ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 863/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 863/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 863/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 863 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 863/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γιαννακοπούλου, Γεώργιο Μικρούδη σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου)-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Νικολάου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Γ. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πυρομάλλη, 2. Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη και 3. Β. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πυρομάλλη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 437/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Δ. Α. του Θ. και 2. Σ. Α. του Γ., κατοίκους ..., που παρέστησαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Μιχοπούλου.

Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και Α) ο πληρεξούσιος δικηγόρος του 1ου και 3ου αναιρεσειόντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους που περιλαμβάνονται στις με αρ. εκθ. καταθ. …2024 και …2024, αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης και την με αρ. πρωτ. …2024, κοινή αίτηση αναίρεσης των ανωτέρω, καθώς και στους από 1-11-2024, κοινούς, προσθέτους λόγους των ανωτέρω, που περιλαμβάνονται στο σχετικό δικόγραφο και Β) ο πληρεξούσιος δικηγόρος του 2ου αναιρεσείοντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους λόγους που περιλαμβάνονται στην με αρ. εκθ. κατ. …2024 και με αρ. πρωτ. …2024, δύο (2) αιτήσεις του αναίρεσης και συντάχθηκαν με την πρόταση του Εισαγγελέα που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2024.

Αφού άκουσε τoν Αντεισαγγελέα, που πρότεινε :

Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο που κηρύχθηκαν ένοχοι όλοι οι αναιρεσείοντες για πλαστογραφία από κοινού με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ (άρθρα 45,216 παρ. 3-1 ΝΠΚ), κατά το κεφάλαιο που κηρύχθηκε ένοχος ο Β. Κ. για απάτη στο Δικαστήριο κατά μόνας με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη βλάβη τρίτου άνω των 120.000 ευρώ και κατά το κεφάλαιο που κηρύχθηκαν ένοχοι οι Γ. Κ. και Β. Κ. για απάτη με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη βλάβη τρίτου άνω των 120.000 ευρώ ,

Β) Να κρατηθεί η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο που κηρύχθηκε ένοχος ο Γ. Κ. για απάτη στο Δικαστήριο κατά μόνας με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη βλάβη τρίτου άνω των 120.000 ευρώ (άρθρο 386 παρ. 1-3β' παλαιού ΠΚ) και να κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή

και

Γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο για τα κεφάλαια για τα οποία προτείνεται η αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης και για νέα επιμέτρησης της ποινής και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 466 παρ.3 του ΚΠοινΔ "εναντίον του ιδίου βουλεύματος ή της ίδιας απόφασης δεν μπορεί ποτέ να ασκηθεί για δεύτερη φορά το ίδιο ένδικο μέσο, που έχει κριθεί". Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, προϋπόθεση για την απαγόρευση ασκήσεως για δεύτερη φορά του ίδιου ένδικου μέσου κατά του ίδιου βουλεύματος ή της ίδιας αποφάσεως είναι να έχει προηγηθεί κρίση επί του ασκηθέντος για πρώτη φορά ενδίκου μέσου. Αν τέτοια κρίση δεν έχει προηγηθεί, παραδεκτώς ασκείται μέσα στη νόμιμη προθεσμία για δεύτερη φορά το ίδιο ένδικο κατά του ιδίου βουλεύματος ή της ίδιας απόφασης, το οποίο είναι συμπληρωματικό του πρώτου ασκηθέντος και συνεξετάζεται με αυτό (ΑΠ 304/2025, ΑΠ 611/2023, ΑΠ 1634/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, φέρονται προς συζήτηση οι ακόλουθες αιτήσεις των παρακάτω αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων για αναίρεση της υπ' αριθμ. 437/2024 τελεσίδικης καταδικαστικής αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ήτοι : 1] του Γ. Κ. του Θ. : α) η με αρ. εκθ. κατ. …2024 αίτηση, ασκηθείσα δια του παραστάντος κατά τη συζήτηση συνηγόρου του Μιχαήλ Αντωνόπουλου, με δήλωση ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, β) η με αρ. πρωτ. …2024 ασκηθείσα με δήλωση του ειδικώς εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου Αθηνών, Γ. Πυρομάλλη, ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις …/2024 , 2] του Θ. Κ. του Γ. : α) η με αρ. εκθ. κατ. …2024, ασκηθείσα δια του παραστάντος κατά τη συζήτηση συνηγόρου του Μιχαήλ Αντωνόπουλου, με δήλωση ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, β) η με αρ. πρωτ. …2024 ασκηθείσα με δήλωσή του ειδικώς εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου Ηρακλείου Κρήτης, Διονύσιου Βέρρα, ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις …/2024 , 3] του Β. Κ. του Θ. : α) η με αρ. εκθ. κατ. …2024 αίτηση, ασκηθείσα δια του παραστάντος κατά τη συζήτηση συνηγόρου του Μιχαήλ Αντωνόπουλου, με δήλωση ενώπιον της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, β) η με αρ. πρωτ. …2024 ασκηθείσα με δήλωση του ειδικώς εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου Αθηνών, Γ. Πυρομάλλη, ενώπιον του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, που επιδόθηκε σ' αυτόν στις …/2024. Οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης με αρ. εκθ. κατ. … , … και …/2024 ασκήθηκαν προ της καθαρογραφής της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ οι με αρ. πρωτ. …/2024 και …/2024 δηλώσεις αναίρεσης (ασκήθηκαν) εντός της νόμιμης προθεσμίας των είκοσι ημερών από την καταχώριση [2/7/2024] της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης στο, κατ' άρ. 473 παρ.3 εδ.α' ΚΠΔ, τηρούμενο ειδικό βιβλίο.

Συνεπώς, εφόσον δεν έχει προηγηθεί κρίση επί της πρώτης υπό των αναιρεσειόντων ασκηθείσας ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, η δεύτερη αίτησή τους, στρεφομένη κατά της αυτής ως άνω αποφάσεως, είναι παραδεκτή, κατά τα εκτιθέμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη. Επομένως, είναι παραδεκτές, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 464, 466 παρ.1, και 2, 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1 α', 2 Α και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α' ΚΠΔ), πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω συναφείας, και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενες με τους πρόσθετους λόγους των αναιρεσειόντων Γ. Κ. και Β. Κ., που ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 ΚΠΔ), με δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία της Εισαγγελίας του Αρείου, την …/2024, από την ειδικώς εξουσιοδοτηθείσα δικηγόρο Αθηνών, Ελένη Γρίβα. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν κατ' έφεση την ένδικη υπόθεση Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών δέχθηκε, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων σ' αυτήν κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....Ο πρώτος κατηγορούμενος Γ. Κ. είναι πατέρας του δευτέρου κατηγορούμενου Θ. Κ., ο τρίτος κατηγορούμενος Β. Κ. είναι αδελφός του πρώτου και θείος του δευτέρου κατηγορουμένου Θ. Κ. Η εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα προς υποστήριξη της κατηγορίας και μάρτυς κατηγορίας Δ. Α. είναι αδελφή των πρώτου και τρίτου και θεία του δευτέρου των κατηγορουμένων. Πατέρας των πρώτου, τρίτου των κατηγορουμένων και της πολιτικώς εναγούσης και πάππος του δευτέρου των κατηγορουμένων ήταν ο Θ. Κ. του Γ. Ούτος απεβίωσε στις …2007 χωρίς να είναι γνωστό ότι έχει αφήσει διαθήκη, όπως είχε καταστήσει γνωστό εν ζωή ότι δεν θα άφηνε, οπότε, σύμφωνα με τον νόμο η κληρονομία του έπρεπε να διαμοιρασθεί μεταξύ των τριών τέκνων του, ως ανωτέρω, λαμβάνοντας έκαστο εξ αυτών το 1/3 αυτής εξ αδιαθέτου. Ωστόσο, οι κατηγορούμενοι ως άνω εμφάνισαν έγγραφο με τίτλο "Η διαθήκη μου" ως ιδιόγραφη διαθήκη του πατρός και πάππου αυτών με το εξής περιεχόμενο, κατά το μέρος που αφορά στην παρούσα, κατ' έφεση, δίκη: "Σήμερα στις …1993 ημέρα Πέμπτη εγώ ο Κ. Θ. του Γ. αποφασίζω ότι μετά την αρώστια που είχα με το στομάχι μου και ότι δεν είμαι και τόσο καλά στην υγεία του θέλω να ευχαριστίσω το γιό μου Γ. και τη νύφη μου Κ. που με κοίταξαν όσο καιρό ήμουν στο νοσοκομείο και μετά στο σπίτι τους. Ήταν τα μόνα από τα τρία παιδιά μου που κοίταξαν εμένα και την μάνα τους πριν πεθάνει για 4 χρόνια. Σκεφτόμενος αυτά και χωρίς να θέλω να αδικήσω κανένα από τα τρία παιδιά μου μοιράζω την περιουσία που απόκτησα μετά το θάνατό μου ως εξής. Στο γιό μου Γ. Κ. αφήνω τα εξής χωράφια 5 … 15 στρέματα, 6 … 7 στρέματα, 7 … 7 στρέματα μαζί με την αποθήκη τη χούνι και το χωραφάκι 8 … (κορίτα) 2 στρέματα. Στην κόρη μου Δ. Κ. αφήνω 6 … 5,5 στρέματα, 7 … 4 στρέματα, 8 … 3 στρέματα, 9 … 3 στρέματα και το παληό περιβόλη 2 στρέματα, 10 Τη βρύση 2,5 στρέματα μαζί με τα κυπαρίσια 2 στρέματα. Στο γιό μου Β. Κ. αφήνω 4 … 13 στρέματα, 5 Τα … ελιές 5 στρέματα και χωρίς ελιές 5 στρέματα. Στον εγγονό μου Θ. Κ. του Γ. αφήνω το σπίτι στο χωριό μαζί με τον κήπο μισό στρέμα και το οικόπεδο. Του αφήνω το τρακτέρ στο όνομά του με όλα τα μηχανήματα που έχει του αφήνω το χωράφι … 8 στρέματα γιατί είναι το μοναδικό εγγόνη που έχει το όνομά μου και θα συνεχιστή το σόι μας όπως λέγομε και εγώ Θ. Κ. ... Ο πατέρας τους". Κάτωθι του ως άνω κειμένου είχε τεθεί ολογράφως το όνομα του φερομένου ως συντάξαντος αυτό "Θ. Κ." ως υπογραφή του. Με την εμφάνιση του ανωτέρου εγγράφου ως ιδιόγραφης διαθήκης του πατρός και πάππου των ανωτέρω στην Δ. Α., θυγατέρα Θ. Κ. του Γ., αυτή αμφισβήτησε στους αδελφούς της τη γνησιότητά του, καθώς τους ήταν γνωστό ότι ο πατέρας τους είχε δηλώσει ότι δεν επρόκειτο να συντάξει διαθήκη. Παρά την αμφισβήτηση της γνησιότητας οι τρεις κατηγορούμενοι προέβησαν σε χρήση του εγγράφου ως ακολούθως: 1) Ο Γ. Κ. , αφού υπέβαλε την από …2007 αίτηση προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών για δημοσίευση διαθήκης, εμφάνισε το ανωτέρω έγγραφο στην Αθήνα στις …2007, κατά την δικάσιμο αυτή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επέτυχε τη δημοσίευσή του με τα υπ' αριθμ. …2007, ως ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω πατρός των κατηγορουμένων και της Δ. Α.-Κ. και, εν συνεχεία, με ενέργειές του, καταχωρήθηκε στα Βιβλία Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον Τόμο … , με αριθμό … , 2) Ο Β. Κ. στην Αθήνα στις …2007 προσήλθε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας-Ιωσηφίνας Καρινιωτάκη-Πλακοπούλου, στο επί της οδού … γραφείο της και ενεφάνισε το ανωτέρω έγγραφο ως ιδιόγραφη διαθήκη, προκειμένου να αποδεχθεί την επαχθείσα, κατά το φερόμενο ως περιεχόμενό του, κληρονομία, όπερ και συνετάγη η υπ' αριθμ. …2007 Πράξη Δηλώσεως Αποδοχής Κληρονομίας, 3) Ο Γ. Κ. στην Αθήνα, στις …2007, στο ως άνω γραφείο της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου προσεκόμισε το υπ’ αριθμ. …2007 ειδικό πληρεξούσιο του Θ. Κ. και επί τη βάσει αυτού και ο δεύτερος κατηγορούμενος απεδέχθη την φερομένη ως επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία δυνάμει της υπ' αριθμ. …2007 Πράξη Δηλώσεως Αποδοχής Κληρονομίας. Η Δ. Α. προσεκόμισε το από …1993 φερόμενο ως ιδιόγραφη διαθήκη έγγραφο στον Δικαστικό Γραφολόγο Ι. Δ., Ταξίαρχο ε.α. της ΕΛΑΣ, ο οποίος με την από …2007 Έκθεση Ιδιωτικής Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης απεφάνθη ότι η από …1993 φερομένη ιδιόγραφη διαθήκη δεν χαράχθηκε, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπεγράφη από τον Θ. Κ., αλλά πλαστογραφήθηκε από τρίτο άτομο δια της μεθόδου της απομιμήσεως. Μετά ταύτα η ανωτέρω απέστειλε στους πρώτο και τρίτο κατηγορουμένων την από …2007 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση προς διευθέτηση του ανακύψαντος ζητήματος και αφού δεν έλαβε απάντηση άσκησε την από …2008 και με αριθμό καταθέσεως …/2009 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί πλαστότητάς της επιδίκου διαθήκης. Εξεδώθη η υπ' αριθμ. 4945/2010 απόφαση, δια της οποίας ορίσθη η Γραφολόγος- Πραγματογνώμων Χ. Κ.-Π. προκειμένου "αφού λάβει υπόψη της τα αναγκαία στοιχεία από το φάκελο της δικογραφίας και δείγματα γραφής και υπογραφής του διαθέτη από τους διαδίκους, πρέπει να συντάξει έκθεση στην οποία με αιτιολογημένες σκέψεις να γνωμοδοτήσει για το εάν η από …1993 και με αρ. δημοσίευσης πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών …/2007 ιδιόγραφη διαθήκη του Θ. Κ. που απεβίωσε στις …2007, γράφηκε ιδιοχείρως, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο". Η ανωτέρω Γραφολόγος-Πραγματογνώμων, με την υπ' αριθμ. …2011 Έκθεση Γραφολογικής Πραγματογνωμοσύνης απεφάνθη ότι η επίδικος διαθήκη δεν γράφηκε, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπεγράφη από τον πατέρα της Δ. Α.-Κ., ήτοι είναι πλαστή, καθόσον εντοπίζονται πολλές σημαντικές και επαναλαμβανόμενες διαφορές, τόσο ως προς τον γνήσιο και σταθερό τρόπο υπογραφής του κληρονομουμένου, όσο και από τον τρόπο γραφής του, ώστε να επιβεβαιώνεται η διάφορη ταυτότητα του συντάκτη της υπό κρίση διαθήκης. Εν συνεχεία εξεδώθη η υπ' αριθμ. 3724/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η επίδικος διαθήκη ανεγνωρίσθη ως μη γνήσια. Κατ' αυτής οι κατηγορούμενοι άσκησαν έφεση, επί της οποίας εξεδώθη η υπ' αριθμ. 6861 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας η έφεση απερρίφθη. Την εν λόγω απόφαση αναιρεσίβαλαν οι κατηγορούμενοι και εξεδώθη η υπ' αριθμ. 1444/2015 απόφαση του ΑΠ, δια της οποίας η αναίρεση απερρίφθη.

Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι κρίθηκε αμετακλήτως πως η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη ήταν πλαστή και, κατ' επέκταση, αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι πλαστογράφησαν εξ υπαρχής έγγραφο και συγκεκριμένα το ανωτέρω, του οποίου έκαναν χρήση, κατά τα ανωτέρω ως ακολούθως: 1) Ο Γ. Κ., αφού υπέβαλε την από …2007 αίτηση προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών για δημοσίευση διαθήκης, εμφάνισε το ανωτέρω έγγραφο στην Αθήνα στις …2007, κατά την δικάσιμο αυτή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επέτυχε τη δημοσίευσή του με τα υπ' αριθμ. …2007, ως ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω πατρός των κατηγορουμένων και της Δ. Α.-Κ. και, εν συνεχεία, με ενέργειές του, καταχωρήθηκε στα Βιβλία Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών, στον Τόμο …, με αριθμό …, 2) Ο Β. Κ. στην Αθήνα στις …2007 προσήλθε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας-Ιωσηφίνας Καρινιωτάκη-Πλακοπούλου, στο επί της οδού … γραφείο της και ενεφάνισε το ανωτέρω έγγραφο ως ιδιόγραφη διαθήκη, προκειμένου να αποδεχθεί την επαχθείσα, κατά το φερόμενο ως περιεχόμενό του, κληρονομία, όπερ και συνετάγη η υπ' αριθμ. …2007 Πράξη Δηλώσεως Αποδοχής Κληρονομιάς, 3) Ο Γ. Κ. στην Αθήνα, στις …2007, στο ως άνω γραφείο της αυτής ως άνω Συμβολαιογράφου προσεκόμισε το υπ' αριθμ. …2007 ειδικό πληρεξούσιο του Θ. Κ. και επί τη βάσει αυτού και ο δεύτερος κατηγορούμενος απεδέχθη την φερομένη ως επαχθείσα σε αυτόν κληρονομία δυνάμει της υπ' αριθμ. …2007 Πράξη Δηλώσεως Αποδοχής Κληρονομιάς, και επίσης αποδεικνύεται ότι, 1) Ο Γ. Κ., επιδιώκοντας να αναγνωριστεί κύριος των ανωτέρω ακινήτων παρουσίασε στις …2007 την ανωτέρω πλαστή διαθήκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εν γνώσει της πλαστότητάς παρεπλάνησε τον Δικαστή που το συγκροτούσε ότι κατέχει γνήσια διαθήκη, επιτυγχάνοντας τη δημοσίευσή της ως ανωτέρω, 2) Ο Β. Κ. παρεπλάνησε την ανωτέρω Συμβολαιογράφο ότι είχε στην κατοχή του γνήσια διαθήκη και προέβη στην αποδοχή κληρονομίας δυνάμει της ανωτέρω Πράξεως Αποδοχής, ενώ και οι Γ. Κ. και Θ. Κ. παρεπλάνησαν ως ανωτέρω με την εμφάνιση της εν γνώσει τους πλαστής διαθήκης ως γνησίας ιδιόγραφης διαθήκης του πατρός και πάππου αυτών Θ. Κ. του Γ. και προέβησαν στην αποδοχή κληρονομίας δυνάμει της ανωτέρω Πράξεως Αποδοχής. Με τις ανωτέρω πράξεις τους οι κατηγορούμενοι σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος με βάση την εμπορική αξία των αναφερομένων στην πλαστή διαθήκη ακινήτων ως κληρονομία προς αυτούς, ανερχομένης συνολικής αξίας 575.000 ευρώ και με περιουσιακή βλάβη της Δ. Α.-Κ. ένεκα της απωλείας του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματός της επί του συνόλου των κληρονομιαίων ακινήτων, ανερχομένης σε (1.127.000 ευρώ συνολική εμπορική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων X 1/3 το κληρονομικό αυτής δικαίωμα = 375.666 ευρώ και αφαιρουμένης της αξίας των ακινήτων, τα οποία δήθεν κληρονομούσε ύψους 67.000 ευρώ) 308.666 ευρώ. Το ποσόν οφέλους των κατηγορουμένων και απωλείας της εγκαλούσας των 308.666 ευρώ προκύπτει από την εκτίμηση όλων των ως άνω αποδεικτικών μέσων μεταξύ των οποίων και από τις καταθέσεις των μαρτύρων και την υπ' αριθμ. …/2017 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του Πραγματογνώμονος Πολιτικού Μηχανικού Φ. Γ., ο οποίος είχε ορισθεί από την Ανακρίτρια του 29ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος. Ως εκ τούτου οι πρέπει οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων να κηρυχθούν ένοχοι όπως κατηγορούνται, ομοφώνως για την πράξη της πλαστογραφίας, κατά πλειοψηφία για την πράξη της απάτης".

Ακολούθως, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους νυν αναιρεσείοντες, και, αφού τους αναγνώρισε την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, επέβαλε στον καθένα συνολική ποινή καθείρξεως [6] ετών, με το ακόλουθο, κατά πιστή αντιγραφή, διατακτικό :

"Α) Κηρύσσει κατά πλειοψηφία (4-1) ενόχους τους κατηγορούμενους για την πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, και συγκεκριμένα του ότι "Με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως εκ της ταυτότητας των μερικότερων πράξεων και την ενότητα του δόλου στην επίτευξη του τελικού αποτελέσματος συνολικά, από κοινού με άλλον, ήτοι με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης αλλά και κατά μονάδα, οι κατηγορούμενοι Κ. Β., Κ. Γ. και Κ. Θ. προέβησαν σε χρήση της πλαστής αυτής διαθήκης και ειδικότερα:

1) Ο Κ. Γ. αφού υπέβαλε την από …2007 αίτηση προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών για δημοσίευση διαθήκης, στην Αθήνα, την …2007, εμφάνισε την ως άνω πλαστή διαθήκη, ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της …2007, πετυχαίνοντας να δημοσιευτεί αυτή με τα υπ' αριθ. …2007 Πρακτικά Συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εν συνεχεία, με ενέργειες του καταχωρήθηκε αυτή στα Βιβλία Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών σε Τόμο … και αριθμό … ,

2) Ο Κ. Β. στην Αθήνα την …2007 προσήλθε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας - Ιωσηφίνας ΚΑΡΙΝΙΩΤΑΚΗ - ΠΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, στο συμβολαιογραφείο της επί της οδού … και εμφάνισε την ως άνω περιγραφείσα πλαστή διαθήκη, προκειμένου να αποδεχτεί την φερόμενη ως επαχθείσα στον ίδιο κληρονομιά δια της ως άνω πλαστής διαθήκης και να συνταχθεί η σχετική συμβολαιογραφική Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς της ως άνω Συμβολαιογράφου με αριθμό …2007 ,

3) Οι Κ. Γ. και Κ. Θ. στην Αθήνα, την …2007, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας - Ιωσηφίνας Καρινιωτάκη - Πλακοπούλου, στο συμβολαιογραφείο της επί της οδού …, από κοινού ενεργώντας και αφού ο Κ. Γ. προσκόμισε το υπ' αριθ. …2007 ειδικό πληρεξούσιο του Κ. Θ. από την ιδία ως άνω Συμβολαιογράφο, εμφάνισαν την ως άνω περιγραφείσα πλαστή διαθήκη, προκειμένου να αποδεχτούν αμφότεροι την φερόμενη ως επαχθείσα στους ανωτέρω κληρονομιά δια της ως άνω πλαστής διαθήκης και να συνταχθεί η σχετική συμβολαιογραφική Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς της ως άνω Συμβολαιογράφου με αριθμό …2007. Με τις ανωτέρω πράξεις τους σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος συνιστάμενο στην εμπορική αξία των ως άνω δια της πλαστής διαθήκης ακινήτων, ανερχόμενο συνολικά στα 575.000 ευρώ και με περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας, ένεκα της απώλειας του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος επί του συνόλου των κληρονομιαίων ακινήτων ανερχόμενης στα [(1.127.000 ευρώ η συνολική εμπορική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων X113 το κληρονομικό της δικαίωμα =) 375.666 ευρώ και αφαιρουμένης της αξίας των ακινήτων που δήθεν κληρονομούσε δια της πλαστής διαθήκης ύψους 67.000 ευρώ =] 308.666 ευρώ τουλάχιστον, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 120.000 ευρώ, λαμβανομένων επιπλέον υπόψη και των δικαστικών δαπανών σας οποίες έχει αυτή υποβληθεί για την αναγνώριση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος.

Β. Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, οι Κ. Β. , Κ. Γ. και Κ. Θ., με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως εκ της ταυτότητας των μερικότερων πράξεων και την ενότητα του δόλου τους στην επίτευξη του τελικού αποτελέσματος συνολικά, από κοινού με άλλους και κατά μόνας με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον, σε πράξη, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα: 1] Ο Κ. Γ. , στην Αθήνα, την …2007, με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, προς υποστήριξη των οποίων προσήγαγε ψευδή αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), επιδιώκοντας να αναγνωρισθεί δικαστικώς κύριος επί συγκεκριμένων ακινήτων εκ της κληρονομιάς του αποβιώσαντος την …2007 πατέρα του Θ. Κ. του Γ., ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη, εμφανίσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι κατέχει γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος ζητώντας την δημοσίευσή της, προσήγαγε, προς υποστήριξη του ψευδούς αυτού ισχυρισμού του, την αναφερομένη και πλαστή φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος πατέρα του, η οποία είχε κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από τους κατηγορουμένους, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα ανωτέρω και ήταν συνεπώς άκυρη. Ο Δικαστής που συγκροτούσε το ανωτέρω Δικαστήριο, παραπλανώμενος από τον ανωτέρω ψευδή ισχυρισμό του, προς επιβεβαίωση του οποίου προσήγαγε/εμφάνισε προς, δημοσίευση την προαναφερθείσα πλαστή διαθήκη, προέβη σε ευνοϊκή για αυτόν πράξη, στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την αλήθεια, ήτοι προέβη στην δημοσίευση αυτής, καταχωρώντας την στα υπ' αριθ. …2007 Πρακτικά Συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ακολούθως δε αυτή καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών σε Τόμο … και αριθμό … 2] Ο Κ. Β. , στην Αθήνα, την …2007 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στην Συμβολαιογράφο Αθηνών Αναστασία - Ιωσηφίνα Καρινιωτάκη - Πλακοπούλου, ότι είχε στην κατοχή του τη γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος την …2007 Θ. Κ. του Γ., ο οποίος ωστόσο δεν κατέλειπε διαθήκη, προς ενίσχυση δε του ψευδούς αυτού ισχυρισμού επέδειξε στην ως άνω συμβολαιογράφο την πλαστή διαθήκη, η οποία είχε κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από τους κατηγορουμένους κατά τα ειδικότερα ανωτέρω διαλαμβανόμενα και η οποία ήταν συνεπώς άκυρη. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του παραπλάνησε τη Συμβολαιογράφο και την έπεισε να συντάξει την υπ' αριθ. … Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς (εκ διαθήκης), δια της οποίας αποδέχθηκε την κληρονομιά φερόμενη ως επαχθείσα στον ίδιο δια της ως άνω πλαστής διαθήκης ενώ αν γνώριζε την αλήθεια η Συμβολαιογράφος δεν θα προέβαινε στη σύνταξη της προαναφερθείσας Πράξης. 3] Οι Κ. Γ. και Κ. Θ. από κοινού ενεργώντας, ήτοι με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης, στην Αθήνα, την …2007, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στην Συμβολαιογράφο Αθηνών Αναστασία - Ιωσηφίνα Καρινιωτάκη - Πλακοπούλου, ότι είχαν στην κατοχή τους τη γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος την …2007 Θ. Κ. του Γ., ο οποίος ωστόσο δεν κατέλειπε διαθήκη, προς ενίσχυση δε του ψευδούς αυτού ισχυρισμού επέδειξαν στην ως άνω συμβολαιογράφο την πλαστή διαθήκη, η οποία είχε κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από τους κατηγορουμένους, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω διαλαμβανόμενα και η οποία ήταν συνεπώς άκυρη. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις τους παραπλάνησαν τη Συμβολαιογράφο και την έπεισαν να συντάξει την υπ' αριθ. … Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς (εκ διαθήκης), δια της οποίας αφενός οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την κληρονομιά φερόμενη ως επαχθείσα στους ιδίους δια της ως άνω πλαστής διαθήκης, ενώ αν γνώριζε την αλήθεια η Συμβολαιογράφος δεν θα προέβαινε στη σύνταξη της προαναφερθείσας Πράξης. Με τις ανωτέρω πράξεις τους σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην εμπορική αξία των ως άνω δια της πλαστής διαθήκης ακινήτων, ανερχόμενο συνολικά στα 575.000 ευρώ και με περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας ένεκα της απώλειας του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος επί του συνόλου των κληρονομιαίων ακινήτων εξ αδιαιρέτου, ανερχόμενης στο ποσό των [(1.127.000 ευρώ η συνολική εμπορική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων X 1/3 το κληρονομικό της δικαίωμα -) 375.666 ευρώ και αφαιρουμένης της αξίας των ακινήτων που δήθεν κληρονομούσε δια της πλαστής διαθήκης, ύψους 67.000 ευρώ =] 308.666 ευρώ τουλάχιστον, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 120.000 ευρώ, λαμβανομένων επιπλέον υπόψη και των δικαστικών δαπανών στις οποίες έχει αυτή υποβληθεί για την αναγνώριση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος". Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 α' του ΠΚ προς θεμελίωση του εγκλήματος της απάτης, απαιτούνται εξ αντικειμένου μεν η υπό του δράστη παράσταση προς κάποιον άλλον ψευδών γεγονότων ως αληθών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών όμοιων εκ των οποίων παραπλανάται ο άλλος και προβαίνει σε ενέργεια, παράλειψη ή ανοχή, ενέχουσες περιουσιακή διάθεση, οι οποίες επιφέρουν περιουσιακή ζημιά στην περιουσία του παραπλανωμένου ή και ετέρου, την περιουσία του οποίου έχει αυτός τη δυνατότητα, εκ του νόμου, εκ δικαιοπραξίας ή και των πραγμάτων, να διαθέτει, εξ υποκειμένου δε δόλος, έστω και ενδεχόμενος ενέχων την γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, γνώση της αναλήθειας των ψευδώς παρισταμένων ή της αλήθειας των αθέμιτα αποκρυπτομένων ή παρασιωπουμένων γεγονότων, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ. 2α' ΠΚ (ήτοι άμεσος δόλος, μη αρκούντως του ενδεχομένου) και σκοπός του δράστη, κατά την έννοια του άρθρου 27 παρ. 2β' ΠΚ να προσπορίσει στον εαυτό του ή και σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος. Απάτη είναι δυνατόν να τελεσθεί και δια παραπλανήσεως του Δικαστηρίου, οσάκις υποβάλλεται ψευδής ισχυρισμός, ο οποίος υποστηρίζεται με την εν γνώσει προσαγωγή και επίκληση ψευδών, κατά το περιεχόμενο, αποδεικτικών στοιχείων ή πλαστών τοιούτων από τα οποία παραπλανήθηκε ο Δικαστής και εξέδωσε απόφαση, συνεπεία της οποίας επέρχεται βλάβη στην περιουσία του αντιδίκου. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, απάτη στο Δικαστήριο, ούτε απόπειρα αυτής, όταν η επιζήμια, για τον παθόντα, κρίση του Δικαστή δεν είναι το αποτέλεσμα της προς αυτόν παραστάσεως ψευδών γεγονότων, αλλά η κρίση αυτή είναι επιβεβλημένη από το νόμο, διότι ελλείπει ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών ή παραλείψεων του δράστη και της πράξεως του πλανωμένου, δηλαδή της απόφασης του Δικαστή από την οποία η βλάβη [ΑΠ 8/2022].

Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό, και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 198/2020). Με τον τρίτο λόγο της με αριθμό πρωτ. …2024 αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, ο αναιρεσείων Γ. Κ. του Θ., πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ. Με τις ανωτέρω παραδοχές της, καθ' ο μέρος αφορούν τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα Γ. Κ. του Θ. και την ένδικη πράξη της απάτης στο δικαστήριο για την οποία κρίθηκε ένοχος, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα υπήγαγε τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 - 3 ΠΚ, αφού η επιζήμια για την εγκαλούσα και υποστηρίζουσα την κατηγόρια (Δ. Α.) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος πατέρα της Θ. Κ. πράξη, που φέρεται ότι επήλθε με τη δημοσίευση από τον δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της φερόμενης ως πλαστής ιδιόγραφης διαθήκης, δεν ήταν το αποτέλεσμα της προς τον ανωτέρω δικαστή παραστάσεως ψευδών γεγονότων ως αληθινών εκ μέρους του ανωτέρω κατηγορούμενου [Γ. Κ.], δοθέντος ότι, εφόσον η επίδικη διαθήκη είχε τον εξωτερικό τύπο της ιδιόγραφης διαθήκης, δεν εναπόκειτο στη δικαιοδοτική κρίση του ανωτέρω δικαστή η δημοσίευση ή μη αυτής, η οποία σε κάθε περίπτωση ήταν επιβεβλημένη από το νόμο. Κατά συνέπειαν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, ελλείπει ο απαιτούμενος, για τη στοιχειοθέτηση της ένδικης πράξης της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος (προσκομιδή πλαστής διαθήκης) και της πράξης του φερομένου ως παραπλανηθέντος δικαστή, δηλαδή της δημοσιεύσεως της διαθήκης εκ της οποίας φέρεται ότι προήλθε η ζημία της εγκαλούσας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, τρίτος λόγος της με αριθμό πρωτ. …2024 αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την αξιόποινη πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου, που αποδίδεται στον ανωτέρω κατηγορούμενο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρο 518 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠΔ, όταν αναιρείται η απόφαση, ένεκα εσφαλμένης ερμηνείας ή εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο της ουσίας αλλά εφαρμόζει την ορθή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο. Επομένως, αφού δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση της ένδικης πράξης της απάτης στο Δικαστήριο, η ένδικη υπόθεση δεν παραπέμπεται, κατά το μέρος αυτό στο ως άνω δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά πρέπει ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Γ. Κ. του Θ. να κηρυχθεί αθώος αυτής, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
Σύμφωνα με το άρθρο 378 του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Κλοπή ή υπεξαίρεση που έγινε: α) μεταξύ συγγενών και αγχιστέων σε ευθεία γραμμή, θετών γονέων και θετών τέκνων, συζύγων και μνηστευμένων, αδελφών καθώς και των συζύγων και των μνηστήρων τους, διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 393 παρ. 1 εδάφ. α' του πρ. ΠΚ, πριν την κατάργηση του με το άρθρο 34 του Ν. 3904/2010, που ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο τελέσεως της ένδικης πράξης "Οι διατάξεις του άρθρου 378 στοιχεία α' και γ' εφαρμόζονται αναλόγως και για τις πράξεις των άρθρων 386 και 387". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, επί τελεσθείσας απάτης, έστω και σε βαθμό κακουργήματος, μεταξύ αδελφών, απαιτείται έγκληση από τον φερόμενο ως παθόντα, καθόσον ο νομοθέτης θεωρούσε ότι επί απάτης μεταξύ συγγενών και δη αδελφών επιβάλλεται περίσκεψη και ορθολογική κρίση, ενόψει του στενού συγγενικού δεσμού και προς αποφυγήν εσπευσμένων ενεργειών (ΑΠ 825/1994).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλλει την έγκληση μέσα σε τρείς μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεση ή για έναν από τους συμμετόχους της. Η έγκληση είναι θεσμός, τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, αποτελεί δε διαδικαστική προϋπόθεση, για τη νομότυπη γένεση, της ποινικής δίκης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ή έλλειψή της... Αν η έγκληση υποβλήθηκε εμπρόθεσμα και αυτό εξάγεται ημερολογιακά σε σχέση με την ημέρα τέλεσης της πράξης, δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου της υποβολής της έγκλησης στην αιτιολογία, αλλά αρκεί να προκύπτει το εμπρόθεσμο από τη δικογραφία. Αν, όμως, η έγκληση υποβλήθηκε μετά την πάροδο του τριμήνου από την τέλεση της πράξης, είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ο χρόνος της γνώσης της πράξης και του δράστη από τον παθόντα. Η τρίμηνη προθεσμία είναι αποκλειστική και για τον υπολογισμό της λαμβάνεται υπόψη και η ημέρα της γνώσης, η οποία πρόδηλα, πρέπει να μνημονεύεται στην απόφαση, αν τούτο συνδέεται αναγκαίως με το εμπρόθεσμο της υποβολής της έγκλησης. Η τρίμηνη προθεσμία λήγει δε, όταν παρέλθει η τελευταία ημέρα του τρίτου μήνα που αντιστοιχεί αριθμητικά με την ημέρα έναρξης (άρθρο 243 εδ.β' ΑΚ). Για αυτό πρέπει στην απόφαση να προσδιορίζεται ο χρόνος γνώσης της πράξης, ώστε να κριθεί αν η έγκληση υποβλήθηκε νομότυπα. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύονται οι από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 904/2018).

Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο του από 31-10-2024 δικογράφου [προσθέτων λόγων] οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι Γ. Κ. και Β. Κ. του Θ. αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ), επικαλούμενοι ότι κατά τον χρόνο τελέσεως (…2007) της αποδιδόμενης στον καθένα εξ αυτών απάτης, το εν λόγω αδίκημα διωκόταν κατ' έγκληση, εφόσον λάμβανε χώρα μεταξύ αδελφών, σύμφωνα με το άρθρο 393 ΠΚ ως ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, και ότι εν προκειμένω είχε εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής, αφού κατά τον χρόνο υποβολής της σε βάρος τους έγκλησης της παθούσας (αδελφής τους), στις …2011, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν του τριμήνου, χωρίς στην προσβαλλομένη απόφαση να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο της υποβληθείσας εγκλήσεως.

Με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά παραδεκτό συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, οι κατηγορούμενοι Γ. Κ. και Β. Κ. κρίθηκαν ένοχοι της αποδιδόμενης στον καθένα εξ αυτών απάτης, που έλαβε χώρα, στις …/2007, κατά τη σύνταξη των υπ' αρ. … και …/2007 πράξεων αποδοχής κληρονομίας της αναφερόμενης συμβολαιογράφου. Ωστόσο, από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 378 και 393 παρ.1 του ΠΚ, όπως αυτές ίσχυαν κατά τον ως άνω χρόνο (13/6/2007) τέλεσης της ανωτέρω ένδικης πράξης και εφαρμόζονται εν προκειμένω ως ευμενέστερες για τους ανωτέρω κατηγορούμενους (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ), αφού, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, ευμενέστερος είναι ο νόμος που ορίζει ότι η πράξη διώκεται κατ' έγκληση (ΑΠ 658/2020), προκύπτει ότι επί της ένδικης κακουργηματικής απάτης, που έχει τελεστεί μεταξύ συγγενών και ειδικότερα μεταξύ αδελφών, απαιτείτο υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ έγκληση από την παθούσα.

Πλην όμως, η τελευταία (Δ. Α.), αδελφή των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων Γ. και Β. Κ., υπέβαλε εκπροθέσμως την εναντίον τους έγκληση της για την τελεσθείσα απ' αυτούς σε βάρος της ένδικη αξιόποινη πράξη της απάτης, ήτοι, στις …2011, μετά παρέλευση τεσσάρων και πλέον ετών από τον ως άνω χρόνο τέλεσής της, τον οποίο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της απόφασης, αυτή γνώριζε, χωρίς να διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της λόγος που συγχωρεί το εκπρόθεσμο της υποβολής αυτής, αλλά αντίθετα γίνεται λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ήδη από το έτος 2007 η ως άνω παθούσα προσκόμισε την επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη στον ειδικό γραφολόγο Ι. Δ., ο οποίος με την από …/2007 έκθεσή του γνωμοδότησε περί της μη γνησιότητάς της, ότι, εν συνεχεία, απέστειλε την από …2007 εξώδικη δήλωσή της στους ανωτέρω κατηγορούμενους αδελφούς της, διαμαρτυρόμενη για τις αναφερόμενες σε βάρος της ενέργειές τους, πλην όμως, επειδή δεν έλαβε απάντηση, άσκησε την από …2008 (αρ. καταθ. …/2008) αγωγή της κατά των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, περί πλαστότητάς της επίδικης διαθήκης. Επομένως, χωρίς την υποβολή εμπρόθεσμης έγκλησης εκ μέρους της παθούσας ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των ανωτέρω κατηγορουμένων για την ένδικη πράξη της απάτης, η οποία, κατά της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τελέστηκε στις …2007, ενώπιον της αναφερόμενης συμβολαιογράφου κατά τη σύνταξη των αναφερομένων πράξεων αποδοχής κληρονομίας, για την οποία κρίθηκαν ένοχοι, επειδή το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε ότι είχε υποβληθεί νομότυπα έγκληση γι' αυτήν από την εγκαλούσα κατά των ανωτέρω αναιρεσειόντων-κατηγορούμενων, ενώ έπρεπε να παύσει οριστικά την σε βάρος τους ασκηθείσα ποινική δίωξη γι' αυτήν, λόγω της εξάλειψης του αξιοποίνου της με τη σιωπηρή παραίτηση των εγκαλούντων από το δικαίωμα της έγκλησης (ΑΠ 1436/2024, ΑΠ 957/2019, ΑΠ 207/2017), αλλά και λόγω παρόδου δεκαπενταετίας από τον χρόνο (13-6-2007) που αυτή φέρεται ότι τελέστηκε, κατά τα άρθρα 18 εδ.β' και 111 παρ. 1 και 2 Π.Κ. , μετά την άρση της αναστολής της προθεσμίας παραγραφής που είχε επέλθει με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος (άρθρο 113 ΠΚ) για την ένδικη πράξη. Με αυτά που δέχθηκε, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και, επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συναφής λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εφαρμογήν των αναφερομένων στην νομική σκέψη διατάξεων των άρ. 378 και 393 ΠΚ, ως ίσχυαν κατά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως σε συνδυασμό με το άρθρο 117 παρ.1 ΠΚ, αναφορικά με την ένδικη πράξη της απάτης για την οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες Γ. Κ. και Β. Κ. του Θ., ως προς την οποία πρέπει ακολούθως, σύμφωνα με τα άρθρα 368 εδ. β' και 511 εδ.γ' του ΚΠΔ, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

Περαιτέρω, δεκτού γενομένου του τετάρτου προσθέτου λόγου αναιρέσεως, παρέλκει η εξέταση του τρίτου λόγου του από …2024 δικογράφου προσθέτων λόγων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες Γ. και Β. Κ. πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ) ως προς την ανωτέρω πράξη της απάτης, που φέρεται ότι τέλεσαν στις …2007 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Ιωσηφίνας Καρινιωτάκη Πλακοπουλου, διότι ο λόγος αυτός καλύπτεται πλήρως από την αναιρετική εμβέλεια του τετάρτου προσθέτου λόγου που έγινε δεκτός.
Από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στ. γ' ΠΚ) από τον υπαίτιο, είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερομένου ως συντάκτη είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου, που φέρει μόνο την υπογραφή τρίτου), που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) και θέληση των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση. Για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού από τρίτο, κατ' άρθρ. 216 παρ. 2 ΠΚ, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε δόλος, που ενέχει τη γνώση του δράστη για την πλαστότητα του εγγράφου και τον σκοπό να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Προϋπόθεση, δηλαδή, της τελέσεως της αξιόποινης αυτής πράξεως αποτελεί η πλαστότητα ή νόθευση, κατά την προεκτεθείσα έννοια, του χρησιμοποιημένος εγγράφου. Η χρήση δε συνίσταται σε κάθε ενέργεια, που περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση του εγγράφου σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό και τείνει σε παραπλάνηση τρίτου, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη της παραπλανήσεως αυτής. Η πλαστογραφία όπως και η χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κακούργημα, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. α' του άρθρου 216 του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 ΠΚ, υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η αντίστοιχη ένδικη πράξη, τιμωρούμενο με κάθειρξη μέχρι δέκα [10] έτη, αν ο υπαίτιος της πράξης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος που επιδίωξε ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνουν το ποσό των (120.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή είναι επιεικέστερη από την αντίστοιχη της παρ. 3 του άρθρου 216 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου ΠΚ, αφού για την ίδια πράξη απειλείται με αυτή, εκτός από την ποινή της κάθειρξης μέχρι δέκα (10) έτη, και χρηματική ποινή. Ως περιουσιακό όφελος νοείται η βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, που επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των (120.000) ευρώ. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξης και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των (120.000) ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μετάθεσης, στην οποία απέβλεψε ο δράστης, επιτεύχθηκε ή όχι. Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι αμέσως συνδεδεμένη με αυτή, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως με μόνη την υλική πράξη της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει, με την πλαστογραφία, παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και ότι με την κατάρτιση του πλαστού ή τη νόθευση γνήσιου εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις, για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επομένων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.
Συνεπώς, για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε, όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής βλάβης ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ’ εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επέλευσης του οφέλους ή της βλάβης (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 210/2022). Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, με τον ισχύοντα από 1-7-2019 ΠΚ, δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση, όπως προβλεπόταν στο εδ. β' της παρ. 1 του άρθρου 216 του προισχύσαντος ΠΚ, αλλά αυτοτελή πράξη, προβλεπόμενη από τη διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία "Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Έτσι, η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον πλαστογράφο δεν αποτελεί πλέον επιβαρυντική περίσταση, ώστε να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής για την αύξηση αυτής, αλλά αυτοτελή αξιόποινη πράξη που συρρέει φαινομενικά όταν ακολουθεί την πλαστογραφία και απορροφάται από αυτήν. Σύμφωνα με κρατούσα υπό την ισχύ του παλαιού ΠΚ άποψη, που παραμένει και με το νέο ΠΚ επίκαιρη, η απορροφηθείσα χρήση του πλαστού από τον ίδιο τον πλαστογράφο αναβιώνει, όταν αυτός δεν μπορεί για οποιονδήποτε λόγο να τιμωρηθεί για την απορροφώσα πλαστογραφία λ.χ. εξαιτίας αθώωσης, παραγραφής και μάλιστα ανεξαρτήτως αν η χρήση έγινε πριν ή μετά τη συμπλήρωση του χρόνου αυτής. Ακριβώς, για το ενδεχόμενο της αναβίωσης και για να καταστεί χωρίς προβλήματα δυνατή η επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, θα πρέπει στην τελευταία (περί πλαστογραφίας) να περιγράφεται η πράξη της χρήσης του πλαστού ως ιστορικό γεγονός (ΑΠ 482/2023).

Εξάλλου, το έγκλημα της πλαστογραφίας μπορεί να τελεσθεί και από περισσότερους του ενός κατά συναυτουργία, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ. Όρος της συναυτουργίας, κατά την έννοια του νόμου, είναι η γνώση του συναυτουργού για την πρόθεση του άλλου να τελέσει την πράξη και η θέληση να συμπράξει με αυτόν (κοινός δόλος). Αρκεί δε να αναφέρεται ότι οι δράστες της πλαστογραφίας ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αρκεί δηλαδή να αναφέρεται ότι από κοινού έθεσαν εν αγνοία και κατ' απομίμηση του φερομένου ως υπογράφοντος το πλαστό έγγραφο την υπογραφή του, χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση για τον κάθε ένα συναυτουργό των ενεργειών του για την πραγμάτωση της πράξεως και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή (ΑΠ 198/2026).
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, με αποτέλεσμα η απόφαση να μην στερείται αιτιολογίας, εφόσον στο διατακτικό περιέχονται πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, στο βαθμό που απαιτείται για να συγκροτείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, ώστε να καθίσταται περιττή η λεκτική διαφοροποίηση του σκεπτικού, εκτός εάν στο σκεπτικό γίνεται ολική αναφορά δια παραπομπής στο διατακτικό, οπότε η αιτιολογία μεταπίπτει σε τυπική.

Εξάλλου, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης του, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν συνιστούν δε έλλειψη αιτιολογίας, η ενδεικτική μνεία ή η έξαρση της αποδεικτικής αξίας κάποιου αποδεικτικού μέσου, που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, καθόσον αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικά το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) [ΑΠ 683/2025].

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που επικυρώθηκε με το Ν. Δ/γμα 53/19/20-9-1974, κατά την οποία "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της διώξεως που ασκήθηκε. Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 παρ.2 του ΚΠΔ "Οι δικαστές και οι εισαγγελείς εξετάζουν αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν την ενοχή ή κατατείνουν στην αθωότητα του κατηγορούμενου, καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής. Ο κατηγορούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται υπέρ του. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς είναι υποχρεωμένοι να ερευνούν με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο, που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος, αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια". Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας επάγεται, πέραν της αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στ. Α' και 171 παρ. 1 περ. δ' του Κ.Π.Δ., λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 101/2022).

Ι] Με τον πρώτο λόγο των από …2024 (τριών) αναιρέσεων, καθώς και με τον δεύτερο λόγο της με αρ. πρωτ. …2024 αναίρεσης των Γ. και Β. Κ., διατυπώνεται η αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠοινΔ), διότι τους κήρυξε ενόχους για το αδίκημα της κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού, κατ' άρθρο 216 παρ.1-3 πρ. ΠΚ, ενώ με τον νέο ΠΚ η χρήση πλαστού εγγράφου απορροφάται πλέον από την πράξη της κατάρτισης. Συναφής με τους παραπάνω λόγους τυγχάνει και ο πρώτος λόγος της με αρ. πρωτ. …2024 αναίρεσης του Θ. Κ., εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος του κοινού από …2024 δικογράφου των Γ. και Β. Κ., με τους οποίους (λόγους) οι αναιρεσείοντες αιτιώνται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για θετική και αρνητική υπέρβαση εξουσίας.

ΙΙ] Με τον δεύτερο λόγο των από …2024 (τριών) αναιρέσεων των Γ., Θ. και Β. Κ., αλλά και με τον πρώτο λόγο της με αρ. πρωτ. …2024 αναίρεσης των Γ. και Β. Κ., εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, διατυπώνεται η αιτίαση για έλλειψη από την προσβαλλομένη απόφαση της απαιτούμενης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι το δικάσαν δικαστήριο ουδεμία αιτιολογία διέλαβε αναφορικά με την ένδικη αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας από κοινού. Συναφής με τους παραπάνω λόγους τυγχάνει και ο τρίτος λόγος της με αρ. πρωτ. …2024 αναίρεσης του Θ. Κ. περί απόλυτης ακυρότητας, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠοινΔ, λόγω παραβιάσεως τεκμηρίου αθωότητας, με τον οποίο ο παραπάνω αναιρεσείων παραπονείται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο για το κακούργημα της πλαστογραφίας από κοινού με μόνη την παραδοχή ότι η αστική δίκη απέβη αμετακλήτως εις βάρος του, χωρίς να παραθέσει ειδική αιτιολογία σχετικά με τη δική του εκτιμητική κρίση επί των αποδείξεων, που εισφέρθηκαν κατά την ποινική διαδικασία, αλλά και τη συμμετοχή του κατά τη διάπραξη του παραπάνω εγκλήματος που φέρεται ότι τελέσθηκε κατά συναυτουργία. Με τις προαναφερόμενες παραδοχές, κατά παραδεκτό συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε σχέση με την υπό στοιχ. Α1 πράξη για την οποία καταδικάστηκαν άπαντες αναιρεσείοντες, και την υπό στοιχ. Β3 πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων Θ. Κ., αφού δεν εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες (πλαστογραφίας μετά χρήσεως από κοινού με σκοπούμενο όφελος άνω των 120.000 ευρώ και απάτη κατ' εξακολούθηση με συνολικό περιουσιακό όφελος και προθενηθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ), ούτε τις σκέψεις που οδήγησαν το Δικαστήριο στην περί ενοχής κρίση του και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 και 386 ΠΚ, στερώντας έτσι την απόφασή του της νόμιμης βάσης. Ειδικότερα: Ι) Από τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν προκύπτει μετά βεβαιότητας για ποια αξιόποινη πράξη καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες αναφορικά με την πρώτη (υπό στοιχείο Α1) πράξη που τους αποδόθηκε (πλαστογραφία). Συγκεκριμένα, δεν καθίσταται βέβαιο αν, παρά την εισαγωγή του ν. ΠΚ (Ν. 4619/2019), κατά τον οποίο η πράξη της χρήσεως πλαστού εγγράφου απορροφάται, όταν συντρέχει με την πράξη της πλαστογραφίας (σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη), τελικώς οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, ήτοι : α) για πλαστογραφία μετά χρήσεως, ως κατηγορήθηκαν αρχικώς και καταδικάστηκαν πρωτοδίκως, αφού στο τέλος του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ. 37) γίνεται μνεία ότι οι αναιρεσείοντες πρέπει "να κηρυχθούν ένοχοι ως κατηγορούνται" (οπότε στην περίπτωση αυτή παραβιάστηκε ευθέως η διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1, 2, 3 ν. ΠΚ,), ή β) (καταδικάστηκαν) μόνο για χρήση πλαστού εγγράφου ως εμμέσως (αλλά όχι αδιστάκτως) μπορεί να συναχθεί από το τμήμα του διατακτικού της αποφάσεως ότι "...οι κατηγορούμενοι Κ. Β., Κ. Γ. και Κ. Θ. προέβησαν σε χρήση της πλαστής αυτής διαθήκης" (σελ. 39, στ. 20-22), παραδοχή, η οποία, ωστόσο, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει στο σκεπτικό της ( περί κατάρτισης πλαστής διαθήκης), έστω με ελλιπή αιτιολογία, ως κατωτέρω θα αναλυθεί. Η αντίφαση και ασάφεια αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι δεν παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα εφαρμοσθέντα στην ένδικη υπόθεση άρθρα του ΠΚ στο οικείο τμήμα της, ήτοι πριν την επιβολή της ποινής (σελ. 43 επ.), αλλά και από το ότι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για την υπό στοιχείο Α1 πράξη, γίνεται αρχικώς αναφορά ότι οι κατηγορούμενοι καταδικάζονται άπαντες "για την πράξη της απάτης ενώπιον δικαστηρίου" (σελ. 39, στ. 15-16). Ως εκ των παραπάνω ελλείψεων, αντιφάσεων και ασαφειών καθίσταται εντελώς αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 216 ΠΚ σε σχέση με την πρώτη αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες αξιόποινη πράξη, αλλά και ως προς την αρνητική υπέρβαση της εξουσίας του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι εξέτασε την έφεση των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων κατά της προαναφερόμενης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αναφορικά με την αποδιδόμενη σ' αυτούς ένδικη πράξη της πλαστογραφίας. Επομένως, οι συναφείς προαναφερόμενοι (υπό στοιχείο Ι) αναιρετικοί λόγοι τυγχάνουν βάσιμοι.

ΙΙΙ) Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν διαλαμβάνεται ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την πράξη της από κοινού πλαστογραφίας, που αποδίδεται στους κατηγορουμένους-αναιρεσείοντες. Ειδικότερα, το Δικαστήριο της ουσίας, παραθέτοντας στο σκεπτικό το διαδικαστικό ιστορικό της αστικής διαμάχης μεταξύ των κατηγορουμένων και της εγκαλούσας-υποστηρίζουσας την κατηγορία, καταλήγει αναφορικά με την ένδικη αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας στην αναιτιολόγητη κρίση ότι "κρίθηκε αμετακλήτως μετά από αναίρεση πως η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη ήταν πλαστή και κατ' επέκταση αποδεικνύεται ότι οι κατηγορούμενοι πλαστογράφησαν εξ υπαρχής έγγραφο". Έτσι, όμως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφενός δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τον ενοχή των κατηγορουμένων για την ανωτέρω πράξη, αφού δεν παραθέτει ουδεμία (δική του) παραδοχή ως προς τη γνησιότητα ή πλαστότητα της επίμαχης ιδιόγραφης διαθήκης, αφετέρου παραβίασε το τεκμήριο αθωότητάς τους, διότι δέχθηκε ως αμάχητο τεκμήριο ενοχής την αρνητική εις βάρος των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων έκβαση της αστικής δίκης, αφού η ενοχή όλων εμφανίζεται ως "επέκταση" του γεγονότος ότι η επίμαχη ιδιόγραφη διαθήκη κρίθηκε μη γνήσια από τα αστικά δικαστήρια.

Πλην όμως, η ως άνω παραδοχή αντιστρατεύεται την αρχή της δίκαιης δίκης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αφού, ναι μεν όλες οι έννομες τάξεις δέχονται την ύπαρξη τεκμηρίων ενοχής, αλλά με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν αμάχητο χαρακτήρα (Κlouvi κατά Γαλλίας, Απόφαση της 30/06/2011, παρ. 52 επ.). Επίσης, στην προσβαλλομένη απόφαση δεν γίνεται μνεία περί του εάν οι κατηγορούμενοι αποφάσισαν και εκτέλεσαν από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με ενότητα δόλου την πράξη της ένδικης πλαστογραφίας. H έλλειψη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπληρώνεται από το διατακτικό της απόφασης, αφού από το τελευταίο ελλείπει εντελώς μνεία για την πράξη της πλαστογραφίας με τη μορφή της κατάρτισης εξ υπαρχής πλαστού εγγράφου από κοινού, αλλά γίνεται μόνο αναφορά για χρήση πλαστής διαθήκης από όλους τους κατηγορουμένους (σελ. 39, στ. 20-22). Επομένως, οι συναφείς προαναφερόμενοι (υπό στοιχείο ΙΙ) αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι.

Περαιτέρω, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την πράξη της κατάρτισης πλαστής διαθήκης οδηγεί, εκ των πραγμάτων, σε αντίστοιχη έλλειψη αιτιολογίας και αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια ως προς την πράξη της απάτης, που φέρεται ότι τέλεσε ο Θ. Κ. στις …2007, παραπλανώντας την Συμβολαιογράφο Αθηνών Αναστασία - Ιωσηφίνα Καρινιωτάκη - Πλακοπούλου, κατά τη σύνταξη της υπ' αρ. …/2007 Πράξεως Αποδοχής Κληρονομίας, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, η πράξη της απάτης συνάπτεται αναγκαίως, τόσο ως προς το αντικειμενικό όσο και ως προς το υποκειμενικό στοιχείο, με την τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας (σελ. 37 αποφάσεως), αναιρετική πλημμέλεια που σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' συνδ. με άρ. 511 του ΚΠοινΔ). Δεκτών δε γενομένων όλων των ανωτέρω αναιρετικών λόγων (υπό στοιχεία Ι και ΙΙ), παρέλκει η εξέταση του πρώτου προσθέτου λόγου του κοινού από …2024 δικογράφου των Γ. και Β. Κ. (περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω ελλείψεως προσδιορισμού της ταυτότητας των αναγνωσθέντων εγγράφων), διότι καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια όλων των ανωτέρω λόγων που έγιναν δεκτοί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ως ακολούθως : α) Ως προς το κεφάλαιο αυτής κατά το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος Γ. Κ. του Θ. για την ένδικη αξιόποινη πράξη της απάτης στο Δικαστήριο κατά μόνας με σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους με αντίστοιχη βλάβη τρίτου άνω των 120.000 ευρώ και να κηρυχθεί ο εν λόγω κατηγορούμενος αθώος για την πράξη αυτή , β) Ως προς το κεφάλαιο αυτής κατά το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες Γ. Κ. και Β. Κ. του Θ., για την ένδικη αξιόποινη πράξη της απάτης ποσού άνω των 120.000 ευρώ, που έκαστος φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα, στις …2007, κατά τη σύνταξη των υπ' αριθ. … και …/2025 Πράξεων Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς (εκ διαθήκης) της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας - Ιωσηφίνας Καρινιωτάκη - Πλακοπούλου, και να παύσει οριστικώς η ποινική τους δίωξη ως προ την πράξη αυτή , γ) Ως προς το κεφάλαιο αυτής κατά το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι για την ένδικη αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας από κοινού με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσαν στην Αθήνα, κατά το διάστημα από …2007 έως …2007, κατά τη σύνταξη της με ημερομηνία από …1999 ιδιόγραφης διαθήκης , δ) Ως προς το κεφάλαιο αυτής κατά το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος Θ. Κ. του Γ. για την ένδικη αξιόποινη πράξη της απάτης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη βλάβη τρίτου άνω των 120.000 ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσε στην Αθήνα, στις …2007, κατά τη σύνταξη της υπ' αρ. …/2025 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και, κατόπιν τούτου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το παραπάνω αναιρούμενο μέρος (υπό στοιχ. γ και δ) στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών- Β' Βαθμού (άρθρο 7 παρ. 1 εδ. δ' περ. ι του ΚΠοινΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 62 Ν. 5090/2024), συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 και 522 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αρ. 437/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ αθώο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο Γ. Κ. του Θ. του ότι : "1. Ο Κ. Γ., στην Αθήνα, την …2007, με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, προς υποστήριξη των οποίων προσήγαγε ψευδή αποδεικτικά μέσα (έγγραφα), επιδιώκοντας να αναγνωρισθεί δικαστικώς κύριος επί συγκεκριμένων ακινήτων εκ της κληρονομιάς του αποβιώσαντος την …2007 πατέρα του Θ. Κ. του Γ., ο οποίος δεν κατέλειπε διαθήκη, εμφανίσθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παριστάνοντας εν γνώσει του ψευδώς ότι κατέχει γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος ζητώντας την δημοσίευσή της, προσήγαγε, προς υποστήριξη του ψευδούς αυτού ισχυρισμού του, την αναφερομένη [από …1993] και πλαστή φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη του ως άνω αποβιώσαντος πατέρα του, η οποία είχε κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από τους κατηγορουμένους, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα ανωτέρω και ήταν συνεπώς άκυρη. Ο Δικαστής που συγκροτούσε το ανωτέρω Δικαστήριο, παραπλανώμενος από τον ανωτέρω ψευδή ισχυρισμό του, προς επιβεβαίωση του οποίου προσήγαγε/εμφάνισε προς, δημοσίευση την προαναφερθείσα πλαστή διαθήκη, προέβη σε ευνοϊκή για αυτόν πράξη, στην οποία δεν θα προέβαινε αν γνώριζε την αλήθεια, ήτοι προέβη στην δημοσίευση αυτής, καταχωρώντας την στα υπ' αριθ. …2007 Πρακτικά Συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ακολούθως δε αυτή καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών σε Τόμο … και αριθμό …". Με την ανωτέρω πράξη του σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην εμπορική αξία των ως άνω δια της πλαστής διαθήκης ακινήτων, ανερχόμενο συνολικά στα 575.000 ευρώ και με περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας ένεκα της απώλειας του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος επί του συνόλου των κληρονομιαίων ακινήτων εξ αδιαιρέτου, ανερχόμενης στο ποσό των [(1.127.000 ευρώ η συνολική εμπορική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων X 1/3 το κληρονομικό της δικαίωμα) 375.666 ευρώ και αφαιρουμένης της αξίας των ακινήτων που δήθεν κληρονομούσε δια της πλαστής διαθήκης, ύψους 67.000 ευρώ =] 308.666 ευρώ τουλάχιστον, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 120.000 ευρώ, λαμβανομένων επιπλέον υπόψη και των δικαστικών δαπανών στις οποίες έχει αυτή υποβληθεί για την αναγνώριση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος".

ΠΑΥΕΙ οριστικώς την ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων Β. Κ. του Θ. και Γ. Κ. του Θ. για την πράξη της απάτης με συνολικό περιουσιακό όφελος και ζημία, που υπερβαίνουν τα 120.000 ευρώ, και συγκεκριμένα του ότι: "....με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως εκ της ταυτότητας των μερικότερων πράξεων και την ενότητα του δόλου τους στην επίτευξη του τελικού αποτελέσματος συνολικά, από κοινού με άλλους και κατά μόνας με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον, σε πράξη, το δε συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα:

2. Ο Κ. Β., στην Αθήνα, την …2007 παρέστησε εν γνώσει του ψευδώς στην Συμβολαιογράφο Αθηνών Αναστασία - Ιωσηφίνα Καρινιωτάκη - Πλακοπούλου, ότι είχε στην κατοχή του τη γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος την …2007 Θ. Κ. του Γ., ο οποίος ωστόσο δεν κατέλειπε διαθήκη, προς ενίσχυση δε του ψευδούς αυτού ισχυρισμού επέδειξε στην ως άνω συμβολαιογράφο την πλαστή διαθήκη, η οποία είχε κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από τους κατηγορουμένους κατά τα ειδικότερα ανωτέρω διαλαμβανόμενα και η οποία ήταν συνεπώς άκυρη. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις του παραπλάνησε τη Συμβολαιογράφο και την έπεισε να συντάξει την υπ' αριθ. … Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς (εκ διαθήκης), δια της οποίας αποδέχθηκε την κληρονομιά φερόμενη ως επαχθείσα στον ίδιο δια της ως άνω πλαστής διαθήκης ενώ αν γνώριζε την αλήθεια η Συμβολαιογράφος δεν θα προέβαινε στη σύνταξη της προαναφερθείσας Πράξης.

3. Ο Κ. Γ. (από κοινού με τον υιό του Κ. Θ.) ενεργώντας ήτοι με κοινό δόλο και κατόπιν συναπόφασης στην Αθήνα, την …2007, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στην Συμβολαιογράφο Αθηνών Αναστασία - Ιωσηφίνα Καρινιωτάκη - Πλακοπούλου, ότι είχαν στην κατοχή τους τη γνήσια ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος την …2007 Θ. Κ. του Γ., ο οποίος ωστόσο δεν κατέλειπε διαθήκη, προς ενίσχυση δε του ψευδούς αυτού ισχυρισμού επέδειξαν στην ως άνω συμβολαιογράφο την πλαστή διαθήκη, η οποία είχε κατασκευαστεί εξ ολοκλήρου από τους κατηγορουμένους, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω διαλαμβανόμενα και η οποία ήταν συνεπώς άκυρη. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις τους παραπλάνησαν τη Συμβολαιογράφο και την έπεισαν να συντάξει την υπ' αριθ. … Πράξη Δήλωσης Αποδοχής Κληρονομιάς (εκ διαθήκης), δια της οποίας αφενός οι ανωτέρω αποδέχθηκαν την κληρονομιά φερόμενη ως επαχθείσα στους ιδίους δια της ως άνω πλαστής διαθήκης, ενώ αν γνώριζε την αλήθεια η Συμβολαιογράφος δεν θα προέβαινε στη σύνταξη της προαναφερθείσας Πράξης. Με τις ανωτέρω πράξεις τους σκόπευαν να προσπορίσουν στον εαυτό τους παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην εμπορική αξία των ως άνω δια της πλαστής διαθήκης ακινήτων, ανερχόμενο συνολικά στα 575.000 ευρώ και με περιουσιακή βλάβη της εγκαλούσας ένεκα της απώλειας του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος επί του συνόλου των κληρονομιαίων ακινήτων εξ αδιαιρέτου, ανερχόμενης στο ποσό των [(1.127.000 ευρώ η συνολική εμπορική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων X 1/3 το κληρονομικό της δικαίωμα -) 375.666 ευρώ και αφαιρουμένης της αξίας των ακινήτων που δήθεν κληρονομούσε δια της πλαστής διαθήκης, ύψους 67.000 ευρώ =] 308.666 ευρώ τουλάχιστον, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό των 120.000 ευρώ, λαμβανομένων επιπλέον υπόψη και των δικαστικών δαπανών στις οποίες έχει αυτή υποβληθεί για την αναγνώριση του εξ αδιαθέτου κληρονομικού της δικαιώματος".

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών- β' βαθμού, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως: 1) Ως προς την ένδικη αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας από κοινού με σκοπούμενο περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσαν άπαντες οι κατηγορούμενοι, στην Αθήνα, κατά το διάστημα από …2007 έως …2007, κατά τη σύνταξη της με ημερομηνία από …1999 ιδιόγραφης διαθήκης. 2) Ως προς την ένδικη αξιόποινη πράξη της απάτης με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους και αντίστοιχη βλάβη τρίτου άνω των 120.000 ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσε ο Θ. Κ. του Γ., στην Αθήνα, στις …2007, κατά τη σύνταξη της υπ' αρ. …/2025 πράξεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας - Ιωσηφίνας Καρινιωτάκη - Πλακοπούλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή