Απόφαση 971 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 971/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Γ. του Α. , ... , ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. χήρας Π. Α., το γένος Θ. Τ., 2) Κ. Α. του Π., 3) Θ. Α. του Π. και 4) Α. Α. του Π., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Καραγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του κ. Πολ. Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από …2011 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Π. Α. του Κ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1953/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3090/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από …2022 αίτησή του και τους από 21-10-2025 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αρ. 3090/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αποθανόντος αρχικού ενάγοντος Π. Α., για τον οποίο συνεχίζουν νόμιμα την δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του-ήδη αναιρεσίβλητοι. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), αφού απορριφθεί η υποβαλλόμενη από τους αναιρεσίβλητους, με τις εμπρόθεσμα, στις 3-1-2025, κατατεθείσες προτάσεις τους (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ) ένσταση περί απαραδέκτου της κρινόμενης αναίρεσης, γιατί αυτή ασκήθηκε καταχρηστικά, επειδή προσδιορίστηκε 4 έτη μετά την άσκησή της και τους επιδόθηκε πέντε έτη μετά την άσκησή της, δεδομένου ότι, επί των αμιγώς διαδικαστικών πράξεων που ενεργούνται στον χώρο του δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η άσκηση αίτησης αναίρεσης, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 44/2016, ΑΠ 1388/2014, ΑΠ 1142/2006). Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α', β' και γ' του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο της άσκησης του ενδίκου προσθέτου λόγου αναίρεσης "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση". Κατά δε το άρθρο 281 ΚΠολΔ, "Συζήτηση θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους. Η επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων πρέπει να γίνει στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο και μόνον στην περίπτωση, που επισπεύδει αυτός τη συζήτηση, η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του. Η διάταξη αυτή του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. γ', ως ειδικότερη, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του. (ΑΠ 1710/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο από 21-10-2025 πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ο οποίος ασκήθηκε με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου στις …2025 και επιδόθηκε στις …2025 (βλ. την …2025 έκθεση επίδοσης του δικαστική επιμελητή του Εφετείου … Γ. Π.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης στις …2025 ασκήθηκε μεν εμπρόθεσμα, πλην όμως δεν επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους, αλλά στον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών Νικόλαο Καραγιάννη, που είχε παραστεί για λογαριασμό τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς ωστόσο να επισπεύδουν τη συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι δεδομένου ότι η παράστασή του ως πληρεξουσίου αυτών στην κατ' έφεση δίκη, δεν τον καθιστά, όπως προαναφέρθηκε, αντίκλητο για τις επιδόσεις που αφορούν τους προσθέτους λόγους αναίρεσης. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης , είναι απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του Ν.Δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος των δικηγόρων", που έχει εφαρμογή κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ αυτού και του πελάτη σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται αυτός να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. του Κώδικα (ΑΠ 183/2024, ΑΠ 1309/2012).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 914, 297, 298 και 330 του ΑΚ, προκύπτει ότι με αγωγή κακοδικίας μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση (μεταξύ άλλων) και από δικηγόρο, λόγω της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς του κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, εξαιτίας της οποίας προκαλείται ζημία στον εντολέα ή τρίτο αντίστοιχα, οφειλόμενη σε δόλο ή βαριά αμέλεια του εναγομένου δικηγόρου. Επομένως, στοιχεία θεμελιωτικά των λόγων της αγωγής κακοδικίας κατά του ανωτέρω είναι: 1) αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του δικηγόρου, 2) πρόκληση ζημίας στον εντολέα, αν πρόκειται για αντισυμβατική συμπεριφορά ή και σε τρίτο πρόσωπο, αν πρόκειται για παράνομη συμπεριφορά, 3) δόλος ή βαριά αμέλεια του εναγομένου δικηγόρου και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αντισυμβατικής ή παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 1402/2025, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 73/2022, ΑΠ 1856/2017). Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, κατά το άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του υποχρέου να καταβάλει την επιμέλεια, που, αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (υπόχρεος) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020), ενώ βαριά αμέλεια υφίσταται, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του υποχρέου για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (ΑΠ 263/2021, ΑΠ 262/2020). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου και στην συγκεκριμένη περίπτωση του δικηγόρου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 484/2023, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 895/2019). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων, δεν εξετάζονται δε οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Η ανωτέρω έννοια της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια και γι’ αυτό, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν, τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε (ΑΠ 210/2023, ΑΠ 693/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2, 3 και 5 του ανωτέρω άρθρου 73 ΕισΝΚΠολΔ, α) η αγωγή πρέπει να περιέχει όλους τους λόγους στους οποίους ο ενάγων στηρίζει την αγωγή κακοδικίας και να αναγράφει με ακρίβεια όλα τα αποδεικτικά μέσα, που ο ενάγων επικαλείται για να αποδείξει τους λόγους, διαφορετικά επέρχεται ακυρότητα, β) στην αγωγή επισυνάπτονται τα αποδεικτικά μέσα που ο ενάγων επικαλείται για να υποστηρίξει τους λόγους της αγωγής, σε πρωτότυπα ή επικυρωμένα αντίγραφα και ειδικό πληρεξούσιο στο δικηγόρο, που υπογράφει την αγωγή, αλλιώς είναι απαράδεκτη, και γ) δεν επιτρέπεται αγωγή κακοδικίας όταν περάσουν έξι μήνες από την πράξη ή παράλειψη που επικαλείται ο ενάγων. Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζονται προϋποθέσεις που διαφοροποιούν την άσκηση αγωγής κακοδικίας, μεταξύ άλλων, κατά δικηγόρου, από την αντίστοιχη αγωγή αποζημιώσεως από ενδοσυμβατική ή εξωσυμβατική ευθύνη. Η διαφοροποίηση δε αυτή δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος, που υπαγορεύονται από την ανάγκη όπως οι δικηγόροι, ως άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί, ενεργούν ανεπηρέαστοι και απερίσπαστοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, πράγμα που θα ήταν ανέφικτο αν η δικαστική τους καταδίωξη δεν περιοριζόταν στα αναγκαία πλαίσια, τόσο από απόψεως βαθμού υπαιτιότητας, όσο και από απόψεως χρόνου και δικονομικών προϋποθέσεων ασκήσεως της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 18/1999, ΑΠ 1402/2025, ΑΠ 167/2014, ΑΠ 592/2019, ΑΠ 1921/2017).
Περαιτέρω, ο περιορισμός που τίθεται με την προδιαληφθείσα διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 73 ως προς τον χρόνο ενάρξεως της θεσπιζόμενης εξάμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, για την άσκηση της αγωγής κακοδικίας, ο οποίος ταυτίζεται προς τον χρόνο εκδηλώσεως της ζημιογόνου συμπεριφοράς του δικηγόρου ή του συμβολαιογράφου, είναι αντίθετος προς την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει", δεδομένου ότι τοποθετεί το εναρκτήριο σημείο της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας στο χρόνο τελέσεως της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και όχι σε αυτόν της γνώσεως από τον παθόντα της συμπεριφοράς του δικηγόρου ή συμβολαιογράφου και της προκληθείσας από αυτήν ζημίας του, με αποτέλεσμα, στις περισσότερες περιπτώσεις, να επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος πολύ πριν ο ζημιωθείς λάβει γνώση αυτού.
Συνεπώς, αφετηρία για την έναρξη της εν λόγω αποκλειστικής προθεσμίας, αποτελεί ο χρόνος κατά τον οποίον ο εντολέας ή ο τρίτος ζημιωθείς έλαβε γνώση της παράνομης πράξης ή παράλειψης του δικηγόρου ή συμβολαιογράφου (ΟλΑΠ 18/1999, ΑΠ 167/2014, ΑΠ 592/2019, ΑΠ 1921/2017, ΑΠ 1892/2014). Η αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, αποτελεί το μοναδικό βοήθημα, με το οποίο μπορεί να ζητηθεί η αστική ευθύνη του δικηγόρου, δεν είναι δε δυνατή ούτε η αξίωση αποζημιώσεως με βάση τις διατάξεις της συμβατικής (ΑΚ 713) ή της αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΚ 914), ούτε η επίκληση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών από πράξεις ή παραλείψεις προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες" (ΟλΑΠ 18/1999, ΑΠ 1402/2025, ΑΠ 167/2014, ΑΠ 592/2019, ΑΠ 1911/2013, 20/2000, ΑΠ 1057/2009). Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (ΑΠ 927/2019, ΑΠ 357/2018). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως της αγωγής, των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018). Αντιθέτως, το απαράδεκτο της ως άνω διάταξης δεν αφορά αρνητικούς της αγωγής ή της ένστασης ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και για τις εκκρεμείς αναιρέσεις κατά το άρθρο 116 παρ. 2β' του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017, ΑΠ 168/2015).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση). Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων δικηγόρος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 (όχι δε και 1, κατ' εκτίμηση του λόγου) με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την επίδικη από …2011 αγωγή κακοδικίας, κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, την οποία άσκησε κατ' αυτού ο αποθανών στις …2013, μετά την άσκησή της, δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Π. Α., επειδή δεν αναγράφονται σε αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη των λόγων της και επίσης δεν αναφέρεται το ονοματεπώνυμο του συμβολαιογράφου, με το οποίο ο ενάγων χορήγησε στον δικηγόρο του την ειδική πληρεξουσιότητα, για να ασκήσει την αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων δεν επικαλείται σε αυτόν ότι τον ισχυρισμό του αυτό τον πρότεινε πρωτοδίκως και μετά την απόρριψή του, τον επανέφερε με λόγο της έφεσης του στο Εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμος, γιατί στην αγωγή αναγράφονται αναλυτικά τα 17 αποδεικτικά μέσα, που επικαλείται για την απόδειξη της αγωγής του ο ενάγων και το …2022 ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο προς τους ασκήσαντες την αγωγή πληρεξουσίους δικηγόρους του, η δε παράλειψη της αναφοράς του ονόματος του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου δόθηκε, δεν επιφέρει ακυρότητα της αγωγής, αφού αυτό μπορεί να προκύψει (όπως και πράγματι προκύπτει) από την προσκόμιση του στο δικαστήριο. Με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Ν. 2838/2000, οι οποίες άρχισαν να ισχύουν από 1ης Ιουλίου 2000 και 1ης Ιανουάριου 2001 ανάλογα με την περίπτωση του στρατιωτικού και ίσχυαν και κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 160 παρ. δ' του Ν.4472/2017, θεσπίσθηκε νέο σύστημα μισθολογικών προαγωγών για τους εν ενεργεία στρατιωτικούς, το οποίο, για τη χορήγηση μισθολογικής προαγωγής, ελάμβανε υπ’ όψη όχι μόνο το βαθμό του στρατιωτικού αλλά και το συνολικό χρόνο πραγματικής υπηρεσίας αυτού στο σώμα. Με το άρθρο 37 του Ν. 3016/2002, που άρχισε να ισχύει από 1ης Ιουλίου 2002, οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 2838/2000 τροποποιήθηκαν εν μέρει με την εισαγωγή ρυθμίσεων που προέβλεψαν ευνοϊκότερη μεταχείριση ορισμένων κατηγοριών στρατιωτικών. Το Ελεγκτικό Συνέδριο με την απόφαση της Ολομέλειας αυτού με αριθμό 814/2004 έκρινε ότι το σύστημα μισθολογικών προαγωγών, που θεσπίσθηκε με τα ανωτέρω νομοθετήματα για τους εν ενεργεία στρατιωτικούς, εφαρμόζεται, από της ισχύος των οικείων διατάξεων, δυνάμει του άρθρου 34 του τότε ισχύοντος Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 166/2000) και στους συνταξιούχους στρατιωτικούς, καθόσον οι μισθολογικές προαγωγές που προβλέφθηκαν στα νομοθετήματα αυτά έχουν αντικειμενικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα και δεν προϋποθέτουν προηγούμενη κρίση του υπό προαγωγή στρατιωτικού στηριγμένη σε διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (ΟλΕΣ 486/2016). Με το άρθρο 8 του Ν. 3408/2005, στην παρ. 1 του οποίου αναφέρεται ότι "Οι συντάξεις των στρατιωτικών που εξήλθαν της Υπηρεσίας μέχρι 30.6.2002 αναπροσαρμόζονται από 1ης Οκτωβρίου 2005 οίκοθεν από τις αρμόδιες Διευθύνσεις Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Ν. 2838/2000 και 37 του Ν. 3016/2002, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων", προβλέφθηκε ότι η συνταξιοδοτική διοίκηση θα προβεί οίκοθεν σε αναπροσαρμογή της συντάξεως όλων των στρατιωτικών κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των νόμων 2838/2000 και 3016/2002, πλην ορίσθηκε στην ίδια διάταξη, ότι η διαφορά θα αρχίσει να καταβάλλεται στους συνταξιούχους στρατιωτικούς για τις συντάξεις που δικαιούνται από 1ης Οκτωβρίου 2005 και επιπλέον ότι το καταβλητέο ποσό θα καλύπτει ποσοστό μόνο της συνολικής διαφοράς, το οποίο θα αυξάνεται τμηματικά μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου 2007 σύμφωνα με το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα (ΟλΕΣ 486/2016). Σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα από την Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου νομολογία (ΟλΕΣ 1594/2016, 486/2016, 4323/2013), από της ισχύος των διατάξεων των νόμων 2838/2000 και 3016/2002, γεννήθηκαν υπέρ των συνταξιούχων στρατιωτικών, που κατά τα κριθέντα από την 814/2004 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου υπάγονταν στις ρυθμίσεις των νομοθετημάτων αυτών, δικαιώματα κατά την έννοια του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του (πρώτου) προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και την Προάσπιση των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τα οποία εισήχθησαν στην περιουσία των δικαιούχων και δεν δύνανται να θιγούν από τον κοινό νομοθέτη, εκτός μόνον αν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος και τηρηθεί η γενικώς εφαρμοζόμενη για τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων αρχή της αναλογικότητας. Για την ικανοποίηση των αξιώσεών τους εκ της αναπροσαρμογής της συντάξεως αυτών, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των νόμων 2838/2000 και 3016/2002, κατά την περίοδο από την 1η Ιουλίου 2000 έως και την 30η Σεπτεμβρίου 2005, οι συνταξιούχοι στρατιωτικοί έχουν, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα παγίως από το Ελεγκτικό Συνέδριο, δύο μέσα και συγκεκριμένα, αφ’ ενός μεν να ζητήσουν δι’ αιτήσεώς τους προς τη συνταξιοδοτική διοίκηση την αναπροσαρμογή της σύνταξής τους κατά τα ανωτέρω, να προσφύγουν δε δι’ εφέσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αν η αίτησή τους απορριφθεί, ζητώντας την ακύρωση της απορριπτικής αυτής απόφασης, αφ’ ετέρου, από της 4ης Ιουλίου 2006, ημερομηνίας έναρξης εφαρμογής του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας(Ν. 2717/1999) στο Ελεγκτικό Συνέδριο, κατά το άρθρο 123 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Π.Δ. 1225/1981 "Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων", όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 3472/2006, ο οποίος Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας στο άρθρο 78 αυτού προβλέπει την αυτοτέλεια της αγωγής, να εναγάγουν το Ελληνικό Δημόσιο δι’ αγωγής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, ζητώντας τη διαφορά συντάξεων που διεκδικούν, ως αποζημίωση για την παράνομη παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου να τους την καταβάλουν (ΟλΕΣ 486/2016). Είτε διά της εφέσεως είτε διά της αγωγής, οι αξιώσεις του συνταξιούχου στρατιωτικού για χρηματική παροχή λόγω μη καθορισμού της σύνταξης αυτού και των συναφών δικαιωμάτων σε ορισμένο ύψος, δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να ικανοποιηθούν σωρευτικώς, υπό την έννοια της καταβολής σ' αυτόν, αφ' ενός μεν αναδρομικώς του ποσού των οφειλομένων σ' αυτόν ευθέως εκ της συντάξεώς του ποσών και αφ' ετέρου αποζημιώσεως, που αντιστοιχεί σε ζημία την οποία ο ανωτέρω υπέστη λόγω της μη καταβολής σ' αυτόν της συντάξεώς του στο ύψος που δικαιούνταν (ΟλΕΣ484/2018). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 του ανωτέρω Κώδικα Δικηγόρων, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι' εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλο βαθμό, συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος. Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται: α) ότι η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή, β) ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, γ) ο χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου, δ) ότι δεν τίθενται περιορισμοί ως προς το είδος της αμοιβής, η οποία μπορεί να τελεί "εξ οιασδήποτε αιρέσεως", σύμφωνα με την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%), ε) ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεξαχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία, στ) ότι μόνο η αμοιβή του δικηγόρου εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της έκβασης της δίκης, όχι δε και η αξίωση για την καταβολή των εξόδων, η οποία, πλην από αντίθετη συμφωνία, είναι ανεξάρτητη από το άνω αποτέλεσμα, και ζ) ότι επί εργολαβίας της δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται την αμοιβή του (20%) και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 183/2024, ΑΠ 133/2018, 1309, 1310/2012). Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 183/2024, ΑΠ 396/2017, 730/2015, 1778/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024), η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024). Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024, ΑΠ 695/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 481/2026, ΑΠ 88/2024, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 473/2021) και επίσης σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 140/2010), διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος λόγω της αοριστίας του ως απαράδεκτος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 481/2026, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 140/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Ο αρχικά ενάγων Π. Α. του Κ. , συνταξιούχος στρατιωτικός, με τον βαθμό του Αντισυνταγματάρχη σε αποστρατεία, στις …2000 έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον εναγόμενο(ήδη αναιρεσείοντα) δικηγόρο Αθηνών, υπογραφέντος σχετικού εργολαβικού και συνυποσχετικού δίκης με εκχώρηση απαίτησης, όπως στο όνομά του και για λογαριασμό του, διεκδικήσει από τα αρμόδια Δικαστήρια, την επιδίκαση υπέρ αυτού της διαφοράς μεταξύ της μηνιαίας σύνταξης του βαθμού του Αντισυνταγματάρχη, που ελάμβανε, και της μηνιαίας σύνταξης του βαθμού του Συνταγματάρχη, που έπρεπε να του καταβάλλεται, από κάθε αρμόδιο δικαστήριο, που θα δικάζει είτε σε πρώτο είτε και σε ανώτερο βαθμό. Μεταξύ των όρων που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, περιλαμβάνονται: α) ο όρος κατά τον οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε να διεξάγει όλες τις σχετικές δίκες έως του αμετακλήτου αυτών, β) για την κάλυψη όλων ανεξαιρέτως των εξόδων συμπεριλαμβανομένου του δικαστικού ενσήμου και του γραμματίου του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών, των δικών που θα ανοιχθούν, ο ενάγων κατέβαλε κατά την ως άνω ημερομηνία το ποσό των 20.000 δραχμών, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να αυξηθεί για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία, δεν αναζητείται και δεν μπορεί να συμψηφιστεί με το ποσοστό 10% της συμφωνημένης αμοιβής του εναγόμενου, γ) σε περίπτωση που το αίτημα του ενάγοντος λυθεί νομοθετικά μόνο για τον εφεξής χρόνο χωρίς να του αναγνωριστεί δικαίωμα λήψης αναδρομικών, ο εναγόμενος υποχρεούται και δικαιούται να συνεχίσει τις σχετικές δίκες έως του αμετακλήτου αυτών και έως την τελεσίδικη επιδίκαση των διεκδικούμενων αναδρομικών, δ) ο εναγόμενος οφείλει μέσα στα πλαίσια της ανατεθειμένης σε αυτόν εντολής και εφόσον ζητηθεί από τον εντολέα του, να τον ενημερώνει προφορικά ή τηλεφωνικά για την πορεία της υπόθεσής του και ε) ο εναγόμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταθέσει τα εισαγωγικά δικόγραφα της αγωγής-προσφυγής και αίτησης ακύρωσης το αργότερο μέχρι και την 30η Νοεμβρίου 2000, εφόσον τα απαιτούμενα δικαιολογητικά της δίκης έχουν περιέλθει στα χέρια του μέχρι και την 10η Νοεμβρίου 2000. Ο εναγόμενος στις 24-10-2000 έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των 20.000 δραχμών, καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα. Στις 11-1-2001 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση προς Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για την αναπροσαρμογή της σύνταξης του ενάγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2838/2002 (ενν. ν. 2838/2000), σε συνδυασμό με τον ν.3016/2002, μετά δε την απόρριψή της, κατέθεσε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την από …2001 έφεση, στην οποία περιέλαβε, πλην του ενάγοντος και άλλους 49 πελάτες του αντισυνταγματάρχες. Το Ελεγκτικό Συνέδριο με την …2003 απόφασή του έκρινε ότι η έφεση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εφόσον δεν συντρέχει η προβλεπόμενη από το άρθρο 12 του π.δ. 1225/1981 προϋπόθεση της ομοδικίας με τον πρώτο κατά σειρά αναγραφόμενο εκκαλούντα Γ. Α. και Α) Απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση ως προς τους από 2° έως και 50°, εκκαλούντες, στους οποίους περιλαμβανόταν ως 3ος εκκαλών ο αρχικά ενάγων και Β) Δέχτηκε την έφεση ως προς τον 1° εκκαλούντα. Ο εναγόμενος πριν δημοσιευτεί η ανωτέρω απόφαση, κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους την με αριθμό … κοινή αίτηση όλων των υπολοίπων Αντισυνταγματαρχών, των οποίων απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη, συμπεριλαμβανομένου του ενάγοντος, η οποία απερρίφθη σιωπηρά. Στις 26-2-2004 ο εναγόμενος κατέθεσε ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (Ε.Ε.Π.Κ.Σ.) την με αριθμό … ένσταση κατά της ανωτέρω απόρριψης. Η 47η Γενική Διεύθυνση Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον εναγόμενο στις 27-2-2004 και στις 14-6-2004, ενώ του απέστειλε και έγγραφο στις 16-6-2004, και του ζήτησε να αποστείλει σύμφωνα με την συνταξιοδοτική νομοθεσία (αριθμ. …02) για κάθε αιτούντα στρατιωτικό συνταξιούχο ξεχωριστά παράβολο 15 ευρώ υπέρ του Δημοσίου Ταμείου, για να κριθεί από την ανωτέρω Επιτροπή κάθε μία ένσταση (βλ. το από …2004 έγγραφο της άνω Διεύθυνσης προς τον εναγόμενο, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι καθολικοί διάδοχοι του ενάγοντος) (ήδη αναιρεσίβλητοι) και δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν απέστειλε παράβολο 15 ευρώ για κάθε αιτούντα, η με αριθμό …2004 ένσταση απορρίφθηκε σιωπηρά από την Ε.Ε.Π.Κ.Σ. δια της άπρακτης παρόδου εύλογου χρόνου. Κατά της τελευταίας αυτής σιωπηρής απόρριψης της ένστασης του ενάγοντος, ο εναγόμενος άσκησε την από …2005 έφεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την οποία κατέθεσε στις …2005.
Περαιτέρω, τον Σεπτέμβριο του 2005 γνωστοποίησε στους ανωτέρω πελάτες του αντισυνταγματάρχες, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντος, ότι έχει προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, χωρίς να αναφέρει, αν συζητήθηκε η ως άνω ένσταση και ποια ήταν η απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων επί των ενστάσεων που είχε υποβάλλει στις 26-2-2004, ότι θα δικαιωθούν οπωσδήποτε με βάση την μέχρι τότε νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθόσον με το ίδιο νομικό πλαίσιο δικαιώθηκαν οι συνάδελφοί τους και εκτιμούσε ότι προς το τέλος του έτους με αρχές του 2006 θα εκδικαστούν οι εφέσεις, τις οποίες θα επισπεύσει. Με νέο έγγραφο που απέστειλε ο εναγόμενος σε όλους του ανωτέρω πελάτες του στις 31-7-2009, ενόψει της εκδίκασης της έφεσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την οποία είχε καταθέσει στις 25-5-2005, ζήτησε να του προσκομίσουν νέο πληρεξούσιο, λόγω της παρόδου πενταετίας από την χορήγηση του πρώτου, καθώς και την καταβολή ποσού 30 ευρώ για την κατάθεση παράβολου και 20 ευρώ επιπλέον για όσους επιθυμούσαν την εκπροσώπησή τους από τον εναγόμενο. Πράγματι ο ενάγων απέστειλε το ειδικό πληρεξούσιο στον εναγόμενο και κατέθεσε το ποσό των 50 ευρώ, για παράβολο και εκπροσώπησή του από τον εναγόμενο.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα με αρ. πρωτ. …2007 και …2007 έγγραφα της 44ης και 46ης αντίστοιχα Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από τον Αύγουστο του 2007, η σύνταξη του ενάγοντος αναπροσαρμόστηκε σύμφωνα με το οριζόμενα στο άρθρο 8 του Ν. 3408/2005, κατά το οποίο οι συντάξεις των στρατιωτικών που εξήλθαν της υπηρεσίας μέχρι 30-6-2002, αναπροσαρμόζονται οίκοθεν από 1-10-2005, βάσει των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του Ν. 2838/2000 και 3016/2002, και γνωστοποιείτο ότι καμία οικονομική διεκδίκηση για χρονικό διάστημα πέραν του οριζομένου στο άρθρο 8 του Ν.3408/2005 δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθεί. Στις …2009 εκδικάστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο η από …2005 κοινή έφεση στην οποία ο ενάγων αναγραφόταν ως 2ος εκκαλών. Το ανωτέρω δικαστήριο με την 602/2010 απόφασή του, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης του 1ου εκκαλούντος, κράτησε προς έρευνα μόνο την έφεση του ενάγοντος και διέταξε τον χωρισμό της ως προς τους λοιπούς, και ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, προκειμένου να συμπληρωθεί η δικογραφία, δηλ. να προσκομιστεί ο συνταξιοδοτικός φάκελος, η …2004 ένσταση και βεβαίωση περί του ότι προσκομίστηκε (σ)το προσήκον παράβολο. Στις 19-11-2010 συζητήθηκε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου η από …2005 έφεση του ενάγοντος και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό …2011 απόφαση αυτού. Δεδομένου ότι σε περίπτωση έφεσης κατά σιωπηρής απόρριψης ένστασης από την Ε.Ε.Π.Κ.Σ. το δικαστήριο κρίνει και επί του παραδεκτού της ένστασης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση της Ε.Ε.Π.Κ.Σ., ενόψει της προσκόμισης του προαναφερθέντος με ημερομηνία 16-6-2004 εγγράφου της 47ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το δικαστήριο έκρινε ότι ουδέποτε καταβλήθηκε το κατά νόμο προβλεπόμενο παράβολο των 15 ευρώ, για κάθε ενιστάμενο στρατιωτικό συνταξιούχο, παρά το γεγονός ότι η ως άνω Υπηρεσία, λειτουργώντας στο πλαίσιο της αρχής της χρηστής διοίκησης είχε επισημάνει την ανωτέρω παράλειψη στον εναγόμενο, ως αντίκλητο και πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος, καλώντας τον να το προσκομίσει και κατόπιν αυτών έκρινε ότι ορθώς απορρίφθηκε η ως άνω ένσταση του εκεί εκκαλούντος- ενάγοντος και απέρριψε την έφεση, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο εναγόμενος κατά παράβαση των συμφωνηθέντων με το προαναφερθέν εργολαβικό δίκης παρέλειψε να καταθέσει το νόμιμο παράβολο προκειμένου να συζητηθεί η …2004 ένσταση του ενάγοντος ενώπιον της Ε.Ε.Π.Κ.Σ., ενώ είχε λάβει από τον ενάγοντα το ποσό των 20.000 δραχμών για όλα τα έξοδα των ενεργειών του, αν και οχλήθηκε τηλεφωνικά δύο φορές και μια εγγράφως από την αρμόδια διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, για να το καταθέσει, με συνέπεια, για τον λόγο αυτό, όχι μόνο να απορριφθεί σιωπηρά η άνω ένσταση, αλλά με την …/2011 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να απορριφθεί ως αβάσιμη και η από …2005 έφεση του ενάγοντος, την οποία άσκησε ο εναγόμενος μετά την σιωπηρή απόρριψη της άνω ένστασης, καθόσον το δικαστήριο στην περίπτωση έφεσης (ενν. κατά) σιωπηρής απόρριψης ένστασης από την Ε.Ε.Π.Κ.Σ., κρίνει και επί του παραδεκτού της ένστασης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απορριπτική απόφαση της Ε.Ε.Π.Κ.Σ. Η ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγόμενου, καταδεικνύει ότι δεν εκτέλεσε την ανατεθείσα σε αυτόν, από τον ενάγοντα, εντολή, ευσυνείδητα και με επιμέλεια, όπως επιβάλλεται να ενεργεί κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, σύμφωνα με το άρθρο 46 του Κώδικα Δικηγόρων, οφείλεται δε σε βαριά αμέλεια αυτού, δεδομένου ότι η απόκλιση από την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς δικηγόρου, την οποία (συμπεριφορά) κάθε συνετός δικηγόρος με βάση τους νομικούς κανόνες, τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής στις ίδιες συνθήκες καταβάλει και την οποία μπορούσε με βάση τις προσωπικές του ικανότητες και γνώσεις να καταβάλει ο εναγόμενος δικηγόρος, είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαίτερα μεγάλη και φανερώνει αδιαφορία του εναγόμενου για τον εντολέα του- ενάγοντα. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι καμία αμέλεια δεν τον βαρύνει, διότι η ανάθεση της εντολής προς το πρόσωπό του αφορούσε την αναπροσαρμογή της σύνταξης του ενάγοντος ως στρατιωτικού συνταξιούχου, που έλαβε χώρα με νομοθετική παρέμβαση από 1-10-2005 και αυτός δικαιώθηκε της αναπροσαρμοσμένης σύνταξης από τότε. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, με το άνω εργολαβικό δίκης ο ενάγων ανέθεσε στον εναγόμενο να διεκδικήσει από τα αρμόδια δικαστήρια την αναπροσαρμογή της σύνταξής του σε αυτήν του Συνταγματάρχου, από την έναρξη ισχύος του ν.2838/2000, δηλ. από 1-7-2000, ενώ η αναπροσαρμογή οίκοθεν, έλαβε χώρα από 1-10-2005 εφεξής, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα έγγραφα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Από την ανωτέρω αντισυμβατική, οφειλόμενη σε βαριά αμέλεια, συμπεριφορά του εναγόμενου, προκλήθηκε ζημία στον ενάγοντα, που ανέρχεται στο ποσό της αναπροσαρμογής της σύνταξής του βάσει των ν.2838/2000 και 3016/2002, το οποίο θα ελάμβανε για χρονικό διάστημα από 1-7-2000 έως 30-9-2005 και η ζημία συνδέεται αιτιωδώς με την ανωτέρω παράλειψη του εναγόμενου, διότι, εάν ο τελευταίος είχε καταβάλει το σχετικό παράβολο για την συζήτηση της …2004 ένστασης ενώπιον της Ε.Ε.Π.Κ.Σ., η από …2005 έφεση του ενάγοντος ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα είχε γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, θα ακυρώνετο η σχετική πράξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και εν τέλει δεδομένου ότι ο ενάγων συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις του νόμου, με πραγματική υπηρεσία 34 έτη, 6 μήνες και 5 ημέρες και αποχώρησή του από την υπηρεσία πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων, το αίτημά του θα γινόταν δεκτό και κατ' ουσίαν. Συγκεκριμένα, ο ενάγων για το διάστημα από …2000 έως …2005 ελάμβανε τα ακόλουθα ποσά μηνιαίως, ως βασικό μισθό (ενν. σύνταξη) και χρονοεπίδομα επ' αυτού : ...(Ακολουθεί η αναλυτική παράθεση α)των συντάξιμων αποδοχών, που έλαβε ο αρχικώς ενάγων, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με βάση τον μισθό του Αντισυνταγματάρχη, β) των συντάξιμων αποδοχών, που έπρεπε να λάβει αυτός, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, με βάση τον μισθό του Συνταγματάρχη, και γ) της διαφοράς των δύο αυτών αριθμητικών μεγεθών).
Συνεπώς η συνολική ζημία του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 19.167,76 ευρώ. Ο ενάγων, στις …2013, δηλαδή μετά την άσκηση της αγωγής απεβίωσε, και την δίκη συνεχίζουν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η σύζυγός του Μ. χήρα Π. Α., το γένος Θ. Τ. και τα τέκνα του, Κ. Α., Θ. Α. και Α.-Κ. Α., προς τους οποίους ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει το ως άνω ποσό, κατά το ποσοστό που αναλογεί στον καθένα τους... Η ένσταση οικείου πταίσματος των καθολικών διαδόχων του αρχικά ενάγοντος, στην επέλευση της ζημίας τους ή στην παράλειψή τους, του μη περιορισμού της, κατ' άρθρο 300 ΑΚ, γιατί οι ίδιοι παρέλειψαν να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσής τους κατ' άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, για τις αιτούμενες με την αγωγή τους αξιώσεις ενώπιον του III Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την οποία πρότεινε πρωτοδίκως ο εναγόμενος και επαναφέρει με λόγο έφεσης, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, καθόσον η ένδικη αξίωση του αρχικά ενάγοντος, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, στηρίζεται στην αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά του εναγόμενου δικηγόρου του και την από αυτήν προκληθείσα ζημία του και όχι στην παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, την οποία και δεν επικαλείται ο ενάγων, οι δε καθολικοί διάδοχοι του ενάγοντος δεν έχουν υποχρέωση να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης σε βάρος των οργάνων του Δημοσίου.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι ο αρχικά ενάγων έλαβε γνώση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγόμενου δικηγόρου για την μη καταβολή του παράβολου επί της …2004 ένστασης ενώπιον της Ε.Ε.Π.Κ.Σ. και της εξ αυτού του λόγου απόρριψης της από …2005 έφεσής του ως αβάσιμης, στις 10-5-2011 οπότε έλαβε αντίγραφο της με αριθμό …/2011 απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία δημοσιεύθηκε στις …2011, συνεπώς η κρινόμενη αγωγή κακοδικίας, η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις …2011 (βλ. την με αριθμό …2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Χ. Π.), ασκήθηκε πριν παρέλθει η αποκλειστική προθεσμία των έξι (6) μηνών από της γνώσης του ενάγοντος για την παράλειψη του εναγόμενου να ασκήσει με επιμέλεια την εντολή που του είχε δοθεί. Επομένως η αγωγή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή και ...πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο επαναφέρει την ανωτέρω ένσταση ο εκκαλών. Εν συνεχεία, ο εκκαλών-εναγόμενος παραδεκτά προτείνει το πρώτον με λόγο έφεσης, κατ' άρθρο 527 παρ.3 του ΚΠολΔ, ένσταση εκκρεμοδικίας, άλλως αναστολής της προόδου της δίκης κατ' άρθρο 249 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι εκκρεμεί ήδη αγωγή των αντιδίκων του από αδικοπραξία των οργάνων του Δημοσίου στο Ελεγκτικό Συνέδριο για το ίδιο ποσό όπως στην ένδικη αγωγή.
Εν προκειμένω, ανεξαρτήτως του ότι δεν προέκυψε ότι εκκρεμεί τέτοια αγωγή ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των καθολικών διαδόχων του ενάγοντος, σε κάθε περίπτωση υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εκκρεμοδικίας (άρθρο 222 του ΚΠολΔ), ούτε άλλωστε συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 249 του ΚΠολΔ, για την αναστολή της συζήτησης της παρούσας δίκης. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης.
Περαιτέρω, ο εκκαλών επαναφέρει με λόγο έφεσης την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένσταση κακόβουλης διεξαγωγής της δίκης από τους αντιδίκους του, κατά την διάταξη του άρθρου 116 του ΚΠολΔ και αίτημα καταδίκης τους στις προβλεπόμενες ποινές του άρθρου 205 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι παραβίασαν το επιβαλλόμενο καθήκον αλήθειας, εφόσον ενώ γνωρίζουν ότι η σύνταξη του δικαιοπαρόχου τους αναπροσαρμόστηκε με νομοθετική ρύθμιση από 1-10-2005 και αυτός έλαβε το ποσό της αναπροσαρμοσμένης του σύνταξης, αξιώνουν τη διαφορά των συντάξιμων αποδοχών από αυτόν, για παροχή που έλαβαν, αλλά και για χρονικό διάστημα από …2000 μέχρι και …2005, που δεν μπορούσε η αξίωση αυτή να απαιτηθεί με αγωγή ενώπιον του II ή III Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δη κατά την κατάρτιση του επίδικου εργολαβικού δίκης το 2000, γιατί η αγωγή αυτή επετράπη μεταγενέστερα. Εν συνεχεία δε, ο εκκαλών επαναφέρει με λόγο έφεσης, το υποβληθέν και πρωτοδίκως, αίτημα να διαταχθεί η διαβίβαση των εγγράφων της παρούσας δικογραφίας στον αρμόδιο για την άσκηση ποινικής δίωξης Εισαγγελέα, κατά των εναγόντων, με βάση τα προαναφερόμενα περιστατικά. Σύμφωνα με όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν, όπως έχει προαναφερθεί, αφ' ενός ο ενάγων δεν ζητεί με την αγωγή του την αναπροσαρμογή της σύνταξής του για το χρονικό διάστημα από 1-10-2005 και εφεξής, ούτε και του επιδικάστηκε τέτοιο ποσό, ο δε εναγόμενος με το από 29-9-2000 Εργολαβικό Δίκης, έλαβε την εντολή από τον αρχικά ενάγοντα να διεκδικήσει την αναπροσαρμογή της σύνταξής του ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, από την έναρξη ισχύος του ν.2838/2000 δηλ. από 1-7-2000. Επομένως, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι ο ενάγων και οι διάδοχοι του, ουδόλως παρέβησαν το καθήκον αλήθειας και πληρότητας των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στην υπόθεση, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 116 του ΚΠολΔ και κατά συνέπεια δεν συντρέχει περίπτωση σύνταξης έκθεσης και διαβίβασης των εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 38 του ΚΠοινΔ, στον αρμόδιο Εισαγγελέα...Τέλος, επί των αιτημάτων που υπέβαλε πρωτοδίκως ο εναγόμενος και επαναφέρει με λόγο έφεσης, για επίδειξη, κατ' άρθρο 450 του ΚΠολΔ, των εγγράφων που κατέχουν οι αντίδικοί του και είναι ουσιώδη, αυτά πρέπει να απορριφθούν, ως άνευ αντικειμένου, καθόσον ο ίδιος προσκομίζει και επικαλείται, το με αρ. πρωτ. …2007 έγγραφο της 46ης Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (σχετικό 15) και το με αρ. πρωτ. …2007 έγγραφο της 44ης Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (σχετικό 16), καθώς και την με αριθμό …/2017 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου (σχετικό 14).
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τα ως άνω έγγραφα δεν ασκούν καμία έννομη επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση, διότι η ζημία του ενάγοντος προκλήθηκε από την προεκτεθείσα αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγόμενου και ο ενάγων ουδέποτε έλαβε την αναπροσαρμογή που δικαιούτο για το επίδικο διάστημα, δηλ. από …2000 έως …2005. Όσον δε αφορά την επίδειξη βεβαίωσης από τους καθολικούς διαδόχους του ενάγοντος, ότι δεν έχει εκδοθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο απόφαση επί της ασκηθείσης αγωγής αποζημίωσής τους, λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων του Δημοσίου, το αίτημα αυτό αλυσιτελώς υποβάλλεται και είναι απορριπτέο, εφόσον, όπως έχει προαναφερθεί, με την ένδικη αγωγή ελέγχεται η αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά του εναγόμενου και η εξ αυτής προκληθείσα ζημία στον αρχικά ενάγοντα για συγκεκριμένες ενέργειες ή παραλείψεις του εναγόμενου και δεν ελέγχεται η τυχόν παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία και δεν στηρίζει την αγωγή του ο ενάγων...". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ αντικατέστησε κατά ένα μέρος τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης με τις ανωτέρω δικές του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση αυτή, με την οποία είχε γίνει κατ’ ουσίαν δεκτή η από …2011 αγωγή του διακαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους, κατά το λόγο της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας τους, το ποσό των 19.167,76 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αντισυμβατικής και υπαίτιας, από βαριά αμέλεια, συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος δικηγόρου έναντι του αρχικώς ενάγοντος, και της αιτούμενης με την αγωγή και επιδικασθείσας ζημίας, που υπέστη αυτός, λόγω της απώλειας της διαφοράς των συντάξιμων αποδοχών του, για το χρονικό διάστημα από …2000 έως …2005, ποσού 19.167,67 ευρώ, οι οποίες αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του Ν.Δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικος των δικηγόρων", 713 επ. ΑΚ, 105 του ΕισΝΑΚ, 5 και 6 του Ν. 2838/2000, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 37 του Ν. 3016/2002, 8 του Ν. 3408/2005 και 73 ΕισΝΚΠολΔ, κατά το μέρος που η τελευταία αυτή διάταξη είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ γίνεται δεκτό ότι ο αρχικώς ενάγων είχε συνάψει με τον αναιρεσείοντα το από 29-9-2000 έγγραφο εργολαβικό και συνυποσχετικό δίκης με εκχώρηση απαίτησης, δυνάμει του οποίου αυτός έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα στον αναιρεσείοντα δικηγόρο Αθηνών, όπως στο όνομά και για λογαριασμό του, διεκδικήσει από κάθε αρμόδιο δικαστήριο, που θα δικάζει είτε σε πρώτο είτε και σε ανώτερο βαθμό, έως του αμετακλήτου των σχετικών δικών, την επιδίκαση υπέρ αυτού της διαφοράς μεταξύ της μηνιαίας σύνταξης του βαθμού του Αντισυνταγματάρχη, που ελάμβανε, και της μηνιαίας σύνταξης του βαθμού του Συνταγματάρχη, που έπρεπε κατά το Ν. 2838/2000 να του καταβάλλεται, ότι, λόγω της αντισυμβατικής και υπαίτιας, από βαριά αμέλεια, συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, η οποία συνίσταται στην παράλειψή του να καταθέσει το νόμιμο παράβολο προκειμένου να συζητηθεί η …2004 ένσταση του αρχικού ενάγοντος ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (Ε.Ε.Π.Κ.Σ.) κατά της σιωπηρής απόρριψης της ενώπιον του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους υποβληθείσας με αριθμό … αίτησης του αρχικού ενάγοντος για την αναπροσαρμογή της σύνταξης του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.2838/2000, παρότι είχε λάβει από τον ενάγοντα το ποσό των 20.000 δραχμών για όλα τα έξοδα των ενεργειών του και οχλήθηκε τηλεφωνικά δύο φορές και μια εγγράφως από την αρμόδια διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, για να καταθέσει το παράβολο αυτό, με συνέπεια, για τον λόγο αυτό, όχι μόνο να απορριφθεί σιωπηρά η άνω ένσταση, αλλά με την …/2011 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου να απορριφθεί ως αβάσιμη και η από …2005 έφεση του ενάγοντος κατά της σιωπηρής απόρριψης της άνω ένστασης, και ότι λόγω της απόρριψης της έφεσής του υπέστη αυτός την ανωτέρω ζημία και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή του, δεν αιτιολογείται επαρκώς γιατί η απόρριψη αυτή με την …/2011 απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου της έφεσης του αναιρεσείοντος επέφερε την οριστική απώλεια κάθε δικονομικής δυνατότητας του αρχικού ενάγοντος να διεκδικήσει και κερδίσει τις ανωτέρω διαφορές στις συντάξιμες αποδοχές του, με την άσκηση αγωγή αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, επικαλούμενος την παράνομη και υπαίτια παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του να του καταβάλλουν τις διαφορές αυτές, όπως επικαλέστηκε και ο αναιρεσείων και απέρριψε με ανεπαρκείς αιτιολογίες τον σχετικό ισχυρισμό του το Εφετείο, δεχόμενο ότι "οι καθολικοί διάδοχοι του ενάγοντος δεν έχουν υποχρέωση να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης σε βάρος των οργάνων του Δημοσίου" και "με την ένδικη αγωγή ελέγχεται η αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά του εναγόμενου και η εξ αυτής προκληθείσα ζημία στον αρχικά ενάγοντα για συγκεκριμένες ενέργειες ή παραλείψεις του εναγόμενου και δεν ελέγχεται η τυχόν παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία και δεν στηρίζει την αγωγή του ο ενάγων". Επομένως, οι πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο σκέλος, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης (πρώτος κατά τα λοιπά σκέλη, δεύτερος, που αφορά στην απόρριψη της ένστασης παραγραφής του αναιρεσείοντος και τρίτος), η εξέταση των οποίων παρέλκει, γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκτέλεση". Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου (ΟλΑΠ 13/2004, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1486/2014). Με την αίτηση αυτή ζητείται η νομιμοτόκως απόδοση των καταβληθέντων χρηματικών ποσών, στα οποία περιλαμβάνονται μόνο το κεφάλαιο, οι τόκοι, τα επιδικασθέντα έξοδα καθώς και οι επί του αθροίσματος αυτού νόμιμοι τόκοι όχι όμως και τα έξοδα έκδοσης απογράφου και αντιγράφου προς εκτέλεση και της σύνταξης επιταγής (ΑΠ 666/2017, ΑΠ 1298/2010, ΑΠ 8/2008) αποκλειστικά από την επίδοση (της αναιρετικής απόφασης (Ολ ΑΠ 37/2005, ΑΠ 666/2017) λόγος για τον οποίο επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός, των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτίας καταβολής εκάστου εξ αυτών, ώστε να καθίσταται, εφικτός ιδίως στην περίπτωση εν μέρει αναίρεσης της απόφασης, ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στον καταβαλόντα (ΑΠ 666/2017, ΑΠ 1423/2010). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση εκούσιας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης αποφάσεως, που επικυρώθηκε από την αναιρεθείσα απόφαση του Εφετείου, αφού συνεπεία της επικυρώσεώς της θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρεθείσα (ΟλΑΠ 22/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις προτάσεις του που κατέθεσε στις 21-11-2025, δηλαδή πριν την ανωτέρω ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων ζητεί παραδεκτά την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την αναγκαστική εκτέλεση, η οποία επισπεύδεται εις βάρος του με εκτελεστούς τίτλους την αναιρεσιβαλλόμενη και την επίδικη πρωτόδικη απόφαση. Από τα προσκομιζόμενα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα προκύπτει ότι με τις από …2024 και …2024 επιταγές προς πληρωμή, κάτω από πρώτα εκτελεστά απόγραφα της αναιρεσιβαλλόμενης και της πρωτόδικης 1953/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι οποίες επιδόθηκαν με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων στον αναιρεσείοντα στις …2024 και στις …2024 αντιστοίχως, επιτάχθηκε αυτός να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους τα ποσά των 1.449 και 45.428,36 ευρώ αντιστοίχως και συνολικά των 46.877,36 ευρώ. Ακολούθως με βάση τις επιταγές αυτές, αφ' ενός με την …2024 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας … Μ. Μ. κατασχέθηκε αναγκαστικά ένα ακίνητο ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος εμβαδού 116,40 τ.μ., που βρίσκεται στην … στην Αθήνα και ορίστηκε ότι θα εκτεθεί σε πλειστηριασμό στις 18-6-2025 ενώπιον αρμοδίας συμβολαιογράφου, οποίος δεν πραγματοποιήθηκε γιατί με την 166/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή αίτηση του αναιρεσείοντος και ανεστάλη η αναγκαστική εκτέλεση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της 1320/2025 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, κατά της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης, αφ' ετέρου δε κατασχέθηκε στα χέρια πέντε Ελληνικών τραπεζών ως τρίτων, μεταξύ των οποίων και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος AE, κάθε απαίτηση του αναιρεσείοντος κατ' αυτών μέχρι του ποσού των 47.625,36 ευρώ και η Εθνική Τράπεζα υπέβαλε εμπρόθεσμα θετική δήλωση για το ποσό αυτό ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών στις 26-7-2024, χωρίς όμως, για λόγους που δεν προσδιορίστηκαν, να έχει αποδοθεί το ποσό αυτό στους αναιρεσιβλήτους, αφού παραμένει μόνο δεσμευμένο στην τράπεζα αυτή, όπως προκύπτει από το από 30-5-2025 ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) της προς τον αναιρεσίοντα. Επομένως, αφού δεν προκύπτει η ολοκλήρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης των ανωτέρω δύο αποφάσεων, με την καταβολή των επιτασσομένων ποσών στους αναιρεσείοντες, η αίτηση επαναφοράς είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων, εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να διατάσσει και αυτεπαγγέλτως, χωρίς να περιορίζεται προς τούτο χρονικά, να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις διαδίκου εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου. Επίσης, η απόφαση αυτή για τη διαγραφή εξυβριστικών ή ανάρμοστων φράσεων δεν αφορά τη διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, ούτε συνιστά επιβολή ποινής, κατά την τεχνική του όρου έννοια, αλλά ηθική κύρωση, της οποίες οι συνέπειες αντανακλούν στο πρόσωπο του πληρεξούσιου δικηγόρου, έστω και αν τα δικόγραφα συντάσσονται στο όνομα του διαδίκου. Ανάρμοστες είναι γενικά και οι φράσεις που φανερώνουν καταφρόνηση προς τον αντίδικο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ή τους δικαστές που εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις και προς τη δικαιοσύνη γενικότερα (ΑΠ 709/2025, ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 489/2018).
Εξάλλου κατά τα άρθρα 35 παρ. 2, και 41 του Ν. 4194/2013 "Δικηγορικός Κώδικας" ο δικηγόρος πρέπει να τηρεί τους κανόνες ευπρέπειας προς τους συναδέλφους του και να αποφεύγει υβριστικές, προσβλητικές ή υπαινικτικές εκφράσεις προσωπικά εναντίον αυτών, και να τηρεί τον υφιστάμενο κάθε φορά Κώδικα Δεοντολογίας του Δικηγορικού Λειτουργήματος Οι διατάξεις αυτές, όπως και εκείνη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποβλέπουν στην άμεση εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, η οποία πρέπει να συγκεντρώνει τα στοιχεία της ευπρεπούς και κόσμιας συμπεριφοράς από όλους και έναντι όλων των παραγόντων της δίκης και επιβάλλει σε κάθε διάδικο και τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο, κατά την γραπτή ή προφορική ανάπτυξη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου του, να τηρεί την ευπρέπεια του δικανικού λόγου και να μη χρησιμοποιεί εξυβριστικούς, καταφρονητικούς ή ειρωνικούς χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που δεν είναι αναγκαίες για την έκθεση ή ανάπτυξη των επιχειρημάτων του (ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 2132/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή στο νόμιμο αντιπρόσωπο του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη καθενός, χρηματική ποινή από χίλια (1.000) ευρώ έως δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, που περιέρχονται στο ταμείο νομικών, αν προκύψει από τη δίκη που έγινε, ότι αν και το γνώριζαν 1) άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2) διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον της αλήθειας. Με τη διάταξη αυτή, η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Ταμείο Νομικών, ως ασφαλιστικό φορέα των νομικών επαγγελμάτων, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή δικαιοσύνης. Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 Κ.Πολ.Δ, αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με την μορφή άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή βαριά αμέλεια (ΑΠ 45/2025, ΑΠ 431/2023, ΑΠ 1211/2021). Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ’ ουσίαν αβασίμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης (ΑΠ 45/2025, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 602/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι, με τις από 31-10-2025 προτάσεις τους, ζητούν: α) να διαγραφούν από την αναίρεση οι αναφερόμενες στο διατακτικό "ασεβείς προς το πρόσωπό τους" φράσεις και β) να τιμωρηθεί ο αναιρεσείων με τις προβλεπόμενες στον ΚΠολΔ ποινές για τις φράσεις αυτές. Η αίτηση κατά το πρώτο σκέλος είναι βάσιμη γιατί το δικόγραφο της αναίρεσης πράγματι περιέχει ανάρμοστες εκφράσεις του αναιρεσείοντος , οι οποίες, χωρίς να είναι απαραίτητες για την προσήκουσα υπεράσπιση της κρινόμενης υπόθεσης του, αποβλέπουν σε περιφρόνηση και ονειδισμό των αναιρεσιβλήτων και γι' αυτό πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Κατά το δεύτερο σκέλος η αίτηση είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί γιατί η συνέπεια της περίληψης των φράσεων αυτών στο δικόγραφο της αναίρεσης είναι μόνο η διαγραφή τους, η δε επιβολή ποινής, κατά το άρθρο 205 ΚΠολΔ προβλέπεται μόνο για τις αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Αναιρεί την υπ' αριθ. 3090/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
- Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
- Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.
- Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
- Δέχεται την υποβληθείσα με τις προτάσεις αίτηση των αναιρεσίβλητων περί διαγραφής από την αίτηση αναίρεσης των ανάρμοστων φράσεων του αναιρεσείοντος.
Και
- Διατάσσει την διαγραφή από την αίτηση αναίρεσης των παρακάτω ανάρμοστων φράσεων: α) από την σελίδα 34 των φράσεων "η αδιαμφισβήτητη ψευδολογία των αντιδίκων...η κακεντρεχής και κακόβουλη αγωγή τους αποτελεί κακέκτυπο συκοφαντικού λιβελλογραφήματος.." και β) από την σελίδα 43 των φράσεων "από τους...θρασύτατους αντιδίκους...η εκκωφαντική σιωπή τους στην παρανομία τους...τέλεια μεθοδευμένη πλεκτάνη αδίστακτων και θρασύτατων ψευδολόγων χωρίς ηθικά ερείσματα, που σπέρνουν δηλητήριο εναντίον μου...".
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ