ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 890/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 890/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 890/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 890 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 890/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…" με διακριτικό τίτλο "SWEDCO E.E." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εντόν Ταμπάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Τ. του Ε., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 980/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 329/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από …2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από …2024 και με αριθμό κατάθεσης …2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 329/26-1-2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών τις: α) από …2022 και με αριθμό κατάθεσης …2022 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και β) από …2022 και με αριθμό κατάθεσης …2022 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της με αριθμό 980/12-9-2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επίσης είχε δικάσει αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία την από …2019 και με αριθμό κατάθεσης …2019 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, και είχε δεχτεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία την αγωγή. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσία τις ως άνω εφέσεις των διαδίκων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης την 8-4-2024 στην αναιρεσείουσα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, που δεν αμφισβητούνται από την αναιρεσίβλητη, κατ' άρθρο 261 του ΚΠολΔ (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με την προαναφερθείσα αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη είχε εκθέσει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη την …2017 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, με την ειδικότητα της υπαλλήλου μπουφετζή - σερβιτόρου, αντί μηνιαίων μικτών αποδοχών ποσού 495 ευρώ. Ότι παρείχε έκτοτε τις υπηρεσίες της μέχρι τις …2018 που η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, χωρίς να τηρήσει τον έγγραφο τύπο και χωρίς να της καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι στις …2018 και ενώ είχε ήδη καταγγείλει κατά τα άνω, προφορικά τη σύμβαση εργασίας της, με την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή - διαμαρτυρία της, της δήλωσε ότι θεωρεί την απουσία της από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από …2018 μέχρι …2018 ως οικειοθελή αποχώρησή της και ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της. Ότι τόσο η γενόμενη προφορικά στις …2018 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από την εναγόμενη όσο και η ανωτέρω δήλωση αυτής περί οικειοθελούς αποχώρησης, η οποία συνιστά άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους της, είναι άκυρες επειδή δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν της καταβλήθηκε η κατά νόμο οφειλόμενη αποζημίωσης απόλυσης. Επιπλέον δε είναι άκυρες και ως καταχρηστικές διότι έγιναν για λόγους εκδίκησης και συγκεκριμένα, επειδή διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά της από τη σύμβαση εργασίας της. Ότι περαιτέρω, ενώ είχε συμφωνηθεί να εργάζεται επί πενθήμερο και επί 6 ώρες την ημέρα, από τον Αύγουστο μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2018 εργάστηκε επί έξι ημέρες την εβδομάδα και επί 8 ώρες την ημέρα. Ότι κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, η εναγόμενη της κατέβαλε τις αποδοχές που αντιστοιχούσαν σε μερική απασχόληση και όχι σε πλήρη, ενώ δεν της κατέβαλε την αμοιβή για την υπερεργασιακή της εργασία καθώς και για την απασχόληση της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας σε καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης. Επιπλέον δε καθ' όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησης της δεν της χορήγησε την προβλεπόμενη ετήσια άδεια αναψυχής, όπως επίσης δεν της κατέβαλε επιπλέον αμοιβή για την πρόσθετη εργασία μίας ώρας ημερησίως που παρείχε εντός του νομίμου ωραρίου ως καθαρίστρια. Με βάση τα περιστατικά αυτά και κατόπιν παραδεκτής τροπής εν μέρει του αγωγικού της αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησε η ενάγουσα, κυρίως με βάση τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού: α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από …2018 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και της από …2018 δήλωσης οικειοθελούς αποχώρησης της, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να την απασχολεί στη θέση και την ειδικότητα με τους ίδιους όρους και αποδοχές όπως και πριν την καταγγελία, απαγγελόμενης σε βάρος της χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της με το διατακτικό της απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 9.025,66 ευρώ άλλως το ποσό των 6.930 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από …2018 έως …2019, δ) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας λόγω της άκυρης απόλυσης της το ποσό των 644,69 ευρώ άλλως το ποσό των 495 ευρώ μηνιαίως από την 01-01-2020 μέχρι την άρση της υπερημερίας της, ε) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 955,66 ευρώ άλλως το ποσό των 752,40 ευρώ για τις αποδοχές αδείας των ετών 2017-2018, προσαυξημένων κατά 100%, στ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 823,29 ευρώ για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 01-08-2018 έως 18-12-2018, ζ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 464,04 ευρώ άλλως το ποσό των 356,40 ευρώ ως αμοιβή για την εργασία της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος για το χρονικό διάστημα από …2018 έως και …2018, η) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 1.105,91 ευρώ για την πρόσθετη εργασία της καθαρίστριας για το χρονικό διάστημα από …2017 έως και …2018, θ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει το ποσό των 41,77 ευρώ ως αμοιβή για την υπερεργασιακή της απασχόληση κατά το χρονικό διάστημα από …2018 έως και …2018, ι) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 8.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της, όλα δε τα ανωτέρω ποσά, από τότε που έκαστο αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, πλην του ποσού της ηθικής βλάβης, το οποίο ζητεί με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά, και στην περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 1.504,27 ευρώ και επικουρικά το ποσό των 1.155 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 980/2022 απόφασή του, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσία, και 1) αναγνώρισε ως άκυρη α) την από …2018 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας και β) την από …2018 δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης της εναγομένης, 2) υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, σύμφωνα με τους προ της καταγγελίας όρους της σύμβασης εργασίας της, με απαγγελία χρηματικής ποινής ποσού εκατό (100) ευρώ σε βάρος της εναγόμενης για την περίπτωση άρνησης αυτής να συμμορφωθεί με την ανωτέρω διάταξη, 3) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 9.546,49 ευρώ με το νόμιμο τόκο και 3) αναγνώρισε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, α) το ποσό των 1000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) το ποσό των 586,08 ευρώ μηνιαίως από την 1-1-2020 μέχρι την άρση της υπερημερίας της. Επί των ασκηθεισών εκ μέρους των διαδίκων αντιστοίχως προαναφερθεισών εφέσεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω εφέσεις ως αβάσιμες κατ' ουσία. Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: " Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά, από τις επαναπροσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης - ενάγουσα υπ' αριθμό …2019 και …2019 νόμιμα ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις των Ο. Σ. και Χ. Χ., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μαρίας Κούτση, από τις επαναπροσκομιζόμενες από την εκκαλούσα της πρώτης έφεσης - εναγόμενη υπ' αριθμό …2019, …2019, …2019 και …2019 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Ν., Μ. Σ., Τ. Ζ. και Σ. Β. αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Κρωπίας Αθανασίας Καβαλλά, οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης - ενάγουσας και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται κατωτέρω στην παρούσα, χωρίς, ωστόσο παραλείπεται κάποιο από αυτά κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εκκαλούσα της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης ετερόρρυθμη εταιρία διατηρούσε επιχείρηση εστιατορίου - σνακ μπαρ - καφετέριας - ζαχαροπλαστείου με την επωνυμία "ΕΔΩ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙΣ", στην Παιανία Αττικής. Η ως άνω εταιρία προσέλαβε την εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης - ενάγουσα την …2017 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης για να εργαστεί με την ειδικότητα της μπουφετζή σερβιτόρου. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία της πέντε (05) ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, επί έξι (06) ώρες ημερησίως και επί τριάντα (30) ώρες εβδομαδιαίως, αντί μηνιαίων μικτών αποδοχών ποσού 495 ευρώ, όπως αυτό προκύπτει από την επαναπροσκομισθείσα από τους διαδίκους από …/2017 σύμβαση μερικής απασχόλησης που κατατέθηκε στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Παλλήνης με αριθμό πρωτοκόλλου …2017. Η εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης - ενάγουσα εργάστηκε στην επιχείρηση της πρώτης εκκαλούσας με καθεστώς μερικής απασχόλησης μέχρι και τα τέλη του Ιουλίου 2018. Από τις αρχές Αυγούστου του 2018 συμφωνήθηκε να απασχολείται πλέον υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, και συγκεκριμένα επί έξι ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ ώρες ημερησίως και για το λόγο αυτό η αρχική σύμβαση μερικής απασχόλησής της μετατράπηκε κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων εγκύρως, σε σύμβαση πλήρους απασχόλησης, όπως αυτό προκύπτει από την επαναξιολόγηση των κρινομένων, όπως κρίθηκαν και από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως αξιόπιστων, ενόρκων βεβαιώσεων των Ο. Σ. και Χ. Χ. αλλά και της ένορκης κατάθεσης του εξετασθέντος επιμελεία της εφεσίβλητης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μάρτυρα απόδειξης της.

Άλλωστε η επιχείρηση της εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης λειτουργούσε κατά την επίδικη χρονική περίοδο με ωράριο από 06.00 έως 23.00 από Δευτέρα έως Σάββατο και από 07.00 έως 23.00 την Κυριακή, και οι εργαζόμενοι με την ειδικότητα του μπουφετζή σερβιτόρου ήταν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα συνολικά τέσσερις (4), συμπεριλαμβανομένης της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας και της θυγατέρας του νομίμου εκπροσώπου της εκκαλούσας της πρώτης έφεσης. Με τόσο εκτεταμένο ωράριο λειτουργίας δεν ήταν βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής αλλά και όσων αποδείχθηκαν, δυνατό να καλύπτονται οι λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης με απασχόληση της εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης - ενάγουσας υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, δοθέντος ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης, η σύζυγος του και ο γιος του απασχολούνταν σε άλλες εργασίες άσχετες με την ειδικότητα του μπουφετζή - σερβιτόρου, κρίνονται δε ως αναληθή και μάλιστα τελούντων σε γνώση της αναλήθειας τους κατά το σημείο αυτό, τόσο τα διαλαμβανόμενα στις ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Ν., Μ. Σ., Τ. Ζ. και Σ. Β., όσο και όσα κατέθεσε η εξετασθείσα ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας ανταπόδειξης, ότι δηλαδή η εφεσίβλητη της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης - ενάγουσα απασχολούταν πέντε ημέρες την εβδομάδα επί έξι ώρες την ημέρα, τα οποία είναι απολύτως ψευδή και κατατέθηκαν εν γνώση της αναλήθειας τους, αφού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εργάζονταν στην επιχείρηση της εκκαλούσας της πρώτης έφεσης - εναγόμενης και συνεπώς όλες είχαν προσωπική αντίληψη για το πραγματικό ωράριο εργασίας της εφεσίβλητης και κατέθεσαν αναληθώς προσπαθώντας να ευνοήσουν την εργοδότρια τους εταιρία από την οποία είχαν οικονομική εξάρτηση και να βλάψουν αντίστοιχα τα συμφέροντα της εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης, όπως ορθά έκρινε κατά τα ανωτέρω και η εκκαλουμένη, η οποία δέχθηκε τα ίδια. Ούτε όμως και από τους επαναπροσκομιζόμενους και στο παρόν δικαστήριο από την εκκαλούσα τις πρώτης έφεσης πίνακες προσωπικού, μπορεί να αχθεί κρίση περί του αληθούς ωραρίου απασχόλησης της εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης, διότι όπως είναι γνωστό και αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας για το δικάζον δικαστήριο, οι πίνακες αυτοί συμπληρώνονται κατ' άρθρο 16 του ν. 2874/2000, και κατατίθενται στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας από τον εργοδότη και μόνο, τον οποίο συμφέρει οικονομικά η αναγραφή μειωμένου ωραρίου απασχολήσεως και συνεπώς δεν αποτελούν αυτοί καθαυτοί οι πίνακες ασφαλές και αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, όπως ορθά κρίνοντας και αξιολογώντας το αποδεικτικό υλικό, δέχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό και η εκκαλουμένη. Κατά συνέπεια κρίνεται εκ νέου απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός της εκκαλούσας της πρώτης έφεσης, τον οποίο αυτή είχε προβάλει και ανταποδεικτικά κατά τη συζήτηση της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι δηλαδή η εφεσίβλητη στην πρώτη έφεση και ενάγουσα είχε απασχοληθεί με το ωράριο που αναφερόταν στη σύμβαση εργασίας της, δηλαδή επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και επί έξι ώρες ημερησίως. Όπως επίσης αποδείχθηκε, μολονότι η εφεσίβλητη της πρώτη έφεσης κατά το χρονικό διάστημα από …/2018 έως …/2018 είχε εργασθεί υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί οκτάωρο ημερησίως, εντούτοις η εκκαλούσα της ίδιας έφεσης, συνέχιζε να της καταβάλει τις αποδοχές μερικής απασχόλησης, ήτοι το ποσό των 495 ευρώ, όπως αυτό αποδεικνύεται από τις προσκομισθείσες και ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου αποδείξεις πληρωμής του παραπάνω χρονικού διαστήματος. Επειδή δε η εκκαλούσα της πρώτης έφεσης είχε καταβάλει στην εφεσίβλητη της ίδιας έφεσης την αμοιβή της και το δώρο Χριστουγέννων, λαμβάνοντας ως βάση υπολογισμού την απασχόλησή της επί έξι ώρες ημερησίως και όχι για πλήρες οκτάωρο, όπως αμέσως προηγουμένως αναφέρθηκε, η ενάγουσα δικαιούνται τις προκύπτουσες διάφορες, οι οποίες μάλιστα υπολογίζονται όχι με βάση τον μισθό που προβλέπεται στην ΕΓΣΣΕ αλλά με βάση τις διατάξεις του ν. 4046/2012 και της υπ' αριθμόν …/2012, Συγκεκριμένα ο νόμιμος κατώτατος μισθός της εφεσίβλητης - ενάγουσας με βάση το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ1 υποπαραγρ. ΙΑ. παρ. 3 περ. α του ν. 4093/2012 (κατώτατος βασικός μισθός για τους υπαλλήλους άνω των 25 ετών), ανερχόταν στο ποσό των 586,08 ευρώ μικτά, χωρίς να συνυπολογιστεί σ’ αυτόν η προσαύξηση λόγω προϋπηρεσίας δοθέντος ότι η εφεσίβλητη - ενάγουσα δεν είχε συμπληρώσει τριετία εργασίας στην εκκαλούσα της πρώτης έφεσης. Επομένως η εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης για την απασχόληση της κατά το χρονικό διάστημα από …2018 έως …2018 δικαιούχο: α) για αποδοχές των μηνών από Αύγουστο έως Νοέμβριο 2018 το ποσό των (586,08 - 495) 91,08 για κάθε μήνα ήτοι το συνολικό ποσό των (91,08 X 4 μήνες) 364,32 ευρώ, β) για αναλογία μισθού του μηνός Δεκεμβρίου 2018 το ποσό των (586,08 ευρώ : 25 ημέρες = 23,44 ευρώ ημερομίσθιο χ 12 εργάσιμες ημέρες μηνάς Δεκεμβρίου) 281,31 ευρώ, πλην όμως η εκκαλούσα της ίδιας έφεσης της είχε καταβάλει όπως ανέφερε στην αγωγή της το ποσό των 465 ευρώ και ως εκ τούτου δεν δικαιούτο κανένα επιπλέον ποσό και γ) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2018 [τα 2/25 του μηνιαίου μισθού ανά δεκαεννέα ημέρες εργασίας, για το χρονικό διάστημα από …2018 έως …2018 (586,08 X 2/25) 46,88 τα 2/25 του μηνιαίου μισθού X 232 ημέρες: 19 ημέρες = 12,21 ημέρες] 572,40 ευρώ. Για την αιτία αυτή είχε λάβει από την εκκαλούσα της πρώτης έφεσης το ποσό των 495 ευρώ, οπότε δικαιούτο το υπόλοιπο ποσό των 77,40 ευρώ.

Συνεπώς, συνολικά για διαφορές αποδοχών και επιδόματος εορτών Χριστουγέννων, η εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης δικαιούτο το ποσό των (364,32 + 77,40) 441,72 ευρώ, όπως ορθά κρίνοντας και αξιολογώντας το αποδεικτικό υλικό είχε δεχθεί και η εκκαλουμένη.

Περαιτέρω όπως αποδείχθηκε η εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης - εκκαλούσα της δεύτερης εργαζόταν από …2018 έως …2018 έξι ημέρες την εβδομάδα, επί οκτώ ώρες ημερησίως, Ενόψει δε του ότι στην επιχείρηση της εναγόμενης εφαρμοζόταν σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, η ενάγουσα δικαιούτο για την απασχόληση της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο σε αυτήν ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Δηλαδή αυτή δικαιούτο να λάβει για 18 ημέρες εργασίας επιπλέον της πενθήμερης απασχόλησης της, το ποσό των (586,08 : 25 = 23,44 ευρώ το ημερομίσθιο X 18 ημέρες) 421,97 ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζεται σ' αυτό η προσαύξηση κατά 30%, διότι τούτη δεν είχε ζητηθεί με την αγωγή, όπως ορθά κρίνοντας είχε δεχθεί όλα τα παραπάνω και η εκκαλουμένη. Από την επαναξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού δεν προέκυψε ότι η εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης είχε εργαστεί κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα κατά τις εργάσιμες ημέρες πέραν του νομίμου ωραρίου των 8 ωρών που ισχύει για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, και κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε δεχθεί τα ίδια, ορθά και νόμιμα κρίνοντας, είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κεφάλαιο. Όπως επίσης αποδείχθηκε η εκκαλούσα της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης δεν είχε χορηγήσει στην εφεσίβλητη της ίδιας έφεσης κανονική άδεια για το έτος 2017 ενώ για το έτος 2017 (ενν. 2018) της είχε χορηγήσει μόνο ένα μέρος της οφειλόμενης για το έτος αυτό ήτοι τεσσάρων ημερών από …2018 μέχρι …2018, ο δε περί του ότι είχε χορηγήσει σε αυτή άδεια από … έως … ισχυρισμός της εκκαλούσας της πρώτης έφεσης, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι οι ως άνω ημέρες δεν συνιστούσαν ημέρες κανονικής αδείας αλλά μεταφορά οφειλομένων ρεπό που δεν είχαν χορηγηθεί σ' αυτή τον μήνα Ιούλιο του 2017, (ενν. 2018) όπως ορθά κρίνοντας είχε δεχθεί και η εκκαλουμένη.

Κατά συνέπεια η εφεσίβλητη της πρώτης έφεσης, η οποία εργαζόταν με το σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας δικαιούνταν για το έτος 2017 (πρώτο ημερολογιακό έτος) αναλογία αδείας δύο ημερών ανά μήνα μέχρι τη λήξη του ημερολογιακού έτους, ήτοι (2 μήνες X 2 ημέρες) τέσσερις (4) ημέρες άδεια και για το έτος 2018 είκοσι μία (21) ημέρες άδεια εκ των οποίων είχε λάβει τις τέσσερις και συνεπώς δικαιούταν τις υπόλοιπες δεκαεπτά (17) ημέρες. Ορθά δε κρίνοντας και τα ανωτέρω η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η εκκαλούσα της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης όφειλε να καταβάλει στην εφεσίβλητη της ίδιας έφεσης - ενάγουσα για αποδοχές αδείας: α) για το έτος 2017 το ποσό των (495 : 25 = 19,80 ευρώ το ημερομίσθιο X 4 ημέρες) 79,20 ευρώ και β) για το έτος 2018 το ποσό των (586,08 : 25 = 23,44 ευρώ το ημερομίσθιο Χ 17 ημέρες) 398,48 ευρώ και συνολικά το ποσό των (93,76 + 398,48) 477,68 ευρώ. Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο που αξιολογήθηκε από το δικάζον δικαστήριο δεν προέκυψε ότι η εφεσίβλητη της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης είχε ζητήσει κατά τα έτη εργασίας της από την εκκαλούσα της ίδιας έφεσης την νόμιμη άδεια που δικαιούτο να λάβει και εκείνη είχε αρνηθεί να της τη χορηγήσει. Ορθά και νόμιμα κατά συνέπεια κρίνοντας και εν προκειμένω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, όπως δέχεται και το δικάζον δικαστήριο, ότι το αίτημα της τότε ενάγουσας νυν εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης και εκκαλούσας της δεύτερης και δεύτερος λόγος εφέσεως της ενάγουσας περί καταβολής των αποδοχών αδείας προσαυξημένων κατά 100% έπρεπε να είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε η εκκαλούσα της δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης κατά το διάστημα απασχόλησης της στην εφεσίβλητη της ίδιας έφεσης εκτελούσε εντός του νομίμου ωραρίου της, και κάποιες, περιορισμένης έκτασης και χρόνου απασχόλησης, εργασίες καθαριότητας του χώρου εργασίας της. Συγκεκριμένα όπως αποδείχθηκε αυτή σκούπιζε, σφουγγάριζε και ξεσκόνιζε τους χώρους του καταστήματος όπου εργαζόταν. Η εργασία αυτή, όπως έκρινε και η εκκαλουμένη, ήταν περιορισμένης έκτασης και διαρκούσε για πολύ λίγο χρόνο ημερησίως, όχι περισσότερο από μισή ώρα, την εκτελούσε δε η εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης χωρίς να τη θεωρεί διαφορετική και ανεξάρτητη εργασία από την κύρια απασχόληση της και χωρίς να διεκδικήσει κατά το διάστημα απασχόλησης της γι' αυτή, διαφοροποιημένη και πρόσθετη αμοιβή. Και ναι μεν η εργασία αυτή ήταν πρόσθετη και είχε επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα αφού γινόταν άπαξ ημερησίως όμως ήταν απόλυτα συναφής με τα καθήκοντα που περιλάμβανε η κύρια εργασία της εκκαλούσας της δεύτερης έφεσης ως μπουφετζή - σερβιτόρου, καθώς προαπαιτούμενο για την ορθή άσκηση των κύριων καθηκόντων της εκκαλούσας της δεύτερης έφεσης ήταν οι χώροι εργασίας της να είναι καθαροί, κάτι που απαιτούσε τον επαναλαμβανόμενο κατά τη διάρκεια του ωραρίου απασχόλησής της, καθαρισμό των χώρων χρήσης από τους πελάτες του καταστήματος. Συνακόλουθα, εφόσον η πρόσθετη αυτή εργασία είναι συναφής με την κύρια εργασία της και δεν παρέχεται κατά την ειθισμένη πρακτική με επιπλέον μισθό, η εκκαλούσα της δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης δεν δικαιούτο για την εργασία αυτή πρόσθετη αμοιβή, όπως ορθά κρίνοντας και σταθμίζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία δέχθηκε και η εκκαλουμένη.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε η εκκαλούσα της δεύτερης έφεσης - ενάγουσα, στις …2018, όταν είχε επιστρέφει στην εργασία της από την κανονική της άδεια, είχε διαμαρτυρηθεί στο νόμιμο εκπρόσωπο της εφεσίβλητης της ίδιας έφεσης - εναγόμενης για την μη πληρωμή των προαναφερόμενων αποδοχών της κάτι που είχε προκαλέσει την αντίδραση του τελευταίου, ο οποίος της είχε απαντήσει σε έντονο ύφος ότι δεν επρόκειτο να της καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές της. Μετά τη δήλωση αυτή είχε λάβει χώρα έντονη λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ των διαδίκων, κατά τη διάρκεια της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος της εφεσίβλητης της δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης της είχε απευθύνει τη φράση "σήκω φύγε πήγαινε όπου θες, εγώ δεν σου δίνω φράγκο και να δούμε ποιος θα βγει νικητής". Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα είχε αποχωρήσει από την εργασία της και την επόμενη ημέρα, ήτοι στις …2018, είχε προσφύγει στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, όπου κατήγγειλε ότι η εφεσίβλητη της δεύτερης έφεσης την είχε απολύσει χωρίς την τήρηση των προβλεπομένων από το νόμο διατυπώσεων, συνταχθέντος για το λόγο αυτό του υπ' αριθμ. πρωτ. …2018 Δελτίου Εργατικής Διαφοράς. Εν συνεχεία η εφεσίβλητη της ίδιας έφεσης, τελώντας σε γνώση της παραπάνω προσφυγής της εκκαλούσας της έφεσης, καθότι τούτη της είχε γνωστοποιηθεί από την Επιθεώρηση Εργασίας, είχε επιδώσει σε αυτή την από …2018 εξώδικη δήλωση- γνωστοποίηση, με την οποία της είχε δηλώσει ότι θεωρούσε την αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από …2018 έως …2018 ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της και ταυτόχρονα ως οικειοθελή αποχώρησή της. Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα προκύπτει ότι η εργασιακή σύμβαση της εκκαλούσας της δεύτερης έφεσης - ενάγουσας, είχε καταγγελθεί από την εφεσίβλητη της ίδιας έφεσης - εναγόμενη στις …2018, οπότε, ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας την είχε αποπέμψει από την εργασία της. Όπως επίσης αποδείχθηκε αιτία της εν λόγω καταγγελίας ήταν οι συνεχείς διαμαρτυρίες της εκκαλούσας της δεύτερης έφεσης - ενάγουσας προς την εφεσίβλητη - εναγόμενη για την μη καταβολή των μέχρι τότε για την πλήρη απασχόλησή της αποδοχών της. Επίσης ότι η αποχώρηση της εκκαλούσας της δεύτερης έφεσης - ενάγουσας από την εργασία της στις …2018 και η εντεύθεν απουσία της από αυτήν κατά το χρονικό διάστημα από …2018 έως …2018 δεν ήταν αυθαίρετη αλλά απότοκη της άνω προπεριγραφείσας συμπεριφοράς του νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος είχε εκδηλώσει με σαφήνεια τη βούληση του περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της.

Συνεπώς δεν υφίστατο οικειοθελής αποχώρηση ή έστω αδικαιολόγητη απουσία της εκκαλούσας - ενάγουσας από την εργασία της για το από …2018 και μετέπειτα χρονικό διάστημα, η δε δήλωση της εφεσίβλητης - εναγόμενης περί οικειοθελούς αποχώρησής της ήταν απολύτως αναληθής και προσχηματική, κρίση που επιρρωνύεται και από το γεγονός ότι αυτή είχε προσφύγει άμεσα στην Επιθεώρηση Εργασίας επικαλούμενη άτακτη απόλυση της ενώ περαιτέρω θα ήταν παράλογο να είχε αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της με κίνδυνο να απωλέσει το μισθό της αλλά και την αποζημίωση απόλυσης. Κατά συνέπεια τόσο η από …/2018 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκκαλούσας της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης όσο και η δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης της εφεσίβλητης της ίδιας έφεσης, η οποία συνιστά άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους της τελευταίας, ήταν άκυρες αφενός επειδή δεν τηρήθηκαν οι κατά νόμο διατυπώσεις (έγγραφος τύπος-καταβολή αποζημίωσης), αφετέρου δε επειδή είχαν λάβει χώρα από λόγους εμπάθειας της εκκαλούσας της πρώτης έφεσης - εναγόμενης προς το πρόσωπό της, επειδή αυτή είχε διεκδικήσει τις νόμιμες αποδοχές της, υπερβαίνουν προφανώς τα όρια, που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός, του, από το άρθρο 669 παρ. 2 του ΑΚ, δικαιώματος της καταγγελίας.

Κατά συνέπεια η εκκαλούσα της πρώτης έφεσης - εναγόμενη, αφού με τις παραπάνω καταγγελίες είχε καταστήσει σαφή τη βούλησή της να μη δέχεται την παροχή της εργασίας της εφεσίβλητης της ίδιας έφεσης - ενάγουσας, ακόμη και εάν η τελευταία δεν είχε συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες της τις επόμενες ημέρες, είχε περιέλθει σε υπερημερία και οφείλει να καταβάλει σ' αυτήν τους μισθούς υπερημερίας. Ενόψει δε, του ότι ο μισθός της ενάγουσας, κατά το χρόνο της καταγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 586,08 ευρώ, αυτή δικαιούτο: α) ως μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 28-12-2018 έως 31-12- 2019 το ποσό των (12 μήνες X 5) 7.032,96 ευρώ, β) για δώρο Χριστουγέννων 2019 το ποσό των 586,08 ευρώ. Τέλος από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε ότι η εφεσίβλητη της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης εργαζόταν για βιοποριστικούς λόγους και δεν είχε οικονομική ευχέρεια αλλά είχε απόλυτη ανάγκη προς το ζην τα έσοδα από την εργασία της. Ως εκ τούτου, ορθά και νόμιμα κρίνοντας και ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια με το δίκαζαν δικαστήριο ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, κήρυξε την εκδοθείσα από αυτό απόφαση ως προς την καταψηφιστική της διάταξη ως εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, απορριπτομένου για το λόγο αυτό του πρώτου λόγου εφέσεως της εκκαλούσας της πρώτης έφεσης ως ουσιαστικά αβασίμου. Ομοίως ως ουσιαστικά αβάσιμοι κρίνονται απορριπτέοι τόσο ο δεύτερος λόγος εφέσεως της ίδιας εκκαλούσας περί εσφαλμένης αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και οι δύο λόγοι εφέσεως της εκκαλούσας της δεύτερης συνεκδικασθείσας έφεσης, αφού από κανένα προσκομισθέν ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα είχε οχλήσει, και μάλιστα επανειλημμένα την εναγόμενη, να της χορηγήσει τη νόμιμη άδειά της και εκείνη αρνούνταν να συμμορφωθεί στη σχετική υποχρέωσή της ενώ επιπλέον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έκρινε εσφαλμένα περί του αγωγικού αιτήματος της ενάγουσας για καταβολή επιπλέον μισθού για άσκηση καθηκόντων καθαρίστριας.".

Κατά της απόφασης αυτής του Δικαστηρίου της ουσίας προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι αναίρεσης :

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022,ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). Ειδικότερα στην περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 KΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
Στον αυτό αναιρετικό λόγο υπάγεται, κατά το ως άνω εδάφ. β' αυτού και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ως διδάγματα, δε, της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο, είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του KΠολΔ (Ολ.Α.Π. 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδαφ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του KΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του KΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, ΑΠ 1234/2023, ΑΠ 109/2020, Α.Π. 79/2018, Α.Π. 1333/2018, Α.Π. 1512/2014). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη, ως εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη, ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 860/2018, Α.Π. 208/2018, Α.Π. 1226/2014, Α.Π. 2146/2014, Α.Π. 574/2010, Α.Π. 737/2008, Α.Π. 1300/2006, Α.Π. 1207/2005, Α.Π. 320/2003).

Στην περίπτωση, δε, που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1234/2023).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα, α) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ή η αναφορά, ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, γ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 6/2022, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 135/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 822/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις της ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει ν’ αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 892/2019). Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 109/2020).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του KΠολΔ, η οποία είναι απόρροια της λειτουργίας της αίτησης αναίρεσης ως ένδικου μέσου ακυρωτικού χαρακτήρα, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή όταν υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 57/2022, ΑΠ 253/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1082/2018).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022) όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 750/2020). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση: Α. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ως προς το ζήτημα της απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης από τις αρχές Αυγούστου 2018 και εντεύθεν, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 εδαφ. α, 1 εδαφ. β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, θεμελιούμενες στο ότι, με το να δεχθεί, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ότι "Από τις αρχές Αυγούστου του 2018 συμφωνήθηκε να απασχολείται πλέον (η ενάγουσα) υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, και συγκεκριμένα επί έξι ημέρες την εβδομάδα και επί οκτώ ώρες ημερησίως λόγω του ότι η λειτουργία του καταστήματος από 06.00 έως 23.00 από Δευτέρα έως Σάββατο και από 07.00 έως 23.00 την Κυριακή δεν ήταν δυνατό να εξυπηρετηθεί με τέσσερεις εργαζόμενους.........Με τόσο εκτεταμένο ωράριο λειτουργίας δεν ήταν βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής αλλά και όσων αποδείχθηκαν, δυνατό να καλύπτονται οι λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης με απασχόληση της εφεσίβλητης της πρώτης έφεσης - ενάγουσας υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης, δοθέντος ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης, η σύζυγος του και ο γιος του απασχολούνταν σε άλλες εργασίες άσχετες με την ειδικότητα του μπουφετζή - σερβιτόρου...", προέβη σε ανεπίτρεπτο συλλογιστικό άλμα και χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς ποιες συγκεκριμένα ήταν αυτές οι αυξημένες λειτουργικές ανάγκες που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής επέβαλαν την απασχόληση κατά πλήρες ωράριο της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας των οποίων συμφωνήθηκε και υλοποιήθηκε η μετατροπή της σύμβασης αυτής μερικής απασχόλησης σε σύμβαση πλήρους απασχόλησης, αν και όπως προκύπτει από πληθώρα των υπό της ιδίας (αναιρεσείουσας) προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, αλλά και τις καταθέσεις όλων ανεξαιρέτως των μαρτυρικών καταθέσεων, το κατάστημα στο οποίο απασχολούνταν η αναιρεσίβλητη ήταν ΚΑΦΕ-ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ που προσέφερε καφέ, αναψυκτικά, σάντουιτς και τοστ και όχι εστιατόριο που προσέφερε φρέσκο μαγειρεμένο φαγητό, με αποτέλεσμα οι λειτουργικές του ανάγκες στην προετοιμασία γευμάτων να είναι πολύ περιορισμένες και να εξυπηρετούντο άρτια από το υπάρχον προσωπικό. Υπό το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, 1) ως προς τις επικαλούμενες πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης, δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που, κατά την αναιρεσείουσα, φέρονται ότι παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου από το Εφετείο, το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή, 2) ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που, κατά την αναιρεσείουσα, φέρονται ότι παραβιάστηκαν από το Εφετείο για την ερμηνεία ή εφαρμογή των οποίων έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε και η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που το Εφετείο χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Σε κάθε περίπτωση, με το ως άνω περιεχόμενο, ο αυτός αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον με βάση τα όσα εκτίθενται, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που προεκτέθηκαν, πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίφαση συνδρομής των προβαλλόμενων πλημμελειών, η επί της ουσίας ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Β. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς το ζήτημα της από …2018 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης. Ειδικότερα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης, η αναιρεσείουσα (κατά την στο αναιρετήριο διατύπωση) εκθέτει ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) "κατ' ανεπίτρεπτο συλλογιστικό άλμα και με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι το περιστατικό της 18-12-2018 συνιστούσε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αντιδίκου (αναιρεσίβλητης) εκ μέρους μας παρότι η φράση "σήκω φύγε πήγαινε όπου θες, εγώ δεν σου δίνω φράγκο και να δούμε ποιος θα βγει νικητής" δεν αποτελεί σαφή και αναμφίβολη δήλωση βούλησης μονομερούς λύσης της σύμβασης εργασίας, όπως απαιτείται από το νόμο, αλλά θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μέρος μιας προφορικής διένεξης και λεκτικής αντιπαράθεσης επί τη βάσει μόνο διαφωνιών για οφειλόμενες ή μη αποδοχές χωρίς άλλη σημασία ή επακόλουθο", β) "παρότι δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ως άνω στιχομυθία μεταξύ της αντιδίκου και του κου Π. ήταν ακριβώς αυτή που περιγράφεται ως άνω στην αγωγή (και μόνο εκεί αφού δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο), δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί η συγκεκριμένη και μοναδική φράση, την οποία αρχικά η προσβαλλόμενη εντάσσει στο πλαίσιο της "λεκτικής αντιπαράθεσης" εν συνεχεία εκλαμβάνει ότι αποτελεί έκφραση σαφούς και αναμφίβολης βούλησης λύσης της σύμβασης εργασίας της αντιδίκου εκ μέρους μας κατά το συγκεκριμένο εκείνο χρονικό σημείο (…2018) και επί πλέον για ποιο λόγο η συγκεκριμένη φράση και μόνο δικαιολογεί την παντελή αποχή της αντιδίκου από την εργασία της μέχρι και τις …2018 οπότε της κοινοποιήθηκε η εκ μέρους μας υποβληθείσα δήλωση οικειοθελούς αποχώρησής της", γ) "η προσφυγή της αναιρεσιβαλλόμενης μόνο στα όσα έπραξε και ισχυρίστηκε η αντίδικος μετά το περιστατικό της …2018 συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες για την παραδοχή της ύπαρξης σαφούς δήλωσης βούλησης λύσης της σύμβασης εκ μέρους μας, αφού δεν συνοδεύεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο απαραίτητο για την αναμφίβολη έκφραση μιας τόσο σοβαρής συνθήκης, όπως είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας μιας εργαζόμενης". Υπό το περιεχόμενο αυτό, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης, οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που, κατά την αναιρεσείουσα, φέρονται ότι παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου από το Εφετείο και το αποδιδόμενο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η επίδραση αυτού στο διατακτικό της απόφασης και σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή. Επιπλέον, για το ορισμένο της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επικαλούμενης πλημμέλειας, υπό την μορφή της ανεπαρκούς αιτιολογίας, δεν εξειδικεύεται ποιες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το προαναφερθέν ζήτημα, ότι δηλαδή το περιστατικό της …2018 συνιστούσε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης από την εναγόμενη-αναιρεσείουσα.

Γ. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας. Για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της αίτησης αναίρεσης, εκθέτει ότι: "Η αναιρεσιβαλλόμενη κάνοντας χρήση των διδαγμάτων της κοινή πείρας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αυξημένες λειτουργικές ανάγκες του καταστήματος από τον Αύγουστο του 2018 και μετά ήταν αυτές που οδήγησαν στην ανάγκη μετατροπής της σύμβασης μερικής απασχόλησης της αντιδίκου σε πλήρη απασχόληση αυτής καθιστώντας εαυτήν αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 εδαφ. β, δεδομένου ότι χρησιμοποίησε εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς στον κανόνα δικαίου ήτοι στο νόμιμο τρόπο μετατροπής των όρων της εργασιακής σύμβασης της αντιδίκου κατόπιν συμφωνίας, χωρίς να αιτιολογεί σε τι συγκεκριμένα συνίσταντο οι αυξημένες λειτουργικές ανάγκες που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας υπέδειξαν την αναγκαία μετατροπή και επέκταση του ωραρίου της αντιδίκου". Υπό το περιεχόμενο αυτό ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για την πληρότητα του δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Εφετείο, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε εσφαλμένη χρήση των (μη αναφερομένων) διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Εφετείο στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε, και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα, μη επικαλούμενα άλλωστε, διδάγματα της κοινής πείρας, που το Εφετείο χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δηλαδή, ότι υπό τα υπ' αυτού αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη από τον Αύγουστο του έτους 2018 και εντεύθεν εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης-αναιρεσείουσας υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Δ. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που ενώπιον του προέβαλε με τον σχετικό λόγο της έφεσής της και στήριζαν τον ισχυρισμό αυτής περί οικειοθελούς αποχώρησης της αναιρεσίβλητης και ανυπαρξίας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, είχαν δε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα: α) ότι η αντίδικος είχε δημιουργήσει επεισόδιο από την 11-12-2018 με την αιφνιδιαστική της απουσία διαμαρτυρόμενη για την μη καταβολή του μισθού της την Παρασκευή 14-12-2018 οπότε είπε στην κόρη του ιδιοκτήτη ότι θα επιστρέψει όταν πληρωθεί, β) ότι τη Δευτέρα 17-12-2018 της καταβλήθηκε ο μισθός της και την επόμενη ημέρα πήγε στο κατάστημα και επειδή ο κος Π. δεν επέδειξε προς αυτήν την "κατανόηση" που περίμενε αλλά της επεσήμανε ότι "κρέμασε" τις υπόλοιπες και ότι μάλλον δεν μπορεί να συνεχίσει να απολαμβάνει την "ασυλία" που θεωρούσε ότι έχει, εκείνη νευρίασε, έβαλε τις φωνές μέσα στο κατάστημα και έφυγε με τον κο Π. να τρέχει από πίσω της να την προλάβει, γ) ότι μετά το δεύτερο αυτό επεισόδιο και αντιλαμβανόμενη ότι βρίσκεται σε δυσχερή θέση επιχείρησε να προλάβει τα γεγονότα και γι' αυτό προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας ενημερώνοντας μάλιστα αυθημερόν την κα Α. Π. ελπίζοντας είτε ότι η επιχείρηση θα την καλούσε πίσω είτε ότι θα την απέλυε οπότε θα ήταν διπλά κερδισμένη, θα εισέπραττε την αποζημίωση απόλυσης και θα διεκδικούσε και ακυρότητα της απόλυσης με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δ) ότι στη συνέχεια, προκειμένου η αναιρεσείουσα να καλύψει τις ημέρες της αυθαίρετης απουσίας της τις καταχώρησε ως άδεια μετ' αποδοχών μέχρι και την … και εν συνεχεία μετά το δεύτερο περιστατικό της … επίσης καταχωρήθηκε άδεια μέχρι να διαφανεί εάν η αντίδικος της θα επιστρέψει ή θα εμείνει στην αποχώρησή της, και ε) ότι τελικά την …2018 με τη λήξη των ημερών αδείας της αντιδίκου και με δεδομένο ότι η πρόθεσή της να αποχωρήσει οριστικά από την εργασία της ήταν αδιαμφισβήτητη η επιχείρηση προχώρησε σε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης αυτής. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθ' όσον όλες οι προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, καθώς και επιχειρήματα και συμπεράσματα της αναιρεσείουσας, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης. Κατ' ακολουθία αυτών η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …2024 με αριθμό κατάθεσης …2024 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 329/26-1-2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή