Απόφαση 969 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 969 / 2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. Γ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Παπανικολάου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ρ. του Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Ρίζο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 957/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 754/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από …2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από …2024 και με αριθμό κατάθεσης …2024, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 754/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί της από …2023 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και β) της από …2023 αντίθετης έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της με αριθμ. 957/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την οριστική αυτή απόφαση, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από …2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως προς τις αιτούμενες, με επίκληση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διαφορές, μεταξύ νομίμων και καταβληθεισών, αποδοχών, αμοιβές και προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία, εργασία τις Κυριακές και τις αργίες με απόδοση και της ωφέλειας από την παροχή της λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης, αποδοχές αδείας με προσαύξηση 100% λόγω μη χορήγησης της ετήσιας κανονικής άδειας, επιδόματα εορτών και αδείας και διαφορές τέτοιων αποδοχών και επιδομάτων, και είχε δεχθεί, κατά τα λοιπά, εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της από …2019 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου εργοδότη, λόγω της καταχρηστικότητάς της (κύρια βάση), ως και την υποχρέωσή του για καταβολή στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από …2019 έως …2020, ποσού 12.740 ευρώ, νομιμοτόκως. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη, και, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου εργοδότη της, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που είχε δεχθεί την αγωγή, απέρριψε και κατά το μέρος αυτό την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (23-2-2024) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεση στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που την εξέδωσε (29-10-2024), δεν παρήλθε διετία (άρθρα 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1876/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. 11.2.α. του ν. 4093/2012, "οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθορίζουν τους ελάχιστους μη μισθολογικούς όρους εργασίας, που ισχύουν για τους εργαζόμενους όλης της χώρας. Βασικοί μισθοί, βασικά ημερομίσθια, κάθε είδους προσαυξήσεις αυτών και γενικά κάθε άλλος μισθολογικός όρος, ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων εργοδοτικών οργανώσεων και δεν επιτρέπεται να υπολείπονται του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού και ημερομισθίου", ενώ με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. 11.3.α. και 11.3.γ. του ν. 4093/2012, που τέθηκε σε εφαρμογή την 12-11-2012 (ΦΕΚ Α' 222/12-11-2012), καθορίστηκε νομοθετικά ο κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών στα 586,08 ευρώ (υποπαρ. 11.3.α) και ορίστηκε ότι ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω (υποπαρ. 11.3.γ.). Κατά την υποπαρ. 11.4 της παρ. ΙΑ του ιδίου νόμου, "Κάθε αναφορά της ισχύουσας νομοθεσίας γενικά στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) νοείται ο νόμιμος νομοθετημένος κατώτατος μισθός και κατώτατο ημερομίσθιο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπό το καθεστώς του ν. 4093/2012 οι μισθολογικοί όροι των ΕΓΣΣΕ ισχύουν μόνο για τους εργαζόμενους που απασχολούνται από εργοδότες των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ενώ τα γενικά κατώτατα όρια των αμοιβών εξασφαλίζονται πλέον με τον αναφερόμενο σε αυτές νομοθετικά καθοριζόμενο κατώτατο μισθό, ο οποίος και αντικατέστησε την ΕΓΣΣΕ στη λειτουργία της ως ρυθμιστικού μέσου για τη θέσπιση γενικών κατώτατων νόμιμων αποδοχών (ΑΠ 1001/2024, ΑΠ 1063/2023). Στη συνέχεια, και κατ' εφαρμογή του άρθρου 103 του ν. 4172/2013, με την Υ.Α. οικ. …2019 (ΦΕΚ …/2019), η οποία τέθηκε σε ισχύ από 1-2-2019, ο νόμιμος κατώτατος μισθός για τους υπαλλήλους ορίστηκε στο ποσό των 650 ευρώ. Οι προαναφερόμενες προσαυξήσεις προϋπηρεσίας, σύμφωνα με την παρ. 3 στ' της υποπαρ. ΙΑ.11 του ανωτέρω νόμου 4093/2012 και το άρθρο 4 της Π.Υ.Σ. …/2012, καταβάλλονται για προϋπηρεσία που έχει διανυθεί μέχρι τις 14-2-2012, ενώ αναστέλλεται η καταβολή τους εντεύθεν έως ότου το ποσοστό της ανεργίας διαμορφωθεί κάτω του 10% (ΑΠ 985/2022). Προϋπόθεση δε για τη θεμελίωση της κατά του εργοδότη αξίωσης προς καταβολή επιδόματος προϋπηρεσίας, την οποία παρέσχε ο μισθωτός σε άλλους εργοδότες σε καθήκοντα συναφή και ομότιμα, είναι η γνωστοποίηση σε αυτόν της εν λόγω προϋπηρεσίας και της χρονικής της διάρκειας, η οποία, εύλογα, δεν απαιτείται όταν η προϋπηρεσία έχει διανυθεί στον ίδιο (ΑΠ 634/2022, ΑΠ 199/2004).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 18310/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β 15), όπως αυτή συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε με την υπ' αριθμ. 25325/1951 (ΦΕΚ Β 86) κοινή απόφαση των ίδιων υπουργών, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των ν. 28/1944 και 866/1946, οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν νυκτερινή εργασία, δηλαδή εργασία από τις 22.00 έως τις 6.00, είτε καθ' όλο το διάστημα της νύκτας, είτε κατά ορισμένο τμήμα του, δικαιούνται να λαμβάνουν επιπλέον των κανονικών αποδοχών τους και προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου τους, και κατά την υπ' αριθ. 8900/1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β 15), όπως αυτή συμπληρώθηκε και ερμηνεύτηκε με την υπ' αριθμ. 25325/1951 (ΦΕΚ Β 86) κοινή απόφαση των ίδιων υπουργών, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση των ν.28/1944 και 866/1946, του άρθρου 2 του ΝΔ 3755/1957 και ΒΔ 748/1966, "στο προσωπικό γενικά όλων των εργασιών και επιχειρήσεων της χώρας, το οποίο, λόγω της φύσεως της εργασίας του απασχολείται κατά τις Κυριακές και τις καθιερωμένες από το νόμο σαν εξαιρέσιμες εορτές, καταβάλλεται για τις ημέρες αυτές το κανονισμένο εκάστοτε ημερομίσθιο, αυξημένο κατά 75%". Ειδικότερα, η προσαύξηση του ημερομισθίου για τους εργαζομένους κατά τις Κυριακές και τις μη εργάσιμες εορτές, υπολογίζεται επί του νομίμου μισθού και ισούται με το 75% του νομίμου ημερομισθίου (ΑΠ 698/2025, ΑΠ 204/2025, ΑΠ 773/2024).
Εξάλλου, στα άρθρα 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944 εκδοθείσας 25825/1951 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας με την οποία αυθεντικά ερμηνεύθηκαν οι 8900/1946 και 18310/1946 Υπουργικές αποφάσεις, που προβλέπουν την προσαύξηση των αποδοχών των κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες και κατά τις νύκτες εργαζόμενων μισθωτών, ορίσθηκε ότι οι χορηγούμενες προσαυξήσεις για τις εργασίες αυτές δεν συμψηφίζονται προς τις τυχόν καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ανώτερες των θεσπισμένων ελάχιστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται μόνον ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νόμιμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νόμιμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κ.λ.π. , κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Μια τέτοια συμφωνία περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νόμιμων ή παράνομων/κατ' εξαίρεση υπερωριών η οποία κατά τα άνω είναι άκυρη), δεν αντίκειται στην εκ των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, συναγόμενη αρχή, κατά την οποία, είναι άκυρη κάθε σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου υποκρύπτουσα παραίτηση του τελευταίου από νόμιμες αξιώσεις του, εφόσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις, ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (ΑΠ 698/2025, ΑΠ 176/2023, ΑΠ 1574/2022). Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1, 10 του Β.Δ. 748/1966, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ.3 του ν. 4504/1966 και 904 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο μισθωτός, που απασχολήθηκε νόμιμα ή παράνομα κατά την ημέρα της Κυριακής ή άλλη κατά νόμο εξαιρέσιμη αργία και με την προϋπόθεση ότι η απασχόλησή του αυτή υπερέβη τις πέντε (5) ώρες, δικαιούται αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσης (ρεπό) σε άλλη ημέρα της εβδομάδας και εντεύθεν έχει δικαίωμα, εκτός της προσαύξησης του 75% επί του νόμιμου ημερομισθίου του, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, να αξιώσει για την προσφορά της εργασίας του κατά την ημέρα της Κυριακής, όταν δεν του δοθεί άλλη ημέρα ανάπαυσης, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, την απόδοση της ωφέλειας που αδικαιολόγητα αποκόμισε ο εργοδότης από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, αποφεύγοντας έτσι ισόποση αμοιβή, που θα κατέβαλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου κατά την ημέρα αυτή, η οποία ανέρχεται στο 1/25 του νομίμου μισθού του (ΑΠ 698/2025, ΑΠ 773/2024, ΑΠ 1574/2022, ΑΠ 64/2020). Ο αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό εργαζόμενος δεν έχει την αξίωση αυτή, εάν έτυχε αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης (ΑΠ 662/2029, ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 196/2008).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ.1, 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, του άρθρου 8 της από 26.1.1977 ΕΓΣΣΕ, που μετά την κύρωσή της με το άρθρο 8 του ν. 549/1977, έχει ισχύ νόμου, και των άρθρων 4 της από 21.2.1990 ΕΓΣΣΕ, 5 της από 18.5.1998 ΕΓΣΣΕ, 6 της από 23.5.2000 ΕΓΣΣΕ και 3 της από 3.4.2008 ΕΓΣΣΕ, προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι ο εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μετά τη συμπλήρωση δωδεκάμηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργασίμων ημερών και αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας 20 εργασίμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σ' αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία απασχολούνται λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και για τους προαναφερόμενους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες. Από 1-1-1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 14 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν ο εργαζόμενος εργάζεται εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών, αν εργάζεται πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23-5-2000 ΕΓΣΣΕ μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Από 1-1-2008 εργαζόμενοι που συμπληρώνουν υπηρεσία 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία δώδεκα 12 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή 25 εργασίμων ημερών, αν εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά τη συμπλήρωση 25ετούς υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας δικαιούνται μία (1) επιπλέον εργάσιμη ημέρα, δηλαδή συνολικά τριάντα μία (31) ημέρες και είκοσι έξι (26) ημέρες, αντίστοιχα (ΑΠ 612/2025, ΑΠ 136/2021, ΑΠ 1117/2017). Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται εντός του έτους στο οποίο αφορά χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτησή του και περίπτωση που ο εργοδότης αρνείται, από υπαιτιότητά του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, να του χορηγήσει τη νόμιμη άδεια που εκείνος του ζήτησε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1β του α.ν. 539/1945, που προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, υποχρεούται, όταν λήξει το ημερολογιακό έτος μέσα στο οποίο όφειλε να του χορηγήσει την άδεια, να του καταβάλει τις αντίστοιχες αποδοχές των ημερών αδείας του, αυξημένες κατά 100%, δηλαδή στο διπλάσιο (ΑΠ 698/2025, ΑΠ 136/2021). Επίσης, κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στον μισθωτό κατ' έτος, ταυτόχρονα με τις αποδοχές αδείας, επίδομα αδείας, το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών αδείας που δικαιούται, υπό τον περιορισμό ότι το επίδομα αυτό δεν μπορεί να υπερβεί τις αποδοχές ενός 15ημέρου για τους αμειβομένους με μηνιαίο μισθό και τα 13 ημερομίσθια για τους αμειβομένους με ημερομίσθιο ή κατά μονάδα εργασίας ή με ποσοστά ή κατ' άλλον τρόπο (ΑΠ 137/2023, ΑΠ 136/2021).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 §§ 1 και 2 του ν. 1082/1980, 1 §§ 1 και 2, 3 §§ 1 και 2 και 10 § 1 της με αριθ. 19040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας συνάγεται ότι τα οφειλόμενα στους μισθωτούς επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, που (ισούνται το μεν επίδομα εορτών Χριστουγέννων με ένα μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 25 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, το δε επίδομα εορτών Πάσχα με μισό μηνιαίο μισθό για τους αμειβόμενους με μισθό και με 15 ημερομίσθια για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο, και) υπολογίζονται με βάση τις πραγματικά καταβαλλόμενες αποδοχές, ήτοι το σύνολο των τακτικών αποδοχών του μισθωτού, καταβάλλονται στο ακέραιο, εφόσον η σχέση εργασίας με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκησε ολόκληρη τη χρονική περίοδο από 1ης Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου στην περίπτωση του επιδόματος εορτών Πάσχα και από 1ης Μαΐου έως 31 Δεκεμβρίου στην περίπτωση του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων (ΑΠ 137/2023).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία για την πληρότητα του σχετικού περί εξόφλησης ισχυρισμού, αλλά και του αιτιολογικού της απόφασης, που δέχεται τον ισχυρισμό αυτό, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής (ΑΠ 649/2025, ΑΠ 1486/2024, ΑΠ 381/2014). Όταν δε ασκούνται με την αγωγή πλείονες αξιώσεις, πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, όπως στην περίπτωση των εργατικών αξιώσεων, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται σχετικό περί εξόφλησης ισχυρισμό του εναγομένου, ότι όλες γενικώς οι αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο καθώς και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό, διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 136/2021, ΑΠ 1418/2015, ΑΠ 381/2014, ΑΠ 377/2010, ΑΠ 437/2010). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους-αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα , δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων , που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου , που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 1458/2024, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1458/2024, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους, ερευνώμενους ενιαίως, πρώτο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας ως ουσιαστικά αβάσιμες τις αξιώσεις της α) για αμοιβές και προσαυξήσεις νυχτερινής εργασίας, εργασίας τις Κυριακές και τις αργίες, με τον αναφερόμενο νόμιμο μηνιαίο μισθό και ωρομίσθιο, και απόδοσης ωφέλειας εκ της παροχής εργασίας τις Κυριακές χωρίς χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, λόγω απόσβεσής τους (με συμψηφισμό και εξόφληση) και β) για αποδοχές αδείας με προσαύξηση 100%, επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), επιδομάτων αδείας και διαφορών τέτοιων αποδοχών και επιδομάτων, λόγω εξόφλησής τους, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του ν. 1876/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. 11.2.α., 11.3.α, 11.3.γ, 11.3. στ' του ν. 4093/2012, 103 του ν.4172/2013 σε συνδ. με την Υ.Α. οικ. 4241/127/30-1-2019 περί νόμιμου μισθού με επίδομα προϋπηρεσίας, ως και τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προβλέπουν τις ανωτέρω αξιώσεις της, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 440 και 416 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, με τις αναφερόμενες αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για τα κρίσιμα ζητήματα του νόμιμου μισθού αυτής (αναιρεσείουσας) υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας τα επίδικα χρονικά διαστήματα, ως βάσης υπολογισμού των προσαυξήσεων για νυχτερινή εργασία και εργασία τις Κυριακές και αργίες, και της απόσβεσης τόσο των αξιώσεών της αυτών, όσο και των αξιώσεών της για αποδοχές αδείας, με προσαύξηση του 100% λόγω μη χορήγησης αυτούσιας της νόμιμης άδειας, επιδόματα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και επιδόματα αδείας.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσείουσα] προσλήφθηκε από τον εναγόμενο [ήδη αναιρεσίβλητο] στις 23-11-2005 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί ως πωλήτρια-ταμίας στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος που διατηρούσε ο εργοδότης της: α) στην Αθήνα, στην … και β) στις … , επί της … , με βάση το πενθήμερο καθεστώς εργασίας επί οκτώ (8) ώρες ημερησίως, 40 ώρες εβδομαδιαίως, με κατά βάση πρωινή απασχόληση και ειδικότερα Δευτέρα-Πέμπτη από τις 07:00 π.μ. έως τις 14:00 μ.μ. και Παρασκευή-Σάββατο από τις 08:00 π.μ έως τις 14:00 μ.μ, εν συνεχεία το ωράριο εργασίας της τροποποιήθηκε σε Δευτέρα-Παρασκευή 06:00 π.μ έως 14:00 μ.μ. Το ανωτέρω ωράριο εργασίας της ενάγουσας προκύπτει σαφώς από τα προσαγόμενα και επικαλούμενα αντίγραφα των καταστάσεων προσωπικού και ωρών εργασίας από το ηλεκτρονικό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας με την ονομασία "ΕΡΓΑΝΗ" όπου ανακοινώνεται ηλεκτρονικά η κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας. Όταν το ωράριο αυτό κατ' εξαίρεση τροποποιείται, καταχωρείται αντίστοιχα στους Πίνακες Προσωπικού της επιχείρησης και καταβάλλονται οι αντίστοιχες προσαυξημένες αποδοχές, αν τυχαίνει οι ώρες εργασίας να συμπίπτουν με νυχτερινό ωράριο ή με εργασία σε Κυριακές και αργίες. Ο εναγόμενος διατηρεί αλυσίδα παρασκευαστηρίων τυροπιτών και συναφών ειδών με τον διακριτικό τίτλο "ΟΙ ΜΕΡΑΚΛΗΔΕΣ", απαριθμώντας 8 παραρτήματα και απασχολώντας περί τα 80 άτομα συνολικά ως προσωπικό. Από την αρχή της εργασιακής σχέσης είχε συμφωνηθεί η παροχή εργασίας κατά κυλιόμενο ωράριο, ως είθισται άλλωστε σε επιχειρήσεις ανάλογες, όπου όλο το προσωπικό εργάζεται βάσει του εν λόγω συστήματος εργασίας, με εργασία 40 ωρών την εβδομάδα.
Συνεπώς το ωράριο της ενάγουσας, ήταν εναλλασσόμενο, όπως και των υπολοίπων συναδέλφων της και πάντοτε καταβάλλονταν οι προσαυξημένες αποδοχές για νυχτερινή εργασία και εργασία σε Κυριακές και αργίες, ενώ, σε περίπτωση εργασίας σε Κυριακές χορηγούνταν μέσα στην εβδομάδα, τόσο στην ενάγουσα, όσο και σε οποιονδήποτε άλλον εργαζόμενο της επιχείρησης, αντίστοιχη ημέρα ανάπαυσης-ρεπό. Ωστόσο ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι υποχρεωνόταν να εργάζεται συστηματικά κατά 3 Κυριακές τον μήνα σε νυχτερινό, μάλιστα, ωράριο και κατά όλες τις εξαιρετέες αργίες, δεν αποδείχθηκε, ενώ δεν προκύπτει ούτε από τους προσκομισθέντες από τον εναγόμενο πίνακες προσωπικού. Αναφορικά με τις αποδοχές της ενάγουσας συμφωνήθηκε ο μικτός μηνιαίος μισθός της να ανέρχεται στο ποσό των οκτακοσίων είκοσι ενός (821) ευρώ για το χρονικό διάστημα από …2014 έως και …2019 και εννιακοσίων δέκα (910) ευρώ για το χρονικό διάστημα από …2019 έως …2019. Ο μισθός αυτός δεν θα είναι κατώτερος από τον μισθό που προβλέπουν κάθε φορά οι ΣΣΕ και ΔΑ "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Τουριστικών και Επισιτιστικών Καταστημάτων όλης της Χώρας", με τα πάσης φύσεως επιδόματα που συμφωνήθηκε να έχουν εφαρμογή από την έναρξη ισχύος τους που διαλαμβάνεται σε αυτές, άλλως εκ νόμου καθώς τόσο η ενάγουσα όσο και ο εναγόμενος ως εργοδότης ανήκουν στις αντίστοιχες συνδικαλιστικές επαγγελματικές οργανώσεις που συμβλήθηκαν για την κατάρτισή τους. Όπως προκύπτει από την γνωστοποίηση των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της κατά την πρόσληψή της ανέρχονταν στο ποσό των 761,91 ευρώ μικτά σύμφωνα με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας του 2012.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 37 του ν.4024/2011, αναστέλλεται η εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 11 του ν. 1876/90, που αναφέρονται στην κήρυξη ως γενικώς υποχρεωτικών των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ως το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής. Επομένως, οι εν λόγω ΣΣΕ δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην σύμβαση της ενάγουσας. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο ΙΑ.11 του Ν.4093/2012, "3. Μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν.4046/2012 και οι επακολουθούσες τροποποιήσεις αυτών καθορίζεται ο νόμιμος κατώτατος μισθός υπαλλήλων και το ημερομίσθιο εργατοτεχνιτών ως εξής: (α) Για τους υπαλλήλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίζεται 586,08 ευρώ και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίζεται σε 26,18 ευρώ. [...] (γ) ι) Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός των υπαλλήλων άνω των 25 ετών προσαυξάνεται με ποσοστό 10% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως τρεις τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνικών άνω των 25 ετών προσαυξάνεται σε ποσοστό 5% για κάθε τριετία προϋπηρεσίας και έως έξι τριετίες και συνολικά 30% για προϋπηρεσία 18 ετών και άνω". Βάσει του ως άνω άρθρου θεσπίστηκε νέο σύστημα καθορισμού νόμιμου γενικού κατώτατου μισθού υπαλλήλων και ημερομισθίου εργατοτεχνικών, τεθέν σε ισχύ από 01η. 04.2013. Μετά τη χρονολογία αυτή ο νόμιμος κατώτατος μισθός και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργαζομένων όλης της χώρας ορίζεται αποκλειστικά με κρατικό κανόνα, και όχι πλέον με ΕΓΣΣΕ. Έτσι, από την εισαγωγή του νέου αυτού συστήματος, κάθε αναφορά της νομοθεσίας στον ελάχιστο μισθό ή στο ελάχιστο ημερομίσθιο της ΕΓΣΣΕ, παραπέμπει στο νομοθετημένο γενικό κατώτατο μισθό και στο κατώτατο ημερομίσθιο (άρθρο Πρώτο, παρ.ΙΑ.11 παρ.4 Ν.4093/2012). Εν συνεχεία, βάσει της ΥΑ οικ/2019 (ΥΑ οικ. 4241/127 ΦΕΚ Β 173 2019) ο καθορισμός κατώτατου μισθού και κατώτατου ωρομισθίου για τους υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες, από 01.02.2019, ο κατώτατος μισθός αφαιρουμένων των τριετιών προϋπηρεσίας ορίστηκε εφεξής στα 650 ευρώ μικτά. Σύμφωνα με τα ανωτέρω στην ενάγουσα καταβαλλόταν ως σύνολο αποδοχών ποσό υπέρτερο του νομίμου ως άνω αναφερόμενου, συνυπολογιζομένων των επιδομάτων προϋπηρεσίας και λοιπών δικαιούμενων εκ του νόμου. Ειδικότερα, το 2013 η ενάγουσα ελάμβανε μικτές αποδοχές 859,29 ευρώ μικτά και, εν συνεχεία, κατά τη στιγμή της απολύσεώς της το 2019 η ενάγουσα ελάμβανε ως τακτικές αποδοχές το ποσό των 910 ευρώ μικτά, παρόλο που ως συνομολογεί η ίδια με την αγωγή της, ουδέποτε είχε δηλώσει προϋπηρεσία στην επιχείρηση προσκομίζοντας τα αντίστοιχα έγγραφα, όπως απαιτείται για να υπολογιστεί η προϋπηρεσία. Ο εργαζόμενος πρέπει να προσκομίσει στον εργοδότη του, κατά την πρόσληψή του είτε μεταγενέστερα, πιστοποιητικό των προηγούμενων εργοδοτών ή ασφαλιστικά βιβλιάρια, ένσημα, μισθολογικές καταστάσεις ή οτιδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο [...]. Ο υπολογισμός της προϋπηρεσίας γίνεται από την προσκόμιση των πιστοποιητικών και έπειτα [...]. Σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα γνώριζε και συναινούσε ως προς το ύψος της αμοιβής της, υπογράφοντας τις αποδείξεις πληρωμών της ανεπιφύλακτα καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης. [....].
Εν προκειμένω, η ενάγουσα σύμφωνα με τον νόμιμο κατώτατο μισθό από 1.4.2013, χωρίς τριετίες καθώς ουδέποτε, γνωστοποίησε προϋπηρεσία στην επιχείρηση του εργοδότη της, θα έπρεπε να λαμβάνει 586,08 ευρώ μικτά, βάσει της υποπαραγράφου ΙΑ.11 του Ν.4093/2012. Εν συνεχεία, από 01.02.2019 και μέχρι την απόλυσή της θα έπρεπε να λαμβάνει 650 ευρώ μικτά, βάσει της ΥΑ Οικ/2019 (ΥΑ οικ. 4241/127 ΦΕΚ Β 173 2019). Η ενάγουσα ωστόσο, λάμβανε 859,29 ευρώ μικτά το 2013 και 910 ευρώ μικτά το 2019. Στο ποσό αυτό δύναται να συμψηφιστεί, για κάθε μήνα, κάθε αξίωση της ενάγουσας που τυχόν υφίσταται. Πιο συγκεκριμένα, από τις διατάξεις της 8900/46 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύτηκε με την ΥΑ 25825/51, προκύπτει ότι η προσαύξηση 75% της αμοιβής των μισθωτών για την εργασία που παρέχουν κατά τις Κυριακές και αργίες, υπολογίζεται πάντοτε επί των υποχρεωτικώς θεσπισμένων ελάχιστων ορίων των αποδοχών τους, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα κατά νόμο επιδόματα.
Εξάλλου, κατά την έννοια της 18310/46 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύτηκε και συμπληρώθηκε με την 25825/51 απόφασή τους και την … απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ή βάσει αυτών οφειλόμενη προσαύξηση για νυκτερινή εργασία υπολογίζεται στο σύνολο των νόμιμων αποδοχών του μισθωτού, που περιλαμβάνουν το βασικό μισθό και τα από το νόμο οριζόμενα επιδόματα [...]. Επομένως, για τον υπολογισμό των ανωτέρω προσαυξήσεων λαμβάνεται υπόψη ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο που προβλέπεται από την οικεία συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση καθώς επίσης και τα κάθε είδους επιδόματα, όπως π.χ. πολυετίας, ανθυγιεινής εργασίας κ.λ.π., τα οποία όμως και αυτά προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, γιατί θεωρούνται ως τμήμα από τις αποδοχές του εργαζόμενου. Λόγω δε της παύσεως ισχύος οποιασδήποτε ΣΣΕ ή ΔΑ με την οποία τυχόν είχαν διατηρηθεί σε ισχύ όροι μισθολογικοί, σύμφωνα με τα οριζόμενα πλέον στο ν.4046/2012 οι όποιοι νόμιμοι μισθοί ήθελε κριθεί ότι ίσχυαν για την ενάγουσα επανήλθαν στον βασικό μισθό και τα προβλεπόμενα περιοριστικά τέσσερα επιδόματα, χωρίς όμως ο μετενεργών αυτός μισθολογικός όρος, ως ενοχικός όρος, να έχει το χαρακτήρα νόμιμου μισθού, με βάση τον οποίο πρέπει να υπολογισθούν οι αιτούμενες προσαυξήσεις, καθώς αυτός μπορεί να τροποποιηθεί όχι μόνο ευμενέστερα αλλά και δυσμενέστερα, είτε με νέα συλλογική ρύθμιση είτε με μεταγενέστερη ατομική συμφωνία το περιεχόμενο της οποίας δεν επιτρέπεται να υπολείπεται του αντίστοιχου κατώτατου μισθού. [....]. Επομένως, νόμιμο ωρομίσθιο επί του οποίου και υπολογίζονται οι όποιες προσαυξήσεις για εργασία τη νύχτα ή για εργασία σε Κυριακές και Αργίες είναι από 01.04.2013 τα 3,53 ευρώ (κατώτατος νομοθετημένος μισθός 586,08 ευρώ μικτά) και από 01.02.2019 τα 3,9 ευρώ (κατώτατος νομοθετημένος μισθός 950 ευρώ μικτά). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ο συνυπολογισμός των προσαυξήσεων λόγω δήθεν τακτικής εργασίας σε Κυριακές και νύχτες.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, καθ' όλη την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας της έχει λάβει τα δικαιούμενα ποσά για Δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως προκύπτει και από τις αποδείξεις πληρωμής αποδοχών που η ίδια έχει υπογράψει ανεπιφύλακτα και τα καταθετήρια σε τραπεζικό της λογαριασμό που προσκομίζει και επικαλείται ο εναγόμενος. Αντιθέτως, από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου λογιστή της επιχείρησης, σε συνδυασμό με το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζει και επικαλείται ο εργοδότης, αποδείχθηκε ότι ο ίδιος κατέβαλε πάντοτε εμπρόθεσμα τις νόμιμες αποδοχές εκδίδοντας τις αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών τις οποίες και υπέγραψε ανεπιφύλακτα η ενάγουσα.
Περαιτέρω το γεγονός ότι καθ' όλη τη διάρκεια της σχέσης εργασίας της, και ειδικότερα κατά τη διάρκεια 14 ετών που απασχολούνταν στην επιχείρηση του εναγομένου, η ενάγουσα ουδέποτε προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας διαμαρτυρόμενη για οποιονδήποτε λόγο, για τις συνθήκες εργασίας της ή την μη καταβολή των αντίστοιχων στην απασχόλησή της αποδοχών ενισχύει την πεποίθηση ότι αβάσιμα διατείνεται ότι δεν ελάμβανε τις νόμιμες αποδοχές της για όλα τα έτη απασχόλησής της αποδοχών ενισχύει την πεποίθηση ότι αβάσιμα διατείνεται ότι δεν ελάμβανε τις νόμιμες αποδοχές της για όλα τα έτη απασχόλησής της και μάλιστα πέραν της πενταετίας από την άσκηση της αγωγής, για την οποία οι αξιώσεις της έχουν υποπέσει σε παραγραφή (αρθ.250 περ.6 & 17, 251, 252 ΑΚ). Η ενάγουσα από την αρχή της εργασιακής της σχέσης το 2005 μέχρι και την λύση αυτής το 2019, λάμβανε κανονικά όλες τις δικαιούμενες ημέρες αδείας κατ' έτος, τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας και επιδόματα, ως αποδεικνύεται από τα εκκαθαριστικά σημειώματα, τα οποία έχει υπογράψει και η ίδια ανεπιφύλακτα, τα αντίγραφα κινήσεων του τραπεζικού της λογαριασμού που η ίδια προσκόμισε, αλλά και από τις ένορκες βεβαιώσεις των εργαζομένων στην επιχείρηση του εναγομένου συναδέλφων της ενάγουσας, που προσκομίζει ο εναγόμενος. Τα αντίθετα που υποστηρίζονται από την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης δεν είναι πειστικά διότι η ανωτέρω μάρτυρας έχει ασκήσει αγωγή κατά του εναγομένου με το ίδιο περιεχόμενο, ενώ δεν υποστηρίζονται από κανένα άλλο έγγραφο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και επίσης ορθά εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα απ' αυτές πραγματικά περιστατικά, ώστε τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της δεύτερης εφέσεως της ενάγουσας πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. [...] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με αυτή, πρέπει [...] η δεύτερη υπό κρίση έφεση στο σύνολό της να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη [...]". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προσδιόρισε τις μηνιαίες νόμιμες αποδοχές και το προκύπτον απ' αυτές νόμιμο ωρομίσθιο της αναιρεσείουσας τα επιμέρους επίδικα χρονικά διαστήματα στα αναφερόμενα ποσά, κρίνοντας ουσιαστικά αβάσιμα (και) τα αγωγικά αιτήματα α) επιδίκασης απόδοσης ωφελείας εκ της παροχής εργασίας τις Κυριακές και αργίες χωρίς χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης καθ' όλη τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης εργασίας (από …2005 έως …2019) και β) αμοιβών και προσαυξήσεων για νυχτερινή εργασία, εργασία τις Κυριακές και αργίες, αποδοχών αδείας, με προσαύξηση του 100% λόγω μη χορήγησης αυτούσιας της ετήσιας κανονικής άδειας αναψυχής, επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), επιδομάτων αδείας, ως και διαφορών τέτοιων αποδοχών και επιδομάτων των επιδίκων ετών λόγω απόσβεσής τους, και επικουρικά, για το προγενέστερο της πενταετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής επίδικο χρονικό διάστημα, λόγω συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής όλων των ανωτέρω αξιώσεων, απέρριψε κατ' ουσίαν την συνεκδικασθείσα, με την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας επικυρώνοντας κατά το μέρος αυτό την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή κατά το μέρος τούτο. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά με τις αξιώσεις αποδοχών και προσαυξήσεων για εργασία τις Κυριακές, τις αργίες και κατά τη διάρκεια της νύχτας, αποδοχών αδείας, με προσαύξηση του 100% λόγω μη χορήγησης αυτούσιας της νόμιμης άδειας, επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα), επιδομάτων αδείας και την απόσβεσή τους, παραβίασε εκ πλαγίου τις, ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του ν. 1876/1990, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. 11.2.α., 11.3.α, 11.3.γ, 11.3. στ' του ν. 4093/2012, 103 του ν.4172/2013 σε συνδ. με την Υ.Α. οικ. 4241/127/30-1-2019, περί νομίμου μισθού με επίδομα προϋπηρεσίας, ως και τις λοιπές προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προβλέπουν τις εν λόγω αξιώσεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 440, 416 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσης του περί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών για τα κρίσιμα ζητήματα του νόμιμου μισθού τα επίδικα χρονικά διαστήματα, που συνιστά τη βάση υπολογισμού των προσαυξήσεων για εργασία τις Κυριακές και εξαιρετέες ημέρες (με το προκύπτον ημερομίσθιο) και για νυχτερινή εργασία (με το προκύπτον ωρομίσθιο), και της απόσβεσης λόγω καταβολής όλων των ανωτέρω αξιώσεων, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το Εφετείο Α) αναφορικά με το ζήτημα της εργασίας τις Κυριακές, τις αργίες και κατά τη διάρκεια της νύχτας και την απόσβεση των αξιώσεων αμοιβών και προσαυξήσεων α) ενώ δέχεται ότι με την ένδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου καθορίστηκε ο μικτός μηνιαίος μισθός της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) αρχικά στο ποσό των 761,91 ευρώ, ακολούθως, το έτος 2013 στο ποσό των 859,20 ευρώ, το διάστημα από …2014 έως …2019 στο ποσό των 821 ευρώ και από την …2019 στο ποσό των 910 ευρώ, για την απασχόλησή της υπό σύστημα πενθήμερης εργασίας, από Δευτέρα έως Παρασκευή, επί 8ωρο ημερησίως, από ώρα 06.00 έως 14.00 και 40ωρο εβδομαδιαίως, ακολούθως αντιφατικά δέχεται ότι κάθε αξίωση της ενάγουσας για προσαυξήσεις από την εργασία της τις Κυριακές, τις αργίες και νυχτερινή εργασία μπορούσε να συμψηφιστεί ανά μήνα με τις ανωτέρω καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, μηνιαίες αποδοχές της και μάλιστα χωρίς να διαλαμβάνει παραδοχή ότι υπήρξε σχετική συμφωνία των διαδίκων, όπως απαιτείται προς τούτο, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, απαγορεύεται ο καταλογισμός αυτός να γίνεται μονομερώς από τον εργοδότη, β) δεν προσδιορίζει με σαφήνεια ποιες ήταν οι μικτές νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης, βάσει των οποίων υπολογίζονται οι εν λόγω αξιώσεις της, καθόσον, ενώ γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα, που ήταν άνω των 25 ετών, από τις προσλήψεώς της από τον εναγόμενο (23-11-2005) μέχρι τις 14-2-2012 (χρόνος αναστολής του επιδόματος προϋπηρεσίας-τριετιών) είχε συμπληρώσει δύο τριετίες προϋπηρεσίας παρέχοντας τις υπηρεσίες της στον ίδιο και οι παραδοχές αυτές συνεπάγονται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ότι αυτή εδικαιούτο, άνευ άλλου τινός, επίδομα προϋπηρεσίας δύο τριετών, συνολικού ποσοστού 20%, ανερχομένου έτσι, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, του νόμιμου μηνιαίου μισθού της για το διάστημα από 14-2-2012 έως 31-1-2019 στο ποσό των 703,30 ευρώ, με προκύπτον ωρομίσθιο (703,30Χ6/25:40=) 4,22 ευρώ και από την 1-2-2019 στο ποσό των 780 ευρώ με προκύπτον ωρομίσθιο 4,68 ευρώ, ακολούθως γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται επίδομα προϋπηρεσίας, καθόσον είχε προϋπηρεσία την οποία δεν γνωστοποίησε ως όφειλε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) εργοδότη της, ανερχομένου έτσι του νομίμου μισθού της για τα ίδια ως άνω διαστήματα, χωρίς το επίδομα προϋπηρεσίας, στο ποσό των 586,08 ευρώ και 650 ευρώ αντίστοιχα, με προκύπτον ωρομίσθιο 3,53 ευρώ και 3,9 ευρώ, αντίστοιχα, γ) ενώ δέχεται ότι καταβάλλονταν πάντοτε στην ενάγουσα οι προσαυξημένες αποδοχές για νυχτερινή εργασία, εργασία τις Κυριακές και αργίες και επομένως αποσβέστηκαν οι σχετικές αξιώσεις της με καταβολή (ΑΚ 416), στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι οι ίδιες αξιώσεις της ενάγουσας συμψηφίστηκαν με τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές της, δηλαδή ότι αποσβέστηκαν με συμψηφισμό (ΑΚ 440), δ) τέλος, αν και δέχεται ότι η ενάγουσα το επίδικο διάστημα εργάστηκε Κυριακές, αργίες και κατά τη διάρκεια της νύχτας, παραλείπει να εκθέσει τις συγκεκριμένες Κυριακές, αργίες και τις νυχτερινές ώρες που εργάστηκε, και τα ποσά που αυτή δικαιούται διακριτώς, για αμοιβή και προσαύξηση του ημερομισθίου της κατά 75% λόγω εργασίας της τις Κυριακές και αργίες και του ωρομισθίου της κατά 25% λόγω της εργασίας της κατά τη διάρκεια της νύχτας, ως και τα ποσά που της κατέβαλε ο εναγόμενος, για την αντίστοιχη αιτία, προκειμένου να διακριβωθεί από τη συσχέτιση των ποσών αυτών, αν επήλθε ή όχι απόσβεσή τους με καταβολή (ΑΚ 416), στο πλαίσιο σχετικού, παραδεκτά προβληθέντος, ισχυρισμού του εναγομένου, και Β) αναφορικά με το ζήτημα της χορήγησης της ετήσιας κανονικής άδειας ανάπαυσης, του δικαιούμενου ποσού των αποδοχών αδείας, επιδομάτων αδείας και των επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) των ετών αυτών και της καταβολής τους το επίδικο διάστημα δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του τον δικαιούμενο κατ' έτος αριθμό ημερών αδείας, το χρόνο χορήγησης της άδειας αυτής, ώστε να κριθεί αν οι ημέρες άδειας που χορηγήθηκαν κατά τα επίδικα έτη ήταν οι δικαιούμενες, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, και εάν συνέπιπταν ή όχι αργίες και Σαββατοκύριακα, καθώς και τα ποσά που η ενάγουσα δικαιούνταν για αποδοχές αδείας επιδόματα αδείας και επιδόματα εορτών, διακριτώς, και αυτά που της καταβλήθηκαν για να την αντίστοιχη αιτία, ώστε να διακριβωθεί, από τη σύγκριση δικαιούμενων και καταβληθέντων ποσών, εάν επήλθε ή όχι η απόσβεση των σχετικών αξιώσεων με καταβολή (ΑΚ 416). Η αναφορά μόνο στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "καθ' όλη τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας η ενάγουσα έχει λάβει τα δικαιούμενα ποσά για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα".. "...ο εργοδότης της πάντα της κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές".. και ότι "...η ενάγουσα από την αρχή της εργασιακής σχέσης το 2005 μέχρι τη λύση αυτής το 2019, λάμβανε κανονικά όλες τις δικαιούμενες ημέρες άδειας κατ' έτος, τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας και επιδόματα", χωρίς προσδιορισμό των δικαιούμενων και των καταβληθέντων ποσών, δεν καθιστά σαφή την εν λόγω παραδοχή. Κατόπιν τούτων το Εφετείο με τις ανωτέρω αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού δεν προκύπτουν από αυτή τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καθισταμένου έτσι ανέφικτου του ελέγχου της ορθότητας ή μη της εφαρμογής τους. Επομένως, οι υπό κρίση λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αναφορικά με τις προαναφερόμενες αξιώσεις της, είναι βάσιμοι, για το επίδικο, όμως, διάστημα της τελευταίας πενταετίας πριν την άσκηση της αγωγής, δεδομένου ότι για τις αξιώσεις αυτές του προγενέστερου επιδίκου διαστήματος δεν πλήττεται η επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, της ουσιαστικής αβασιμότητάς τους λόγω συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής τους, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό της πόρισμα και το διατακτικό της.
Περαιτέρω, οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κριθείσα αβασιμότητα της αξίωσής της για την απόδοση της ωφέλειας του αντιδίκου της από την παροχή της εργασίας της τις Κυριακές και αργίες χωρίς χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσής της, είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι για την κρίση αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης αρκεί η αιτιολογία της ότι, κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για την εργασία της ενάγουσας σε εξαιρετέες ημέρες εντός της εβδομάδας, της χορηγείτο από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο μέσα στην εβδομάδα αυτή άλλη ημέρα ανάπαυσης-ρεπό, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο αμειβόμενος με μισθό εργαζόμενος ο οποίος έτυχε αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης εντός της εβδομάδας για την εργασία του την Κυριακή ή άλλη αργία, δεν έχει την ανωτέρω αξίωση έναντι του εργοδότη του, όπως κρίθηκε εν προκειμένω. Η αξιούμενη από την αναιρεσείουσα περαιτέρω αιτιολόγηση του αποφατικού αποδεικτικού πορίσματος της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν ιδρύει τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αφού για την πληρότητα της αιτιολογίας της δεν απαιτείται να εκτίθεται και γιατί δεν αποδείχθηκε η ανωτέρω αγωγική αξίωση. Τέλος, η έλλειψη αναφοράς των αποδεικτικών μέσων στα οποία στήριξε η προσβαλλόμενη απόφαση το αποδεικτικό της πόρισμα για την αβασιμότητα της αγωγής ως προς τις ανωτέρω αξιώσεις δεν συνιστούν αιτιολογίες της, αλλά αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, και, συνεπώς, οι διαλαμβανόμενες στους κρινόμενους λόγους της αναίρεσης σχετικές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και είναι απαράδεκτες. Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξαιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο (ή περισσότερων) επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες της (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 860/2022, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 420/2017). Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής ή επάλληλης αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 242/2024, ΑΠ 860/2022, AΠ 61/2020). Από τον συνδυασμό δε των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 1 και 10 του Β.Δ. 748/1966, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 παρ.3 του ν. 4504/1966, και 904 του ΑΚ, συνάγεται ότι ο μισθωτός δικαιούται να αξιώσει από τον εργοδότη του, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την απόδοση της, ίσης με το 1/25 του νόμιμου μισθού του, ωφέλειας που ο τελευταίος αποκόμισε από την εργασία του κατά την ημέρα της αναπληρωματικής εβδομαδιαίας ανάπαυσής του, την οποία δεν του χορήγησε, ως όφειλε, παρά την νόμιμη ή παράνομη απασχόλησή του κατά την ημέρα της Κυριακής ή άλλη κατά νόμο εξαιρέσιμη αργία (ΑΠ 698/2025, ΑΠ 773/2024, ΑΠ 1574/2022). Η αξίωσή του αυτή, επειδή θεμελιώνεται στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, υπόκειται στην κοινή εικοσαετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 249 ΑΚ και όχι στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 250 αρ. 17 ΑΚ (ΑΠ 1574/2022, ΑΠ 1719/2010, ΑΠ 1150/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 250 αρ.17 ΑΚ που δεν ήταν εφαρμοστέα, απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αξίωσή της για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο αντίδικός της από την εργασία της τις Κυριακές και τις αργίες χωρίς χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσής της, για το μέρος του επιδίκου διαστήματος που εκτείνεται από τις 23-11-2005 μέχρι την έναρξη της πενταετίας πριν την άσκηση της αγωγής της, με την επάλληλη αιτιολογία της συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής της, που προβλέπεται από την ανωτέρω διάταξη (του άρθρ. 250 αρ.17 ΑΚ), ενώ η αξίωσή της αυτή υπόκειται στην κοινή εικοσαετή παραγραφή της ΑΚ 249, την οποία το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Από τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με την εργασία της αμειβόμενης με μηνιαίο μισθό ενάγουσας τις Κυριακές και τις αργίες δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της για συστηματική εργασία της 3 Κυριακές το μήνα και όλες τις εξαιρετέες αργίες, ενώ σε περίπτωση τέτοιας εργασίας της, της χορηγούνταν μέσα στην εβδομάδα τόσο στην ενάγουσα, όσο και σε οποιονδήποτε άλλον εργαζόμενο της επιχείρησης, αντίστοιχη ημέρα ανάπαυσης-ρεπό. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι "...μάλιστα πέραν της πενταετίας από την άσκηση της αγωγής...οι αξιώσεις της (ενάγουσας) έχουν υποπέσει σε παραγραφή (άρθρα 250 περ.6 & 17, 251, 252 ΑΚ)". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ως προς την αιτούμενη από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα απόδοση της ωφελείας του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου εργοδότη της από την παροχή της εργασίας τις Κυριακές και αργίες χωρίς χορήγηση άλλης, αναπληρωματικής, ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης, είναι ουσιαστικά αβάσιμη. Μετά ταύτα (το Εφετείο) απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, α) με κύρια αιτιολογία την ανυπαρξία της ανωτέρω αξίωσής της καθ' όλη τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης εργασίας, το μεν διότι δεν εργάστηκε όλες τις επικαλούμενες με την αγωγή της Κυριακές και αργίες, το δε διότι, γι' αυτές που εργάστηκε, της χορηγήθηκε από τον εργοδότη της αναπληρωματική ημέρα εβδομαδιαίας ανάπαυσης, και β) με επικουρική αιτιολογία, για το επίδικο διάστημα από την πρόσληψή της (23-11-2005) μέχρι την έναρξη της πενταετίας πριν άσκηση της αγωγής της, λόγω της συμπλήρωσης της πενταετούς παραγραφής, κατ' άρθρο 250 αρ.17 ΑΚ. Από τις ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, η κύρια αιτιολογία της στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της για την αβασιμότητα της εν λόγω αγωγικής αξίωσης και το διατακτικό της για την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της κατά το μέρος τούτο. Η αιτιολογία αυτή κατά το πρώτο σκέλος της δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος της στο πλαίσιο έρευνας του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά τα προαναφερόμενα, δεν πλήττεται επιτυχώς. Επομένως, εφόσον με τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης πλήττεται μόνο η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την ουσιαστική αβασιμότητα της προαναφερόμενης αγωγικής αξίωσης (λόγω της παραγραφής της) και όχι η προεκτεθείσα και μη πληττόμενη και δη επιτυχώς κύρια αιτιολογία της που στηρίζει αυτοτελώς το πόρισμά της για την ουσιαστική αβασιμότητά της και το διατακτικό της απόρριψης της έφεσης της αναιρεσείουσας, ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής και για το λόγο αυτό απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3198/1955, η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Κατά το εδάφιο β' της ίδιας διάταξης, η καθυστέρηση δόσης της αποζημίωσης από τις οφειλόμενες κατά την παρ.1 εδ.β' του άρθρου 2 του ιδίου νόμου συνεπάγεται ακυρότητα της καταγγελίας και ο διαδραμών χρόνος θεωρείται ως χρόνος συνέχισης της εργασίας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, συνάγεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην περίπτωση μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και στην περίπτωση καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης (ΑΠ 791/2025, ΑΠ 703/2024, ΑΠ 759/2023), η οποία υπολογίζεται κατά τα άρθρα 3 παρ.2 του Ν.2112/1920 και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955 με βάση τις τακτικές αποδοχές του απολυόμενου μισθωτού του τελευταίου πριν την καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 759/2023, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 839/2019). Στην περίπτωση δε ακυρότητας της καταγγελίας (και) για τον ανωτέρω λόγο δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και να καταβάλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 703/2024, ΑΠ 1197/2022, ΑΠ 839/2019), ο εργαζόμενος όμως, επικουρικά, μπορεί να αξιώσει από τον εργοδότη την καταβολή της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης ή τη συμπλήρωσή της εάν η καταβληθείσα ήταν ελλιπής (ΑΠ 791/2025, ΑΠ 536/2023, ΑΠ 1470/2022). Κατά το άρθρο δε 167 ΑΚ η καταγγελία είναι απευθυντέα δικαιοπραξία και αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, από την περιέλευσή της στον παραλήπτη της (ΑΠ 885/2024, ΑΠ 129/2023, ΑΠ 1127/2019) και όταν γίνεται μετά από προειδοποίηση η λύση της σύμβασης επέρχεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο της προθεσμίας προειδοποίησης (ΑΠ 919/2022, ΑΠ 1206/2020).
Περαιτέρω, με τη διάταξη της υποπαράγραφου ΙΑ.12, που φέρει τον τίτλο "Αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου" του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016. - Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/12 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016" (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), όπως οι παράγραφοι 1 και 3 αυτής διορθώθηκαν με τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 10 της από 19-11-2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Ρυθμίσεις κατεπειγόντων θεμάτων του Ν. 4046/12 και 4093/12" (ΦΕΚ Α 229/19.11.2012), η οποία κυρώθηκε (εμπρόθεσμα, μέσα σε τρεις μήνες, κατά το άρθρο 44 παρ. 1 εδ. τελ. του Συντάγματος) με το άρθρο 34 παρ. 9 και 10 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α 18/25.1.2013), που επανέλαβε τις σχετικές ρυθμίσεις της πιο πάνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, ορίζονται τα εξής: "1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου η διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 (Α' 67), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και το εδάφιο β' της παραγράφου 2 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 (Α' 115), όπως αυτό τροποποιήθηκε από το εδάφιο β' της παρ. 5 του άρθρου 17 του ν. 3899/2010 (Α' 212) αντικαθίστανται ως εξής: 1. Η καταγγελία σύμβασης εργασίας ιδιωτικού υπαλλήλου με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δεν δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη, και η οποία θα ισχύει από την επομένη της γνωστοποίησης της προς τον εργαζόμενο με τους εξής όρους α)..., β)..., γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) έτη συμπληρωμένα και άνω, απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση. Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο ιδιωτικό υπάλληλο κατά τα ανωτέρω, καταβάλει στον απολυόμενο το ήμισυ της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση. 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: 3.1. Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής: Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη [...] 13 έτη συμπληρωμένα, ποσό αποζημίωσης 9 μηνών. Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (ΑΠ 369/2024, ΑΠ 2106/2022).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 74 παρ. 3 ν. 3863/2010, όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών δύο μηνών μέρος της-όταν είναι καταβλητέα σε δόσεις- την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη (ΑΠ 703/2024, ΑΠ 1114/2021, ΑΠ 2028/2017). Κάθε μία δε από τις επόμενες διμηνιαίες δόσεις της καταβαλλόμενης, κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 74 παρ.3 του ν. 3863/2010, αποζημίωσης απόλυσης, είναι διακριτώς και αυτοτελώς απαιτητή (ΑΠ 2028/2017, ΑΠ 359/2015), και συνακόλουθα σε περίπτωση καθυστέρησης ή μη προσήκουσας καταβολής έστω μίας δόσης της από τον εργοδότη, η καταγγελία του καθίσταται άκυρη και ο χρόνος που εν τω μεταξύ παρήλθε θεωρείται, κατά το άρθρο 5 παρ.3 εδ. β' του ν. 3198/1955, ως χρόνος συνέχισης της εργασίας. Τέλος, η ακυρότητα της καταγγελίας λόγω μη προσήκουσας καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της (ΑΠ 703/2024, ΑΠ 2013/2022, ΑΠ 1114/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτηση αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης είναι νόμιμη και προσήκουσα, και απορρίπτοντας, μετά ταύτα, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά παραδοχή της έφεσης του αντιδίκου της, την αγωγή της ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας, κατά την επικουρική του βάση, λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης, αλλά και ως προς τα συνδεόμενα με αυτή κύρια και επικουρικό, αιτήματά της (της πραγματικής της απασχόλησης, της καταβολής μισθών υπερημερίας και, επικουρικά, της συμπλήρωσης της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης), παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 του ν. 3198/1995, 174, 180, 656 εδ.α' ΑΚ, παρ. 1, 2 και 4 της υποπαραγράφου 12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και 74 παρ.3 του ν. 3863/2010, τις οποίες εάν ορθά ερμήνευε και εφάρμοζε (το Εφετείο) θα δεχόταν ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή της ως προς τα ανωτέρω κύρια αιτήματά της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τον ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Αναφορικά με την καταγγελία της σχέσης εργασίας της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) είχε ζητήσει από την ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη στις αρχές του 2019, προκειμένου να κατανεμηθεί καλύτερα το προσωπικό και να στελεχωθούν από επαρκές προσωπικό όλα τα καταστήματα, τη μετάθεσή της σε άλλο υποκατάστημα της επιχείρησης και συγκεκριμένα σε αυτό της οδού … Σύμφωνα με την ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας προβλέπονταν δύο τόποι παροχής εργασίας, εκ των οποίων ο ένας, το κατάστημα επί της οδού … , όπου και της ζήτησε να μετατεθεί ο εναγόμενος, όπως και σε άλλους εργαζόμενους της επιχείρησής τους, οι οποίοι είχαν αποδεχθεί αντίστοιχες λύσεις όταν προέκυπτε ανάγκη. Η ενάγουσα αρνήθηκε την αλλαγή του τόπου εργασίας της [...]. Μετά την άρνηση της ενάγουσας για μεταφορά της στο υποκατάστημα της Λεωφόρου Αθηνών, ο εναγόμενος προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της. [...]. Επομένως, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν απολύθηκε για οικονομικοτεχνικούς λόγους, αλλά λόγω της άρνησής της να μεταφερθεί σε άλλο κατάστημα, όπου υπήρχε ανάγκη να καλυφθεί κενή θέση για την ομαλή λειτουργία της επιχείρησης του εναγομένου. [...].
Συνεπώς, έσφαλε η εκκαλουμένη ως προς την κρίση της περί καταχρηστικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την υπαγωγή της στους νομικούς κανόνες και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν.2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η απόλυση της αντιδίκου ήταν καταχρηστική χωρίς να αποδειχθεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός από την ενάγουσα και θα πρέπει ως εκ τούτου να ακυρωθεί. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, λόγω μη ορθής καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, αποδείχθηκε ότι κατά την ημερομηνία της απολύσεως, στις …2019, καταβλήθηκε το ποσό των 1.820 ευρώ, εν συνεχεία, στις …2019 πάλι το ποσό των 1.820 ευρώ και ως τρίτη δόση πρόκειται να καταβληθεί στις …2020 το ποσό των 1.137,50 ευρώ, όπως συνομολογεί και η ενάγουσα με την αγωγή της και όπως αποδεικνύεται από το ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του εναγομένου και της ενάγουσας. Οι ως άνω δύο πρώτες δόσεις αντιστοιχούν σε αποδοχές δύο (2) μηνών. Στην ενάγουσα καταβλήθηκε αποζημίωση απόλυσης 4.777,50 ευρώ, το οποίο σε κάθε περίπτωση έπρεπε να συμψηφιστεί με τα ποσά που της επιδικάσθηκαν ως μισθοί υπερημερίας, κατά νόμον σε συμψηφισμό κατ' άρθρο 440 του Α.Κ.
Συνεπώς και ως προς αυτό έσφαλε η εκκαλουμένη [...]. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως περιορίζεται στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης που πλήττονται με αυτή, πρέπει η πρώτη υπό κρίση έφεση [ενν. του εναγομένου] να γίνει δεκτή [...]. Η εκκαλουμένη απόφαση θα πρέπει να εξαφανιστεί κατά το μέρος της που αφορά την αναγνώριση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας και τις αντίστοιχες αξιώσεις της, και αφού κρατηθεί η υπόθεση και εκδικασθεί η αγωγή, να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της [....]".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, για το ύψος της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης της αναιρεσείουσας και την προσήκουσα, σε δόσεις, καταβολή της, ερευνώντας την επικουρική βάση της επικαλούμενης με την αγωγή ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά από απόρριψη της κύριας βάσης της ακυρότητάς της ως καταχρηστικής, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 του ν. 3198/1995, 174, 180, 656 εδ. α' ΑΚ, παρ. 1, 2 και 4 της υποπαραγράφου 12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και 74 παρ.3 του ν.3863/2010, ενόψει του ότι στην απόφασή του δεν υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, και την απόρριψη, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, της αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας ως ουσιαστικά αβάσιμης ως προς τα συνδεόμενα με την καταβολή ελλιπούς νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης αιτήματά της. Ειδικότερα, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διήρκεσε από τις …2005 έως τις …2019, όταν λύθηκε με καταγγελία του εναγόμενου εργοδότη και απολύθηκε η ενάγουσα, της οποίας οι καταβαλλόμενες μικτές τακτικές αποδοχές του τελευταίου, πριν την καταγγελία, μηνός ανέρχονταν στο ποσό των 910 ευρώ. Με βάση τις παραδοχές αυτές η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μέχρι την καταγγελία της σύμβασής της από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο εργοδότη της είχε συμπληρώσει 13 έτη και άνω συνεχούς υπηρεσίας στον ίδιο και δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνεται παραδοχή για έγγραφη προειδοποίηση του εργοδότη της τέσσερις (4) μήνες πριν την απόλυσή της στις …2019, ώστε να τίθεται ζήτημα καταβολής του ημίσεος της αποζημίωσης απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση (παρ.1 τελ. εδαφ. της υποπαράγραφου ΙΑ. 12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012), ο αναιρεσίβλητος της οφείλει την προβλεπόμενη από το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 2112/1920, αποζημίωση απόλυσης για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση. Η αποζημίωση αυτή, με βάση την άνω των 13 ετών συνεχούς υπηρεσίας της αναιρεσείουσας στον αναιρεσίβλητο εργοδότη της και τις καταβαλλόμενες τακτικές αποδοχές της, του τελευταίου, πριν την καταγγελία, μήνα της εργασίας της με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ποσού 910 ευρώ, ανέρχεται στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές 9 μηνών, προσαυξανόμενη κατά 1/6 με την αναλογία των επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και επιδόματος αδείας που συνυπολογίζεται στις τακτικές αποδοχές της (αρθ. 5 παρ.1 ν.3198/1955, υποπαρ.ΙΑ 12.2 ν.4093/2112, 3 παρ. 2 του ν.2112/1920). Έτσι, με βάση τις προαναφερόμενες, κρίσιμες για το ζήτημα αυτό, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες εφαρμοστέες διατάξεις, όπως η έννοια τους αναλύθηκε, η οφειλόμενη στην αναιρεσείουσα από τον αναιρεσίβλητο εργοδότη της νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ανέρχεται στο ποσό των (910 ευρώ Χ 9 μήνες+1/6=) 9.555 ευρώ και όχι στο ποσό των 4.777,50 ευρώ, όπως κρίθηκε από το Εφετείο. Για να είναι δε προσήκουσα, για το κύρος της καταγγελίας, η τμηματική καταβολή της ανωτέρω νόμιμης αποζημίωσης, κατά το χρόνο της απόλυσής της ήταν καταβλητέο το, μέχρι των αποδοχών δύο μηνών, μέρος της και κάθε μία των λοιπών δόσεων αυτής, όπως ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του ν. 3863/2010, ήταν καταβλητέα ανά δίμηνο και όχι πέραν τούτου, όπως η καταβληθείσα, κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 21-11-2019 δόση της, η οποία απείχε τέσσερις μήνες από την αμέσως προηγούμενη, της 21ης Μαίου 2019, καθόσον σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 5 παρ.3 εδ. β' του ν.3198/1955, 174 και 180 του ΑΚ, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη σκέψη που προηγήθηκε, η καθυστέρηση ή η μη προσήκουσα καταβολή μίας έστω δόσης της αποζημίωσης από τον εργοδότη επάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας. Επομένως, κατ' ευθεία παραβίαση, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων το Εφετείο προσδιόρισε την οφειλόμενη νόμιμη αποζημίωση της αναιρεσείουσας στο αναφερόμενο ποσό, που είναι μικρότερο από το προκύπτον, με βάση τις παραδοχές της απόφασής του, και τις διατάξεις αυτές, και έκρινε προσήκουσα την καταβολή της με τις αναφερόμενες δόσεις και συνακόλουθα έγκυρη, για το λόγο αυτό, την, κατά τα δεκτά γενόμενα, από …2019 καταγγελία της επίδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον αναιρεσίβλητο. Μετά ταύτα ο υπό κρίση τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το κύριο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος και μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα του επικουρικού σκέλους του ίδιου λόγου, με το οποίο προσάπτεται στο ίδιο ως άνω κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος που κρίθηκαν βάσιμοι, και του τέταρτου λόγου αυτής κατά το κύριο σκέλος του, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιο με το οποίο: α) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως προς τα αγωγικά κονδύλια των αμοιβών και προσαυξήσεων για εργασία τις Κυριακές και αργίες και κατά τη διάρκεια της νύχτας, των αποδοχών αδείας, με προσαύξηση του 100% λόγω μη χορήγησης της νόμιμης άδειας, επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδομάτων αδείας, ως και των διαφορών τέτοιων αποδοχών και επιδομάτων, της τελευταίας, πριν την άσκηση της αγωγής, πενταετίας και β) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή, κατά παραδοχή της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ως προς το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά την επικουρική του βάση, λόγω καταβολής ελλιπούς και μη προσήκουσας αποζημίωσης απόλυσης και ως προς τα συνδεόμενα με την ακυρότητα αυτή αιτήματά της (πραγματικής απασχόλησης και επιδίκασης μισθών υπερημερίας) και ως προς το επικουρικό αγωγικό αίτημα, της συμπλήρωσης της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, την με αριθμό 754/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).
Παραπέμπει την υπόθεση το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18 Ιουνίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ