ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 892/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 892/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 892/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 892 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 892/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Κ. του Χ., κατοίκου ... και 2. Τ. Σ. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σαξώνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λαγουρό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5032/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 518/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από …2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από …2021 και με αριθμό κατάθεσης …2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, με αριθμό 518/29-7-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που έκρινε επί της από …2018 και με αριθμό κατάθεσης …2018 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμό 5032/19-11-2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά παραδοχή σχετικών λόγων έφεσης, τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω από …2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθ. 5032/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε δεχτεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία την από …2017 και με αριθμό κατάθεσης …/2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε την εν λόγω αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, και υποχρέωσε την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ Α.Ε." να καταβάλει στον μεν πρώτο ενάγοντα το ποσό των 8.556,25 ευρώ, στο δε δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 14.813,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο προθεσμίας των δυο ετών, αφού δεν προκύπτει, ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την προαναφερόμενη αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες επικαλούμενοι ότι προσελήφθησαν από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο πρώτος την …1981 και ο δεύτερος την …2002, με την ειδικότητα του μηχανικού πλωτών μέσων και ηλεκτρολόγου κίνησης, αντίστοιχα. Ακολούθως, επικαλούμενοι εσφαλμένη κατάταξή τους στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ2 αντί της ορθής ΔΕ3 με βάση τους τίτλους των σπουδών τους, τους οποίους έθεσαν στη διάθεση της εναγομένης κατά την πρόσληψή τους, όπως έχει ήδη κριθεί με την με αριθμό 403/2017 τελεσίδικη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ζητούσαν να υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον πρώτο το συνολικό ποσό των 20.922,78 ευρώ και στον δεύτερο το συνολικό ποσό των 22.677,82 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύονται, που αφορούν διαφορές αποδοχών (τακτικών, απλών υπερωριών κατά τις καθημερινές, αμοιβής για νυκτερινή εργασία, εργασίας τα Σάββατα, τις Κυριακές και αργίες, επιδομάτων εορτών και επιδομάτων αδείας) για τα έτη 2005 έως 2010, καθώς και το ποσό των 2.000 ευρώ σε καθέναν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, συνιστάμενης στη μη υπαγωγή τους στο ορθό μισθολογικό κλιμάκιο και να επιβληθούν σε βάρος της τα δικαστικά τους έξοδα. Με την με αριθμό 5032/19-11-2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ως άνω αγωγή, αφού απορρίφθηκε ως προς το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, έγινε δεκτή κατά τα λοιπά ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 20.922,78 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 22.677,82 ευρώ με τον νόμιμο τόκο.

Επί της ασκηθείσας υπό της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης προαναφερόμενης έφεσης, κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας τους σχετικούς λόγους της έφεσης :

Α. Απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης με την ακόλουθη αιτιολογία: "... η εναγομένη στερείται εννόμου συμφέροντος, ως προς τον πρώτο λόγο περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, αναφορικά, ο μεν πρώτος ενάγων με τα κονδύλια των τακτικών αποδοχών, των δώρων και επιδομάτων του έτους 2005, των τακτικών αποδοχών του έτους 2006, των τακτικών αποδοχών, των αποδοχών υπερωριών, αργιών, Σαββάτων και Κυριακών του έτους 2007, των τακτικών αποδοχών, των αποδοχών υπερωριών, αργιών, Σαββάτων και Κυριακών του έτους 2009, και ο δεύτερος ενάγων, ως προς τις αποδοχές υπερωριών, αργιών, Σαββάτων και Κυριακών του έτους 2005, καθώς αποδέχεται ότι οφείλει μεγαλύτερα ποσά από τα αντίστοιχα αιτούμενα και τελικώς επιδικασθέντα. Ειδικότερα, για τα αντίστοιχα κονδύλια, η εναγομένη συνομολογεί ότι οφείλει το ποσό των 259,70, των 44,47, των 1.109,44, των 1.198,84, των 907,22, των 1.324,08, των 862,99 και των 114,43 ευρώ, αντί του αιτηθέντος ποσού των 224,10, των 34,05, των 875,28, των 994,28, των 854,99, των 1.014,38, των 529,87 και των 92,28 ευρώ, αντίστοιχα.".

Β. Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα :

"Οι ενάγοντες προσελήφθησαν από την εναγομένη, δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο πρώτος την …1981 με την ειδικότητα του μηχανικού πλωτών μέσων και ο δεύτερος στις …2002, με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου κίνησης και τοποθετήθηκαν στη Διεύθυνση Σ.ΕΜΠΟ, απασχολούμενοι με τον χειρισμό οχημάτων στοιβασίας κα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. Με βάση τα πτυχία τους των ετών 1986 και 1988, αντίστοιχα, ως απόφοιτος του ιδιωτικού λυκείου Μηχανικών Εμπορικού Ναυτικού "Πειραϊκού Συνδέσμου" ο πρώτος και του Τμήματος Εσωτερικών Ηλεκτρικών Εγκαταστάσεων του Ηλεκτρολογικού τομέα του 3ου Τεχνικού-Επαγγελματικού Λυκείου Χαλανδρίου ο δεύτερος, τα οποία κατέθεσαν στην εναγομένη, αυτή τους κατέταξε στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ2, όπου και εξακολουθούσαν να υπάγονται κατά τα έτη 2005-2010. Όπως, όμως, έχει κριθεί ήδη με δύναμη δεδικασμένου (άρθρα 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ), απορρέοντος από την υπ' αριθμ. 4214/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της κατ' αυτής ασκηθείσας έφεσης, με την υπ' αριθμ. 403/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, οι άνω ενάγοντες, μεταξύ άλλων, υπάγονται στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ3, αναγνωριζόμενης της υποχρέωσης της εναγομένης να τους καταβάλλει τις μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την εσφαλμένη υπαγωγή τους στην ΔΕ2 κατηγορία, για το χρονικό διάστημα από την …2005 και μέχρι την άσκηση της (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. …/2010) αγωγής τους. Το γεγονός, άλλωστε αυτό δεν αμφισβητείται από την εναγομένη.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι διαφορές αποδοχών που οι ενάγοντες δικαιούνται και αντίστοιχα τους οφείλει η τελευταία, για το παραπάνω χρονικό διάστημα, διαμορφώνεται στα ακόλουθα ποσά :

1. Ο πρώτος ενάγων.

Α) Για διαφορές αποδοχών......Κατά το έτος 2010. Οι μηνιαίες αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από την …2010 έως τις …2010, έπρεπε να ανέρχονται στο ποσό των 2.861,68 {βασικός μισθός 1.196,34 [1.286,38 μείον 90,04 (7 %) +758,96 (χρονοεπίδομα 59%) +194,49 οικογενειακό επίδοματ+ 435,62 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης + 106,27 επίδομα χειρισμού + 170 επίδομα ειδικών συνθηκών} και συνολικά των 14.308,4 (2.861,68 X 5) ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010, οι μηνιαίες αποδοχές του έπρεπε να ανέρχονται στο ποσό των 2.825,79 [1.160,45 (βασικός μισθός 1.196,34 μείον 35,89 (3 %)] +758,96 (χρονοεπίδομα 59%) + 194,49 οικογενειακό επίδομα + 435,62 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης + 106,27 επίδομα χειρισμού + 170 επίδομα ειδικών συνθηκών]. Από την …2010 έως τις …2010, που ο ενάγων υπαγόταν στο 9° κλιμάκιο, με 29 έτη προϋπηρεσίας, οι μηνιαίες αποδοχές του έπρεπε να ανέρχονται στο ποσό των 2.828,44 [βασικός μισθός 1.160,45 + 719,2 (χρονοεπίδομα 62 %) + 194,49 οικογενειακό επίδομα + 435,62 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης + 106,27 επίδομα χειρισμού + 170 επίδομα ειδικών συνθηκών + 42,52 επίδομα βάρδιας].

Συνεπώς, το σύνολο των αποδοχών του που έπρεπε να λάβει για το έτος 2010, ανέρχεται σε 34.099,53 [14.308,4 (2.861,68 X 5)+ 8.477,37 (2.825,79 X 3) + 11.313,76 (2.828,44 X 4)] ευρώ, εκ των οποίων έλαβε 34.573,21 και δικαιούται τη διαφορά, ύψους 473,68 ευρώ. Η εναγομένη, ωστόσο, συνομολογεί ότι του οφείλει για την αιτία αυτή το ποσό των 937,34 ευρώ, το οποίο και όφειλε να επιδικάσει το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αντί του αιτηθέντος και επιδικασθέντος των 1.331,04 ευρώ.

Β) Για (απλές) υπερωρίες κατά τις καθημερινές : .... Κατά το έτος 2010 Από την …2010 έως τις …2010, το βασικό του ωρομίσθιο, με την παραπάνω προσαύξηση ανερχόταν σε 18,76 {12,51 [1.955,3 (βασικός μισθός 1.196,34 + χρονοεπίδομα 758,96) X 6/25 : 37,5] πλέον 50 %} ευρώ. Πραγματοποίησε 31 υπερωρίες τον Ιανουάριο, 28 τον Φεβρουάριο, 44 τον Μάρτιο, 28 τον Απρίλιο, και 31 τον Μαϊο, δηλαδή συνολικά 162 ώρες πλέον του προβλεπόμενου ημερήσιου ωραρίου του των 7,5 ωρών και ως εκ τούτου έπρεπε να λάβει συνολικά 3.039,12 (162 X 18,76) ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010, το βασικό του ωρομίσθιο, με την παραπάνω προσαύξηση ανερχόταν σε 18,42 {12,28 [1.919,41 (βασικός μισθός 1.160,45 + χρονοεπίδομα 758,96) X 6/25 : 37,5] πλέον 50 %} ευρώ. Πραγματοποίησε 34 υπερωρίες τον Ιούνιο, 45 τον Ιούλιο και 16 τον Αύγουστο δηλαδή 95 συνολικά ώρες πλέον του προβλεπόμενου ημερήσιου ωραρίου του των 7,5 ωρών και ως εκ τούτου έπρεπε να λάβει συνολικά 1.749,9 ( 95 X 18,42) ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010, το βασικό του ωρομίσθιο, με την παραπάνω προσαύξηση, ανερχόταν σε 18,03 {12,02 {[1.879,65 (βασικός μισθός 1.160,45 + χρονοεπίδομα 719,2) X 6/25 : 37,5] πλέον 50 %} ευρώ. Πραγματοποίησε 18 υπερωρίες τον Σεπτέμβριο, 26 τον Οκτώβριο, 19 τον Νοέμβριο και 28 τον Δεκέμβριο, δηλαδή 91 συνολικά ώρες πλέον του προβλεπόμενου ημερήσιου ωραρίου του των 7,5 ωρών και ως εκ τούτου έπρεπε να λάβει συνολικά 1.640,73 (91 X 18,03) ευρώ, συνεπώς για ολόκληρο το 2010 έπρεπε να λάβει για την αιτία αυτή 6.429,75 (3.039,12 + 1.749,9 + 1.640,73), έναντι του οποίου έλαβε 6.249,30 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 180,45 και όχι των 2.193,57 ευρώ που εσφαλμένως του επιδικάστηκε πρωτοδίκως.

Γ) α) Για εργασία κατά τη νύκτα, β) υπερωρίες νύκτας και γ) νυκτερινή εργασία τις Κυριακές....Κατά το έτος 2010. Από την …2010 έως τις …2010. α) Για εργασία κατά τη νύκτα καθημερινές. Πραγματοποίησε 21 τέτοιες ώρες εργασίας τον Απρίλιο, για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 25% επί του βασικού ωρομισθίου 65,52 [3,12 (βασικό ωρομίσθιο 12,51 X 25 % ) X 21] ευρώ, β) Για υπερωρίες κατά τη νύκτα. Πραγματοποίησε 2 ώρες τέτοιας εργασίας τη νύκτα τον Φεβρουάριο, πλέον του νομίμου ωραρίου του, για τις οποίες έπρεπε να λάβει το βασικό του ωρομίσθιο για υπερωριακή απασχόληση, πλέον της προσαύξησης για εργασία τη νύκτα 25% (4,69), δηλαδή το ποσό των 23,45 (18,76 + 4,69) ευρώ και συνολικά των 46,90 (23,45 X 2) ευρώ, γ) Για εργασία κατά τη νύκτα Κυριακών. Πραγματοποίησε 28 ώρες νυκτερινής εργασίας Κυριακές (21 ώρες τον Απρίλιο και 7 τον Μαϊο) για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 5,08 ευρώ για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας [25,43 (2.861,68 : 15 : 7,5) X 20%] και συνολικά 142,24 (5,08 X 28) ευρώ. Επομένως, για την παραπάνω αιτία έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 231,21 (65,52 + 23,45 + 142,24) ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010. α) Για εργασία κατά τη νύκτα καθημερινές. Πραγματοποίησε 44 τέτοιες ώρες εργασίας (14 τον Ιούνιο, 23 τον Ιούλιο και 7 τον Αύγουστο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 25% επί του βασικού ωρομισθίου 135,08 {3,07 [βασικό ωρομίσθιο 12,28 X 25 %) X 44] ευρώ, β) Για υπερωρίες κατά τη νύκτα. Πραγματοποίησε 1 ώρα τέτοιας εργασίας τη νύκτα τον Σεπτέμβριο, πλέον του νομίμου ωραρίου του, για την οποία έπρεπε να λάβει το βασικό του ωρομίσθιο για υπερωριακή απασχόληση, πλέον της προσαύξησης για εργασία τη νύκτα 25% (4,6), δηλαδή το ποσό των 23,02 (18,42 + 4,6) ευρώ, γ) Για εργασία κατά τη νύκτα Κυριακών. Πραγματοποίησε 73 ώρες νυκτερινής εργασίας (8 ώρες τον Σεπτέμβριο, 29 τον Οκτώβριο, 14 τον Νοέμβριο και 22 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 5,02 ευρώ για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας [25,11 (2.825,79 : 15 : 7,5) X 20%] και συνολικά 366,46 (5,02 X 73) ευρώ, δ) Για υπερωριακή νυκτερινή εργασία τις Κυριακές. Πραγματοποίησε 2 ώρες τέτοιας εργασίας τον Ιούλιο, για τις οποίες έπρεπε να λάβει το 1/15 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου του, και με πρόσθετη προσαύξηση 25% για νυκτερινή εργασία, ήτοι 71,12 {35,56 [25,11 + 1/7,5 (3,34) + 25 % (7,11)] X 2} ευρώ. Επομένως, για την παραπάνω αιτία έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 595,74 (135,08 + 23,08 + 366,46 + 71,12) ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010. α) Για εργασία κατά τη νύκτα καθημερινές. Πραγματοποίησε 204 τέτοιες ώρες εργασίας (38 τον Σεπτέμβριο, 37 τον Οκτώβριο, 35 τον Νοέμβριο και 94 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 25% επί του βασικού ωρομισθίου 612 [3 (βασικό ωρομίσθιο 12,02 X 25 %) X 204 ] ευρώ, β) Για υπερωρίες κατά τη νύκτα. Πραγματοποίησε 13 ώρες τέτοιας εργασίας τη νύκτα (8 τον Σεπτέμβριο, 2 τον Οκτώβριο και 3 τον Δεκέμβριο) πλέον του νομίμου ωραρίου του, για τις οποίες έπρεπε να λάβει το βασικό του ωρομίσθιο για υπερωριακή απασχόληση, πλέον της προσαύξησης για εργασία τη νύκτα 25% (4,5), δηλαδή το ποσό των 292,89 [22,53 (18,03 + 4,5) X 13} ευρώ, γ) Για εργασία κατά τη νύκτα Κυριακών. Πραγματοποίησε 7 ώρες νυκτερινής εργασίας Κυριακές τον Οκτώβριο, για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 5,02 ευρώ για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας [25,14 (2.828,44 : 15 : 7,5) X 20%] και συνολικά 35,14 (5,02 X 7) ευρώ, δ) Για υπερωριακή νυκτερινή εργασία τις Κυριακές. Πραγματοποίησε 2 ώρες τέτοιας εργασίας (1 τον Οκτώβριο και 1 τον Δεκέμβριο) για τις οποίες έπρεπε να λάβει, το 1/15 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου του, και με πρόσθετη προσαύξηση 25% για νυκτερινή εργασία, ήτοι 71,12 {35,56 [25,14 + 1/7,5 (3,34) + 25% (7,11)] X 2} ευρώ. Επομένως, για την παραπάνω αιτία έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 1.011,15 (612 + 292,89 + 35,14 + 71,12) ευρώ και συνολικά για ολόκληρο το έτος 2010, το ποσό των 1.838,1 (231,21 + 595,74 + 1.011,15) ευρώ έλαβε 2.159,55 ευρώ που το υπερκαλύπτει και ουδέν πλέον δικαιούται.

Συνεπώς, εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του επιδίκασε το ποσό των 258,90 ευρώ.

Δ) Για την εργασία του κατά τα Σάββατα : ....Κατά το έτος 2010. Από την …2010 έως τις …2010. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία 8 Σάββατα (2 τον Ιανουάριο, 2 τον Φεβρουάριο, 2 τον Απρίλιο και 2 τον Μαϊο), για τα οποία έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.520 [8 X 190 ευρώ ημερομίσθιο (2.861,68 ευρώ/15)] ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία 9 Σάββατα (3 τον Ιούνιο, 5 τον Ιούλιο και 1 τον Αύγουστο), για τα οποία έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.695,42 [9 X 188,38 ευρώ ημερομίσθιο (2.825,79 ευρώ/15)] ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία 14 Σάββατα (4 τον Σεπτέμβριο, 5 τον Οκτώβριο, 2 τον Νοέμβριο και 3 τον Δεκέμβριο), για τα οποία έπρεπε να λάβει το ποσό των 2.639,84 [14 X 188,56 ευρώ ημερομίσθιο (2.828,44 ευρώ/15)] ευρώ.
Συνεπώς, για την αιτία αυτή δικαιούται το συνολικό ποσό των 5.855,26 (1.520 + 1.695,42 + 2.639,84) ευρώ, ενώ για την ίδια αιτία έχει λάβει το ποσό των 5.916,07 ευρώ, και δεν του οφείλεται κανένα επιπλέον ποσό. Επομένως, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτιμώντας τις αποδείξεις του επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 545,86 ευρώ.

Ε) Για την εργασία του κατά την Κυριακή και αργίες: Κατά το έτος 2005. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία επί 20 Κυριακές και αργίες (2 τον Φεβρουάριο, 2 τον Μάρτιο, 3 τον Απρίλιο, 3 τον Μαϊο, 2 τον Ιούνιο, 2 τον Ιούλιο, 1 τον Σεπτέμβριο, 2 τον Οκτώβριο, 1 τον Νοέμβριο και 2 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 2.807,8 [20 X 140,39 ευρώ ημερομίσθιο (2.105,92 ευρώ /15)] ευρώ. Επιπλέον, απασχολήθηκε 21 ώρες, Κυριακές και αργίες, πέραν των 7,5 ωρών (4 ώρες τον Φεβρουάριο, 5 τον Μάρτιο, 2 τον Απρίλιο, 1 τον Ιούλιο, 4 τον Αύγουστο, 1 τον Σεπτέμβριο, 1 τον Οκτώβριο και 3 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το 1/15 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα, δηλαδή το ποσό των 392,91 [18,71 (2.105,92 ευρώ :15 : 7,5) X 21] ευρώ, δηλαδή συνολικά το ποσό των 3.200,71 (2.807,8 + 392,91) έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 3.036,44 ευρώ και συνεπώς δικαιούται τη διαφορά των 163,77 ευρώ, όπως ορθώς έκρινε το πρωτόδικο Δικαστήριο.

ΣΤ) Για επίδομα εορτών Πάσχα δικαιούται (χωρίς συνυπολογισμό υπερωριών, που δεν περιλαμβάνονται, κατά τα άνω, και προσαυξήσεων λόγω παροχής εργασίας τις νύκτες, Κυριακές και αργίες, εφόσον δεν αναζητούνται, κατά το αίτημα της αγωγής) : (............).
Για το έτος 2010, την αναλογία των 4/8 του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, κατά τον Απρίλιο, δηλαδή το ποσό των 1.489,71 ευρώ [μηνιαίος μισθός 2.861,68 + αναλογία επιδόματος αδείας 117.74 = 2.979,42 X 4/8]. Έναντι αυτών έλαβε, το ποσό των 1.341,27 ευρώ, των 1.419,76 ευρώ, των 1.501,84 ευρώ, των 1.491,99 ευρώ και των 1.180 ευρώ, αντίστοιχα, επομένως, για τα έτη 2006, 2007 και 2008, το ποσό που έλαβε για την παραπάνω αιτία υπερβαίνει το οφειλόμενο και του οφείλεται, μόνο ως διαφορά για τα έτη 2009 και 2010 το συνολικό ποσό των [3.027,06 (1537,35 + 1.489,71) - 2.671,99 ( 1491,99 + 1.180)] ευρώ, έτος 2010, το ποσό των 355,07 ευρώ, και όχι των 1.762,76 ευρώ συνολικά, που εσφαλμένα κρίνοντας του επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ζ) Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων, με βάση τις αποδοχές του την 10η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους, δικαιούται: (........).
Για το έτος 2010, το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, δηλαδή το ποσό των 2.945,74 ευρώ [μηνιαίος μισθός 2.828 + αναλογία επιδόματος αδείας 117,74], επομένως, δικαιούτο το ποσό των 500 ευρώ, κατά τα προεκτεθέντα στην οικεία σκέψη. Έναντι αυτών έλαβε, το ποσό των 3.023,60 ευρώ, των 3.319,80 ευρώ, των 3.145,09 ευρώ, των 4.084,56 ευρώ και των 500 ευρώ, αντίστοιχα, επομένως, για τα έτη 2006, 2007, 2008 και 2009, το ποσό που έλαβε για την παραπάνω αιτία υπερβαίνει το οφειλόμενο, και για το έτος 2010, το ποσό που έλαβε συμπίπτει με το οφειλόμενο, συνεπώς, δεν του οφείλεται οποιοδήποτε επιπλέον ποσό και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε επιδικάζοντάς του το ποσό των 4.232,64 ευρώ.

Η) Για επίδομα αδείας : Με βάση τις αποδοχές του, την 15η Ιουνίου του αντίστοιχου έτους, δικαιούται: (........).
Για το έτος 2010, έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας το ποσό των 250 ευρώ, κατά τα προεκτεθέντα. Έναντι αυτών έλαβε, το ποσό των 1.429,05, ευρώ, των 1.535,03 ευρώ, των 1.609,17 ευρώ και των 248,34 ευρώ, αντίστοιχα, επομένως, για τα έτη 2006, 2007 και 2009, το ποσό που έλαβε για την παραπάνω αιτία υπερβαίνει το οφειλόμενο και του οφείλεται, μόνο ως διαφορά για το έτος 2010, το ποσό του 1.66 ευρώ, και όχι των 2.174,29 συνολικά, που εσφαλμένα κρίνοντας του επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Συνεπώς, ο πρώτος ενάγων για όλες τις παραπάνω αιτίες-έχοντας αφαιρεθεί με βάση τις προσκομιζόμενες καταστάσεις μισθοδοσίας του η οφειλόμενη αμοιβή του κατά τις ημέρες που συμμετείχε σε απεργία ή στάση εργασίας-το ποσό των 8.556,25 ευρώ (224,14 + 95,19 + 20,74 + 25,25 + 163,77 + 34,05 + 875,28 + 279,51 + 10,76 + 123,57 + 92,51 + 994,28 + 854,99 + 1.277,99 + 277,77 + 26,88 + 22,18 + 22,97 + 1.014,38 + 529,87 + 937,34 + 180,45 + 115,65 + 355,07 + 1.164,55).

2. Ο δεύτερος ενάγων, Τ. Σ.

Α) Για διαφορές αποδοχών : (............).

Κατά το έτος 2007. Από την …2007 έως τις …2007. Οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 1.980,32 ευρώ [βασικός μισθός 1.036,46 + 248,75 [χρονοεπίδομα 24% (από 23-10-2002 ΣΣΕ)] + 178,11 οικογενειακό επίδομα (συζύγου και τέκνων)+ 322,39 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης + 155,68 επίδομα ειδικών συνθηκών + 38,93 επίδομα βάρδιας], επομένως, έπρεπε να λάβει το ποσό των 5.940,9 (1.980,3 X 3) ευρώ. Από την …2007 έως τις …2007. Έχοντας συμπληρώσει προϋπηρεσία 11 ετών, σύμφωνα με την από 17-4-2000 ΣΣΕ υπαγόταν στο 18ο κλιμάκιο της ΔΕ3 μισθολογικής κατηγορίας, και οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 2.040,26 ευρώ [βασικός μισθός 1.050,90 + 294,25 [χρονοεπίδομα 28% (από 23-10-2002 ΣΣΕ)] + 178,11 οικογενειακό επίδομα (συζύγου και τέκνων)+ 322,39 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης + 155,68 επίδομα ειδικών συνθηκών + 38,93 επίδομα βάρδιας], επομένως, έπρεπε να λάβει το ποσό των 18.362,34 (2.040,26 X 9) ευρώ και για ολόκληρο το έτος 2007, το ποσό των 24.303,24 (5.940,9 + 18.362,34) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 22.813,99 και δικαιούται τη διαφορά, ποσού 1.489,25 ευρώ, αντί των 1.489,31 ευρώ, που εσφαλμένα επιδικάστηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Κατά το έτος 2009. Από την …2009 έως τις …2009. Οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 2.383,30 ευρώ [βασικός μισθός 1.147,59 + 321,32 χρονοεπίδομα 28%+ 266,25 οικογενειακό επίδομα (συζύγου και τέκνων)+ 435,62 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης + 170 επίδομα ειδικών συνθηκών + 42,52 επίδομα βάρδιας], επομένως, έπρεπε να λάβει το ποσό των 7.149,9 (2.383,30 X 3) ευρώ. Από την …2009 έως τις …2009. Έχοντας συμπληρώσει προϋπηρεσία 13 ετών, σύμφωνα με την από 17-4-2000 ΣΣΕ υπαγόταν στο 17ο κλιμάκιο της ΔΕ3 μισθολογικής κατηγορίας, και οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 2.452,11 ευρώ [βασικός μισθός 1.164,94 + 372,78 [χρονοεπίδομα 32% (από 23-10-2002 ΣΣΕ)] + 266,25 οικογενειακό επίδομα (συζύγου και τέκνων)+ 435,62 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης + 170 επίδομα ειδικών συνθηκών + 42,52 επίδομα βάρδιας], επομένως, έπρεπε να λάβει το ποσό των 22.068, 99 (2.452,11 X 9) ευρώ και για ολόκληρο το έτος 2007, το ποσό των 29.218,89 (7.149,9 + 22.068,99) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 25.215,97 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 4.002,92 ευρώ, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Κατά το έτος 2010. Από την …2010 έως τις …2010, οι μηνιαίες αποδοχές του έπρεπε να ανέλθουν στο ποσό των 2.370,57 {βασικός μισθός 1.083.4 [1.164,94 μείον 81,54 90,04 (7%)] + 372,78 [χρονοεπίδομα 32% (από 23-10-2002 ΣΣΕ)] + 266,25 οικογενειακό επίδομα (συζύγου και τέκνων)+ 435,62 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης +170 επίδομα ειδικών συνθηκών + 42,52 επίδομα βάρδιας}, και δικαιούτο να λάβει το ποσό των 11.852,85 (2.370,57 X 5) ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010, οι μηνιαίες αποδοχές του έπρεπε να ανέλθουν στο ποσό των 2.338,07 {1.050,90 [βασικός μισθός 1.083,4 μείον 32,50 (3%)] + 372,78 [χρονοεπίδομα 32% (από 23- 10-2002 ΣΣΕ)] + 266,25 οικογενειακό επίδομα (συζύγου και τέκνων)+ 435,62 επίδομα επαγγελματικής κατάρτισης +170 επίδομα ειδικών συνθηκών + 42,52 επίδομα βάρδιας}, και δικαιούτο να λάβει το ποσό των 16.366,49 (2.338,07 X 7) ευρώ. Επομένως, για την ανωτέρω αιτία δικαιούται συνολικά για το συγκεκριμένο έτος το ποσό των 28.219,34 (11.852,85 + 16.366,49) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 26.063,87 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 2.155,47 ευρώ και όχι των 3.361,45 ευρώ, που εσφαλμένα του επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Β) Για (απλές) υπερωρίες κατά τις καθημερινές : (...........................).
Κατά το έτος 2007. Από την …2007 έως τις …2007. Το βασικό του ωρομίσθιο, με την παραπάνω προσαύξηση ανερχόταν σε 12,33 ευρώ (8,24 [1.285,21 (βασικός μισθός 1.036,46 + 248,75 χρονοεπίδομα] X 6 : 25 : 37,5] πλέον 50%}. Πραγματοποίησε 65 απλές υπερωρίες (18 τον Ιανουάριο, 21 τον Φεβρουάριο και 26 τον Μάρτιο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει συνολικά 801,45 (65 X 12,33) ευρώ. Από την …2007 έως τις …2007. Το βασικό του ωρομίσθιο, με την παραπάνω προσαύξηση ανερχόταν σε 12,90 ευρώ {8,60 Γ1.345.15 (βασικός μισθός 1.050,90 + 294,25 χρονοεπίδομα] X 6 : 25 : 37,5] πλέον 50%}. Πραγματοποίησε 196 απλές υπερωρίες (19 τον Απρίλιο, 18 τον Μαϊο, 24 τον Ιούνιο, 32 τον Ιούλιο, 3 τον Αύγουστο, 9 τον Σεπτέμβριο, 42 τον Οκτώβριο, 26 τον Νοέμβριο και 23 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει συνολικά 2.528,40 (196 X 12,90) ευρώ.
Συνεπώς, έπρεπε να λάβει συνολικά το ποσό των 3.329,85 (801,45 + 2.528,40) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 3.143,33 ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 186,52, όπως ορθώς έκρινε και το Πρωτόδικο Δικαστήριο.
Κατά το έτος 2009. Από την …2009 έως τις …2009. Το βασικό του ωρομίσθιο, με την παραπάνω προσαύξηση ανερχόταν σε 14,10 ευρώ {9,40 [1.468,91 (βασικός μισθός 1.147,59 + 321,32 χρονοεπίδομα] X 6 : 25 : 37,5] πλέον 50%}. Πραγματοποίησε 6 απλές υπερωρίες (1 τον Φεβρουάριο και 5 τον Μάρτιο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει συνολικά 84,6 (5 X 14,10) ευρώ. Από την …2009 έως τις …2009. Το βασικό του ωρομίσθιο, με την παραπάνω προσαύξηση ανερχόταν σε 14,76 ευρώ {9,84 [1.537,72 (βασικός μισθός 1.164,94 + 372,78 [ χρονοεπίδομα] X 6 : 25 : 37,5] πλέον 50%}. Πραγματοποίησε 62 απλές υπερωρίες (8 τον Απρίλιο, 10 τον Μαϊο, 9 τον Ιούνιο, 6 τον Ιούλιο, 4 τον Αύγουστο, 8 τον Σεπτέμβριο, 8 τον Νοέμβριο και 9 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει συνολικά 915,12 (62 χ 14,76) ευρώ.

Συνεπώς, έπρεπε να λάβει συνολικά το ποσό των 999,72 (84,6 + 915,12) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 940,54 ευρώ, επομένως δικαιούται τη διαφορά, ποσού 59,12 ευρώ, όπως ορθά έκρινε και το Πρωτόδικο Δικαστήριο. (..............).
Κατά το έτος 2010. Από την …2010 έως τις …2010, το βασικό του ωρομίσθιο, με την παραπάνω προσαύξηση ανερχόταν σε 13,96 {9,31 {[1.456,18 (βασικός μισθός 1.083.4 + 372,78 χρονοεπίδομα) X 6/25 : 37,5] πλέον 50%} ευρώ. Πραγματοποίησε 40 απλές υπερωρίες (7 τον Ιανουάριο, 7 τον Φεβρουάριο, 9 τον Μάρτιο, 8 τον Απρίλιο, και 9 τον Μαϊο), πλέον δηλαδή του προβλεπόμενου ημερήσιου ωραρίου του των 7,5 ωρών, για τις οποίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 558,4 (40 X 13,96) ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010, το βασικό του ωρομίσθιο, με την παραπάνω προσαύξηση ανερχόταν σε 13,66 {9,11 {[1.423,68 (βασικός μισθός 1.050,90 + 372,78 χρονοεπίδομα) X 6/25 : 37,5] πλέον 50%} ευρώ. Πραγματοποίησε 51 απλές υπερωρίες (7 τον Ιούνιο, 4 τον Ιούλιο και 7 τον Αύγουστο, 10 τον Σεπτέμβριο, 4 τον Οκτώβριο, 10 τον Νοέμβριο και 9 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 696,66 (51 X 13,66) ευρώ.

Συνεπώς, έπρεπε να λάβει συνολικά το ποσό των 1.255,06 (558,4 + 696,66) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 1.186,68, ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 68,38 ευρώ και όχι 582,98 ευρώ, όπως εσφαλμένα έκρινε το Πρωτόδικο Δικαστήριο.

Γ) α) Για εργασία κατά τη νύκτα, β) υπερωρίες νύκτας και γ) νυκτερινή εργασία τις Κυριακές, οι οποίες αναγράφονταν στα εκκαθαριστικά του σημειώματα, όπως ακριβώς και για τον πρώτο ενάγοντα. (.....................).
Κατά το έτος 2007. Από την …2007 έως τις …2007. α) Για εργασία κατά τη νύκτα Κυριακών και αργιών. Πραγματοποίησε 2 ώρες τέτοιας εργασίας (1 τον Ιανουάριο και 1 τον Φεβρουάριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 3,52 ευρώ για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας [17,60 (1.980,32 : 15 : 7,5) X 20%] και συνολικά 7,04 (3,52 X 2) ευρώ, β) Για υπερωριακή νυκτερινή εργασία τις Κυριακές και αργίες. Πραγματοποίησε 2 ώρες τέτοιας εργασίας (1 τον Ιανουάριο και 1 τον Φεβρουάριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το 1/15 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου του, και με πρόσθετη προσαύξηση 25% για νυκτερινή εργασία, ήτοι 24,92 [17,60 + 1/7,5 (2,34) + 25% (4,98)] ευρώ, και συνολικά το ποσό των 49,84 (24,92 X 2) ευρώ. Από την …2007 έως τις …2007. α) Για εργασία κατά τη νύκτα. Με βάση το βασικό του ωρομίσθιο (8,60) δικαιούτο ως προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 2,15 (8,60 X 25%) ευρώ. Πραγματοποίησε 111 ώρες τέτοιας εργασίας τη νύκτα ( 2 τον Ιούνιο, 15 τον Ιούλιο, 51 τον Αύγουστο, 38 τον Σεπτέμβριο, 3 τον Νοέμβριο και 2 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει ως προσαύξηση το ποσό των 238,65 (2,15 X 111) ευρώ, β) Για υπερωρίες κατά τη νύκτα. Πραγματοποίησε 13 ώρες τέτοιας εργασίας (2 τον Ιούνιο, 1 τον Ιούλιο, 2 τον Αύγουστο, 3 τον Σεπτέμβριο, 3 τον Νοέμβριο και 2 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το βασικό του ωρομίσθιο για υπερωριακή απασχόληση, πλέον της προσαύξησης για εργασία τη νύχτα 25%, δηλαδή το ποσό των 16,12 ευρώ [(12,90 πλέον 25% (3,22)] και συνολικά των 209,56 (16,12 X 13) ευρώ, γ) Για εργασία κατά τη νύκτα Κυριακών και αργιών. Πραγματοποίησε 45 ώρες τέτοιας εργασίας (7 τον Μαϊο, 8 τον Ιούνιο, 14 τον Αύγουστο, 7 τον Σεπτέμβριο, 1 τον Νοέμβριο και 8 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 3,62 ευρώ για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας [18,13 (2.040 : 15 : 7,5) X 20%] και συνολικά 162,90 (3,62 X 45) ευρώ, γ) Για υπερωριακή νυκτερινή εργασία τις Κυριακές και αργίες. Πραγματοποίησε 3 ώρες τέτοιας εργασίας (1 τον Ιούνιο, 1 τον Νοέμβριο και 1 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το 1/15 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου του, και με πρόσθετη προσαύξηση 25% για νυκτερινή εργασία, ήτοι 25,67 [18,13 + 1/7,5 (2,41) + 25% (5,13)] ευρώ, και συνολικά 77,01 (25,67 X 3) ευρώ.

Συνεπώς, για όλες τις παραπάνω αιτίες δικαιούται το ποσό των 745 (7,04 + 49,84 + 238,65 + 209,56 + 162,90 + 77,01) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 692,48 ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 52,52 ευρώ και όχι των 55,79, που εσφαλμένα έκρινε το Πρωτόδικο Δικαστήριο. (..............).
Κατά το έτος 2009. Από την …2009 έως τις …2009. α) Για εργασία κατά τη νύκτα καθημερινές. Με βάση το βασικό του ωρομίσθιο (9,40) δικαιούτο ως προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 2,35 (9,40 X 25%) ευρώ Πραγματοποίησε 83 τέτοιες ώρες εργασίας (3 τον Ιανουάριο και 80 τον Μάρτιο), τον Απρίλιο, για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 25% επί του βασικού ωρομισθίου, δηλαδή συνολικά 195,05 (2,35 X 83) ευρώ, β) Για υπερωρίες κατά τη νύκτα. Πραγματοποίησε 6 ώρες τέτοιας εργασίας τη νύκτα (3 τον Ιανουάριο και 3 τον Μάρτιο), πλέον του νομίμου ωραρίου του, για τις οποίες έπρεπε να λάβει το βασικό του ωρομίσθιο για υπερωριακή απασχόληση, πλέον της προσαύξησης για εργασία τη νύκτα 25% (3,52), δηλαδή το ποσό των 17,62 (14,10 + 3,52) ευρώ και συνολικά των 105,72 (17,62 X 6) ευρώ, γ) Για εργασία κατά τη νύκτα Κυριακών και αργιών. Πραγματοποίησε 37 ώρες νυκτερινής εργασίας Κυριακές (1 ώρες τον Ιανουάριο, 15 τον Φεβρουάριο και 21 τον Μάρτιο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 4,23 ευρώ για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας [21,18 (2.383,30 : 15 : 7,5) X 20%] και συνολικά 156,73 (4,23 X 37) ευρώ, δ) Για υπερωριακή νυκτερινή εργασία τις Κυριακές και αργίες. Πραγματοποίησε 2 ώρες τέτοιας εργασίας (1 τον Ιούλιο και 1 τον Σεπτέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει, το 1/15 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου του, και με πρόσθετη προσαύξηση 25% για νυκτερινή εργασία, ήτοι 60 {30 [21,18 + 1/7,5 (2,82) + 25 % (6)] X 2} ευρώ. Από την …2009 έως τις …2009. α) Για εργασία κατά τη νύκτα καθημερινές. Με βάση το βασικό του ωρομίσθιο (9,84) δικαιούτο ως προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 2,46 (9,84 X 25%) ευρώ Πραγματοποίησε 949 τέτοιες ώρες εργασίας (139 τον Απρίλιο, 140 τον Μαϊο, 134 τον Ιούνιο, 91 τον Ιούλιο, 51 τον Αύγουστο, 105 τον Σεπτέμβριο, 135 τον Νοέμβριο και 154 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 25% επί του βασικού ωρομισθίου, δηλαδή συνολικά 2.334,54 (2,46 X 949) ευρώ, β) Για υπερωρίες κατά τη νύκτα. Πραγματοποίησε 2 ώρες τέτοιας εργασίας τη νύκτα τον Αύγουστο, πλέον του νομίμου ωραρίου του, για την οποία έπρεπε να λάβει το βασικό του ωρομίσθιο για υπερωριακή απασχόληση, πλέον της προσαύξησης για εργασία τη νύκτα 25% (3,69), δηλαδή το ποσό των 18,45 (14,76 + 3,69) ευρώ και συνολικά των 36,90 (18,45 X 2) ευρώ, γ) Για εργασία κατά τη νύκτα Κυριακών και αργιών. Πραγματοποίησε 156 ώρες νυκτερινής εργασίας (14 τον Απρίλιο, 35 τον Μαϊο, 28 τον Ιούνιο, 8 τον Ιούλιο, 21 τον Αύγουστο, 1 τον Σεπτέμβριο, 21 τον Νοέμβριο και 28 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 4,35 ευρώ για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας [21,79 (2.452,11 : 15 : 7,5) X 20%] και συνολικά 679,84 (4,35 X 156) ευρώ, δ) Για υπερωριακή νυκτερινή εργασία τις Κυριακές και αργίες. Πραγματοποίησε 2 ώρες τέτοιας εργασίας (1 τον Ιούλιο και 1 τον Σεπτέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει, το 1/15 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου του, και με πρόσθετη προσαύξηση 25% για νυκτερινή εργασία, ήτοι 61,72 {30,86[21,79 + 1/7,5 (2,90) + 25 % (6,17)] X 2} ευρώ. Επομένως, για τις παραπάνω αιτίες έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 3.630,5 (195,05 + 105,72 + 156,73 + 60 + 2.334,54 + 36,90 + 679,84 + 61,72) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε το ποσό των 3.442,83, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 187,67 ευρώ και όχι των 272,15 ευρώ, που εσφαλμένα επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατά το έτος 2010. Από την …2010 έως τις …2010. α) Για εργασία κατά τη νύκτα καθημερινές. Με βάση το βασικό του ωρομίσθιο (9,31) δικαιούτο ως προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 2,32 (9,31 X 25%) ευρώ Πραγματοποίησε 661 τέτοιες ώρες εργασίας (105 τον Ιανουάριο, 123 τον Φεβρουάριο, 155 τον Μάρτιο, 140 τον Απρίλιο και 138 τον Μαϊο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 25% επί του βασικού ωρομισθίου δηλαδή το ποσό των 1.533,52 (2,32 X 661) ευρώ, β) Για εργασία κατά τη νύκτα Κυριακών και αργιών. Πραγματοποίησε 114 ώρες νυκτερινής εργασίας Κυριακές (29 τον Ιανουάριο, 21 τον Φεβρουάριο, 21 τον Μάρτιο, 22 τον Απρίλιο και 21 τον Μαϊο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 4,21 ευρώ για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας [21,07 (2.370,57 : 15 : 7,5) X 20%] και συνολικά 479,94 (4,21 X 114) ευρώ, δ) Για υπερωριακή νυκτερινή εργασία τις Κυριακές και αργίες. Πραγματοποίησε 2 ώρες τέτοιας εργασίας (1 τον Ιανουάριο και 1 τον Απρίλιο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει, το 1/15 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου του, και με πρόσθετη προσαύξηση 25% για νυκτερινή εργασία, ήτοι 59,66 {29,83 [21,07 + 1/7,5 (2,80) + 25 % (5,96)] X 2} ευρώ. Από την …2010 έως τις …2010. α) Για εργασία κατά τη νύκτα καθημερινές. Με βάση το βασικό του ωρομίσθιο (9,40) δικαιούτο ως προσαύξηση νυκτερινής εργασίας 2,27 (9,11 X 25%) ευρώ Πραγματοποίησε 848 τέτοιες ώρες εργασίας (120 τον Ιούνιο, 65 τον Ιούλιο, 122 τον Αύγουστο, 154 τον Σεπτέμβριο, 73 τον Οκτώβριο, 154 τον Νοέμβριο και 160 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 25% επί του βασικού ωρομισθίου δηλαδή το ποσό των 1.924,96 (2,27 X 848) ευρώ, β) Για υπερωρίες κατά τη νύκτα. Πραγματοποίησε 11 ώρες τέτοιας εργασίας τη νύκτα (3 τον Ιούνιο, 2 τον Ιούλιο, 3 τον Αύγουστο και 3 τον Οκτώβριο), πλέον του νομίμου ωραρίου του, για τις οποίες έπρεπε να λάβει το βασικό του ωρομίσθιο για υπερωριακή απασχόληση, πλέον της προσαύξησης για εργασία τη νύκτα 25% (3,41), δηλαδή το ποσό των 17,07 (13,66 + 3,41) ευρώ και συνολικά των 187,82 (17,07 X 11) ευρώ, γ) Για εργασία κατά τη νύκτα Κυριακών και αργιών. Πραγματοποίησε 74 ώρες νυκτερινής εργασίας (1 τον Ιούνιο, 8 τον Ιούλιο, 2 τον Αύγουστο, 14 τον Σεπτέμβριο, 21 τον Οκτώβριο, 7 τον Νοέμβριο και 21 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει προσαύξηση 4,15 ευρώ για κάθε ώρα τέτοιας εργασίας [20,78 (2.338,07 : 15 : 7,5) X 20%] και συνολικά 302,95 (4,15 X 73) ευρώ, δ) Για υπερωριακή νυκτερινή εργασία τις Κυριακές. Πραγματοποίησε 4 ώρες τέτοιας εργασίας (1 τον Ιούνιο, 1 τον Ιούλιο και 2 τον Αύγουστο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει, το 1/15 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου του, και με πρόσθετη προσαύξηση 25% για νυκτερινή εργασία, ήτοι 117,72 {29,43 [20,78 + 1/7,5 (2,77) + 25% (5,88)] X 2} ευρώ. Επομένως, για την παραπάνω αιτία έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 4.606,57 (1.533,52 + 479,94 + 59,66 + 1.924,96 + 187,82 +302,95 +117,72) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 4.399,60 ευρώ, συνεπώς, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 206,97 ευρώ και όχι 1.201,11 ευρώ, όπως εσφαλμένα έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Δ) Για την εργασία του κατά τα Σάββατα: (..........).
Από την …2007 έως τις …2007. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία 4 Σάββατα (2 τον Ιανουάριο και 2 τον Μάρτιο), για τα οποία έπρεπε να λάβει το ποσό των 528,08 [4 X 132,02 ευρώ ημερομίσθιο (1.980,32 ευρώ/15)] ευρώ. Από την …2007 έως τις …2007. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία 16 Σάββατα (1 τον Απρίλιο, 1 τον Μαϊο, 3 τον Ιούνιο, 2 τον Ιούλιο, 2 τον Αύγουστο, 3 τον Σεπτέμβριο, 1 τον Οκτώβριο, 1 τον Νοέμβριο και 2 τον Δεκέμβριο), για τα οποία έπρεπε να λάβει το ποσό των 2.176,16 [16 X 136,01 ευρώ ημερομίσθιο (2.040,26 ευρώ/15)] ευρώ, και συνολικά για την ανωτέρω αιτία, το ποσό των 2.704,24 (528,08 + 2.176,16) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 2.727,11 ευρώ, το οποίο το υπερκαλύπτει, επομένως, δεν του οφείλεται οποιοδήποτε ποσό και εσφαλμένα το Πρωτόδικο Δικαστήριο του επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 5,45 ευρώ. (..........).

Κατά το έτος 2009. Από την …2009 έως τις …2009. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία 7 Σάββατα (2 τον Ιανουάριο, 2 τον Φεβρουάριο και 3 τον Μάρτιο), για τα οποία έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.112,16 [7 X 158,88 ευρώ ημερομίσθιο (2.383,30 ευρώ/15)] ευρώ. Από την …2009 έως τις …2009. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία 14 Σάββατα (2 τον Απρίλιο, 2 τον Μαϊο, 1 τον Ιούνιο, 2 τον Ιούλιο, 2 τον Αύγουστο, 2 τον Σεπτέμβριο, 2 τον Νοέμβριο και 1 τον Δεκέμβριο), για τα οποία έπρεπε να λάβει το ποσό των 2.288,58 [14 X 163,47 ευρώ ημερομίσθιο (2.452,11 ευρώ/15)] ευρώ και συνολικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 3.400,74 (1.112,16 + 2.288,58) ευρώ, και έλαβε 3.495,37 ευρώ, επομένως, δεν δικαιούται οποιοδήποτε επιπλέον ποσό, ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο του επιδίκασε εσφαλμένα το ποσό των 177,81 ευρώ.

Κατά το έτος 2010. Από την …2010 έως …2010. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία 8 Σάββατα (3 τον Ιανουάριο, 1 τον Φεβρουάριο, 1 τον Μάρτιο, 1 τον Απρίλιο και 2 τον Μαϊο), για τα οποία έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.264,24 [8 X 158,03 ευρώ ημερομίσθιο (2.370,57/15)] ευρώ. Από την 1-6-2010 έως 31-8-2010. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία 13 Σάββατα (1 τον Ιούνιο, 2 τον Ιούλιο, 4 τον Αύγουστο, 1 τον Σεπτέμβριο, 3 τον Οκτώβριο, 1 τον Νοέμβριο και 1 τον Δεκέμβριο), για τα οποία έπρεπε να λάβει το ποσό των 2.026,31 [13 X 155,87 ευρώ ημερομίσθιο (2.338,07 ευρώ/15)] ευρώ, και συνολικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 3.290,55 (1.264,24 + 2.026,31) ευρώ, και έλαβε 3.440,67 ευρώ, επομένως, δεν δικαιούται οποιοδήποτε επιπλέον ποσό, ενώ το Πρωτόδικο Δικαστήριο του επιδίκασε εσφαλμένα το ποσό των 877,96 ευρώ.

Ε) Για την εργασία του κατά την Κυριακή και αργίες: (............).
Κατά το έτος 2007. Από την …2007 έως τις …2007. Πραγματοποίησε εργασία επί 10 Κυριακές και αργίες (4 τον Ιανουάριο, 4 τον Φεβρουάριο και 2 τον Μάρτιο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.320,02 [10 X 132,02 ευρώ ημερομίσθιο (1.980,32 ευρώ /15)] ευρώ. Επιπλέον, απασχολήθηκε 1 ώρα Κυριακή ή αργία τον Ιανουάριο, πέραν των 7,5 ωρών, για την οποία έπρεπε να λάβει το 1/15 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα, δηλαδή το ποσό των 17,60 (1.980,32 ευρώ : 15 : 7,5) ευρώ. Από την …2007 έως τις …2007. Πραγματοποίησε εργασία επί 27 Κυριακές και αργίες (3 τον Απρίλιο, 3 τον Μαϊο, 1 τον Ιούνιο, 3 τον Ιούλιο, 2 τον Αύγουστο, 3 τον Σεπτέμβριο, 4 τον Οκτώβριο, 3 τον Νοέμβριο και 5 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 3.672,27 [27 X 136,01 ευρώ ημερομίσθιο (2.040,26 ευρώ /15)] ευρώ. Επιπλέον, απασχολήθηκε 14 ώρες, Κυριακές και αργίες, πέραν των 7,5 ωρών (1 τον Απρίλιο, 2 τον Μαϊο, 1 τον Ιούνιο, 3 τον Ιούλιο, 3 τον Αύγουστο, 2 τον Σεπτέμβριο, 1 ον Νοέμβριο και 1 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το 1/15 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα, δηλαδή το ποσό των 253,82 [18,13 (2.040,26 ευρώ :15 : 7,5) X 14] ευρώ.

Συνεπώς, για τις ανωτέρω αιτίες έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 5.263,71(1.320,02 + 17,60 + 3.672,27 + 253,82) ευρώ, έναντι του οποίου έλαβε 4.905,27 ευρώ, επομένως, δικαιούται τη διαφορά, ποσού 358,44 ευρώ και όχι 409,77 ευρώ που εσφαλμένα έκρινε το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Κατά το έτος 2009. Από την …2009 έως τις …2009. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία επί 8 Κυριακές ή αργίες (3 τον Ιανουάριο, 2 τον Φεβρουάριο και 3 τον Μάρτιο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 1.271,04 [158,88 ημερομίσθιο (2.383,30 ευρώ /15) X 8] ευρώ. Επιπλέον, απασχολήθηκε 3 ώρες, Κυριακές και αργίες, πέραν των 7,5 ωρών (2 τον Ιανουάριο και 1 τον Φεβρουάριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το 1/15 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα, δηλαδή το ποσό των 75,54 [21,18 (2.383,30 ευρώ :15 : 7,5) X 3] ευρώ. Από την …2009 έως τις …2009. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία επί 21 Κυριακές ή αργίες (4 τον Απρίλιο, 3 τον Μαϊο, 3 τον Ιούνιο, 1 τον Ιούλιο, 2 τον Αύγουστο, 2 τον Σεπτέμβριο, 3 τον Νοέμβριο και 3 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 3.432,95 [163,47 ημερομίσθιο (2.452,11 ευρώ /15) X 21] ευρώ. Επιπλέον, απασχολήθηκε 23 ώρες, Κυριακές και αργίες, πέραν των 7,5 ωρών (5 τον Απρίλιο, 3 τον Μαϊο, 2 τον Ιούνιο, 2 τον Ιούλιο, 2 τον Αύγουστο, 2 τον Σεπτέμβριο, 3 τον Νοέμβριο και 4 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το 1/15 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα, δηλαδή το ποσό των 501,17 [21,79 (2.452,11 ευρώ : 15 : 7,5) X 23] ευρώ.

Συνεπώς, για τις ανωτέρω αιτίες, δικαιούται συνολικά για το έτος 2009 το ποσό των 5.280,7 (1.271,04 + 75,54 + 3.432,95 + 501,17) ευρώ. Επομένως, ουδέν πλέον δικαιούται αφού το ποσό των 5.531,79 ευρώ, που έλαβε, υπερκαλύπτει το οφειλόμενο και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε επιδικάζοντάς του το ποσό των 189,51 ευρώ. Κατά το έτος 2010. Από την …2010 έως …2010. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία επί 6 Κυριακές και αργίες (2 τον Ιανουάριο, 2 τον Φεβρουάριο και 2 τον Μάρτιο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 948,22 [6 X 158,03 ευρώ ημερομίσθιο (2.370,57 ευρώ/15)] ευρώ. Επιπλέον, απασχολήθηκε 9 ώρες, Κυριακές και αργίες, πέραν των 7,5 ωρών (3 τον Ιανουάριο, 3 τον Φεβρουάριο και 3 τον Μάρτιο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το 1/15 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα, δηλαδή το ποσό των 189,64 [21,07 (2.370,57 ευρώ :15 : 7,5) X 9] ευρώ. Από την …2010 έως …2010. Πραγματοποίησε τέτοια εργασία επί 20 Κυριακές ή αργίες (4 τον Απρίλιο, 4 τον Μαϊο, 2 τον Ιούνιο, 1 τον Ιούλιο, 3 τον Αύγουστο, 1 τον Σεπτέμβριο, 1 τον Οκτώβριο, 2 τον Νοέμβριο και 2 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το ποσό των 189,26 ευρώ ημερομίσθιο 3.117,42 [155,87 (2.338,07 ευρώ /15) X 20] ευρώ. Επιπλέον, απασχολήθηκε 27 ώρες, Κυριακές και αργίες, πέραν των 7,5 ωρών (5 τον Απρίλιο, 3 τον Μαϊο, 2 τον Ιούνιο, 2 τον Ιούλιο, 2 τον Αύγουστο, 2 τον Σεπτέμβριο, 3 τον Νοέμβριο και 4 τον Δεκέμβριο), για τις οποίες έπρεπε να λάβει το 1/15 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, με επιπλέον αμοιβή 1/7,5 για κάθε επιπλέον ώρα, δηλαδή το ποσό των 561,06 [20,78 (2.338,07 ευρώ : 15 : 7,5) X 27] ευρώ.

Συνεπώς, για τις ανωτέρω αιτίες, δικαιούται συνολικά για το έτος 2010 το ποσό των 4.816,32 (948,22 + 189,64 + 3.117,4 + 561,06) ευρώ. Επομένως, ουδέν πλέον δικαιούται αφού το ποσό των 5.106,57 ευρώ, που έλαβε, υπερκαλύπτει το οφειλόμενο και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε επιδικάζοντάς του το ποσό των 563,21 ευρώ.

ΣΤ) Για επίδομα εορτών Πάσχα δικαιούται (χωρίς συνυπολογισμό υπερωριών, που δεν περιλαμβάνονται, κατά τα άνω, και προσαυξήσεων λόγω παροχής εργασίας τις νύκτες, Κυριακές και αργίες, εφόσον δεν αναζητούνται, κατά το αίτημα της αγωγής): (............).
Για το έτος 2007, την αναλογία των 4/8 του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, κατά τον Απρίλιο, δηλαδή το ποσό των 1.062,93 ευρώ [μηνιαίος μισθός 2.040,26 + αναλογία επιδόματος αδείας 85,01 = 2.125,87 X 4/8]. Για το έτος 2009, την αναλογία των 4/8 του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, κατά τον Απρίλιο, δηλαδή το ποσό των 1.277,14 ευρώ [μηνιαίος μισθός 2.452,11 + αναλογία επιδόματος αδείας 102,17 = 2.554,28 X 4/8]. Για το έτος 2010, την αναλογία των 4/8 του συνόλου των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, κατά τον Απρίλιο, δηλαδή το ποσό των 1.234,67 ευρώ [μηνιαίος μισθός 2.370,57 + αναλογία επιδόματος αδείας 98,77 = 2.469,34 X 4/8]. Έναντι αυτών έλαβε, το ποσό των 950,90 ευρώ, των 935,40 ευρώ, των 969,87 ευρώ, των 1.014,54 ευρώ, των 1.084,30 ευρώ και των 942,85 ευρώ, αντίστοιχα, επομένως, για το έτος 2005 το ποσό που έλαβε για την παραπάνω αιτία υπερβαίνει το οφειλόμενο και του οφείλεται, μόνο ως διαφορά για τα λοιπά έτη το ποσό των 1.742,72 (5.676,28 - 3.933,56) ευρώ, και, κατά το σχετικό αγωγικό αίτημά 1.408,91, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ζ) Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων, με βάση τις αποδοχές του την 10η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους, δικαιούται: ...
Για το έτος 2007, το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, δηλαδή το ποσό των 2.125,87 ευρώ [μηνιαίος μισθός 2.040,26 + αναλογία επιδόματος αδείας 85,01]. Για το έτος 2009, το σύνολο των τακτικών μηνιαίων αποδοχών του, δηλαδή το ποσό των ευρώ 2.554,28 [μηνιαίος μισθός 2.452,11 + αναλογία επιδόματος αδείας 102,17], Για το έτος 2010, το ποσό των 500 ευρώ, εφόσον οι αποδοχές του δεν ξεπερνούσαν το ποσό των 3.000 ευρώ, κατά τα άνω.
Έναντι αυτών έλαβε το ποσό των 2.092,97 ευρώ, των 2.357,86 ευρώ, των 2.033,21 ευρώ, των 2.716,48 ευρώ και των 500 ευρώ, αντίστοιχα, επομένως, για τα έτη 2006, 2007 και 2009, το ποσό που έλαβε για την παραπάνω αιτία υπερβαίνει το οφειλόμενο, για το έτος 2010 έλαβε το ποσό που δικαιούτο και του οφείλεται, μόνο ως διαφορά για το έτος 2008 το ποσό των 240,30 (2.273,51 - 2.033,21) ευρώ, και όχι των 3.092,66 ευρώ συνολικά, που εσφαλμένα κρίνοντας του επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Η) Για επίδομα αδείας :
Με βάση τις αποδοχές του, την 15η Ιουνίου του αντίστοιχου έτους, δικαιούται : (.......). Για το έτος 2007, έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας το 1/4 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, δηλαδή το ποσό των 1.020,13 ευρώ [νόμιμος μισθός 2.040,26 ευρώ : 2] Για το έτος 2009, έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας το των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, δηλαδή το ποσό των 1.226,05 ευρώ [νόμιμος μισθός 2.452,11 ευρώ : 3] Για το έτος 2010, έπρεπε να λάβει για επίδομα αδείας το 1/4 των μηνιαίων τακτικών αποδοχών του, δηλαδή το ποσό των 1.169,03 ευρώ [νόμιμος μισθός 2.338,07 ευρώ : 4] Έναντι αυτών έλαβε, το ποσό των 944,01, ευρώ, των 1.035,01 ευρώ, των 245,92 ευρώ και των 250 ευρώ, αντίστοιχα, επομένως, για τα έτη 2006, 2007 και 2010 ουδέν του οφείλεται και δικαιούται ως διαφορά για το έτος 2009, το ποσό των 980,13 (1.226,05 - 245,92) ευρώ και όχι των 1.656,59 συνολικά, που εσφαλμένα κρίνοντας του επιδίκασε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Συνεπώς, ο δεύτερος ενάγων για όλες τις παραπάνω αιτίες-έχοντας αφαιρεθεί με βάση τις προσκομιζόμενες καταστάσεις μισθοδοσίας του η οφειλόμενη αμοιβή του κατά τις ημέρες που συμμετείχε σε απεργία ή στάση εργασίας-το ποσό των ευρώ 14.813,41 ευρώ (235,80 + 92,28 + 1.133,91 + 133,72 + 73,95 + 98,42 + 135,60 + 1.489,25 + 186,52 + 52,52 + 358,44 + 2.086,50 + 11,68 + 90,75 + 124,98 + 179,35 + 4.002,92 + 59,12 + 187,67 + 2.155,47 + 68,38 + 206,97 + 1.408,91 + 240,30 + 980,13) ευρώ.". Με τις παραδοχές αυτές και άλλες που εν προκειμένω δεν ενδιαφέρουν, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης δέχτηκε την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, δηλαδή και κατά τη διάταξη περί επιδίκασης των αγωγικών αξιώσεων με το νόμιμο τόκο, που δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης, και κατά τη διάταξη που δεν προσβλήθηκε επιτυχώς με τον πρώτο λόγο της έφεσης, χάριν της ενότητας της εκτέλεσης, ακολούθως δε κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής δέχτηκε αυτήν ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε την εναγομένη-αναιρεσίβλητη, να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 8.556,25 ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα-αναιρεσείοντα το ποσό των 14.813,41 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, ως προς τα επιμέρους ποσά που αφορούν επιδόματα εορτών Πάσχα, από την ένατη ημέρα πριν το Πάσχα του έτους στο οποίο αφορούν, ως προς τα επιμέρους ποσά που αφορούν σε επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, από τις 17 Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αφορούν, ως προς τα επιμέρους ποσά που αφορούν σε επιδόματα αδείας από τις 2 Ιουλίου του έτους στο οποίο αφορούν και ως προς λοιπά ποσά, από την πρώτη ημέρα του επομένου έτους στο οποίο αφορούν και μέχρι την εξόφληση".

Ήδη κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους αναίρεσης :

Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οιανδήποτε μορφή της και η οποία αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1137/2020). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως το αίτημα ή η βάση της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 427/2020). Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο, όταν το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί αιτήματος της αγωγής στο διατακτικό ή το αιτιολογικό με προσόντα διατακτικού (ΑΠ 129/2025, ΑΠ 1181/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι άφησε αδίκαστα τα κονδύλια της αγωγής του που αφορούσαν στις διαφορές αποδοχών, στις απλές υπερωρίες κατά τις καθημερινές, στη νυχτερινή εργασία και στην εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές για τα έτη 2007 και 2009, χωρίς να τα δεχθεί ή να τα απορρίψει και χωρίς καν να κάνει αναφορά σ' αυτά στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της με αποτέλεσμα να του επιδικάσει το ποσό των 8.556,25 ευρώ αν και η αντίδικος του με τις προτάσεις της στο Εφετείο συνομολόγησε ότι όφειλε σ' αυτόν λόγω της μη ένταξης του στο ορθό μισθολογικό κλιμάκιο το ποσό των 10.470,64 ευρώ. Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον έλεγχο του πιο πάνω αναιρετικού λόγου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιλήφθηκε όλων των ανωτέρω αιτημάτων του πρώτου αναιρεσείοντος τα οποία και τελικώς επιδίκασε. Ειδικότερα με την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στα πλαίσια της έρευνας της ως άνω έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης με τον οποίο η τελευταία παραπονείτο κατά της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με το κεφάλαιο αυτής κατά το οποίο το Δικαστήριο εκείνο είχε επιδικάσει στον πρώτο ενάγοντα ήδη πρώτο αναιρεσείοντα τα αντίστοιχα ποσά για τις αξιώσεις του από διαφορές αποδοχών, απλές υπερωρίες κατά τις καθημερινές, στην νυχτερινή εργασία και στην εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές για τα έτη 2007 και 2009, ως απαράδεκτο λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της εκκαλούσας ήδη αναιρεσίβλητης, με την αιτιολογία ότι αυτή συνομολογούσε ότι όφειλε για τα ως άνω κονδύλια ποσά μεγαλύτερα των αιτηθέντων και επιδικασθέντων πρωτοδίκως (σελ. 3). Στη συνέχεια ερευνώντας τους λοιπούς λόγους έφεσης, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, και δεχόμενο αυτούς ως βάσιμους κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση, α) ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε τις λοιπές αξιώσεις του πρώτου ενάγοντος για τα έτη 2005, 2006, 2008 και 2010 και β) για την ενότητα της εκτέλεσης και ως προς τις μη ανατρεπόμενες διατάξεις αυτής, κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή την οποία δέχτηκε ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, ακολούθως δε υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στον πρώτο ενάγοντα για το σύνολο των αγωγικών του αξιώσεων το ποσό των 8.556,25 ευρώ, στο οποίο περιέλαβε, όπως ρητά διαλαμβάνεται στη σελίδα 26 της απόφασης : 1) για το έτος 2007, για διαφορές αποδοχών το ποσό των 994,28 ευρώ και για το σύνολο των λοιπών αξιώσεων το ποσό των 854,99 ευρώ και 2) για το έτος 2009, για διαφορές αποδοχών το ποσό των 1014,38 ευρώ και για το σύνολο των λοιπών αξιώσεων το ποσό των 529,87 ευρώ.

Κατά συνέπεια, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη τα προαναφερθέντα αγωγικά αιτήματα του πρώτου ενάγοντος-πρώτου αναιρεσείοντος, τα οποία ως εν μέρει βάσιμα κατ' ουσία τελικώς του επιδίκασε.

Κατ' ακολουθία ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 9 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Β. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΑΠ 40/2024, ΑΠ 16/2023). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κ.λ.π.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, 32/1996, ΑΠ 40/2024, ΑΠ 16/2023). Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 40/2024, ΑΠ 16/2023, ΑΠ 1435/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως παραδεκτώς διευκρινίστηκε με τις προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ότι αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα και όχι τον πρώτο, καθώς από παραδρομή αρχικά στο αναιρετήριο αναφέρθηκε ότι αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα, ο δεύτερος αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης του νόμου, υπό την αιτίαση ότι το Δικαστήριο για το ίδιο ζήτημα και για τις ίδιες ακριβώς παραδοχές, που αναφέρονται στον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης α) με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε ότι του οφείλεται το συνολικό ποσό των 8.556,25 ευρώ για τις ένδικες αξιώσεις του, που αφορούν στα έτη 2005-2010 και β) στερείται νόμιμης βάσης επειδή περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες επί του ύψους των απαιτήσεών του για τις διαφορές αποδοχών, τις απλές υπερωρίες κατά τις καθημερινές, στη νυχτερινή εργασία και στην εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές και επί του ύψους των ποσών που του καταβλήθηκαν, με συνέπεια να μην επιδικάσει διαφορές για τα έτη 2007 και 2009, αν και αποτελεί παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι του οφείλονται διαφορές λόγω της μη νόμιμης ένταξής του σε χαμηλότερο μισθολογικό κλιμάκιο.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο, α) δεν διαλαμβάνεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) ενώ προβάλλεται ως πλημμέλεια η ελλιπής και ανεπαρκής αιτιολογία, δεν προσδιορίζονται τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση. Επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για τις ανωτέρω αξιώσεις του δευτέρου ενάγοντος-δευτέρου αναιρεσείοντος για τα έτη 2007 και 2009, επιδίκασε σ' αυτόν, α) για το έτος 2007, για διαφορές αποδοχών, το ποσό των 1.489,25 ευρώ, για απλές υπερωρίες κατά τις καθημερινές, το ποσό των 186,52 ευρώ, για νυχτερινή εργασία κ.λ.π. , το ποσό των 52,52 ευρώ, για την εργασία του κατά τις Κυριακές και αργίες, το ποσό των 358,44 ευρώ (ενώ για την εργασία κατά τα Σάββατα έκρινε ότι αυτός δεν δικαιούται και δεν επιδίκασε κανένα ποσό, αφού το αντίστοιχο ποσό που είχε λάβει υπερκάλυπτε το υπ' αυτού αιτούμενο) και β) για το έτος 2009, για διαφορές αποδοχών, το ποσό των 4.009,92 ευρώ, για απλές υπερωρίες κατά τις καθημερινές, το ποσό των 59,12 ευρώ, για εργασία κατά τη νύχτα κλπ, το ποσό των 187,67 ευρώ, (ενώ για την εργασία κατά τα Σάββατα, Κυριακές και αργίες έκρινε ότι δεν δικαιούται και δεν επιδίκασε κανένα ποσό, αφού το αντίστοιχο ποσό που είχε λάβει υπερκάλυπτε το υπ' αυτού αιτούμενο).

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση κατά το δεύτερο σκέλος του ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Γ. Το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς" το οποίο ιδρύθηκε με τον Ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον Α.Ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με τον Ν. 1630/1951, μετατράπηκε με το άρθρο πρώτο παρ. 1 του Ν. 2688/1999 σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Π. Α.Ε.", η οποία λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. (ΑΠ 752/2025, ΑΠ 1083/2020).

Με το άρθρο 6 του ίδιου νόμου (2688/1999) ορίστηκε ότι :

"1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας... αναλαμβάνεται και καλύπτεται εξ ολοκλήρου από το Ελληνικό Δημόσιο και διαιρείται σε μετοχές... Οι μετοχές της Εταιρείας είναι ονομαστικές.

2. Οι μετοχές της Εταιρείας μπορεί να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ή και σε οποιοδήποτε διεθνώς αναγνωρισμένο Χρηματιστήριο Αξιών με απόφαση της γενικής Συνέλευσης των μετόχων, με την προϋπόθεση ότι το ποσοστό συμμετοχής του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας παραμένει τουλάχιστον 51%". Με τις διατάξεις του άρθρου 35 του Ν. 2932/2001 ορίσθηκε ότι με σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Α.Ε. με την επωνυμία "Ο.Λ.Π. Α.Ε.", παραχωρείται στη δεύτερη το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των γηπέδων, κτιρίων και άλλων εγκαταστάσεων που ευρίσκονται εντός της Λιμενικής Ζώνης του Λιμένα Πειραιώς, στη σύμβαση δε αυτή ορίζονται, μεταξύ άλλων, η διάρκεια παραχώρησης του ανωτέρω δικαιώματος, το καταβαλλόμενο τίμημα, το ειδικότερο περιεχόμενο του εν λόγω δικαιώματος, η τιμολογιακή πολιτική της Ο.Λ.Π. Α.Ε. σε ετήσια βάση, καθώς και οι υποχρεώσεις της και, ιδιαίτερα, οι σχετικές με την πληρότητα των παρεχομένων από αυτήν υπηρεσιών, τη συντήρηση των εγκαταστάσεων και τη διασφάλιση της λειτουργικότητας και της ασφάλειας αυτών. Με το άρθρο πρώτο του Ν. 3654/2008 "Κύρωση των Συμβάσεων Παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των Οργανισμών Λιμένος Πειραιώς (Ο.Λ.Π. Α.Ε.) και Θεσσαλονίκης (Ο.Λ.Θ. Α.Ε.), ρυθμίσεις για το προσωπικό της Ο.Λ.Π. Α.Ε. και της Ο.Λ.Θ. Α.Ε. και άλλες διατάξεις" κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η από …2002 Σύμβαση Παραχώρησης του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης των γηπέδων, κτιρίων και άλλων εγκαταστάσεων που βρίσκονται εντός της Λιμενικής Ζώνης του Λιμένα Πειραιώς, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία". Με τη σύμβαση αυτή ορίσθηκε ότι παραχωρείται με κριτήρια δημοσίου συμφέροντος, στη δημόσια εταιρία κοινής ωφέλειας Ο.Λ.Π. Α.Ε. το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των γηπέδων, κτιρίων και εγκαταστάσεων της χερσαίας λιμενικής ζώνης του Λιμένα Πειραιώς για χρονικό διάστημα πενήντα ετών, αρχόμενο την 13-2-2002, με τη ρητή διευκρίνιση ότι το παραχωρούμενο δικαίωμα περιλαμβάνει τη χρήση και εκμετάλλευση για σκοπούς που σχετίζονται με την παροχή λιμενικών υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων, καθώς και την παραχώρηση του ιδίου δικαιώματος ή μέρους αυτού προς τρίτους, για τη συμβατική διάρκεια και υπό τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση (άρθρα 1, 2 και 4 παρ. 4.1 της Σύμβασης, όπως οι παρ. 2.1 και 4.1 τροποποιήθηκαν από την ΥΑ 8322.03/12/08, καθώς και το άρθρο τρίτο παρ. 1 του ν. 3564/2008). Ακολούθως, με την από 5-2-2002 έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της "ΟΛΠ Α.Ε." και με βάση τις με αριθμούς πρωτ. …2002 και …2003 αποφάσεις της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων, πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή των μετοχών της "ΟΛΠ Α.Ε." στην κύρια αγορά του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και η διάθεση μετοχών κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στο επενδυτικό κοινό κατά ποσοστό 25,86% και έτσι το Ελληνικό Δημόσιο διατήρησε ποσοστό 74,14% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας. Στη συνέχεια, η Ο.Λ.Π. Α.Ε. υπήχθη στο Πρόγραμμα Αποκρατικοποιήσεων 2011 - 2015 του Ν. 3985/2011 σε εφαρμογή του οποίου μεταβιβάσθηκε, με τη διαδικασία του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του Ν. 3986/2011 από το Ελληνικό Δημόσιο στην ανώνυμη εταιρεία "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) Α.Ε.". Συγκεκριμένα, με τις αποφάσεις …2011 και …2012 της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων μεταβιβάσθηκαν στο ΤΑΙΠΕΔ, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων του Ελληνικού Δημοσίου, και οι ανήκουσες σ’ αυτό - αντιστοιχούσες σε ποσοστό 74,138% του μετοχικού κεφαλαίου - 18.534.440 συνολικά μετοχές της ανώνυμης εταιρείας "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς (Ο.Λ.Π.) Α.Ε.". Σε ακολουθία των παραπάνω, στις 8-4-2016 υπογράφηκε η Σύμβαση Αγοραπωλησίας Μετοχών μεταξύ του ΤΑΙΠΕΔ και του προτιμώμενου επενδυτή, για την παραχώρηση στον τελευταίο ποσοστού 67% των μετοχών της ως άνω ανώνυμης εταιρείας [ΟλΣτΕ 1076/2019, ΑΠ 752/2025, ΑΠ (ποιν) 936/2024, ΑΠ (ποιν) 1690/2022].

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης" (ΦΕΚ Α 40/15.3.2010), όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 90 του Ν. 3842/2010 (ΦΕΚ Α 58/23.4.2010), ορίζεται ότι: "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ Α 314/27-12-2005), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας". Με την παρ. 8 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι "Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 5, 6 και 7 δεν εφαρμόζονται στις εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β του ν. 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου νόμου κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό (50%), καθώς και στις Τράπεζες". Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 20 του ιδίου Ν. 3833/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου 1 αρχίζει από 1.1.2010. Επακολούθησε ο Ν. 3845/2010 "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο" (ΦΕΚ Α 65/6.5.2010), στο άρθρο τρίτο παρ. 4 και 6 του οποίου ορίζεται ότι: (παρ. 4) "Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, η διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων, χωρίς εξαίρεση, στους φορείς του πρώτου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστό τρία τοις εκατό (3%). Από τη μείωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή το επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους" και ότι: (παρ. 6) "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, καθώς και για πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής: α) επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους". Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου έβδομου του ιδίου Ν. 3845/2010, η ισχύς των διατάξεων του άρθρου τρίτου αρχίζει από 1.6.2010. Οι προπαρατεθείσες διατάξεις, όπως προκύπτει και από τις αιτιολογικές εκθέσεις των ως άνω νόμων 3833/2010 και 3845/2010, θεσπίστηκαν για την προστασία και την προαγωγή του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, ενόψει της σφοδρής δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα (ΑΠ 752/2025, ΑΠ 1375/2023, 1517/2022, 1459/2018). Ειδικότερα, η θεσπισθείσα με τους νόμους αυτούς περικοπή μισθολογικών παροχών εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (καθώς και συνταξιοδοτικών παροχών) αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο συνολικώς εφαρμοζόμενο αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση, κατά τον νομοθέτη, της άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας με μέτρα που από τη φύση τους συμβάλλουν στην άμεση περιστολή των δημοσίων δαπανών, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης με την εξάλειψη των πρωτογενών δημοσιονομικών ελλειμμάτων, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν ταυτοχρόνως και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερούμενης από την ενωσιακή νομοθεσία υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (ΟλΣτΕ 668/2012, ΑΠ 1375/2023, ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 1640/2018). Στο πλαίσιο αυτό, ψηφίστηκαν διατάξεις, όπως οι ανωτέρω, που αφορούν την οριζόντια περικοπή των μισθολογικών δαπανών για όλους τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ, με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και για το προσωπικό των ΝΠΙΔ, που είτε ανήκουν στο Κράτος, σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ είτε επιχορηγούνται τακτικά από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% του προϋπολογισμού τους είτε είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, με οποιαδήποτε σχέση και αν απασχολούνται και με οποιονδήποτε τρόπο και αν αμείβονται οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν υπάρχει οποιαδήποτε αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή συμφωνία (ΑΠ 1517/2022, ΑΠ 663/2019, AΠ 1459/2018, ΑΠ 1460/2018).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 1 (υπό τον παράτιτλο "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής") του κεφαλαίου Α (υπό τον παράτιτλο "Οργάνωση, λειτουργία, διοίκηση και κρατική εποπτεία των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών") του Ν. 3429/2005 "Δημόσιες επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)" (ΦΕΚ Α 314/27-12-2005) ορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 τα εξής: (παρ. 1) "Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν", (παρ. 2) "Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου: α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα της εκατό" και (παρ. 3) "Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει". Με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι το Κεφάλαιο Α του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το κεφάλαιο Β, ενώ με η παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 42 του Ν. 3891/2010 που προσέθεσε τέταρτη περίπτωση, ορίζεται ότι το κεφάλαιο Β του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε ανώνυμες εταιρείες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 εξακολουθούν να κατέχουν οποιοδήποτε ποσοστό του μετοχικού τους κεφαλαίου, σε συνδεδεμένες με αυτές επιχειρήσεις του άρθρου 42ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, σε ανώνυμες εταιρείες για τις οποίες με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του Ν. 3049/2002 έχουν αρχίσει οι διαδικασίες αποκρατικοποίησης με την εισαγωγή μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά και σε ανώνυμες εταιρείες, των οποίων το δικαίωμα διορισμού της πλειοψηφίας των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων της διοίκησης ή το δικαίωμα άσκησης διαχείρισης έχει μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει από το Δημόσιο σε τρίτους με απόφαση της ως άνω Διυπουργικής Επιτροπής, εφόσον το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο της παρ. 2 εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής.

Συνεπώς, την εν λόγω ιδιότητα των δημοσίων επιχειρήσεων εξακολουθούν να διατηρούν, εφόσον πληρούνται οι αναφερόμενες εκεί προϋποθέσεις των παρ. 1 έως 3 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, παρά τη σχετική εξαίρεση από τις επιμέρους ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του εν λόγω νόμου, οι δημόσιες επιχειρήσεις που ο ίδιος ο νόμος ορίζει ως εξαιρούμενες από το κεφάλαιο Α αυτού, κατά το εδάφιο α' της παρ. 5 του άρθρου 1 του νόμου αυτού. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να συναχθεί από το ότι στο νομοθετικό κείμενο η διάταξη του άρθρου 1 διαλαμβάνεται στο κεφάλαιο Α, διότι υπό την εκδοχή αυτή δεν θα είχε έννοια η εξαίρεση από ρυθμίσεις, όπως εκείνες της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου. Τούτο συνάγεται και από τον παράτιτλο του ως άνω άρθρου 1 "Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής".

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 και του τρίτου άρθρου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε η οριζόντια μείωση των αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, τυγχάνουν εφαρμογής στις δημόσιες επιχειρήσεις του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του Ν. 3429/2005, ανεξαρτήτως εάν αυτές έχουν εξαιρεθεί από τις λοιπές ρυθμίσεις του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (ΑΠ 1375/2023, 1517/2022, 1460/2018). Από το σύνολο των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 3833/2010 και του τρίτου άρθρου παρ. 4 και 6 του ν. 3845/2010, με τις οποίες προβλέφθηκε η οριζόντια μείωση των αποδοχών των απασχολουμένων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, έχουν εφαρμογή και στην εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη Α.Ε., καθόσον αυτή κατά τον επίδικο χρόνο του έτους 2010, ήταν εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και συμμετείχε το Ελληνικό Δημόσιο στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής με ποσοστό μεγαλύτερο του 50% και συγκεκριμένα με ποσοστό 74,14%, και συνεπώς ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και είχε το χαρακτήρα δημόσιας επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 έως 3 του ν. 3429/2005, και καταλαμβάνουν και τους εργαζόμενους σ' αυτήν και στην προκειμένη περίπτωση και τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των νόμων 3833/2010, 3845/2010 4024/2011, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η αναιρεσίβλητη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των νόμων αυτών, καθόσον αυτοί τέθηκαν σε ισχύ για την επίτευξη συγκεκριμένου δημοσιονομικού σκοπού συνισταμένου στη μείωση των δαπανών μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα, και δεν εφαρμόζονται σε φορείς όπου η μισθοδοσία και γενικότερα το κόστος του προσωπικού δεν προέρχεται από δημόσιους πόρους, δεν επιβαρύνει το δημόσιο ταμείο και δεν αυξάνει τις δημόσιες δαπάνες, όπως συμβαίνει εν προκειμένω που τα έσοδα της αναιρεσίβλητης προέρχονται από την παροχή υπηρεσιών στο πλαίσιο του σκοπού της, από τα οποία καλύπτει το σύνολο των λειτουργικών της δαπανών, μεταξύ των οποίων και το σύνολο των αποδοχών και εν γένει αμοιβών του προσωπικού της, δεν λαμβάνει οποιαδήποτε επιχορήγηση άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο ούτε από τον κρατικό προϋπολογισμό ή γενικότερα από δημόσιους πόρους. Επί πλέον δε μετά τη μεταβίβαση των μετοχών της ΟΛΠ Α.Ε. που κατείχε το Δημόσιο, η αναιρεσίβλητη έπαψε πλέον να αποτελεί νομικό πρόσωπο του Κεφαλαίου Β του ν. 3429/2005, διότι δεν πληρούται η βασική προϋπόθεση να κατέχει το Δημόσιο κάποιο ποσοστό του μετοχικού της κεφαλαίου, ενώ ταυτόχρονα η πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου έπαψε να κατέχεται από το Δημόσιο και συνεπώς έπαψε να υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των ως άνω νόμων.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, δεχόμενο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές ότι οι ενάγοντες, όπως άλλωστε και όλο το απασχολούμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας προσωπικό της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010 και του άρθρου τρίτου παρ. 4 και 6 του Ν. 3845/2010 , υπολογίζοντας εντεύθεν τις αξιώσεις των εναγόντων-αναιρεσεόντων με τις προβλεπόμενες απ' αυτούς μειώσεις για το έτος 2010 τις οποίες και τελικά επιδίκασε, δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε στην προκειμένη υπόθεση, ενόψει ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη κατά τον επίδικο χρόνο, ως επιχείρηση κοινής ωφέλειας η οποία εξυπηρετεί κατά τη λειτουργία της σκοπό δημοσίου συμφέροντος, υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, έχουσα το χαρακτήρα της δημόσιας επιχείρησης, κατά την έννοια των παρ. 1 και 2 του άρθρου 1 του Ν. 3429/2005, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας συμμετείχε το Ελληνικό Δημόσιο με ποσοστό μεγαλύτερο του 50% και συγκεκριμένα με ποσοστό 74,14%. Όσα δε αντίθετα προβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμα, σύμφωνα δε και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, δεν αποκλείουν το χαρακτήρα της εναγομένης-αναιρεσίβλητης ως δημόσιας επιχείρησης και επομένως την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 στο απασχολούμενο απ' αυτή προσωπικό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, όπως και οι αναιρεσείοντες. Ούτε βέβαια το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία καταβάλλει αντάλλαγμα στο Ελληνικό Δημόσιο για την υπ' αυτής χρήση και εκμετάλλευση των γηπέδων, κτιρίων και εγκαταστάσεων της χερσαίας λιμενικής ζώνης του Λιμένα Πειραιώς για χρονικό διάστημα πενήντα ετών, αρχόμενο την 13-2-2002, με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου με την οποία της παραχωρήθηκε το σχετικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των εγκαταστάσεων αυτών, αποκλείει τον χαρακτήρα της αναιρεσίβλητης ως δημόσια επιχείρησης, αφού, κατά τα οριζόμενα στην ως άνω σύμβαση παραχώρησης, αυτή (παραχώρηση) έγινε με κριτήρια δημοσίου συμφέροντος και εξυπηρετεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη.

Περαιτέρω, ο επί πλέον ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι οι προαναφερόμενοι νόμοι δεν εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση γιατί η αναιρεσίβλητη, μετά την μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο στο ΝΠΙΔ ΤΑΙΠΕΔ Α.Ε. , έπαψε να έχει το χαρακτήρα δημόσιας επιχείρησης ανήκουσα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού κατά τα προαναφερόμενα κατά τον επίδικο χρόνο (έτος 2010) η αναιρεσίβλητη είχε τον χαρακτήρα δημόσιας επιχείρησης, τον οποίο απώλεσε μεταγενέστερα το έτος 2011 και μετά, οπότε ιδιωτικοποιήθηκε με τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών του μετοχικού κεφαλαίου της που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ, με τη διαδικασία του άρθρου 2 παρ. 4 και 5 του Ν. 3986/2011 και με βάση τις αποφάσεις …2011 και …2012 της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …2021 με αριθμό κατάθεσης …2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 518/29-7-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιοτέρων Αρεoπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2026.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και των δύο αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

<< Επιστροφή