ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 897/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 897/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 897/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 897 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 897/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Δήμητρα Σίσκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Δημητρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΙΔΙΚΟΣ ΔΙΑΒΑΘΜΙΔΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννακάκο - Ραζέλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1058/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7084/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από …/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από …2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 7084/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, κατά της με αριθμό 1058/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ερήμην του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος την από …2014 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και την δέχτηκε κατ' ουσίαν ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω του εκ της ερημοδικίας συναγόμενου τεκμήριου ομολογίας του εναγόμενου. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης το ερημοδικασθέν εναγόμενο άσκησε την από …2017 έφεση προσβάλλοντας την απόφαση εν συνόλω, την οποία το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν, και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή μη νόμιμη κατά την κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, ενώ δέχθηκε αυτήν ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη, κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υποχρεώνοντας το αναιρεσείον να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο το ποσό των διακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα δύο (288.442,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντ., όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρησή του με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ.1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2) και ότι, σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια (παρ. 3). Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει, ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε καταρχήν από τον νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές, όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές. Όμως επιτρέπει σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (ΑΕΔ 18/2009, 13/2003).

Εξάλλου, σε εκτέλεση της διάταξης του άρθρου 94 του Συντάγματος, εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. ι'), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αυτής αξίωση. Η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 28/2011, 21/2009, 14/2007,10/2003). Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Με βάση τα ανωτέρω, γίνεται δεκτό, ότι η διαφορά που απορρέει από προφορική σύμβαση, για τη διάγνωση του χαρακτήρα της οποίας ο δικαστής δεν μπορεί προδήλως να αναζητήσει ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο ούτε να διαγνωσθεί το κανονιστικό καθεστώς που τη διέπει, είναι ιδιωτικού δικαίου, ανεξαρτήτως αν συμβαλλόμενο σ' αυτή είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ή άλλο ν.π.δ.δ.) ή αν φέρεται να έχει συναφθεί για την εκτέλεση έργου ή παροχής υπηρεσιών αποβλέποντος στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (ΑΕΔ 1/2016, ΑΕΔ 11, 12/2013, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 28/2011, ΑΠ 51/2025, ΑΠ 1262/2024, ΑΠ 1695/2023).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, το ενάγον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ειδικός Διαβαθμιδικός Σύνδεσμος Νομού Αττικής" (Ε.Δ.Σ.Ν.Α.), το οποίο υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στη θέση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής", δυνάμει της υπ’ αριθ. οικ. …2011 απόφασης του Υφυπουργού Εσωτερικών, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του αρ. 211 του ν. 3852/2010 (Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης), στο οποίο έχει νομίμως ανατεθεί η διαχείριση των στερεών αποβλήτων των δήμων και λειτουργεί Μονάδα Επεξεργασίας Ιατρικών Αποβλήτων (ΜΕΙΑ), για την ασφαλή διαχείριση και επεξεργασία τους, ισχυρίστηκε, ότι από το έτος 2006, κατόπιν διαδοχικών συμβάσεων ετήσιας διάρκειας, ο καθολικός δικαιοπάροχός του "Ενιαίος Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής" ανέλαβε, έναντι του εναγόμενου ν.π.δ.δ. "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ", τη μεταφορά και αποτέφρωση των ιατρικών αποβλήτων, αντί αμοιβής 2 €, για κάθε κιλό ιατρικών αποβλήτων. Ότι, μετά τη λήξη της διάρκειας των συμβάσεων αυτών την 8-10-2008 και κατόπιν προφορικών παρατάσεων, αυτό συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες αποτέφρωσης στο εναγόμενο Νοσοκομείο, το οποίο συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες διαχείρισης των μολυσματικών αποβλήτων που του προσέφερε και συγκεκριμένα, από τον Ιούλιο του 2009 έως και το Μάρτιο του 2011, μετέφερε και επεξεργάστηκε 144.221 κιλά ιατρικών αποβλήτων του εναγομένου, για τα οποία εκδόθηκαν εικοσιένα τιμολόγια (χρεώσεις μηνός), τα στοιχεία των οποίων, ήτοι, αριθμός, ημερομηνία εκδόσεως, ημερομηνίες παραλαβής με επιμέρους ποσότητες και αξίες, αριθμός ζύγισης, συνολική ποσότητα και συνολική αξία, εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή, συνολικής αξίας 288.442 ευρώ. Ότι, ενώ το ενάγον εκτέλεσε προσηκόντως όλα τα ανωτέρω, για τα οποία εξέδωσε τα πιο πάνω σχετικά, εν τούτοις, το εναγόμενο Νοσοκομείο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, αρνείται να καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα αυτών, μέχρι την άσκηση της αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό, το ενάγον, ζήτησε να υποχρεωθεί το ν.π.δ.δ. Νοσοκομείο, να του καταβάλει, το ποσό των 288.442 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κύρια μεν κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης και επικουρικά, για την περίπτωση, που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση, λόγω έλλειψης του απαιτούμενου τύπου ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθώς το εναγόμενο έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, διότι ωφελήθηκε, κατά το ποσό της αξίας των παρασχεθεισών υπηρεσιών, ήτοι, 288.442 ευρώ, το οποίο θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο, για την υπηρεσία της μεταφοράς και αποτέφρωσης των νοσοκομειακών του αποβλήτων.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι η αναφυόμενη διαφορά από την ασκηθείσα αγωγή του αντιδίκου του υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ενώ αν εφάρμοζε σωστά το Σύνταγμα και το νόμο (άρθρο 94 παρ. 1 και 2 του Συντ. και Ν. 1406/1983) θα διέβλεπε ότι η σύμβαση, αν και άκυρη, είναι διοικητική και η αναφυόμενη εξ αυτής διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, καθόσον αυτή συγκεντρώνει και τα τρία, αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της ως τέτοιας (διοικητικής) χαρακτηριστικά. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι εισάγεται με αυτή διαφορά από συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, διότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος σωρευτικά για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση διοικητική, και να υπάγεται κατά συνέπεια στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα, με βάση τα επικαλούμενα στην αγωγή δεν συνάγεται ότι θεσπίζεται με τις διαλαμβανόμενες σ' αυτήν συμβάσεις εξαιρετικό καθεστώς, υπέρ του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, βάσει ρητρών, οι οποίες αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και θέτουν το τελευταίο σε υπερέχουσα θέση έναντι του αναιρεσίβλητου, και πάντως η εισαγόμενη με την ένδικη αγωγή διαφορά ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, εφόσον πρόκειται και για διαφορά από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά τα άνω εκτιθέμενα, η υποκείμενη σχέση που τον προκάλεσε δεν είναι σχέση δημοσίου δικαίου. Ειδικότερα, η ένδικη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού και η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό, αφορούν άκυρες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, που καταρτίστηκαν μεταξύ (δύο) ν.π.δ.δ., για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο αναγκαίος, κατά νόμο, έγγραφος τύπος. Ενόψει δε του προφορικού χαρακτήρα αυτών δεν είναι δυνατή η διάγνωση του κανονιστικού καθεστώτος, που διέπει αυτές και ειδικότερα εάν διήποντο από εξαιρετικό υπέρ του αναιρεσείοντος νοσοκομείου νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς, έτσι ώστε αυτό να βρίσκεται σε υπερέχουσα θέση απέναντι στον εκτελέσαντα τις άνω συμβάσεις αναιρεσίβλητο Σύνδεσμο, προϋπόθεση από την οποία εξαρτάται κυρίως ο χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως διοικητικής, ανεξαρτήτως του εάν με τις άνω συμβάσεις επιδιώκετο η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι με την ένδικη αγωγή εισάγεται διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι διοικητική διαφορά ουσίας και ως εκ τούτου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, και απέρριψε τον αντίθετο ισχυρισμό του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 904 ΑΚ, "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση. Προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρ. 361 ΑΚ ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του. Αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο (ΟλΑΠ 4/2021). Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία (παροχή αχρεώστητη) και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγόμενου εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρ. 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγόμενου δεν είναι νόμιμη (ΑΠ 831/2020, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 501/2016). Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθ. 219 ΚΠολΔ), αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή, έστω και έμμεση επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης (ΑΠ 1920/2024, ΑΠ 408/2020, ΑΠ 1705/2014), χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι την τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγόμενου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρ. 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1920/2024, ΑΠ 61/2022, ΑΠ 1157/2017).

Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, η παροχή που καταβλήθηκε αχρεωστήτως αναζητείται, εκτός αν πρόκειται για κάποια από τις περιπτώσεις των άρθ. 905 και 906 ΑΚ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 905 παρ. 1 ΑΚ, "απαίτηση αχρεωστήτου αποκλείεται αν ο λήπτης της παροχής αποδείξει ότι αυτός που κατέβαλε γνώριζε ότι δεν υπήρχε το χρέος". Η δικαιολογία του αποκλεισμού με τη διάταξη αυτή της απαίτησης αχρεωστήτου συνίσταται στο ότι στην περίπτωσή της, τεκμαίρεται ότι η περιουσιακή επίδοση έγινε με το σκοπό της δωρεάς ή γι’ άλλη νόμιμη αιτία. Για την εφαρμογή αυτής απαιτείται όπως η γνώση της ανυπαρξίας του χρέους, η οποία πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της καταβολής, είναι θετική και πραγματική. Προς την κατά τα άνω γνώση δεν εξομοιώνεται η έστω από βαρεία αμέλεια άγνοια, ούτε η αμφιβολία για την ύπαρξη ή μη του χρέους και ως εκ τούτου η εκ μέρους του καταβαλόντος αναζήτηση του αχρεωστήτως καταβληθέντος δεν αποκλείεται όταν ο τελευταίος απλώς αμφιβάλλει για την ύπαρξη ή μη του χρέους, έστω και αν στην τελευταία περίπτωση η καταβολή έγινε χωρίς επιφύλαξη, αφού πάντως ελλείπει η γνώση ότι η καταβολή γίνεται χωρίς νόμιμη αιτία, εκ της οποίας (γνώσης) συνάγεται πρόθεση καταβολής χωρίς νόμιμη αιτία και δη καταβολής από ελευθεριότητα (ΑΠ 1920/2024, ΑΠ 2064/2022, ΑΠ 450/2020, ΑΠ 681/2016, ΑΠ 1242/1984), ενώ δεν ενδιαφέρει αν γνωρίζει και τον ειδικό λόγο του αχρεώστητου (ΑΠ 2064/2022). Αποκλεισμός της απαιτήσεως αχρεωστήτου με βάση την ανωτέρω διάταξη, δεν υφίσταται σε περίπτωση ανυπαρξίας της βούλησης ελευθεριότητας ή σε περίπτωση πλουτισμού από παράνομη αιτία (διακεκριμένη περίπτωση αχρεωστήτου 174, 180 ΑΚ) και συνεπώς, η παραπάνω διάταξη δεν εφαρµόζεται, όταν η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρου, λόγω µη τηρήσεως του απαιτούμενου από το νόµο τύπου, συµβάσεως, δηλαδή για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόµο, οπότε η αναζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι ο δότης γνώριζε την ακυρότητα, αφού η γνώση αυτή και, η, παρά την ακυρότητα, καταβολή δεν θεραπεύουν την ακυρότητα από τη µη τήρηση του τύπου και επομένως και την, εκ του λόγου τούτου, έλλειψη νόµιµης αιτίας (ΑΠ 1920/2024, ΑΠ 621/2012, ΑΠ 257/2012). Η σχετική ένσταση είναι καταχρηστική και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 29/2002). Τούτο έχει την έννοια ότι το βάρος επίκλησης και απόδειξης δεν έχει αναγκαία ο εναγόμενος λήπτης. Η ένσταση θα γίνει δεκτή ακόμη και αν αποδειχθεί ότι συντρέχει από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (ΟλΑΠ 29/2002, ΑΠ 86/2022, ΑΠ 565/2016) ή προκύπτουν γενικότερα από την ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς (ΑΠ 1777/2011), ενώ ο αποκλεισμός της ένστασης ότι η καταβολή δεν ήταν ελεύθερη αλλά ήταν προϊόν εξαναγκασμού λειτουργεί ως αντένσταση (ΑΠ 286/2019, ΑΠ 365/2016, ΑΠ 775/2004). Τέλος, ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρ. 904 επ. ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, αφού γι' αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 212/2023).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 85 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού" για τις συμβάσεις που συνάπτει το Δημόσιο, με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 2.500 ευρώ, απαιτείται με ποινή ακυρότητας έγγραφος τύπος (ιδιωτικό έγγραφο). Ο ίδιος άλλωστε έγγραφος τύπος απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", και για το κύρος των συμβάσεων που συνάπτουν τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (και μεταγενέστερα κατά την υπ' αριθ. …1992 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών 150.000 δραχμών (ή 440,20 €), ήδη δε κατά την υπ' αριθ. …/2001 απόφαση του αυτού Υπουργού 2.500 ευρώ ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής, αν εκπληρωθεί η σύμβαση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως Ν.Π.Δ.Δ. ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψή του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή κατά το άρθρο 180 του ίδιου Κώδικα ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνον όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ ΑΠ 862/1984, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 1135/2010). Στις περιπτώσεις που δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος και η σύμβαση είναι άκυρη, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή αντίστοιχα το δημόσιο είναι υποχρεωμένο να αποδώσει στον παρέχοντα τις υπηρεσίες του ή τον προμηθευτή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), την ωφέλεια την οποία αποκόμισε από τις υπηρεσίες που δέχθηκε ή τα αγαθά που προμηθεύτηκε, η οποία συνίσταται στο ποσό που θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών του ή την προμήθεια των ίδιων αγαθών (ΑΠ 369/2025, ΑΠ 243/2021, ΑΠ 431/2018, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 766/2014). Στην περίπτωση αυτή της άκυρης σύμβασης η παροχή, που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της, είναι παροχή χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί συνεπώς, κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 457/2023, ΑΠ 831/2020, ΑΠ 909/2018, ΑΠ 1358/2015, ΑΠ 1442/2014). Ο ισχυρισμός ότι ο πλουτισμός δεν σώζεται συνιστά ένσταση του εναγόμενου στηριζόμενη στο άρθρο 909 Α.Κ. και, συνεπώς, εναπόκειται στον λήπτη του πλουτισμού να επικαλεστεί ως εναγόμενος και να αποδείξει κατά το άρθρ. 338 παρ. 1 ΚΠολΔ το γεγονός της απώλειας ή της μείωσης του αρχικού πλουτισμού του (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 624/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 791/2012). Ο πλουτισμός, θεωρείται, ότι σώζεται, όταν το ποσό που έλαβε ο λήπτης το διέθεσε για εξόφληση δικού του χρέους ή για δικές του ανάγκες, τις οποίες θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες (ΑΠ 624/2022, ΑΠ682/2003, ΑΠ 922/2007).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006). Η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη τού ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 3/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1547/2023, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011). Το σφάλμα που ιδρύει τον παρόντα λόγο, εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση και συγκεκριμένα στο οντολογικό μέρος του τελικού νομικού συλλογισμού, όπου η ανεπαρκής ή αντιφατική ή η ενδοιαστική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή όχι η υπαγωγή που έκανε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 724/2016). Προϋπόθεση συνεπώς του λόγου είναι ότι το δικαστήριο ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό (αγωγή, ένσταση κλπ.) κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή ως μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997 ΕλλΔνη 1997.539, ΑΠ 369/2014, ΑΠ 135/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του αριθ. 1 του ίδιου άρθρου, προκύπτει ότι, ως απαράδεκτο, του οποίου η, παρά το νόμο, κήρυξη ή μη κήρυξη από το δικαστήριο ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, νοείται, όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβάσεως δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς την διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 640/2024, ΑΠ 215/2023, ΑΠ 300/2022, ΑΠ 231/2020). Με τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος τους, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση κατά την νοηματική τους εκτίμηση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας κατά την επικουρική βάσης της, καθόσον το ενάγον στο δικόγραφό της δεν αναφέρει τους λόγους ακυρότητας των συμβάσεων που συνήψε με το εναγόμενο, στοιχείο απαραίτητο για το ορισμένο αυτής, ούτε επίσης διαλαμβάνει θεμελιωτικά γεγονότα για την πλουτισμό του και την ωφέλεια που υποχρεούται να αποδώσει στο ενάγον, την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία. Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι αυτή είναι ορισμένη κατά την επικουρική της βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, στηριζομένη στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον από τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν και ειδικότερα από τη διατύπωση "το εναγόμενο οφείλει το ποσό των 288.442 ευρώ ως αμοιβή για την μεταξύ μας καταρτισθείσα άτυπη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, άλλως όλως επικουρικώς οφείλει να καταβάλει το ως άνω ποσό κατά το άρθρο 904 ΑΚ καθόσον έγινε πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία μου" προκύπτει ότι διαλαμβάνεται σ' αυτήν επίκληση της ακυρότητας της κύριας βάσης της αγωγής που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, ενόψει του ότι η επίκληση της καταρτίσεως άτυπης σύμβασης με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ και του πλουτισμού αυτού σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσείοντος χωρίς "νόμιμη αιτία", συνιστά αν όχι άμεση, τουλάχιστον έμμεση επίκληση της ακυρότητας της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών, η οποία αρκούσε, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, για την παραδεκτή σώρευση της επικουρικής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάσης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη.

Περαιτέρω, δε αναφέρεται στην αγωγή ότι το εναγόμενο έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος, διότι ωφελήθηκε κατά το ποσό της αξίας των παρασχεθεισών υπηρεσιών ήτοι κατά το ποσό των 288.442 ευρώ, το οποίο θα κατέβαλε σε οποιονδήποτε τρίτο, για την υπηρεσία της μεταφοράς και αποτέφρωσης των νοσοκομειακών αποβλήτων, και συνεπώς διαλαμβάνεται ως αναγκαίο περιεχόμενό της ότι το εναγόμενο υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία (παροχή αχρεώστητη) και που συνίσταται, δεδομένης της αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που αυτό έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία από το ενάγον, στη χρηματική αποτίμηση της παρασχεθείσας υπηρεσίας και του παρασχεθέντος έργου και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της υπηρεσίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη δεχόμενο ότι περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού που σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου ακυρότητας της σύμβασης και περαιτέρω στοιχεία εκ των ήδη αναφερομένων στην αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, με παραδοχή της σχετικής ένστασης αοριστίας, και, συνεπώς, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος τους, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος έκρινε τα εξής: "..Η αγωγή κατά την κύρια βάση, της οποίας επιχειρείται θεμελίωση στην ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου, με σαφή αναφορά στο δικόγραφο ότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος της παράτασης της σύμβασης, όμως η εκπλήρωση εκ μέρους του ενάγοντος ν.π.δ.δ. των υπηρεσιών ήρε την ακυρότητα, είναι μη νόμιμη, λόγω ακυρότητας των αναφερομένων στην αγωγή συμβάσεων, εξαιτίας της μη τήρησης του συστατικού έγγραφου τύπου για τη σύναψή τους, το δε γεγονός της εκπλήρωσης των συμβάσεων δεν οδηγεί σε ίαση της ακυρότητας που προκαλείται από την έλλειψη του έγγραφο τύπου, διότι η ακυρότητα αίρεται μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση. Επίσης, έκρινε ότι... ..Ο ισχυρισμός που προβάλλεται από το εναγόμενο περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος διότι εξ οικείου πταίσματος συνετέλεσε την ακυρότητα της σύμβασης, καθόσον γνώριζε εκ της σωρείας των συμβάσεων που έχει υπογράψει ότι η σύμβαση έπρεπε να περιβληθεί συγκεκριμένου τύπου και τυγχάνει άκυρη ως εξωσυμβατική και το πταίσμα αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη περί ύπαρξης ή μη αξίωσης εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού και αποκλεισμού απόδοσής του, τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον δεν προβάλλεται στην ένδικη περίπτωση.

Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Το ενάγον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ειδικός Διαβαθμισμένος Σύνδεσμος Νομού Αττικής" (Ε.Δ.Σ.Ν.Α.) αποτελεί καθολικό διάδοχο του Ενιαίου Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Αττικής και Φορέα Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων (ΦΟ.Δ.Σ.Α) του Νομού Αττικής, έχοντας κατασκευάσει και λειτουργώντας έργα διάθεσης και επεξεργασίας αποβλήτων στην Ελλάδα. Η Μονάδα Αποτέφρωσης Ιατρικών Αποβλήτων βρίσκεται στα Άνω Λιόσια Αττικής, είναι η μοναδική εγκατάσταση αποτέφρωσης ιατρικών αποβλήτων, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση ιατρικών αποβλήτων στην Αττική και εκτός αυτής, ελλείψει άλλων μονάδων. Με την υπ’ αριθ. 207/2004 απόφαση της Εκτελεστικής του Επιτροπής, ορίστηκε η τιμή μονάδας αποτέφρωσης ιατρικών αποβλήτων στο ποσό των 1,70 € ανά κιλό, ενώ η τιμή μεταφοράς και αποτέφρωσης ορίστηκε στο ποσό των 2,00 € ανά κιλό. Το ενάγον, καταρτίζει με τις υγειονομικές μονάδες συμβάσεις μεταφοράς και αποτέφρωσης των ιατρικών αποβλήτων σύμφωνα με τις οποίες ο σύνδεσμος αναλαμβάνει την παραλαβή των ιατρικών αποβλήτων από την εγκατάσταση της Υγειονομικής Μονάδας εισπράττοντας 0,30 € ανά κιλό για τη μεταφορά. Ο Ε.Δ.Σ.Ν.Α κατά την εκτέλεση της σύμβασης, αναλαμβάνει την αποκομιδή από τις εγκαταστάσεις των Υγειονομικών Μονάδων, στις περιπτώσεις δε που οι Υγειονομικές Μονάδες έχουν ζυγιστήρια, λαμβάνει χώρα ζύγιση και κατά την έξοδο από την Υγειονομική Μονάδα. Επίσης, οι εισερχόμενες ποσότητες των ιατρικών αποβλήτων ζυγίζονται και κατά την είσοδό τους στον αποτεφρωτήρα, στα ζυγιστήρια του Συνδέσμου. Εν συνεχεία, βάσει των ζυγολογίων, ήτοι των εντύπων όπου αποτυπώνονται οι ζυγίσεις, εκδίδεται σε τακτά χρονικά διαστήματα (ως επί το πλείστον μηνιαία) η καρτέλα πελάτη, στην οποία αναγράφονται η ημερομηνία παραλαβής των ιατρικών αποβλήτων, οι ποσότητες που παραδόθηκαν ανά ημερομηνία, η χρέωση ανά ημερομηνία και το σύνολο της χρέωσης. Τέλος, μετά την έκδοση της καρτέλας, συντάσσεται από τις Υπηρεσίες του ενάγοντος Επιστολή-Όχληση, με συνημμένη την καρτέλα πελάτη, με την οποία ζητείται η εξόφληση της εκάστοτε οφειλής. Η εν λόγω επιστολή, με την καρτέλα πελάτη, η οποία αποτελεί το δικαιολογητικό για την πληρωμή τους αντί τιμολογίου (η λεγόμενη κίνηση χρέωση μηνός), αποστέλλεται αυθημερόν στον υπόχρεο. Το ενάγον, από την 1-2-2007 συνήψε σύμβαση, με την οποία ανέθεσε τις υπηρεσίες λειτουργίας του Αποτεφρωτήρα στην Κοινοπραξία με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΩΡ Α.Ε. - ΠΑΝΤΕΧΝΙΚΗ Α.Ε. - ΑΡΣΗ Α.Ε." και με αυτή, η κοινοπραξία, ανέλαβε μεταξύ άλλων και την υποχρέωση της μεταφοράς των ιατρικών αποβλήτων. Από τη σύναψη αυτής της σύμβασης και μεταγενέστερα, το ενάγον έχει πάψει να μεταφέρει ιατρικά απόβλητα με δικά του μέσα, αλλά αντ' αυτού ενεργεί η κοινοπραξία ως εντολοδόχος του. Δυνάμει της υπ’ αριθ. πρωτ. …2006 σύμβασης, συμφωνήθηκε η μεταφορά και αποτέφρωση των ιατρικών αποβλήτων του εναγόμενου νοσοκομείου για ένα έτος, αρχής γενομένης από 5-8-2006. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της εν λόγω σύμβασης "Ο Ε.Δ.Σ.Ν.Α. σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρούσας, αναλαμβάνει ο ίδιος ή διά του Νομίμου Αναδόχου στον οποίο θα αναθέσει τη Μίσθωση Υπηρεσιών για τη λειτουργία του αποτεφρωτήρα Νοσοκομειακών απορριμμάτων, διατηρώντας όμως ακέραιες τις υποχρεώσεις του έναντι της Β' Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής, προς την οποία είναι αποκλειστικά υπεύθυνος, ως προκύπτον από την παρούσα σύμβαση, την υποχρέωση μεταφοράς και αποτέφρωσης των μολυσματικών αποβλήτων, που παράγουν οι ΦΠΥΥΚΑ που υπάγονται στην Β' Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής". Η τιμή μεταφοράς και αποτέφρωσης των ιατρικών αποβλήτων, ορίστηκε στο ποσό των 2,00 € το κιλό σύμφωνα με το άρθρο 4 της προαναφερθείσας σύμβασης, ο δε Ε.Δ.Σ.Ν.Α. , θα αποστέλλει εντός 15 ημερών από το τέλος κάθε μήνα, διπλότυπο είσπραξης και ο αντισυμβαλλόμενος, θα καταβάλλει το τίμημα εντός μηνός από την παραλαβή του. Μετά τη λήξη της ως άνω σύμβασης, υπογράφηκε η με αριθ. πρωτ. …2007 σύμβαση διάρκειας από …2007 έως …2008. Μετά τη λήξη της εν λόγω σύμβασης, το ενάγον, συνέχισε να παρέχει υπηρεσίες αποτέφρωσης στο εναγόμενο νοσοκομείο, κατόπιν προφορικών και μόνο παρατάσεων, που συνεχίστηκαν μέχρι και τον Μάρτιο του 2011. Το εναγόμενο νοσοκομείο, συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες διαχείρισης των μολυσματικών αποβλήτων που προσέφερε το ενάγον, εκτελώντας τις εργασίες αποτέφρωσης, αλλά παρά τις διαρκείς οχλήσεις του ενάγοντος, το εναγόμενο δεν εξόφλησε τις οφειλές του. Ειδικότερα, κατόπιν πιστοποίησης της παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών από τριμελή επιτροπή του νοσοκομείου, και προς εξόφληση των ...2010, ...2010, ...2010, ...2010, ...2010, ...2010, ...2010, ...2010, ...2010, ...2010, ...2010 και ...2011 τιμολογίων της Ε.Δ.Κ.Α.Ν.Α. εκδόθηκε ελεγχόμενο 1041 οικονομικού έτους 2011, Χ.Ε. του Σισμανογλείου Γενικού Νοσοκομείου, ποσού 156.456 €. Η Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αρνήθηκε, με την υπ’ αριθ. …2011 πράξη της να θεωρήσει το εν λόγω Χ.Ε., με την αιτιολογία ότι η εντελλόμενη δαπάνη αφορά σε αποδοχή προσφερθεισών υπηρεσιών χωρίς να έχει ακολουθηθεί η απαιτούμενη τυπική διαδικασία. Στη συνέχεια, το Σισμανόγλειο Γενικό Νοσοκομείο, επανυπέβαλε για θεώρηση το ως άνω Χ.Ε. με το υπ' αριθ. …2011 έγγραφο του Διευθυντή της Διοικητικής Υπηρεσίας αυτού, υποστηρίζοντας ότι η διαχείριση των μολυσματικών νοσοκομειακών αποβλήτων είχε ανατεθεί από τη Διοίκηση της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής στο ενάγον, δυνάμει της υπ’ αριθ. …/2006 σύμβασης, μετά δε τη λήξη της σύμβασης αυτής και των παρατάσεών της, το Νοσοκομείο, συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες που του προσέφερε το ως άνω ενάγον, καθόσον δεν είχε καμία εξουσιοδότηση για διενέργεια νέου διαγωνισμού η δε διακοπή της αποκομιδής των μολυσματικών αποβλήτων θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας. Η Επίτροπος, έκρινε, ότι δεν εξέλιπαν οι λόγοι νομιμότητας για τους οποίους αρνήθηκε την θεώρηση του εντάλματος, αποστέλλοντάς το προς το αρμόδιο κλιμάκιο. Με την υπ' αριθ …/2012 πράξη του VI Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κρίθηκε ότι το χρηματικό ένταλμα, δεν πρέπει να θεωρηθεί.

Περαιτέρω, το ενάγον, άσκησε αίτηση ανάκλησης προς το αρμόδιο VI Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. …/2012 απόφασή του. Έκτοτε, το εναγόμενο νοσοκομείο αν και συνέχισε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Δ.Κ.Ν.A., σταμάτησε να καταβάλει τα οφειλόμενα εκ του λόγου αυτού ποσά. Από τον Ιούλιο του 2009 έως και τον Μάρτιο του 2011, το ενάγον μετέφερε και επεξεργάστηκε 144.221,00 κιλά ιατρικών αποβλήτων του εναγομένου νοσοκομείου, για τα οποία εκδόθηκαν 21 τιμολόγια συνολικής αξίας διακοσίων ογδόντα οχτώ χιλιάδες τετρακόσια σαράντα δύο ευρώ (288.442,00 €). Ειδικότερα εκδόθηκαν τα κάτωθι τιμολόγια: (.... σελίδες 6,7,8,9, από την αγωγή). Τα ως άνω 21 τιμολόγια, παραμένουν μέχρι σήμερα ανεξόφλητα, το δε εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο από τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του ενάγοντος σε βάρος της περιουσίας αυτού με αύξηση της περιουσίας του, η οποία και διατηρείται ως προς το προαναφερθέν ποσό, καθόσον ο ως άνω αποτεφρωτήρας είναι ο μοναδικός που λειτουργεί στην Ελλάδα και η τιμή αποτέφρωσης συγκεκριμένη, συνεπώς, ο τελικός αποδέκτης θα ήταν σε κάθε περίπτωση το ενάγον και στην περίπτωση που οι ως άνω εργασίες είχαν ανατεθεί σε τρίτο.

Περαιτέρω, το εναγόμενο νοσοκομείο, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο πλουτισμός, δεν είναι πραγματικός και δεν σώζεται κατά το χρόνο άσκησης της εναντίον του αγωγής. Ο ισχυρισμός αυτός, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι ο άνω πλουτισμός σώζεται, αφού το επίδικο ποσό, το εξοικονόμησε το εναγόμενο, καθόσον εδέχθη τις υπηρεσίες του ενάγοντος όπως δεν αμφισβητεί, τις οποίες σε διαφορετική περίπτωση, θα αντιμετώπιζε με δικές του δαπάνες. Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ν.π.δ.δ., να καταβάλει στο ενάγον και ήδη εφεσίβλητο ν.π.δ.δ., το ποσό των διακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα δύο ευρώ ( 288.442,00 €), με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού προηγουμένως εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε μη νόμιμη την κύρια βάση αγωγής εκ της ενδοσυμβατικής ευθύνης, διότι οι επίδικες συμβάσεις συνήφθησαν κατά παράβαση των διατάξεων περί τήρησης έγγραφου τύπου των άρθ.78 έως 84 του ν.2362/1995, δέχθηκε την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στο αναιρεσίβλητο το ποσό των 288.442 ευρώ νομιμοτόκως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, δεχθέν ότι 1) το ενάγον (και ήδη αναιρεσίβλητο) ανέλαβε την υποχρέωση, κατόπιν προφορικών παρατάσεων προγενέστερης έγγραφης και ήδη λήξασας σύμβασης, μεταφοράς και αποτέφρωσης των μολυσματικών αποβλήτων του εναγομένου νοσοκομείου έναντι της ορισθείσας αμοιβής, 2) το ενάγον αναιρεσίβλητο εκπλήρωσε προσηκόντως και εμπροθέσμως όλες τις συμβατικές του υποχρεώσεις που ανέλαβε κατά τα ανωτέρω και κατόπιν πιστοποίησης της παροχής των ανωτέρω υπηρεσιών από τριμελή επιτροπή του νοσοκομείου, εξέδωσε και απέστειλε προς εξόφληση τα ως άνω τιμολόγια, τα οποία η ανωτέρω Διεύθυνση παρέλαβε ανεπιφύλακτα και διαβίβασε αυτά στην υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου προκειμένου να εκδοθούν τα χρηματικά εντάλματα στο όνομα του ενάγοντος προς εξόφληση των τιμολογίων, 3) το ενάγον προέβη στην σύναψη της επίδικης συμβάσεως καλόπιστα, βασιζόμενο στο γεγονός του κατεπείγοντος λόγω του ότι η διακοπή της αποκομιδής των μολυσματικών αποβλήτων θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα δημόσιας υγείας, και υπήρχε πιστοποίηση από το αρμόδιο όργανο του νοσοκομείου, 4) το εναγόμενο (αναιρεσείον) μη καταβάλλοντας το ποσό των 288.442 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις παρασχεθείσες υπηρεσίες, κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου κατά το ποσό αυτό, στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν το αναιρεσείον εάν προέβαινε στην ανάθεση των ίδιων υπηρεσιών με έγκυρη σύμβαση. Έγινε δηλαδή δεκτό ότι η παράταση των συμβάσεων με τις οποίες ανατέθηκαν οι υπηρεσίες στο ενάγον ήταν άκυρη διότι συνήφθη κατά παράβαση των διατάξεων περί τήρησης έγγραφου τύπου των άρθ.78 έως 84 του ν.2362/1995 με κύρωση την κατ' άρθ. 85 εδ. α' Ν.2362/1995 απόλυτη ακυρότητα των συμβάσεων, ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις θεμελιώσεως αξιώσεων με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, οι οποίες απορρέουν από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας και έχουν εφαρμογή και για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, ενώ ορθά δεν εφαρμόστηκε επειδή δεν ήταν εφαρμοστέα η διάταξη του άρθ. 905 ΑΚ, καθόσον στην ένδικη περίπτωση επρόκειτο για επίδοση από παράνομη (άκυρη) αιτία, στην οποία δεν εφαρμόζεται, όπως προεκτέθηκε, η ΑΚ 905, εφόσον ελλείπει τέτοια εκούσια βούληση ελευθεριότητας, το δε αναιρεσίβλητο είχε συγκεκριμένη αιτιώδη βούληση με ανταλλακτική κατεύθυνση, συνδεόμενη με το ληφθέν ποσό αμοιβής.

Περαιτέρω, η παρατιθέμενη αιτιολογία της προσβαλλόενης απόφασης, έστω και συνοπτική, είναι πλήρης και σαφής καθισταμένου ούτω εφικτού του αναιρετικού ελέγχου περί της ορθής υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον κανόνα του άρθρου 904 ΑΚ και της μη εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 905 παρ.1 ΑΚ, με την παραδοχή ότι η αναζητούμενη παροχή έγινε για την εκπλήρωση άκυρων, λόγω µη τήρησης του απαιτούμενου από το νόµο τύπου, συμβάσεων, δηλαδή για αιτία που δεν αναγνωρίζεται από το νόµο, οπότε η αναζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι ο δότης γνώριζε την ακυρότητα, αφού η γνώση αυτή και, η, παρά την ακυρότητα, καταβολή δεν θεραπεύουν την ακυρότητα από τη µη τήρηση του τύπου και επομένως και την, εκ του λόγου τούτου, έλλειψη νόµιµης αιτίας. Ακόμη, έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 909 Α.Κ., απορρίπτοντας την εκ της τελευταίας ένσταση του αναιρεσείοντος ότι δεν σωζόταν ο πλουτισμός κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Και τούτο διότι οι ως άνω παραδοχές του δικαστηρίου πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, δεδομένου ότι συνέτρεχαν όλες οι ως άνω προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της ένδικης αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συγκεκριμένα η ύπαρξη πλουτισμού (ωφέλειας) του αναιρεσείοντος, η επέλευση αυτού (πλουτισμού) σε βάρος του αναιρεσίβλητου το οποίο προσέφερε κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2009 έως και τον Μάρτιο του 2011 τις υπηρεσίες του μεταφοράς και αποτέφρωσης, δυνάμει άκυρων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου έγγραφου τύπου (έλλειψη νόμιμης αιτίας) και από την προσφορά των υπηρεσιών του το αναιρεσείον εξοικονόμησε δαπάνη συνολικού ποσού διακοσίων ογδόντα οχτώ χιλιάδων τετρακόσιων σαράντα δύο (288.442,00) ευρώ, την οποία θα κατέβαλε, εάν ανέθετε την εκτέλεση των ίδιων υπηρεσιών, με έγκυρη σύμβαση παροχής υπηρεσιών διαχείρισης Αποβλήτων Υγειονομικής Μονάδας, σε άλλο πρόσωπο -αδειοδοτηµένο συλλέκτη - µεταφορέα, ώστε το αναιρεσίβλητο να δικαιούται να λάβει την ωφέλεια αυτή του αναιρεσείοντος κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Για να καταλήξει στο καταψηφιστικό διατακτικό του το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος εκ του άρθρου 909 ΑΚ ότι δεν σώζεται πλέον ο πλουτισμός κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής, αφού το επίδικο ποσό, το εξοικονόμησε το εναγόμενο, καθόσον εδέχθη τις υπηρεσίες αποτέφρωσης των επικίνδυνων αποβλήτων του ενάγοντος, όπως δεν αμφισβητεί, στις οποίες και συνίσταται ο σωζόμενος πλουτισμός του. Τέλος, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες σκέψεις και παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της ως άνω διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέα και εφαρμόστηκε, δικαιολογούν δε την παραδοχή της ένδικης αγωγής, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία καθώς και επαρκών αιτιολογιών στο ζήτημα της ένστασης του άρθρου 909 ΑΚ.

Συνεπώς οι δεύτερος και τρίτος, κατά τα οικεία σκέλη τους, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που περιέχονται στους πιο πάνω λόγους αναίρεσης, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που έχουν γίνει ανέλεγκτα δεκτά με την πληττόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την μη υποκείμενη με αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Οι ίδιοι λόγοι κατά τα σκέλη τους με τα οποία προβάλλεται από το αναιρεσείον η από το άρθρο 559 αρ.1 και 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο για την κύρια βάση της αγωγής από την ενδοσυμβατική ευθύνη δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του περί ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων λόγω παραβίασης των άρθρων 2 παρ.12 του ν.2286/1995 και 23 παρ.1 του π.δ 118/2007 και έτσι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές με τη μη εφαρμογή τους, ενώ ήσαν εφαρμοστέες και οι επίδικες συμβάσεις ήσαν άκυρες και για το λόγο αυτό, είναι αλυσιτελείς και, συνακόλουθα, απαράδεκτοι, διότι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αγωγή κατά το μέρος αυτό της ενδοσυμβατικής ευθύνης κρίθηκε και απορρίφθηκε ως μη νόμιμη λόγω ακυρότητας των επίδικων συμβάσεων διότι συνήφθησαν κατά παράβαση των διατάξεων περί τήρησης έγγραφου τύπου των άρθ.78 έως 84 του ν.2362/1995 και συνεπώς οι ως άνω λόγοι αναίρεσης δεν μπορεί να έχουν ως έννομη συνέπεια την ανατροπή (εξαφάνιση) της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος αυτό (ΑΠ 612/2025, ΑΠ 713/2020, ΑΠ 258/2015). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να συμψηφιστούν ολικά τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, γιατί η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ), ενώ στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη περί παραβόλου, διότι το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δεν κατέβαλε παράβολο κατά την άσκηση της αναίρεσης, ως μη βαρυνόμενο με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …2021 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΣΙΣΜΑΝΟΓΛΕΙΟ ΓΝΑ - ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ", για αναίρεση της με αριθμό 7084/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή