ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 888/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 888/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 888/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 888 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 888/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΖΙΤΣΑΣ" που εδρεύει στην τ.κ. Ελεούσας του Δήμου Ζίτσας Π.Ε. Ιωαννίνων περιφέρειας Ηπείρου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Γοργόλη, ο οποίος δήλωσε ότι παρίσταται ο Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΖΙΤΣΑΣ", ως καθολικός διάδοχος του ως άνω αναιρεσείοντος, που καταργήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29 του Ν. 5056/2023 (ΦΕΚ 163/6-10-2023 τ. Α') και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ. θυγ. Ν. Μ., χήρας Γ. Κ., κατοίκου ... , 2. Α. Α. του Α., κατοίκου ... και 3. Μ. θυγ. Σ. Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Πανταζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2021 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από …2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από …2023 με αριθμό κατάθεσης …2023 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΖΙΤΣΑΣ", το οποίο καταργήθηκε αυτοδικαίως στις …2023, δυνάμει του άρθρου 29 του ν. 5056/2023 (Α 163/6-10-2023) και στη θέση του υπεισήλθε από 1-1-2024 ως καθολικός διάδοχος το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΖΙΤΣΑΣ", εκδοθείσας προς τούτο της με αριθμό …2024 διαπιστωτικής πράξης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας περί αυτοδίκαιης κατάργησης του ως άνω ΝΠΙΔ (ΦΕΚ Β 6/3-1-2024) και συνεπώς νόμιμα συνεχίζει τη δίκη, με τη σχετική δήλωσή του κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συζήτησης του Δικαστηρίου αυτού, χωρίς να επέρχεται βιαία διακοπή της δίκης.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της με αριθμό 87/20-2-2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από …2021 με αριθμό κατάθεσης …2021 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΖΙΤΣΑΣ" κατά των εναγουσών-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και κατά της με αριθμό 57/2021 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από …2021 με αριθμό κατάθεσης …2021 αγωγή τους. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων την 20-4-2023 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 20-2-2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Επίσης, για το παραδεκτό της πρόσληψης του πληρεξουσίου Δικηγόρου του Δήμου Ζίτσας, ως καθολικού διαδόχου του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, προσκομίζονται, κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 3852/2010, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο: α) η με αριθμό 418/2024 απόφαση της Δημοτικής του Επιτροπής, με την οποία εγκρίθηκε ο ορισμός του δικηγόρου Βασιλείου Γοργόλη και του παρασχέθηκε η εντολή να εκπροσωπήσει το Δήμο Ζίτσας, με την ως άνω ιδιότητά του κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και β) το με αριθμό …2024 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Ελένης Ράπτη, δυνάμει του οποίου ο Δήμαρχος του ως άνω ΟΤΑ, παρείχε με την ιδιότητά του αυτή, την πληρεξουσιότητα στον προαναφερόμενο δικηγόρο για την εκπροσώπηση του κατά τη συζήτηση αυτής (ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 49/2023, ΑΠ 77/2022).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ένδικης υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από …2021 με αριθμό κατάθεσης …2021 αγωγή τους οι ενάγουσες, είχαν εκθέσει ότι η πρώτη εξ αυτών εργάσθηκε διαρκώς από την 1-9-2017 έως και σήμερα, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψε με το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΖΙΤΣΑΣ" και με πλήρες αποκλειστικής απασχόλησης ωράριο, ως υπάλληλος καθαριότητας, έναντι μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών, ανερχομένων στο ποσό των ευρώ 930, ήτοι στο ποσό των 780 ευρώ ο βασικός μισθός, προσαυξημένος κατά το ποσό των 150 ευρώ, που είναι το επίδομα ειδικών συνθηκών (ανθυγιεινό), ότι η δεύτερη εξ αυτών, εργάσθηκε από τις 5-6-2008 έως και σήμερα, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνήψε με το εναγόμενο και με πλήρες αποκλειστικής απασχόλησης ωράριο, ως υπάλληλος καθαριότητας, έναντι μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών, ανερχομένων στο ποσό των 1.059 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 909 ευρώ ο βασικός μισθός, προσαυξημένος κατά το ποσό των 150 ευρώ, που είναι το επίδομα ειδικών συνθηκών (ανθυγιεινό), ότι η τρίτη εξ αυτών εργάσθηκε από τις 23-10-2015 έως και 30-9-2017, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως υπάλληλος καθαριότητας και από τις …2017 έως και τις …2018 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με ημερήσια απασχόληση 8 ωρών και από …2018 έως και σήμερα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αποκλειστικής απασχόλησης, καλύπτοντας πλήρες ωράριο, έναντι μηνιαίων ακαθάριστων αποδοχών, ανερχομένων στο ποσό των 973 ευρώ, ήτοι στο ποσό των 823 ευρώ ο βασικός μισθός, προσαυξημένος κατά το ποσό των 150 ευρώ, που είναι το επίδομα ειδικών συνθηκών (ανθυγιεινό). Ότι μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2020 το εναγόμενο δεν τους κατέβαλλε, ως εκ του νόμου υποχρεούτο, το μηνιαίο επίδομα ειδικών συνθηκών (ανθυγιεινό) των 150 ευρώ, μολονότι διαρκώς από της προσλήψεώς τους και εντεύθεν, προσφέρουν υπηρεσίες καθαριότητας σε αυτό. Ότι την εν λόγω υποχρέωσή του αναγνώρισε το εναγόμενο, αλλά για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2020 και εντεύθεν, πλην όμως αρνείται να τους καταβάλλει το εν λόγω επίδομα αναδρομικά και τούτο παρά το ότι από τον Ιούλιο του 2017 υπήρχε θεσμοθετημένη νομική υποχρέωσή του να το καταβάλλει, βάσει του άρθρου 98 του ν. 4483/2017. Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, επικαλούμενες και την αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1του Συντάγματος), ζήτησαν οι ενάγουσες να τους καταβάλλει το εναγόμενο : α) στην πρώτη εξ αυτών, Χ. Μ., το ποσό των 150 ευρώ που συνιστά το μηνιαίο επίδομα ειδικών συνθηκών χ 34 μήνες, που διέδραμαν χωρίς να της καταβληθεί αυτό, από την πρόσληψή της την 1-9-2017 έως και τον Ιούνιο του 2020, ήτοι το συνολικό ποσό των 5.100 ευρώ, νομιμοτόκως κάθε μερικότερη μηνιαία δόση του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από το τέλος κάθε μήνα του ίδιου χρονικού διαστήματος, έως την πλήρη εξόφληση, β) στη δεύτερη εξ αυτών, Α. Α., το ποσό των 150 ευρώ που συνιστά το μηνιαίο επίδομα ειδικών συνθηκών χ 54 μήνες, που διέδραμαν χωρίς να της καταβληθεί αυτό από την 1-1-2016 έως και τον Ιούνιο του 2020, ήτοι το συνολικό ποσό των 8.100 ευρώ, νομιμοτόκως κάθε μερικότερη μηνιαία δόση του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από το τέλος κάθε μήνα του ίδιου χρονικού διαστήματος, έως την πλήρη εξόφληση και γ) στην τρίτη εξ αυτών, Μ. Σ., το ποσό των 150 ευρώ, που συνιστά το μηνιαίο επίδομα ειδικών συνθηκών χ 54 μήνες, που διέδραμαν χωρίς να της καταβληθεί αυτό, από την 1-1-2016 έως και τον Ιούνιο του 2020, ήτοι το συνολικό ποσό των 8.100 ευρώ, νομιμοτόκως κάθε μερικότερη μηνιαία δόση του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από το τέλος κάθε μήνα του ίδιου χρονικού διαστήματος, έως την πλήρη εξόφληση.
Το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, με τη με αριθ. 57/2021 οριστική του απόφαση, αφού έκρινε την αγωγή νόμιμη, α) απέρριψε την ένσταση περί διετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων των εναγουσών, που είχε προβάλλει το εναγόμενο, και ακολούθως β) δέχθηκε αυτήν (αγωγή) ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, ως προς όλες τις ενάγουσες και επιδίκασε σε κάθε μια απ' αυτές τα αντίστοιχα ποσά με το νόμιμο τόκο κάθε μερικότερης μηνιαίας δόσης του αναφερομένου χρονικού διαστήματος, από το τέλος κάθε μήνα του ίδιου χρονικού διαστήματος έως την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την, ως άνω, από …2021 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 87/2023 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία έγινε δεκτή τυπικά η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσία. Ειδικότερα δε, ως προς τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο ζητήματα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τους πρώτο και τρίτο λόγους έφεσης, με τους οποίους επαναφέρθηκαν ενώπιόν του οι παραδεκτώς προταθέντες και ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ισχυρισμοί του εναγομένου, ως αβάσιμους κατ' ουσία και συγκεκριμένα: α) τον ισχυρισμό περί διετούς παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγουσών με βάση το άρθρο 140 του ν. 4270/2014 και τα άρθρα 258 και 276 του ν. 3463/2006, και β) τον ισχυρισμό περί μη αναδρομικής εφαρμογής του άρθρου 98 του ν. 4483/2017, ως προς το προβλεπόμενο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας.
Συγκεκριμένα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου περί μη πρόβλεψης αναδρομικής ισχύος του νόμου (άρθρο 98 του νόμου 4483/2017), βάσει του οποίου οι ενάγουσες δικαιούνται το επίδικο επίδομα και επομένως εσφαλμένης επιδίκασης ποσών πριν την 1-8-2017 από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος επαναφέρεται με το σχετικό (τρίτο) λόγο έφεσης, λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Όπως προεκτέθηκε το άρθρο 15 του 1 4024/2011 (Α' 226/27.10.2011), πριν από την κατάργησή του από το άρθρο 34 περ. α' του ν. 4354/2015 (Α' 176), όριζε στην πρώτη του παράγραφο ότι: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) Ευρώ μηνιαίως..." και ακολούθως, κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. οικ.2/16519/0022/ 24.2.2012 (Β' 465) ΚΥΑ με τίτλο "Καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης κα, ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27-10-2011)", που στο μόνο της άρθρο, προβλέπει τα εξής: "1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους ... ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) Ευρώ ... 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α).... β) ... γ) Το προσωπικό, που απασχολείται στη συγκομιδή και αποκομιδή, μεταφορά, διαλογή, επιστασία, καταστροφή απορριμμάτων, σε συνεργεία συντήρησης και επισκευής των μέσων καθαριότητας και με το πλύσιμο αυτών, καθώς και οι οδοκαθαριστές, ο, εργάτες αφοδευτηρίων, οι χειριστές μηχανικών σαρώθρων, οι εργάτες ταφής κα, εκταφής νεκρών, οι καθαριστές οστών, οι εργάτες και τεχνίτες ασφαλτόστρωσης, οι τοποθετητές μαρμάρων και πλακών, οι κατεργαστές και κόπτες μαρμάρων, οι σφαγείς και εκδορείς ζώων και πτηνών, οι εναερίτες ηλεκτρολόγοι, οι εργάτες και τεχνίτες αποχέτευσης, οι οδηγοί ανοιχτών φορτηγών και βαρέων φορτηγών μεικτού βάρους άνω των 3,5 τόνων και λεωφορείων και οι χειριστές μηχανημάτων έργου, δ). ... ε) ... 5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων, που αναφέρονται σε αυτήν. 6. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του. Επίσης καταβάλλεται και για όσο διάστημα οι υπάλληλοι τελούν σε θεσμοθετημένες άδειες (κανονικές, συνδικαλιστικές, ειδικές, εκπαιδευτικές μικρής διάρκειας έως δύο (2) μηνών, διευκόλυνσης υπαλλήλων με οικογενειακές υποχρεώσεις, μητρότητας και ανατροφής παιδιού), σε βραχυχρόνια αναρρωτική άδεια έως έξι (6) ημέρες κατ' έτος, καθώς και αυτής που χορηγείται από δημόσια νοσοκομεία, κέντρα υγείας του Δημοσίου, πανεπιστημιακές κλινικές, νοσηλευτικούς σχηματισμούς του Ι.Κ.Α. και ιδιωτικές κλινικές, εφόσον έχει προηγηθεί νοσηλεία σε αυτές, η οποία αποδεικνύεται με σχετικά παραστατικά στοιχεία (εισαγωγή, εξιτήριο κ.λ.π.). Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Σε περίπτωση απομάκρυνσης των υπαλλήλων, για οποιονδήποτε λόγο (όπως ενδεικτικά μετακίνηση, απόσπαση, μετάθεση, μετάταξη, διάθεση) από τα καθήκοντα, τις θέσεις κα, τις συνθήκες, ο, οποίες δικαιολογούν τη χορήγηση του, διακόπτεται ισοχρόνως η καταβολή του με ευθύνη του οικείου προϊσταμένου. Η απόφαση αυτή, που ισχύει από 1/5/2012, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 Ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2/16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β'465/24/02/2012). στην οποία προστέθηκε και το προσωπικό που απασχολείται στη συγκομιδή και αποκομιδή, μεταφορά, διαλογή, επιστασία, καταστροφή απορριμμάτων σε συνεργεία συντήρησης και επισκευής των μέσων καθαριότητας και με το πλύσιμο αυτών, αποτελεί στην ουσία ένα επίδομα το οποίο έχει ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας. Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του προσωπικού καθαριότητας των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας για την επίτευξη κοινωφελών σκοπών, από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό, που απασχολείται στη συγκομιδή και αποκομιδή, μεταφορά, διαλογή, επιστασία, καταστροφή απορριμμάτων, σε συνεργεία συντήρησης και επισκευής των μέσων καθαριότητας και με το πλύσιμο αυτών, καθώς και με το προσωπικό των οδοκαθαριστών, των εργατών αφοδευτηρίων, έρχεται σε αντίθεση με την καθιερουμένη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και σε αυτό του εν λόγω επιδόματος.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος.

Συνεπώς, ο αποκλεισμός των εναγουσών από τη χορήγηση του διεκδικούμενου επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, ύψους 150,00 ευρώ μηνιαίως, κατά το χρονικό διάστημα του έτους 2016 έως και τον Ιούλιο του έτους 2017, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 4024/2011, όπως εξειδικεύθηκε με την προαναφερόμενη ΚΥΑ, αποτελεί αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, σημειώνεται δε ότι οι ενάγουσες, κατά το ένδικο διάστημα, δεν λάμβαναν κάποιο άλλο επίδομα λόγω των προαναφερόμενων συνθηκών εργασίας τους ούτε και αμείβονταν με ειδικό μισθολόγιο και θα πρέπει αυτό, ύψους 150,00 Ευρώ για κάθε μήνα απασχόλησης, καθ' όλο το έτος 2016 έως και τον Ιούλιο του έτους 2017, να χορηγηθεί στη δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, απορριπτομένου ως μη νόμιμου του ισχυρισμού του εναγομένου περί απαγόρευσης αναδρομικής καταβολής των εν λόγω ποσών, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για περίπτωση αναδρομικής ισχύος του προκείμενου νόμου, ώστε να ρυθμισθούν περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος, αλλά για περίπτωση εφαρμογής της αρχής της ισότητας, ως αναλύθηκε παραπάνω. Έτσι που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς το νόμο ερμήνευσε και επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης πρέπει αν απορριφθεί ως νομικά βάσιμος.

Περαιτέρω, από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίστηκαν με επίκληση στην πρωτοβάθμια δίκη και επαναπροσκομίζονται με επίκληση στην παρούσα, αλλά και αυτών που προσκομίζονται για πρώτη φορά με επίκληση στο Δικαστήριο αυτό, για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για συναγωγή τεκμηρίων και από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τους λόγους της έφεσης: Η πρώτη των εναγουσών Χ. Μ., εργάζεται διαρκώς από την …2017 έως σήμερα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήψε με το εναγόμενο και με πλήρες αποκλειστικής απασχόλησης ωράριο, ως υπάλληλος καθαριότητας και συγκεκριμένα με την ειδικότητα του ΤΕ προσωπικού καθαριότητας (Βαθμός Στ Μ.Κ.1), αμειβόμενη με βάση τα οριζόμενα από το νόμο και τη σύμβασή της για τους εργαζομένους των γενικών υπηρεσιών μισθωτών ιδιωτικού δικαίου χρόνου (ΙΔΟΧ) και προσφέρει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο μέσω προγράμματος της Ε.Ε.Τ.Α.Α. με τίτλο "Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής Ζωής", με ακαθόριστες μηνιαίες αποδοχές που ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ β ποσό των Ευρώ 780,00 ο βασικός μισθός, προσαυξημένος κατά το ποσό των Ευρώ 150,00, που είναι το επίδομα ειδικών συνθηκών (ανθυγιεινό). Η δεύτερη των εναγουσών, Α. Α. εργάζεται με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και καλύπτοντας πλήρες και αποκλειστικής απασχόλησης ωράριο, ως υπάλληλος καθαριότητας στο εναγόμενο και συγκεκριμένα με την ειδικότητα του ΤΕ προσωπικού καθαριότητας (Μ.Κ. 4, Βαθμός Δ), αμειβόμενη με βάση τα οριζόμενα από το νόμο και τη σύμβασή της για τους εργαζομένους των γενικών υπηρεσιών μισθωτών ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (ΙΔΟΧ) και προσφέρει τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο μέσω του προγράμματος της Ε.Ε.Τ.Α.Α. με τίτλο "Εναρμόνιση Οικογενειακής και Επαγγελματικής Ζωής". Οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό παν Ευρώ 1.059.00, ήτοι στο ποσό των Ευρώ 909,00 ο βασικός μισθός, προσαυξημένος κατά το ποσό των Ευρώ 150,00, που είναι το επίδομα των ειδικών συνθηκών (ανθυγιεινό). Η τρίτη των εναγουσών, Μ. Σ., εργάσθηκε από …2015 έως και …2017, με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως ιδιωτικός υπάλληλος καθαριότητας στο εναγόμενο, μέσω του προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. με τίτλο "Ειδικό τριετές πρόγραμμα ενίσχυσης εργοδοτών με επιχορήγηση που αντιστοιχεί στο ύψος των συνολικών ασφαλιστικών εισφορών για την πρόσληψη 2.300 ανέργων ατόμων με αναπηρίες, απεξαρτημένων από εξαρτησιογόνες ουσίες, αποφυλακισμένων, νεαρών παραβατικών ατόμων ή νεαρών ατόμων που βρίσκονται σε κοινωνικό κίνδυνο και πρόγραμμα επιχορήγησης 50 θέσεων εργονομικής διευθέτησης του χώρου εργασίας για άτομα με αναπηρίες" δίχως διακοπή και από …2017 έως …2018 με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με ημερήσια απασχόληση 8 ωρών και από …2018 έως σήμερα με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου κα, αποκλειστικής απασχόλησης, καλύπτοντας πλήρες ωράριο, αμειβόμενη με όσα ο νόμος και η σύμβασή της προβλέπει για την ειδικότητά της (Υ.Ε. προσωπικού καθαριότητας 1 Μ.Κ. 2, Βαθμός ΣΤ), απασχολούμενη με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ 973,00, με βασικό μισθό ανερχόμενο στο ποσό των Ευρώ 823,00, προσαυξανόμενο ωστόσο με το επίδομα ειδικών συνθηκών (ανθυγιεινό), που ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 150,00.

Εξάλλου, με το άρθρο 98 του Ν. 4483/2017 εξειδικεύθηκαν ο, δικαιούχοι του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και προστέθηκαν οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου και ορισμένου χρόνου, των ΟΤΑ α' και β' βαθμού και των νομικών προσώπων αυτών, που υπάγονται στις ειδικότητες ή παρέχουν τις εργασίες που περιλαμβάνοντα, στις κατηγορίες της παραγράφου 2. Στην κατηγορία Α' συμπεριλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το προσωπικό που απασχολείται στην εποπτεία καθαριότητας, το προσωπικό καθαριότητας εσωτερικών χώρων κ.λ.π.

Συνεπώς, από το χρονικό διάστημα ισχύος του προαναφερόμενου νόμου, ήτοι από 31-07-2017, οι ενάγουσες, εξειδικεύθηκαν πλέον ως δικαιούχοι, για την καταβολή του ενδίκου επιδόματος. Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω και δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 98 του Ν. 4483/2017 οι ενάγουσες δικαιούνται το ένδικο βοήθημα, όπως αυτό αξιώνεται με την αγωγή, δεδομένου ότι το εναγόμενο άρχισε να καταβάλλει το εν λόγω επίδομα από τον Ιούνιο του έτους 2020, γεγονός το οποίο ισχυρίζονται οι ενάγουσες και δεν αμφισβητεί ειδικά το εναγόμενο, παρότι από τον Ιούλιο του έτους 2017 υπήρχε θεσμοθετημένη νομική υποχρέωσή του προς την καταβολή του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, έκρινε ότι το εναγόμενο οφείλει στις ενάγουσες και πρέπει να τους καταβάλλει: α) Στην πρώτη εξ αυτών, Χ. Μ., το ποσό των {(150,00 Ευρώ το μηνιαίο επίδομα ειδικών συνθηκών) χ 34 μήνες (που διέδραμαν χωρίς να της καταβάλλεται από την πρόσληψή της την 01-09-2017 έως και τον Ιούνιο του 2020) =} 5.100,00 Ευρώ, νομιμοτόκως κάθε μερικότερη μηνιαία δόση του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από το τέλος κάθε μήνα του ίδιου χρονικού διαστήματος, έως την εξόφληση, β) Στη δεύτερη εξ αυτών, Α. Α., το ποσό των {(150,00 Ευρώ το μηνιαίο επίδομα ειδικών συνθηκών) χ 54 μήνες (που διέδραμαν χωρίς να της καταβάλλεται από την 01-01-2016 έως και τον Ιούνιο του 2020) =} 8.100,00 Ευρώ, νομιμοτόκως κάθε μερικότερη μηνιαία δόση του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από το τέλος κάθε μήνα του ίδιου χρονικού διαστήματος, έως την εξόφληση, γ) Στην τρίτη εξ αυτών, Μ. Σ., το ποσό των {(150,00 Ευρώ το μηνιαίο επίδομα ειδικών συνθηκών) χ 54 μήνες (που διέδραμαν, χωρίς να της καταβάλλεται από την 01-01-2016 έως κα, τον Ιούνιο του 2020) =} 8.100,00 Ευρώ, νομιμοτόκως κάθε μερικότερη μηνιαία δόση του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από το τέλος κάθε μήνα του ιδίου χρονικού διαστήματος, έως την εξόφληση.

Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου περί (διετούς) παραγραφής των επίδικων αξιώσεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις που αφορούν την επίδικη υπόθεση δεν αποτελούν ν.π.δ.δ. ούτε έναντι των Οργανισμών αυτών επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό τη μορφή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομία (ΑΠ 1009/2001), για την επίτευξη ορισμένων, αναφερόμενων στις διατάξεις, σκοπών, η διαχείριση των επιχειρήσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική διαχείριση, η δε ευθύνη του Δήμου, που συνιστά ή συμμετέχει σε τέτοια επιχείρηση, περιορίζεται στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της επιχείρησης. Για όσα ζητήματα δεν ρυθμίζονται ειδικά, εφαρμόζονται οι διατάξεις της εμπορικής και αστικής νομοθεσίας.
Συνεπώς εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής αξιώσεων που γεννώνται σε βάρος των δημοτικών επιχειρήσεων για την πληρωμή αξιώσεων κατ' αυτών είναι οι διατάξεις του άρθρου 249 του Α.Κ., σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή. Κατά της κρίσης αυτής παραπονείται το εκκαλούν - εναγόμενο με την υπό κρίση έφεσή του, με την οποία ζητεί με τον σχετικό (πρώτο) λόγο της έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, επαναφέροντας τη νομίμως προβληθείσα ένσταση (διετούς) παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων, ειδικότερα δε, όσον αφορά την 1η ενάγουσα, Χ. Μ., ισχυρίσθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις της για τα έτη 2017 και 2018 έχουν παραγραφεί και για τις λοιπές δύο ενάγουσες, Α. Α. και Μ. Σ., ισχυρίσθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις τους καθ' όλο το χρονικό διάστημα των ετών 2016, 2017 και 2018 έχουν επίσης παραγραφεί. Με την κρίση του βέβαια αυτή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 6,17 ΑΚ και 276 παρ. 1, 2 και 3 Ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1, 3 παρ. 1, 7 παρ. 1 και 2, 8, 10, 17 παρ. 1, 21 παρ. 1 Ν. 1069/1980 και 252 παρ. 1, 3 και 5, 260 παρ. 1 και 5 και 265 παρ. 1 και 8 Ν. 3463/2006, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, ως και εκείνη του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 την οποία εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος(ενν. των εναγουσών) σε βάρος της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης για την πληρωμή εργατικών απαιτήσεων, είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή. Η επέκταση της διετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με ανάλογη εφαρμογή της κατ' άρθρο 276 παρ. 1 του ΚΔΚ και στις αξιώσεις των υπαλλήλων της Δημοτικής Επιχείρησης (ΝΠΙΔ) κατ' αυτού, αφενός μεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 276 παρ. 2 του ΚΔΚ (Ν. 3463/2006), αφετέρου δε θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον το εναγόμενο, ως πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για διετή παραγραφή των κατ' αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον του εναγόμενου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων του εργαζομένου στην περιουσία του με την παραγραφή των αξιώσεών του από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ. (.........). Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και με την πενταετή παραγραφή των επίδικων αξιώσεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς επιδίκασε τα παραπάνω ποσά στις ενάγουσες, τα οποία είχαν δικαίωμα να αξιώσουν με την αγωγή.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που τα ίδια έκρινε και δέχθηκε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη (προφανώς εννοεί ουσία βάσιμη), επιδικάζοντας τα προαναφερθέντα ποσά σε εκάστη των εναγουσών, αν και με διάφορη αιτιολογία, δεχόμενο εικοσαετή παραγραφή κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, η οποία (αιτιολογία) αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί.".

Ήδη κατά της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι αναίρεσης: Στον ισχύοντα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) ορίζονται τα εξής: Με το άρθρο 252 παρ. 1, 3 και 5 ότι: "Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις. Οι επιτρεπόμενες μορφές των επιχειρήσεων αυτών είναι οι εξής: α) δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, β) Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ" (παρ. 1). "Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συνιστώνται είτε μόνο από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες, είτε....Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920" (παρ. 3). "Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 5). Στο άρθρο 260 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση" (παρ. 1). "Ο Δήμος και η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων" (παρ. 5), ενώ στο άρθρο 265 ορίζεται ότι "Δήμοι ή Κοινότητες...δύνανται να συνιστούν Ανώνυμες Εταιρείες οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας" (παρ. 1). "Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συγχωνεύονται, διασπώνται ή λύονται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει". (παρ. 8).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 276 του ως άνω Κώδικα "Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων, απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο... Επίσης, έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο." (παρ. 1)." Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής κατά των ΟΤΑ καταργείται" (παρ. 2). "Ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής των ΟΤΑ ανέρχεται στο ποσοστό που ορίζεται για τις αντίστοιχες οφειλές του Δημοσίου" (παρ. 3).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α 143/28-6-2014), που αντικατέστησε το ταυτόσημου περιεχομένου άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημόσιου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", (ΦΕΚ Α 247/27-11-1995), που ίσχυε μέχρι τις 28-6-2014: " Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της". Επίσης, κατά το άρθρο 250 του ΑΚ "Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις 1)...., 6) των υπηρετών και των εργατών για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών και εξόδων τους, 7)..., 17) των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Οι αναφερόμενες στα άρθρα 252 επ. του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006) δημοτικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων των δημοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων, δεν αποτελούν Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των Οργανισμών αυτών επιχειρήσεις, που λειτουργούν με τη μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, για την επίτευξη ορισμένων, αναφερόμενων στις ανωτέρω διατάξεις, σκοπών, η διαχείριση των επιχειρήσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική διαχείριση, η δε ευθύνη του Δήμου, που συνιστά ή συμμετέχει σε τέτοια επιχείρηση, περιορίζεται στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εργασιακή σχέση του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Συνεπώς, εργοδότης των μισθωτών που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε τέτοιες επιχειρήσεις είναι οι τελευταίες και όχι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης που τις συνέστησαν ή συμμετέχουν και εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των εργαζομένων που γεννώνται σε βάρος των ως άνω δημοτικών επιχειρήσεων για την πληρωμή των καθυστερούμενων μισθών κλπ. είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή (ΑΠ 1364/2024, ΑΠ 1013/2022). Η τυχόν επέκταση της διετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, με ανάλογη εφαρμογή και στις αξιώσεις των υπαλλήλων κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης, κατ' άρθρο 276 παρ. 1 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η κοινωφελής δημοτική επιχείρηση, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για διετή παραγραφή των κατ' αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον της κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον, ούτε συνιστά τέτοιο συμφέρον το γεγονός ότι ο Δήμος που τη συνιστά μπορεί να είναι ο μόνος μέτοχος αυτής και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των μισθωτών αυτής στην περιουσία τους με την παραγραφή των αξιώσεών τους από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 140 παρ.3 Ν.4270/2014 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 (ΑΠ 1364/2024, ΑΠ 628/2015, ΑΠ 1161/2015, σχετ. Ολ. ΑΠ 7/2014, Ολ. ΑΠ 11/2008, υπό την ταυτόσημη προισχύσασα διάταξη του άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995). Άλλωστε από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006 (Κ.Δ.Κ), προκύπτει σαφώς ότι οι κοινωφελείς δημοτικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών (δικονομικών) προνομίων (ατελειών), που έχουν χορηγηθεί στο Δημόσιο, αλλά όχι και των ουσιαστικών προνομίων, όπως είναι και αυτό της διετούς παραγραφής και της καταβολής μειωμένου τόκου υπερημερίας, που ισχύει για το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ΚΔ της 26.6/10.7.1944, "περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου" (ΑΠ 1364/2024, ΑΠ 1161/2015, ΑΠ 628/2015). Αντιθέτως και σε αντιδιαστολή προς την άνω διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 276 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006), το ίδιο άρθρο στις παρ. 2 και 3 αυτού ρητά περιορίζει μόνο σε αξιώσεις κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (και όχι και σε αξιώσεις κατά των δημοτικών ή κοινοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων) την εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής αξιώσεων κατά του Δημοσίου, (παρ. 2 αυτού) και την εφαρμογή των διατάξεων περί ποσοστού νομίμου τόκου ή τόκου υπερημερίας σε οφειλές του Δημοσίου (παρ. 3 αυτού). 3. (ΑΠ 1364/2024, ΑΠ 1014/2022, ΑΠ 628/2015, ΑΠ 1161/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, 4/2021). Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1575/2023, ΑΠ 1041/2023, ΑΠ 268/2021, ΑΠ 1351/2021).

Α. Με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών ήδη αναιρεσιβλήτων, των ετών 2017 και 2018 για την πρώτη και των ετών 2016, 2017, 2018 για τις λοιπές δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 140 παρ. 3 ν. 4270/2014, καθόσον επ' αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, και ακολούθως κατ' αποδοχή της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσία να επιδικάσει σε κάθε μια τα αντίστοιχα ποσά, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, 258 και 276 του ν. 3463/2006 τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το ζήτημα της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων των εναγουσών ήδη αναιρεσιβλήτων, που αφορούν την καταβολή του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, για το χρονικό διάστημα από 1-9-2017 έως τον Ιούνιο 2020, όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως και τον Ιούνιο 2020, όσον αφορά τις δεύτερη και τρίτη ενάγουσες, κατά το οποίο παρείχαν την εργασία τους στο εναγόμενο ΝΠΙΔ, κοινωφελή δημοτική επιχείρηση Δήμου Ζίτσας, ως υπάλληλοι καθαριότητας, με τις επικαλούμενες αντιστοίχως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αποκλειστικής απασχόλησης με πλήρες ωράριο, δέχθηκε, μετά από παράθεση των οικείων νομικών σκέψεων, ότι εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή και όχι στη διετή παραγραφή που (κατά την προσβαλλόμενη προέβλεπε το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, ήδη όμως) προβλέπεται με την εφαρμοζόμενη στην προκειμένη υπόθεση, ως εκ του χρόνου γένεσης των αξιώσεων τους, διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014. Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 αριθμούς 6 και 17 του ΑΚ και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την επίσης ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 140 του ν. 4270/2014 και αυτές των άρθρων 258 και 276 του ν. 3463/2006. Τούτο διότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των εναγουσών-αναιρεσιβλήτων σε βάρος της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης για την πληρωμή εργατικών απαιτήσεων, είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή. Η επέκταση της διετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, με ανάλογη εφαρμογή της κατ' άρθρο 276 παρ. 1 του ΚΔΚ και στις αξιώσεις των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης (ΝΠΙΔ) κατ' αυτού, αφενός μεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 276 παρ. 2 του ΚΔΚ (ν. 3463/2006), αφετέρου δε θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η εναγομένη, ως πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για διετή παραγραφή των κατ' αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον της εναγομένης δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των εργαζομένων-εναγουσών-αναιρεσιβλήτων στην περιουσία τους με την παραγραφή των αξιώσεών τους από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Β. Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ως προς το ζήτημα της αναδρομικής εφαρμογής του άρθρου 98 του ν. 4483/2017 για το χρονικό διάστημα πριν την 1-8-2017, σχετικά με τις αξιώσεις των δεύτερης και τρίτης εναγουσών περί καταβολής του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 1-8-2017, το αναιρεσείον επικαλούμενο τις από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση α) για ευθεία παράβαση του άρθρου 2 του ΑΚ και του άρθρου 98 του ν. 4483/2017, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και στην επίδικη περίπτωση ήταν εφαρμοστέες, αφού στην τελευταία αναφέρεται ρητά ότι "προστίθενται και επί πλέον κατηγορίες υπαλλήλων στη λήψη του επιδόματος τις οποίες ο νομοθέτης είχε στο παρελθόν αποκλείσει, και β) για εκ πλαγίου παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων, καθόσον διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το άνω ζήτημα, αφού, ενώ δέχεται ότι το ένδικο επίδομα θεσμοθετήθηκε από το έτος 2017, στη συνέχεια όλως αντιφατικά απορρίπτει τον σχετικό περί μη αναδρομικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 98 του ν. 4483/2017 ισχυρισμό της και δέχεται ότι αυτή έχει νομική υποχρέωση να καταβάλει αυτό από 1-1-2016 και να επιδικάσει τελικά σχετικά ποσά στις αναιρεσίβλητες. Υπό το περιεχόμενο αυτό οι ως άνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης, ενιαίως κρινόμενοι, είναι αβάσιμοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όσον αφορά το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, κατ' εξουσιοδότηση του οποίου εκδόθηκε η με αριθμό Οικ. 2/16519/0022/24-2-2012 ΚΥΑ των υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών, Εθνικής Άμυνας Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων-Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης-Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης-Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β 465/24-2-2012) και σχετικά με τις εξ αυτών αξιώσεις της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι και τον Ιούλιο του 2017, δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 98 του ν. 4483/2017 αναδρομικά για το πριν την 1-8-2017 χρονικό διάστημα, αλλά επιδίκασε αυτές με βάση την αρχή της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΖΙΤΣΑΣ", ως καθολικός διάδοχος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις με αντίστοιχο αίτημα (ΚΠολΔ 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 παρ. 2 ν. 3463/2006 σε συνδ. με άρθρο 285 ν. 3852/2010 (ΑΠ 1595/2024, ΑΠ 1760/2024, ΑΠ 189/2021) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε εκ νέου με την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 614 παρ. 3 και 5 του ιδίου Κώδικα (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από …2023 με αριθμό κατάθεσης …2023 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 87/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με αντικείμενο εργατική διαφορά, μεταξύ των διαδίκων, το αναιρεσείον προέβη στην επισύναψη του υπ’ αριθ. … ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον καθολικό διάδοχο του αναιρεσείοντος, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1307/2022, ΑΠ 1237/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος με αριθμό … παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, στον ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΖΙΤΣΑΣ", ως καθολικό διάδοχο του αναιρεσείοντος.

Απορρίπτει την από …2023 και με αριθμό κατάθεσης …2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 87/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο.

Και

Καταδικάζει τον ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΖΙΤΣΑΣ", ως καθολικό διάδοχο του αναιρεσείοντος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιοτέρων Αρεoπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή