ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 906/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 906/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 906/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 906 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 906/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Ηλία Γιαρένη - Εισηγητή και Αγγελική Καρδαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. χας Β. Π., το γένος Γ. και Β. Κ., κατοίκου ..., 2. Β. Π. του Β. και της Σ., κατοίκου ..., 3. Π. Π. του Β. και της Σ., κατοίκου ..., 4. Χ. Π. του Β. και της Σ., κατοίκου ..., 5. Α. συζ. Α. Σ., το γένος Β. και Σ. Π., κατοίκου ..., και 6. J. (Γ.) P. (Π.) του V. (Β.) και της S. (Σ.), κατοίκου ... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φ. Τ. του Β. και της Ε., κατοίκου ... , και 2. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Βιομηχανική Περιοχή Κομοτηνής, νομίμως εκπροσωπούμενης. Ο πρώτος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ανύσιο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 144/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 137/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από …2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της παρασταθείσας αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 προστέθηκε τέταρτη παράγραφος στο άρθρο 495 ΚΠολΔ, με την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ότι (α) εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ, αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας για την άσκηση του ένδικου μέσου, (β) το ύψος του ποσού αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, (γ) σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο, (δ) σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης του καταθέσαντος, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο σε αυτόν, αλλιώς διατάσσει να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο και (ε) η υποχρέωση της παραγράφου αυτής δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663, 677 και 681Β ΚΠολΔ. Οι διαφορές που αναφέρονταν στο άρθρο 663 ΚΠολΔ, το οποίο θεωρείται ότι σιωπηρά καταργήθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, αφορούσαν τις εργατικές διαφορές που απαριθμούνταν, με τους αριθμούς 1 έως 6, στη διάταξη εκείνη (άρθρο 663 ΚΠολΔ), στις οποίες συγκαταλέγονταν η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος σε εργατικό ατύχημα ή λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, εφόσον η αγωγή στρέφεται κατά του εργοδότη και των από αυτόν προστηθέντων και αποδίδεται σ' αυτόν ή στους προστηθέντες από αυτόν πταίσμα για την επέλευση του ατυχήματος αυτού, δεδομένου ότι πρόκειται για αδικοπραξία που τελέστηκε με αφορμή την εργασία (ΑΠ 182/2015).

Συνεπώς, για τις εργατικές διαφορές τύγχανε εφαρμογής η προαναφερόμενη εξαίρεση και δεν υπήρχε υποχρέωση καταβολής παραβόλου, κατά την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης.

Περαιτέρω, με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, το οποίο, κατά το άρθρο ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, ισχύει για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την 1η-1-2016 και μετά, αντικαταστάθηκε το άρθρο 495 ΚΠολΔ και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην παρ. 3 αυτού, ότι η υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 και 592 αριθ. 1 και 3 ΚΠολΔ. Με το άρθρο 35 παρ. 2 του νόμου 4446/2016, το οποίο, κατά το άρθρο 45 του νόμου αυτού, ισχύει ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από τις 23-1-2017 και μετά, αντικαταστάθηκε το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά απόφασης εφετείου, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, ποσού 450 ευρώ, ακολούθως δε, με το άρθρο 22 του νόμου 5134/2024, το οποίο, κατά το άρθρο 120 παρ. 1 του νόμου αυτού, ισχύει από τις 16-9-2024, τροποποιήθηκε το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου δεν ισχύει για τις διαφορές των περ. 3 και 5 του άρθρου 614 και των περ. 1 και 3 του άρθρου 592 ΚΠολΔ. Το άρθρο 614 ΚΠολΔ, το οποίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, καθιερώνει τη νέα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών που εισήχθη με τον νόμο αυτό, κατά την οποία δικάζονται, κατά την περ. 3 του άρθρου αυτού, μεταξύ άλλων και οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά τον νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους. Από τη γενικότητα της διατύπωσης της περίπτωσης αυτής, συνδυαζόμενη και προς τη βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει νέα ειδική διαδικασία, στην οποία θα υπάγονται όλες οι απαριθμούμενες στη διάταξη αυτή εργατικές διαφορές, συνάγεται ότι στις διαφορές που δικάζονται κατά τη νέα αυτή διαδικασία, περιλαμβάνεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος σε εργατικό ατύχημα ή λόγω ψυχικής οδύνης των μελών της οικογένειας του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, εφόσον η αγωγή στρέφεται κατά του εργοδότη και των από αυτόν προστηθέντων και αποδίδεται σ' αυτόν ή στους προστηθέντες από αυτόν πταίσμα για την επέλευση του ατυχήματος αυτού, δεδομένου ότι πρόκειται για αδικοπραξία που τελέστηκε με αφορμή την εργασία.

Συνεπώς, στο μέτρο που η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 614 παρ. 3 ΚΠολΔ διαφορές, συνάγεται ότι, σε ό,τι αφορά διαφορές σχετικές με την αξίωση αυτή, δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου, αν κατατεθεί δε παράβολο, πρέπει να διατάσσεται η απόδοσή του ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, διότι το ποσό αυτού καταβλήθηκε αχρεωστήτως (πρβλ. ΑΠ 1568/2025, ΑΠ 903/2025, ΑΠ 210/2025).

2.- Με την κρινόμενη από …2024 αίτηση αναίρεσης (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2024) προσβάλλεται η με αριθμό 137/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης που εκδόθηκε ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου, ήδη δε, πρώτου αναιρεσιβλήτου, Φ. Τ. και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων (των εκκαλούντων, ήδη δε, αναιρεσειόντων και της δεύτερης εφεσίβλητης, ήδη δε, δεύτερη αναιρεσίβλητης) κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από …2018 αγωγή τους (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2018) στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν σ' αυτούς χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ποσού 200.000 ευρώ στην πρώτη αναιρεσείουσα και ποσού 150.000 ευρώ σε καθέναν από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, που προκλήθηκε σ' αυτούς από τον θάνατο του γιου της πρώτης και αδελφού των λοιπών αναιρεσειόντων που επήλθε ως αποτέλεσμα εργατικού ατυχήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού δικαίου για τις αδικοπραξίες. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας με την οριστική απόφασή του με τον αριθμό 144/2020, η οποία εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή στο μέτρο που στρεφόταν κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν [με τις σκέψεις ότι (α) δεν αποδείχθηκε πως η τελευταία, αν και κυρία του επίμαχου έργου, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και επίβλεψή του, ούτε ότι είχε αναθέσει σε ορισμένο υπάλληλό της ή σε κάποιον προσληφθέντα από την ίδια μηχανικό την εποπτεία του έργου, χορηγώντας σ' αυτόν παράλληλα το δικαίωμα να δίνει εντολές αναφορικά με την εκτέλεσή του είτε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, εργολάβο αυτού, είτε στα μέλη του συνεργείου του και καθώς η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προστήσασα τον πρώτο αναιρεσίβλητο, υπαίτιο του ένδικου ατυχήματος εργολάβο, δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της για το ατύχημα, δεδομένου και του ότι η ίδια δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε σχέση με τον θανόντα και (β) η παράλειψή της να εφοδιαστεί με άδεια εργασιών μικρής κλίμακας που απαιτούνταν για την εκτέλεση του έργου, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, αφού δεν ήταν ικανή η παράλειψη αυτή να το επιφέρει, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην απόφαση]. Κατά τα λοιπά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν [μετά τον καθορισμό της (συν)υπαιτιότητας για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος σε ποσοστό 70% σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου και σε ποσοστό 30% σε βάρος του θανόντος] και υποχρέωσε τον πρώτο αναιρεσίβλητο να καταβάλει, για την πιο πάνω αναφερόμενη αιτία, το ποσό των 35.000 ευρώ στην πρώτη αναιρεσείουσα και το ποσό των 20.000 ευρώ σε καθέναν από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, με τον νόμιμο τόκο. Μετά την άσκηση της από …2021 έφεσης (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2021) από την πλευρά των αναιρεσειόντων κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, το Μονομελές Εφετείο Θράκης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Οι αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατέθεσαν το με αριθμό … παράβολο, ποσού 450 ευρώ. Σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, λόγω της φύσης της ένδικης διαφοράς που αφορά αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης από εργατικό ατύχημα, η οποία υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 614 περ. 3 ΚΠολΔ και επομένως και στην εξαίρεση του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, δεν υπήρχε υποχρέωση για την κατάθεση παραβόλου στο δημόσιο ταμείο από τους αναιρεσείοντες για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, δεδομένου άλλωστε ότι αυτή ασκήθηκε μετά την 1η-1-2016. Συνακόλουθα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ένδικης αίτησης, θα πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, το ποσό του οποίου αχρεωστήτως καταβλήθηκε από αυτούς.

3.- Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ [όπως η παρ. 2 ίσχυε πριν από την τροποποίηση και διαμόρφωσή της με το άρθρο 59 του νόμου 5221/2025 (ΦΕΚ Α' 133/28-7-2025), με έναρξη ισχύος την 1η-1-2026, σύμφωνα με το άρθρου 168 παρ. 3 του νόμου αυτού], προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης λαμβάνει χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη νομίμως παριστάμενος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί η συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1604/2025, ΑΠ 776/2024, ΑΠ 770/2024), τις κλητεύσεις δε, επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1604/2025, ΑΠ 776/2024, ΑΠ 770/2024).

4.- Από τη με αριθμό …2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου … , με έδρα το Πρωτοδικείο … , Γ. Κ. , την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι αναιρεσείοντες, με επιμέλεια των οποίων προσδιορίστηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτήν από 19-12-2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου για τον ορισμό του Β2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, την από 19-12-2024 πράξη του Προέδρου του Β2 Τμήματος για τον ορισμό (α) δικασίμου για την αίτηση, (β) προθεσμίας για την επίδοση της κλήσης προς συζήτηση και (γ) εισηγητή, καθώς επίσης και με κλήση για τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (23-9-2025) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο με -ούτε εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από- πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ δεν υποβλήθηκε ούτε η δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Επομένως, αφού ο απολειπόμενος αυτός διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, θα πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

5.- Στο άρθρο 553 ΚΠολΔ ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, στο άρθρο 502 ΚΠολΔ ότι δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχει και ο εφεσίβλητος, εφόσον δικάστηκε ερήμην, στο δε άρθρο 503 του ίδιου Κώδικα ότι η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 554 του ίδιου Κώδικα, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, με την αναίρεση, η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ο εφεσίβλητος, ενάγων ή εναγόμενος, δικάστηκε ερήμην, δικαιούται να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης του Εφετείου και για τον λόγο αυτό η απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης, ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία, μάλιστα, δεν αρχίζει πριν από την επίδοση της απόφασης. Η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση, κατ' αυτής, αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β' περ. β' ΚΠολΔ που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η ερήμην απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 ΚΠολΔ προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται να προβεί στην άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το δικόγραφο του ένδικου μέσου της ανακοπής που έχει ασκηθεί ή από το δικαίωμα για την άσκησή του, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση ερήμην εφετειακής απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης, ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 2046/2025, ΑΠ 1851/2025, ΑΠ 521/2025). Αν η τελεσιδικία δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται με την προσκομιδή αποδεικτικών επίδοσης κ.λ.π. , η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.

Εξάλλου, για να θεωρηθεί ότι η απόφαση έχει εκδοθεί ερήμην αρκεί το γεγονός ότι κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανίστηκε ένας από τους διαδίκους ή εμφανίστηκε μεν, αλλά δεν έλαβε μέρος σ' αυτήν με τον προσήκοντα τρόπο και όχι μόνο όταν στηρίζεται η απόφαση στις ειδικές συνέπειες της ερημοδικίας, δηλαδή στο τεκμήριο ομολογίας. Η απόφαση δε αυτή εξακολουθεί να είναι ερήμην έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσιβλήτου (εναγομένου), το Εφετείο, δικάζοντας σαν να ήταν και αυτός παρών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 524 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ, απορρίπτει την έφεση του παρισταμένου εκκαλούντος (ενάγοντος) και, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχεται μερικώς ή ολικά την αγωγή τούτου. Διαφορετικό είναι το ζήτημα της ύπαρξης ή μη έννομου συμφέροντος του διαδίκου που δικάστηκε ερήμην, προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, το οποίο δεν μπορεί να αποκλειστεί από το γεγονός ότι η έφεση του ενάγοντος έχει απορριφθεί κατ' ουσίαν, όταν η αγωγή του έχει γίνει δεκτή πρωτοδίκως (μερικώς ή ολικά), δεδομένου ότι ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην έχει καταρχήν έννομο συμφέρον για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η ύπαρξη ή μη του οποίου -έννομου συμφέροντος- για το παραδεκτό ή μη της αναίρεσης, δεν ερευνάται από τον Άρειο Πάγο. Το έννομο συμφέρον του διαδίκου που δικάστηκε ερήμην, προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να κριθούν παρεμπιπτόντως από τον Άρειο Πάγο οι προϋποθέσεις αυτές κατά την έρευνα σχετικά με το εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 2046/2025).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 ΚΠολΔ προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και παρ. 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς για καθέναν ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να καταστεί τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους, αντίθετα δε, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1940/2025, ΑΠ 1892/2025, ΑΠ 1851/2025, ΑΠ 1572/2025).

6.- Όπως έχει ήδη προηγουμένως αναφερθεί, με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 137/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δίκασε την έφεση των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούνταν η εξαφάνιση της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας με τον αριθμό 144/2020, ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου, ήδη δε, πρώτου αναιρεσιβλήτου, Φ. Τ. και ειδικότερα, σαν να ήταν και εκείνος παρών (κατ' άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ) και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων (των εκκαλούντων, ήδη δε, αναιρεσειόντων και της δεύτερης εφεσίβλητης, ήδη δε, δεύτερη αναιρεσίβλητης), ακολούθως δε, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι δεν γίνεται σχετική προς τούτο επίκληση από τους παριστάμενους διαδίκους, ούτε άλλωστε προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (α) είτε ότι έλαβε χώρα η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στον διάδικο που δικάστηκε ερήμην κατά τη δευτεροβάθμια δίκη (ήδη, πρώτο αναιρεσίβλητο) και ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής, (β) είτε ότι έλαβε χώρα παραίτηση του διαδίκου που δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο από το σχετικό δικαίωμά του να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, (γ) είτε ότι έλαβε χώρα παραίτηση του διαδίκου που δικάστηκε ερήμην από ανακοπή ερημοδικίας που τυχόν είχε ασκηθεί, (δ) είτε ότι ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας και αυτή απορρίφθηκε. Επομένως, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεν προκύπτει ότι είχε παρέλθει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης ερήμην, ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, απόφασης, η προθεσμία δε για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εμποδίζει την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, στο μέτρο που ασκείται σε βάρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πρέπει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 577 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ), να απορριφθεί ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι ασκείται κατά απόφασης, η οποία κατά τον χρόνο της άσκησης του ένδικου μέσου δεν είχε καταστεί, ως προς τον διάδικο αυτόν (πρώτο αναιρεσίβλητο), τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, διάταξη δε για δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν δεν θα περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος που νίκησε, δικάστηκε, παρά την απουσία του, σαν να ήταν παρών και επομένως δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

7.- Κατά τα λοιπά, στο μέτρο που στρέφεται εναντίον της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία η υπόθεση δικάστηκε στο Εφετείο κατ' αντιμωλίαν αυτής και των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να είναι ήδη από τον χρόνο της έκδοσής της τελεσίδικη ως προς τη διάδικο αυτή και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση, με δεδομένο άλλωστε ότι η διάδικος αυτή συνδέεται με τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως συνυπόχρεο με αυτή, κατά το αγωγικό δικόγραφο, σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, με τον δικονομικό δεσμό της απλής -και όχι αναγκαστικής- ομοδικίας, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 5-7-2024, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών [άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 και εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1η-1-2016 ένδικα μέσα, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, πριν δε από την τροποποίηση της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού με το άρθρο 52 του νόμου 5221/2025 (ΦΕΚ Α' 133/28-7-2025)], από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που έλαβε χώρα στις 31-5-2023, δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει η επίδοση της απόφασης. Είναι, συνεπώς, η αίτηση παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

8.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: (1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, (3) υπαιτιότητα, (4) ζημία και (5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και του αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του αποτελέσματος αυτού, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημίωσης υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια της πράξης που παραλείφθηκε, από τον νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδιαίτερα από προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαιτίου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από τον νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και της κοινωνικής εν γένει δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικά επιβεβλημένης, απορρέουσας από τη θεμελιώδη δικαιική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αιτιώδης σύνδεσμος, τέλος, υπάρχει όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 876/2024, ΑΠ 1251/2023).

Εξάλλου, η παράβαση από τον εργοδότη γενικών ή ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφάλειας των εργαζομένων ή και μόνης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας αυτού για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας (άρθρο 662 ΑΚ), η οποία είχε ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας των εργαζομένων, συνιστά αδικοπραξία, εφόσον η παράβαση των διατάξεων ή υποχρεώσεων αυτών οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, ενόψει του ότι στις γενικές διατάξεις νόμου, κατά την έννοια του άρθρου 16 του νόμου 551/1915, εντάσσεται και αυτή του άρθρου 662 ΑΚ (ΑΠ 876/2024, ΑΠ 1251/2023). Ακολούθως, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, για να υπάρχει σχέση πρόστησης θα πρέπει να υπάρχει εξάρτηση, έστω και χαλαρή, ανάμεσα στον προστήσαντα και στον προστηθέντα, ώστε ο πρώτος να μπορεί να δίνει στον δεύτερο εντολές ή οδηγίες και να τον ελέγχει ή επιβλέπει κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανέθεσε.

Εξάλλου, από τα άρθρα 681, 688-691 και 698 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος δεν θεωρείται, καταρχήν, προστηθείς του εργοδότη, όταν όμως ο εργοδότης επιφύλαξε για τον εαυτό του, ρητά ή σιωπηρά, τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και μάλιστα το δικαίωμα παροχής οδηγιών προς τον εργολάβο, ο τελευταίος θεωρείται ότι βρίσκεται σε σχέση πρόστησης προς τον εργοδότη (ΑΠ 876/2024, ΑΠ 684/2024, ΑΠ 1251/2023).

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 3 και 5 του νόμου 1396/1983, ο εργολάβος και υπεργολάβος ολόκληρου ή τμήματος του έργου, ανεξάρτητα εάν αυτό εκτελείται ολόκληρο ή κατά τμήματα με υπεργολάβους, είναι συνυπεύθυνοι και υποχρεούνται, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν και να τηρούν όλα τα μέτρα ασφάλειας που αφορούν ολόκληρο το έργο ή το τμήμα τούτου που ανέλαβαν. Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι σε αντίθεση με τον κύριο του έργου που δεν ευθύνεται ως προστήσας για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του εργολάβου, αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του τη διεύθυνση και επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου, ο εργολάβος που ανέλαβε την εκτέλεση ολόκληρου ή τμήματος του έργου και ανέθεσε την εκτέλεση τμήματος τούτου σε υπεργολάβο, είναι συνυπεύθυνος με αυτόν για την λήψη και τήρηση των μέτρων ασφάλειας, έστω και αν δεν επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης του τμήματος που ανέθεσε στον υπεργολάβο ή και αν συμφώνησαν ότι δεν θα έχει τη διεύθυνση και επίβλεψη του τμήματος αυτού. Και τούτο, διότι ο εργολάβος ευθύνεται σε κάθε περίπτωση με τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου 1396/1983, για τη λήψη και τήρηση των μέτρων ασφάλειας και η ανάθεση της εκτέλεσης τμήματος του έργου σε υπεργολάβο με οποιαδήποτε συμφωνία, δεν τον απαλλάσσει από την υποχρέωση επίβλεψης και ελέγχου του υπεργολάβου ειδικά για τη λήψη και τήρηση των μέτρων αυτών (ΑΠ 876/2024).

9.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 321/2024). Ελέγχεται, δηλαδή, μεταξύ άλλων και αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 550/2024, ΑΠ 738/2023).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 524/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 93/2024).

10.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α) ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν (περ. β) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και στηρίζουν το αίτημα αυτών, δηλαδή τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 1668/2023, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 796/2023). "Πράγμα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, είναι και ο λόγος έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1018/2023, ΑΠ 192/2023, ΑΠ 620/2021). Αντίθετα, δεν αποτελούν "πράγματα", με την προαναφερόμενη έννοια, μεταξύ άλλων και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1525/2025, ΑΠ 211/2025, ΑΠ 410/2024). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, όπως επίσης και όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τον ισχυρισμό που προτάθηκε, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1180/2024, ΑΠ 839/2024, ΑΠ 579/2024).

11.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τον νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 855/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 381/2024).

Περαιτέρω, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022).

12.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 556 ΚΠολΔ "1. Δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι. 2. Αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, συνάγεται ότι κύρια, θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο αυτό συμφέρον προκύπτει, κυρίως, από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασης. Η βλάβη αυτή υπάρχει, κατά κανόνα, όταν απορρίπτονται εν όλω ή εν μέρει οι προτάσεις του διαδίκου (αγωγή, ανταγωγή, ενστάσεις), ή γίνονται αντιστοίχως δεκτές οι προτάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη, δηλαδή, του αναιρεσείοντος πρέπει να υφίσταται σε σχέση με τον αντίδικό του, η δε προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον πρέπει (α) να είναι άμεσο και ατομικό του αναιρεσείοντος, (β) να προκύπτει από σφάλμα που θεμελιώνει τον λόγο αναίρεσης, (γ) να προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης και (δ) να θεμελιώνεται με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο ή να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και να υπάρχει για κάθε λόγο (ΑΠ 1038/2024, ΑΠ 1019/2024). Η έλλειψη έννομου συμφέροντος που ερευνάται αυτεπάγγελτα σε κάθε στάση της δίκης, κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ή του σχετικού λόγου ως απαράδεκτου (ΑΠ 1019/2024).

13.- Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: "[...] η δεύτερη εναγόμενη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία " ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ Α.Β.Ε.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ELINA ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ", η οποία εδρεύει στη Βιομηχανική Περιοχή Κομοτηνής και εκπροσωπείται νόμιμα, δυνάμει του από …2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο, Φ. Τ., του Β., ο οποίος διατηρούσε ατομική επιχείρηση, με αντικείμενο την κατασκευή μεταλλικών σκελετών κ.λ.π. , την εκτέλεση του έργου της αποξήλωσης και αντικατάστασης της παλαιάς λαμαρίνας ενός τμήματος της (κεκλιμένης) στέγης του βιομηχανικού κτηρίου της, που βρίσκεται στη ΒΙ.ΠΕ. Κομοτηνής, και τον καθαρισμό και συντήρηση του μεταλλικού σκελετού της οροφής του. Τις εν λόγω εργασίες εκτελούσε το μόνιμο συνεργείο του πρώτου εναγόμενου, που αποτελούνταν από τους υπηκόους Αλβανίας : α) F. (ον.) N. (επ.) του R. και β) A. (ον.) M. (επ.) του K., οι οποίες ελάμβαναν χώρα στα μέσα του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015, ενώ, μετά από μία διακοπή δέκα περίπου ημερών, επρόκειτο να συνεχιστούν στις 30.11.2015. Την προηγούμενη ημέρα, μετά από μεσολάβηση των δύο προαναφερόμενων εργαζομένων στην ατομική επιχείρηση του πρώτου εναγόμενου, ο τελευταίος μίλησε τηλεφωνικά με τον υιό της πρώτης ενάγουσας (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) και αδερφό των λοιπών εναγόντων (ήδη λοιπών αναιρεσειόντων), Γ. Π., ο οποίος απασχολούνταν κυρίως ως οικοδόμος κατά την ανέγερση οικοδομών, πλην, όμως, κατά το παρελθόν παρείχε τις υπηρεσίες του και στον πρώτο εναγόμενο, βοηθώντας τον στην κατασκευή της στέγης ενός βιομηχανικού κτηρίου στην περιοχή της Δράμας. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω επικοινωνίας τους, ο πρώτος εναγόμενος συμφώνησε με τον Γ. Π., ο τελευταίος να ξεκινήσει από την επόμενη ημέρα να απασχολείται ως εργάτης στο προμνησθέν έργο, ώστε με τον τρόπο αυτό καταρτίστηκε μεταξύ τους προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου ότι, ο Γ. Π. επρόκειτο απλά να μεταβεί στο χώρο, όπου διεξάγονταν οι προμνημονευόμενες εργασίες, προκειμένου να διαπιστώσει το είδος αυτών και να ζητήσει την αμοιβή, που ο ίδιος θα θεωρούσε εύλογη, καθώς και ότι, μόνον εάν συμφωνούσαν στην αμοιβή αυτή θα προχωρούσαν στην κατάρτιση της σχετικής σύμβασης, καταρρίπτεται προεχόντως από την αναγγελία πρόσληψης του Γ. Π. προς τον Ο.Α.Ε.Δ., στην οποία ο ίδιος (ο πρώτος εναγόμενος) προέβη και στην οποία αναφέρεται ως ημερομηνία πρόσληψης του ανωτέρω εργαζόμενου η 30ή Νοεμβρίου 2015, ενώ δεν κρίνεται πειστικό ότι, ο προαναφερόμενος θα μετέβαινε από τη Δράμα, όπου κατοικούσε, στην Κομοτηνή, απλά και μόνον για να εξακριβώσει τη φύση του έργου, που θα καλούνταν να εκτελέσει, αφού, όπως αποδείχθηκε, είχε απασχοληθεί ξανά κατά το παρελθόν σε παρόμοιο έργο. Ομοίως, στις ένορκες καταθέσεις, τις οποίες έδωσαν οι F. N. και A. M. ενώπιον της Ανθυπαστυνόμου του Α.Σ. … , Σ. Γ., στις …2015, όπου αναφέρονται στα επισυμβάντα γεγονότα της εν λόγω ημέρας (στο εργοστάσιο της δεύτερης εναγόμενης), αποκαλούν τον Γ. Π. συνάδελφο και συνεργάτη τους, ενώ, παράλληλα, αναφέρουν ότι, μόλις έφτασαν στο άνω εργοστάσιο, συνεννοήθηκαν μαζί του για τις εργασίες, τις οποίες θα διεκπεραίωνε ο καθένας απ' αυτούς, ώστε σαφώς συνάγεται ότι ο ως άνω (Γ. Π.) είχε ήδη συμφωνήσει με τον πρώτο εναγόμενο ότι θα αποτελούσε μέλος του συνεργείου του, το οποίο απασχολούνταν στο ανωτέρω εργοστάσιο, αφού, διαφορετικά, δεν θα συζητούσε με τα άλλα μέλη του τελευταίου για τις εργασίες, τις οποίες θα εκτελούσε. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι οι τρεις παραπάνω εργαζόμενοι, νωρίς το πρωί της 30ής Νοεμβρίου 2015 ταξίδεψαν με το αυτοκίνητο του F. N., από τη Δράμα, όπου διέμεναν, στην Κομοτηνή, περί ώρα 08:00 έφτασαν στη Βιομηχανική Περιοχή, στην έδρα της δεύτερης εναγομένης, ενώ ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε φτάσει ακόμη, αλλά βρισκόταν μαζί με τον υιό του, Β. Τ., καθ' οδόν, οπότε, χωρίς να τον αναμένουν, αφού ήδη αυτός τις προηγούμενες ημέρες τους είχε δώσει εντολές και οδηγίες, αναφορικά με τις εργασίες που έπρεπε να γίνουν, αφού τις μοίρασαν μεταξύ τους, ανέβηκαν στην κεκλιμένη στέγη του βιομηχανικού κτηρίου της δεύτερης εναγομένης, το οποίο αποτελείται από πέντε συνολικά στέγες. Την ημέρα δε εκείνη θα πραγματοποιούνταν εργασίες στην τρίτη κατά σειρά από βορρά προς νότο στέγη, και ειδικότερα, θα λάμβανε χώρα αλλαγή των λαμαρινών, από τις οποίες τούτη είχε κατασκευαστεί, αφού προηγουμένως τοποθετούνταν επ' αυτής διάδρομοι εργασίας, που θα δημιουργούνταν επίσης από λαμαρίνες, που παραδόθηκαν περί ώρα 12:00μ. της ίδιας ημέρας από ένα φορτηγό αυτοκίνητο της εδρεύουσας στο 6ο χλμ. της Εθνικής Οδού Σερρών - Δράμας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΜΕΤΑΛ Α.Ε.Β.Ε.", από την οποία τις είχε παραγγείλει ο πρώτος εναγόμενος. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι, προκειμένου να διενεργήσουν τις απαραίτητες προπαρασκευαστικές για την τοποθέτηση των ανωτέρω διαδρόμων εργασίες, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η αποξήλωση από ηλεκτρολόγο των φωτοβολταϊκών πάνελ, που ήταν τοποθετημένα στη δεύτερη κατά σειρά από τις ανωτέρω στέγες, ανέβηκαν σ' αυτές και οι τρεις εργαζόμενοι της επιχείρησης του πρώτου εναγόμενου. Συγκεκριμένα, πρώτος ανέβηκε ο A. M., δεύτερος ο Γ. Π. και τρίτος ο F. N. Για δε την άνοδό τους χρησιμοποίησαν μεταλλικές κλίμακες, ο οποίες ήταν ήδη τοποθετημένες στις ανωτέρω στέγες, λόγω των προηγούμενων εργασιών, που είχαν λάβει χώρα επ' αυτών. Περί ώρα 08:15 π.μ., κι ενώ ο πιο πάνω συγγενής των εναγόντων βρισκόταν στο νότιο τμήμα της δεύτερης κατά σειρά στέγης του προμνημονευόμενου βιομηχανικού κτηρίου -της οποίας η κλίση δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, ώστε να υπάρχει κίνδυνος ολίσθησης πάνω σε αυτή- πάτησε σε ένα διαφώτιστο, κατασκευασμένο από πλαστικό υλικό, λευκού χρώματος, το οποίο είχε πλάτος 65εκ. περίπου και το οποίο καταλάμβανε όλο σχεδόν το μήκος του νότιου τμήματος της πιο πάνω στέγης, με εξαίρεση το τελευταίο κομμάτι αυτής, μήκους 1 μέτρου περίπου, το οποίο ήταν επενδυμένο, τόσο από πάνω, όσο και από κάτω με λαμαρίνα. Εξαιτίας του άνω γεγονότος, το εν λόγω διαφώτιστο έσπασε, με συνέπεια ο Γ. Π., περνώντας διαμέσου του σχεδόν τετράγωνου κενού, που άνοιξε στην οροφή του παραπάνω κτηρίου, να πέσει με σφοδρότητα από ύψος δέκα (10) περίπου μέτρων στο σκυροδετημένο δάπεδο αυτού. Εξαιτίας δε της πρόσκρουσής του στο τελευταίο υπέστη : α) κατάγματα όλων των οστών του κρανίου και ιδίως του ρινικού οστού και των οστών της άνω και της κάτω γνάθου, β) θλαστικό τραύμα αστεροειδούς σχήματος, διαστάσεων 3,5 X 4 εκ., στην μετωποβρεγματική χώρα, γ) κατάγματα στέρνου και πλευρών, δ) ρήξεις πνευμόνων και αορτής και ε) υπαραχνοειδή αιμορραγία, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του, όπως διαπιστώθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής, όπου ο ίδιος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ. Προκειμένου να καθοριστούν τα αίτια του εν λόγω ατυχήματος διενεργήθηκε έρευνα από τον Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Δ. Κ., ο οποίος, αφού πραγματοποίησε αυτοψία στον χώρο, όπου συνέβη το ατύχημα, και έλαβε πληροφορίες, τόσο από τον πρώτο εναγόμενο, όσο και από τους δύο εργαζόμενούς του, A. M. και F. N., αλλά και από τον υπάλληλο της δεύτερης εναγομένης, Μ. Κ., συνέταξε την από 05.02.2016 έκθεσή του, στην οποία, μετά από συνεκτίμηση όλων των συγκεντρωθέντων από τον ίδιο στοιχείων, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, το ένδικο ατύχημα οφείλεται, αφενός μεν σε οργανωτικές ελλείψεις, αφετέρου δε σε μη τήρηση των ενδεδειγμένων μέτρων ασφαλείας. Λαμβάνοντας υπόψη την εν λόγω έκθεση, καθώς και όλο το εισφερθέν ενώπιόν του αποδεικτικό υλικό και το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι, το ένδικο ατύχημα, που τυγχάνει εργατικό κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915, καθώς συνιστά βίαιο συμβάν, το οποίο έλαβε χώρα από εξωτερικά αίτια κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της εργασίας του Γ. Π., οφείλεται κατ' αρχήν σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος, ως εργολάβος, από έλλειψη καταβολής της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου του κύκλου της επαγγελματικής του δραστηριότητας, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις παραπάνω περιστάσεις να επιδείξει, πριν την έναρξη των προαναφερόμενων τεχνικοοικοδομικών εργασιών, παρά τη σχετική -πηγάζουσα από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 21 παρ. 1 του π.δ. 778/1980 και 3 αρ. 1 του ν. 1396/1983- υποχρέωσή του, δεν έλαβε τα απαιτούμενα προστατευτικά για την πρόληψη ατυχημάτων μέτρα, ήτοι, παρέλειψε να λάβει όλα εκείνα τα αναγκαία για την προστασία της σωματικής ακεραιότητας και υγείας του εργαζόμενου στην ατομική επιχείρησή του, Γ. Π., μέτρα ασφαλείας, τα οποία, εκτός από το νόμο, επιβάλλονταν τόσο από την υποχρέωση πρόνοιας του ιδίου, ως εργοδότη (άρθρο 662 ΑΚ), όσο και από την απαιτούμενη, κατά την κοινή στις συναλλαγές αντίληψη, επιμέλεια. Ειδικότερα, κατά παράβαση των απορρεουσών από τα άρθρα 47 παρ. 1 β' και 48 παρ. 1-3 του ν. 3850/2010 υποχρεώσεών του, δεν ενημέρωσε τον θανόντα Γ. Π. για την περιορισμένη αντοχή ορισμένων σημείων της συγκεκριμένης στέγης του βιομηχανικού κτηρίου της δεύτερης εναγομένης, όπου ο ίδιος επρόκειτο να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Συγκεκριμένα, δεν του επεσήμανε την ύπαρξη στην εν λόγω στέγη διαφώτιστων, καθώς και τους κινδύνους, που ελλόχευαν εξαιτίας τους, ούτε και τον εκπαίδευσε κατάλληλα, παρέχοντάς του σαφείς οδηγίες για τον τρόπο, με τον οποίο θα κινείται με ασφάλεια πάνω στην άνω στέγη μέχρι να τοποθετηθούν επ' αυτής διάδρομοι εργασίας. Επιπλέον, ο πρώτος εναγόμενος, παρά τη διάταξη, τόσο της παρ. 10.5.4 του Παραρτήματος I του άρθρου 10 του π.δ. 16/1996, που προβλέπει ότι "η πρόσβαση σε στέγες κατασκευασμένες από υλικά ανεπαρκούς αντοχής καθώς και σε στέγες που δεν έχουν σχεδιασθεί και κατασκευαστεί για να είναι βατές (π.χ. κεκλιμένες στέγες κ.λ.π.) επιτρέπεται μόνον εφόσον υφίστανται εγκαταστάσεις ή παρέχεται εξοπλισμός που προστατεύουν τους εργαζομένους από τον κίνδυνο πτώσης", όσο και της παρ. 5.2 του τμήματος II του μέρους Β' του Παραρτήματος IV του άρθρου 12 του π.δ. 305/1996, που ορίζει ότι "οι εργασίες σε ύψος μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο με τη βοήθεια του κατάλληλου εξοπλισμού ή με μηχανισμούς συλλογικής προστασίας όπως κιγκλιδώματα, εξέδρες ή δίχτυα προστασίας. Σε περίπτωση που η χρήση αυτών των μέσων δεν είναι δυνατή λόγω της φύσης των εργασιών, πρέπει να προβλέπονται τα κατάλληλα μέσα πρόσβασης και να χρησιμοποιούνται ζώνες ασφαλείας ή άλλες μέθοδοι ασφάλειας με αγκύρωση, με τις προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας", δεν είχε φροντίσει ώστε, πριν την άνοδο του θανόντος Γ. Π. και των δύο αυτού συναδέλφων στην άνω στέγη, να έχουν τοποθετηθεί επ' αυτής σταθερά σημεία αγκύρωσης (κολωνάκια), στα οποία και οι τρεις θα μπορούσαν να προσδεθούν με τη χρήση ζωνών ασφαλείας ή άλλου μέσου (όπως λ.χ. συρματόσχοινου), ούτως ώστε, σε περίπτωση θραύσης κάποιου τμήματος της παραπάνω στέγης, να συγκρατηθούν από αυτά (σταθερά σημεία αγκύρωσης) και να μην πέσουν στο δάπεδο του εσωτερικού του εργοστασίου της δεύτερης εναγομένης. Μάλιστα, δίχως την τοποθέτηση των εν λόγω σημείων, που ήταν απαραίτητο να υπάρχουν μέχρι να τοποθετηθούν οι ως άνω αναφερόμενοι διάδρομοι εργασίας, οι ζώνες ασφαλείας, που, όπως αποδείχθηκε, υπήρχαν στο χώρο του προδιαληφθέντος εργοστασίου, ως μέρος του εξοπλισμού του συνεργείου του πρώτου εναγόμενου, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και να προσφέρουν στους απασχολούμενους από αυτόν οιαδήποτε προστασία. Οι τελευταίοι, εξάλλου, δεν μπορούσαν ούτε και να προσδεθούν απλά μεταξύ τους με σχοινί, ούτως ώστε, σε περίπτωση που κάποιος εξ αυτών απωλέσει την ισορροπία του και πέσει, οι άλλοι δύο να τον συγκρατήσουν, διότι τούτο, όχι μόνο δεν ήταν απολύτως ασφαλές, αλλά στην εξεταζόμενη περίπτωση προέβαλε και ανέφικτο, αφού, όπως αποδείχθηκε, οι τρεις παραπάνω εργαζόμενοι έπρεπε να εκτελούν εργασίες σε διαφορετικά σημεία και επίπεδα της στέγης του εργοστασίου της δεύτερης εναγομένης, μακριά ο ένας από τον άλλο, έτσι, κατά την χρονική στιγμή του ενδίκου ατυχήματος, ο θανών ήταν στην δεύτερη κατά σειρά στέγη, ο δε A. M. στην τρίτη, ενώ ο F. N. παρέμενε στο αρχικό επίπεδο πρόσβασης στις άνω στέγες, το οποίο υψομετρικά βρισκόταν πολύ χαμηλότερα από αυτές. Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος παρέλειψε να τοποθετήσει δίχτυα προστασίας στο εσωτερικό του βιομηχανικού χώρου, στη στέγη του οποίου θα λάμβαναν χώρα οι πιο πάνω εργασίες, το οποίο μάλιστα, ήταν απαραίτητο, καθώς, εξαιτίας της οφειλόμενης (και) στην ύπαρξη των παραπάνω διαφώτιστων επικινδυνότητας της προειρημένης στέγης, υπήρχε ενδεχόμενο κάποιος από τους εργαζόμενους στην επιχείρησή του, ακόμα και κατά την εκτέλεση των προειρημένων προπαρασκευαστικών εργασιών, να χάσει την ισορροπία του και να πέσει από κάποιο κενό στο εσωτερικό του εργοστασίου της δεύτερης εναγομένης. Επίσης, και πέραν τούτου, ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε μεριμνήσει να ορίσει τεχνικό ασφαλείας για το επίμαχο έργο, όπως όφειλε κατά νόμο, κατ' άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3850/2010, ούτε και είχε προνοήσει να βρίσκεται ο ίδιος εκεί κατά την έναρξη των σχετικών εργασιών το πρωινό της 30ής Νοεμβρίου 2015, ούτως ώστε, ενόψει και της εισόδου ενός νέου μέλους στο συνεργείο του, να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες σ' αυτό και να ελέγξει προσωπικά, ως εργολάβος του έργου, εάν τηρούνται όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας (άρθρο 111 του π.δ. 1073/1981).

Συνεπώς, κι ενόψει των προαναφερθέντων, το ως άνω ατύχημα οφείλεται προεχόντως σε αμέλεια του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος δεν επέδειξε την δέουσα επιμέλεια που απαιτούνταν κατά τις περιστάσεις, με αποτέλεσμα να επέλθει η θανατηφόρα πτώση του Γ. Π. από τη στέγη του εργοστασίου της δεύτερης εναγόμενης, η οποία, ουδεμία ευθύνη φέρει για το ένδικο ατύχημα. Ειδικότερα, αυτή, ως εταιρία η οποία έχει ως αντικείμενο εργασίας της την παραγωγή και το εμπόριο χαρτιού, αν και κυρία του επίμαχου έργου, δεν αποδείχθηκε πως είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη αυτού, ούτε και είχε αναθέσει σε ορισμένο υπάλληλό της ή σε κάποιον προσληφθέντα από την ίδια μηχανικό την εποπτεία του άνω έργου, χορηγώντας του παράλληλα το δικαίωμα να δίνει εντολές αναφορικά με την εκτέλεσή του είτε στον πρώτο εναγόμενο, εργολάβο αυτού, είτε στα μέλη του συνεργείου του. Ο δε διευθύνων σύμβουλός της και πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου, Γ. Γ., εκείνο τον καιρό, εξαιτίας σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε, μετέβαινε τακτικά στην Αθήνα, με συνέπεια να μην μπορεί εκ των πραγμάτων να παρακολουθήσει και να καθοδηγήσει την πορεία των προμνημονευόμενων εργασιών, ως ορθά έκρινε το πρωτόδικο και δεν έσφαλε εν προκειμένω, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον, αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προστήσασα τον πρώτο εναγόμενο, υπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος εργολάβο, ώστε δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της, δοθέντος και του ότι η ίδια δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε σχέση με τον θανόντα Γ. Π., η δε ανάμειξή της στο έργο αφορούσε στην ανάθεση της κατασκευής του στον εργολάβο και στην καταβολή της συμφωνηθείσης αμοιβής.

Συνεπώς, η κυρία του επίδικου έργου, σύμφωνα με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ως προελέχθη, δεν υπέχει την αντικειμενική ευθύνη της προστήσασας για τις αδικοπραξίες των προστηθέντων προσώπων κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 922 του ΑΚ, αφού δεν αποδείχθηκε ότι είχε επιφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωμα της διεύθυνσης και της επίβλεψης του έργου, διότι με την ένδικη σύμβαση έργου, με την οποία ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο την εκτέλεση του έργου, αυτή ήταν υποχρεωμένη μόνο για την καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος και συμφωνήθηκε ότι την ευθύνη επιλογής του προσωπικού και την υποχρέωση λήψης των απαραίτητων μέτρων ασφαλείας των εκάστοτε εργαζομένων και της πρόληψης κάθε ατυχήματος δυνάμενο να προκληθεί κατά την εκτέλεση της εργασίας τους την είχε αναλάβει αποκλειστικά ο εργολάβος. Το γεγονός ότι, δεν είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 2 περ. κζ' του ν. 4067/2012 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 4178/2013) άδεια εργασιών μικρής κλίμακας, που απαιτούνταν για την εκτέλεση του προδιαληφθέντος έργου, είναι αδιάφορο εν προκειμένω για την θεμελίωση σχετικής ευθύνης σε βάρος της, καθόσον, η παράλειψή της αυτή, αν και επισύρει πιθανόν διοικητικές ή ποινικές κυρώσεις, ωστόσο δεν συνδέεται αιτιωδώς με το προπεριγραφόμενο ατύχημα, αφού δεν ήταν ικανή να το επιφέρει, ως ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτόμενου του σχετικού (πρώτου) λόγου της υπό κρίση έφεσης. Ακόμα και ο Επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία, Δ. Κ., στην από 05.02.2016 έκθεση αυτοψίας, που συνέταξε, αναφέρει ότι, η πιο πάνω άδεια θα συνέβαλε στην αποφυγή του εν λόγω ατυχήματος, μόνο εάν το επίμαχο έργο επιλεγόταν να εκτελεστεί με τη χρήση ικριωμάτων, οπότε, στην περίπτωση αυτή, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 περ. Γ του ν. 4067/2012, θα απαιτούνταν, μεταξύ άλλων, για την έκδοσή της και η κατάθεση σχεδίου ασφάλειας και υγείας του έργου, το οποίο (σχέδιο) θα ανέλυε τόσο την πορεία της εκτέλεσης του έργου, όσο και τις μεθόδους, οι οποίες θα ακολουθούνταν κατά φάσεις για την υλοποίησή του και οι οποίες θα περιείχαν ειδική μέριμνα για την προστασία της σωματικής ακεραιότητας των απασχολούμενων σε αυτό. Ωστόσο, εν προκειμένω, το άνω έργο δεν θα αποπερατωνόταν με την χρήση ικριωμάτων, τα οποία, τόσο λόγω της φύσης του, όσο και λόγω του σημείου, που τούτο θα λάμβανε χώρα, προβάλλει ιδιαίτερα αμφίβολο εάν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν.

Συνεπώς, ακόμα και στην περίπτωση που εκδιδόταν από την αρμόδια υπηρεσία άδεια εργασιών μικρής κλίμακας, τούτη δεν θα συνοδευόταν από σχέδιο ασφάλειας και υγείας του έργου, ώστε, η μη έκδοσή της δεν μπορεί να θεωρηθεί πως συνέβαλε στο ένδικο θανατηφόρο ατύχημα, όπως κρίθηκε σωστά από την εκκαλούμενη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, συνυπαίτιος για το ατύχημα που εξετάζεται κρίνεται και ο παθών, Γ. Π., ο οποίος κατά την εκτέλεση των πιο πάνω εργασιών δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμελή συμπεριφορά και προσοχή, που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος του τομέα της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, βρισκόμενος υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι, αυτός, μολονότι έμπειρος και γνώστης της επικινδυνότητας της εκτελούμενης από τον ίδιον εργασίας, αφού εργαζόταν για πολλά χρόνια ως οικοδόμος, κατά το παρελθόν δε, είχε απασχοληθεί και σε παρόμοιο με το προαναφερθέν έργο, δεν βάδιζε επί της προρρηθείσας στέγης με την δέουσα προσοχή, την οποία όφειλε και μπορούσε, με βάση τις προσωπικές ικανότητές του, να επιδείξει, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την ύπαρξη του παραπάνω διαφώτιστου, το οποίο, τόσο λόγω του χρώματος και του υλικού από το οποίο ήταν κατασκευασμένο, όσο και λόγω του διαφορετικού αυτού ύψους σε σχέση με τις λαμαρίνες, από τις οποίες ήταν κατασκευασμένη η ανωτέρω στέγη, μπορούσε, παρά τη σκόνη που είχε επικαθήσει επ' αυτού, να διακριθεί και να αποφευχθεί. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ο ανωτέρω εργαζόμενος, μη συμμορφούμενος με τη σχετική (απορρέουσα από το άρθρο 103 του π.δ. 1073/1981) υποχρέωσή του, δεν φόρεσε κάποιο από τα κράνη προστασίας της κεφαλής, που ο πρώτος εναγόμενος είχε εναποθέσει στο χώρο του εργοστασίου της δεύτερης εναγομένης, την ύπαρξη των οποίων επιβεβαίωσαν αμφότεροι οι συνάδελφοί του, F. N. και A. M., στις ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ροδόπης κατά τη δικάσιμο της 11.05.2017, ωστόσο, κατά την κρίση και του Δικαστηρίου τούτου, ακόμα και στην περίπτωση που θα γινόταν χρήση προστατευτικού κράνους εκ μέρους του θανόντος, δεν θα αποφευγόταν ούτε η πτώση, ούτε και ο θάνατός του, αφού αυτός εκτός από τις σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, οφείλεται, σύμφωνα με την υπ' αρ. πρωτ. …2015 έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής του ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας …, Ν. Κ., και στη ρήξη αορτής, την οποία ο ίδιος υπέστη στο ύψος του αορτικού τόξου και η οποία δεν θα αποτρεπόταν ακόμα κι αν φορούσε κράνος, μάλιστα, η ρήξη αυτή αρκούσε, σύμφωνα με τον έτερο ιατροδικαστή, Μ. Τ., ο οποίος κατά την εκδίκαση της υπόθεσης εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας στο ακροατήριο, για να προκαλέσει τον θάνατό του. Συνακόλουθα, δεν θα πρέπει να παραβλέψει κανείς, το γεγονός ότι, ο παθών εργαζόταν στη στέγη, κατά τα ήδη αναφερθέντα, με αποτέλεσμα να συμβάλλει με την συμπεριφορά του στην επέλευση του τραυματισμού από την πτώση του, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον, ο ίδιος, ως εργαζόμενος έστω και για μικρό χρονικό διάστημα σε οικοδομές, ως συνομολογείται, μπορούσε να αντιληφθεί την επικινδυνότητα της κατάστασης και όφειλε να προβλέψει τον κίνδυνο, να λάβει ειδικά μέτρα ασφαλείας. Η τυχόν (συν)ευθύνη του εργαζομένου, ήτοι η παράβαση των ασφαλών όρων εργασίας του (παράλειψη χρήσης κράνους και ζώνης προστασίας), που οδήγησε στο ατύχημά του δεν διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο, ούτε αναιρεί το χαρακτήρα του ατυχήματος ως εργατικού, αλλά θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα του εργαζομένου. Επομένως, η περί συντρέχουσας υπαιτιότητάς του στην πρόκληση του άνω ατυχήματος και στον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό του ένσταση του πρώτου εναγόμενου ορθά έγινε εν μέρει δεκτή στον πρώτο βαθμό, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, καθοριζόμενης της σχετικής υπαιτιότητας του παραπάνω εναγόμενου σε ποσοστό 70%, του δε θανόντος σε ποσοστό 30%,

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο θανών, ο οποίος γεννήθηκε στις …1976, ήταν υιός της πρώτης ενάγουσας (γεννηθείσας στις …1942) και αδελφός των λοιπών (δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτης και έκτου) εναγομένων (γεννηθέντων στις …1966, …1971, …1963, …1975 και …1968, αντίστοιχα). Όλοι οι ανωτέρω ενάγοντες συμπεριλαμβάνονταν στην οικογένεια του θανόντος, είχαν επαφή μαζί του, συνδέονταν με τον θανόντα με αμοιβαίους και στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς και στενό ψυχικό δεσμό. Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατός του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, προξένησε στους προαναφερθέντες οικείους του βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοητεύσεως, καθόσον έχασαν τον προσφιλή τους συγγενή, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, λόγω του ότι στερήθηκαν τη συντροφιά και την αγάπη που τους χάριζε. Ενόψει τούτων, ο θάνατός του προξένησε σε όλους τους πιο πάνω ενάγοντες μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για την ηθική παρηγοριά και την ψυχική τους ανακούφιση. Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθεισών περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη και αιφνίδια θανάτωση του συγγενούς τους, η συγκλίνουσα υπαιτιότητα τόσο του ίδιου όσο και του εναγομένου στην πρόκληση του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους κατά τα ως άνω ποσοστά, η ηλικία του οικείου των εναγόντων κατά το χρόνο του θανάτου του και η ηλικία των άνω δικαιούχων, σε συνδυασμό με τα κοινά τους βιώματα και με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με τον θανατωθέντα, που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, αλλά και την ηλικία τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, αφενός των εναγόντων που είναι οικονομικοί μετανάστες στην Ελλάδα, προερχόμενοι από την Αλβανία και ήδη ελληνικής ιθαγένειας που αγωνίζονται για το μεροκάματο (οι μεν ενήλικες), αφετέρου δε του εναγομένου του οποίου η οικονομική κατάσταση είναι πολύ καλή, πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής. Επομένως, για την απάμβλυνση της ως άνω ψυχικής οδύνης, αλλά και για την ηθική παρηγοριά και ανακούφισή τους, δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του θανόντος, και των εναγόντων συγγενών του κατά τον χρόνο του θανάτου του, τον βαθμό της συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του, τον βαθμό συγγένειας κάθε ενάγοντα με τον εκλιπόντα, που ήταν άγαμος, μόλις 39 ετών, και τον ψυχικό πόνο, που αυτός δοκίμασε από τον χαμό του, όλες τις εν γένει συνθήκες και περιστάσεις του ατυχήματος και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση τόσο των εναγόντων, όσο και του πρώτου εναγόμενου, καθορίζει στο εύλογο, κατά την κρίση του, ποσό των 35.000 ευρώ για την πρώτη των εναγόντων και των 20.000 ευρώ για καθέναν εκ των λοιπών. Τα ως άνω δε ποσά, λαμβανομένων υπόψη των αναγκαίων όρων του άρθρου 932 ΑΚ, αλλά και με βάση την αρχή της αναλογικότητας, κρίνονται εύλογα και ικανά να οδηγήσουν στην ανόρθωση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων, ενώ τα ως άνω ποσά κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται, (και μάλιστα καταφανώς) των συνήθως επιδικαζομένων σε παρόμοιες περιπτώσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στους ανωτέρω συγγενείς του θανόντος τα ίδια ως άνω ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, ορθώς εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ και για τον καθορισμό των πιο πάνω ποσών τήρησε την αρχή της αναλογικότητας ως γενικής νομικής αρχής και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση δεν υπερέβη τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται, από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση (...) και καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε, ο δε περί του αντιθέτου λόγος της εφέσεως (δεύτερος λόγο) πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. [...]". Ακολούθως, το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση των αναιρεσειόντων ερήμην του πρώτου εφεσιβλήτου, ήδη δε, πρώτου αναιρεσιβλήτου, Φ. Τ. και κατ' αντιμωλίαν των λοιπών διαδίκων (των εκκαλούντων, ήδη δε, αναιρεσειόντων και της δεύτερης εφεσίβλητης, ήδη δε, δεύτερης αναιρεσίβλητης), δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

14.- Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ειδικότερα δε, ως προς την αποφατική κρίση του σχετικά με τη θεμελίωση αστικής ευθύνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 4 του νόμου 1396/1983, 3 παρ. 3 και 6 παρ. 3 περ. β' του π.δ/τος 305/1996, 7 παρ. 5 και παρ. 6 του π.δ/τος 17/1996, 4 παρ. 2 περ. κζ' του νόμου 4067/2012, 914 και 922 ΑΚ, για την εφαρμογή των οποίων δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να απαιτήσει περισσότερα στοιχεία από εκείνα που οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους και, επομένως, δεν τις παραβίασε ευθέως, με τη μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία, αφενός μεν, μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγινε δεκτό από το δικαστήριο της ουσίας ότι έχουν αποδειχθεί και τα οποία δεν αρκούν για την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και περαιτέρω για την πλήρωση του πραγματικού αυτών, αφετέρου δε, του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού που δικαιολογεί την απόρριψη από το Εφετείο, ως αβάσιμου, του πρώτου λόγου της έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνταν για την εσφαλμένη και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της αγωγής τους, στο μέτρο που στρεφόταν αυτή κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως αβάσιμης κατ' ουσίαν. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου που διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν φέρει ευθύνη για την πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος, για τον λόγο ότι: (α) αν και κυρία του έργου, δεν αποδείχθηκε ότι είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της τη διεύθυνση και την επίβλεψη αυτού, ούτε ότι είχε αναθέσει σε ορισμένο υπάλληλό της ή σε κάποιον προσληφθέντα από την ίδια μηχανικό την εποπτεία του έργου, χορηγώντας σ' αυτόν παράλληλα το δικαίωμα να δίνει εντολές αναφορικά με την εκτέλεσή του είτε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως εργολάβο, στον οποίο είχε αναθέσει, με σχετική σύμβαση που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους, την εκτέλεση του έργου, είτε στα μέλη του συνεργείου του, στα οποία συγκαταλεγόταν ο θανών οικείος των αναιρεσειόντων, (β) η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν συνδεόταν με σχέση πρόστησης με τον υπαίτιο για την πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος εργολάβο (πρώτο αναιρεσίβλητο) και δεν θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της, δεδομένου ότι δεν συνδεόταν με οποιαδήποτε σχέση με τον θανόντα, η δε ανάμιξή της αφορούσε την ανάθεση της κατασκευής του έργου στον εργολάβο, (γ) το γεγονός ότι δεν είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με την προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 2 περ. κζ' του νόμου 4067/2012, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 48 παρ. 1 του νόμου 4178/2013, άδεια εργασιών μικρής κλίμακας, είναι αδιάφορο για τη θεμελίωση ευθύνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, καθόσον η παράλειψη αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο εργατικό ατύχημα, αφού δεν ήταν ικανή να το επιφέρει και τούτο διότι η άδεια αυτή θα συνέβαλε στην αποφυγή του ένδικου ατυχήματος μόνο εάν το έργο επιλεγόταν να εκτελεστεί με τη χρήση ικριωμάτων, πλην όμως στην προκείμενη περίπτωση το έργο δεν θα εκτελούνταν με την χρήση ικριωμάτων.

Κατά συνέπεια, οι αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως κυρία του έργου και εργοδότρια, δεν είχε επιφυλάξει υπέρ αυτής το δικαίωμα διεύθυνσης και επίβλεψης της εκτέλεσης του έργου, αρκούν για τη μη θεμελίωση της αστικής ευθύνης της, υπό οποιαδήποτε νομική θεμελίωση, περαιτέρω δε, ο μη εφοδιασμός με άδεια εργασιών μικρής κλίμακας, κατά τις επίσης αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δεν συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου εργατικού ατυχήματος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, πιο συγκεκριμένα δε, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 4 του νόμου 1396/1983, 3 παρ. 3 και 6 παρ. 3 περ. β' του π.δ/τος 305/1996, 7 παρ. 5 και παρ. 6 του π.δ/τος 17/1996, 4 παρ. 2 περ. κζ' του νόμου 4067/2012, 914 και 922 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.

15.- Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά την ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την αξιολόγηση του πρώτου λόγου της έφεσης των αναιρεσειόντων, με τον οποίο οι τελευταίοι παραπονούνταν για την εσφαλμένη και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της αγωγής τους, στο μέτρο που στρεφόταν αυτή κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, δεν έλαβε υπόψη (Α) τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως κυρία του έργου, βαρυνόταν, αφενός μεν, με την υποχρέωση λήψης προστατευτικών μέτρων, από τη στιγμή που εκτελούνταν εργασίες στις εγκαταστάσεις της, για τους εργαζομένους στο έργο, αφετέρου δε, με την υποχρέωση έκδοσης άδειας εργασιών μικρής κλίμακας, όπως επίσης δεν έλαβε υπόψη (Β) την από …2016 έκθεση του Δ. Κ., Επιθεωρητή Ασφάλειας και Υγείας (αναφορικά με τη θεώρηση της μη έκδοσης άδειας εργασιών μικρής κλίμακας, ως οργανωτικής έλλειψης) καθώς και την απολογία του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά την εκδίκαση στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ροδόπης (εκδοθείσας της υπ' αριθ. 296/2017 απόφασής του) της υπόθεσης που αφορούσε τη σε βάρος του κατηγορία για ανθρωποκτονία από αμέλεια (ως προς την εποπτεία και αυτεπιστασία του έργου από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη). Ο λόγος αυτός, ως προς την πρώτη επιμέρους αιτίασή του, παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι από τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου που διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες με το αγωγικό δικόγραφο και επαναφέρθηκαν προς κρίση με τον πρώτο λόγο της έφεσης, οι οποίοι αφορούσαν την αστική ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως κυρίας του έργου, κατά την εκτέλεση του οποίου επήλθε ο θάνατος του οικείου των αναιρεσειόντων. Ακολούθως δε, μετά την κρίση του ότι, για τους λόγους που εκτίθενται ειδικότερα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν στοιχειοθετείται αστική ευθύνη της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ότι, επομένως, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειόντων, στο μέτρο που στρεφόταν κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης ως αβάσιμο. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, να μη στοιχειοθετείται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες με το αγωγικό δικόγραφο και τους οποίους επανέφεραν προς κρίση με το δικόγραφο της έφεσης και τους απέρριψε ευθέως με ειδική αιτιολογία.

Περαιτέρω, ο λόγος αυτός, ως προς τη δεύτερη επιμέρους αιτίασή του, παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, τα αναφερόμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο αποδεικτικά μέσα, όπως επίσης και η αξιολόγηση του περιεχομένου τους από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και τα συμπεράσματα που συνάγονται ή τα επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.

16.- Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με τις ουσιαστικές παραδοχές και τη συνακόλουθη κρίση του ότι ο θανών βαρύνεται με συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 30% για την πρόσκληση του θανατηφόρου για τον ίδιο εργατικού ατυχήματος, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και πιο συγκεκριμένα ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, ως προς τη συνυπαιτιότητα του θανόντος και τον ποσοστιαίο καθορισμό της, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 300, 914 και 932 ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο, κατά τον τρόπο αυτό που έκρινε, παραβίασε εκ πλαγίου. Ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος των αναιρεσειόντων για την προβολή του αναιρετικού αυτού λόγου σε βάρος της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, η αποδιδόμενη με τον αναιρετικό αυτό λόγο πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αφορά καθόλου τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, υπό την έννοια ότι είναι αδιάφορο για τη διάδικο αυτή το ζήτημα της συνδρομής ή μη υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας του θανόντος για την πρόκληση του θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος, όπως επίσης αδιάφορη είναι και η κρίση του Εφετείου σχετικά με το ζήτημα αυτό, από την οποία -κρίση- η δεύτερη αναιρεσίβλητη σε τίποτε δεν ωφελείται, στο μέτρο που η αστική της ευθύνη για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, έχει ούτως ή άλλως αποκλειστεί από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η δε αίτηση αναίρεσης, κατά το σκέλος που αφορά την αποφατική κρίση του Εφετείου για τη θεμελίωση αστικής ευθύνης της δεύτερης αναιρεσίβλητης, έχει ήδη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα κατά την αξιολόγηση των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης, απορριφθεί. Επομένως, ως προς τη διάδικο αυτή δεν υφίσταται άμεσο συμφέρον των αναιρεσειόντων για την προβολή του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, δεδομένου ότι από την κρίση του Εφετείου ότι ο θανών βαρύνεται με συνυπαιτιότητα σε ποσοστό 30% για την πρόσκληση του θανατηφόρου για τον ίδιο εργατικού ατυχήματος, δεν προκαλείται βλάβη στους αναιρεσείοντες σε σχέση με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και συνακόλουθα ως προς τη διάδικο αυτή είναι πρόδηλο ότι δεν θα ήταν δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση, ακόμη και αν ενδεχομένως ευδοκιμούσε ο λόγος αναίρεσης (πρβλ. ΑΠ 1984/2025, ΑΠ 1952/2025, ΑΠ 1818/2025, ΑΠ 461/2025).

17.- Μετά τα προαναφερόμενα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, σε ίσα μέρη καθένας από αυτούς, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης δεύτερης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 180 παρ. 1 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που κατέθεσαν κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Απορρίπτει την από 21-6-2024 αίτηση των (α) Σ. χήρας Β. Π., (β) Β. Π. του Β. και της Σ., (γ) Π. Π. του Β. και της Σ., (δ) Χ. Π. του Β. και της Σ., (ε) Α. συζύγου Α. Σ., το γένος Β. και Σ. Π. και (στ) J. (Γ.) P. (Π.) του V. (Β.) και της S. (Σ.) για την αναίρεση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης με τον αριθμό 137/2023, κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, Φ. Τ. του Β., ως απαράδεκτη.

Απορρίπτει την από 21-6-2024 αίτηση των (α) Σ. χήρας Β. Π., (β) Β. Π. του Β. και της Σ., (γ) Π. Π. του Β. και της Σ., (δ) Χ. Π. του Β. και της Σ., (ε) Α. συζύγου Α. Σ., το γένος Β. και Σ. Π. και (στ) J. (Γ.) P. (Π.) του V. (Β.) και της S. (Σ.) για την αναίρεση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης με τον αριθμό 137/2023, κατά το μέρος που αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, κατά ίσο μέρος τον καθένα, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10 Ιουνίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή