Απόφαση 864 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 864/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Παναγιώτα Γκουδή-Νινέ (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γιαννακοπούλου και Παγώνα Παναγιώτου (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. …/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Μαϊου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Νικολάου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φράγκο και 2. Π. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπατσούμα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 118/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία Σ. Γ. του Τ., κάτοικο ... , που δεν εμφανίσθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις: 1. με αρ. εκθ. …2024 αίτηση αναίρεσης και 2. με αρ. εκθ. …2024 αίτηση αναίρεσης, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2024.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε: Α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του 1ου αναιρεσείοντος Α. Κ. του Ι. , Β) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την επιβληθείσα, σε βάρος της 2ης αναιρεσείουσας, Π. Σ. του Χ. , ποινή , Γ) να επεκταθεί το ως άνω αναιρετικό αποτέλεσμα και στην συγκαταδικασθείσα στη δευτεροβάθμια δίκη, συγκατηγορούμενη της αναιρεσείουσας, Α. Π. του Π. , Δ) να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρετικό μέρος της, που αφορά στην επιβολή της ποινής, στην αναιρεσείουσα και μετά το επεκτατικό αποτέλεσμα ως προς την επιβολή ποινής για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και συνακόλουθα στην επιμέτρηση τυχόν της συνολικής ποινής στην συγκαταδικασθείσα συγκατηγορουμένη της Α. Π. του Π. , για νέα συζήτηση και Ε) να απορρφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναιρέσεως της 2ης αναιρεσείουσας Π. Σ. του Χ. και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των 1ου και 2ης αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες αιτήσεις, ήτοι : 1) η από …/2024 (με αρ. εκθ. …/2024) αίτηση (δήλωση) του Α. Κ. του Ι. και 2) η από …/2024 (με αρ. εκθ. …/2024) αίτηση (δήλωση) της Π. Σ. του Χ., με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της υπ' αρ. 118/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αιγαίου, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 462 περ. β', 464, 466 παρ.2, 473 παρ.2 και 3 , 474 παρ.1 και 4, 504 παρ.1, 505 παρ.1α' ΚΠΔ) και επομένως πρέπει να συνεκδικασθούν, ως συναφείς. Σημειώνεται, ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία Γ. Σ. του Τ., καθώς και η αντίκλητος δικηγόρος της Ευαγγελία Παναγιώτου, που κλήθηκαν νομότυπα να παραστούν, στην παρούσα δίκη, όπως προκύπτει από τα από …/2026 αποδεικτικά επίδοσης του αρχιφύλακα ΑΥ … Γ. Τ. και του επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου Λ. Χ., αντίστοιχα, που υπάρχουν στο φάκελο της δικογραφίας, δεν εμφανίστηκαν ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου κατά την παρούσα δικάσιμο.
Πλην, όμως, η συζήτηση, εφόσον εμφανίστηκαν οι αναιρεσείοντες, γίνεται σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 515 παρ. 2α' ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ.1 του κυρωθέντος με το Ν.4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 (άρθρο 460 αυτού) Ποινικού Κώδικα, "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις. Δηλαδή, εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση, έτσι ώστε να εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον", όπως συνέβαινε υπό την ισχύ του προηγούμενου ΠΚ. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε στερητικών της ελευθερίας ποινών λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή (ΑΠ 24/2025). Η διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 του ισχύσαντος μέχρι 30-6-2019 Ποινικού Κώδικα, που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης , όριζε, ότι "Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους".
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται : α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α' και 263Α του ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλη και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ' του ΠΚ και δημόσιο κατά την έννοια του άρθρου 438 του ΚΠολΔ, δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο που έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ' αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και θέληση να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά.
Περαιτέρω, κατά την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα, "Υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των διατάξεων του άρθρου 242 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ με αυτές του άρθρου 242 παρ.1 του κατά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύοντος νέου ΠΚ, προκύπτει ότι η νομοτυπική μορφή της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης δεν έχει αλλάξει, όμως, η διάταξη του νέου ΠΚ είναι αυστηρότερη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, αφού πέραν της απειλούμενης και από τις δύο διατάξεις στερητικής της ελευθερίας ποινής φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους απειλεί σωρευτικά και χρηματική ποινή (ΑΠ 961/2023 ,ΑΠ 285/2020).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε ως προς την στοιχειοθέτησή της από την ισχύουσα έως τότε ταυτάριθμη διάταξη του ΠΚ ,υπό την ισχύ του οποίου τελέστηκε η ένδικη πράξη, που ως ευμενέστερη όμως ως προς την ποινική της κύρωση, εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Με τη διάταξη αυτή προστατεύεται το έννομο αγαθό της ομαλής και απρόσκοπτης διεξαγωγής της δημόσιας υπηρεσίας, για το γενικότερο συμφέρον, προκύπτει δε ότι η παράβαση καθήκοντος είναι ιδιαίτερο έγκλημα με αυτουργό υπάλληλο υπό την έννοια του άρθρου 13α' ΠΚ, κατά το οποίο, "υπάλληλος είναι εκείνος στον οποίο νόμιμα έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου". Η ιδιότητα του υπαλλήλου ενσωματώνει ειδικά καθήκοντα και υποχρεώσεις, δεδομένου ότι δι' αυτού εκφράζεται η βούληση της κρατικής εξουσίας ή του νομίμως συνεστημένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, από την ορθή δε άσκηση της εξουσίας εξαρτάται η απρόσκοπτη και εποικοδομητική λειτουργία των κρατικών οργάνων, των οποίων οι αποφάσεις επιλύουν ανακύπτοντα προβλήματα και διευθετούν ιδιωτικές διαφορές. Το υπαλληλικό καθήκον διαφοροποιείται εκάστοτε και η ειδικότερη μορφή εξαρτάται από το είδος και τη φύση. Ως πηγή του καθήκοντος θεωρείται διάταξη νόμου, διατάγματος ή ιδιαίτερες οδηγίες εντός των πλαισίων των νόμων. Ενίοτε το καθήκον ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας και εμμέσως προσδιορίζεται κατά περιεχόμενο, το οποίο δεσμεύει τον υπάλληλο με συναφή υποχρέωση ενεργείας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων, ή παραλείψεως, όταν απαγορεύεται κάθε περαιτέρω ενέργεια, η υλοποίηση της οποίας αντιστρατεύεται τα σαφώς προσδιορισμένα καθήκοντα. Ως καθήκον, η παράβαση του οποίου καθιστά αξιόποινη τη συμπεριφορά του υπαλλήλου, δεν νοείται οποιοδήποτε υπαλληλικό καθήκον, το οποίο προκύπτει από το νόμο ή από διοικητική πράξη κανονιστικού χαρακτήρα ή από ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή από τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στη γενική συμπεριφορά κάποιου ως υπαλλήλου, αλλά μόνο το καθήκον εκείνο που συνδέεται με την άσκηση συγκεκριμένης υπηρεσιακής δραστηριότητας στο πλαίσιο της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας του υπαλλήλου, εκείνο δηλαδή που ανάγεται στην εκτέλεση του ανατεθειμένου σ’ αυτόν υπηρεσιακού έργου. Ως εκ τούτου, αξιόποινο χαρακτήρα, κατά το άρθρο 259 ΠΚ, ενέχουν μόνον οι παραβάσεις συγκεκριμένων υπηρεσιακών καθηκόντων κατά την άσκηση υπηρεσιακής δραστηριότητας. Έτσι, αξιόποινη είναι η ελεγχόμενη πράξη (ενέργεια ή παράλειψη) του υπαλλήλου, μόνον αν συνιστά (θετικά ή αποθετικά) έκφραση πολιτειακής βούλησης και άσκηση κρατικής εξουσίας μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων. (Ολ ΑΠ 7/2008, ΑΠ 1046/2023, ΑΠ 122/2022, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 134/2020). Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι για την ορθή εφαρμογή της ως άνω ποινικής διάταξης πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση, εκτός των άλλων, και ποιο είναι και από πού προκύπτει το καθήκον του υπαλλήλου, το οποίο αυτός από πρόθεση παραβίασε. Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, ενεργητικό υποκείμενο του οποίου μπορεί να είναι, ως εκτέθηκε, μόνον υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, απαιτούνται: α) παράβαση όχι απλού υπαλληλικού καθήκοντος, αλλά καθήκοντος της υπηρεσίας του υπαλλήλου, το οποίο καθορίζεται και επιβάλλεται στον υπάλληλο από το νόμο ή από διοικητική πράξη ή απορρέει από τις ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στην ίδια τη φύση της υπηρεσίας και αναφέρεται στην έκφραση από αυτόν της θελήσεως της πολιτείας, μέσα στον κύκλο των δημοσίων υποθέσεων και ενεργειών στις σχέσεις της απέναντι στους τρίτους, β) δόλος του δράστη, που περιέχει τη γνώση και τη θέληση της παράβασης του υπηρεσιακού του καθήκοντος και γ) σκοπός του δράστη, ως πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, συνιστάμενος στην επιδίωξη του δράστη να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο, χωρίς να είναι αναγκαίο να επιτευχθεί η επιδιωχθείσα ωφέλεια ή βλάβη, η οποία μπορεί να είναι είτε υλική είτε ηθική. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνο η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν, αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται, να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του, αφού ο σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον προϋποθέτει ότι η πράξη, όπως επιχειρείται από το δράστη, δύναται να οδηγήσει στην απόκτηση παράνομου οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτου (αντικειμενικό στοιχείο). Μεταξύ δε της αξιόποινης πράξης της παράβασης καθήκοντος και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει αιτιώδης σχέση, ώστε η πράξη της παράβασης καθήκοντος, αν δεν είναι ο αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι ο πρόσφορος τρόπος περιποίησης του σκοπουμένου οφέλους ή βλάβης. Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης συντρέχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από το δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα. Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Για την ολοκλήρωση του εγκλήματος του άρθρου 259 του ΠΚ δεν απαιτείται και να πραγματοποιηθεί η επιδιωκόμενη παράνομη ωφέλεια ή βλάβη (ΑΠ 1391/2025, ΑΠ 915/2024, ΑΠ 445/2023,ΑΠ 122/2022, ΑΠ 869/2021, ΑΠ 375/2021, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1914/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. β' του προϊσχύσαντος Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) ... , β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στον δράστη, κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης, ενώ κατά την επόμενη διάταξη του άρθρου 47 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ. " Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Κατά τη διάταξη του άρθρου 47 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου Π.Κ., (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 του Ν. 5059/2024, με έναρξη ισχύος από την 1.5.2024, κατά το άρθρο 138 παρ.1 του ιδίου νόμου, ΦΕΚ A' 30/23.02.2024), " Όποιος πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Από τα παραπάνω καταφαίνεται ότι με τον ισχύοντα νέο Π.Κ., επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκλημα, αφού, κατά τα αναφερόμενα και στην αιτιολογική έκθεση, καταργείται η διάκριση μεταξύ άμεσου και απλού συνεργού, όπως αυτή αποτυπωνόταν στα άρθρα 46 παρ. 1 στοιχ. β' και 47 του προϊσχύσαντος Π.Κ. και προβλέπεται ότι στο συνεργό επιβάλλεται καταρχάς, μειωμένη ποινή για όλες τις μορφές της συνέργειας στο έγκλημα, είτε αυτή προσφέρεται κατά, είτε πριν από την τέλεση της πράξης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να καταγραφεί ως κανόνας ότι το άδικο και η ενοχή του συνεργού είναι μικρότερης έντασης έναντι εκείνων του φυσικού αυτουργού. Παρέχεται, όμως, στο δικαστήριο η δυνατότητα, κατ' εξαίρεση, να επιβάλει πλήρη ποινή, αν ο υπαίτιος προσφέρει τη συνδρομή του κατά την τέλεση της πράξης και στην εκτέλεση αυτής, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού (άμεσος συνεργός) (ΑΠ 1256/2022, ΑΠ 199/2022, ΑΠ 790/2022, ΑΠ 609/2020). Η διάταξη του άρθρου 47 του νέου Π.Κ. είναι ευμενέστερη, έναντι της αντίστοιχης για την άμεση συνέργεια του άρθρου 46 παρ. 1 στοιχ. β' του ισχύσαντος μέχρι την 30η-6-2019 Π.Κ., που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης, καθόσον η συνέργεια, χωρίς διάκριση πλέον σε απλή ή άμεση (κατά τις διακρίσεις που τυποποιούνταν στον προϊσχύσαντα Π.Κ.), αντιμετωπίζεται ενιαία και τιμωρείται με ποινή μειωμένη, κατά το άρθρο 83 του Π.Κ. Κατ' εξαίρεση μόνο το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της άμεσης, κατά το εδάφιο β', συνέργειας ("...άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού"), στην έννοια της οποίας εμπίπτουν πλέον, με βάση τη διατύπωση της εν λόγω διάταξης (εδαφίου β'), τέτοιες πράξεις συνδρομής, που προσεγγίζουν εγγύτατα την αυτουργική τέλεση του εγκλήματος. Δηλαδή, με τη διάταξη του άρθρου 47 του νέου Π.Κ. , αφενός μεν προβλέπεται μειωμένη ποινή και για την περίπτωση της άμεσης συνέργειας, αφετέρου δε ορίζεται ότι, η επιβολή από το δικαστήριο της ποινής του αυτουργού, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω επιβαρυντικές περιστάσεις του εδαφίου β', είναι δυνητική, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν άρθρο 46 παρ.1 περ. β' του Π.Κ. , που προέβλεπε υποχρεωτικά, και όχι δυνητικά, μόνο την ποινή του αυτουργού (ΑΠ 74/2025, ΑΠ 267/2023, ΑΠ 1470/2022, ΑΠ 441/2021, ΑΠ 568/2020, ΑΠ 126/2020).
Εξάλλου, και υπό τον παλαιό Π.Κ. , αλλά και υπό το νέο Π.Κ. , για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, β) τέλεση (ως προς την αντικειμενική της υπόσταση) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει, όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις, που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που διαπράχθηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να διαπράξει αυτή και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης. Για την εξ υποκειμένου στοιχειοθέτηση της απλής συνέργειας δεν είναι ανάγκη ο απλός συνεργός να γνωρίζει τις λεπτομέρειες της πράξης και ιδίως πότε, που και υπό ποιες ειδικές συνθήκες θα τελεσθεί αυτή από τον αυτουργό της πράξης, ενώ για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (ΑΠ 267/2023, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 968/2022, ΑΠ 550/2021, ΑΠ 441/2021, ΑΠ 126/2020).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί να προσδιορίζονται γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η ύπαρξη του δόλου, εκτός των περιπτώσεων που αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), δεν είναι αναγκαίο, κατ' αρχήν, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την τέλεση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα. (ΑΠ 1391/2025). Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. (ΑΠ 1046/2023, ΑΠ 678/2020).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως (Ολ. ΑΠ 3/2008, Ολ. Α.Π. 1/2020, ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 1046/2023, ΑΠ 1026/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 20/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, που δίκασε σε β' βαθμό , δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι , καθό μέρος αφορούν τους αναιρεσείοντες, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα :
"..... Ο πρώτος κατηγορούμενος είναι δημόσιος υπάλληλος του κλάδου ΠΕ αρχιτεκτόνων και το έτος 2016 υπηρετούσε ως προϊστάμενος στην Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου και ήταν αρμόδιος , μεταξύ άλλων , και για την έκδοση εγκρίσεων και αδειών δόμησης. Κατά τον ίδιο χρόνο η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία "LIBERTY CONSTRUCTIONS" της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι ήταν η τρίτη κατηγορουμένη Α. Π. και ο Δ. Α. του Δ., ανέλαβε με το σύστημα της αντιπαροχής την ανέγερση οικοδομής (συνεδριακού κέντρου) επί ακινήτου με εμβαδόν 2.533 τ.μ. κειμένου στη θέση "…" εκτός σχεδίου πόλεως του Δήμου Μυκονίων της νήσου Μυκόνου, δυνάμει συμφωνίας που είχε συνάψει με τους κατ' ισομοιρία συνιδιοκτήτες του ακινήτου Ι. και Α. Φ. του Μ. Το ακίνητο αυτό είχε κτηματογραφηθεί και καταχωριστεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο (Κτηματολογικό Γραφείο Μυκόνου) με εμβαδόν 2.533 τ.μ. και Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (εφεξής ΚΑΕΚ) … Το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στην ως άνω θέση, που είναι εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προϋφισταμένων του 1923 και εντός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (εφεξής Ζ.Ο.Ε.) της νήσου Μυκόνου, όπως αυτή καθορίστηκε με το από 07.3.2005 π.δ. (ΦΕΚ 243/Δ/08.03.2005). Ειδικότερα, βρίσκεται στην οριζόμενη με το ως άνω π.δ. με στοιχεία (2.3α.9) περιοχή και συγκεκριμένα στην υποπεριοχή (2.3α.9) 1 της ανωτέρω ΖΟΕ , όπου το κατώτατο όριο κατάτμησης και αρτιότητας και οι όροι και περιορισμοί δόμησης ορίζονται με το άρθρο 3 του ως άνω π.δ/τος ως εξής: "(α) Κατώτατο όριο κατάτμησης και αρτιότητας : τέσσερα (4) στρέμματα. (β) Μέγιστη επιτρεπόμενη δομήσιμη επιφάνεια για γεωργικές αποθήκες: 50 τ.μ. (γ) Για τους λοιπούς όρους και περιορισμούς δόμησης εφαρμόζονται κατά χρήση οι διατάξεις του από 24.05.1985 π.δ/τος (Δ 270), όπως ισχύει" (άρθρο 3 παρ.Ι, παρ.λΙ , υποπαρ. ΙΙΙ στοιχ.α) του από 07.03.2005 π.δ.). Με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις το ακίνητο αυτό δεν εδύνατο κατά νόμο να οικοδομηθεί λόγω της εκτάσεώς του που ήταν μικρότερη (2.533 τ.μ.) του ανωτέρω ελαχίστου προβλεπόμενου από το νόμο ορίου αρτιότητας (4 στρέμματα). Παρά την έλλειψη αρτιότητας, ήτοι καταλληλότητας για δόμηση, του ακινήτου, οι ανωτέρω εκπρόσωποι της κατασκευάστριας εταιρίας, ενόψει του ότι η οικοδόμηση του ακινήτου θα απέφερε σε αυτούς σημαντικά οικονομικά οφέλη από τη λειτουργία και εκμετάλλευση του κτίσματος (συνεδριακού κέντρου) που θα ανεγειρόταν, αποφάσισαν να το εμφανίσουν ως άρτιο και οικοδομήσιμο και έτσι να το οικοδομήσουν, παρακάμπτοντας την απαγόρευση του νόμου και με το σκοπό αυτό υπέβαλαν για λογαριασμό της κατασκευάστριας εταιρίας, που εκπροσωπούσαν, στην Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου αίτηση για τη χορήγηση άδειας δόμησης. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η τρίτη κατηγορουμένη ζήτησε από τη συνεργάτιδά της δεύτερη κατηγορουμένη, πολιτικό μηχανικό, στην οποία είχε αναθέσει την εκπόνηση της αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης ως και την επίβλεψη της κατασκευής του οικοδομικού έργου, τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος με σκοπό να χρησιμοποιηθεί για την έκδοση άδειας δόμησης και στο οποίο το επίμαχο ακίνητο να αποτυπώνεται ως άρτιο και οικοδομήσιμο. Η δεύτερη,ως μελετήτρια και επιβλέπουσα μηχανικός του οικοδομικού έργου, που θα κατασκευαζόταν, γνώριζε εξ ιδίας αντιλήψεως, αλλά και από το με αριθμό …2006 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Ευαγγελίας Κλίκου, που αποτελούσε τον τίτλο ιδιοκτησίας των συγκυρίων του ακινήτου Φ. Ι. και Φ. Α. και το κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, την πραγματική έκταση αυτού (2.533 τ.μ.), και άρα ότι αυτό δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Εν τούτοις, η δεύτερη κατηγορούμενη με σκοπό να καταστήσει δυνατή την έκδοση άδειας δόμησης αυτού από τον πρώτο κατηγορούμενο, περί τον μήνα Μάρτιο του έτους 2016, συνέταξε και υπέγραψε υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο αποτύπωσε το ανωτέρω ακίνητο υπό τα στοιχεία Α,Β,Γ,Δ,Α, προσδιόρισε ψευδώς εν γνώσει της αναλήθειάς του το εμβαδόν αυτού σε 4.019,60 τ.μ. και δήλωσε ότι αυτό είναι "άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις". Για να απεικονίσει δε στο τοπογραφικό διάγραμμα το ακίνητο αυτό ως εμβαδού 4.019,60 τ.μ. , συμπεριέλαβε εντός των ορίων του και εδαφικό τμήμα 1.486,60 τ.μ. του ομόρου ακινήτου της υποστηρίζουσας την κατηγορία. Το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα κατατέθηκε μάλιστα από υπάλληλο του γραφείου της δεύτερης στην Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου, ως αναγκαίο εκ του νόμου δικαιολογητικό έγγραφο για την έκδοση της άδειας δόμησης. Συγχρόνως, η τρίτη κατηγορουμένη προσέγγισε τον πρώτο κατηγορούμενο , ο οποίος ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου χειριζόταν την επίμαχη αίτηση της ανωτέρω κατασκευάστριας εταιρείας και ήταν αρμόδιος για την απόρριψη ή την αποδοχή αυτής , και με πειθώ και φορτικότητα και συνεχείς προτροπές και παραινέσεις κατέπεισε αυτόν να προβεί στην έκδοση της άδειας δόμησης με βάση το ψευδές τοπογραφικό διάγραμμα της δεύτερης κατηγορουμένης. Ο πρώτος κατηγορούμενος, καίτοι από τα δικαιολογητικά έγγραφα της αίτησης, που του προσκομίσθηκαν, και δη το προαναφερόμενο με αριθμό …2006 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Ευαγγελίας Κλίκου που αποτελούσε τον τίτλο ιδιοκτησίας των συγκυρίων του ακινήτου Φ. Ι. και Φ. Α. και το από …2016 κτηματολογικό φύλλο με προσαρτημένο διάγραμμα του ακινήτου του Κτηματολογικού Γραφείου Μυκόνου, στα οποία αναγραφόταν ότι το ακίνητο έχει εμβαδόν 2.500, 92 τ.μ. και 2.533 τ.μ. αντιστοίχως, προέκυπτε και ο ίδιος γνώριζε ότι λόγω του εμβαδού του δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και άρα δεν ηδύνατο, σύμφωνα με τις άνω πολεοδομικές διατάξεις, να εκδοθεί νομίμως άδεια δόμησης αυτού, εν τούτοις, καταπεισθείς από την τρίτη κατηγορουμένη και με σκοπό να την ωφελήσει, εξέδωσε ,υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά του, στο όνομα της κατασκευάστριας εταιρείας "LIBERTY CONTRUCTIONS" την με αριθμό …2016 έγκριση δόμησης και τη με αριθμό …2016 άδεια δόμησης της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου , βεβαιώνοντας εν γνώσει του ψευδώς σε αυτές ότι το αδειοδούμενο ακίνητο έχει ,εμβαδόν 4.019,60 τ.μ., ώστε να το καταστήσει οικοδομήσιμο. Αμέσως μετά την έκδοση της ανωτέρω άδειας δόμησης, η τρίτη κατηγορούμενη, με επιβλέπουσα μηχανικό, τη δεύτερη κατηγορουμένη ξεκίνησε την ανέγερση της οικοδομής, πλην όμως, οι οικοδομικές εργασίες, με τις οποίες είχε μέχρι τότε κατασκευαστεί ο φέρων οργανισμός του κτιρίου, διακόπηκαν στις 6.7.2016 με το με αριθμό …2016 έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, που υπογράφεται από τον εντεταλμένο δημοτικό σύμβουλο του Δήμου Μυκονίων, Γ. Μ., λόγω καταγγελίας της υποστηρίζουσας την κατηγορία, η οποία εν τω μεταξύ είχε πληροφορηθεί ότι τμήμα του ακινήτου της περιλαμβανόταν στην άδεια δόμησης του οικοδομούμενου ακινήτου. Σημειώνεται ότι πριν από το χρόνο διακοπής των οικοδομικών εργασιών και λόγω της ίδιας καταγγελίας της υποστηρίζουσας την κατηγορία, ο πρώτος κατηγορούμενος είχε τεθεί σε αργία από την εργασία του στην Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου με τη με αριθμό …2016 απόφαση του Δημάρχου Μυκονίων. Μετά τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών η κατασκευάστρια εταιρεία "LIBERTY CONTRUCTIONS" υπέβαλε, με τη με αριθμό πρωτ. …2016 αίτησή της προς την Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου, αίτημα αναθεώρησης της άδειας δόμησης και προσκόμισε νέο τοπογραφικό διάγραμμα της δεύτερης κατηγορουμένης, στο οποίο το επίμαχο ακίνητο απεικονιζόταν με το πραγματικό του εμβαδόν των 2.533 τ.μ. Επί της αιτήσεως αυτής απάντησε ο πρώτος κατηγορούμενος , ο οποίος με τη με αριθμό …2016 απόφαση του Δημάρχου Μυκόνου είχε από τις 21.12.2016 επανατοποθετηθεί στη θέση του αναπληρωτή προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου και με την ιδιότητά του αυτή εξέδωσε στις …2017 τη με αριθμό …/2016 πράξη αναθεώρησης άδειας της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, με την οποία αναθεώρησε την αρχική με αριθμό …/2016 άδεια δόμησης ως προς το πραγματικό εμβαδόν (2.533 τ.μ.) του ακινήτου, παρότι γνώριζε ότι είχε υπηρεσιακό καθήκον να την ανακαλέσει, δεδομένου ότι η άδεια δόμησης αυτή είχε, κατά τα προπαρατιθέμενα, εκδοθεί παρανόμως με βάση το ψευδές εμβαδόν (4.019,60 τ.μ.) του ακινήτου. Επιπλέον, εκ των καθηκόντων του, γνώριζε ότι και υπό το μικρότερο εμβαδόν (2.533 τ.μ.) δεν ηδύνατο νομίμως να εκδοθεί ή να αναθεωρηθεί άδεια δόμησης για το ακίνητο αυτό, αφού δεν είχε, κατά τα προεκτεθέντα, το ελάχιστο όριο αρτιότητας των 4 στρεμμάτων που απαιτούσαν οι πολεοδομικές διατάξεις. Όφειλε, συνεπώς, ο πρώτος κατηγορούμενος εκ των επιβαλλομένων από το νόμο σε αυτόν καθηκόντων και, ειδικότερα, ως αρμόδιος υπάλληλος (αναπληρωτής προϊστάμενος) του διοικητικού οργάνου (Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου), που εξέδωσε παρανόμως τη με αριθμό …/2016 άδεια δόμησης, να προβεί, λόγω έλλειψης νομιμότητας, σε ανάκληση αυτής και όχι, όπως προέβη , σε αναθεώρησή της [άρθρο 21 του ΚΔΔ και άρθρο μόνο του α.ν.261/1968, άρθρα 2,3 και 5 του ν.4030/2011 σε συνδυασμό με άρθρο 3 παρ. Ι, υποπαρ. ΙΙΙ, περ.α' του από 07.03.2005 π.δ/τος (243 Δ) ..... Στην πράξη αυτή (αναθεώρηση) αντί της ανάκλησης, προέβη ο πρώτος κατηγορούμενος με πρόθεση, ήτοι με τη θέληση να παραβεί το προαναφερόμενο υπηρεσιακό του καθήκον και με σκοπό να προσπορίσει στην τρίτη κατηγορούμενη, εκπρόσωπο της κατασκευάστριας εταιρείας, παρανόμως αναθεωρηθείσα άδεια δόμησης και έτσι αυτή να αποπερατώσει το ημιτελές οικοδομικό έργο και να καρπωθεί το οφέλη από την εκμετάλλευσή του, καταπεισθείς από την ωφελούμενη από την πράξη αυτή τρίτη κατηγορουμένη, η οποία με πειθώ και φορτικότητα και συνεχείς προτροπές και παραινέσεις είχε προκαλέσει σε αυτόν την απόφαση να προβεί σε αναθεώρηση της επίδικης άδειας δόμησης (…/2016). Σημειώνεται, ότι λίγες ημέρες πριν από την κατά άνω επαναφορά του πρώτου κατηγορουμένου στη θέση του αναπληρωτή προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, η κατ' εκείνο το χρόνο προϊσταμένη της εν λόγω Υπηρεσίας Ζ. Φ., τοπογράφος μηχανικός, με το με αριθμό πρωτ. …2016 έγγραφό της προς τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, που κοινοποιήθηκε στον πρώτο κατηγορούμενο, διαπίστωνε ότι η με αριθμό …/2016 άδεια δόμησης είχε εκδοθεί κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων περί της αρτιότητας των γηπέδων και ενημέρωνε ότι η Υπηρεσία της θα προέβαινε άμεσα σε ανάκληση αυτής. Τελικά, η επίδικη με αριθμό …/2016 άδεια δόμησης, όπως αυτή αναθεωρήθηκε, ανακλήθηκε με τη με αριθμό …2018 απόφαση του αναπληρωτή προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Σύρου, στην οποία με τη με αριθμό …2017 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης είχε ήδη από τις …2017 μεταφερθεί η άσκηση πολεοδομικών αρμοδιοτήτων της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, μεταξύ των οποίων, και η έκδοση, αναθεώρηση και ανάκληση των εγκρίσεων και αδειών δόμησης. Ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι εξέδωσε νομίμως τις επίδικες έγκριση και άδεια δόμησης με βάση το τοπογραφικό της δεύτερης κατηγορουμένης, καθόσον με βάση τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του ν. 4030/2011, που ρύθμιζε τη διαδικασία έκδοσης των εγκρίσεων και των αδειών δόμησης, δεν είχε υποχρέωση να ελέγξει το τοπογραφικό της δεύτερης κατηγορουμένης ως προς τις διαστάσεις του απεικονιζόμενου σε αυτό ακινήτου. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, καθόσον από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του τότε ισχύοντος ν.4030/2011 "Νέος τρόπος έκδοσης αδειών δόμησης, ελέγχου κατασκευών και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ 249/Α/25.11.2011) προκύπτει σαφώς ότι για τη χορήγηση έγκρισης δόμησης, ήτοι για την πιστοποίηση του δικαιώματος δόμησης σύμφωνα με τους όρους δόμησης και, συνακόλουθα για τη χορήγηση άδειας δόμησης (άρθρο 1), υποβάλλονται, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών, "τίτλος ιδιοκτησίας και πρόσφατο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ή κτηματογραφικό απόσπασμα για κάθε ακίνητο ..." (άρθρο 3 παρ.1 εδ.τελ.), από τα οποία και μόνο, αυτονοήτως, δύναται να ελεγχθεί και να πιστοποιηθεί η αρτιότητα ή μη του ακινήτου και άρα το δικαίωμα δόμησης αυτού. Επίσης, ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι προέβη στην αναθεώρηση της επίδικης με αριθμό …/2016 άδειας δόμησης, στηριζόμενος σε έγγραφο ιεραρχικά ανώτερης υπηρεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος με το οποίο εκφράσθηκε η άποψη ότι στην επίδικη περιοχή είναι επιτρεπτή η έκδοση αδειών δόμησης και για ακίνητα μικρότερα των 4 στρεμμάτων. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Πράγματι με το με αριθμό πρωτ. …2016 έγγραφο της διευθύντριας της Διεύθυνσης Χωροταξικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας διατυπώθηκε η άποψη ότι για την επίδικη περιοχή (2.3α.9) της Ζ.Ο.Ε. ισχύουν, εφόσον δεν απαγορεύονται ρητώς, οι παρεκκλίσεις αρτιότητας και δόμησης που προβλέπονται στο άρθρο 1 παρ.2 του από 24.05.1985 π.δ/τος (ΦΕΚ 270/Δ/31.05.1985) και οι οποίες ορίζουν ότι θεωρούνται κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα , μεταξύ άλλων, που κατά την 24.4.1977 είχαν ελάχιστον εμβαδόν 2.000 τ.μ. Όμως, με την προπαρατιθέμενη υποπαράγραφο ΙΙΙ της παραγράφου Ι του άρθρου 3 του από 07.03.2005 π.δ/τος (Ζ.Ο.Ε. Μυκόνου) που αφορά τις περιοχές με στοιχεία 2.3α.9, [οι οποίες αποτελούνται από τις περιοχές (2.3α.9) 1 επίδικη, (2.3α.9) 4, (2.3.α.9) 5 και (2.3α.9) 6], τα κατώτατα όρια κατάτμησης και εμβαδού αρτιότητας ορίζονται ρητώς στα τέσσερα (4) στρέμματα (περ.α), μη καταλειπομένου περιθωρίου εφαρμογής για την περιοχή αυτή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 1 παρ.2 του του από 24.05.1985 π.δ/τος, αφού η παραπομπή στις τελευταίες αυτές διατάξεις γίνεται "για τους λοιπούς όρους και περιορισμούς δόμησης (περ.γ) και όχι για τα κατώτατα όρια κατάτμησης και αρτιότητας που ορίζονται σαφώς και ρητώς με την προαναφερόμενη διάταξη (περ.α). Ενισχυτική της κρίσης αυτής είναι η ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ως από 07.03.2005 π/δ/τος, με την οποία το εμβαδόν της κατά παρέκκλιση αρτιότητας όλων των γηπέδων όλων των περιοχών της Ζ.Ο.Ε. ορίζεται, με παραπομπή στις διατάξεις των εδαφίων α και β της παρ.1 του από 24.05.1985 π.δ/τος, στα 4 στρέμματα και επομένως, και εξ αυτού του λόγου συνάγεται ότι δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στα ακίνητα της περιοχής με στοιχεία 2.3α.9 της Ζ.Ο.Ε. Μυκόνου οι διατάξεις περί παρεκκλίσεων (2 στρέμματα) της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του από 24.5.1985 π.δ/τος.
Εξάλλου, για το ζήτημα αυτό εκδόθηκε, κατόπιν ερωτήματος του Υπουργείου Ενέργειας και Περιβάλλοντος, η με αριθμό 280/2017 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την οποία το τελευταίο γνωμοδότησε ότι: α) για το κατώτατο εμβαδόν αρτιότητας των γηπέδων που βρίσκονται στις περιοχές που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του π.δ/τος 7.3/8.3.2005 (Ζ.Ο.Ε. Μυκόνου, περιοχές με στοιχεία 2.3α.9), δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί παρεκκλίσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ιδίου διατάγματος, ούτε οι διατάξεις περί παρεκκλίσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του από 24.5.1985 π.δ/τος και β) συντρέχει κατ' αρχήν λόγος ανάκλησης αδειών δόμησης που τυχόν εκδόθηκαν κατά διαφορετική εφαρμογή των διατάξεων για το κατώτατο εμβαδόν αρτιότητας (4 στρέμματα). Επίσης, με την ανωτέρω γνωμοδότηση το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αποφάνθηκε ότι η Διεύθυνση Χωροταξικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που διατύπωσε την αντίθετη εσφαλμένη άποψη, δεν είχε αρμοδιότητα να προβεί σε νομική ερμηνεία των προαναφερομένων διατάξεων πλέον του ότι η άποψη αυτή δεν ήταν δεσμευτική για το αποκλειστικώς αρμόδιο για την εφαρμογή των διατάξεων διοικητικό όργανο και, εν προκειμένω, την Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου. Από τα ανωτέρω και ιδίως από τις προαναφερόμενες διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΙΙ της παραγράφου Ι του άρθρου 3 του από 07.03.2005 (243Δ) π.δ/τος, που ορίζουν σαφώς ως κατώτατο όριο κατάτμησης και αρτιότητας των γηπέδων στην επίδικη (2.3α.9) περιοχή της Ζ.Ο.Ε. Μυκόνου τα 4 στρέμματα, σε συνδυασμό με τη συναγόμενη εκ της θέσεώς του, ως προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, εμπειρία του πρώτου κατηγορουμένου, εκτιμάται ότι η προεκτεθείσα αντίθετη άποψη που διατυπώθηκε για το ζήτημα αυτό από τη Διεύθυνση Χωροταξικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση, ικανή να δημιουργήσει στον πρώτο κατηγορούμενο πλάνη περί το οριζόμενο από το νόμο κατώτατο όριο αρτιότητας, όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται, δεδομένου του ότι η αντίθετη αυτή άποψη ουδεμία έννομη επιρροή ασκούσε, αφού είχε διατυπωθεί από αναρμόδιο καθ' ύλη διοικητικό όργανο, δεν συνιστούσε αυθεντική ερμηνεία της ερμηνευόμενης διάταξης, δεν αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη και ουδόλως υποχρέωνε ή δέσμευε την αποκλειστικά αρμόδια για την εφαρμογή της διάταξης Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου να υιοθετήσει την προκρινόμενη με αυτήν (άποψη) ερμηνεία (βλ. ΝΣΚ Γνμδ. 280/2017) ο.π.). Τουναντίον, εκτιμάται ότι η σπουδή του πρώτου κατηγορουμένου να υιοθετήσει τη μη δεσμευτική άποψη αυτή, που ανέτρεπε τα μέχρι τούδε και επί δεκαετία τουλάχιστον πολεοδομικά δεδομένα της επίδικης περιοχής, χωρίς, έστω, να αναμείνει περαιτέρω διευκρινήσεις ή επιβεβαίωση από αρμόδιο διοικητικό όργανο και, λίγες ημέρες μετά την επαναφορά του από την κατάσταση αργίας στην ενεργή θέση του αναπληρωτή προϊσταμένου της ανωτέρω υπηρεσίας (ΥΔΟΜ), να προβεί στην αναθεώρηση της με αριθμό …/2016 άδειας δόμησης και όχι, όπως επιβαλλόταν από τον υπηρεσιακό του καθήκον , στην ανάκληση αυτής, παρακινηθείς από την τρίτη κατηγορουμένη και με σκοπό να ωφελήσει αυτή, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, πρέπει ο ισχυρισμός περί νομικής πλάνης του πρώτου κατηγορουμένου να απορριφθεί ως αβάσιμος. Η δεύτερη κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ότι δεν συνέταξε η ίδια το επίδικο τοπογραφικό με το αναγραφόμενο σε αυτό ψευδές εμβαδόν των 4.019,60 τ.μ., αλλά ο συνεργάτης της Μ. Β., τοπογράφος μηχανικός, ο οποίος της το έστειλε στις 17.03.2016 στο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο, εν συνεχεία δε τέθηκε σε αυτό η υπογραφή της από υπάλληλο του γραφείου της και κατατέθηκε στην Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου, χωρίς η ίδια να το ελέγξει. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε βάσιμος από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα για τους ακόλουθους λόγους: Κατ' αρχάς, από το εκτυπωμένο από …2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ανωτέρω τοπογράφου Μηχανικού , Ε. Β. , προς τη δεύτερη κατηγορουμένη δεν προκύπτει η αποστολή με αυτό και οιουδήποτε (συνημμένου ή μη) αρχείου, και δη του επίδικου από Μαρτίου 2016 τοπογραφικού διαγράμματος.
Εξάλλου, ο ανωτέρω Ε. Β. με την ένορκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεσή του κατέθεσε ότι δεν συνέταξε ο ίδιος το επίδικο τοπογραφικό διάγραμμα, αλλά άγνωστο σε αυτόν πρόσωπο, και το έστειλαν σε αυτόν από την κατασκευάστρια εταιρεία για θεώρηση. Όμως , ακόμη και αν καθ' υπόθεση θεωρηθεί ότι ο συντάκτης του επίδικου τοπογραφικού διαγράμματος είναι ο ανωτέρω Ε. Β. ή άλλος άγνωστος τοπογράφος, τούτο δεν επιβεβαιώνει δίχως άλλο ότι η δεύτερη κατηγορουμένη, που ως επιβλέπουσα μηχανικός το υπέγραψε και το υπέβαλε στην Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου, δεν έλαβε γνώση αυτού και δεν το ήλεγξε, όπως αβασίμως ισχυρίζεται. Και τούτο, διότι δεν είναι λογικό η μελετήτρια μηχανικός του οικοδομικού έργου, δεύτερη κατηγορουμένη, να υπογράψει ως συντάκτρια και να υποβάλλει στην αρμόδια πολεοδομική αρχή το κρισιμότερο για την έκδοση άδειας δόμησης έγγραφο (τοπογραφικό διάγραμμα) , χωρίς να το ελέγξει ,και όταν μάλιστα τούτο δεν έχει συνταχθεί από την ίδια αλλά από τρίτο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση , ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να ευσταθήσει, διότι εάν η δεύτερη κατηγορουμένη αγνοούσε, όπως ισχυρίζεται, τα εν λόγω ψευδή στοιχεία (εμβαδόν και διαστάσεις ακινήτου) του τοπογραφικού διαγράμματος, τότε, αμέσως μετά την έκδοση και τη λήψη της επίδικης άδειας δόμησης (…/2016) στην οποία αυτό (τοπογραφικό διάγραμμα) είχε ενσωματωθεί, θα έπρεπε, τόσο η ίδια όσο και η τρίτη κατηγορουμένη που την παρέλαβαν, να διαπιστώσουν τα εν λόγω ανακριβή στοιχεία και άμεσα να ζητήσουν την αναθεώρησή της ή την έκδοση νέας άδειας ,και όχι με βάση αυτή να προβούν στην ανέγερση της οικοδομής, όπως πράγματι έπραξαν. Ισχυρίσθηκε, επίσης, η δεύτερη κατηγορουμένη ότι το ψευδές εμβαδόν (4.019,60 τ.μ.), που αναγράφηκε στο από Μαρτίου 2016 επίδικο τοπογραφικό διάγραμμα της ίδιας ,δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι κατά το χρόνο που αυτό υποβλήθηκε στην Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου, η τελευταία εξέδιδε άδειες δόμησης και σε ακίνητα μικρότερα των 4 στρεμμάτων και, συνεπώς, το επίδικο ακίνητο θα αδειοδοτείτο ακόμη και αν στο τοπογραφικό διάγραμμα αναγραφόταν το πραγματικό εμβαδόν του ακινήτου (2.533 τ.μ.). Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, κατά τα προπαρατιθέμενα, το ψευδές ως προς το εμβαδόν του ακινήτου τοπογραφικό διάγραμμα, που συνέταξε η δεύτερη κατηγορουμένη, χρησιμοποιήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο για την ψευδή πιστοποίηση της αρτιότητας του ακινήτου και με βάση αυτή την έκδοση της με αριθμό …/2016 άδειας δόμησης αυτού, η οποία διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εκδοθεί, αφού το επίδικο ακίνητο στερείτο αρτιότητας και κατά κανόνα και κατά παρέκκλιση των νομίμων όρων δόμησης. Το επικαλούμενο δε γεγονός ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχαν εκδοθεί παρανόμως από την ίδια υπηρεσία μία ή δύο άδειες δόμησης σε μη άρτια ακίνητα, και αληθές υποτιθέμενο, είναι νομικώς αδιάφορο ...... περί του ότι για την κατάφαση του αδικήματος της ψευδούς βεβαιώσεως αρκεί η in abstracto (γενικώς και αφηρημένως) δυνατότητα του βεβαιούμενου γεγονότος να έχει έννομες συνέπειες και ανεξαρτήτως ,αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως. Από τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος κατηγορούμενος, όντας υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 περ.α' ΠΚ : α) ενεργώντας με τη γνώση και τη θέληση να βεβαιώσει σε δημόσιο έγγραφο ψευδές πραγματικό περιστατικό που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες , στη Μύκονο, στις …2016, εξέδωσε ως προϊστάμενος της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, την με αριθμό …2016 έγκριση δόμησης και την με αριθμό …2016 άδεια δόμησης στο όνομα της εταιρίας "LIBERTY CONSTUCTIONS", στις οποίες βεβαίωσε ψευδώς ότι το κείμενο στη θέση "…" της νήσου Μυκόνου και με κτηματολογικό αριθμό … ακίνητο έχει εμβαδόν 4.019,60 τ.μ. , με σκοπό να καταστήσει τούτο οικοδομήσιμο και να ωφελήσει έτσι την τρίτη κατηγορουμένη, νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας "LIBERTY CONSTUCTIONS", που είχε αναλάβει την οικοδόμησή του και είχε αιτηθεί τη χορήγηση άδειας δόμησής του, καίτοι γνώριζε ότι το ακίνητο αυτό είχε πραγματικό εμβαδόν 2.533 τ.μ. και δεν ήταν οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, που όριζαν ως κατώτατο όριο αρτιότητας τα 4 στρέμματα, β) ενεργώντας με θέληση παραβιάσεως του καθήκοντός του και με σκοπό να προσπορίσει στην τρίτη κατηγορουμένη παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην ολοκλήρωση της οικοδόμησης του προαναφερομένου μη άρτιου ακινήτου, στον ίδιο ως άνω τόπο εξέδωσε ,στις 10.01.2017, ως αναπληρωτής προϊστάμενος της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου ,την με αριθμό …/2016 πράξη αναθεώρησης άδειας της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, με την οποία αναθεώρησε την αρχική με αριθμό …/2016 άδεια δόμησης ως προς το πραγματικό εμβαδόν (2.533 τ.μ.) του ακινήτου, καίτοι γνώριζε ότι είχε υπηρεσιακό καθήκον να την ανακαλέσει, δεδομένου ότι η άδεια δόμησης αυτή είχε εκδοθεί παρανόμως με βάση το ψευδές εμβαδόν (4.019,60 τ.μ.) του ακινήτου, καθώς και ότι και υπό το μικρότερο εμβαδόν (2.533 τ.μ.) δεν ηδύνατο νομίμως να εκδοθεί ή να αναθεωρηθεί άδεια δόμησης για το ακίνητο αυτό. Η δεύτερη κατηγορουμένη προσέφερε με πρόθεση συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο, πριν από την τέλεση του ανωτέρω υπό στοιχεία α) αδικήματος της ψευδούς βεβαίωσης ,και, ειδικότερα, στη Μύκονο ,περί το μήνα Μάρτιο του έτους 2016, ως μελετήτρια και επιβλέπουσα μηχανικός του οικοδομικού έργου που θα κατασκευαζόταν στο ανωτέρω μη άρτιο ακίνητο, και παρότι γνώριζε ότι το ακίνητο αυτό δεν ήταν λόγω του εμβαδού του οικοδομήσιμο , συνέταξε υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της τοπογραφικό διάγραμμα , στο οποίο προσδιόρισε ψευδώς το εμβαδόν του ακινήτου αυτού σε 4.019,60 τ.μ., αντί του πραγματικού των 2.533 τ.μ. , με σκοπό να χρησιμοποιηθεί αυτό από τον πρώτο κατηγορούμενο και προκειμένου αυτός να προβεί στην ανωτέρω υπό στοιχείο α) πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και με βάση αυτή στην έκδοση της με αριθμό …/2016 έγκρισης δόμησης και της με αριθμό …/2016 άδειας δόμησης. Η ψευδής αυτή βεβαίωση δεν θα μπορούσε να τελεστεί και η έγκριση και η άδεια δόμησης δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν από τον πρώτο κατηγορούμενο ,χωρίς αυτό το ψευδές τοπογραφικό διάγραμμα της δεύτερης κατηγορουμένης, αφού αυτό αποτελεί βασικό και αναγκαίο εκ του νόμου δικαιολογητικό έγγραφο για την έκδοση έγκρισης και άδειας δόμησης και ήταν το μόνο ,στο οποίο το ακίνητο αναφερόταν με το ψευδές εμβαδόν των 4.019,60 τ.μ., και δεδομένου ότι το αληθές εμβαδόν του ακινήτου, ήτοι των 2.533 τ.μ., όπως αυτό έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο, είναι μικρότερο του κατώτατου οριζομένου από το νόμο εμβαδού αρτιότητας των 4 στρεμμάτων και, συνεπώς, δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοση άδειας δόμησης του ακινήτου αυτού.........Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των αποδιδόμενων σε αυτούς αξιοποίνων πράξεων και, συγκεκριμένα, ο μεν πρώτος κατηγορούμενος των αξιόποινων πράξεων της ψευδούς βεβαίωσης (άρθρο 242 παρ.1 προϊσχύσαντος ΠΚ) και της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 νέου ΠΚ), η δε δεύτερη κατηγορουμένη της αξιόποινης πράξης της συνέργειας στην ανωτέρω ψευδή βεβαίωση του πρώτου κατηγορουμένου (άρθρο 47 παρ.1 νέου ΠΚ), ......".
Ακολούθως, το δικάσαν δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες για τις ένδικες αξιόποινες πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της παράβασης καθήκοντος [τον πρώτο] και για συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση την [δεύτερη], με το εξής επί λέξει διατακτικό :
ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον πρώτο εκκαλούντα-κατηγορούμενο Α. Κ. του Ι. και της Μ., ένοχο του ότι : στη Μύκονο στους κατωτέρω αναφερόμενους χρόνους, 1) ως υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο στις 06.04.2016 με την ιδιότητα του αρχιτέκτονα μηχανικού και εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου (προϊσταμένου) της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου εξέδωσε τη με αριθμό …2016 έγκριση δόμησης καθώς και τη με αριθμό …2016 άδεια δόμησης της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου στο όνομα της εταιρείας με την επωνυμία "LIBERTY CONSTRUCTIONS", στις οποίες βεβαίωσε ψευδώς ότι το αδειοδοτούμενο με κτηματολογικό αριθμό … ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "…" εντός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου της νήσου Μυκόνου και ανήκει κατά κυριότητα και κατ' ισομοιρία στους Φ. Ι. και Φ. Α. του Μ., έχει εμβαδόν 4019,60 τ.μ. , ενώ το αληθές είναι ότι το ανωτέρω ακίνητο έχει εμβαδόν 2.533 τ.μ. , όπως αυτό αποτυπώνεται στο Εθνικό Κτηματολόγιο. Στην ενέργειά του αυτή προέβη με πρόθεση και εν γνώσει του ψευδούς του με σκοπό να καταστήσει οικοδομήσιμο το ανωτέρω οικόπεδο, το οποίο δεν είναι οικοδομήσιμο καθόσον το ανωτέρω εμβαδόν του είναι μικρότερο του κατωτάτου ορίου αρτιότητας των 4 στρεμμάτων που ορίζουν οι πολεοδομικές διατάξεις και να ωφελήσει έτσι, με την οικοδόμηση του, την τρίτη κατηγορούμενη, νόμιμη εκπρόσωπο της ανωτέρω εταιρείας "LIBERTY CONSTRUCTIONS", η οποία δυνάμει συμφωνίας με τους ιδιοκτήτες του ακινήτου είχε αναλάβει την οικοδόμησή του και είχε αιτηθεί την έκδοση άδειας δόμησής του.
2) Ως υπάλληλος, με πρόθεση παρέβη τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο όφελος και ειδικότερα στον ανωτέρω τόπο στις 10.01.2017 με την ιδιότητα του αρχιτέκτονα μηχανικού και εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου (αναπληρωτή προϊσταμένου) της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου προέβη στη με αριθμό …/2016 αναθεώρηση της εκδοθείσας υπέρ της εταιρείας "LIBERTY CONSTRUCTIONS" με αριθμό …/2016 άδειας δόμησης της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου ως προς το εμβαδό του αδειοδοτηθέντος ακινήτου, ενώ ήταν υποχρεωμένος για λόγους νομιμότητας να προβεί σε ανάκληση αυτής, δεδομένου ότι και με το αναθεωρημένο εμβαδό των 2.533 τ.μ. δεν ήταν επιτρεπτή η οικοδόμηση του ακινήτου σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Ο κατηγορούμενος προέβη στην ενέργεια του αυτή με σκοπό να προσπορίσει παράνομο όφελος στην τρίτη κατηγορούμενη, νόμιμη εκπρόσωπο της εταιρείας "LIBERTY CONSTRUCTIONS", συνιστάμενο στην ολοκλήρωση της οικοδόμησης του ακινήτου που είχε ήδη αρχίσει με βάση την παρανόμως εκδοθείσα με αριθμό …/2016 άδεια δόμησης. Προέβη δε ο πρώτος κατηγορούμενος στην παράνομη αναθεώρηση της ανωτέρω άδειας, παρότι προηγουμένως με το με αριθμό πρωτ. …2016 έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Μυκόνου διαπιστώνεται ότι συντρέχει λόγος ανάκλησης της με αριθμό …/2016 άδειας δόμησης, επειδή το αδειοδοτηθέν ακίνητο δεν είχε το απαιτούμενο από το νόμο κατώτατο εμβαδόν αρτιότητας των 4 στρεμμάτων. Η με αριθμό …/2016 άδεια δόμησης ανακλήθηκε εν τέλει με την από …/2018 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Σύρου Ερμούπολης.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την δεύτερη εκκαλούσα-κατηγορούμενη Π. Σ. του Χ. και της Ο. , ένοχη του ότι στη Μύκονο στον κατωτέρω αναφερόμενο χρόνο προσέφερε με πρόθεση σε άλλον συνδρομή πριν από την τέλεση του αδικήματος της ψευδούς βεβαίωσης που διέπραξε και, ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο το Μάρτιο του έτους 2016, ως μελετήτρια και επιβλέπουσα μηχανικός του οικοδομικού έργου που θα κατασκευαζόταν στο περιγραφόμενο στην ανωτέρω υπό στοιχείο 1 διάταξη με ΚΑΕΚ … μη άρτιο ακίνητο και παρ' ότι γνώριζε ότι το ακίνητο αυτό δεν ήταν λόγω του εμβαδού του οικοδομήσιμο, συνέταξε υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο προσδιόρισε ψευδώς το εμβαδόν του ακινήτου αυτού σε 4.019,60 τ.μ. , αντί του πραγματικού των 2.533 τ.μ. , με σκοπό να χρησιμοποιηθεί αυτό από τον πρώτο κατηγορούμενο και προκειμένου αυτός να προβεί στην ανωτέρω υπό στοιχείο 1 του διατακτικού αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης και με βάση αυτή στην έκδοση της με αριθμό …/2016 έγκρισης δόμησης και της με αριθμό …/2016 άδειας δόμησης. Η ψευδής αυτή βεβαίωση δεν θα μπορούσε να τελεστεί και η έγκριση και η άδεια δόμησης δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν από τον πρώτο κατηγορούμενο χωρίς αυτό το ψευδές τοπογραφικό διάγραμμα της δεύτερης κατηγορούμενης αφού αυτό αποτελεί βασικό και αναγκαίο εκ του νόμου δικαιολογητικό έγγραφο για την έκδοση έγκρισης και άδειας δόμησης και ήταν το μόνο στο οποίο το ακίνητο αναφερόταν με το ψευδές εμβαδόν των 4.019,60 τ.μ. και δεδομένου ότι το αληθές εμβαδόν του ακινήτου, ήτοι των 2.533 τ.μ. , όπως αυτό έχει καταχωρηθεί στο Εθνικό Κτηματολόγιο, είναι μικρότερο του κατωτάτου οριζομένου από το νόμο εμβαδού αρτιότητας των 4 στρεμμάτων και, συνεπώς, δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοση άδειας δόμησης του ακινήτου αυτού".
Στη συνέχεια, και μετά την αναγνώριση της συνδρομής στο πρόσωπο τους της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ, με την προσβαλλομένη απόφαση, επιβλήθηκε στον μεν πρώτο κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα συνολική ποινή φυλάκισης δέκα (10) μηνών, στην δε δεύτερη κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, την εκτέλεση των οποίων ανεστάλη επί τριετία. Με τις πιο πάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω αξιοποίνων πράξεων της ψευδούς βεβαιώσεως και της παράβασης καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, και της άμεσης συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 13 περ.α' και γ', 14,16,17,18,26 εδ.α', 27, 47, 51,53,79,83,84 παρ.2α', 94 παρ.1, 259 του ν. ΠΚ, 242 παρ. 1 του πρ. ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 438 ΚΠολΔ, 21 ΚΔΔ, άρθρου μόνου του α.ν. 261/1968, άρθρ.2, 3 και 5 του ν. 4030/2011 και άρθρου 3 παρ. Ι, υποπαρ. ΙΙΙ, περ. του από 07.03.2005 π.δ/τος (243Δ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα , κατά το είδος τους , όπως αυτά εκτίθενται στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης [η ανωμοτί κατάθεση της παρισταμένης προς υποστήριξη της κατηγορίας, οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά συνεδρίασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την απολογία του πρώτου κατηγορουμένου] από τα οποία το ανωτέρω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά ,που προεκτέθηκαν, με βάση τα οποία κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει από το καθένα ξεχωριστά, όπως κι η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση και εκτίμηση του περιεχομένου τους, αφού ουδόλως συνάγεται, ότι το Δικαστήριο, για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του, περιορίστηκε επιλεκτικά, σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα: Α] Ως προς την αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης: α) προσδιορίζεται η ιδιότητα του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, την 6.4.2016, ως υπαλλήλου κατ' άρθρο 13 περ.α' ΠΚ, αρμοδίου κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης για την έκδοση των αναφερομένων στο σκεπτικό και διατακτικό της δημοσίων εγγράφων (έγκριση δόμησης και άδειας δόμησης). β) Διαλαμβάνονται τα δημόσια έγγραφα στα οποία βεβαιώθηκαν ψευδή περιστατικά , και δη η με αρ. …2016 έγκριση δόμησης και η με αρ. …2016 άδεια δόμησης της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου και τα περιστατικά που ψευδώς βεβαιώθηκαν στα δημόσια αυτά έγγραφα, ήτοι ότι το αδειοδοτούμενο ακίνητο για ανέγερση του προβλεπομένου στις άδειες αυτές κτίσματος, με τον αναφερόμενο στην απόφαση κτηματολογικό αριθμό, έχει εμβαδόν 4.019,60 τ.μ. , και επομένως είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ η αλήθεια, την οποία γνώριζε, αφού προέκυπτε από τα αναφερόμενα δικαιολογητικά έγγραφα (συμβόλαιο δωρεάς και κτηματολογικό φύλο με προσαρτημένο διάγραμμα του ακινήτου του Κτηματολογικού Γραφείου Μυκόνου) , που προσκομίστηκαν σ' αυτόν, είναι ότι το επίμαχο ακίνητο έχει εμβαδόν 2.553 τ.μ. δηλ. μικρότερο των 4.000 τ.μ. και ότι ,ως εκ τούτου, αυτός γνώριζε ότι το εν λόγω οικόπεδο, λόγω του ανωτέρω εμβαδού του, δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο και επομένως δεν υπήρχε δυνατότητα να εκδοθεί άδεια δόμησης, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις που παρατίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση. γ) Παραταύτα, ως αρμόδιος υπάλληλος, εξέδωσε , εν γνώσει του, τα παραπάνω δημόσια έγγραφα (την με αρ. …2016 έγκριση δόμησης και την με αρ. …2016 άδεια δόμησης της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου) στα οποία βεβαίωσε ψευδώς ότι το οικόπεδο έχει εμβαδόν 4.019,60 τ.μ. δ) Διευκρινίζονται με επάρκεια οι έννομες συνέπειες από την έκδοση και τη χρήση των εν λόγω ψευδών βεβαιώσεων, ότι δηλαδή το εν λόγω οικόπεδο λόγω της εκτάσεώς του είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και ότι επομένως μπορεί νομίμως να ανεγερθεί σε αυτό το προβλεπόμενο κτίσμα. και ε) Αιτιολογείται με σαφήνεια ο δόλος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και ο σκοπός αυτού να καταστεί δυνατή η ανέγερση κτίσματος από την ως άνω κατασκευάστρια εταιρία και να ωφεληθεί έτσι αυτή. Β] Ως προς την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος με σαφήνεια αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: α) Ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, στις …2017, με την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατ' άρθρο 13 στοιχ. α' του ΠΚ, που υπηρετούσε στην Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου ως αναπληρωτής προϊστάμενος. β) Ενώ γνώριζε ότι η με αρ. …/2016 άδεια δόμησης, που είχε εκδοθεί από την Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου, της οποίας προϊστατο, είχε εκδοθεί παρά το νόμο, αφού το εμβαδόν του οικοπέδου επί του οποίου θα ανεγειρόταν το κτίσμα ήταν μικρότερο του εμβαδού των 4.000 τ.μ. που απαιτείτο για να είναι αυτό άρτιο και οικοδομήσιμο, και συγκεκριμένα ανερχόταν σε 2.533 τ.μ. , και επομένως αυτό, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο ,και ότι με το αρ. πρωτ. …2006 έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, που κοινοποιήθηκε σε αυτόν, διαπιστώθηκε ότι συντρέχει λόγος ανάκλησης της παραπάνω άδειας δόμησης. δ) Αυτός ενεργώντας από πρόθεση, όχι μόνον δεν προέβη, όπως όφειλε, στην ανάκληση της παραπάνω άδειας δόμησης, που είχε εκδοθεί παρά το νόμο, αλλά αντίθετα προέβη στην αναθεώρηση αυτής ως προς το εμβαδόν του οικοπέδου. Η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του ως άνω αδικήματος. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς παραδοχές , για το ότι ο αναιρεσείων γνώριζε, από τα δικαιολογητικά έγγραφα που του προσκομίστηκαν (συμβόλαιο δωρεάς και κτηματολογικό φύλλο με προσαρτημένο διάγραμμα του ακινήτου του Κτηματολογικού Γραφείου Μυκόνου) ότι το ακίνητο έχει εμβαδόν 2.533 τ.μ. , καθώς και ότι το εν λόγω οικόπεδο , λόγω του ως άνω εμβαδού του, δεν ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, και επομένως δεν υπήρχε δυνατότητα να εκδοθεί άδεια δόμησης σε αυτό, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ,που παρατίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση, και παρά ταύτα αθέτησε εκ προθέσεως το ανωτέρω καθήκον του, όχι μόνον μη ανακαλώντας την παραπάνω οικοδομική άδεια, όπως όφειλε, αλλά και περαιτέρω, παραβαίνοντας το υπαλληλικό του καθήκον, στις …2017, εξέδωσε την με αρ. …/2016 πράξη αναθεώρησης άδειας δόμησης της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο. Επίσης, αιτιολογείται πλήρως στην απόφαση το απαιτούμενο πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, ήτοι ότι ο σκοπός του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, που συνίστατο στην επιδίωξή του να προσπορίσει στην συγκατηγορούμενη-μη αναιρεσείουσα (Α. Π.), εκπρόσωπο της κατασκευάστριας εταιρείας με την επωνυμία "LIBERTY CONSTRUCTION", παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην δυνατότητα αυτής, μετά την παρά το νόμο αναθεώρηση της άδειας δόμησης, να συνεχίσει τις εργασίες και να αποπερατώσει το οικοδομικό έργο και να καρπωθεί οφέλη από την εκμετάλλευση του ανεγερθέντος κτίσματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται, αν το παράνομο αυτό περιουσιακό όφελος επιτεύχθηκε, ούτε το ακριβές ύψος του, αφού αυτό είναι αδιάφορο, έτσι ώστε καμία αντίφαση δεν υπάρχει στο αιτιολογικό και στο διατακτικό της απόφασης.
Περαιτέρω, όσον αφορά την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα και αναφορικά με την αξιόποινη πράξη της συνέργειας στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, για την οποία αυτή καταδικάστηκε με την προσβαλλομένη απόφαση, διαλαμβάνονται στην απόφαση, πλέον όσων αναφέρονται παραπάνω, σαφείς παραδοχές περί του ότι γνώριζε ότι ο συγκατηγορούμενός της και νυν αναιρεσείων, Α. Κ., υπηρετούσε ως προϊστάμενος στην Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου, και ήταν αρμόδιος για την έκδοση εγκρίσεων δόμησης και αδειών δόμησης, ότι αυτή έχοντας την ιδιότητα της μελετήτριας και επιβλέπουσας μηχανικού του επίμαχου οικοδομικού έργου, που θα κατασκευαζόταν στο παραπάνω οικόπεδο, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, εντούτοις συνέδραμε τον ως άνω συγκατηγορούμενό της στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, πριν από την τέλεσή της, συντάσσοντας και υποβάλλοντας, ως δικαιολογητικό, για την έκδοση της έγκρισης δόμησης και της άδειας δόμησης, τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο ψευδώς προσδιόρισε το εμβαδόν του επίδικου οικοπέδου σε 4.019,60 τ.μ., αντί του πραγματικού των 2.533 τ.μ., εμφανίζοντας έτσι αυτό ως άρτιο και οικοδομήσιμο, προκειμένου με βάση αυτό ο ανωτέρω συγκατηγορούμενος, ως αρμόδιος υπάλληλος, να προβεί στην έκδοση των επίδικων ψευδών βεβαιώσεων, εκδίδοντας την με αρ. …2016 έγκριση δόμησης και την με αρ. …2016 άδεια δόμησης της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, σύμφωνα με τις οποίες επιτρεπόταν η ανέγερση του προβλεπόμενου σε αυτές κτίσματος στο εν λόγω οικόπεδο. Επίσης, αιτιολογείται πλήρως η γνώση της αναιρεσείουσας της τέλεσης από τον αυτουργό [Α. Κ.] της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης και η βούλησή της να συμβάλει με τη συνδρομή της στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας περί αντίθεσης των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης Κ. Α. και Ε. Β., ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως και οι αιτιάσεις περί ασαφών, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, αναφέρονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, και ειδικότερα σε εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των άνω μαρτυρικών καταθέσεων, αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής της και αμφισβήτηση των σε βάρος της ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης καταδικαστικής απόφασης περί της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην οικεία νομική σκέψη, απαραδέκτως προβάλλονται, αφού με την επίφαση της έλλειψης ειδικής κι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος, και οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης της αναιρεσείουσας ,εκ του άρθρου Δ' και Ε' ΚΠΔ, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμες. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού (αυτοτελούς) πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής νομικής συγγνωστής πλάνης (άρθρο 31 παρ.2 ΠΚ), αφού η παραδοχή του αποκλείει τον καταλογισμό, εφόσον, βεβαίως, αυτός προβλήθηκε και δη κατά σαφή και ορισμένο τρόπο, διότι διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση απάντησης σ' αυτόν. Ειδικότερα, από το άρθρο 31 παρ. 2 ΠΚ, που ορίζει ότι η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη, αν αυτός δεν είχε συνείδηση του άδικου χαρακτήρα της λόγω πλάνης που δεν μπορούσε να αποφύγει ,μολονότι κατέβαλε την οφειλόμενη από τις περιστάσεις και δυνατή γι' αυτόν επιμέλεια, προκύπτει ότι νομική πλάνη υπάρχει, όταν ο δράστης γνωρίζει τι πράττει, αλλά είτε αγνοεί ότι η πράξη του είναι καταρχήν άδικη , είτε πιστεύει λόγω πλάνης ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη και η πλάνη του συνίσταται σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου, που με τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης, αποκλείει το αξιόποινο. Για να αποκλειστεί, όμως, το αξιόποινο, πρέπει η πλάνη να είναι συγγνωστή, με την έννοια ότι ο υπαίτιος, όση επιμέλεια και αν κατέβαλλε, δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης. Για τη διάγνωση δε της συνδρομής ή μη συγγνωστής νομικής πλάνης συνεκτιμώνται και οι ειδικές περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, όπως η ατομικότητα του υπαιτίου, (ενόψει της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών ικανοτήτων και των προσπαθειών που έκανε για να ενημερωθεί),η εσφαλμένη νομική πληροφόρησή του από νομικούς παραστάτες ή άλλες έγκυρες πηγές κ.λ.π. (ΑΠ 1262/2023, ΑΠ 911/2022, ΑΠ 915/2021, ΑΠ 422/2019).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προκύπτουν τα εξής: Ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, προέβαλε εγγράφως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ,όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, τον ακόλουθο αυτοτελή ισχυρισμό περί νομικής πλάνης, τον οποίο ανέπτυξε και προφορικά: "Σχετικά με το αδίκημα του 259 ΠΚ αρνούμαι την κατηγορία. Όπως έχει δεχθεί και το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου με την υπ' αριθμ. 7/2022 είναι προφανές ότι οι διευκρινήσεις της Υπηρεσίας ΥΠΕΚΑ και ιεραρχικά της ΥΔΟΜ Μυκόνου αλλά και της αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου, ανεξαρτήτως αν παρασχέθηκαν αναρμοδίως πολύ δε περισσότερο και εσφαλμένως, ως την πορεία προέκυψε δημιούργησαν αναπόδραστα την πεπλανημένη άποψη ότι κατά τη θέση του Υπουργείου είναι επιτρεπτή η έκδοση οικοδομικών αδειών για τα ακίνητα κάτω των 4 στρεμμάτων.
Εξάλλου ΟΥΔΕΜΙΑ άδεια μετά την …2017, ήτοι μετά το δεύτερο έγγραφο του ΥΠΕΚΑ που ουσιαστικά ανακαλούσες το προηγούμενο , ενώ κατά το διάστημα που ίσχυε το πρώτο έγγραφο δεν είχα απορρίψει κάποια αίτηση για έκδοση οικοδομικής άδειας κάτω των 4.000 τ.μ. εφαρμόζοντας επιλεκτικά τις διατάξεις, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ήθελα να ωφελήσω συγκεκριμένα άτομα ή να προσπορίσω όφελος σε αυτά. Ως εκ τούτου ΔΕΝ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΕΙΤΑΙ το αδίκημα του 259 ΠΚ". Όπως, όμως, προβλήθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός , είναι αόριστος, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει τις ειδικές περιστάσεις και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία του δημιούργησαν την πεπλανημένη εντύπωση ότι είχε δικαίωμα να τελέσει την πράξη της παράβασης καθήκοντος, με ειδική αναφορά ότι υπό τις συνθήκες που ενήργησε, ενόψει και της ηλικίας του, των πνευματικών και επαγγελματικών του ικανοτήτων και των ενεργειών στις οποίες προέβη, προκειμένου να πληροφορηθεί αν η παραπάνω συμπεριφορά του ήταν νόμιμη, η πλάνη του ήταν συγγνωστή , διότι δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο αυτής. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το δικάσαν δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει την απορριπτική του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού κρίση του. Παρά ταύτα, τούτο απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με την ακόλουθη αιτιολογία, "........... ο πρώτος κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι προέβη στην αναθεώρηση της επίδικης με αριθμό …/2016 άδειας δόμησης, στηριζόμενος σε έγγραφο ιεραρχικά ανώτερης υπηρεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος με το οποίο εκφράσθηκε η άποψη ότι στην επίδικη περιοχή είναι επιτρεπτή η έκδοση αδειών δόμησης και για ακίνητα μικρότερα των 4 στρεμμάτων. Επί του ισχυρισμού αυτού λεκτέα τα ακόλουθα: Πράγματι με το με αριθμό πρωτ. …2016 έγγραφο της διευθύντριας της Διεύθυνσης Χωροταξικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας διατυπώθηκε η άποψη ότι για την επίδικη περιοχή (2.3α.9) της Ζ.Ο.Ε. ισχύουν, εφόσον δεν απαγορεύονται ρητώς, οι παρεκκλίσεις αρτιότητας και δόμησης που προβλέπονται στο άρθρο 1 παρ.2 του από 24.05.1985 π.δ/τος (ΦΕΚ 270/Δ/31.05.1985) και οι οποίες ορίζουν ότι θεωρούνται κατά παρέκκλιση άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα, μεταξύ άλλων, που κατά την 24.4.1977 είχαν ελάχιστον εμβαδόν 2.000 τ.μ. Όμως, με την προπαρατιθέμενη υποπαράγραφο ΙΙΙ της παραγράφου Ι του άρθρου 3 του από 07.03.2005 π.δ/τος (Ζ.Ο.Ε. Μυκόνου) που αφορά τις περιοχές με στοιχεία 2.3α.9, [οι οποίες αποτελούνται από τις περιοχές (2.3α.9) 1 επίδικη, (2.3α.9) 4, (2.3.α.9) 5 και (2.3α.9) 6], τα κατώτατα όρια κατάτμησης και εμβαδού αρτιότητας ορίζονται ρητώς στα τέσσερα (4) στρέμματα (περ.α), μη καταλειπομένου περιθωρίου εφαρμογής για την περιοχή αυτή των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 1 παρ.2 του του από 24.05.1985 π.δ/τος, αφού η παραπομπή στις τελευταίες αυτές διατάξεις γίνεται "για τους λοιπούς όρους και περιορισμούς δόμησης (περ.γ) και όχι για τα κατώτατα όρια κατάτμησης και αρτιότητας που ορίζονται σαφώς και ρητώς με την προαναφερόμενη διάταξη (περ.α). Ενισχυτική της κρίσης αυτής είναι η ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ως από 07.03.2005 π/δ/τος , με την οποία το εμβαδόν της κατά παρέκκλιση αρτιότητας όλων των γηπέδων όλων των περιοχών της Ζ.Ο.Ε. ορίζεται, με παραπομπή στις διατάξεις των εδαφίων α και β της παρ.1 του από 24.05.1985 π.δ/τος, στα 4 στρέμματα και επομένως, και εξ αυτού του λόγου συνάγεται ότι δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στα ακίνητα της περιοχής με στοιχεία 2.3α.9 της Ζ.Ο.Ε. Μυκόνου οι διατάξεις περί παρεκκλίσεων (2 στρέμματα) της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του από 24.5.1985 π.δ/τος.
Εξάλλου, για το ζήτημα αυτό εκδόθηκε, κατόπιν ερωτήματος του Υπουργείου Ενέργειας και Περιβάλλοντος, η με αριθμό 280/2017 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με την οποία το τελευταίο γνωμοδότησε ότι: α) για το κατώτατο εμβαδόν αρτιότητας των γηπέδων που βρίσκονται στις περιοχές που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του π.δ/τος 7.3/8.3.2005 (Ζ.Ο.Ε. Μυκόνου, περιοχές με στοιχεία 2.3α.9), δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί παρεκκλίσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ιδίου διατάγματος , ούτε οι διατάξεις περί παρεκκλίσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του από 24.5.1985 π.δ/τος και β) συντρέχει κατ' αρχήν λόγος ανάκλησης αδειών δόμησης που τυχόν εκδόθηκαν κατά διαφορετική εφαρμογή των διατάξεων για το κατώτατο εμβαδόν αρτιότητας (4 στρέμματα). Επίσης, με την ανωτέρω γνωμοδότηση το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αποφάνθηκε ότι η Διεύθυνση Χωροταξικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που διατύπωσε την αντίθετη εσφαλμένη άποψη, δεν είχε αρμοδιότητα να προβεί σε νομική ερμηνεία των προαναφερομένων διατάξεων πλέον του ότι η άποψη αυτή δεν ήταν δεσμευτική για το αποκλειστικώς αρμόδιο για την εφαρμογή των διατάξεων διοικητικό όργανο και, εν προκειμένω, την Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου. Από τα ανωτέρω και ιδίως από τις προαναφερόμενες διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΙΙ της παραγράφου Ι του άρθρου 3 του από 07.03.2005 (243Δ) π.δ/τος , που ορίζουν σαφώς ως κατώτατο όριο κατάτμησης και αρτιότητας των γηπέδων στην επίδικη (2.3α.9) περιοχή της Ζ.Ο.Ε. Μυκόνου τα 4 στρέμματα, σε συνδυασμό με τη συναγόμενη εκ της θέσεώς του, ως προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, εμπειρία του πρώτου κατηγορουμένου, εκτιμάται ότι η προεκτεθείσα αντίθετη άποψη που διατυπώθηκε για το ζήτημα αυτό από τη Διεύθυνση Χωροταξικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση, ικανή να δημιουργήσει στον πρώτο κατηγορούμενο πλάνη περί το οριζόμενο από το νόμο κατώτατο όριο αρτιότητας, όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται, δεδομένου του ότι η αντίθετη αυτή άποψη ουδεμία έννομη επιρροή ασκούσε, αφού είχε διατυπωθεί από αναρμόδιο καθ' ύλη διοικητικό όργανο, δεν συνιστούσε αυθεντική ερμηνεία της ερμηνευόμενης διάταξης, δεν αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη και ουδόλως υποχρέωνε ή δέσμευε την αποκλειστικά αρμόδια για την εφαρμογή της διάταξης Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου να υιοθετήσει την προκρινόμενη με αυτήν (άποψη) ερμηνεία (βλ. ΝΣΚ Γνμδ. 280/2017) ο.π.). Τουναντίον, εκτιμάται ότι η σπουδή του πρώτου κατηγορουμένου να υιοθετήσει τη μη δεσμευτική άποψη αυτή, που ανέτρεπε τα μέχρι τούδε και επί δεκαετία τουλάχιστον πολεοδομικά δεδομένα της επίδικης περιοχής, χωρίς, έστω, να αναμείνει περαιτέρω διευκρινήσεις ή επιβεβαίωση από αρμόδιο διοικητικό όργανο και, λίγες ημέρες μετά την επαναφορά του από την κατάσταση αργίας στην ενεργή θέση του αναπληρωτή προϊσταμένου της ανωτέρω υπηρεσίας (ΥΔΟΜ) , να προβεί στην αναθεώρηση της με αριθμό …/2016 άδειας δόμησης και όχι , όπως επιβαλλόταν από τον υπηρεσιακό του καθήκον , στην ανάκληση αυτής, παρακινηθείς από την τρίτη κατηγορουμένη και με σκοπό να ωφελήσει αυτή, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, πρέπει ο ισχυρισμός περί νομικής πλάνης του πρώτου κατηγορουμένου να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με τις παραδοχές αυτές , το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ αιτιολογία ως προς την απόρριψη του περί νομικής πλάνης αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αφού αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά ,που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία το Δικαστήριο στήριξε την κρίση του ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος οι προϋποθέσεις της συγγνωστής νομικής πλάνης, κατ' άρθρο 31 παρ.2 του ΠΚ, καθόσον δέχθηκε ότι: α) ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, γνώριζε εκ της θέσεώς του ως Προϊσταμένου του Γραφείου Δόμησης Μυκόνου τους κανόνες δικαίου τους οποίους παραβίασε, η δε αντίθετη άποψη ουδεμία έννομη επιρροή ασκούσε, αφού είχε εκδοθεί από αναρμόδιο καθ' ύλη διοικητικό όργανο και δεν συνιστούσε αυθεντική ερμηνεία της ερμηνευόμενης διάταξης, ούτε αποτελούσε εκτελεστή διοικητική πράξη και ουδόλως υποχρέωνε την Υπηρεσία Δόμησης Μυκόνου η προκρινόμενη άποψη (ερμηνεία) και β) ότι λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, ήτοι της ιδιότητάς του ως αρχιτέκτονος μηχανικού, Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου και της εμπειρίας του, είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι η παραβίαση των σχετικών διατάξεων, ήτοι η μη ανάκληση από αυτόν , που ήταν αρμόδιος υπάλληλος, της με αρ. …/2016 άδειας δόμησης της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου, παρότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο, αλλά και η αναθεώρηση αυτής απ' αυτόν, συνιστούσαν άδικη πράξη, στην οποία δεν εδικαιούτο να προβεί. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης -κατά το δεύτερο σκέλος του-με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί νομικής πλάνης, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Η περιεχομένη στον ίδιο λόγο αιτίαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτη, καθόσον με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττει την, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ.510 παρ.1 Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠΔ), ισχυριζόμενη ότι ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την κατάφαση της ενοχής της, ως αποδεικτικά στοιχεία , έγγραφα χωρίς αυτά να έχουν αναγνωσθεί, κατά παράβαση των υπερασπιστικών της δικαιωμάτων και των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας, και συγκεκριμένα: α) το με αριθμό …2006 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Ευαγγελίας Κλίκου, που ήταν ο τίτλος ιδιοκτησίας των συγκυρίων του ακινήτου Φ. Ι. και Φ. Α. και β) το κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 362 και 369 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου εγγράφων που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ. δ' του ίδιου Κώδικα, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος του δικαιώματος του να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (άρθρο 358 ΚΠΔ), ενώ επίσης παραβιάζονται και οι αρχές περί προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και κατ' αντιμωλίαν διεξαγωγής της δίκης, οι οποίες περιλαμβάνονται στην έννοια της δημοσιότητας της διαδικασίας, οπότε συνάμα ιδρύεται και ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Γ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, εκτός αν τα έγγραφα αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα ή τα επικαλέστηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη δίκη, οπότε ο τελευταίος έχει την ευχέρεια γνωρίζοντας την ταυτότητα του εγγράφου να ασκήσει τα εκ του άρθρου 358 ΚΠΔ ανωτέρω δικαιώματά του (ΑΠ 1179/2022, ΑΠ 79/2021, ΑΠ 464/2021). Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τα πιο πάνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα (ήτοι συμβόλαιο δωρεάς και κτηματολογικό φύλλο επίδικου ακινήτου) αναφέρονται στο σκεπτικό της, χωρίς ωστόσο αυτά να περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγνωστέων εγγράφων.
Πλην όμως, από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικάσαντος Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, αναφέρεται σε άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, και δη: α) στο με αρ. πρωτ. …2016 έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης Μυκόνου (με αρ. 7 αναγνωστέο έγγραφο στην προσβαλλομένη απόφαση), β) στην από …2017 αίτηση ακύρωσης της υποστηρίζουσας την κατηγορία Σ. Γ., ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά (με αρ. … αναγνωστέο έγγραφο), γ) στην με αρ. …2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου … Δ. Θ., με την από …2016 εξώδικη δήλωση της υποστηρίζουσσας την κατηγορία Σ. Γ. (με αρ. … αναγνωστέο έγγραφο), δ) στην με αρ. πρωτ. …2016 αίτηση προσφυγή της Σ. Γ. (με αρ. … αναγνωστέο έγγραφο), και ε) στην με αρ. 1194/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (αναγνωστέο με αρ.1 , σελ. 44 της προσβαλλομένης απόφασης, προσκομισθέν από την τρίτη κατηγορουμένη-μη αναιρεσείουσα Α. Π.), στα οποία μνημονεύεται και αναφέρεται κατά περιεχόμενο το πρώτο ως άνω έγγραφο (συμβόλαιο δωρεάς) και το σε αυτό αναφερόμενο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και παραβίαση της δημοσιότητας της δίκης, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1 εδ.δ' ιδίου κώδικα, και 510 παρ.1 στοιχ. Γ' ΚΠΔ αντίστοιχα), λόγω συνεκτίμησης και συναξιολόγησης των ανωτέρω εγγράφων , που δεν αναγνώστηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία, είναι αβάσιμος, αφού το περιεχόμενο αυτών προκύπτει από τα ανωτέρω αναγνωσθέντα έγγραφα, και, ως εκ τούτου, η αναιρεσείουσα- κατηγορούμενη είχε την ευχέρεια να ασκήσει τα εκ του άρ. 358 ΚΠΔ δικαιώματά της.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, (άρθρ. 510 παρ. 1 Α', συνδ. με 171 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ), λόγω κακής συνθέσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ,και ειδικότερα διότι δεν συγκροτήθηκε από την Πρόεδρο Εφετών Αιγαίου, της οποίας δεν αναφέρεται ότι ήταν νόμιμος αναπληρωτής ο Προεδρεύων Εφέτης, ούτε αναφέρεται η έκδοση σχετικής πράξης αναπλήρωσης.
Κατά το άρθρο 171 ΚΠοινΔ: Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) τη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του οργανισμού δικαστηρίων και του νόμου περί μεικτών ορκωτών δικαστηρίων για ακυρότητα εξαιτίας κακής σύνθεσής του...
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1δ' του ΚΠΔ, που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης [20/9/2023] της προσβαλλομένης απόφασης, "το τριμελές εφετείο συντίθεται από τον πρόεδρο εφετών ή τον αναπληρωτή του και από δύο εφέτες", ενώ κατά τον ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάσταση Δικαστικών Λειτουργών" , το τριμελές εφετείο συγκροτείται από τον Πρόεδρο Εφετών και δύο εφέτες (άρθρ.4 παρ.1 περ. ε'). "Κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών δικαστηρίων προεδρεύει ο ανώτερος κατά βαθμό ή, αν δεν υπάρχει ή κωλύεται, ο αρχαιότερος δικαστής "(άρθρ. 4 παρ.3). "Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές αναπληρώνονται, κατά σειρά αρχαιότητας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, ως εξής : γ. ο πρόεδρος πολυμελούς δικαστηρίου, από άλλο δικαστή της ίδιας σύνθεσης ή του ίδιου δικαστηρίου (άρθρ.5 παρ.1 στοιχ.Α' περ.γ'), "Οι αναπληρωτές της παρ.1 ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο (άρθρ.5 παρ.2). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 4938/2022: 1 "Σε όσα πρωτοδικεία, εφετεία και στις αντίστοιχες εισαγγελίες προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε (15) τουλάχιστον δικαστών, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση" 7. α. Αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα, δεν επιτρέπεται παρά μόνο από τον αναπληρωματικό δικαστή και εισαγγελέα αντίστοιχα, που ορίζεται κατά τη διαδικασία των παρ. 4 και 5, για λόγους ασθενείας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης του κληρωθέντος μέλους της σύνθεσης του δικαστηρίου. Ο λόγος της αντικατάστασης αναγράφεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν εμφανιστεί ασθένεια ή ανυπέρβλητη υπηρεσιακή ή προσωπική ανάγκη στους αναπληρωματικούς, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία αντίστοιχα μπορεί, με αιτιολογημένη πράξη του, να αντικαταστήσει τον κληρωθέντα αναπληρωματικό δικαστή ή εισαγγελέα αντίστοιχα με άλλον μη κληρωθέντα. Η πράξη αυτή μνημονεύεται στα πρακτικά του δικαστηρίου. ...10. Η μη τήρηση των παρ. 2 έως 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που θεραπεύεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υπόθεσης.
Εξάλλου κατά το εδ. β' της παρ.7 του άνω άρθρου "Όπου δεν διενεργείται κλήρωση, ο δικαστής ή ο εισαγγελέας που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, αν εμφανιστεί ανυπέρβλητη δυσχέρεια για την κατάρτιση της σύνθεσης του δικαστηρίου, με αιτιολογημένη πράξη του, αντικαθιστά ή ορίζει τους δικαστές ή τον εισαγγελέα αντιστοίχως". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, κατά τις συνεδριάσεις των πολυμελών, πολιτικών ή ποινικών δικαστηρίων, εάν οι συνθέσεις τους δεν ορίζονται με κλήρωση, οπότε έχει εφαρμογή το άρθρο 20 του ν.4938/2022, ο Πρόεδρος αναπληρώνεται από τον αρχαιότερο δικαστή και, αν κωλύεται και αυτός, από τον αμέσως αρχαιότερο, η αναπλήρωση δε αυτή είναι θέμα εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου και γίνεται αμέσως μόλις εμφανισθεί το κώλυμα, χωρίς να απαιτείται η αναφορά της σχετικής πράξης του διευθύνοντος το δικαστήριο στην απόφαση και, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την εγκυρότητα των πράξεων του αναπληρωτή, να μνημονεύεται σε αυτή (απόφαση) ότι ενεργεί λόγω κωλύματος εκείνου, που διευθύνει το δικαστήριο ή του αρχαιότερου του δικαστή, ούτε ο λόγος του κωλύματος, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο.
Εξάλλου, τα στοιχεία της διαδικαστικής ενέργειας του διευθύνοντος το Δικαστήριο, με την οποία αυτός, στα πλαίσια των καθηκόντων του, καταρτίζει τις συνθέσεις των Δικαστηρίων (στις περιπτώσεις που αυτό δεν γίνεται κατόπιν κληρώσεως σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν.4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων..."), που είναι θέμα αναγόμενο στην εσωτερική υπηρεσία του Δικαστηρίου, δεν είναι αναγκαίο να αναγράφονται στις εκδιδόμενες από τις συνθέσεις αυτές αποφάσεις, καθόσον ο νόμος δεν αξιώνει κάτι τέτοιο (ΑΠ 652/203, ΑΠ 440/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η σύνθεση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ορίζεται με κλήρωση, ενόψει ότι τούτο έχει οργανικό αριθμό δικαστών μικρότερο των δεκαπέντε (15) και ως εκ τούτου δεν είναι από εκείνα τα δικαστήρια για τα οποία προβλέπεται η διενέργεια κλήρωσης για τον καθορισμό των συνθέσεων, κατ' άρθρο 20 παρ.1 ν.4938/2022, και έτσι συγκροτήθηκε από τους Εφέτες Γεώργιο Δημητρόπουλο, ως Προεδρεύοντα Εφέτη, Άννα Τσόρμπα και Μαρία Δριβελέγκα, ως Εφέτες. Αναγράφεται δε στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι οι ανωτέρω, που αποτελούν τη σύνθεση του δικάσαντος Δικαστηρίου, είναι "νομίμως ορισθέντες με την υπ' αρ. …/2023 Πράξη της Προέδρου Εφετών Αιγαίου).
Συνεπώς ,κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η σύνθεση του ανωτέρω Δικαστηρίου της ουσίας υπήρξε νόμιμη, καθόσον δεν απαιτείτο να συγκροτηθεί τούτο, υποχρεωτικά, από την Πρόεδρο Εφετών Αιγαίου , ως Πρόεδρο , ούτε να μνημονεύεται , εάν και για ποιο λόγο κωλύονταν οι αρχαιότεροι Δικαστές του προεδρεύοντος, Γεωργίου Δημητρόπουλου, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, ενώ επιπλέον μνημονεύεται στα πρακτικά συνεδρίασης, αν και δεν απαιτείτο, ότι οι ως άνω Δικαστές ορίσθηκαν με πράξη της Διευθύνουσας το Εφετείο Αιγαίου και ο αριθμός αυτής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ανωτέρω αιτίαση, ενόψει του ότι δεν προτάθηκε από την αναιρεσείουσα η εν λόγω (τυχόν) ακυρότητα, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, κατά την παρ. 10 του άρθρου 20 του ν.4938/2022, καλύφθηκε, σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1 στοιχ. α' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης ,για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 49 παρ.1 εδ. α' του ισχύσαντος έως 30.6.2019 ΠΚ "1. Όπου ο νόμος, για να είναι μια πράξη αξιόποινη, απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στο δράστη, τότε αυτοί που είναι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ. 1 μπορούν να τιμωρηθούν με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83). Κατά την αντίστοιχη διάταξη του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ, "1. Όπου ο νόμος, για να είναι μία πράξη αξιόποινη απαιτεί ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις, αν αυτές υπάρχουν μόνο στον δράστη, τότε οι συμμέτοχοι κατά το άρθρο 46 παρ.1 και 47 τιμωρούνται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)". Από τη σύγκριση των άνω διατάξεων προκύπτει ότι το περιεχόμενό τους είναι όμοιο, πλην όμως η νέα διάταξη είναι επιεικέστερη, καθόσον η επιβολή της μειωμένης ποινής στον συμμέτοχο, που δεν φέρει τις ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις που απαιτεί ο νόμος για να είναι αξιόποινη η πράξη του, είναι υποχρεωτική, ενώ κατά την προϊσχύσασα ήταν δυνητική (ΑΠ 717/2020).
Περαιτέρω, στο άρθρο 49 παρ.2 του ΠΚ (ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις) ορίζεται, ότι "Οι ιδιαίτερες ιδιότητες ή σχέσεις ή άλλες περιστάσεις που επιτείνουν, μειώνουν ή αποκλείουν την ποινή λαμβάνονται υπόψη μόνο για εκείνον το συμμέτοχο στον οποίο υπάρχουν".
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 83 ΠΚ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 47 του ν. 4855/2021 (και πριν την εκ νέου τροποποίησή της επί το δυσμενέστερο για τον κατηγορούμενο με το άρθρο 15 του ν.5090/2024) ορίζεται "Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλο προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 85 του πρ. ΠΚ, "Όταν συντρέχουν περισσότεροι από ένας λόγοι για τη μείωση της ποινής κατά το άρθρο 83 ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις (άρθρο 84 ΠΚ), εφαρμόζεται μόνο μία (1) φορά η μείωση της ποινής σύμφωνα με το μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83. Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνονται υπόψη όλοι οι λόγοι του πρώτου εδαφίου και ελαφρυντικές περιστάσεις". Κατά την αντίστοιχη διάταξη του ν. ΠΚ, όπως ίσχυε από 1-7-2019 έως 30/4/2024, ήτοι πριν από τη τροποποίησή της επί το δυσμενέστερο με το άρθρο 17 του ν. 5090/2024, ορίζεται ότι "Όταν στο πρόσωπο του υπαιτίου συντρέχουν περισσότεροι λόγοι μείωσης της ποινής ή όταν συντρέχουν ένας ή περισσότεροι τέτοιοι λόγοι μαζί με ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 ή περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, το δικαστήριο - ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής ως εξής: α) τα πέντε έτη μειώνονται σε τρία, β) τα δύο έτη σε ένα, γ) το ένα έτος σε έξι μήνες και δ) η μειωμένη ποινή της φυλάκισης, σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή". Η άνω διάταξη του άρθρου 85 ν. ΠΚ, μέχρι της αντικαταστάσεώς της με το άρθρο 17 του ν.5090/2024, περιείχε ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, καθόσον προέβλεπε ότι επί συρροής λόγων μείωσης της ποινής το δικαστήριο ελαττώνει περαιτέρω το κατώτατο όριο της μειωμένης κατά το άρθρο 83 ποινής, ενώ, κατά την προϊσχύσασα (ΠΚ), αλλά και την ισχύουσα από 1.5.2024 διάταξη του άρθρου 85 ΠΚ η μείωση της ποινής εφαρμόζεται μόνο μια φορά, σύμφωνα με το μέτρο που προέβλεπε το άρθρο 83 [ΑΠ 754/2024].
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση κηρύχθηκε ένοχη για συνέργεια σε ψευδή βεβαίωση, και στο πρόσωπό της διατηρήθηκε κατ' άρ. 470 ΚΠΔ η πρωτοδίκως αναγνωρισθείσα σ' αυτήν ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου (άρθρο 84 παρ.2 περ.α' του ΠΚ) και της επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου γίνεται μνεία των διατάξεων, με βάση τις οποίες οδηγήθηκε το δικαστήριο ουσίας στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρεται ,κατά πιστή μεταφορά, ότι: "Οι πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι οι εκκαλούντες-κατηγορούμενοι προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ.1, 13 περ. α' και γ', 14,16,17,18, 26 εδ. α, 27, 47 παρ.1, 51,53,79, 83,84 παρ.2. περ.α, 94 παρ.1 και 259 του ισχύοντος ΠΚ, 46 παρ.1 εδ.α και 242 παρ. 1 προϊσχύσαντος ΠΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 438 ΚΠολΔ, 21 ΚΔΔ, άρθρου μόνου του α.ν. 261/1968, άρθρα 2,3 και 5 του ν.4030/2011 και άρθρο 3 παρ. Ι, υποπαρ. ΙΙΙ, περ.α' του από 07.03.2005 πδ/τος (243Δ)". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και εφάρμοσε για την μείωση της ποινής, που επέβαλε στην κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα, μόνον τις ανωτέρω διατάξεις, που αφορούν την αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, χωρίς να λάβει υπόψη και να εφαρμόσει ως προς αυτήν αφενός μεν τη διάταξη του άρθρου 49 παρ.1 του ν. ΠΚ, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και ,επομένως, ως συνεργός στην ένδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης για την οποία κηρύχθηκε ένοχη, τιμωρείται υποχρεωτικά με μειωμένη ποινή, αφετέρου τη διάταξη του άρθρου 85 παρ.1 ν. ΠΚ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (20.9.2023), οι οποίες είναι εφαρμοστέες ,κατ' άρθρου 2 παρ.1 ΠΚ, στην ένδικη υπόθεση, ως επιεικέστερες για την κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα, και συνεπώς δεν λήφθηκε υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής που της επιβλήθηκε, ένας επιπλέον λόγος μείωσης της ποινής, ενώ η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 85 παρ.1 του ν. ΠΚ οδηγούσε σε διπλή μείωση της απειλούμενης σε βάρος της ποινής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεδομένου ότι συνέτρεχε στο πρόσωπό της λόγος μείωσης της ποινής εκ του άρθρου 49 παρ.1 του ν. ΠΚ και εκ του άρθρου 84 παρ.2 εδ. α' του ΠΚ. Με βάση τα ανωτέρω, συνέτρεχε στην κρινόμενη υπόθεση περίπτωση εφαρμογής των ως άνω ευμενέστερων ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 49 παρ.1 και 85 παρ. 1 του ισχύοντος ΠΚ, όπως η διάταξη του άρθρου 85 ,ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 17 του ν.5090/2024, ως προς την ποινή που επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης, τις οποίες παρέλειψε να εφαρμόσει το δικαστήριο της ουσίας, υπερβαίνοντας αρνητικά την εξουσία του. Επομένως, ο συναφής τέταρτος λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι βάσιμος, κατά παραδοχήν του οποίου πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, και δη καθό μέρος αφορά την αναιρεσείουσα και μόνον ως προς την περί ποινής διάταξη για την πράξη της συνέργειας σε ψευδή βεβαίωση, ως προς την οποία η ελαττωμένη, κατά το άρθρο 47 ΠΚ, ποινή ελαττώνεται περαιτέρω κατά το άρθρο 85 παρ. 1 περ.δ' του ν. ΠΚ. Ακολούθως δε, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 519 και 522 του ΚΠΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος (ως προς το σκέλος της ποινής για την αναιρεσείουσα), για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, απορριπτομένων, κατά τα λοιπά αμφοτέρων των υπό κρίση αιτήσεων αναιρέσεως.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ "αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ’ αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπο του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους...". Κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις ως άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α] να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που εδικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιοδήποτε λόγο απαράδεκτο, β] οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπο του και γ] οι υπόλοιποι, είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο. Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναιρέσεως επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο έγινε δεκτό ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού, που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο ,και όχι για λόγους προσωπικούς. Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος [ΑΠ 1034/2025, ΑΠ 85/2025, ΑΠ 1025/2021, ΑΠ 86/2020 ,ΑΠ 761/2019].
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι κατ' έφεση, εκτός από την κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα Π. Σ. του Χ. που καταδικάστηκε ως συνεργός στην ψευδή βεβαίωση του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος Α. Κ. του Ι., καταδικάστηκε, επίσης, και η συγκατηγορούμενη της Α. Π. του Π., για την πλημμεληματική πράξη της ηθικής αυτουργίας στην ψευδή βεβαίωση, και διατηρήθηκε και σε αυτή το πρωτοδίκως αναγνωρισθέν ελαφρυντικό του προτέρου σύννομου βίου του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ, όπως είχε διατηρηθεί και στην αναιρεσείουσα. Ωστόσο, δεν εφαρμόσθηκε ούτε και ως προς αυτήν, κατά την επιβολή της ποινής, το άρθρο 85 παρ.1 περ.δ' του ΠΚ. Επομένως, αφού ο ανωτέρω, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης, που γίνεται δεκτός ως βάσιμος, δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο της αναιρεσείουσας, πρέπει το ευεργετικό αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, κατ` άρθρο 469 του ΚΠΔ, να επεκταθεί στην μη ασκήσασα αναίρεση συγκατηγορούμενη και καταδικασθείσα στην δευτεροβάθμια δίκη για ηθική αυτουργία στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, και ωφελούμενη Α. Π. του Π. Μετά ταύτα, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει: α) Nα απορριφθεί η με αρ. εκθ. κατ. …2024 αίτηση αναίρεσης του Α. Κ. του Ι., και να επιβληθούν σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό , β) Nα αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, και δη ως προς την κατηγορουμένη-αναιρεσείουσα Π. Σ. του Χ. και ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής. γ) Να επεκταθεί το αναιρετικό αποτέλεσμα στην συγκατηγορουμένη και καταδικασθείσα στη δευτεροβάθμια δίκη για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, Α. Π. του Π. γ) Να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, ήτοι ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής για την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη Π. Σ. του Χ. (άρθρ. 519 και 522 ΚΠΔ), και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος, για την καταδικασθείσα συγκατηγορούμενη Α. Π. του Π., ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και αναγκαίως και ως προς τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής γι' αυτήν. δ) Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η με αρ. εκθ. κατ. …2024 αίτηση αναίρεσης της Π. Σ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ’ αρ. 118/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου, και δη κατά το μέρος που αφορά την αναιρεσείουσα Π. Σ. του Χ. και ως προς τη διάταξη περί επιβολής ποινής.
ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΙ το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα της παρούσας αποφάσεως και στην καταδικασθείσα συγκατηγορούμενη Α. Π. του Π.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρούμενο μέρος, που αφορά στην επιβολή ποινής στην αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη Π. Σ. του Χ., και λόγω του επεκτατικού αποτελέσματος, για την καταδικασθείσα συγκατηγορούμενη Α. Π. του Π., ως προς τη διάταξη της ποινής για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση και αναγκαίως και ως προς τη διάταξη περί συνολικής ποινής γι' αυτήν, για νέα συζήτηση στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αιγαίου, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την με αρ. έκθ. κατ. …/2024 αίτηση της Π. Σ. του Χ. για αναίρεση της υπ’ αρ. 118/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αιγαίου.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. εκθ. κατ. …/2024 αίτηση του Α. Κ. του Ι., για αναίρεση της υπ’ αρ. 118/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος Α. Κ. του Ι., τα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ