ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 890/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 890/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 890/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - ΣΤ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 890 / 2026    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 890/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταυρούλα Κουσουλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο-Δημήτριο Κοκκορό, Μαρία Γιαννακοπούλου, Μαρία Πετσάλη, Εισηγήτρια και Παναγιώτη Φιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Σοφουλάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Μπερή, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειουσών – κατηγορουμένων : 1. Κ. Χ. του Γ. και 2. Τ. Β. του Δ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίες παρέστησαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Βαγγόπουλου Ανδρέα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 279/2025 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την Ν. Α. του Ι., κάτοικο ..., η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στις υπ' αριθμ. … και …2025 αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2025.

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων, να καταδικασθούν οι κατηγορούμενες στη δικαστική δαπάνη της υποστηριζούσης την κατηγορία σε περίπτωση σχετικού αιτήματός της και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες υπ' αρ. εκθ. κατ. … και …2025 αιτήσεις των: 1) Χ. Κ. του Γ. και 2) Β. Τ. του Δ., αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 279/2025 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, με την οποία αυτές κρίθηκαν ένοχες, με την αναγνωρισθείσα στο πρόσωπό τους ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2α' ΠΚ, της αξιόποινης πράξης της κλοπής κατά συναυτουργία, έχουν ασκηθεί με αντίστοιχες δηλώσεις τους στην αρμόδια γραμματέα του Πρωτοδικείου Κορίνθου, νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της προβλεπόμενης από την παρ. 2 του άρθρου 473 του ΚΠοινΔ προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ, που έλαβε χώρα στις 3-7-2025. Επομένως, είναι παραδεκτές (άρθρα 462 περ. β, 464, 466 παρ.1, 473 παρ. 2, 3, 474 παρ. 1 και 4, 504 παρ.1 και 505 παρ.1α του ΚΠΔ) και πρέπει, αφού συνεκδικαστούν λόγω συναφείας, να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτές λόγων τους ερήμην της υποστηρίζουσας την κατηγορία, Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., οδός … , η οποία δεν εμφανίστηκε στο δικαστήριο στην δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, μολονότι, όπως προκύπτει από το από …2025 αποδεικτικό επίδοσης (στον σύνοικο, πατέρα της Ν. Δ.) του Αστυφύλακα του ΑΤ … , Ι. Τ., αυτή κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί δια ή μετά συνηγόρου στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου δυνάμει της υπ' αριθ. …/2025 κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η δε συζήτηση της υπόθεσης, εφόσον εμφανίστηκαν οι αναιρεσείουσες, γίνεται σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 515 παρ.2α ΚΠΔ).

Α. Κατά την διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 372 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, "όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών", ενώ από 1-7-2019, υπό την ισχύ του νέου ΠΚ, η ως άνω παράγραφος 1 του αυτού ως άνω άρθρου 372 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". Ακολούθως με το άρθρο 86 του Ν. 4855/2021 η αυτή ως άνω παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου 372 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή" και στη συνέχεια, με το άρθρο 58 του Ν. 5090/2024 (με έναρξη ισχύος την 1η Μαΐου 2024), το προαναφερθέν άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ έχει πλέον ως εξής: "Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή". Από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, αναφορικά με την αξιόποινη πράξη του άρθρου 372 παρ.1α ΠΚ, ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο είναι εκείνη που ίσχυσε από 1-7-2019 και έως 11/11/2021, ήτοι πριν την διαδοχική τροποποίησή της από το άρθρο 86 Ν. 4855/2021 και το άρθρο 58 Ν. 5090/2024, αφού προβλέπει ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινή, ήτοι φυλάκιση από δέκα ημέρες έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. Από την παραπάνω διάταξη, με την οποία προστατεύεται το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται η από τον δράστη με θετική ενέργεια, αφαίρεση από την φυσική κατοχή άλλου, ξένου, ολικά ή εν μέρει, κινητού πράγματος, μη ανήκοντος κατά κυριότητα σ' αυτόν, αυτογνωμόνως και χωρίς την συναίνεση του έχοντος δικαίωμα κυριότητος επ' αυτού, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή του. Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφισταμένης ξένης κατοχής και την θεμελίωση νέας επ' αυτού κατοχής από τον δράστη ή τρίτο προς τον σκοπό της παράνομης ιδιοποίησής του. Η αξία του αντικειμένου της κλοπής, δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της, εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (ΑΠ 185/2023, ΑΠ 117/2023, ΑΠ 31/2022). Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό τη νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας άσκησης φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διάθεσης αυτού κατά τον προορισμό του, ενώ ο σκοπός παράνομης ιδιοποίησης ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος. Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 674/2021, ΑΠ 682/2020).

Β. Έλλειψη της επιβαλλόμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Πρέπει, όμως, να προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά μόνο από αυτά κατ’ επιλογή, όπως τούτο επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ.Α.Π. 1/2005), αφού η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν κατ’ αυτήν, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και μια τέτοια αιτιολογία δεν θεωρείται εμπεριστατωμένη. Η μη αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της απόφασης των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ή ακόμη και η γενική αναφορά στο προοίμιο ή στο σκεπτικό της απόφασης ότι, "από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού" ή "από την αποδεικτική διαδικασία" προέκυψαν όσα έγιναν δεκτά, δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το αν λήφθηκαν υπόψη, για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων αναγνωσθέντα έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας απόφασης κ.λ.π.) ή ορισμένα μόνο από αυτά, εκτός αν με τρόπο αναμφισβήτητο συνάγεται τούτο από τη στάθμιση του όλου περιεχομένου του σκεπτικού της απόφασης (ΑΠ 1194/2024, ΑΠ 1141/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του διέλαβε, κατά λέξη, τα ακόλουθα, ήτοι: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο από την όλη αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, με συνδυασμό και την πρέπουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, αποδείχτηκε κατά την κρίση ότι οι εκκαλούσες - κατηγορούμενες, στο … , στις …2017, ενεργώντας από κοινού αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα και ειδικότερα έχοντας τον ως άνω σκοπό, κατόπιν συναπόφασης εισήλθαν στην κείμενη ως άνω οικία της Α. Ν. του Ι. και αφαίρεσαν από την κατοχή της πενήντα (50) χρυσές λίρες αξίας 50.000 ευρώ, το χρηματικό ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ και χρυσά κοσμήματα ανεξακρίβωτης αξίας. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η 2η κατηγορουμένη, ενίοτε με την βοήθεια της 1ης κατηγορουμένης - θυγατέρας της, απασχολούνταν ως καθαρίστριες στην οικία της υποστηρίζουσας την κατηγορία, Α. Ν. και του συζύγου της Δ. Ν. (3ου μάρτυρα κατηγορίας), στο … , για περισσότερα από πέντε (5) έτη. Ο καθαρισμός της οικίας αυτής λάμβανε χώρα από Τρίτη μέχρι Πέμπτη πρωί εκάστης εβδομάδας και ενόσω απουσίαζαν οι ανωτέρω ιδιοκτήτες στην Αθήνα, οι οποίοι ωστόσο επέστρεφαν και διέμεναν σ' αυτήν από Πέμπτη έως Δευτέρα. Κατά τις πρώτες ημέρες του Ιουλίου του έτους 2017, το ζεύγος Ν., ως συνηθιζόταν, είχε αναθέσει τον καθαρισμό της επίδικης κατοικίας τους στην 2η κατηγορουμένη, καθ' ο χρόνο θ' απουσίαζαν στην Αθήνα, δοθέντος ότι ζήτησαν να καθαριστεί τόσο ο 1ος όροφος (που καθαριζόταν τακτικά), όσο και το ισόγειο αυτής (που καθαριζόταν πιο σπάνια) και για την ταχύτερη διεκπεραίωση της εργασίας αυτής, την 2η κατηγορούμενη συνέδραμε η 1η κατηγορουμένη και η 2η μάρτυρας κατηγορίας - Γ. Κ. , καθώς και ο κηπουρός Y. K. (o οποίος αθωώθηκε πρωτοδίκως). Όταν ο Δ. Ν. επέστρεψε από την Αθήνα, την επομένη του καθαρισμού της οικίας από τις ανωτέρω, διαπίστωσε ότι έλειπαν από το χρηματοκιβώτιο που διατηρούσε στο ισόγειο ("κάτω όροφο"), όλα τα χρήματα και κοσμήματα που φυλάσσονταν εντός αυτού.

Το παρόν Δικαστήριο, κρίνει ότι οι ανωτέρω κατηγορούμενες διέπραξαν την αποδιδόμενη πράξη της κλοπής για τους κάτωθι λόγους :

1] διότι ήταν οι μόνες που είχαν πρόσβαση στην οικία με κλειδιά που μόνο εκείνες - πλην του ζεύγους Ν. - γνώριζαν το σημείο όπου φυλάσσονταν και δη σε κρυφό σημείο έξωθεν της οικίας, με τα οποία άνοιγαν τον 1ο όροφο ("πάνω όροφο"), ενώ εντός του χώρου του 1ου ορόφου, σε κλειδοθήκη, βρίσκονταν τα κλειδιά για τον κάτω όροφο - ισόγειο που βρισκόταν το επίμαχο χρηματοκιβώτιο,

2] διότι δεν υπήρχαν σημάδια διάρρηξης, εκ του οποίου συνάγεται ότι οι ενέργειες προσέγγισης και διάνοιξης του ως άνω χρηματοκιβωτίου έγιναν με χρήση των κλειδιών που επέτρεπαν την πρόσβαση σε 1° όροφο και ισόγειο,

3] διότι η διαπίστωση της αφαίρεσης έγινε ακριβώς μετά τις εργασίες καθαρισμού από τις κατηγορούμενες, οι οποίες εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός ότι ο Δ. Ν. , δεν είχε ασφαλίσει εκείνες τις μέρες το χρηματοκιβώτιο

και

4] διότι από την επί σειρά ετών παροχή υπηρεσιών καθαρισμού εντός, της οικίας του ζεύγους Ν. , εύλογα αυτές γνώριζαν τη διαρρύθμιση των χώρων και τα πράγματα που βρίσκονταν εντός αυτής, πολλώ μάλλον είχαν διαπιστώσει την ύπαρξη του εν λόγω εντοιχισμένου χρηματοκιβωτίου, το οποίο καλυπτόταν με τραπεζομάντηλο και με έμπροσθεν αυτού τοποθετημένο βαρύ έπιπλο.

Άλλωστε, καίτοι αρχικώς υπεβλήθη μήνυση κατ' αγνώστων, η οποία κατόπιν συγκεκριμενοποιήθηκε κατά των ως άνω κατηγορουμένων, ενώ μεταγενέστερα, εκτός του χρηματικού ποσού των 25.000 ευρώ και των κοσμημάτων απροσδιορίστου αξίας, συμπεριλήφθηκαν ως κλαπείσες, και 50 λίρες, δεν επηρεάζει την κρίση του παρόντος, το οποίο δικαιολογεί την συμπεριφορά αυτή, εκ του γεγονότος ότι η υποστηρίζουσα την κατηγορία, αφενός έδειχνε αρχικώς συμπάθεια προς το πρόσωπο της 2ης κατηγορουμένης (και πιθανώς για το λόγο αυτό δεν επιθυμούσε άμεσα την ποινική της δίωξη - σε αντίθεση με τον σύζυγό της που αντέδρασε άμεσα εις βάρος της), αφετέρου δε μεταγενέστερα κατάληξε συνειρμικά, στο ότι οι επίδικες 50 λίρες, εφόσον δεν βρίσκονταν εντός τραπεζικής θυρίδας, μετά από έλεγχό της, αναπόφευκτα φυλάσσονταν εντός του εν λόγω χρηματοκιβωτίου.

Εξάλλου ο ισχυρισμός των κατηγορουμένων ότι το χρηματοκιβώτιο τοποθετήθηκε μεταγενέστερα της κλοπής, δεν ευσταθεί εφόσον προκύπτει (από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες που κατέστησαν αναγνωστέες) η ύπαρξη του κατά τη διαδικασία λήψης αποτυπωμάτων από την Αστυνομία κατά τον επίδικο χρόνο".
Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχες την αναιρεσείουσες- κατηγορούμενες, με την αναγνωρισθείσα ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 84 παρ.2α ΠΚ, της αξιόποινης πράξης της κλοπής κατά συναυτουργία και τις καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δεκαέξι (16) μηνών την καθεμία, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε και για τις δύο επί τριετία, με το ακόλουθο κατά πιστή αντιγραφή διατακτικό, ήτοι του ότι : "...στο … , στις …2017, ενεργώντας από κοινού αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα και ειδικότερα, έχοντας τον ως άνω σκοπό, κατόπιν συναπόφασης εισήλθαν στην κείμενη ως άνω οικία της Α. Ν. του Ι. και αφαίρεσαν από την κατοχή της πενήντα (50) χρυσές λίρες αξίας 50.000 ευρώ, το χρηματικό ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ και χρυσά κοσμήματα ανεξακρίβωτης αξίας". Με τις πιο πάνω παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κορίνθου, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, μολονότι κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο : α) εξετάστηκαν ανωμοτί η υποστηρίζουσα την κατηγορία, Α. Ν. του Ι., ενόρκως δε, οι μάρτυρες Γ. Κ. του Γ. και Δ. Ν. του Π., β) απολογήθηκαν οι κατηγορούμενες - αναιρεσείουσες και γ) αναγνώστηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ήτοι τα υπ' αρ. …/2023 πρακτικά του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, όπου, επίσης, είχαν καταθέσει οι ίδιοι ως άνω μάρτυρες και είχαν απολογηθεί οι κατηγορούμενες - αναιρεσείουσες, εντούτοις τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που εισφέρθηκαν στην αποδεικτική διαδικασία, δεν προκύπτει και δη, κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το Δικαστήριο της ουσίας για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων - αναιρεσειουσών. Τούτο ειδικότερα, διότι δεν γίνεται ούτε κατ' είδος προσδιορισμός των εν λόγω αποδεικτικών μέσων στο προΐμιο της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε και αναφέρονται αυτά ευθέως ή διηγηματικώς, στο κυρίως περιεχόμενο του σκεπτικού αυτής. Κατόπιν τούτων, υφίσταται ανεπάρκεια του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα ληφθέντα υπόψη για τη διαμόρφωση της καταδικαστικής για τις κατηγορούμενες - αναιρεσείουσες κρίσης αποδεικτικά μέσα, εφόσον δεν προκύπτει ότι αυτά αξιολογήθηκαν και εκτιμήθηκαν στο σύνολό τους, μη αρκούσης προς τούτο της γενικής αναφοράς στο προοίμιο του σκεπτικού της : "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο από την όλη αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, με συνδυασμό και την πρέπουσα συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων". Επομένως, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πληροί τις τεθείσες, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., προϋποθέσεις αξιολόγησης όλων των αποδεικτικών μέσων και, ως εκ τούτου, η άνω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας ως προς τις αποδείξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της απόφασης και είναι βάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 510 παρ.1 Δ' του ΚΠοινΔ κοινός λόγος των ένδικων αναιρέσεων, με τον οποίο οι κατηγορούμενες - αναιρεσείουσες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, που εισφέρθηκαν στην ενώπιον του αποδεικτική διαδικασία. Επομένως, κατά παραδοχή του ως άνω βάσιμου κοινού λόγου των κρινόμενων αναιρέσεων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Γ. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πέντε έτη, αρχόμενη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τρία έτη για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 περ. β', 368 περ. β' και 511 του ΚΠΔ, προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, και ειδικότερα ο Άρειος Πάγος, εφόσον εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί βάσιμος ένας λόγος της αναίρεσης απ' αυτούς, που αναφέρονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της, που επήλθε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, οφείλει αυτεπαγγέλτως να αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη (ΑΠ 1176/2023, ΑΠ 684/2023, ΑΠ 534/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείουσες, ήτοι αυτή της κλοπής κατά συναυτουργία (372 παρ.1α, 45ΠΚ), τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος και έχει τελεσθεί στις …2017. Από τον χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής και μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης (…2026), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας, με συνέπεια να έχει εξαλειφθεί με παραγραφή το αξιόποινο αυτής. Επομένως, αφού οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές και καθεμία περιέχει παραδεκτό λόγο αναίρεσης, ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, κατά τ' ανωτέρω, και η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων - αναιρεσειουσών, για την ως άνω πράξη, λόγω παραγραφής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 279/2025 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου.

ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ την κατά των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Κ. του Γ. και 2) Β. Τ. του Δ., ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για την πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία, και ειδικότερα για το ότι : Στο … , στις …2017, ενεργώντας από κοινού αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένο ολικά κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα και ειδικότερα, έχοντας τον ως άνω σκοπό, κατόπιν συναπόφασης εισήλθαν στην κείμενη ως άνω οικία της Α. Ν. του Ι. και αφαίρεσαν από την κατοχή της πενήντα (50) χρυσές λίρες αξίας 50.000 ευρώ, το χρηματικό ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) ευρώ και χρυσά κοσμήματα ανεξακρίβωτης αξίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιουλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή