω νοσηλεία, διάγνωση της αιτίας της ασταθούς στηθάγχης και αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς Ν. Ζ., χορήγησε εξιτήριο στον τελευταίο στις 20-12-2002, χωρίς προηγουμένως να διενεργήσει σε αυτόν στεφανιογραφία, που θα του παρείχε πλήρη εικόνα της κατάστασης του ως άνω φλεβικού μοσχεύματος και χωρίς να έχει αποκατασταθεί η υγεία του, η οποία στην κατάσταση, που εξήλθε ενείχε τον αυξημένο κίνδυνο, ανά πάσα στιγμή, να προκληθεί σε αυτόν οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και αιφνίδιος θάνατος. Το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της πρώτης νοσηλείας του Ν. Ζ. στο "ΥΓΕΙΑ ΑΕ" υποχώρησαν τα συμπτώματα και κατόπιν αυτού, εμφανιζόταν σταθερή η κατάσταση της υγείας του ασθενούς, όταν εξήλθε από το θεραπευτήριο, δεν αναιρεί τα παραπάνω αποδειχθέντα, καθόσον, όπως καλώς γνώριζε ο εφεσίβλητος ιατρός, τα, μεν, συμπτώματα της ασταθούς στηθάγχης εμφανίζονται, συνήθως, όχι παρατεταμένα, αλλά υποχωρούν (προς την κατεύθυνση αυτή βοήθησε, εν προκειμένω και η ενδοφλέβια θεραπευτική αγωγή εντός του θεραπευτηρίου) και επανεμφανίζονται, η, δε, αιτία δεν είχε εξαλειφθεί, αφού ο Ν. Ζ. εξήλθε στις …2002 με την ίδια διάγνωση της ασταθούς στηθάγχης και με προτεινόμενη θεραπευτική αγωγή, η οποία, όπως, επίσης, καλώς γνώριζε, ο εφεσίβλητος ιατρός, δεν αρκούσε για να αποτρέψει την εμφάνιση του οξέως εμφράγματος του μυοκαρδίου και το θάνατο στο συγκεκριμένο, υψηλού κινδύνου, ασθενή. Δεν αποδείχθηκε, δε, ότι ο εφεσίβλητος ιατρός, ενημέρωσε τον ασθενή, κατά τη νοσηλεία του στο άνω θεραπευτήριο και κατά την έξοδό του από αυτό για την προπεριγραφείσα κρίσιμη κατάσταση της υγείας του, που ενείχε τον κίνδυνο να υποστεί, ανά πάσα στιγμή, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και καρδιακό θάνατο. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω ασθενής αρνήθηκε να υποβληθεί στην προγραμματισθείσα για τις 19-12-2002 στεφανιογραφία και στην περαιτέρω νοσηλεία του στο θεραπευτήριο.
Εξάλλου, στην περίπτωση αυτή ο εφεσίβλητος ιατρός όφειλε, λόγω της προπεριγραφείσας επίκινδυνότητας της κατάστασης της υγείας του ασθενούς του, να έχει λάβει, εγγράφως, κατά την έξοδό του από το θεραπευτήριο, τις παραπάνω αρνήσεις του, με τη σημείωση, βέβαια, ότι είχε, προηγουμένως, γνωστοποιηθεί σε εκείνον τόσο η παραπάνω κατάσταση της υγείας του όσο και οι συνέπειες μη διενεργείας της στεφανιογραφίας και περαιτέρω νοσηλείας του. Τέτοια άρνηση, όμως, του ασθενούς, δεν υπάρχει εγγράφως, αλλά ούτε και αποδείχθηκε από κάποιο άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο, ότι έλαβε χώρα. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο ασθενής εξήλθε του νοσοκομείου, χωρίς να έχει πλήρη εικόνα για την κατάσταση της υγείας του και τον κίνδυνο, που διέτρεχε, άμεσα, να υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και θάνατο, αφού αυτός αμέσως μετά μετέβη στο γραφείο του. Επιπροσθέτως, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη, εφεσίβλητος, από αμέλεια και έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε, κατά τις περιστάσεις, να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός ιατρός της ειδικότητάς του, ενεργώντας αντίθετα από τους παραπάνω κανόνες της ιατρικής επιστήμης, που επέβαλαν άμεσα τη διενέργεια στεφανιογραφίας και κατάλληλη ιατρική αντιμετώπιση της παραπάνω πάθησης του Ν. Ζ., δεν διενήργησε αυτά έγκαιρα ούτε και μετά τη, για δεύτερη φορά, εισαγωγή του (από 1-1-2003) στο άνω θεραπευτήριο και πριν τις 5-1-2003, που υπέστη ο θανών το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και το καρδιογενές shock, μολονότι, αφενός, μεν, ο ασθενής την …2003 εισήχθη στη ΜΕΘ του εν λόγω θεραπευτηρίου και οι ενδείξεις στις εξετάσεις του συνηγορούσαν στο ότι είχε υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου με μη ανάσπαση του διαστήματος ST μικρής έκτασης, αφετέρου, δε, στις 4-1-2003 υπέστη νέο επεισόδιο στηθάγχης στο θάλαμο της καρδιολογικής κλινικής, που νοσηλευόταν. Σημειωτέον ότι, ως προς τα τελευταία αυτά περιστατικά (ήτοι καπά τη διάρκεια της δεύτερης εισαγωγής), παραδεκτώς ερευνάται και λαμβάνεται υπόψη η αμέλεια του εναγομένου - εφεσίβλητου ιατρού, με βάση τα όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, αν και περί τούτου δεν γίνεται συγκεκριμένη μνεία στην υπό κρίση αγωγή, καθόσον, εν προκειμένω, δεν τίθεται θέμα μεταβολής της βάσης της αγωγής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα ανωτέρω.... Από την παραπάνω περιγραφείσα αμελή συμπεριφορά του εφεσίβλητου ιατρού η κρίσιμη κατάσταση της υγείας του Ν. Ζ. δεν αντιμετωπίστηκε έγκαιρα με τις κατάλληλες και αναγνωρισμένες από την ιατρική επιστήμη ανωτέρω μεθόδους, με συνέπεια, ως μόνης ενεργού αιτίας, να υποστεί αυτός στις …2003 το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και το καρδιογενές shock, που αποδυνάμωσε τη λειτουργία όλων των οργάνων του, επιφέροντας, έτσι, στη συνέχεια, λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, νεφρική ανεπάρκεια, γενικευμένη λοίμωξη με μικροβιαιμία και πολυοργανική ανεπάρκεια, με τελικό αποτέλεσμα το θάνατο αυτού. Μετά ταύτα, εφόσον από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος, πρώτου εφεσίβλητου, ιατρού προκλήθηκε ο θάνατος του Ν. Ζ., νοσηλευομένου στο θεραπευτήριο της προστήσασας αυτόν, δεύτερης εφεσίβλητης εταιρείας, ευθύνεται και η τελευταία, εις ολόκληρον, ευθύνη, που είναι αντικειμενική και δικαιολογητικό λόγο έχει το γεγονός ότι η προστήσασα ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο επιχειρηματικής της δραστηριότητας και ως εκ τούτου φέρει και την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος,...". Με τις ανωτέρω αιτιολογίες το Εφετείο εξαφάνισε εν μέρει την πρωτόδικη 1703/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 17-3-2008 αγωγή των αναιρεσίβλητων εν μέρει ως αόριστη και εν μέρει ως ουσιαστικά αβάσιμη (δεν εξαφάνισε αυτήν, καθόσον αφορά την εν λόγω αγωγή, ως προς τη διάταξή της περί απόρριψης ως αόριστου του αιτήματος των εναγόντων περί εφάπαξ καταβολής της αποζημίωσης για στέρηση διατροφής), δίκασε την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους, σε ολόκληρο καθένας τους, τα αναφερόμενα στο διατακτικό του ποσά, ως αποζημίωση και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του άνω συγγενούς τους. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη ευθύνης από αδικοπραξία του αναιρεσείοντα, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατος του συγγενούς των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, οι οποίες (ελλείψεις) καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330 ΑΚ, 24 α.ν. 1565/1939 και 8 ν. 2251/1994, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχεται ότι η ευθύνη του αναιρεσείοντος έγκειται στο γεγονός ότι δεν διενήργησε την προγραμματισμένη εξέταση στεφανιογραφίας στο θανόντα Ν. Ζ. α) την …2002 στην ιδιωτική κλινική της δεύτερης εναγόμενης, όπου αυτός είχε εισαχθεί την …2002, με αποτέλεσμα ο ασθενής να εξέλθει από την κλινική την …2002 και να γίνει νέος προγραμματισμός της ανωτέρω εξέτασης για την …2003, και β) κατά το χρονικό διάστημα από την έξοδό του μέχρι την 5-1-2003, οπότε ο Ν. Ζ. , νοσηλευόμενος εκ νέου στην ανωτέρω κλινική από …2003, υπέστη (δεύτερο) έμφραγμα, συνεπεία του οποίου απεβίωσε, διότι με την ως άνω εξέταση θα είχε διαπιστωθεί η ύπαρξη αθηρωματικής πλάκας και θα είχε γίνει αγγειοπλαστική επέμβαση, δεν αιτιολογεί όμως ειδικότερα 1) για ποιο λόγο δεν πραγματοποιήθηκε η εξέταση της στεφανιογραφίας, η οποία είχε καθοριστεί να γίνει την …2002, και συγκεκριμένα εάν η αναβολή της εξέτασης αυτής για την …2003 έγινε κατόπιν απόφασης του αναιρεσείοντος, που ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης συνολικής αξιολόγησης του περιστατικού και ελήφθη κατά παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, ή από άλλη αιτία, λ.χ. λόγω αντικειμενικής αδυναμίας για την πραγματοποίηση της εξέτασης ή λόγω απροθυμίας και απόφασης του ασθενούς να αποχωρήσει από το θεραπευτήριο χωρίς να υποβληθεί σε αυτήν, και 2) αν ήταν εφικτή και δυνατή, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, η εσπευσμένη διενέργεια της εξέτασης στεφανιογραφίας μετά την έξοδό του από την κλινική και μέχρι την …2003, δεδομένου ότι, κατά τις παραδοχές της απόφασης, ο ασθενής νοσηλευόταν από …2003 λόγω εμφράγματος του μυοκαρδίου, αρχικά στη μονάδα εντατικής θεραπείας και εν συνεχεία σε κοινό θάλαμο της ανωτέρω κλινικής, λαμβάνοντας ειδική αντιπηκτική και αντιδιαβητική αγωγή. Επίσης, το Εφετείο δεν διαλαμβάνει καθόλου στην απόφασή του αιτιολογίες σχετικά με το υποκειμενικό στοιχείο, που απαιτείται για τη θεμελίωση αδικοπραξίας, και συγκεκριμένα αν τα προαναφερθέντα περιστατικά, που συνιστούν κατά την κρίση του παραλείψεις του αναιρεσείοντος, οφείλονται ή όχι σε υπαιτιότητα αυτού, με συγκεκριμένη αναφορά στο είδος και το βαθμό της υπαιτιότητας και ειδικότερη αιτιολόγησή της. Λόγω των πιο πάνω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης δεν στηρίζεται επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι ο θάνατος του Ν. Ζ., νοσηλευόμενου στο θεραπευτήριο της δεύτερης εναγόμενης εταιρείας, προκλήθηκε από αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντα Ν. Κ. κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και επομένως ότι αυτός ευθύνεται να αποζημιώσει τους ενάγοντες συγγενείς του θανόντος. Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του Ν. Κ., με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Ο λόγος αυτός (πρώτος πρόσθετος) είναι βάσιμος και ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους οι πρόσθετοι λόγοι δεν ασκήθηκαν παραδεκτώς, όπως προαναφέρθηκε, επειδή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ και το Δικαστήριο με την αριθ. 60, 61 και 62/2026 διάταξή του κάλεσε τους διαδίκους, προς τους οποίους γνωστοποιήθηκε με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου, να διατυπώσουν με υπόμνημα τις απόψεις τους επ' αυτού εντός προθεσμίας 20 ημερών από τη λήψη αυτής, η οποία παρήλθε. Επίσης, είναι βάσιμος και ο σχετικός πρώτος λόγος της από 18/6/2019 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε.", με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 24 α.ν. 1565/1939, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν αυτού δε παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης και των λοιπών πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος Ν. Κ., καθώς και των λοιπών λόγων αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρίας ΥΓΕΙΑ. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή,να διαταχθεί η απόδοση των παραβόλων των αναιρέσεων στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή των σχετικών αιτημάτων τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ.Δ). Β) Επί της από …/2020 αίτησης αναιρέσεως των Σ. Ζ. κ.λ.π. :
Κατ' άρθρο 579 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από αυτήν ακυρώνεται, μόνο αν στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Η αίτηση αναίρεσης που ασκείται από άλλο διάδικο κατά της ίδιας ολικώς αναιρεθείσας απόφασης του εφετείου δεν έχει πλέον αντικείμενο και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1026/2010, ΑΠ 1471/2002) και σε περίπτωση που έχει ασκηθεί πριν την έκδοση της απόφασης απορρίπτεται ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 1857/2017). Είναι άνευ σημασίας για ποιο λόγο αναίρεσης αναιρέθηκε ολικώς η προσβληθείσα απόφαση και ποιος ήταν ο αναιρεσείων. Στο σύνολό της δε θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση όταν η αναιρούσα αυτήν απόφαση δεν περιορίζει με σχετική διάταξή της την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες της από …2020 αίτησης αναίρεσης Σ. Ζ. κ.λ.π. με την αίτησή τους προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 19, 11, 12 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, παραπονούμενοι ειδικότερα για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 928 και 932ΑΚ με την επιδίκαση ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης μικρότερων ποσών από τα αιτούμενα με την αγωγή τους. Όμως, μετά την παραδοχή των αναιρέσεων του Ν. Κ. και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε." και την ολική εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η εξέταση της ανωτέρω αναίρεσης και των λόγων της παρέλκει ως άνευ αντικειμένου, αφού η υπόθεση θα κριθεί εκ νέου απο το Εφετείο στο σύνολό της για όλους τους διαδίκους. Επομένως, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή των σχετικών αιτημάτων τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1175/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων των αναιρέσεων στους αναιρεσείοντες α) Ν. Κ. και β) εταιρία με την επωνυμία "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε.".
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους Σ. Ζ. κ.λ.π. στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν. Κ., τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους Σ. Ζ. κ.λ.π. στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών ΥΓΕΙΑ Α.Ε.", τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Απορρίπτει την από 1.11.2020 αίτηση των Σ. Ζ. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1175/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ