ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 862/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 862/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 862/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 862 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 862/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό-Εισηγητή, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Απριλίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Μ. του Α. , κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χατζηνικολάου, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8210, 9645/2025 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. …2025 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2026.

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπ' αριθ. …/2025 αίτηση του Ε. Μ. του Α. , για αναίρεση της υπ' αριθ. 8210, 9645/2025 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος των αξιόποινων πράξεων: 1] της παράνομης οπλοκατοχής και 2] της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών για ιδία αποκλειστική χρήση, ασκήθηκε : α] νομότυπα, με δήλωση του αναιρεσείοντος που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου [άρθρα 303 παρ. 9, 474 παρ. 2 Α' ΚΠΔ], β] εμπρόθεσμα, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 29-10-2025, και η δήλωση έγινε στις 17-11-2025 [άρθρο 473 παρ. 2, 3 ΚΠΔ] και γ] παραδεκτά, αφού ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχοντα προς τούτο έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ορισμένους λόγους αναίρεσης [άρθρα 464, 466 παρ. 1, 504, 505 παρ. 1 α', 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', Ε' Θ' ΚΠΔ]. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Με το άρθρο 303 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε, από 1-5-2024, με το άρθρο 94 του Ν. 5090/2024, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη ο αγγλοσαξονικής μεν προελεύσεως, αλλά πλέον ιδιαιτέρως διαδεδομένος σε όλες σχεδόν τις χώρες του civil law θεσμός του Plea Bargaining, κεντρικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου είναι η ανταλλαγή της ομολογίας με την επιβολή μειωμένης ποινής, ορίζεται ότι :

<<1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, εξαιρουμένων των κακουργημάτων: α] που απειλούνται και με ποινή ισόβιας κάθειρξης και β] που προβλέπονται στο άρθρο 187 Α' ΠΚ και στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του ΠΚ, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κυρίας ανάκρισης ή της προανάκρισης ή σε κάθε περίπτωση με αυτοτελές αίτημά του, που μπορεί να υποβληθεί μέχρι και την παρέλευση δέκα [10] ημερών από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή δια του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια ή παρεπόμενη ποινή. Η αίτηση του κατηγορουμένου που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο υποβάλλεται μόνο μια [1] φορά σε κάθε δικονομικό στάδιο. Σε κάθε περίπτωση ο αρμόδιος εισαγγελέας δύναται, αν κρίνει πως η υπόθεση είναι κατάλληλη προς διαπραγμάτευση με βάση τα στοιχεία του πρώτο εδαφίου της παρ. 2 ταυτόχρονα με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος ή της κλήσης στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου, να καλέσει τον κατηγορούμενο ενώπιόν του σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 προκειμένου να επιχειρηθεί η υπαγωγή της υπόθεσης στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης.

2. Μετά την υποβολή αιτήματος του κατηγορουμένου σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρ. 1, η δικογραφία διαβιβάζεται, σε οποιοδήποτε δικονομικό στάδιο και αν εκκρεμεί, επί μεν των πλημμελημάτων στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών επί δε των κακουργημάτων στον εισαγγελέα εφετών, οι οποίοι οφείλουν να κρίνουν αν η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, κατάλληλη προς διαπραγμάτευση. Προς το σκοπό αυτό ο εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου και, αν το κρίνει αναγκαίο, τον παθόντα μετά ή δια συνηγόρου. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, ο εισαγγελέας του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Στα εγκλήματα της παρ. 1 του άρθρου 301 ο εισαγγελέας δικαιούται κατά την κρίση του να εξαρτήσει την έναρξη της διαπραγμάτευσης, από την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας ή από την σοβαρή προσπάθεια του υπαιτίου να αποκαταστήσει τη ζημία.

3. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορούμενου, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά από το δικονομικό στάδιο που είχε διακοπεί λόγω της υποβολής αιτήματος διαπραγμάτευσης. Η γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου ή η πρόσκληση του εισαγγελέα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, θεωρούνται ως ουδέποτε υποβληθείσες, καταστρέφονται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά τους δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης και σε καμία άλλη διαδικασία.

4. Αν ο κατηγορούμενος, αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, συμφωνήσει με τον εισαγγελέα την επιβλητέα ποινή, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης, που υπογράφεται από τον εισαγγελέα και τον κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του. Το πρακτικό διαπραγμάτευσης περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται, τη συμφωνηθείσα ποινή καθώς και τον τρόπο έκτισής της. Η προτεινόμενη ποινή καθορίζεται με βάση την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, το βαθμό της υπαιτιότητας καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορούμενου και δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε [5] έτη φυλάκισης στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα [10] έτη, τα εννέα [9] έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη, τα δέκα [10] έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα [10] ετών, και τα δύο [2] έτη στα πλημμελήματα, ούτε μπορεί να είναι κατώτερη των τριών [3] ετών στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη. Για την αναστολή ή μετατροπή της προτεινόμενης ποινής ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 88Α', 99, και 104Α' ΠΚ.

Στις περιπτώσεις που το αίτημα του κατηγορουμένου υποβάλλεται αμέσως μετά από την άσκηση ποινικής δίωξης, κατά το προδικαστικό ποινικό στάδιο, στον τρόπο έκτισης της συμφωνηθείσας ποινής μπορεί να περιλαμβάνεται και η δυνατότητα υπό όρους απόλυσης του κατηγορουμένου μετά από συμπλήρωση δύο πέμπτων [2/5] πλασματικής έκτισης και ενός τρίτου [1/3] πραγματικής παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 6 του άρθρου 105Β ΠΚ αντίστοιχα, εξαιρουμένων των κακουργημάτων του δεύτερου εδαφίου της παρ. 6 του ίδιου άρθρου. Στο πρακτικό διαπραγμάτευσης ορίζεται υποχρεωτικά πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος του κατηγορουμένου, στον οποίο παρέχεται η εντολή να τον εκπροσωπήσει στο ακροατήριο.

5. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν, εκτός αν ο εισαγγελέας θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, οπότε ο ανακριτής λαμβάνει απολογία του κατηγορουμένου, μετά την οποία ο ανακριτής μπορεί να αφήσει τον κατηγορούμενο ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη για την επιβολή περιοριστικών όρων κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 283. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, ο εισαγγελέας μπορεί με διάταξή του να άρει ή να αντικαταστήσει τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού που τυχόν έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται και η δικογραφία χωρίζεται με πράξη του ανακριτή ως προς τους κατηγορουμένους, για τους οποίους δεν έχει συνταχθεί πρακτικό διαπραγμάτευσης και ως προς τα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα της παρ. 1. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 302 ισχύουν αναλόγως.

6. Μέσα σε πέντε [5] ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο επί κακουργημάτων και στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο επί πλημμελημάτων. Στον απόντα κατηγορούμενο ορίζεται υποχρεωτικά ως συνήγορος ο αναφερόμενος στο πρακτικό διαπραγμάτευσης και αν αυτός κωλύεται άλλος συνήγορος από τον πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας και επιβάλει σε αυτόν, εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ ποινή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τη συμφωνηθείσα μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορούμενου. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να δεσμεύεται από το πρακτικό διαπραγμάτευσης, τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β' και γ' και δικαιούται να μεταβάλει το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου.

7. Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που έχει ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση που καταχωρείται στο ειδικό πρακτικό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 141 παρ. 4.

Στην περίπτωση αυτή η διαπραγμάτευση διεξάγεται μεταξύ του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα της έδρας. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, το δικαστήριο του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η υποβολή του αιτήματος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί υποχρεωτικό λόγο αναβολής της δίκης, μπορεί όμως το δικαστήριο να διακόψει τη συζήτηση και να τάξει προθεσμία έως δέκα πέντε [15] ημερών για την σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με την παράγραφο 4. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 302.

8. Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων η διαπραγμάτευση μπορεί να αφορά ένα [1] ή περισσότερα από αυτά.

9. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου χωρεί μόνο αναίρεση>>.

Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4620/2019, σημειώνεται ότι ως προς τα επί μέρους ανακύπτοντα ζητήματα της ρυθμιζόμενης από το άρθρο 303 ποινικής διαπραγμάτευσης, η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή κατέληξε, πλην άλλων, στις ακόλουθες επιλογές: << ... γ] θεσπίστηκε η δυνατότητα του δικαστηρίου να μειώνει περαιτέρω την ποινή. Τούτο γιατί, τυχόν πλήρης δέσμευση του ποινικού δικαστηρίου από τη συμφωνηθείσα μεταξύ κατηγορουμένου και εισαγγελέα μειωμένη ποινή θα αντέβαινε στο άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος, ενόψει του ότι η ποινή θα επιβαλλόταν από τον Εισαγγελέα και όχι από το ποινικό δικαστήριο ... δ] προβλέφθηκε η δυνατότητα του ποινικού δικαστηρίου να ελέγχει το νομικό χαρακτηρισμό της πράξη στο πρακτικό διαπραγμάτευσης. Εφόσον η αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας διατηρείται ως κατευθυντήρια αρχή του ελληνικού ποινικοδικονομικού συστήματος, το ποινικό δικαστήριο δεν θα πρέπει να απαλλάσσεται από την υποχρέωση, να ελέγξει αν η συμφωνηθείσα ποινή μπορεί να επιβληθεί από αυτό με βάση τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό χαρακτηρισμό, που έχει επιλέξει η κατηγορούσα αρχή. Γι' αυτό θα πρέπει το ποινικό δικαστήριο να διατηρεί την εξουσία, πριν καταγνώσει την προσυμφωνηθείσα ποινή, να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της κατηγορίας ή άλλους λόγους, που αποκλείουν την ποινική ευθύνη και στην περίπτωση αυτή να αθωώσει παρά το τον κατηγορούμενο ή να προσδώσει στην πράξη τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό. Τυχόν δέσμευση του ποινικού δικαστηρίου από τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης στο πρακτικό διαπραγμάτευσης θα αντέβαινε στο άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος. Όμως προκειμένου να μην δημιουργηθεί στον κατηγορούμενο αίσθημα ανασφάλειας, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την υπαγωγή του στη διαδικασία της διαπραγμάτευσης, σε συνδυασμό με την άμβλυνση του διερευνητικού καθήκοντος του δικαστηρίου σε τέτοιου είδους διαδικασίες, κρίθηκε σκόπιμο η τυχόν μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού να είναι δυνατή μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου>> [ΑΠ 764/2022].

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση του Δικαστηρίου για την ενοχή, δηλαδή, στην αναφορά με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το Δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε δεκτή η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται κατ' είδος, γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους [εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων], ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται πιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά κατ' επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ' αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν είναι εμπεριστατωμένη. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, έστω κατά το είδος τους [μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.], χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενόψει του ότι η κατά το άρθρο 178 ΚΠΔ απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα απ' αυτά, χωρίς να αποκλείει τα άλλα [ΑΠ 764/2022, ΑΠ 1965/2019, ΑΠ 436/2019].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, με τη διαδικασία της ποινικής διαπραγμάτευσης, κατ' άρθρο 303 ΚΠΔ, για τις αξιόποινες πράξεις: α] της παράνομης οπλοκατοχής και β] της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστικά χρήση και του επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης ενός [1] και ενός [1] μηνός, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί μια τριετία. Ειδικότερα, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε δημόσια το από …2025 και με αριθμό …/2025 Πρακτικό Διαπραγμάτευσης, στο δε σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης εκθέτει, κατά λέξη, τα εξής :

<< Στην προκειμένη περίπτωση, από το από …2025 και με αριθμό …/2025 Πρακτικό Διαπραγμάτευσης που υπογράφηκε μεταξύ της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Τριανταφυλλιάς Παπαγεωργίου του κατηγορουμένου και του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου δικηγόρου Θεσσαλονίκης Νικολάου Χατζηνικολάου με Α.Μ. Δ. Σ. Θεσσαλονίκης … , προκύπτει ότι έλαβε χώρα ποινική διαπραγμάτευση με τους όρους που αναφέρονται στο κείμενο αυτής. Ειδικότερα, κατόπιν αιτήματος του κατηγορουμένου για έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δη πριν από την αποδεικτική διαδικασία και αφού κρίθηκε από την Εισαγγελέα της έδρας ότι η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι κατάλληλη προς διαπραγμάτευση, συντάχθηκε νομότυπα το από …2025 και με αριθμό …/2025 πρακτικό διαπραγμάτευσης, με το οποίο η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Τριανταφυλλιά Παπαγεωργίου, ο κατηγορούμενος Ε. Μ. και ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου δικηγόρος Θεσσαλονίκης Νικόλαος Χατζηνικολάου με ΑΜ. ΔΣ. Θεσσαλονίκης … , κατόπιν ομολογίας του κατηγορουμένου για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν αξιόποινες πράξεις και αφού η Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, έλαβε υπόψη την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης των αποδιδόμενων στον κατηγορούμενο πράξεων, το βαθμό υπαιτιότητας καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου, συμφώνησαν: Α. Να επιβληθεί σε βάρος του κατηγορουμένου: 1. Για την πρώτη πράξη της παράνομης κατοχής όπλου άπαξ τελεσθείσα, ποινή φυλάκισης ενός [1] έτους και χρηματική ποινή χιλίων ευρώ [1.000 Ευρώ] 2. Για την πράξη της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών για δική του χρήση, ποινή φυλάκισης δύο [2] μηνών. Β. Να καθορισθεί συνολική ποινή φυλάκισης ενός έτους και ενός μήνα αποτελούμενη από την ποινή φυλάκισης ενός [1] έτους ως ποινής βάσης, προσαυξανόμενης κατά έναν μήνα από την συντρέχουσα ποινή φυλάκισης. Σ.Π.Φ. ένα [1] έτος - ένας [1] μήνας = ένα [1] έτος - ένα [1] μήνας. Γ. Η παραπάνω συνολική ποινή να ανασταλεί για τρία [3] έτη.

Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των προϋποθέσεων της διεξαγωγής της ποινικής διαπραγμάτευσης κατ' άρθρο 303 παρ. 1, 4 και 7 ΚΠΔ, και συντρεχουσών όλων των προϋποθέσεων επικύρωσης του ανωτέρω πρακτικού ποινικής διαπραγμάτευσης που περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου για την τέλεση των αξιόποινων πράξεων που του αποδίδονται, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας, επικυρωμένου του από …2025 και με αριθμό …/2025 πρακτικού διαπραγμάτευσης, που υπογράφηκε μεταξύ της Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Τριανταφυλλιάς Παπαγεωργίου, του κατηγορουμένου και του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου δικηγόρου Θεσσαλονίκης Νικολάου Χατζηνικολάου με ΑΜ. Δ.Σ. Θεσσαλονίκης …

Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πρώτη πράξη της παράνομης οπλοκατοχής άπαξ τελεσθείσας και για τη δεύτερη πράξη της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών για αποκλειστικά δική του χρήση>>. Από τη διατύπωση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και αφού, όπως προαναφέρθηκε στο εδ. γ' της παρ. 6 του άρθρου 303 ΚΠΔ, ρητά ορίζεται ότι το Δικαστήριο <<κηρύσσει ένοχο των κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας>>, δεν καθίσταται σαφές και δεν παράγεται βεβαιότητα αν τα στοιχεία της δικογραφίας λήφθηκαν υπόψη, καθόσον το Δικαστήριο της ουσίας, πέραν του ως άνω αναγνωσθέντος εγγράφου, παρέλειψε παντελώς, κατά γενικό προσδιορισμό ως προς το είδος τους, να προβεί σε οποιαδήποτε καταχώριση ή αναφορά οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού στοιχείου της δικογραφίας. Ειδικότερα, δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι αυτά τα αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη, αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν όλα στο σύνολό τους, αφού δεν μνημονεύονται καθόλου, ούτε μεταξύ των αναγνωστέων, ούτε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε στο κυρίως περιεχόμενο αυτού. Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και η παράλειψη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης πλήττει τις προϋποθέσεις αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων, που έχουν τεθεί από τις ανωτέρω διατάξεις και, ως εκ τούτου, η ως άνω κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις αποδείξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά, και αφού, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ανωτέρω γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως [άρθρα 519, 522 ΚΠΔ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 8210, 9645/2025 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή