ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 891/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 891/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 891/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 891 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 891/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Γ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Λιμνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "OPEL ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στη Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή και Κωνσταντίνο Πηνιώτη, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1474/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από …2024 και αριθμό κατάθεσης …2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) με αριθμό 1474/21-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από …2020 και αριθμό κατάθεσης …2020 έφεσης της ενάγουσας κατά της με αριθμό 159/31-1-2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, πριν από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε την 21-3-2022, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 14-3-2024 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (εκουσίως, από ελευθεριότητα). Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους.

Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή. Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της. Η, ως άνω, εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την "επιφύλαξη ελευθεριότητας". Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής. Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα από το αν παρατείνεται για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια, ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο να παύσει την καταβολή της παροχής. Διαφορετική έννοια και λειτουργία ως προς την "επιφύλαξη ελευθεριότητας" έχει η διατύπωση της "ρήτρας ανακλήσεως" κατά την έναρξη χορήγησης της οικειοθελούς παροχής (ΑΚ 185, 186). Στην περίπτωση αυτή, το δικαίωμα ανάκλησης δεν εμποδίζει τη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας και, κατ' επέκταση, σιωπηρής συμβατικής δέσμευσης του εργοδότη και αντίστοιχης αξίωσης του εργαζόμενου για την καταβολή της παροχής, όταν αυτή χορηγείται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο εργοδότης, όμως, έχει την ευχέρεια να ανατρέψει την κατάσταση αυτή, ασκώντας με μονομερή, απευθυντέα δήλωσή του το δικαίωμα ανάκλησης. Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων έγκειται στο ότι στην πρώτη ("επιφύλαξη ελευθεριότητας") δεν γεννιέται αξίωση του εργαζόμενου για να λάβει την παροχή, ενώ στη δεύτερη (ρήτρα ανάκλησης) γεννιέται τέτοια αξίωση, η οποίο απόλλυται για το μέλλον μετά την άσκηση του δικαιώματος ανάκλησης (ΑΠ 2/2024, ΑΠ 286/2022, ΑΠ 395/2020, ΑΠ 1174/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 4 και 34 του ίδιου νόμου, και επί ασφαλιστικών συμβάσεων που προϋπήρχαν αυτού και είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη της ισχύος του, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση) (ΑΠ 1335/2022, ΑΠ 866/2022, ΑΠ 361/2022, ΑΠ 912/2021).

Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους. Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει, σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου, ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (τρίτο). Στην περίπτωση αυτή ο τελευταίος, το δικαίωμα του οποίου τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της πλήρωσης των όρων της συμβάσεως (άρθρο 201 επ. ΑΚ), έχει άμεσο, ίδιο και αποκλειστικό δικαίωμα να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα ασφαλιστή (και όχι από τον αντισυμβαλλόμενο-δέκτη της υποσχέσεως), το συμφωνηθέν ασφάλισμα σε περίπτωση πραγματοποίησης του ασφαλισμένου κινδύνου (ασφαλιστική περίπτωση) και πληρώσεως των όρων της συμβάσεως. Πρόκειται περί γνησίας ομαδικής ασφαλίσεως, που λειτουργεί ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (άρθρο 411 ΑΚ), κατά την οποία, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, υπό τους όρους που ορίζει η σύμβαση, ο δικαιούχος τρίτος αποκτά το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και δικαιούται να ασκήσει απευθείας αγωγή κατά του υποσχεθέντος (ασφαλιστή) και να απαιτήσει την προς αυτόν καταβολή της υποσχεθείσας παροχής (ΑΠ 612/2024, ΑΠ 866/2022, ΑΠ 867/2022, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 678/2020). Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος, συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος ωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού (ΑΠ 55/2024, ΑΠ 1265/2021). Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υπόσχεσης (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, περιορίζεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, ή ματαιώνεται λόγω της καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη, ο οποίος προβαίνει σε αυτήν χωρίς να έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το σχετικό δικαίωμα, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335, 336 α και 338 ΑΚ. Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή ή αποζημίωση, σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης, απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), στρεφόμενος κατ’ αυτού με αγωγή κατ’ άρθρο 411 ΑΚ (ΑΠ 55/2024, ΑΠ 1265/2021, ΑΠ 74/2016, ΑΠ 13/2015).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης έχει ως εξής : Με την από …2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα είχε εκθέσει ότι την 7-11-1994 προσλήφθηκε από την εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία κατά, το χρόνο εκείνο είχε την επωνυμία "ΟΡΕL ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", δυνάμει προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης για να παρέχει την εργασία της ως υπάλληλος. Ότι κατά την πρόσληψη της συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία της πέντε (5) ημέρες, από Δευτέρα έως Παρασκευή, με οκτάωρη απασχόληση και με μηνιαίες μεικτές αποδοχές ύψους πεντακοσίων πενήντα χιλιάδων δραχμών (550.000 δραχμές). Ότι αρχικά της ανατέθηκαν καθήκοντα υπεύθυνης δημοσίων σχέσεων, σταδιακά όμως εξελίχθηκε στην ιεραρχία της επιχείρησης και ανέλαβε διευθυντικές σχέσεις και ότι από το έτος 2004 έως και το έτος 2017 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης. Ότι το Νοέμβριο του έτους 2017 η διοίκηση της εναγόμενης της γνωστοποίησε την πρόθεσή της να προβεί σε περικοπή μισθολογικών δαπανών, ότι προέβαλε αντιδράσεις στην εφαρμογή της σχετικής απόφασης και ότι εξαιτίας της στάσης αυτής η εναγόμενη την 28-11-2017 της ζήτησε (ενάγουσας) μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας να υπογράψει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι η υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης με έναρξη ισχύος από την 1-1-2018 είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικών ωφελειών και εργασιακών κεκτημένων ενόψει του ότι απασχολούνταν στην εταιρία για είκοσι τρία (23) συναπτά έτη, ότι λόγω της μακράς προϋπηρεσίας της αρχικά αποδέχθηκε προφορικά την ανωτέρω πρόταση της εναγόμενης, με την ρητή προϋπόθεση όμως, ότι δεν θα θίγονταν τα δικαιώματα της σχετικά με το ύψος της αποζημίωσής της, ότι η πρότασή της δεν έγινε αποδεκτή και κατόπιν τούτου αρνήθηκε να υπογράψει τη νέα σύμβαση, η δε εναγόμενη κατήγγειλε την …2017 εγγράφως τη σύμβασή της, καταβάλλοντας ταυτόχρονα την αποζημίωση απόλυσης, η οποία, βάσει των τακτικών μηνιαίων αποδοχών της ποσού 5.456 ευρώ και των ετών υπηρεσίας της, υπολογίσθηκε στο ποσό των 91.964,80 ευρώ και από την …2018 έπαυσε να παρέχει την εργασία της στην εναγομένη. Ότι στο χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην εναγόμενη η τελευταία της υποσχέθηκε επιπλέον μισθολογική παροχή, πέραν των συμφωνημένων αποδοχών της, το δικαίωμα προσδοκίας ανάληψης εφάπαξ παροχής κατά τη λήξη της εργασιακής σχέσης άλλως συνταξιοδότησης, με το σύστημα της προσχώρησής της σε ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο είχε συνάψει με ιδιωτική ασφαλιστική εταιρία, με σκοπό την κάλυψη του συνόλου του απασχολούμενου σε αυτήν προσωπικού. Ότι το ανωτέρω ασφαλιστικό πρόγραμμα χρηματοδοτούνταν από την εναγόμενη βάσει συμφωνημένων εισφορών, προκειμένου οι εργαζόμενοι σε αυτήν να έχουν παροχές πέραν του μισθού τους, τις οποίες δικαιούνταν να λάβουν κατά την λήξη της εργασιακής τους σχέσης και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονταν στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ότι οι παροχές του προγράμματος προβάλλονταν από την εναγόμενη ως κίνητρο αναγνώρισης των υπηρεσιών των εργαζομένων και ως καταξίωση για την πολυετή διάρκεια της εργασιακής σχέσης και ότι η ανωτέρω παροχή παρουσιάζονταν ως εισφορά της εταιρίας, ισοδυναμούσε με δυο μισθούς ετησίως για κάθε εργαζόμενο, είχε ορισθεί από την εργοδότρια ως ανέκκλητος όρος της εργασιακής σχέσης και συνιστούσε εξαρχής συμφωνημένη μισθολογική παροχή, καταβληθείσα πάγια και σταθερά ως αντάλλαγμα της αδιαλείπτως παρεχόμενης εργασίας της. Ότι κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής της συνήφθη μεταξύ της εναγομένης και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΝΑΤΙΟΝΑLΕ ΝΕDERLANDΕΝ Levesverzekering Maatschappij N.V." το με αριθμό …1996 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με το οποίο συμφωνήθηκε η εναγομένη να καταβάλλει στην ασφαλιστική εταιρία εισφορές σε συγκεκριμένο λογαριασμό που τηρούνταν για τον σκοπό αυτό, ότι η πρώτη εισφορά καταβλήθηκε στην έναρξη του συμβολαίου (εφάπαξ) και αντιστοιχούσε στο σύνολο των μηνιαίων μισθών των υπαλλήλων της εναγομένης, δηλαδή δεκαεπτά (17) συνολικά προσώπων, ύψους 33.970.000 δραχμών, ότι βάσει της εφάπαξ εισφοράς προσδιορίσθηκε και το καθαρό ετήσιο ασφάλιστρο για τη μελλοντική υπηρεσία, ποσοστού 5,128% του εκάστοτε ετήσιου μισθολογίου, νοουμένου ως τέτοιου του μηνιαίου μισθολογίου πολλαπλασιαζόμενου με τον αριθμό 14, ότι σύμφωνα με τους όρους του αρχικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου όλα τα μέλη του προσωπικού της εναγόμενης, για τα οποία καταβάλλονται εισφορές, είχαν δικαίωμα συμμετοχής στο πρόγραμμα κατά την ημερομηνία ενάρξεως αυτού και. ότι το δικαίωμα παροχής εκ μέρους του εργαζομένου γεννάται κατά το χρόνο της συνταξιοδότησης, οπότε καταβάλλεται ένα ποσό εφάπαξ, ίσο με ένα συντάξιμο μισθό για κάθε έτος συντάξιμης υπηρεσίας και σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης, εφόσον ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει 5 έτη συμμετοχής στο ασφαλιστήριο πρόγραμμα και 10 έτη πριν την ηλικία κανονικής αποχώρησης, οπότε δίδεται εφάπαξ παροχή η οποία συνίσταται σε ποσοστό της πλήρους παροχής, σύμφωνα με το συνημμένο στην αγωγή πίνακα. Ότι στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο προβλεπόταν ότι η εργοδότρια διατηρούσε το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε την καταβολή ασφαλίστρων για όλους τους ασφαλισμένους ειδοποιώντας εγγράφως την ασφαλιστική εταιρία, ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο τροποποιήθηκε με πρόσθετες πράξεις μεταξύ της εναγόμενης και της ασφαλιστικής εταιρίας, ότι την 27-9-2013 η εναγόμενη πληροφόρησε τους υπαλλήλους της για την απόφαση της να τροποποιήσει τους όρους του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ώστε να μετατραπεί αυτό από πρόγραμμα προκαθορισμένων παροχών (Defined Benefits) σε πρόγραμμα προκαθορισμένων εισφορών (Defined Contributions), ότι προς τον σκοπό αυτό ώθησε τους εργαζομένους να ρευστοποιήσουν το απόθεμα που αναλογούσε σε έκαστο από αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονταν για την πρόωρη αποχώρηση του εργαζομένου, ότι ενόψει τούτου την 30-9-2013 εξαγόρασε την αναλογία της στο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, με συνθήκες πρόωρης αποχώρησης, το οποίο παρουσιάσθηκε ως βασική προϋπόθεση για την εκ μέρους της διατήρηση της απολαβής του δικαιώματος συμμετοχής στο νέο ασφαλιστήριο πρόγραμμα και ότι. έλαβε το ποσό των 63.513,50 ευρώ. Ότι με τη με αριθμό …2013 πρόσθετη πράξη, που υπογράφηκε μεταξύ της εναγόμενης και της ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία είχε μετονομασθεί προ του έτους 2004 σε "IΝG Πειραιώς ΑΑΕΖ", μεταβλήθηκαν οι όροι του ομαδικού ασφαλιστηρίου προγράμματος, ως αυτοί παρατίθενται στην αγωγή, ότι μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έλαβε ως αναλογία επί του λογαριασμού του ομαδικού ασφαλιστικού προγράμματος το ποσό των 10.734,45 ευρώ, μείον του βαρυνομένου φόρου εκ 1.073,45, δηλαδή το ποσό των 9.661,00 ευρώ για το διάστημα από την 1-10-2013 έως την 31-12-2017, ότι το ποσό αυτό υπολογίστηκε σύμφωνα με τον συντελεστή ηλικίας κατά τον χρόνο λήξης της εργασιακής σχέσης, δηλαδή με το ποσοστό του 87% για την ηλικία των 57 ετών και ότι το ποσό αυτό δεν συνιστούσε προϊόν δικής της βούλησης, διότι επιθυμούσε τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης με την εναγόμενη, πλην όμως η τελευταία με τη μεθόδευση της επί τα χείρω μεταβολής των όρων εργασίας της προέβη σε καταγγελία της σύμβασής της. Ότι λόγω των ανωτέρω ενεργειών της εναγόμενης και ειδικότερα την τροποποίηση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και τον εξαναγκασμό της τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 σε εξαγορά της αναλογίας της στο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπέστη με αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγόμενης ζημία ως προς την απολαβή της επιπλέον μισθολογικής παροχής, διότι η εναγόμενη αυτοβούλως και αυθαίρετα τροποποίησε τους όρους της εργασιακής της σύμβασης, αποκομίζοντας όφελος, αφού εξοικονόμησε πόρους σε βάρος του απασχολούμενου προσωπικού της και κυρίως των μακροχρόνια εργαζομένων σε αυτή και ότι η ζημία της συνίσταται στην απώλεια του ποσού το οποίο μετά βεβαιότητας θα ελάμβανε μέσω του ομαδικού ασφαλιστηρίου προγράμματος, εφόσον οι όροι του διατηρούνταν αμετάβλητοι, όπως είχαν συμφωνηθεί και τηρούνταν από το έτος 1987 έως το έτος 2013. Ότι η ζημία της ανέρχεται στο ποσό των 10.585,56 ευρώ, διότι η εναγόμενη έθεσε ως βάση υπολογισμού της εφάπαξ παροχής τον μέσο μηνιαίο μισθό των 2 τελευταίων ετών (2012-2013), χωρίς να συνυπολογίσει τα καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας, ήτοι το ποσό των 5.331,31 ευρώ αντί αυτού των 6.219,86 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο συντάξιμο μισθό, νοουμένου ως τέτοιου τον μέσο όρο των μηνιαίων μισθών της τελευταίας προ της συνταξιοδοτήσεως διετίας βάσει του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και ως εκ τούτου έλαβε παροχή μειωμένη, ίση με ποσοστό 63% έναντι της πλήρους και στο ποσό των 97.076,13 ευρώ, διότι υπήχθη για την λήψη της παροχής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στην κατηγορία της πρόωρης συνταξιοδότησης και ο υπολογισμός έλαβε χώρα με δεδομένο ότι διήγε το 52° έτος της ηλικίας της και είχε υπηρεσία 18,91 ετών στην εργοδότρια, ενώ έπρεπε να υπολογισθεί βάσει των όρων του αρχικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου και με χρόνο απασχόλησης επιπλέον 4 έτη, δηλαδή μέχρι τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας της, λαμβανομένου υπόψη ότι θα εξακολουθούσε να εργάζεται κανονικά, αφού η απόλυση δεν ήταν απόρροια δικής της βούλησης, άλλως και επικουρικά στο ποσό των 71.781,35 ευρώ που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της πλήρους παροχής, βάσει του αρχικού ομαδικού ασφαλιστηρίου προγράμματος άνευ των τροποποιήσεων του μηνός Οκτωβρίου του έτους 2013 και βάσει συντάξιμου μισθού των δύο τελευταίων ετών, ποσού 6.323,69 ευρώ, άλλως και όλως επικουρικά το ποσό των 47.055,70 ευρώ, που αντιστοιχεί στην διαφορά μεταξύ της παροχής που έλαβε μειωμένη ίση με ποσοστό 83% έναντι της πλήρους, υπολογιζόμενη βάσει του συντάξιμου μισθού της τελευταίας διετίας, ποσού 6.323,69 ευρώ, ως αναλυτικά υπολογίζονται στην αγωγή. Ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της η εναγομένη δεν κατέβαλε σε αυτή το επίδομα παραγωγικότητας για το έτος 2017, παρά το γεγονός ότι είχε παράσχει τις υπηρεσίες της επιτυχώς και με πολύ καλές επιδόσεις και κατά το τελευταίο έτος, ότι λόγω της άρνησης της εργοδότριας υποχρεώθηκε να αποστείλει σε αυτή εξώδικη δήλωση αιτούμενη την καταβολή του, ότι η εναγομένη κατέβαλε σε αυτή (ενάγουσα) την 25-9-2018 το ποσό των 1.987,27 ευρώ για την ανωτέρω αιτία και ότι λόγω της αδικαιολόγητης υπερημερίας της εναγομένης υποβλήθηκε σε δαπάνες και ειδικότερα στην καταβολή του ποσού των 372 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας, για αμοιβή της πληρεξουσίας δικηγόρου της και του ποσού των 68,20 ευρώ για αμοιβή του δικαστικού επιμελητή και συνολικά του ποσού των 440,20 ευρώ. Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλλει για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των δέκα χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα πέντε ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (10.585,56 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των τετρακοσίων σαράντα ευρώ και είκοσι λεπτών (440,20 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την 3-8-2018, ήτοι την επομένη της επίδοσης της από 31-7-2018 εξώδικης δήλωσης - όχλησης, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και γ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των ενενήντα επτά χιλιάδων εβδομήντα έξι ευρώ και δέκα τριών λεπτών (97.076,13 ευρώ), άλλως το ποσό των εβδομήντα μία χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (71.781,35 ευρώ), άλλως να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των σαράντα επτά χιλιάδων πενήντα πέντε ευρώ και εβδομήντα λεπτών (47.055,70) ευρώ, με το νόμιμο τόκο κάθε ποσού από την επίδοση της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) η με αριθμό 159/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς όλα της τα αιτήματα, συμψηφίζοντας τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την προαναφερθείσα από …2020 και με αριθμό κατάθεσης …2020 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, αφού δέχτηκε τυπικά την έφεση, απέρριψε αυτήν κατ' ουσία, διαλαμβάνοντας κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, πτυχιούχος ανώτατης σχολής, την 7.11.1994 προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, η οποία εδρεύει στην πόλη του Αμαρουσίου του νομού Αττικής και δραστηριοποιείται επί τριακονταετία στο χώρο της εμπορίας αυτοκινήτων, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει την εργασία της σε αυτή ως υπάλληλος. Η πρόσληψη της εκκαλούσας- ενάγουσας αναγγέλθηκε την 15.11.1994, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των νομοθετικών διαταγμάτων 2656/1953 και 763/1970 στον ΟΑΕΔ (βλ. αντίγραφο αναγγελίας πρόσληψης). Με την άνω σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συμφωνήθηκε η ενάγουσα να παρέχει την εργασία της, από Δευτέρα έως Παρασκευή, σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως και οκτώ (08) ώρες ημερησίως, οι δε μικτές μηνιαίες αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 1.614,09 ευρώ (550.000 δραχμές). Έκτοτε η ενάγουσα παρείχε την εργασία της με συνέπεια, ευσυνειδησία, υπευθυνότητα, ζήλο και εργατικότητα κατά την άσκηση των καθηκόντων της, συμμορφούμενη στις εκάστοτε υποδείξεις και οδηγίες των ιεραρχικά προϊσταμένων της, ενώ δεν προέκυψε ότι επιβλήθηκαν σε αυτή είτε συστάσεις είτε παρατηρήσεις για πλημμελή εκπλήρωση των εργασιακών της υποχρεώσεων. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν η ανέλιξη της ενάγουσας σε διευθυντικές θέσεις κυρίως στον τομέα του μάρκετινγκ, της διαφήμισης και της επικοινωνίας, παρείχε την εργασία επί σειρά ετών ως Διευθύντρια Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων με διευρυμένο πλαίσιο καθηκόντων και αρμοδιοτήτων και από του έτους 2004 κατείχε θέση μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης (βλ. σχετ. τα με αριθμούς …2004 και …2007, …2007, …2007, …2009, …2010 και …2013 ΦΕΚ-Τεύχος Ανώνυμων Εταιρειών & Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης και Γενικού Εμπορικού Μητρώου). Ακολούθως, την 28-11-2017 η εναγόμενη απέστειλε στην ενάγουσα επιστολή με συνημμένο σχέδιο νέας σύμβασης εργασίας, με ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών της, την οποία η εναγόμενη προσκαλούσε να υπογράφει και παραδώσει μέχρι την 1-12-2017 και συγκεκριμένα με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Αγαπητή κ. Γ. Α. Σήμερα σας ενημερώσαμε ότι ως αποτέλεσμα της μείωσης κατά 60% του όγκου των πωλήσεων από αρκετά χρόνια και της ανάγκης να επιτευχθεί ο στόχος του κόστους διαρθρωτικού κόστους 1%, αποφασίσθηκε η προσαρμογή του οργανισμού της Οpel Hellas και η προσαρμογή της με τον τρέχοντα όγκο. Παρόλο που αποφασίστηκε να διατηρηθεί ο ρόλος του Διευθυντή Επικοινωνίας στο σημερινό επίπεδο προς το παρόν, ο στόχος είναι ότι οι μελλοντικοί μισθοί θα είναι περίπου 90-100% του μέσου όρου του νέου εύρους μισθών, το οποίο είναι σύμφωνο με τη διαδικασία ΡSΑ. Στη συγκεκριμένη σας κατάσταση ο μελλοντικός σας μισθός θα μειωθεί κατά 10% έως 94% έναντι του μέσου όρου του εύρους μισθών, δεδομένου ότι βρίσκεται σήμερα στο 105%. Σας ενημερώσαμε για το μελλοντικό μισθό με την παράδοση νέας σύμβασης εργασίας με τον μισθό που ενσωματώνεται. Σας ζητήσαμε επίσης να δώσετε τα σχόλιά σας μέχρι την 1 Δεκεμβρίου 2017 στις 10:00. Υπογράψτε παρακαλώ τα συμβόλαια αμφότερα (Αγγλικά και Ελληνικά) και τα παρέχετε στον κ. Π. εάν συμφωνείτε. Εάν δεν συμφωνείτε, δηλώστε το στον κ. Ι. Π. με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με κοινοποίηση στον Ν. K. (ΗR) σε αντίγραφο, μέχρι την 1η Δεκεμβρίου 2017 10.00 π.μ. Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτά τα νέα δεν είναι ευχάριστα, ωστόσο, ελπίζουμε ότι καταλαβαίνετε ότι αναγκαζόμαστε να λάβουμε αυτές τις αποφάσεις προς το συμφέρον του μέλλοντος της εταιρείας μας". Η ενάγουσα δεν υπέγραψε το σχέδιο της τροποποιητικής σύμβασης εργασίας της, αρνούμενη την πρόταση της εναγόμενης. Ακολούθως, την 29-12-2017 η εναγόμενη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, την οποία η τελευταία παρέλαβε και υπέγραψε και ταυτόχρονα κατέβαλε σε αυτή την αποζημίωση απόλυσης, η οποία βάσει των ετών απασχόλησής της και των μηνιαίων αποδοχών της κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ποσού πέντε χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα έξι ευρώ (5.456 ευρώ) υπολογίσθηκε στο ποσό των ενενήντα μία χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα τεσσάρων ευρώ και ογδόντα λεπτών (91.964,80 ευρώ), όπως προκύπτει από το αντίγραφο εντύπου καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και την από …2018 βεβαίωση εργοδότη). Ακολούθως, την 21.2.2018 καταβλήθηκε στην ενάγουσα από την ασφαλιστική εταιρία "ΝATIONALE NEDERLANDEN Levensverzekering Maatschappoj N.V" το ποσό των εννέα χιλιάδων εξακοσίων εξήντα ενός ευρώ (9.661 ευρώ) ως παροχή από το με αριθμό 1570 ομαδικό ασφαλιστήριο διαχείρισης κεφαλαίου λόγω αποχώρησης (βλ. σχετ. απόδειξη πληρωμής).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σε προγενέστερο χρόνο της προσλήψεως της ενάγουσας και συγκεκριμένα την 29-2-1996, η εναγόμενη συνήψε με την εταιρία "ΝΑΤΙΟΝΑLΕ - ΝΕDΕRLΑΝDΕΝ Levensverzekering Maatschappoj N.V" το με αριθμό Ο.Α. … ομαδικό ασφαλιστήριο Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα, στο οποίο ρητά αναφέρονταν, στο άρθρο 1 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ότι, σκοπός ήταν να προσφερθεί στο προσωπικό της εταιρίας και να δοθούν στους υπαλλήλους-πρόσωπα δεκτικά ασφάλισης συνταξιοδοτικές καθώς και ορισμένες άλλες παροχές που αναφέρονται σε αυτό, στο άρθρο 2 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προβλεπόταν ότι όλα τα μέλη του προσωπικού της εναγόμενης, για τα οποία καταβάλλονταν εισφορές, είχαν δικαίωμα συμμετοχής στο πρόγραμμα κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, ότι το δικαίωμα παροχής εκ μέρους του εργαζομένου γεννάται σε δύο περιπτώσεις: α) κατά την ημερομηνία της κανονικής αποχώρησης, οπότε θα καταβάλλεται ένα ποσό εφάπαξ, ίσο με ένα συντάξιμο μισθό για κάθε έτος συντάξιμης υπηρεσίας (ως συντάξιμος μισθός νοείται ο μέσος όρος των μηνιαίων μισθών της τελευταίας προ της συνταξιοδοτήσεως διετίας- βλ. άρθρο 2 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου) και β) σε περίπτωση πρόωρης αποχώρησης από το πρόγραμμα ασφάλισης είτε λόγω οικειοθελούς αποχώρησης είτε λόγω απόλυσης, εφόσον ο εργαζόμενος έχει συμπληρώσει δέκα (10) έτη πριν την ηλικία κανονικής αποχώρησης και (05) έτη συμμετοχής στο ασφαλιστήριο πρόγραμμα, οπότε θα καταβάλλεται εφάπαξ παροχή, η οποία συνίσταται σε ποσοστό (%) της πλήρους παροχής σύμφωνα με τον συνημμένο σε αυτό πίνακα, όπου καθορίζονταν τα ηλικιακά όρια (60-60 έτη) και οι συντελεστές πρόωρης αποχώρησης από 55% έως 100% για τους άνδρες και από 56% έως 100% για τις γυναίκες (βλ. άρθρο 2 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου) και στο άρθρο 5 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου προβλεπόταν ότι τα μέλη δεν συνεισφέρουν στο κόστος και το ποσό καταβάλλεται από την εργοδότρια.

Περαιτέρω, στο άρθρο 7β του Κεφαλαίου II του ομαδικού ασφαλιστηρίου, αναφερόταν ότι η εναγόμενη κατά την υπογραφή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχε ρητά επιφυλάξει δι' εαυτή, συμβαλλόμενη, το δικαίωμα να διακόψει οποτεδήποτε τη διακοπή των ασφαλίστρων για όλους τους ασφαλισμένους ή κλάσεις αυτών κατόπιν προηγούμενης ειδοποίησης της ασφαλιστικής εταιρίας καθώς και το δικαίωμα τροποποίησης της σύμβασης χωρίς τη συναίνεση είτε των ασφαλισμένων είτε οιουδήποτε άλλου δικαιούχου συντάξεως βάσει του ασφαλιστηρίου (βλ. σχετ. άρθρο 4 του κεφαλαίου III του ομαδικού ασφαλιστηρίου). Εν συνεχεία, έλαβαν χώρα οι κατωτέρω τροποποιήσεις του ανωτέρω ομαδικού Συνταξιοδοτικού Προγράμματος και συγκεκριμένα: α) με την με αριθμό …1997 πρόσθετη πράξη μεταξύ των άνω συμβαλλόμενων τροποποιήθηκε το άρθρο 3 του ομαδικού ασφαλιστηρίου Συνταξιοδοτικού Προγράμματος, ως προς τα πρόσωπα δεκτικά ασφαλίσεως και ειδικά τα νεοεισερχόμενα μέλη, β) με την με αριθμό …2001 πρόσθετη πράξη μεταξύ των συμβαλλόμενων δυνάμει της οποίας καταβλήθηκε από την εναγόμενη το ποσό των 71.910.285 δραχμών εξαετίας αναλογιστικού ελλείμματος, γ) με τη με αριθμό …1997 πρόσθετη πράξη μεταξύ των συμβαλλόμενων δυνάμει της οποίας τροποποιήθηκε το καθαρό ετήσιο ασφάλιστρο και διαμορφώθηκε σε ποσοστό 5,12% επί του εκάστοτε ετησίου μισθολογίου, δ) με τη με αριθμό …2002 πρόσθετη πράξη μεταξύ των συμβαλλόμενων δυνάμει της οποίας το εγγυημένο επιτόκιο ορίσθηκε σε ποσοστό 3,35%, ε) με τη με αριθμό …2004 πρόσθετη πράξη μεταξύ των συμβαλλόμενων δυνάμει της οποίας παρατάθηκε ο χρόνος ισχύος του ασφαλιστηρίου και καθορίσθηκε το ποσοστό των εξόδων διαχείρισης του λογαριασμού, στ) με την με αριθμό …2005 πρόσθετη πράξη μεταξύ των συμβαλλόμενων δυνάμει της οποίας τροποποιήθηκε το άρθρο 3 του ομαδικού ασφαλιστηρίου ως προς τα πρόσωπα δεκτικά ασφαλίσεως και με τη με αριθμό …2012 πρόσθετη πράξη μεταξύ των συμβαλλόμενων δυνάμει της οποίας το εγγυημένο επιτόκιο ορίσθηκε σε ποσοστό 1%. Κατά τα έτη 2006 και 2008, στη χρονική διάρκεια ισχύος του ομαδικού ασφαλιστηρίου, η εναγόμενη ανέθεσε στην αντισυμβαλλόμενη της την εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης και στην περίπτωση που το πόρισμα αυτής ήταν η εμφάνιση του μελλοντικού ελλείμματος μεριμνούσε για την κάλυψη του ποσού που προέκυπτε από τη μελέτη, ώστε το ποσό του αποθεματικού να είναι επαρκές και το ασφαλιστικό πρόγραμμα να χρηματοδοτείται σωστά (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα αναλογιστικών μελετών της ING ΠΕΙΡΑΙΩΣ). Ακολούθως, τον Απρίλιο του έτους 2013, λόγω της σημαντικής μείωσης του κύκλου εργασιών της εναγόμενης, ως απότοκο της κατακόρυφης πτώσης των πωλήσεων οχημάτων, η εναγομένη αιτήθηκε από την ασφαλιστική εταιρία την εκπόνηση νέων αναλογιστικών μελετών, προκειμένου να διερευνηθεί η πιθανότητα να κινδυνεύσει μελλοντικά η βιωσιμότητα, του προγράμματος. Την 30-4-2013, οι αναλογιστικές μελέτες ολοκληρώθηκαν και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα θα εμφάνιζε άμεσα έλλειμμα 708.944 ευρώ και 446.167 αντίστοιχα, λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των ενεργών και μη εργαζομένων στην εναγόμενη και επιτόκιο επένδυσης 1% άλλως 2. Ακολούθως, η εναγόμενη, λόγω της οικονομικής αδυναμίας της να καλύψει το έλλειμμα του συνταξιοδοτικού προγράμματος είτε με την αύξηση των εισφορών, ώστε να χρηματοδοτηθεί με επιπλέον ποσά το τότε ισχύουν συνταξιοδοτικό πρόγραμμα είτε με την καταβολή εφάπαξ ποσών από την εταιρεία, ώστε να διασφαλιστεί η επάρκεια των αποθεματικών του τότε ισχύοντος ομαδικού συνταξιοδοτικού προγράμματος, αποφάσισε την τροποποίηση του υπάρχοντος προγράμματος συνταξιοδοτικής κάλυψης του προσωπικού από καθορισμένων παροχών σε καθορισμένων εισφορών, διότι με τον τρόπο αυτό τα δικαιώματα των εργαζομένων θα μεταφέρονταν αυτούσια στο τροποποιημένο πρόγραμμα συνταξιοδοτικής κάλυψης. Σύμφωνα με τους όρους του Ομαδικού Ασφαλιστηρίου Συνταξιοδοτικού Προγράμματος (Κεφάλαιο II - άρθρο 7β και Κεφάλαιο III - άρθρο 4), η εναγόμενη είχε το δικαίωμα να προβεί μονομερώς σε τροποποίηση των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, διακόπτοντας την καταβολή των ασφαλίστρων για όλους τους ασφαλισμένους και να τροποποιήσει μονομερώς τους όρους του προγράμματος. Ωστόσο, η εναγόμενη πληροφόρησε αρχικά του Διευθυντές Τμημάτων της εταιρίας, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα και μέσω αυτών και το προσωπικό της για την απόφαση της περί τροποποίησης του προγράμματος. Την 31-8-2013 καταρτίσθηκε από την ασφαλιστική εταιρία συγκεκριμένη λίστα, στην οποία αναγράφονταν το ποσό που δικαιούνταν κάθε εργαζόμενος με βάση τις αποδοχές και τις αντίστοιχες εισφορές που είχαν αποδοθεί στο πρόγραμμα και στην οποία περιλαμβάνονταν και ονόματα εργαζομένων που είχαν αποχωρήσει ήδη από την εταιρία και είχαν εισπράξει ό,τι τους αναλογούσε, ώστε να μπορούν και οι ίδιοι οι εν ενεργεία εργαζόμενοι να καταλάβουν τον λόγο της μελλοντικής απομείωσης των αποθεματικών του προγράμματος. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2013 έλαβε χώρα εσωτερική επικοινωνία, με τις αρμόδιες χώρες του ομίλου, οι οποίες εποπτεύουν την εναγομένη και διατυπώθηκε η εισήγηση για την αλλαγή του συνταξιοδοτικού προγράμματος της εταιρίας, η οποία έγινε δεκτή και στη συνέχεια δόθηκε εντολή στην ασφαλιστική εταιρεία να ισχύσει το πρόγραμμα προκαθορισμένων παροχών μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του έτους 2013 και από την 1η Οκτωβρίου του έτους 2013 να τροποποιηθεί σε πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών. Το τροποποιημένο πρόγραμμα χρηματοδοτείτο αποκλειστικά από την εταιρεία, οι εισφορές του εργοδότη ήταν μειωμένες (από 5,128% σε 4% επί του μηνιαίου μισθού), ως βάσει δε υπολογισμού ετίθεντο οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές, μη συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας (12 μηνιαίοι μισθοί) και κάθε εργαζόμενος είχε τη δική του μερίδα, οπότε όταν θεμελίωνε το δικαίωμά του, θα έπαιρνε ό,τι είχε συγκεντρωθεί σε αυτόν (βλ. την με αριθμό … πρόσθετη πράξη του με αριθμό … ομαδικού ασφαλιστηρίου). Στις 20-9-2013 ενημερώθηκε το σύνολο του προσωπικού της εναγόμενης, με σχετική παρουσίαση, για την τροποποίηση του προγράμματος από την 1-10-2013 και τους όρους αυτού καθώς επίσης και για το γεγονός ότι έξι εργαζόμενοι, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσαν να εργάζονται στην εταιρία και ως εκ τούτου δεν ετίθετο ζήτημα συνταξιοδότησης ή λύσης της σύμβασης εργασίας τους, είχαν τη δυνατότητα λόγω του ύψους του ποσού της μερίδας τους να εισπράξουν αυτό άμεσα (βλ. αντίγραφο παρουσίασης). Στις 30-9-2013, η εναγόμενη απέστειλε στην ενάγουσα επιστολή στην οποία την ενημέρωνε για τη τροποποίηση των όρων του ισχύοντος Ομαδικού Συνταξιοδοτικού Προγράμματος Καθορισμένων Παροχών σε Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Εισφορών, με ημερομηνία θέσης σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2013, η οποία έχει ως ακολούθως: "Όπως γνωστοποιήθηκε στο παρελθόν η εταιρία θα μετατρέψει το ισχύον Ομαδικό Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Παροχών σε Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Εισφορών, με ημερομηνία θέσης σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου 2013. Οι όροι του νέου προγράμματος, οι οποίοι έχουν ήδη συζητηθεί μαζί σας, αναφέρονται σε περίληψη, προς γνώση σας, στο συνημμένο έγγραφο (Παράρτημα Προγράμματος Καθορισμένων Εισφορών). Όπως επίσης έχει αναφερθεί, για όλους τους εργαζομένους, τα ποσά που έχουν προκόψει από το προηγούμενο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα θα μεταφερθούν στο νέο πρόγραμμα. Εργαζόμενοι με θεμελιωμένα δικαιώματα, κατ' επιλογή τους δύνανται τελικά να αποφασίσουν εναλλακτικά να λάβουν το προϊόν των θεμελιωμένων παροχών. Επειδή το προσφερόμενο Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα παρέχεται κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια της Εταιρείας, η GM Hellas διατηρεί το δικαίωμα μονομερώς να τροποποιήσει, αναβάλει ή ακυρώσει το Πρόγραμμα οποτεδήποτε κατά τη διακριτική της ευχέρεια". Την 1-10-2013 εστάλη στην ενάγουσα νέα επιστολή της εναγόμενης, με την οποία έγινε πρόσθετη ενημέρωση για την εφαρμογή του τροποποιημένου προγράμματος, με το κάτωθι περιεχόμενο: "Αγαπητή Α. Γ., την 27 Σεπτεμβρίου λάβατε επιστολή σχετικά με την αλλαγή του Ομαδικού Συνταξιοδοτικού Προγράμματος Καθορισμένων Παροχών σε Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα Καθορισμένων Εισφορών από 1 Οκτωβρίου 2013, όπου όλοι οι εργαζόμενοι με θεμελιωμένα δικαιώματα στο προηγούμενο πρόγραμμα ενημερώθηκαν για τη δυνατότητά τους είτε να καταβληθεί σε αυτούς η θεμελιωμένη παροχή πριν την τροποποίηση του Προγράμματος Συνταξιοδότησης ή να μεταφέρουν στο νέο πρόγραμμα το υπόλοιπο που έχει προκόψει μέχρι την 30 Σεπτεμβρίου. Εσείς, ως εργαζόμενη με θεμελιωμένα δικαιώματα στο προηγούμενο πρόγραμμα, ζητήσατε να λάβετε την θεμελιωμένη παροχή μέχρι την 30 Σεπτεμβρίου όπως υπολογίστηκε από την Ασφαλιστική Εταιρεία βάσει της γνωστής κλίμακας εκταμίευσης, που αντιστοιχεί σε ευρώ 63.513,50. Με την παρούσα επιστολή, επιβεβαιώνουμε ότι η Εταιρεία αποδέχθηκε το αίτημά σας και ότι θα λάβετε το ποσό απευθείας από την IΝG σε εύλογο χρόνο. Μετά την καταβολή της θεμελιωμένης παροχής σας, επί του προηγούμενου Ομαδικού Συνταξιοδοτικού Προγράμματος, δεν θα έχετε ούτε διατηρείτε το οποιοδήποτε δικαίωμα που να απορρέει από αυτό. Θα εγγραφείτε στο νέο Πρόγραμμα Καθορισμένων Εισφορών από 1 Οκτωβρίου χωρίς απόθεμα και θα ξεκινήσετε από την αρχή ένα νέο λογαριασμό βασιζόμενο στους γενικούς όρους του νέου Συνταξιοδοτικού Προγράμματος που ήδη σας έχουν χορηγηθεί. Αυτονόητο είναι ότι η παράμετρος αρχαιότητας (5 έτη) για τη θεμελίωση δικαιωμάτων στο νέο πρόγραμμα θα εξακολουθήσει να υπολογίζεται ακόμα σε σχέση με την ημερομηνία πρόσληψής σας". Στις 24-10-2013, η ενάγουσα προέβη στη ρευστοποίηση του θεμελιωμένου δικαιώματος της και εισέπραξε από την ΙΝG ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ το καθαρό ποσό των πενήντα χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (50.459,45 ευρώ), μετά την παρακράτηση φόρου 13.054,05 ευρώ από την καταβάλλουσα εταιρία, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαιτήσεως της, κύριας ή παρεπόμενης, που αφορά την παροχή λόγω αποχωρήσεως μου από το πιο πάνω Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από …/1994 μέχρι …/2013 (βλ. προσκομιζόμενη απόδειξη εξοφλήσεως). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, τον οποίο επαναφέρει με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης, ότι η εξαγορά του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν ήταν προϊόν της δικής της βούλησης, αλλά απόφαση της εναγόμενης εταιρίας, η οποία παρότρυνε όλους τους εργαζομένους και κυρίως όσους είχαν μακρόχρονη εργασιακή σχέση με την εταιρία, να ρευστοποιήσουν το απόθεμα που αναλογούσε σε καθένα από αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπονταν για την πρόωρη αποχώρηση του εργαζομένου ενόψει της τροποποίησης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο όριζε μειωμένο ποσό εισφορών έναντι του αρχικού ασφαλιστηρίου, παρουσιάζοντας την ανάληψη - εξαγορά ως βασική προϋπόθεση για την εκ μέρους της συμμετοχή στο νέο ασφαλιστήριο πρόγραμμα και ότι από την ανωτέρω ενέργεια της εναγόμενης υπέστη οικονομική ζημία, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο καταλήγει στη κρίση του στηριζόμενο ιδίως στο πρόγραμμα παρουσίασης από την εναγόμενη στο προσωπικό της των όρων του νέου ασφαλιστηρίου και από την προαναφερόμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, από τα οποία προκύπτει ότι η εξαγορά από την ενάγουσα της θεμελιωμένης παροχής καθαρού ποσού 50.459,45 ευρώ από την IΝG ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ, η οποία έλαβε χώρα κατόπιν οικειοθελούς υποβολής αίτησης της (ενάγουσας) και έγινε αποδεκτή από την εργοδότρια. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος Κ. Ο., η οποία κατέθεσε ότι προτάθηκε σε εργαζομένους της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, να προβούν σε εξαγορά του προγράμματος και μάλιστα προ της τροποποίησης αυτού καθώς και ότι προβλέφθηκε η δυνατότητα πρόωρης εξαγοράς του προγράμματος, σε άλλο δε σημείο της κατάθεσής της αναφέρει επί λέξει: "Γνωρίζω εξάλλου από τις ίδιες ότι αντιτάχθηκαν αρχικά στην πρόταση αυτή της εταιρίας αλλά στη συνέχεια το δέχθηκαν επιφυλασσόμενες των νομίμων δικαιωμάτων τους, φοβούμενες ότι θα απωλέσουν το δικαίωμα αυτό". Επίσης, επιβεβαιώνεται και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Κ. και Χ., οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι κανένας εργαζόμενος δεν πιέσθηκε ή εξαναγκάσθηκε να εξαγοράσει την αναλογία που του αντιστοιχούσε από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Συνεπώς προέκυψε ότι η απόφαση για την υποβολή της αίτησης δεν ήταν προϊόν εξαναγκασμού ή επηρεασμού, καθ' οιονδήποτε τρόπο, από την εργοδότρια προς την κατεύθυνση της εξαγοράς της παροχής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αλλά προϊόν της ελεύθερης βούλησης της ενάγουσας.

Περαιτέρω, δεν προέκυψε, από οιαδήποτε αποδεικτικό μέσο, ότι τέθηκε ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή της ενάγουσας στο νέο ασφαλιστήριο συμβόλαιο προκαθορισμένων εισφορών η εξαγορά του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεδομένου στην από 01.10.2013 επιστολή της εναγόμενης στην ενάγουσα ρητά της γνωστοποιείται ότι το αίτημα της για λήψη της θεμελιωμένης παροχής έγινε δεκτό, ότι θα εγγραφόταν στο νέο Πρόγραμμα Καθορισμένων Εισφορών χωρίς απόθεμα και ότι μετά την εγγραφή θα ξεκινούσε από την αρχή ένα νέο λογαριασμό βασιζόμενο στους γενικούς όρους του νέου συνταξιοδοτικού προγράμματος, υπολογιζόμενης της παραμέτρου της αρχαιότητας-πενταετία για τη θεμελίωση δικαιωμάτων στο νέο πρόγραμμα από την πρόσληψή της στην εταιρία. Επίσης, δεν προέκυψε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού της εκκαλούσας-ενάγουσας ότι η εναγόμενη με την λήψη και υλοποίηση της απόφασης περί τροποποίησης των όρων του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου τροποποίησε ταυτόχρονα τους όρους της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και το έπραξε αυτό, αυθαίρετα, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της (ενάγουσας), προκαλώντας της οικονομική ζημία συνιστάμενη στην απώλεια του ποσού, το οποίο μετά βεβαιότητας θα λάμβανε μέσω του ομαδικού ασφαλιστηρίου προγράμματος, εφόσον οι όροι του διατηρούνταν αμετάβλητοι, ενώ η ίδια, ως εργοδότρια, αποκόμισε όφελος, αφού εξοικονόμησε πόρους σε βάρος του απασχολούμενου προσωπικού της και κυρίως σε βάρος των μακροχρόνια εργαζομένων σε αυτή που είχαν θεμελιώσει σημαντικού ύψους εφάπαξ παροχή. Αντιθέτως προέκυψε ότι η ομαδική ασφάλιση του προσωπικού μιας επιχείρησης δεν αποτέλεσε όρο των μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης εργασιακής σύμβασης και ως εκ τούτου δεν έφερε το χαρακτήρα μισθολογικής παροχής αλλά εμπίπτει στην έννοια των οικειοθελών παροχών του εργοδότη στο προσωπικό του, ο οποίος χωρίς να έχει νομική ή συμβατική δέσμευση συνάπτει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνοντας να καλύπτει αυτός ολικά ή εν μέρει το ασφάλιστρο. Τα ασφάλιστρα που κατέβαλε η εναγόμενη για κάθε εργαζόμενό της, μεταξύ δε αυτών και για την ενάγουσα, προς κάλυψη του ως άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν δύναται να θεωρηθούν ως τακτική μισθολογική παροχή, αφού ακόμη και αν καταβάλλονταν τακτικά επί ορισμένο χρονικό διάστημα, διατηρούσαν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι η εναγόμενη είχε επιφυλάξει σε αυτή, με τους όρους της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης, το δικαίωμα ανάκλησης και τροποποίησης, οποτεδήποτε και χωρίς τη συναίνεση των ασφαλισμένων προσώπων, των όρων του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το δε αρχικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο καθώς και η τροποποίηση των όρων αυτού αφενός δεν έλαβε χώρα χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του προσωπικού της, ως προαναφέρθηκε, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη δεν είχε νόμιμη υποχρέωση προς τούτο, αφετέρου δεν έλαβε χώρα αυθαίρετα, αφού η εναγόμενη είχε το δικαίωμα να πράξει τούτο, καθόσον επρόκειτο για οικειοθελή παροχή της εργοδότριας, ελεύθερα ανακλητή και ουχί για υποχρεωτικό όρο της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Συνακόλουθα των ανωτέρω, δεν διαμορφώθηκε επιχειρησιακή συνήθεια πρόσθετης παροχής και συμβατικής δέσμευσης της εναγομένης, αφού, όπως προαναφέρθηκε υπήρχε ρητή επιφύλαξη της τελευταίας (εργοδότριας εναγόμενης) για τροποποίηση των όρων του ασφαλιστικού προγράμματος οι αιτιάσεις της ενάγουσας περί βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας και ματαίωσης λήψης της εφάπαξ παροχής προβάλλεται αλυσιτελώς.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 2013 έλαβε χώρα η εξαγορά του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας που έγινε αποδεκτή από την εναγόμενη, η δε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας το Δεκέμβριο του έτους 2017. Η ενάγουσα δε, κατά την είσπραξη του ποσού της εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, τελούσε σε γνώση αφενός μεν του γεγονότος ότι μετά την εγγραφή στο νέο τροποποιημένο ασφαλιστήριο θα ελάμβανε χώρα έναρξη νέου λογαριασμού αφετέρου δε ότι η τροποποίηση του ασφαλιστηρίου ομαδικού ασφαλιστηρίου από την εργοδότρια δεν ήταν αυθαίρετη, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, μετά δε την τροποποίηση αυτού δεν υπήρχε υποχρέωση της εργοδότριας, κατά την καταγγελία της σύμβασης να της χορηγήσει το σύνολο της εφάπαξ παροχής βάσει των όρων του αρχικού ομαδικού ασφαλιστηρίου προγράμματος, αφού οι όροι του δεν ήταν σε ισχύ.

Συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ματαίωσε το δικαίωμα προσδοκίας προς λήψη πλήρους της εφάπαξ παροχής μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού έτους της ηλικίας της, δηλαδή μετά την απασχόλησή της για τέσσερα επιπλέον έτη από την απόλυση. Επίσης, δεν αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ότι η εναγόμενη προκειμένου να απορρίψει ευκαιρίες απασχόλησης σε άλλες εταιρίες εμπορίας αυτοκινήτου της αντιπρότεινε μικρή αύξηση του μισθού της και της επιβεβαίωσε ότι η εφάπαξ παροχή από το ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν αμετάκλητη και εξ ολοκλήρου αμετάβλητη. Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω περιστατικά ενισχύεται και από την κατάθεση του μάρτυρος της εναγόμενης Ι. Χ., στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα της εναγόμενης ήταν ομαδικό και σε αυτό προβλέπονταν ρητά ότι η εταιρία διατηρούσε δικαίωμα τροποποίησής του, ότι επρόκειτο για οικειοθελή παροχή, ελεύθερα ανακλητή, ότι στις έγγραφες συμβάσεις εργασίας που συνήπτε η εταιρία ρητά αναγράφονταν ότι το πρόγραμμα και εξ αυτού παροχές ήταν οικειοθελής παροχή, ότι η εναγόμενη προέβη σε τροποποίηση του ομαδικού ασφαλιστηρίου λόγω της κρίσης που έπληξε μετά το έτος 2010, μεταξύ άλλων και το χώρο της αυτοκινητοβιομηχανίας και αφού προηγήθηκαν αναλογιστικές μελέτες, ότι η λύση της τροποποίησης από πρόγραμμα καθορισμένων παροχών σε καθορισμένων εισφορών ήταν η προσφορότερη και λιγότερο επαχθής για τους εργαζομένους, ότι η τροποποίηση έγινε από την εργοδότρια μονομερώς, ως έχουσα σχετικό δικαίωμα εκ της ρητής πρόβλεψης στη σύμβαση ασφάλισης, ότι η ενάγουσα αποδέχθηκε την τροποποίηση χωρίς να υπάρξει κανένας εξαναγκασμός και ότι η ενάγουσα ουδέποτε από του έτους 2013 που έλαβε την παροχή και μέχρι την άσκηση της αγωγής διαμαρτυρήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο για τη μέθοδο υπολογισμού, της παροχής και ότι το ποσό της διαφοράς που αξιώνει η ενάγουσα δεν ωφελήθηκε κανένας, διότι η ενάγουσα εισέπραξε το ποσό που δικαιούνταν το έτος 2013 και στη συνέχεια καλύπτονταν από το νέο τροποποιημένο ομαδικό ασφαλιστικό πρόγραμμα. Οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, δεν κρίνονται ανταποκρινόμενες στην αλήθεια, καθόσον οι ισχυρισμοί τους περί του ότι το ομαδικό ασφαλιστήριο ήταν συμβατική παροχή, χωρίς δυνατότητα μονομερούς ανάκλησης, προσκρούουν με το περιεχόμενο του ιδίου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπου υπήρχε ρητή επιφύλαξη μονομερούς τροποποίησης των όρων του από την εργοδότρια, το οποίο (συμβατικός χαρακτήρας της παροχής) δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ουδέποτε στο παρελθόν είχαν γίνει συζητήσεις τροποποίησής του.

Περαιτέρω δεν κρίνονται πειστικά τα δε υπό των εξετασθέντων μαρτύρων αναφερόμενα ότι η εναγόμενη παρείχε στο προσωπικό της την διαβεβαίωση ότι οι όροι του προγράμματος ήταν σταθεροί και ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο μεταβολής ή ανάκλησης των όρων του, ότι το πρόγραμμα αποτελούσε ισχυρό κίνητρο για την παραμονή των εργαζομένων στο δυναμικό της, αληθή υποτιθέμενα, δεν αναιρούν τις ανωτέρω παραδοχές του Δικαστηρίου, αφού ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εναγομένη-εργοδότρια χρησιμοποιούσε τις παροχές που δικαιούνταν το προσωπικό της από το ασφαλιστικό πρόγραμμα ως μέσο για την παραμονή τους σε αυτή και ότι εκ του λόγου αυτού η ενάγουσα απέρριψε προτάσεις εργασιακής απασχόλησης σε άλλες εταιρίες και ότι με την τροποποίηση του προγράμματος ματαίωσε το δικαίωμα προσδοκίας της ενάγουσας για λήψη του συνόλου της εφάπαξ παροχής.

Περαιτέρω, η κατάθεση του μάρτυρος της ενάγουσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος σε περικοπή της κατάθεσής του αναφέρει "ότι σε περίπτωση που δεν το δεχτείς μπορεί να χάσεις τα χρήματά σου", με την οποία απαντά στο ερώτημα που τέθηκε ως προς τον τρόπο εξαναγκασμού σε εξαγορά του προγράμματος, δεν υποδηλώνει εξαναγκασμό και εκβιασμό της ενάγουσας, αλλά παρουσίαση όλων των παραμέτρων και πιθανοτήτων ενόψει της επικείμενης τροποποίησης του ασφαλιστικού προγράμματος, λαμβανομένου υπόψη ότι για την τροποποίηση των όρων του ομαδικού ασφαλιστηρίου δεν ήταν αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων και η πρόωρη εξαγορά δεν αποτελούσε όρο για τη συμμέτοχη στο νέο ασφαλιστικό πρόγραμμα, αλλά ήταν προσωπική επιλογή και απόφαση κάθε υπαλλήλου και από την πρόωρη εξαγορά και την μη καταβολή της πλήρους παροχής στην ενάγουσα δεν αποκόμισε όφελος η εργοδότρια. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ματαίωση του δικαιώματος προσδοκίας της ενάγουσας προς λήψη της εφάπαξ πλήρους παροχής είτε εκ της τροποποίησης των όρων του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου και εξαναγκασμού αυτής σε πρόωρη εξαγορά είτε λόγω αυθαίρετης τροποποίησης των όρων εργασίας της. Συνακόλουθα, το αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 10.585,56 ευρώ για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη εκ του εσφαλμένου υπολογισμού της παροχής της βάσει του ύψους του μηνιαίου μισθού της τελευταίας διετίας είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι, αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός περί λάθους υπολογισμού του δικαιούμενου από την ενάγουσα ποσού, καθόσον ουδεμία υπαιτιότητα της εναγομένης αποδείχθηκε, αφού το ποσό υπολογίσθηκε και καταβλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρία χωρίς μεσολάβηση ή παρέμβαση της εργοδότριας. Οι αγωγικές αξιώσεις για καταβολή του χρηματικού ποσού των 97.076,13 ευρώ, άλλως και επικουρικώς του ποσού των 71.781,5 ευρώ, άλλως και επικουρικώς του ποσού των 47.055,70 ευρώ πρέπει ενόψει όσων προαναφέρθηκαν περί μη ματαίωσης του δικαιώματος προσδοκίας της ενάγουσας με υπαιτιότητα της εναγόμενης-εργοδότριας να απορριφθούν ομοίως ως ουσιαστικά αβάσιμες. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι την 7-3-2018 η ενάγουσα, με έγγραφη επιστολή της, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εναγόμενη ανέφερε ότι κάθε χρόνο και κατά το χρονικό διάστημα του Μαρτίου δίνονταν στου Διευθυντές της εταιρίας το ΕΒΙΤ (Διευθυντικό ΒΟNUS) για την απόδοση του προηγούμενου έτους και ζήτησε να ενημερωθεί το χρόνο που θα γίνονταν αυτό, επισημαίνοντας ότι θεωρούσε ότι δικαιούνταν να της καταβληθεί αυτό. Την 8-3-2018, η εναγόμενη με την έγγραφη επιστολή της ότι το ανωτέρω bonus δεν καταβάλλονταν στους υπαλλήλους που είχαν αποχωρήσει από την εργασία τους με διαχωρισμένο πακέτο πληρωμών. Την ίδια ημέρα (8-3-2018) η ενάγουσα με έγγραφη επιστολή της στην εναγόμενη, που συντάχθηκε και απεστάλη μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, διευκρίνισε ότι η σύμβαση της καταγγέλθηκε λόγω μη αποδοχής της πρότασης για μείωση των μηνιαίων αποδοχών της, ότι δεν αποχώρησε με διαχωρισμένο πακέτο πληρωμών και ότι δικαιούνταν την πληρωμή του bonus.

Την …2018 επιδόθηκε στην εναγομένη (βλ. την με αριθμό …2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου … Η. Δ. Α.) η από …2018 εξώδικη όχληση- πρόσκληση-διαμαρτυρία με το κάτωθι περιεχόμενο :

"Α) Όπως άριστα γνωρίζετε, δυνάμει προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκα από την εταιρία σας την …1994, ως υπάλληλος και μάλιστα αρχικά με την ιδιότητα της υπεύθυνης δημοσίων σχέσεων. Το ωράριό μου ορίσθηκε πενθήμερο, πλήρες και δη οκτάωρο από Δευτέρα έως Παρασκευή, με μηνιαίες μεικτές αποδοχές ύφους 550.000 δραχμών. Συνεπεία των προσόντων, της εργατικότητας, της αποτελεσματικότητας και της εν γένει αφοσίωσής μου στον τομέα δραστηριοποίησής μου κατάφερα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να ανελιχθώ - εντός των κόλπων της εταιρίας σας - αναλαμβάνοντας και καλύπτοντας σημαντικότατες θέσεις ευθύνης (διευθυντικές θέσεις) κυρίως στον τομέα μάρκετινγκ, διαφήμισης και επικοινωνίας. Η κύρια και βασική μου ιδιότητα - επί σειρά ετών - ήταν αυτή της Διευθύντριας Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων και μάλιστα με διευρυμένο πλαίσιο καθηκόντων και αρμοδιοτήτων. Ειδικότερα, με την ανωτέρω ιδιότητά μου, ως διευθυντικό στέλεχος της εταιρίας σας, είχα ηγηθεί, οργανώσει και εφαρμόσει επιτυχώς διάφορες στρατηγικές και πρωτοποριακές μεθόδους προώθησης και προαγωγής τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, διαγράφοντας μια άκρως επιτυχημένη πορεία στον τομέα των καθηκόντων μου, ευρέως αναγνωρισμένη από όλο τον κλάδο του αυτοκινήτου στην Ελλάδα. Τον Νοέμβριο 2017, στο πλαίσιο του γενικότερου ανασχεδιασμού της εταιρίας και της αναδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων, η διοίκηση της εταιρίας σας μου γνωστοποίησε την πρόθεσή της όπως προβεί σε περικοπή των μισθολογικών δαπανών. Στο ανώτερο ενδεχόμενο, όπως σας είναι γνωστό, αντιτάχθηκα σθεναρά καθώς κάτι τέτοιο ήταν πιθανό να επιφέρει επιζήμιες συνέπειες στη λειτουργικότητα της εταιρίας. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειες μου να αποφευχθεί η εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής, αποφασίσθηκε από εσάς η κατάργηση διάφορων θέσεων εργασίας και η περικοπή μισθολογικών δαπανών με επιβαλλόμενες μειώσεις στις μηνιαίες τακτικές αποδοχές ορισμένων εργαζομένων. Γνωρίζετε εξάλλου ότι συνεπεία των ανωτέρω την 28-11-2017 - ημέρα Τρίτη - μου χορηγήθηκε, δια ηλεκτρονικής αλληλογραφίας (email), μια ενημερωτική επιστολή και ένα σχέδιο μιας νέας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την οποία με καλούσατε όπως υπογράψω και σας παραδώσω μέχρι και την 1.12.2017 ημέρα Παρασκευή. Η ταχθείσα από εσάς προθεσμία συντομότατη δύο ουσιαστικά ημερών με αιφνιδίασε και με προβλημάτισε, καθώς κλήθηκα να υπογράψω ένα προ διατυπωμένο από εσάς έγγραφο, χωρίς να έχω τη δυνατότητα ουσιαστικής διερεύνησης του περιεχομένου αυτού, ούτε όμως - όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια - και τροποποίησης των όρων του, προσβάλλοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τα εργασιακά μου δικαιώματα. Μάλιστα, σας ήταν γνωστό ότι η υπογραφή μιας νέας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ισχύουσα από την 1.1.2018, θα συνηγορούσε στην εργασιακή και μισθολογική μου υποβάθμιση ενώ θα είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια σημαντικότατων ωφελειών και εργασιακών κεκτημένων με δεδομένο ότι απασχολούμουν ήδη στην εταιρία σας για είκοσι τρία (23) συναπτά έτη. Κατόπιν ώριμης σκέψης αρχικά αποδέχθηκα την ανωτέρω πρότασή σας, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα θίγονταν τα εργασιακά μου δικαιώματα, σχετικά με το ύψος της αποζημίωσής μου σε περίπτωση καταγγελίας της νέας σύμβασης εργασίας (απόλυσης). Προκειμένου να βρεθεί μια κοινώς αποδεκτή λύση σας αντιπρότεινα όπως η τυχόν οφειλόμενη αποζημίωσή μου - σε ένα τέτοιο ενεχόμενο - υπολογισθεί σύμφωνα με τις , κατά τον χρόνο εκείνο, τρέχουσες αποδοχές μου και σύμφωνα με την ισχύουσα προϋπηρεσία μου. Δυστυχώς η πρότασή μου δεν έγινε αποδεκτή και εγώ από τη δική μου πλευρά αρνήθηκα να υπογράψω τη νέα σύμβαση καθώς θα μεταβάλλονταν προς το χείρον τα εργασιακά μου δικαιώματα. Η άρνησή μου αυτή επέφερε τη λήξη της εργασιακής μας σχέσης καθώς την 29.12.2017 προβήκατε σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασής μου, με την ταυτόχρονη καταβολή σε εμένα της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης ύψους 91.964,80 ευρώ, υπολογιζόμενη-κατά το χρόνο εκείνο-δυνάμει των μεικτών μηνιαίων αποδοχών μου διαμορφούμενων στο ποσό των 5.456 ευρώ. Συνεπεία της ανωτέρω καταγγελίας έπαψα να απασχολούμαι και να εργάζομαι στην εταιρία σας από την 1.1.2018 και εντεύθεν.

Β) Γνωρίζετε εξάλλου ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας μας, σύμφωνα με τον εκάστοτε κύκλο εργασιών και την επίτευξη των τιθέμενων οικονομικών στόχων, καταβαλλόταν από εσάς και μάλιστα σε ετήσια βάση σχετικό επίδομα αποδοτικότητας (bonus) κυρίως σε διευθυντικά στελέχη της εταιρίας. Η συγκεκριμένη παροχή, η οποία αποτέλεσε προϊόν συμφωνίας μας, ήταν πάγια και τακτική και ως χρόνος καταβολής είχε ορισθεί το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους από την ολοκλήρωση του οικονομικού έτους παραγωγικότητας (π.χ. το bonus του έτους 2016 καταβαλλόταν το πρώτο τρίμηνο 2017).

Εξάλλου, σας είναι γνωστό ότι - κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας μου - εσείς δεν προβήκατε σε ταυτόχρονη καταβολή του αναλογούντος επιδόματος αποδοτικότητας (bonus), που αφορούσε στο έτος 2017, παρά το γεγονός ότι απασχολήθηκα στην εταιρίας σας από …2017 έως …2017 (ημερομηνία καταγγελίας). Από την πλευρά μου, ούσα καλόπιστη, διατηρούσα την πεποίθηση ότι εκκρεμούσε η εκκαθάριση των οικονομικών στοιχείων της εταιρίας σας και ότι κατόπιν αυτής θα προβαίνατε σε καταβολή του σχετικού επιδόματος μέχρι και τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, όπως εξάλλου συνηθιζόταν καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής μας σχέσης. Δυστυχώς, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μου, εσείς ουδόλως προβήκατε σε σχετική ενημέρωσή μου αναφορικά με την καταβολή του οφειλόμενου επιδόματος αποδοτικότητας και τον χρόνο καταβολής αυτού. Τον Μάρτιο του 2018 απευθύνθηκα - δια έγγραφου ηλεκτρονικού μηνύματος - στην εκπρόσωπο της διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού, η οποία όλως ασαφώς και αορίστως μου ανέφερε ότι το συγκεκριμένο επίδομα δεν καταβάλλεται σε εργαζομένους οι οποίοι δεν απασχολούνται πλέον στην εταιρία. Αμέσως διαμαρτυρήθηκα και εξέφρασα την πεποίθησή μου περί του αντιθέτου καθώς πίστευα και πιστεύω ακράδαντα ότι δικαιούμαι το συγκεκριμένο επίδομα με δεδομένο ότι συνεισέφερα ως εργαζόμενη παραγωγικά στην εταιρία για όλο το οικονομικό έτος 2017. Για την ανωτέρω στάση σας διαμαρτυρήθηκα έντονα αιτούμενη την άμεση τακτοποίηση της ανωτέρω εκκρεμότητας δυστυχώς όμως εσείς κωφεύσατε αρνούμενη να ικανοποιήσετε το ανωτέρω αίτημά μου.

Γ) Περαιτέρω, καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής μας σχέσης και δη από την 7η Νοεμβρίου 1994 μέχρι και την 29.12.2017 υπαγόμουν στον ασφαλιστικό φορέα ΙΚΑ-ΕΤΑΜ. Γνωρίζετε δε ότι - πέρα από τις ασφαλιστικές εισφορές στον ανωτέρω κύριο φορέα - εσείς ως εργοδότρια μου παρακρατούσατε - από τις ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές μου - ποσοστό το οποίο αποδίδατε μετά των εργοδοτικών εισφορών υπέρ το Επικουρικού Ταμείου Ασφαλισμένων με την ονομασία "Τ.Ε.Α.Υ.ΕΚ." και πλέον Ε.Τ.Ε.Α., με αποτέλεσμα να χαίρω και επικουρικής ασφάλισης. Αμέσως μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας μου αιτήθηκα από εσάς την παράδοση σε εμένα σχετικής καρτέλας ασφαλιστικών εισφορών προκειμένου αυτή να κατατεθεί μετά της σχετικής αιτήσεώς μου στο ανωτέρω ταμείο επικουρικής ασφάλισης για την απονομή επικουρικής σύνταξης. Όπως γίνεται αντιληπτό η υποβολή οποιουδήποτε αιτήματος περί συνταξιοδότησής μου στον ανωτέρω φορέα (πρώην ΤΕΑΥΕΚ νυν ΕΤΕΑ) καθίσταται αδύνατη με αποκλειστική σας υπαιτιότητα λόγω της άρνησής σας όπως μου παραδώσετε την αντίστοιχη καρτέλα ασφαλιστικών εισφορών. Διευκρινίζω δε ότι σε κάθε περίπτωση εσείς έχετε το δικαίωμα και την εξουσία (ως πρώην εργοδότρια εταιρία μου) να μου παραδώσετε υπεύθυνη δήλωση με περιεχόμενο τον χρόνο απασχόλησής μου στην εταιρία σας, την επαγγελματική μου ειδικότητα όπως και το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών που έχουν καταβληθεί για λογαριασμό μου, βάσει των μηνιαίων αποδοχών μου, αναλυτικά επεξηγημένων κατά μήνα, σύμφωνα με το εγχειριζόμενο στην παρούσα έντυπο υπεύθυνης δήλωσης, που απαιτεί το ΤΕΑΥΕΚ νυν ΕΤΕΑ.

Δ) Τέλος σας είναι γνωστό ότι δυνάμει του με ημερομηνία …1996 ομαδικού ασφαλιστηρίου, το οποίο είχατε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Νationale Νederlanden" - που αφορούσε στο σύνολο του προσωπικού της εταιρίας - μας παρείχατε ένα ομαδικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα εγγυημένων παροχών με κύριο χαρακτηριστικό την εφάπαξ παροχή ελάχιστης εγγυημένης σύνταξης κατά τον χρόνο πρόωρης αποχώρησης άλλως συνταξιοδότησης ημών των εργαζομένων. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης εσείς τροποποιήσατε μονομερώς, δυνάμει νεότερης σύμβασης ισχύουσας από την 1.10.2013 και εντεύθεν με δυσμενέστερους όρους για εμάς τους εργαζομένους. Με την ανωτέρω τροποποίηση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου μεταβλήθηκε το συγκεκριμένο πρόγραμμα και ορίσθηκε από πρόγραμμα προκαθορισμένων παροχών (Defined Benefits) σε πρόγραμμα προκαθορισμένων εισφορών (Defined Contributions), με επιζήμιες επιπτώσεις για το σύνολο των εργαζομένων καθώς μειώθηκε το ποσοστό απόδοσης δραματικά. Γνωρίζω εξάλλου ότι το κέρδος - από τη μεταβολή του συγκεκριμένου ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου - καρπωθήκατε εσείς μετακυλώντας τις απώλειες και τις ζημίες στου εργαζομένους. Το ύψος της ζημίας μου από την ανωτέρω μονομερή βλαπτική ενέργειά σας δεν έχω οριστικοποιήσει μέχρι σήμερα, ωστόσο επιφυλάσσομαι με την παρούσα για την άσκηση κάθε νόμιμης αξίωσης μου. Επειδή προβήκατε σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας μου επιφέροντας τη λύση της εργασιακής σχέσης που μας συνέδεε επί είκοσι τρία συναπτά έτη. Επειδή παρά τις συνεχείς και επανειλημμένες οχλήσεις μου δεν έχετε προβεί σε καταβολή του επιδόματος αποδοτικότητας (bonus) που αφορούσε στο έτος 2017. Επειδή αρνείσθε να μου χορηγήσετε αναλυτική κατάσταση μηνιαίων εισφορών παρακρατηθέντων εξ εμού και καταβληθέντων από εσάς καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής μας σχέσης υπέρ του ταμείου επικουρικής ασφάλισης με την επωνυμία "Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Υπαλλήλων Εμπορικών Καταστημάτων" και νυν "ΕΤΕΑ". Επειδή έχετε προβεί μονομερώς σε μετατροπή του ομαδικού Ασφαλιστηρίου συμβολαίου (συνταξιοδοτικό πρόγραμμα) που είχε καταρτισθεί την …1996 με την εταιρία "Νationale Nederlanden" και αφορούσε το σύνολο των εργαζομένων στην εταιρίας σας με σημαντικές απώλειες και ζημίες για ημάς τους εργαζομένους. Επειδή λειτουργήσατε και λειτουργείτε μέχρι και σήμερα παράνομα και καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη (άρθρο 281 ΑΚ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και με τη ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου.

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΑΙ έντονα για την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά σας, η οποία προσβάλλει κατάφωρα την τιμή και την υπόληψή μου καθώς δεν μου καταβάλλετε τις ως άνω οφειλόμενες υποχρεώσεις σας, παρά τη μεταξύ μας συμφωνία.

ΣΑΣ ΚΑΛΩ όπως εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας μου καταβάλλετε το επίδομα παραγωγικότητας (bonus) για το έτος 2017.

ΣΑΣ ΚΑΛΩ όπως εντός, προθεσμίας τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση της παρούσας μου χορηγήσετε αναλυτική κατάσταση μηναίων εισφορών υπέρ ΤΕΑΥΕΚ νυν ΕΤΕΑ άλλως την υπεύθυνη δήλωση εργοδότη, απευθυνόμενη προς τον ανωτέρω ασφαλιστικό φορέα, με περιεχόμενο τον χρόνο απασχόλησής μου στην εταιρία σας, την επαγγελματική μου ειδικότητα, όπως και το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που έχουν καταβληθεί για λογαριασμό μου, βάσει των μηνιαίων αποδοχών μου, αναλυτικά επεξηγημένων κατά μήνα, σύμφωνα με το εγχειριζόμενο στην παρούσα, έντυπο, υπεύθυνης δήλωσης, που απαιτεί το ΤΕΑΥΕΚ νυν ΕΤΕΑ. Σε περίπτωση, που παρέλθουν άπρακτες οι ανωτέρω προθεσμίες, σας δηλώνω ότι θα προσφύγω στα αρμόδια πολιτικά και ποινικά δικαστήρια, για την ικανοποίηση των νομίμων δικαιωμάτων μου, τα οποία προσβάλετε βάναυσα και κατ' εξακολούθηση.

ΣΑΣ ΔΗΛΩΝΩ ότι επιφυλάσσομαι με την παρούσα για την επελθούσα σε βάρος μου ζημία από την παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά σας". Την 25-9-2018 η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των χιλίων εννιακοσίων εβδομήντα οκτώ ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (1.978,27 ευρώ) ως πριμ παραγωγικότητας σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της αξίωσής της για την ανωτέρω αιτία. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι η ενάγουσα όχλησε, το πρώτον, την εργοδότρια για την καταβολή του πριμ παραγωγικότητας με την από 31.07.2018 εξώδικη δήλωση της, η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων θεμάτων, και την καταβολή του επιδόματος. Από τα αναφερόμενα στην εξώδικη δήλωση σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των έγγραφων επιστολών που απέστειλε η ενάγουσα δι' ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στην εναγόμενη προκύπτει ότι σε αυτές εκφράζει την πεποίθησή της ότι δικαιούται να λάβει το πριμ λόγω της συνεισφοράς της στην εταιρία το έτος 2017, το οποίο, ωστόσο, δεν συνιστά ακριβή, ορισμένη, καθαρή και σαφή όχληση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 340 του ΑΚ (ΑΠ 8063/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1388/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 376/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι μετά την απάντηση της εναγόμενης στην έγγραφη επιστολή της όχλησε την τελευταία για την καταβολή του πριμ παραγωγικότητας δεν κρίνεται βάσιμος, αφενός διότι δεν προσκομίσθηκε κανένα έγγραφο προς τούτο μέχρι την αποστολή της εξώδικης δήλωσης, ούτε προέκυψε από το αποδεικτικό υλικό προφορική όχληση των αρμοδίων υπαλλήλων της εναγόμενης για καταβολή του χρηματικού ποσού που της αναλογούσε για την ανωτέρω αιτία.

Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε υπερημερία της εναγομένης στην εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής και ως εκ τούτου η αγωγική αξίωση για καταβολή του ποσού των τετρακοσίων σαράντα ευρώ και είκοσι λεπτών (440,20 ευρώ) για τα έξοδα σύνταξης - αμοιβή δικηγόρου της εξώδικης δήλωσης και για τα έξοδα επίδοσης αυτής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με μερικώς διάφορη αιτιολογία, η οποία παραδεκτά συμπληρώνεται και αντικαθίσταται με την αιτιολογία της απόφασης αυτής (534 ΚΠολΔ), απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα αμέσως παραπάνω, ορθά έκρινε και δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, και επομένως όλοι οι λόγοι της ένδικης έφεσης". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 361, 335-336 και 382 του ΑΚ, 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 και 1 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεδομένου ότι, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, έγινε δεκτό ότι α) η εναγομένη-αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία την …1996 συνήψε με την εταιρεία "NATIONALE-NEDERLANDEN Levehnsverzekering Maatschappoj N.V." το με αριθμό Ο.Α … ομαδικό ασφαλιστήριο Συνταξιοδοτικό Πρόγραμμα, με σκοπό να προσφέρει στους εργαζομένους-προσωπικό της συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλοντας η ίδια και τα αντίστοιχα για τον κάθε εργαζόμενο ασφάλιστρα, β) με ρητό όρο του ως άνω συμβολαίου η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης και τροποποίησης των όρων της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης της καταβαλλόμενης παροχής, χωρίς τη συναίνεση των εργαζομένων-ασφαλισμένων, γ) ο όρος αυτός, ελεύθερης μονομερούς ανάκλησης και τροποποίησης των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης, αναγραφόταν και στις ατομικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων, η δε αναιρεσείουσα, η οποία είχε συνάψει με την αναιρεσίβλητη προφορική σύμβαση εργασίας, είχε ενημερωθεί και της είχε καταστεί γνωστός ο όρος αυτός, τόσο αρχικά κατά την πρόσληψή της όσο και μετέπειτα κατά την τροποποίηση της ως άνω σύμβασης, την οποία και η ίδια αποδέχθηκε, δ) η ομαδική ασφάλιση των εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, που χωρίς νομική ή συμβατική δέσμευση αυτή συνήψε υπέρ αυτών, αναλαμβάνοντας να καλύπτει ολικά τα ασφάλιστρα, δεν είχε μισθολογικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσε οικειοθελή αυτής παροχή ελευθέρως και μονομερώς ανακλητή, ε) η ως άνω παροχή, ουδέποτε απώλεσε τον εξ υπαρχής οικειοθελή χαρακτήρα της, παρά την τακτική, μακροχρόνια και αδιάλειπτη καταβολή της από το έτος 1996, καθότι η αναιρεσίβλητη, όπως προαναφέρθηκε, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης και τροποποίησης της καταβαλλόμενης απ' αυτήν, πέραν των νομίμων, παροχής, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος περί κατάρτισης σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των μερών για την καταβολή της παροχής αυτής στο πλαίσιο επιχειρησιακής συνήθειας. Δεν συνιστά δε ευθεία παράβαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 335-336 και 382 του ΑΚ, ως προς τον χαρακτηρισμό από το Εφετείο των καταβαλλόμενων από την αναιρεσίβλητη ασφαλίστρων ως οικειοθελούς παροχής ελεύθερα ανακλητής, στα πλαίσια της συναφθείσης σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, και όχι του ασφαλίσματος, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθόσον το ασφάλισμα, στην μεν περίπτωση ομαλής εξέλιξης της σύμβασης ομαδικής ασφάλισης, ως γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, αποτελεί παροχή οφειλόμενη από την ασφαλιστική εταιρεία, στη δε περίπτωση της ανώμαλης εξέλιξης της σύμβασης αυτής, οφείλεται από τον υπαίτιο εργοδότη ως αποζημίωση. Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες και ενιαίως κρινόμενοι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, το οποίο, κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ΚΠολΔ, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 950/2019). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που παραμορφώθηκε και όχι απλά να έχει συνεκτιμήσει αυτό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 333/2011). Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 124/2023, ΑΠ 1575/2023, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 922/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμούς 8 και 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενες πλημμέλειες, υπό την νοηματική του όμως εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την επίκληση ότι, α) παρέλειψε να αναγνώσει μέρος των από …2013 και …2013 ηλεκτρονικών επιστολών της αναιρεσίβλητης προς αυτήν και ειδικότερα το μέρος αυτών όπου η αναιρεσείουσα υπέγραψε χειρόγραφα την παραλαβή τους με τη δήλωση "Με επιφύλαξη κάθε δικαιώματος μου" και β) δεν ανέγνωσε ορθά το περιεχόμενο της ως άνω από …2013 ηλεκτρονικής επιστολής της αναιρεσίβλητης, προσδίδοντας σ' αυτές περιεχόμενο διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχουν, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε εσφαλμένο πόρισμα και να δεχθεί τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι δήθεν η πρόωρη εξαγορά του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνιστούσε προσωπική της επιλογή, ενώ το αληθές και αποδειχθέν είναι ότι η συγκεκριμένη κατάργηση-τροποποίηση-μεταβολή συνιστούσε αποκλειστικά κυριαρχική επιλογή της αναιρεσίβλητης, στην οποία την έσυρε κυριολεκτικά και η ίδια υπέκυψε προκειμένου να μην απωλέσει τα δικαιώματά της. Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων, ούτε παρέλειψε να αναγνώσει μέρος αυτών, αλλά αφού ανέγνωσε το όλο περιεχόμενό τους, όπως αυτό πραγματικά διατυπώνεται, κατέληξε, με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι, στο προαναφερόμενο πόρισμα, ότι δηλαδή η υποβολή της αίτησης από την αναιρεσείουσα προς την αναιρεσίβλητη για την πρόωρη εξαγορά της παροχής του ομαδικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν ήταν προϊόν εξαναγκασμού ή επηρεασμού, καθ' οιονδήποτε τρόπο από την αναιρεσίβλητη εργοδότριά της, ούτε ότι η πρόωρη αυτή εξαγορά της παροχής τέθηκε από την εργοδότρια ως προϋπόθεση για την συμμετοχή της αναιρεσείουσας στο νέο ασφαλιστήριο συμβόλαιο προκαθορισμένων εισφορών.

Συνεπώς, το γεγονός ότι, παρά την ορθή ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, η προσβαλλομένη απόφαση συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προβαλλόμενο ως άνω αναιρετικό λόγο, αφού πρόκειται για αιτίαση αναγομένη στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων.

Εξάλλου, στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο, όχι αποκλειστικά από την εκτίμηση των προαναφερόμενων εγγράφων, που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το περιεχόμενο αυτών παραμορφώθηκε, αλλά και από όλα τα υπόλοιπα έγγραφα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι κατά τα προεκτεθέντα, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.

Κατά συνέπεια, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση, και υπό την προσχηματική επίκληση των ως άνω αιτιάσεων εκ μέρους τη αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλομένης, πλήττεται κατ' ουσίαν, η από το Εφετείο γενομένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …2024 με αριθμό κατάθεσης …2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1474/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή