Απόφαση 911 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 911/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βασιλείου, η οποία έχει καταθέσει τις από 8-3-2024 προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευτύχιου-Δημητρίου Καλαμίδα, ο οποίος έχει καταθέσει τις από 7-3-2024 προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1425/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1788/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …2023 αίτησή της. Με την υπ' αριθμ. …/2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την με αριθμό …2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου νόμιμα φέρεται προς ανασυζήτηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, η από …2023 (με αριθ. έκθ. κατάθ. …2023) αίτηση αναίρεσης, καθόσον, μετά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα δικάσιμο της 5.3.2024, κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης για τον λόγο που αναφέρεται στην ως άνω Πράξη.
2. Με την υπό κρίση από …2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1788/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών επί α) της από …2020 (με αριθ. έκθ. κατάθ. …2020) έφεσης του εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, και β) της από …2021 (με αριθ. έκθ. κατάθ. …2021) έφεσης της ενάγουσας, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθ. 1425/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, και με την οποία, γενομένης δεκτής εν μέρει της από …2019 (με αριθ. έκθ. κατάθ. …2019) αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, αφενός αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από …2019 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μερικής απασχόλησης της ενάγουσας και αφετέρου υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να της καταβάλει α) το ποσό των 1.063,84 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας για το διάστημα από …2019 έως και …2019, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις, και β) το ποσό των 2.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά αμφότερες τις εφέσεις και, περαιτέρω, απέρριψε κατ' ουσίαν της έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ενώ δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κράτησε προς εκδίκαση την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της, κατά νόμο, διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 2.5.2023 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 5.4.2022, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
3. Με την άνω αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ιστορούσε τα εξής: Ότι στις 3.6.2019 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μερικής απασχόλησης, για να εργασθεί ως διανομέας αντικειμένων με δίκυκλο στην επιχείρηση (ψητοπωλείο) που διατηρεί ο τελευταίος, απασχολούμενη επί είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα, τις ημέρες Δευτέρα, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο και από ώρα 13:00 έως 17:00, με μικτό ωρομίσθιο 4,36 ευρώ. Ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της στην επιχείρηση του εναγομένου, εργαζόταν περισσότερες ώρες από τις συμφωνηθείσες, επιπλέον δε, ανέπτυξε συνδικαλιστική δραστηριότητα, ενεργώντας ως μέλος του σωματείου "Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλων (ΣΒΕΟΔ)", και ειδικότερα, ενημέρωνε τους λοιπούς εργαζομένους της επιχείρησης για τα δικαιώματά τους και τις διεκδικήσεις του σωματείου τους και διένειμε σ' αυτούς την εφημερίδα του σωματείου "Στο Ρελαντί", παρά τις αντιρρήσεις του εναγομένου. Ότι εξαρχής ο τελευταίος δεν της χορηγούσε αντίγραφα καταστάσεων μισθοδοσίας της, ώστε να διαπιστώσει η ίδια αν είχε λάβει τις νόμιμες αποδοχές της, και ενώ προσέφερε την εργασία της με το δικό της δίκυκλο, δεν της κατέβαλλε αποζημίωση για έξοδα συντήρησης, κίνησης και ατομικής προστασίας. Ότι, επιπλέον, στις 23.8.2019 υπέστη εργατικό ατύχημα και συγκεκριμένα έγκαυμα δευτέρου βαθμού από εξάτμιση δικύκλου συναδέλφου της, το οποίο γνωστοποίησε στον εναγόμενο, πλην όμως αυτός αρνήθηκε αφενός να υποβάλει τη σχετική δήλωση στον ΕΦΚΑ και αφετέρου να υπογράψει τα έντυπα που απαιτούνταν, προκειμένου να υποβάλει δήλωση η ίδια. Ότι ακολούθως αυτή μετέβη στο τοπικό υποκατάστημα ΕΦΚΑ για να υποβάλει δήλωση ατυχήματος και εκεί διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος δεν είχε μεριμνήσει, ως εργοδότης, για την απογραφή της ως ασφαλισμένης και για την καταβολή των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών. Ότι για όλα τα ανωτέρω υπέβαλε, στις 9.9.2019, στο Τμήμα Ανατολικού Τομέα του Σώματος Επιθεωρητών Εργασίας, αίτημα για τη διενέργεια συζήτησης εργατικής διαφοράς και ενημέρωσε αμέσως τον εναγόμενο μέσω μηνύματος σε διαδικτυακή πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης. Ότι, όταν την ίδια ημέρα και ώρα 13:00 προσήλθε στην εργασία της, ο εναγόμενος της ανακοίνωσε ότι καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας της και έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της. Ότι η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, ως καταχρηστική, καθόσον έγινε για λόγους εκδίκησης, εξαιτίας της συνδικαλιστικής δράσης της και της διεκδίκησης των εργασιακών δικαιωμάτων της, ενώ έλαβε χώρα υπό συνθήκες οι οποίες προσέβαλαν παράνομα την προσωπικότητά της, με συνέπεια να υποστεί ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε, κατόπιν μερικής παραίτησης από το αίτημα επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από …2019 και εντεύθεν, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από …2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος i) να της καταβάλει το ποσό των 1.081,28 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από …2019 έως …2019, νομιμοτόκως από …2019, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ii) να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και γ) να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 22.000 ευρώ.
4. Από τις ισχύουσες για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία αυτή συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζόμενου και είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της όμως δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη ως καταχρηστική και, κατά συνέπεια, άκυρη (ΑΚ 174, 180). Πιο συγκεκριμένα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου (ΟλΑΠ 3/2024, ΑΠ 1105/2024, 1605/2023, 516/2023, 139/2023, 258/2019). Η καταγγελία, όμως, δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσόμενους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1105/2024, 784/2023, 630/2020,1889/2017, 1683/2012).
Εξάλλου, εάν ασκηθεί αγωγή από τον απολυθέντα μισθωτό, με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως καταχρηστικής, διότι, κατά τα ιστορούμενα στο οικείο δικόγραφο, η καταγγελία έλαβε χώρα από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας του εργοδότη συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής σε αυτόν συμπεριφοράς του απολυθέντος ενάγοντος και, συνακόλουθα, ζητείται να επιδικαστούν αποδοχές υπερημερίας και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εργοδότης να απασχολήσει τον απολυθέντα μισθωτό στην προηγούμενη θέση του, ο προς απόκρουση της ως άνω αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα, όχι για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους, αλλά για άλλους, που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας (ΑΠ 650/2023, 818/2023, 927/2017, 179/2016).
Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 6/2019, 1/2016, 2/2013, 7/2006, ΑΠ 1614/2025, 1399/2025, 510/2025, 516/2024, 1314/2023). Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 1/2022, 3/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ανωτέρω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2019, 9/2016). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Το, κατά νόμο, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006, 24/1992, ΑΠ 278/2025, 87/2025, 1180/2024, 1417/2023, 1056/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, με τις παρατιθέμενες στο αναιρετήριο παραδοχές του, ότι η ένδικη καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική και ότι οφειλόταν αποκλειστικά σε επαναλαμβανόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά της ιδίας, η οποία ελάμβανε χώρα ενώπιον άλλων εργαζομένων, αλλά και πελατών, και δημιουργούσε προβλήματα στη λειτουργία της επιχείρησης του αναιρεσιβλήτου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν εφάρμοσε μολονότι ήταν εφαρμοστέα, αφού οι οικείες περιστάσεις, που φέρεται να στοιχειοθετούν αυτή τη συμπεριφορά της, συνιστούσαν απλώς περιστάσεις υπό τις οποίες δικαιολογημένα έλαβαν χώρα οι διαμαρτυρίες της και η διεκδίκηση των δικαιωμάτων της, μη διαχωριζόμενες από τη διεκδίκηση αυτή, ενώ αν ορθώς ερμήνευε και εφάρμοζε την ανωτέρω διάταξη, θα δεχόταν ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική, επειδή έγινε για τις αιτίες που ιστορεί στην αγωγή της.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση της ίδιας ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο, με τις παραδοχές του περί της δήθεν ανάρμοστης συμπεριφοράς της, που οδήγησε στην απόλυσή της, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, καθιστώντας αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο αν η ως άνω διάταξη (ΑΚ 281) ορθώς δεν εφαρμόστηκε, μολονότι, κατά την ίδια, ήταν εφαρμοστέα και θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική για τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες, καθώς ειδικότερα : Ενώ δέχεται ότι η συμπεριφορά της ήταν ανάρμοστη και δικαιολογούσε την καταγγελία, δεν παραθέτει στις αιτιολογίες του, ποιον τόνο έπρεπε να τηρήσει στη διαμαρτυρία της, ποιον τήρησε και με ποιον τρόπο υπερέβη το επιβαλλόμενο μέτρο, σε τι συνίστατο ο διαπληκτισμός της με τον αντίδικο εργοδότη της, ποιες συγκεκριμένες πράξεις της ήταν επιθετικές και εξυβριστικές, ήτοι τι ακριβώς έκανε και είπε και πότε, ξεπερνώντας το μέτρο, αν οι πράξεις αυτές έγιναν ενώπιον τρίτων ή εις επήκοον τρίτων, εργαζομένων και πελατών ή άλλων, και ποιων ακριβώς, ποια ήταν τα προβλήματα (ποια ακριβώς, ποιας έκτασης και φύσης) που αυτή η δήθεν ανάρμοστη συμπεριφορά της δημιουργούσε στη λειτουργία της επιχείρησης, δεδομένου μάλιστα ότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά τις 2.9.2019, που φέρεται ότι επέδειξε την επίμαχη ως άνω συμπεριφορά, η ίδια δεν επανήλθε στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης, ώστε να είναι σε θέση να παρεμποδίσει τη λειτουργία της, ώστε να κριθεί αν αυτές οι περιστάσεις ήταν επαρκείς για να κλονιστεί, από δική της υπαιτιότητα, ανεπανόρθωτα η σχέση της με τον εναγόμενο εργοδότη της, αν οι χαρακτηρισμοί που η ίδια απηύθυνε προς τον εναγόμενο βασίζονταν σε αληθή γεγονότα ή ήταν δικαιολογημένοι εξαιτίας της εύλογης πεποίθησής της περί της αληθείας τους, στηριζόμενης στο ότι ο εναγόμενος δεν είχε προβεί στην υποχρεωτική ασφάλισή της στον ΕΦΚΑ, πότε υποβλήθηκε από τον εργοδότη της η Αναλυτική Περιοδική Δήλωση (ΑΠΔ) και σε ποια ακριβώς ημερομηνία υπήχθη αυτή στην ασφάλιση, έτσι ώστε να κριθεί αν εν τέλει ο τελευταίος είχε παραλείψει να προβεί στην ασφάλισή της, όπως τα αρμόδια όργανα του ΕΦΚΑ την είχαν διαβεβαιώσει, και δη, όπως η ίδια εκτιμά, για να εξοικονομήσει χρήματα παραβιάζοντας το δικαίωμά της να έχει, ως εργαζόμενη, κοινωνική ασφάλιση, χωρίς, όπως αυτή ισχυρίζεται, οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι εν τέλει ουδεμία κύρωση επιβλήθηκε στον εναγόμενο λόγω μη υποβολής (ή εκπρόθεσμης υποβολής) ΑΠΔ, να καταδεικνύουν ότι αυτός όντως είχε υποβάλει χειρόγραφα τις ΑΠΔ και για τεχνικούς λόγους, οφειλόμενους σε δυσλειτουργία του ΕΦΚΑ και όχι σε υπαιτιότητα του εναγομένου, εμφανιζόταν ως ανασφάλιστη, ενώ, περαιτέρω, το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει και να σταθμίσει και τις λοιπές περιστάσεις που είναι κρίσιμες για το δικαιολογημένο ή μη της αντίδρασής της, όπως την πεποίθησή της, δημιουργηθείσα από τη διαβεβαίωση του αρμοδίου Φορέα (ΕΦΚΑ), ότι ο εναγόμενος δεν είχε προβεί στην ασφάλισή της, ότι η ίδια εξαιτίας του ήταν ανασφάλιστη και δεν μπορούσε να λάβει τις παροχές υγείας που κανονικά δικαιούτο και είχε ανάγκη για την αντιμετώπιση της βλάβης της υγείας της, που υπέστη εξαιτίας εργατικού ατυχήματος κατά την παροχή της εργασίας της στην επιχείρηση του τελευταίου.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.....και όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη είτε αυτοτελώς ως αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένων και των εκτυπώσεων εβδομαδιαίων προγραμμάτων, .....τις υπ' αριθ. …, …, …2020 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας, Κ. Δ., K. Z. και Μ. Ζ. αντίστοιχα, ληφθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών....., τις υπ' αριθ. … και …2020 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του εναγομένου, Δ. Δ. και Α. Π., ληφθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών....., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη - εκκαλούσα προσλήφθηκε ήδη από την άνοιξη του 2019 από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα - εφεσίβλητο για να εργασθεί με ειδικότερα "διανομέας αντικειμένων με δίκυκλο" (delivery) στην ατομική επιχείρηση ψητοπωλείου με την επωνυμία "Πρίγκιπας", που αυτός διατηρεί στην Αθήνα, επί της οδού … Ειδικότερα, αρχικά οι διάδικοι κατήρτισαν σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης ορισμένου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί η ενάγουσα δοκιμαστικά, κατά το χρονικό διάστημα από …2019 έως …2019. Ακολούθως, στις …2019 κατήρτισαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μερικής απασχόλησης, που προέβλεπε ότι η ενάγουσα θα προσέφερε τις υπηρεσίες της επί είκοσι (20) ώρες την εβδομάδα από Δευτέρα έως και Σάββατο, πλην Τρίτης, με ωράριο από ώρα 13:00 έως ώρα 17:00 και μικτό ωρομίσθιο 4,36 ευρώ (17,44 ευρώ ημερησίως). Η ενάγουσα έγινε μέλος του σωματείου "Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλων" (ΣΒΕΟΔ) τον Αύγουστο του 2019, αν και παρακολουθούσε τη λειτουργία του σωματείου από προγενέστερο χρόνο. Μαζί με τον Κ. Δ., επίσης μέλος του σωματείου, μιλούσαν στους εργαζομένους για εργασιακά ζητήματα, αλλά και για την πολιτική επικαιρότητα, μοίραζαν την εφημερίδα του σωματείου "Στο Ρελαντί" και ενημέρωναν τους εργαζομένους για τα δικαιώματά τους. Η δράση αυτή της ενάγουσας, ακόμη και αν μπορεί να θεωρηθεί συνδικαλιστική κατά την έννοια του νόμου, ως προάγουσα τα εργασιακά, οικονομικά, ασφαλιστικά, κοινωνικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα των συναδέλφων της, αλλά και της ίδιας, ουδόλως είχε διαταράξει τη σχέση της με τον εναγόμενο εργοδότη της και ουδόλως αποδεικνύεται να αποτέλεσε την αποκλειστική αιτία ή έστω να συνετέλεσε στην απόλυσή της, που επακολούθησε τον Σεπτέμβριο του 2019, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα. Τα προβλήματα στις σχέσεις της ενάγουσας με τον εργοδότη εναγόμενο ξεκίνησαν μετά από ένα ατύχημα που είχε η ίδια στις …2019, όταν υπέστη στη γάμπα έγκαυμα δεύτερου βαθμού από εξάτμιση δικύκλου συναδέλφου της. Το εν λόγω ατύχημα ουδέποτε δηλώθηκε ως εργατικό, καθώς η ίδια η ενάγουσα με δική της πρωτοβουλία δεν ζήτησε άδεια (θεωρώντας προφανώς επιπόλαιο τον τραυματισμό), μέχρι που αναγκάσθηκε να ζητήσει ιατρική βοήθεια στις 27.8.2019 στο νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", επειδή το τραύμα της μολύνθηκε και χρειάστηκε να συνταγογραφήσει κάποια φάρμακα. Εκεί την πληροφόρησαν ότι δεν εμφανίζεται ως ασφαλισμένη στον ΕΦΚΑ, στο σχετικό ηλεκτρονικό σύστημα, και κατόπιν τούτου απευθύνθηκε στις 28.8.2019 στον εναγόμενο για να της χορηγηθεί άδεια, όπως και έγινε. Στις 2.9.2019 διαπίστωσε ότι εξακολουθούσε να εμφανίζεται ανασφάλιστη και προσήλθε στο κατάστημα του εναγομένου περί ώρα 13:00 και, μη βρίσκοντας εκεί τον εναγόμενο, αρχικά παραπονέθηκε σε έντονο τόνο στους εκεί παρευρισκόμενους εργαζομένους και αργότερα διαπληκτίσθηκε και με τον προσελθόντα εναγόμενο, ενώ και τις επόμενες ημέρες επέδειξε την ίδια επιθετική αλλά και εξυβριστική συμπεριφορά, αποκαλώντας τον εναγόμενο "ψεύτη" και "απατεώνα", μην πιστεύοντας τους ισχυρισμούς του, ότι η καθυστέρηση στην εμφάνισή της ως ασφαλισμένης οφειλόταν στο ότι υπέβαλε χειρόγραφα στον ΕΦΚΑ τις σχετικές ΑΠΔ και όχι ηλεκτρονικά και αρνούμενη να επισκεφθούν μαζί το αρμόδιο υποκατάστημα του ΕΦΚΑ, καθώς ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε (όπως εξάλλου ισχυρίζεται και ενώπιον του Δικαστηρίου) ότι η ενάγουσα έπρεπε να επισκεφθεί το Τμήμα Εσόδων του Υποκαταστήματος ΕΦΚΑ Ομονοίας και όχι το Τμήμα Μητρώου αυτού, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι όντως είχε υποβάλει χειρόγραφα τις ΑΠΔ. Η επαναλαμβανόμενη αυτή ανάρμοστη συμπεριφορά της ενάγουσας, η οποία λάμβανε χώρα μπροστά σε λοιπούς εργαζόμενους αλλά και πελάτες και δημιουργούσε προβλήματα στη λειτουργία της επιχείρησης, αποτέλεσε και την αιτία για την οποία ο εναγόμενος προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας στις …2019. Η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας με την από …2019 αίτησή της, για την οποία τον ενημέρωσε με σχετική γραπτή ανάρτηση στη σελίδα που διατηρεί η επιχείρηση του εναγομένου στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης facebook, και όταν εν συνεχεία η ενάγουσα πήγε στο κατάστημα, εκεί ο εναγόμενος της επέδωσε εγγράφως την απόλυσή της, την οποία αυτή αρνήθηκε να παραλάβει και τελικά της επιδόθηκε στις 11.9.2019. Όμως, η απόφαση περί απόλυσης ήταν ήδη ειλημμένη από την προηγούμενη ημέρα (8.9.2019) και η ενάγουσα είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά από την ταμία του καταστήματος ότι την επόμενη ημέρα θα καταγγελλόταν η σύμβαση εργασίας της.
Συνεπώς, η καταγγελία από πλευράς του εναγομένου δεν έγινε από εμπάθεια και εκδικητικότητα για τη διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων της ενάγουσας, αφού μέχρι τη στιγμή της καταγγελίας δεν είχε υπάρξει διεκδίκηση οποιουδήποτε δικαιώματος με νόμιμη οδό. Επισημαίνεται ότι η ανάρμοστη επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά της ενάγουσας στο κατάστημα του εναγομένου ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά διεκδίκηση, κατά την έννοια του νόμου, των όποιων εργασιακών δικαιωμάτων νόμιζε ότι στερείται και δεν θεωρείται καταχρηστική η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν αυτή οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του μισθωτού προς τον εργοδότη. Στην κρίση αυτή, δεν ασκεί έννομη επιρροή το εάν πράγματι ο εναγόμενος παρανόμως είχε παραλείψει να ασφαλίσει την ενάγουσα και να τη δηλώσει ως εργαζομένη, καθώς αυτό που κρίνεται εν προκειμένω είναι τα κίνητρα του εναγομένου προκειμένου να προβεί στην καταγγελία και όχι το εάν πράγματι ο ίδιος είχε παραλείψει νόμιμες οφειλόμενες ενέργειες. Μολαταύτα πρέπει να επισημανθεί ότι εν τέλει ουδεμία κύρωση επιβλήθηκε στον εναγόμενο λόγω μη υποβολής (ή εκπρόθεσμης υποβολής) ΑΠΔ, γεγονός που καταδεικνύει ότι όντως είχε υποβάλει χειρόγραφα τις ΑΠΔ, όπως ισχυρίζεται, και για τεχνικούς λόγους, που οφείλονται σε δυσλειτουργία του ΕΦΚΑ, εμφανιζόταν η ενάγουσα ως ανασφάλιστη χωρίς υπαιτιότητα του εναγομένου. Εν όψει όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν είχε ως γενεσιουργό αιτία τη συνδικαλιστική (ακόμη και αν ήθελε χαρακτηρισθεί ως τέτοια) δράση της ενάγουσας ούτε την εκδικητικότητα λόγω της διεκδίκησης από αυτήν των εργασιακών της δικαιωμάτων (αφού σε καμία διεκδίκηση αρμοδίως δεν είχε προβεί ως την καταγγελία), όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα.
Κατ' ακολουθίαν, η καταγγελία ήταν έγκυρη και παράγει όλες τις έννομες συνέπειές της, με συνέπεια να καθίσταται απορριπτέα η αγωγή στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Αντίθετα, και συνεπώς εσφαλμένα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι η καταγγελία ήταν άκυρη ως καταχρηστική, επειδή έγινε λόγω εμπάθειας και εκδικητικότητας από πλευράς του εναγομένου, επειδή η ενάγουσα διεκδίκησε τα εργασιακά της δικαιώματα, επιδικάζοντας εν συνεχεία αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, ο σχετικά υποστηρίζων πρώτος λόγος της Α' έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και συνακόλουθα να γίνει δεκτή η έφεση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η αγωγή προς εκδίκαση και να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.....Κατά λογική και νομική ακολουθία, απορριπτέοι στο σύνολό τους είναι οι λόγοι της Β' έφεσης, καθώς εφόσον κρίνεται ότι δεν υπήρξε καταχρηστικότητα της καταγγελίας, αμφότερα τα αιτήματα για τα οποία ασκήθηκε η έφεση είναι απορριπτέα.....". Με την ανωτέρω κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, αφού δέχθηκε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου δεν οφείλεται σε λόγους εμπάθειας και εκδίκησης, εξαιτίας της διεκδίκησης εργασιακών δικαιωμάτων της και της συνδικαλιστικής δράσης της, αλλά σε επαναλαμβανόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία ελάμβανε χώρα ενώπιον άλλων εργαζομένων και πελατών του καταστήματος και δημιουργούσε προβλήματα στη λειτουργία της επιχείρησης, με επακόλουθο τον κλονισμό της μεταξύ αυτής και του εργοδότη της σχέσης εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της εργασιακής σύμβασης. Παράλληλα, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία συνεπώς δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η ένδικη καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική, αλλά οφειλόταν στους λόγους που παραπάνω αναφέρονται, αφού δέχθηκε : Ότι η αναιρεσείουσα, μετά το ατύχημα που της συνέβη στις 23.8.2019 (έγκαυμα δευτέρου βαθμού στο πόδι της από εξάτμιση δικύκλου συναδέλφου της), θεωρώντας αναληθή τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου εργοδότη της, ότι η καθυστέρηση εμφάνισής της ως ασφαλισμένης στον ΕΦΚΑ οφειλόταν στο γεγονός ότι αυτός είχε υποβάλει χειρόγραφα και όχι ηλεκτρονικά στον εν λόγω ασφαλιστικό φορέα τις σχετικές ΑΠΔ, και αρνούμενη την πρότασή του να επισκεφθούν μαζί το αρμόδιο υποκατάστημα του ΕΦΚΑ, για να διαπιστώσει την αλήθεια του ισχυρισμού του, στις 2.9.2019 και περί ώρα 13:00 μετέβη στο κατάστημα του εναγομένου, και, μη βρίσκοντας εκεί τον ίδιο, παραπονέθηκε σε έντονο τόνο στους εκεί παρευρισκόμενους εργαζόμενους, ενώ αργότερα διαπληκτίστηκε και με τον ίδιο τον εναγόμενο, ο οποίος στο μεταξύ προσήλθε στο κατάστημα. Ότι και τις επόμενες ημέρες επέδειξε την ίδια επιθετική αλλά και εξυβριστική συμπεριφορά έναντι του εναγομένου, αποκαλώντας τον "ψεύτη" και "απατεώνα". Ότι εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς της, ο εναγόμενος στις 8.9.2019, έχοντας λάβει την απόφαση να την απολύσει, δηλαδή πριν η ενάγουσα προβεί σε οποιαδήποτε δικαστική ή εξώδικη διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων της και πάντως προτού προσφύγει με αίτησή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενέργεια στην οποία προέβη την αμέσως επόμενη ημέρα (…2019), ενημέρωσε μέσω της ταμία του καταστήματός του την ενάγουσα ότι την επόμενη ημέρα θα προέβαινε σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, όπως και έπραξε πράγματι την …2019. Ότι την ημέρα αυτή, αφού είχε ήδη πληροφορηθεί την προηγούμενη ημέρα την επικείμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από τον εναγόμενο, η ενάγουσα προσέφυγε (με την από …2019 αίτησή της) στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενημερώνοντας τον εργοδότη της με σχετική έγγραφη ανάρτησή της στην ιστοσελίδα που διατηρεί η επιχείρηση του τελευταίου στην διαδικτυακή πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης "facebook" και αρνούμενη στη συνέχεια, και δη την ίδια ημέρα, όταν μετέβη στο κατάστημα του εναγομένου, να παραλάβει την έγγραφη απόλυσή της, η οποία εν τέλει της επιδόθηκε στις …2019. Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, ήτοι ότι η ένδικη καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική, καθώς αιτία αυτής δεν ήταν εκείνη που η αναιρεσείουσα επικαλείται με την αγωγή της, ήτοι λόγοι εμπάθειας και εκδίκησης εξαιτίας της διεκδίκησης εργασιακών δικαιωμάτων της και της συνδικαλιστικής της δραστηριότητας, αλλά οφειλόταν, όπως υποστήριξε ο αναιρεσίβλητος, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, σε ηθελημένη και επαναλαμβανόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά της ιδίας, ως εργαζόμενης, προς τον εργοδότη της, η οποία ελάμβανε χώρα μπροστά σε άλλους εργαζόμενους και πελάτες του καταστήματος του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της ατομικής επιχείρησης του τελευταίου και, συνακόλουθα, να κλονιστεί η μεταξύ αυτής και του εργοδότη της σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της εργασιακής σύμβασης.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου, αντίστοιχα, παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν οι διάδικοι, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 1416/2023), διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 627/2024). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1354/2022, 804/2022), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1884/2024, 1284/2023, 1909/2022, 1858/2022). Καίτοι δε, δεν επιβάλλεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 779/2019) ή ο καθορισμός της βαρύτητάς τους και η επιρροή ενός εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, απαιτείται να καθίσταται απολύτως βέβαιο, από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008, 1884/2024, ΑΠ 242/2023, 500/2019). Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι παραδεκτά έγινε επίκληση και προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού που πρέπει, επίσης, να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1857/2024, 1648/2024, 26/2022, 516/2016).
Περαιτέρω, μεταξύ των ως άνω αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται τα έγγραφα και η ομολογία. Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη. Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται είτε ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), ακόμη δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη, στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 860/2011, ΑΠ 264/2009, ΑΠ 11/2004), είτε εκτός δίκης, προς τον αντίδικο ή τρίτον ή ενώπιον αρχής (ΑΠ 1187/2015, 1634/2011, 443/2011).
Εξάλλου, ο λόγος αυτός, για μη λήψη υπόψη της δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται νόμιμα με τις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου, όσο και του εγγράφου στο οποίο περιέχεται (ΑΠ 1306/2021, 488/2020, 1333/2019, 1291/2019, 1177/2018, 33/2014). Για την επίκληση αυτή, πρέπει να γίνει ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 1291/2019, ΑΠ 83/2014, ειδικώς δε για την εξώδικη ομολογία 1316/2020, 1573/2006). Πάντως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο δε εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα έγγραφα, από τα οποία συνάγεται, κατά τον λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 558/2023, 271/2021, 1417/2019, 617/2019, 767/2014).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, τα οποία η αναιρεσείουσα παραδεκτά επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις της, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, ως εκκαλούσα και εφεσίβλητη, προς απόδειξη των ουσιωδών για την έκβαση της δίκης αγωγικών ισχυρισμών της, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από τον εναγόμενο έγινε υπό τις περιστάσεις που ιστορούνται στην αγωγή και ήταν άκυρη ως καταχρηστική, συνακόλουθα δε και ότι θεμελιώνονται όλες οι ένδικες αξιώσεις της, ειδικότερα δε, ότι δεν έλαβε υπόψη του α) εκτύπωση λογαριασμού ασφαλισμένου, που την αφορά, εκδοθείσα από το αρμόδιο για τον εναγόμενο εργοδότη της Υποκατάστημα του ΕΦΚΑ (πλατείας Ομονοίας), με ημερομηνία 3.9.2019, από την οποία προκύπτει αφενός ότι αυτή την επομένη της 2.9.2019 πήγε στο Υποκατάστημα Ομονοίας και αφετέρου ότι ο εναγόμενος ουδέποτε είχε υποβάλει ΑΠΔ για την ασφάλισή της, β) το υπ' αριθ. …2019 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς της Επιθεώρησης Εργασίας, το οποίο συντάχθηκε επί της έγγραφης αναφοράς που υπέβαλε κατά του εναγομένου εργοδότη της και από το οποίο προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι διαπιστώθηκε σειρά παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας εκ μέρους του τελευταίου, όπως υπέρβαση του ωραρίου εργασίας των εργαζομένων σε σχέση με εκείνο που είχε συμφωνηθεί και κοινοποιούσε αυτός στις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές, γ) εκτυπώσεις αδήλωτων στις ελεγκτικές αρχές εβδομαδιαίων προγραμμάτων εργασίας του προσωπικού της επιχείρησης του εναγομένου, από την εφαρμογή ανταλλαγής ηλεκτρονικών μηνυμάτων Viber, από τις οποίες προκύπτει ότι ο τελευταίος συστηματικά και από την αρχή της απασχόλησής της παραβίαζε την εργατική νομοθεσία, αποκρύπτοντας τις πραγματικές ώρες εργασίας της, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή των ανάλογων ασφαλιστικών εισφορών και την εκπλήρωση των αντίστοιχων εργοδοτικών υποχρεώσεών του, δ) εξώδικη ομολογία του εναγομένου, η οποία περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης της 1.11.2019 της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Προστασίας Συνδικαλιστικών Στελεχών του άρθρου 15 του Ν. 1264/1982 (σελ. 84), τα οποία μετ' επικλήσεως προσκόμισε ο ίδιος ο εναγόμενος, κατά την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια δίκη, συναγόμενη (η εξώδικη αυτή ομολογία) από το ότι ο τελευταίος, καταθέτοντας ενώπιον της ως άνω Επιτροπής, στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ αυτού και του επίσης απολυθέντος εργαζομένου της επιχείρησής του, Κ. Δ., ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι "ο Δ. χρησιμοποίησε την Κ. για τη δική του συνδικαλιστική δράση" και ότι η τελευταία "έχασε τη δουλειά της εξαιτίας εκείνου (του Κ. Δ., δηλαδή), ο οποίος την ώθησε να αποπειραθεί να εξακριβώσει αν η εργασία της έχει δηλωθεί στον Ε.Φ.Κ.Α. και οδήγησε στο άνω επεισόδιο", ενώ εάν ελάμβανε υπόψη του τις ως άνω προσκομισθείσες αποδείξεις, δεν θα κατέληγε σε απορριπτικό αποδεικτικό πόρισμα, αλλά θα έκανε δεκτή την αγωγή της.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος, ως προς τα υπό στοιχ. α', β' και γ' σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω, βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από την επανεκτίμηση ".....και όλων των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, που λαμβάνονται υπόψη είτε αυτοτελώς ως αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένων και των εκτυπώσεων εβδομαδιαίων προγραμμάτων .....", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Ως προς δε το υπό στοιχ. δ' σκέλος του, που αφορά στην εξώδικη ομολογία, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου τόσο την ύπαρξη του αποδεικτικού αυτού μέσου (εξώδικης ομολογίας), όσο και το έγγραφο στο οποίο περιέχεται. Σε κάθε περίπτωση δε, ως προς το υπό στοιχ. δ' σκέλος του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την ως άνω βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω επίμαχο έγγραφο.
6. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 776/2024, 16/2023, 308/2020). Όταν δε, το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι, εάν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 5/2005). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 577/2025, 336/2024, 954/2023, 1148/2022, 990/2022, 510/2022, 1383/2021, 713/2015), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 954/2023, 990/2022, 85/2020), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 776/2024, 954/2023, 990/2022, 1108/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ήταν άκυρη, μεταξύ άλλων, και λόγω της παράλειψης του εναγομένου εργοδότη της, κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο που αυτή (καταγγελία) έγινε, να την ασφαλίσει και να την καταχωρίσει νομίμως στα μισθολόγια του ΕΦΚΑ, τον οποίο (ισχυρισμό), αν ελάμβανε υπόψη του, θα έκανε δεκτό το αίτημα της αγωγής της να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να της επιδικαστούν μισθοί υπερημερίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν τον αγωγικό ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, κρίνοντας ότι η καταγγελία δεν ήταν καταχρηστική, αφού δεν έγινε, όπως ισχυριζόταν η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την αγωγή της, από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης εξαιτίας της συνδικαλιστικής δράσης της, καθώς και της διεκδίκησης των εργασιακών δικαιωμάτων της, μεταξύ των οποίων και η ασφάλισή της, στην οποία κατά τους ισχυρισμούς της ουδέποτε προέβη ο εναγόμενος, αλλά οφειλόταν στην ηθελημένη και επαναλαμβανόμενη ανάρμοστη συμπεριφορά αυτής προς τον εργοδότη της, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να διαταραχθεί η εύρυθμη λειτουργία της ατομικής επιχείρησης του εναγομένου και, συνακόλουθα, να κλονιστεί η μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της εργασιακής σύμβασης.
7. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από …2023 (με αριθ. έκθ. κατάθ. …2023) αίτηση για αναίρεση υπ' αριθ. 1788/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ