Απόφαση 896 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 896/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Δήμητρα Σίσκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα - Όλγα Μήτσου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "COMMERCIAL VALUE ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ασφαλιστική Εκκαθαρίστρια αυτής, Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΡΝΣΤ ΚΑΙ ΓΙΑΝΓΚ (ΕΛΛΑΣ) ΟΡΚΩΤΟΙ ΛΟΓΙΣΤΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χρήστου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7686/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1924/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από …/2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
i. Με την από …2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθμό 1924/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, επί της από …2020 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης υπό εκκαθάριση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας κατά της με αριθμό 7686/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσία, και αφού κράτησε και δίκασε επί της από …2015 αγωγής, έκανε αυτή δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 32.183,23 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).
ii. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1569/1985 "περί διαμεσολαβήσεως στις συμβάσεις ασφαλίσεως κ.λ.π.", όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 2496/1997 "περί ασφαλιστικής συμβάσεως, τροποποιήσεων της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλων διατάξεων": "Διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, ασκούν οι ασφαλιστικοί πράκτορες, οι μεσίτες ασφαλίσεων, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι, οι συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων, καθώς και οι ασφαλιστικοί υπάλληλοι". Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά τη δημοσίευση του Ν 2496/1997, "Ασφαλιστικός πράκτορας είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, που έχει ως αποκλειστικό έργο την ανάληψη με σύμβαση, έναντι προμήθειας, ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό μιας ή περισσότερων επιχειρήσεων. Ο ασφαλιστικός πράκτορας παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει, προσυπογράφει ή συνάπτει ο ίδιος ως αντιπρόσωπος ασφαλιστικές συμβάσεις. Τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες των ασφαλιστικών πρακτόρων καθορίζονται με έγγραφη σύμβαση, ανάμεσα στον ασφαλιστικό πράκτορα και στην ασφαλιστική επιχείρηση, που προτίθεται να πρακτορεύει (πρακτορική σύμβαση). Αντίγραφο της συμβάσεως πρακτορείας, υποβάλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση στο Υπουργείο Ανάπτυξης" (ΑΠ 430/2019). Επίσης κατά το άρθρο 16 παρ.1 του ως άνω ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ.4 του ν. 2496/1997 ″1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων, ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη″. Από τον ως άνω κατά νόμο ορισμό της θέσης, των καθηκόντων και εν γένει της περιγραφής εργασίας του ασφαλιστικού συμβούλου σαφώς προκύπτει ότι αυτός δεν ενεργεί πρακτορεία ή μεσιτεία, αφού για τη διενέργεια αυτών προβλέπονται και υφίστανται άλλα ειδικότερα επαγγέλματα (του ασφαλιστικού πράκτορα και του ασφαλειομεσίτη αντίστοιχα), ωστόσο αναπτύσσει δράση σε αγορά, δηλαδή σε χώρο, όπου μπορεί να συναντηθεί η προσφορά με τη ζήτηση και να συναφθούν συναλλακτικές πράξεις, με διαμεσολάβηση στη παροχή υπηρεσιών (ΑΠ 1376/2021). Σύμφωνα δε με την παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου, ″Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο την είσπραξη ασφαλίστρων″, οπότε στην περίπτωση αυτή, καταβάλλει σ’ αυτόν επιπλέον προμήθεια, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τα μέρη με τη σχετική σύμβαση, ο δε ασφαλιστικός σύμβουλος θεωρείται θεματοφύλακας των εισπραττομένων και οφείλει να τα αποδώσει στην ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα. Μολονότι, όμως, τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα θεωρούνται παρακαταθήκη και ο ασφαλιστικός σύμβουλος ευθύνεται ως θεματοφύλακας, τούτο δεν αναιρεί την ιδιότητά του ως εντολοδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας ως προς την είσπραξη για λογαριασμό της και την απόδοση σ’ αυτή των ασφαλίστρων, αφού τέτοια υποχρέωση ως θεματοφύλακα μπορεί να συμφωνηθεί επιπρόσθετα και επί κοινής εντολής ως μέρος της κύριας ευθύνης του εντολοδόχου (ΑΠ 589/2024, ΑΠ 1294/2022, ΑΠ 768/2021).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 822 ΑΚ, σύμβαση παρακαταθήκης είναι η σύμβαση εκείνη, δυνάμει της οποίας ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από άλλον κινητό πράγμα για φύλαξη, με την υποχρέωση να το αποδώσει αυτούσιο, όταν του ζητηθεί. Η εν λόγω σύμβαση συνάπτεται ατύπως για κατ’ είδος ορισμένα κινητά πράγματα ως και αντικαταστατά πράγματα, ενώ, συνήθως, το καθήκον φυλάξεως, που αποτελεί και τη βασική συμβατική υποχρέωση του θεματοφύλακα, επεκτείνεται και στο περιεχόμενο του κινητού πράγματος. Για την εγκυρότητα της συμβάσεως παρακαταθήκης δεν απαιτείται η ύπαρξη κυριότητας του παρακαταθέτη επί του διδόμενου για παρακαταθήκη πράγματος (ΑΠ 430/2019 , ΑΠ 173/2010).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 3 § 6 του Ν.Δ. 400/1970 (περί ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως): "Τριάντα ημέρες μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της, εκτός από αυτές των ασφαλίσεων ζωής, εφόσον μέσα στην πιο πάνω προθεσμία δεν έχει εγκριθεί από τον Υπουργό Εμπορίου τυχόν αίτηση άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου. Τα καταβληθέντα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα επιστρέφονται. Τυχόν καταβληθείσες νόμιμες προμήθειες επιστρέφονται ή αναζητούνται από τον εκκαθαριστή". Επίσης, κατά το άρθρο 38 § 3 του Π.Δ. 237/1986 (Κωδικοποίηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως οχημάτων) "Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης στον κλάδο ασφάλισης της αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, σύμφωνα προς τις διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η επιχείρηση είναι υποχρεωμένη να ακυρώσει τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που έχει εκδώσει, επιφυλασσομένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 11, και να επιστρέψει στους ασφαλισμένους τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα αυτών των ασφαλιστηρίων, αφαιρώντας από αυτά ποσοστό 25%". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι η ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας έχει ανακληθεί η άδεια, εφ' όσον δεν προηγήθηκε έγκριση του Υπουργού Εμπορίου αιτήσεως άλλης ασφαλιστικής επιχειρήσεως περί αναδοχής του ασφαλιστικού της χαρτοφυλακίου εντός του μηνός, τότε είναι υπεύθυνη να επιστρέψει τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα στους ασφαλισθέντες πελάτες της, εφ’ όσον αυτά εισπράχθηκαν από τον ασφαλιστικό της πράκτορα και αποδόθηκαν από αυτόν στην εταιρία. Εάν, όμως, δεν έχουν αποδοθεί και εξακολουθούν να παρακρατούνται από τον πράκτορα, τότε έχει αγωγική αξίωση κατ’ αυτού για την απόδοση τους, ώστε να μπορέσει να ικανοποιήσει τους ασφαλισθέντες πελάτες της, που έχουν αντίστοιχη αξίωση εναντίον της, ανεξάρτητα εάν αυτοί έχουν επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της. Η τυχόν επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από τον ίδιο τον πράκτορα στους ασφαλισθέντες, δεν αποκλείει το έννομο συμφέρον αυτής να επιδιώξει την ικανοποίησή της σχετικής αξιώσεως από τον ασφαλιστικό πράκτορα, εντεύθεν και την ενεργητική της νομιμοποίηση προς άσκηση αγωγής, αλλά αποτελεί πραγματικό γεγονός, που, εφ’ όσον αποδειχθεί, οδηγεί στην απόρριψη της αγωγής της εταιρείας κατά του πράκτορα ή στην απόρριψη της αγωγής των ασφαλισθέντων εναντίον της (ΑΠ 1852/2023, ΑΠ 768/2021, ΑΠ 430/2019, ΑΠ 339/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006)
iii. Εν προκειμένω, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής : "Η ενάγουσα είναι ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με δραστηριότητα στον τομέα ασφάλισης διαφόρων κλάδων έως τις 25-2-2010, οπότε ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της με την υπ' αριθ. …2010 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, έκτοτε δε τελεί υπό ασφαλιστική εκκαθάριση. Δυνάμει της από …2006 έγγραφης σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου και του από …2008 πρόσθετου συμφώνου τροποποίησης σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου, μετά των παραρτημάτων αυτών, που η εκκαλούσα κατήρτισε με τον εφεσίβλητο, ο τελευταίος ανέλαβε αντί προμήθειας τη διαμεσολάβηση για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων του κλάδου γενικών ασφαλίσεων και ζωής και την είσπραξη των ασφαλίστρων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση και το πρόσθετο σύμφωνο τροποποίησης αυτής. Βάσει της ένδικης σύμβασης ο εφεσίβλητος ανέλαβε να εισπράττει ασφάλιστρα, σύμφωνα με τους όρους της και τις οδηγίες της εκκαλούσας, έναντι συμφωνηθέντος ποσοστού προμήθειας ανά κλάδο, υπολογιζόμενου επί των καθαρών ασφαλίστρων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στα παραρτήματα της σύμβασης και του πρόσθετου συμφώνου τροποποίησης αυτής. Επίσης σύμφωνα με τον όρο 5.1 της ένδικης σύμβασης ο εφεσίβλητος, στην περίπτωση που εντός προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης ή και ανανέωσης κάθε ασφαλιστηρίου ή πρόσθετης πράξης, δεν προέβαινε σε είσπραξη των οφειλόμενων ασφαλίστρων από τον ασφαλισμένο, αναλάμβανε την υποχρέωση να επιστρέφει αμέσως τα πρωτότυπα ασφαλιστήρια έγγραφα, συνοδευόμενα από τις σχετικές αποδείξεις τους, στην εκκαλούσα, με επιστολή του, στην οποία θα ανέφερε τη μη είσπραξη των ασφαλίστρων και τους λόγους αυτής, και θα βεβαίωνε ότι δεν έχει αναγγελθεί ζημία από τον ασφαλισμένο, με σκοπό την αναδρομική ακύρωσή τους.
Περαιτέρω σύμφωνα με τον όρο 4.5 της ένδικης σύμβασης σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης προθεσμίας δύο (2) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης των ασφαλιστηρίων, άνευ είσπραξης των ασφαλίστρων από τον εφεσίβλητο ή ακύρωσης της ασφαλιστικής σύμβασης λόγω μη πληρωμής τους, τα ασφάλιστρα λογίζονταν ως εισπραχθέντα και έκτοτε συνιστούσαν οφειλή του εφεσίβλητου εκ δεδουλευμένων ασφαλίστρων. Η ένδικη σύμβαση συμφωνήθηκε αορίστου χρόνου, σύμφωνα δε με τον όρο 8.10 αυτής, σε περίπτωση λύσης της και εντός πέντε εργάσιμων ημερών, ο εφεσίβλητος υποχρεούτο να επιστρέφει αμέσως στην εκκαλούσα, το σύνολο του έντυπου υλικού αυτής, τα τυχόν εις χείρας του ευρισκόμενα τιμολόγια, επιγραφές, τα εισπραχθέντα μέχρι την καταγγελία ασφάλιστρα, αποδείξεις είσπραξης, μη εισπραχθέντα ασφαλιστήρια συμβόλαια, καθώς και τα προβλεπόμενα από το άρθρο 5 του ν. 489/1976 σήματα και βεβαιώσεις ασφάλισης και γενικά κάθε στοιχείο και έγγραφο, ενώ εντός δεκαπέντε ημερών από τη λύση της, ο εφεσίβλητος υποχρεούτο να αποδώσει στην εκκαλούσα λογαριασμούς και δικαιολογητικά έγγραφα και να καταθέσει το υφιστάμενο κατά την καταγγελία υπέρ αυτής υπόλοιπο εξ εισπραχθέντων και μη αποδοθέντων ασφαλίστρων. Λόγω της προαναφερόμενης οριστικής ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εκκαλούσας λύθηκε η ένδικη σύμβαση. Έως το χρονικό σημείο ανάκλησης της άδειας λειτουργία της εκκαλούσας (25-2-2010) το χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου από ασφάλιστρα, που όφειλε να της αποδώσει, ανερχόταν στο ποσό των 29.239,48 ευρώ, όπως-το ποσό αυτό διαμορφώθηκε μετά την αφαίρεση των προμηθειών του, ποσού 5.191,90 ευρώ, από την παραγωγή ασφαλίστρων ποσού 33.392,87 ευρώ και την πρόσθεση του φόρου επί των προμηθειών, ποσού 1.038,51 ευρώ.
Περαιτέρω η εκκαλούσα δικαιούται και το ποσό των 2.943,75 ευρώ για εισπραχθείσες προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, διότι, εφόσον ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της, σύμφωνα με το άρθρο 3§6 του Ν.Δ. 400/1970, θεωρήθηκαν αυτοδίκαια λυμένες όλες οι ασφαλιστικές συμβάσεις της και είναι υπεύθυνη να επιστρέφει τα μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα στους ασφαλισθέντες πελάτες της. Ενόψει των ανωτέρω, η οφειλή του εφεσίβλητου προς την εκκαλούσα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 32.183,23 ευρώ, το οποίο αυτός αρνείται να της καταβάλει, καίτοι οχλήθηκε προς τούτου με την από 2-6-2014 εξώδικη γνωστοποίηση-πρόσκληση-δήλωση της εκκαλούσας, που του επιδόθηκε στις …2014 (βλ. την υπ' αριθ. …2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου … Γ. Τ.). Ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι δεν εισέπραξε τα ένδικα ασφάλιστρα για λογαριασμό της εκκαλούσας και τις ένδικες προμήθειες για μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, καθόσον όλοι οι ασφαλισμένοι, κατόπιν δικής του προτροπής, δεν κατέβαλαν ασφάλιστρα στην εκκαλούσα, αλλά προτίμησαν να καταβάλουν ασφάλιστρα και να συνάψουν ασφαλιστική σύμβαση αστικής ευθύνης και λοιπών ζημιών για τα οχήματά τους με την ασφαλιστική εταιρεία VICTORIA και ήδη ERGO, το διάστημα πριν και κατά το χρόνο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, ήτοι από 1-10-2009 έως 31-10-2010, ο ίδιος δε ενημέρωσε την εκκαλούσα στις 27-6-2014, μετά την επίδοση σε αυτόν, εξώδικης όχλησης με την αποστολή σχετικής τηλεομοιοτυπίας (fax), στην οποία αναφέρονταν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια, που υποστηρίζει ότι επέστρεψε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς ακύρωση μέσω του ασφαλιστικού πράκτορα "…" με την οποία συμβαλλόταν η εκκαλούσα, τόσο αυτοτελώς, όσο και στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης. Οι ως άνω ισχυρισμοί του εφεσίβλητου τυγχάνουν απορριπτέοι ανεξαρτήτως του εάν ενδεχομένως ορισμένοι ασφαλισμένοι της εκκαλούσας επέλεξαν κατόπιν να ασφαλιστούν στην εταιρία ERGO, καθόσον αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός εισέπραξε τις ένδικες προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, ενώ περαιτέρω δεν πιθανολογήθηκε ότι προσκομίστηκαν στην εκκαλούσα, είτε από τον ίδιο, είτε από την εταιρεία με την επωνυμία "…" όπως αυτός διατείνεται, τα πρωτότυπα συμβόλαια των ένδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία έκδοσης τους, όπως υποχρεούτο, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την ένδικη σύμβαση, προκειμένου αυτά να ακυρωθούν αναδρομικά. Από δε τις καταστάσεις, που προσκομίζει ο εφεσίβλητος και φέρουν μόνο το όνομα και την υπογραφή του, στις οποίες ισχυρίζεται ότι αναφέρονται επιστραφέντα συμβόλαια, δεν προκύπτει ότι αυτές παρελήφθησαν και από ποιον, ούτε ότι επεστράφησαν στην εκκαλούσα προσηκόντως και εμπροθέσμως τα αναφερόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια, προκειμένου να ακυρωθούν. Σημειωτέον ότι στην υπ’ αρ. …2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που ελήφθη επιμέλεια του εφεσιβλήτου, ο ενόρκως βεβαιώσας, συγγενής εξ αγχιστείας και πελάτης του, καταθέτει ότι ο ίδιος (ο εφεσίβλητος) του είπε ότι επέστρεψε όλα τα πρωτότυπα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων στην εκκαλούσα, περιοδικά, ανάλογα με τις ακυρώσεις, μέσω της εταιρίας "…". Όσον αφορά δε τη σχέση της εκκαλούσας με την εταιρεία … , πιθανολογήθηκε ότι μεταξύ της εκκαλούσας και της Χ. Μ. , ασφαλιστικής πράκτορα, είχε συναφθεί η από …2005 σύμβαση πρακτόρευσης, με την οποία η εκκαλούσα ανέθεσε στην Χ. Μ. να διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων. Εν συνεχεία συνήφθη μεταξύ της εκκαλούσας, της Χ. Μ. και της εταιρείας με την επωνυμία "…", το από …2007 πρόσθετο σύμφωνο τροποποίησης της ανωτέρω σύμβασης, με το οποίο συμφωνήθηκε ότι όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Χ. Μ., από την από …2005 σύμβαση, μεταβιβάστηκαν στην εταιρεία με την επωνυμία … Στο από …2008 πρόσθετο σύμφωνο τροποποίησης σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου, μεταξύ των διαδίκων, αναφέρεται μεν η εταιρεία με την επωνυμία … ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, χωρίς όμως στο κείμενό του να υπάρχει άλλη σχετική αναφορά, ούτε αυτό φέρει υπογραφή του νόμιμου εκπροσώπου της φερόμενης ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρείας με την επωνυμία …
Περαιτέρω ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται αφενός ότι μετά τη θέση της εκκαλούσας σε ασφαλιστική εκκαθάριση και εφόσον λύθηκε η ένδικη σύμβαση, οι σχέσεις των διαδίκων ρυθμίζονται αποκλειστικά από τις διατάξεις περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης και επομένως σημασία έχει το πραγματικό γεγονός της καταβολής ή μη των ασφαλίστρων και των προμηθειών, και όχι της εμπρόθεσμης ή μη επιστροφής των ασφαλιστηρίων συμβολαίων για ακύρωση, και αφετέρου ότι ειδικά όσον αφορά τις προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, η εκκαλούσα δεν νομιμοποιείται να τις ζητήσει, εφόσον δεν ισχυρίζεται ότι αναζητούνται από τους ασφαλισμένους. Οι εν λόγω ισχυρισμοί τυγχάνουν απορριπτέοι, καθόσον τα ανωτέρω δεν προβλέπονται από τη νομοθεσία περί ασφαλιστικής εκκαθάρισης, η δε εκκαλούσα νομιμοποιείται ενεργητικά να επιδιώξει την ικανοποίησή της σχετικής αξίωσης.... Ακόμα ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται αβάσιμα ότι οι όροι 4.5 και 5.1 της ασφαλιστικής σύμβασης είναι αντιφατικοί, καθόσον ο όρος 4.5 καθιερώνει προθεσμία δύο (2) μηνών από την έκδοση των ασφαλιστηρίων, ενώ ο όρος 5.1 καθιερώνει προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών από την έκδοσή τους. Ωστόσο μόνο ο όρος 4.5 ορίζει προθεσμία και δη προθεσμία δύο (2) μηνών από την ημερομηνία έκδοσης των ασφαλιστηρίων, μετά την παρέλευση της οποίας, εάν τα ασφάλιστρα δεν έχουν εισπραχθεί από τον ασφαλιστικό σύμβουλο ή δεν να έχουν ακυρωθεί οι ασφαλιστικές συμβάσεις λόγω της μη πληρωμής τους, (τα ασφάλιστρα) (λογίζονται ως εισπραχθέντα και έκτοτε συνιστούν οφειλή του ασφαλιστικού συμβούλου εκ δεδουλευμένων ασφαλίστρων. ...........Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση του εφεσίβλητου να καταβάλει στην εκκαλούσα το ποσό των 3.739,07 ευρώ, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει,κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου έφεσης ως βάσιμου, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτέλεσης. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η αγωγή από το παρόν Δικαστήριο, να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 32.183,23 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής".
iv. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις ουσιαστικού διατάξεις του άρθρου 3§6 του Ν.Δ. 400/1970 , καθ' όσον διαλαμβάνει ελλιπείς, ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί των κρίσιμων ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση αυτής της δίκης και δη: α) ως προς το ζήτημα της εισπράξεως των ασφαλίστρων και της υποχρεώσεως του αναιρεσείοντος ασφαλιστικού συμβούλου για απόδοση στην υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης αναιρεσίβλητη εταιρεία, ποσού 29.239,48 ευρώ, όπως-το ποσό αυτό διαμορφώθηκε μετά την αφαίρεση των προμηθειών του από την παραγωγή ασφαλίστρων ποσού 33.392,87 ευρώ, που αφορά την παραγωγή του διαστήματος από …2009 έως το χρονικό σημείο της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας και την θέση της αναιρεσείουσας σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης (…2010), οπότε οι ασφαλιστικές συμβάσεις θεωρούνται αυτοδίκαια λυμένες. Τούτο, διότι, επί τη βάσει της συνημμένης στην αγωγή κατάστασης-ασφαλιστηρίων συμβολαίων του επίδικου χρονικού διαστήματος με την οποία εξοπλίζει με δικανική πιθανολόγηση το αποδεικτικό πόρισμα της και ειδικότερα από τις λογιστικές εγγραφές αυτής, προκύπτουν μεν οι χρεώσεις, που πραγματοποιήθηκαν σε βάρος του αναιρεσείοντος, όμως, δεν είναι δυνατό να διακριβωθεί ποια είναι τα πράγματι εισπραχθέντα και λογισθέντα ως εισπραχθέντα ασφάλιστρα από αυτόν από τους ασφαλισμένους πριν τη θέση της εταιρίας σε εκκαθάριση που δεν τα απέδωσε στην αναιρεσίβλητη και τα οφείλει, με βάση τη σύμβαση, διότι πρόκειται για ασφαλιστήρια συμβόλαια των οποίων ο αναγραφόμενος χρόνος λήξης είναι μετά την …2010, όταν έπαψε η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία πλέον να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες και να καλύπτει κινδύνους και επομένως από τότε (…2010) μέχρι τη λήξη των ασφαλιστηρίων συμβολαίων (τα ασφάλιστρα) είναι μη δεδουλευμένα.
Περαιτέρω, δεχόμενο το Εφετείο εντελώς ενδοιαστικώς "περί της επιστροφής ενδεχομένων κάποιων συμβολαίων παραγωγής με σκοπό την ακύρωσή τους από ασφαλισμένους που "εναντιώθηκαν" στην ανανέωση των συμβολαίων τους στην αναιρεσίβλητη εταιρεία Commercial Value, που έγινε με τη διαμεσολάβηση της ασφαλιστικής πράκτορα εταιρείας "…" και ότι " αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι αυτός εισέπραξε τις ένδικες προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων" (6ο φύλλο της προσβαλλομένης) στην συνέχεια κατά τρόπο ελλιπή δεν διέλαβε παραδοχή εάν, η επιστροφή των ασφαλιστηρίων αυτών συμβολαίων προς ακύρωση έγινε έως του χρονικού σημείου της οριστικής ανάκλησης της άδειας της αναιρεσίβλητης, που οι συμβάσεις αυτές λειτούργησαν σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στον όρο 5.1 της σύμβασης και εάν εισέπραξε πράγματι ασφάλιστρα από την παραγωγή των ασφαλιστικών αυτών συμβάσεων και δεν τα απέδωσε, β) δεν αναφέρεται για ποιά συγκεκριμένα συμβόλαια δεν έχουν καταβληθεί από αυτόν τα ασφάλιστρα και ποια ήταν η έναρξή των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ώστε να προσδιορισθεί η δίμηνη προθεσμία προς επιστροφή των ασφαλιστηρίων προς ακύρωση και να μπορεί να γίνει η διαφοροποίηση-διάκριση μεταξύ των πραγματικά εισπραχθέντων ασφαλίστρων και αυτών που λογίσθηκαν ως εισπραχθέντα κατ' εφαρμογή των συμβατικών ρητρών (4.5) και (8.10), και μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων που επεστράφησαν από αυτόν προς ακύρωση λόγω της θέσης της εταιρείας σε εκκαθάριση, σημειουμένου ότι όπως αποτυπώνεται στα ως άνω πινάκια παραγωγής ασφαλιστηρίων συμβολαίων η ημερομηνία λήξης των περιόδων ασφάλισης, αφορά χρόνο μετά την 25-2-2010 (θέση της αναιρεσίβλητης υπό ασφαλιστική εκκαθάριση) δηλαδή πρόκειται για συμβάσεις ασφαλίσεως για τις οποίες εφαρμόζεται η διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης για τα καταβληθέντα και μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα γ) ως προς την υποχρέωσή προς απόδοση ποσού 2.943,75 Ευρώ ως εισπραχθείσες προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, δεν αναφέρεται ποιο ήταν το ποσό των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, ποιο το ποσοστό της προμήθειας και ποια ασφαλιστήρια αφορούν τα εν λόγω μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, ώστε να κριθεί η έκταση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης από προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων. Εξαιτίας των ανωτέρω ελλείψεων, το Εφετείο στην κατάρτιση της ελάσσονας πρότασης του νομικού συλλογισμού του, συμπλεκτικά και όλως ασαφώς, συνάπτει τις συνέπειές του ως άνω κανόνα δικαίου του άρθρου 3§6 του Ν.Δ. 400/1970, με τον οποίο λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της αναιρεσίβλητης λύθηκαν αυτοδικαίως οι ασφαλιστικές συμβάσεις και γεννήθηκε πρόσθετη υποχρέωση επιστροφής των καταβληθέντων και μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων από τον ασφαλιστικό σύμβουλο στην αναιρεσίβλητη εταιρία με ευθύνη θεματοφύλακα με την εκ μέρους του αναιρεσείοντος παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεών του που απορρέουν από τα άρθρα 4.5 και 8.10 της σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου, αφού δεν γίνεται κανένας διαχωρισμός μεταξύ των ασφαλίστρων που πραγματικά εισπράχθηκαν από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικό σύμβουλο και δεν αποδόθηκαν από αυτόν στην αναιρεσίβλητη εταιρεία και αυτών που λογίσθηκαν ως εισπραχθέντα (πλασματική είσπραξη) ή έχουν επιστραφεί προς ακύρωση στην εταιρεία από ασφαλισμένους που εναντιώθηκαν στην ανανέωση τους και εφόσον εισπράχθηκαν εάν (αυτά και ποια) δεν αποδόθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατά τον χρόνο της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της εταιρείας, με αποτέλεσμα να καταλείπονται αμφιβολίες για την υπαγωγή των ένδικων περιπτώσεων ασφαλίστρων στον πραγματικό του ως άνω συγκεκριμένου πρόσθετου κανόνα δικαίου ή σε παράβαση συμβατικών όρων και εντεύθεν για την νομική βάση της ευθύνης του και το ύψος της ζημίας της αναιρεσίβλητης εταιρίας. Έτσι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3§6 του Ν.Δ. 400/1970 και υπέπεσε στην, εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
v. Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 566/2017, ΑΠ 1351/2002, 26/2007).
vi. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ. , αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτός επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί της επιστροφής των αναλυτικά αναφερόμενων πρωτότυπων ασφαλιστήριων συμβολαίων παραγωγής από 1-10-2009 έως 31-10-2010 με σκοπό την ακύρωσή τους από ασφαλισμένους που άσκησαν το δικαίωμα εναντίωσης στην ανανέωση των συμβολαίων τους στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία Commercial Value, η οποία (επιστροφή) έγινε με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση της ασφαλιστικής πράκτορα με την επωνυμία "…" και, συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη :α) την δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης όσον αφορά τον διαμεσολαβητικό ρόλο της ασφαλιστικής πράκτορα εταιρείας με την επωνυμία "…" στην διαδικασία προώθησης των αιτημάτων επιστροφής των ασφαλιστικών συμβάσεων μετά από εναντίωση σε ανανέωση (σελίδα 15 της από …2020 έφεσης της αναιρεσίβλητης) σε συνδυασμό με το από …2008 πρόσθετο σύμφωνο τροποποίησης της ένδικης σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου του αναιρεσείοντος στην οποία η ως άνω ασφαλιστική πράκτορας αναφέρεται ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη β) την με αριθμό …2023 ένορκη βεβαίωση ένορκη βεβαίωση του Π. Κ. , ασφαλισμένου της αναιρεσίβλητης, ο οποίος βεβαιώνει ότι η ως άνω πράκτορας μεσολάβησε στη επιστροφή των ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό του ασφαλιστικού συμβούλου και γ) την μηχανική εκτύπωση-κατάσταση διακοσίων εβδομήντα τεσσάρων 274 επιστραφέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων με τίτλο "Ασφαλισμένοι που εναντιώθηκαν μεταφέρθηκαν στην ασφαλιστική εταιρεία VICTORIA (ήδη ERGO)-Ταξινόμηση σύμφωνα με τον αύξοντα αριθμό συμβολαίου ("…"), στην οποία εμφαίνονται τα στοιχεία των ως ένδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων τα οποία επεστράφησαν στην ασφαλιστική πράκτορα προς ακύρωση και έγινε μεταφορά τους σε άλλη ασφαλιστική εταιρεία και την βεβαίωση της ασφαλιστικής εταιρίας ERGO με ημερομηνία σύναψης νέων ασφαλιστηρίων συνοδευόμενη με την από 27-6-2014 τηλεομοιοτυπία-γραπτή ενημέρωση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής επιχείρησης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της πιο πάνω αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την με αριθ. …2023 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που ελήφθη επιμέλεια του αναιρεσείοντος και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Ωστόσο, από τη γενική αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καθίσταται βέβαιο αλλά αντιθέτως καταλείπονται αμφιβολίες για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στις αιτιάσεις του πιο πάνω αναιρετικού λόγου αποδεικτικά μέσα επιστροφής των πρωτότυπων ασφαλιστηρίων προς ακύρωση, με την διαμεσολάβηση της εταιρίας … , η οποία ήταν ασφαλιστική πράκτορας της αναιρεσίβλητης, με αντιπροσωπευτική ικανότητα, είχε δε τα έγγραφα αυτά και την ένορκη βεβαίωση παραδεκτά προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων κατά τη δευτεροβάθμια δίκη ,όπως προκύπτει από τις προτάσεις του. Για τα αποδεικτικά αυτά μέσα, το Εφετείο, το οποίο αναφέρει ότι "ανεξαρτήτως του εάν ενδεχομένως ορισμένοι ασφαλισμένοι της αναιρεσίβλητης επέλεξαν κατόπιν να ασφαλιστούν στην ασφαλιστική εταιρία ERGO αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο αναιρεσείων εισέπραξε τις ένδικες προμήθειες επί μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων", χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνει παραδοχή, ενόψει και του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσειόντος, περί επιστροφής των πρωτότυπων ασφαλιστήριων συμβολαίων παραγωγής από …2009 έως …2010, καίτοι, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου τους, έχουν αξιόλογη αποδεικτική βαρύτητα, δεδομένου ότι αυτά δύναται να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή τεκμηρίου αναφορικά με την είσπραξη ή μη ασφαλίστρων από τους παραπάνω ασφαλισμένους έως του χρονικού σημείου της οριστικής ανάκλησης της άδειας της αναιρεσίβλητης καθώς επρόκειτο για ασφαλιστικές συμβάσεις που έχουν ακυρωθεί και, συνακόλουθα, για την έκταση της συμβατικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος-ασφαλιστικού συμβούλου προς απόδοση των πράγματι εισπραχθέντων από αυτόν ασφαλίστρων και το ύψος της ζημίας της υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης αναιρεσίβλητης εταιρείας. Έτσι όμως το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, που ο αναιρεσείων είχε νομίμως επικαλεστεί και προσκομίσει, και είναι εντεύθεν βάσιμος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.
vii. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των κριθέντων ως βασίμων των πρώτου και πέμπτου αναιρετικών λόγων , πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 ΚπολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμό 1924/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αναίρεσης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος , τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις12 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ