Απόφαση 921 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 921/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου-Εισηγήτρια, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Δεγαΐτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως, Ευθυμίας Καλογεροπούλου για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 35,99,164,165,262,318,409/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά.
Με κατηγορούμενους τους: 1. Π. Σ.-Κ. του Μ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του, Δήμητρα Δαή και Ιωάννη Γιαννίδη και 2. Α. Φ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη.
Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Μ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχάλη Δημητρακόπουλο και Περιβολαράκη Σωτήριο.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία …2024 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2024.
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ "Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507" και κατά το τελευταίο αυτό άρθρο "Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώριση καθαρογραμμένης της απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του δικαστηρίου και για μεν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου είναι ενός (1) μηνός, για δε τους λοιπούς εισαγγελείς είκοσι (20) ημερών, από την καταχώριση αυτήν". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ ειδικά τηρούμενο βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από …2024 (αριθμός έκθεσης …/2024) αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με σχετική προς τούτο δήλωσή του στη Γραμματέα του Ποινικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου (Αρείου Πάγου) στρέφεται κατά της με αριθ. 35, 99, 164, 165, 262, 318, 409/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, με την οποία οι κατηγορούμενοι: 1) Π. Σ.-Κ. του Μ., κάτοικος ... και 2) Α. Φ. του Γ., κάτοικος ... κηρύχθηκαν αθώοι για την αξιόποινη πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με το συνολικό όφελος και την αντίστοιχη συνολική ζημία που προξένησαν να υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 3, 505 παρ. 2 εδ. α' και 507 ΚΠΔ), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη Γραμματεία του, ως άνω, Δικαστηρίου στις 18-10-2024 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 18-11-2024, μέρα Δευτέρα. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς ο παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, που αφορούν την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, με αποτέλεσμα η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: 1) παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, η οποία συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών είτε στην αθέμιτη απόκρυψη είτε στην παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, 2) πρόκληση στον παθόντα, από την παραπλανητική συμπεριφορά του δράστη, πλάνης, δηλαδή ανεπίγνωτης διάστασης μεταξύ της βούλησης και της δήλωσης βούλησης, ή διατήρηση ή ενίσχυση της υπάρχουσας (πλάνης), 3) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παραπλανητικής συμπεριφοράς του δράστη και της πλάνης που προκλήθηκε από αυτή στον παθόντα, 4) πράξη, παράλειψη ή ανοχή, εξαιτίας της πλάνης, από τον παθόντα, η οποία (πράξη κ.λ.π.) ενέχει περιουσιακή διάθεση, 5) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πλάνης του παθόντος και της περιουσιακής διάθεσης, 6) επέλευση, εξαιτίας της περιουσιακής διάθεσης που έγινε από εκείνον που παραπλανήθηκε, βλάβης στην περιουσία αυτού ή άλλου, η οποία συνίσταται είτε στη μείωση είτε στη χειροτέρευση της περιουσίας του παθόντος και 7) δόλος του δράστη, που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των στοιχείων του εγκλήματος, καθώς και σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι όμως και πραγματοποίηση του οφέλους αυτού.
Περαιτέρω, η απάτη συνιστά, κατά τη διάταξη του ως άνω άρθρου 386 ΠΚ κακούργημα, τιμωρούμενο με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ (ΑΠ 212/2022).
Περαιτέρω, η κατά τα προεκτεθέντα παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται με τρεις, υπαλλακτικά μικτούς, τρόπους (παράσταση, απόκρυψη, παρασιώπηση), οι οποίοι κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα και διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους. Οι δύο πρώτοι συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος συνιστά περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη, δηλαδή με την παράλειψη ανακοίνωσης αληθινών γεγονότων, για τα οποία υπήρχε υποχρέωση ανακοίνωσης από το νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου. Ως γεγονότα, κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά, που απεικονίζουν την πραγματικότητα, τα οποία ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή οι συμβατικές υποχρεώσεις. Εάν, όμως, οι υποσχέσεις συνοδεύονται από άλλες παραστάσεις ψευδών γεγονότων, κατά τρόπο που να δημιουργείται η εντύπωση μελλοντικής εκπλήρωσής τους με βάση την εμφανιζόμενη ψευδή κατάσταση, τότε οι υποσχέσεις αυτές αποτελούν απατηλή συμπεριφορά. Περιουσιακό όφελος συνιστά η αύξηση της περιουσίας του ίδιου του δράστη ή άλλου, καθώς και η ευνοϊκότερη διαμόρφωση της περιουσιακής κατάστασης οιουδήποτε από αυτούς. Το περιουσιακό αυτό όφελος είναι παράνομο, όταν ο δράστης ή το άλλο πρόσωπο δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του παθόντος, ο δε αξιούμενος, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος τούτου, σκοπός οφέλους αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου (έγκλημα με "υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση") (Ολ.Α.Π. 1/2020 , ΑΠ 872/2021).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ συνάγεται ότι η αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974) και δεδομένου ότι, αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, ο οποίος κηρύσσεται ένοχος μόνον αν αναδειχθεί η ενοχή του και όχι αν δεν αποδειχθεί η αθωότητά του στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, είτε όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορούμενου από τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά της απόφασης και τα οποία έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της περί των πραγμάτων κρίσης του (Ολ ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 3/2010). Παγίως άλλωστε η νομολογία και η επιστήμη δέχονται ότι η αιτιολογία δεν δύναται να είναι "επιλεκτική", να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμά άλλα που εισφέρθηκαν σ' αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά και δεν μπορεί να κρίνεται μία τέτοια αιτιολογία, ως εμπεριστατωμένη. Έτσι για να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη η αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μερικά από αυτά κατ' επιλογήν, ενώ υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, γιατί δεν πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου από τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στα πρακτικά ή όταν δεν είναι βέβαιο ότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους κάποια έγραφα ή το περιεχόμενο μαρτυρικών καταθέσεων. Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη, όπως προεκτέθηκε, δεν αποτελεί η αθωότητα, αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, όταν, α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο υπεράσπισής του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, καθώς και όταν δεν συνάγεται με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή, ή ότι δεν πραγματοποίησε τον επιβαλλόμενο από τις διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 978/2024). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή και όχι η αθωότητα αυτού ( Ολ ΑΠ 2/2017, ΑΠ 1343/2020, ΑΠ 1079/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΑΠ 757/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους για την πράξη της απάτης από κοινού και κατ' εξακολούθηση, της οποίας το συνολικό όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προξένησαν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Ο εγκαλών είναι επιχειρηματίας δραστηριοποιούμενος στο χώρο της ναυτιλίας. Στις … 1999, ίδρυσε την εξωχώρια εταιρεία "...", που επιχειρούσε αποκλειστικά στην Ελλάδα, χωρίς την τήρηση διατυπώσεων δημοσιότητας του ελληνικού δικαίου, με σκοπό την διαχείριση μέσω αυτής των χρηματοοικονομικών επενδύσεών του, υποκρυπτόμενος ο ίδιος πίσω από την συναλλακτική δραστηριότητα της τελευταίας. Ο ίδιος διατηρούσε πολυετή τραπεζική σχέση με την τράπεζα "Credit Suisse", στην οποία είχε επιλέξει να τοποθετήσει τα κεφάλαια του σε προθεσμιακούς λογαριασμούς. Επειδή, όμως, επιθυμούσε υψηλότερη απόδοση των ως άνω κεφαλαίων του, διερευνούσε τη δυνατότητα επένδυσης με υψηλότερα επιτόκια, απειλώντας με την ανάληψη όλων των καταθέσεών του από την εν λόγω τράπεζα. Για την υλοποίηση αυτής του της επιθυμίας ενημερώθηκε από τους κατηγορούμενους, προστηθέντες υπαλλήλους της τράπεζας, σύμβουλους τραπεζικών επενδύσεων και τραπεζικούς συμβούλους του εγκαλούντος ότι κατά το χρονικό διάστημα 2006 έως και τον Οκτώβριο του 2008 και για την επίτευξη αυτού του στόχου θα έπρεπε να αποσύρει τα κεφάλαιά του από τους προθεσμιακούς λογαριασμούς που έδιναν μικρό επιτόκιο και να επενδύσει αυτά σε δομημένα ομόλογα συνδεδεμένα με πολλαπλούς υποκείμενους δείκτες χρηματιστηριακούς, μετοχών, ισοτιμίας νομισμάτων κ.α. , με υψηλές επιδόσεις για τα δεδομένα της εποχής άνω του 8% ανά έτος. Του επισημάνθηκε, βέβαια, και από τους δύο κατηγορούμενους, τόσο μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ανταλλαγής μηνυμάτων (emails) όσo και αποστολής των γραπτών όρων της κάθε επένδυσης (termsheets) δια μέσου της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του Τ. Ρ. , υπαλλήλου - προστηθέντος του εγκαλούντος, κατ' εντολή και με τις οδηγίες του οποίου δρούσε, αλλά και σε προσωπικές συναντήσεις με φυσική παρουσία που αμφότεροι είχαν με τον ίδιο τον εγκαλούντα, ότι δεν υπήρχε εξασφάλιση τόσο των αποδόσεων όσο και του επενδυμένου κεφαλαίου. Και τούτο γιατί οι επενδύσεις που του πρότειναν εξαρτιόνταν από την μελλοντική άνοδο ή την κάθοδο των υποκειμένων δεικτών πέρα από κάποια όρια, ειδικά προσδιορισμένα σε κάθε επενδυτικό προϊόν και σε καθορισμένο κάθε φορά μελλοντικό χρόνο (έτος, εξάμηνο, τρίμηνο κ.λ.π.), που δεν μπορούσε εκ των προτέρων να προσδιοριστεί, αφού δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια θα ήταν η διακύμανση των τιμών των δεικτών αυτών, όταν μάλιστα αυτοί αφορούσαν δείκτες διεθνών χρηματιστηρίων και χρηματιστηριακών τιμών μετοχών εταιρειών του εξωτερικού. Εξ ου άλλωστε και το υψηλό αναμενόμενο κέρδος από τις μελλοντικές αποδόσεις ήταν ανάλογο του ρίσκου. Έτσι ,αν οι δείκτες αυτοί ξεπερνούσαν τα όρια, υπήρχε μηδενική απόδοση και μείωση ακόμη και του κεφαλαίου της επένδυσης έως και το 100%,πλην όμως οι ίδιοι του παρουσίασαν ότι, κατά την εκτίμηση τους, η πιθανότητα επέλευσης αυτού του κινδύνου στο μέλλον για τα εν λόγω προϊόντα ήταν απειροελάχιστη, πράγμα το οποίο οι κατηγορούμενοι καλοπίστως πίστευαν ειλικρινά. Προς επίρρωση τούτου είναι και το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος (Π. Σ.) επένδυσε και ο ίδιος το ποσό των 400.000 δολ. ΗΠΑ σε επενδυτικό προϊόν ταυτόσημο με αυτό του υπ' αρ. 8 του διατακτικού, που επένδυσε και ο εγκαλών, και απώλεσε και αυτός το ποσό των 324.380 δολ. ΗΠΑ, ήτοι το 81,10% της επένδυσης του. Έτσι ο εγκαλών, εν γνώσει του ότι οι αποδόσεις δεν ήταν σίγουρες και το κεφάλαιο του δεν ήταν εξασφαλισμένο, όπως ήταν στην περίπτωση των προθεσμιακών καταθέσεων, γι' αυτό και το ποσοστό απόδοσης υψηλότερο αυτών, και του ότι σε ενδεχόμενη ζημιογόνα παρεκτροπή των συνδεδεμένων δεικτών κινδύνευε να απωλέσει ακόμη και το κεφάλαιο του, πιστεύοντας όμως ακράδαντα ότι δεν επέλθει ο κίνδυνος αυτός, όπως εκτιμούσαν και οι κατηγορούμενοι, προέβη στις ακόλουθες επενδυτικές επιλογές: 1) Στις …2006 επένδυσε το ποσό των 10.000.000 δολαρίων ΗΠΑ στο τριετές ομόλογο αυτό - επαναγοράσιμο, συνδεδεμένο με αποδόσεις δεικτών διεθνών χρηματιστηρίων και εισέπραξε τόκους ύψους 1.096.953 ευρώ, καθώς και το ποσό του κεφαλαίου κατά την επαναγορά του στις …2007, αποκομίζοντας σε διάστημα μόλις τριών (3) μηνών κέρδος ισόποσο των εισπραχθέντων τόκων, 2) στις …2006 επένδυσε το ποσό των 15.000.000 δολαρίων ΗΠΑ σε πενταετές ομόλογο συνδεδεμένο με την απόδοση συμφωνίας ανταλλαγής σταθερής διάρκειας οκταετούς επιτοκίου, καθώς και το ποσό των 6.000.000 δολαρίων ΗΠΑ σε τριετές ομόλογο συνδεδεμένο με αποδόσεις δεικτών διεθνών χρηματιστηρίων και εισέπραξε για το μεν πρώτο το ποσό των 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ για τόκους καθώς και το ύψος το κεφαλαίου κατά την επαναγορά του στις 15.10.2008, για το δεύτερο 480.000 δολάρια ΗΠΑ για τόκους καθώς και το ποσό του κεφαλαίου κατά την επαναγορά του στις …2007 αποκομίζοντας συνολικό κέρδος ύψους 3.480.000 δολαρίων ΗΠΑ, 3) στις …2007 επένδυσε: α) το ποσό των 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ σε τριετές αυτό - επαναγορόσιμο ομόλογο συνδεδεμένο με αποδόσεις δεικτών διεθνών χρηματιστηρίων και εισέπραξε τόκους ύψους 125.400 δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και το ποσό του επενδυμένου κεφαλαίου κατά την επαναγορά του στις …2007, β) το ποσό των 5.000.000 δολαρίων ΗΠΑ σε πενταετές ομόλογο αυτό - επαναγοράσιμο, συνδεδεμένο με αποδόσεις δεικτών διεθνών χρηματιστηρίων και εισέπραξε τόκους ύψους 1.040.000 δολαρίων ΗΠΑ, ωστόσο εισέπραξε μέρος του επενδυμένου κεφαλαίου (2.643.035) και υπέστη ζημία ύψους 1.316.965 δολαρίων ΗΠΑ, γ) το ποσό των 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ σε πενταετές χρεόγραφο αυτό - επαναγοράσιμο, συνδεδεμένο με αποδόσεις δεικτών διεθνών χρηματιστηρίων, εισέπραξε ωστόσο μέρος μόνο του κεφαλαίου (1.529.700) και υπέστη ζημία ύψους 1.470.300 δολαρίων ΗΠΑ, 4) στις …2007 επένδυσε το ποσό των 10.000.000 δολαρίων ΗΠΑ σε πενταετές ομόλογο συνδεδεμένο με την απόδοση συμφωνίας ανταλλαγής σταθερής διάρκειας οκταετούς επιτοκίου και εισέπραξε τόκους ύψους 1.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και το επενδυμένο κεφάλαιο κατά την επαναγορά του στις …2008, 5) στις …2007 επένδυσε το ποσό των 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ σε τριετές ομόλογο συνδεδεμένο με αποδόσεις βασικών μετάλλων στην αγορά του Λονδίνου και εισέπραξε μόνο το επενδυμένο κεφάλαιο, 6) στις …2007 επένδυσε το ποσό των 15.000.000 σε τριετές ομόλογο αυτό επαναγοράσιμο, συνδεδεμένο με αποδόσεις δεικτών διεθνών χρηματιστηρίων και εισέπραξε τόκους ύψους 1.200.000 δολ. ΗΠΑ καθώς και μέρος του επενδυμένου κεφαλαίου (9.717.180) υπέατη δηλαδή ζημία ύψους 4.082.820 δολ. ΗΠΑ, 7) στις …2007 επένδυσε το ποσό των 10.000.000 δολ. ΗΠΑ σε πενταετές ομόλογο αυτό - επναναγοράσιμο συνδεμένο με συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου - ευρώ, εισέπραξε τόκους ύψους 462.000 δολ. ΗΠΑ και το σύνολο του επενδυμένου κεφαλαίου, 8) στις …2007 επένδυσε το ποσό των 6.000.000 δολ. ΗΠΑ σε τριετές ομόλογο αυτό - επαναγοράσιμο συνδεμένο με αποδόσεις δεικτών διεθνών χρηματιστηρίων, εισέπραξε τόκους ύψους 495.000 δολ. ΗΠΑ και μέρος του επενδυμένου κεφαλαίου (3.309.781) με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ύψους 2.195.219 δολ. ΗΠΑ, 9) Στις …2007 επένδυσε το ποσό των 10.000.000 δολ. ΗΠΑ σε τριετές ομόλογο αυτό - επαναγοράσιμο, συνδεμένο με αποδόσεις δεικτών διεθνών χρηματιστηρίων, εισέπραξε τόκους ύψους 287.500 δολ. ΗΠΑ καθώς και το επενδυμένο κεφάλαιο κατά την ημερομηνία επαναγοράς του (7.12.2007), 10) στις …2007 επένδυσε το ποσό των 10.000.000 δολ. ΗΠΑ σε τριετές ομόλογο αυτό - επαναγοράσιμο, συνδεμένο με αποδόσεις δεικτών διεθνών χρηματιστηρίων, εισέπραξε τόκους ύψους 475.000 δολ. ΗΠΑ καθώς και μέρος του επενδυμένου κεφαλαίου (5.469.544) με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ύψους 4.055.456 δολ. ΗΠΑ, 11) στις …2007 επένδυσε το ποσό των 9.999.960 δολ. ΗΠΑ σε μονοετές ομόλογο συνδεμένο με διεθνείς τραπεζικές μετοχές, το οποίο πώλησε στις 30.9.2008 εισπράττοντας μέρος του επενδυμένου κεφαλαίου (3.797.392) με αποτέλεσμα να υποστεί ζημίες ύψους 6.203.568 δολ. ΗΠΑ, 12) στις …2007 επένδυσε το ποσό των 500.098 σε μονοετές ομόλογο συνδεμένο με διεθνείς τραπεζικές μετοχές, το οποίο πώλησε στις 30.9.2008 εισπράττοντας μέρος του επενδυμένου κεφαλαίου (192.185) με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ύψους 307.913 δολ. ΗΠΑ, 13) στις …2008 επένδυσε το ποσό των 15.000.000 δολ. ΗΠΑ σε ενισχυμένης απόδοσης ομόλογο συνδεμένο με διεθνείς τραπεζικές μετοχές, το οποίο πώλησε στις …2008 εισπράττοντας μέρος του επενδυμένου κεφαλαίου (4.755.000) με αποτέλεσμα να υποστεί ζημία ύψους 10.245.000 δολ. ΗΠΑ, 14) στις … και …2008 επένδυσε το συνολικό ποσό των 8.759.719 δολ. ΗΠΑ σε τριετές ομόλογο συνδεμένο με διεθνείς τραπεζικές μετοχές, το οποίο (ομόλογο) έληξε πρόωρα στις …2011, παρουσιάζοντας ολική ζημία, προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 8.759.719 δολαρίων Η.Π.Α.
Συνεπώς ο εγκαλών επένδυσε συνολικά το ποσό των 140.259.776 δολ. ΗΠΑ και κατά τη ρευστοποίηση ή επαναγορά των ως άνω προϊόντων υπέστη συνολικά ζημίες ύψους 32.185.107 δολ. ΗΠΑ. Από τα ανωτέρω συνάγονται με σαφήνεια τα παρακάτω: Ουδέποτε οι κατηγορούμενοι παρέστησαν στον εγκαλούντα ότι τα επίδικα τραπεζικά προϊόντα είχαν σίγουρες αποδόσεις και εξασφάλιζαν πλήρως το επενδυμένο κεφάλαιο ο,τιδήποτε και αν συνέβαινε στο μέλλον. Αντίθετα ,αμφότεροι τον είχαν διαβεβαιώσει για τους όρους της διακύμανσης των υποκειμένων δεικτών, με τους οποίους ήταν συνδεδεμένα, και ότι απ' αυτή τη διακύμανση εξαρτιόταν τόσο το ύψος των αποδόσεων όσο και η εγγύηση του κεφαλαίου. Το γεγονός της διαβεβαίωσης των κατηγορουμένων ότι η ενυπάρχουσα στα επίδικα προϊόντα πιθανότητα έλευσης του κινδύνου απώλειας των κεφαλαίων του ήταν απειροελάχιστη, έχει να κάνει με την προσωπική τους εκτίμηση, βάσει της δικής τους πείρας από την πολυετή ενασχόλησή τους με τις τραπεζικές επενδύσεις και την ιστορική ,από το έτος 1929, αναδρομή της διακύμανσης των υποκείμενων δεικτών με τους οποίους ήταν συνδεδεμένα τα επίδικα προϊόντα. Άλλωστε, ακόμη και αν γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του εγκαλούντος ότι οι όροι των προϊόντων του γνωστοποιήθηκαν μετά την κάθε επένδυση που έκανε - πράγμα το οποίο δεν είναι βάσιμο καθώς οι όροι του είχαν γνωστοποιηθεί πριν από την κάθε επένδυση και μέσω της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με ηλεκτρονικά μηνύματα που είχαν ανταλλάξει και μέσω των γραπτών όρων που του απεστάλησαν αλλά και προφορικά στις δια ζώσης συναντήσεις τους -μπορούσε ο εγκαλών να αντιταχθεί εντός μηνός από την αγορά του κάθε επίδικου επενδυτικού προϊόντος και αφού είχε λάβει γνώση των γραπτών όρων και να ακυρώσει την επένδυση, πράγμα όμως που δεν έκανε. Σχετικά με τους ισχυρισμούς του εγκαλούντος ότι πριν τη σύναψη των επίδικων επενδυτικών προϊόντων δεν προηγήθηκε έρευνα των κατηγορουμένων με τη χρήση κατάλληλου λεπτομερούς ερωτηματολογίου προς αυτόν, ώστε να γίνει αντιληπτό αν ο ίδιος έχει πλήρη γνώση των ρίσκων των επίμαχων επενδύσεων, ενόψει του ότι ο ίδιος, μέχρι πρότινος, ήταν επενδυτής χαμηλού ρίσκου που τοποθετούσε τα χρήματά του σε προθεσμιακές καταθέσεις με εγγυημένη την μικρή απόδοση αλλά και το επενδυμένο κεφάλαιο και ότι εντελώς ξαφνικά με την αγορά των επιδίκων προϊόντων θα γινόταν επενδυτής πολύπλοκων προϊόντων υψηλού ρίσκου, αυτοί, αν και αληθείς, είναι άνευ επιρροής στην ποινική αξιολόγηση της συμπεριφοράς των κατηγορουμένων. Και τούτο γιατί, πέραν του ότι η τράπεζα του απέστειλε την από …2005 επιστολή με συνημμένο το φυλλάδιο με τίτλο "Ιδιαίτεροι κίνδυνοι στις συναλλαγές επί χρηματοπιστωτικών προϊόντων" της Ένωσης Ελβετικών Τραπεζών, στο οποίο επισημαίνονταν οι κίνδυνοι των δομημένων τραπεζικών προϊόντων, οι τελευταίοι εξήγησαν προσωπικά στον εγκαλούντα λεπτομερώς τους όρους και τους κινδύνους των επίδικων επενδύσεων ειδικώς και ο τελευταίος κατανόησε πλήρως αυτούς πριν προβεί σ' αυτές. Αυτό προέκυψε και από το πλήθος των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αντάλλαξαν μεταξύ τους δια μέσου της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του Τ. Ρ. (υπαλλήλου του εγκαλούντος), στα οποία διαφαίνεται η πλήρης κατανόηση εκ μέρους του εγκαλούντος ότι οι εν λόγω επενδύσεις δεν ήταν όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις με σίγουρο σταθερό επιτόκιο και εξασφάλιση του κεφαλαίου αλλά προϊόντα που η απόδοσή τους, αν και μπορούσε να φθάσει σε μεγάλα ύψη, εντούτοις δεν ήταν σίγουρη και το κεφάλαιο τους επίσης, αφού εξαρτιόνταν από τη διακύμανση των ορίων των δεικτών για τους οποίους ο ίδιος ο εγκαλών ρωτούσε συχνά τους κατηγορούμενους για να μάθει την πορεία αυτών, αφού βάσει αυτών καθοριζόταν το κέρδος ή η ζημία του. Επομένως στην επίδικη περίπτωση δεν ήταν το ερωτηματολόγιο αναγκαίο για να γίνει αντιληπτό αν ο εγκαλών καταλάβαινε το ρίσκο των επενδύσεών του γενικώς, ούτε είχε κάποια επιρροή ότι μέχρι τότε το προφίλ του ήταν αυτό του χαμηλού ή άνευ ρίσκου επενδυτή, αφού ειδικώς τα επίδικα προϊόντα είχαν γίνει πλήρως κατανοητά από αυτόν ότι δεν ήταν προθεσμιακές καταθέσεις και ότι οι αποδόσεις και το κεφάλαιο ήταν υπό το ρίσκο των διακυμάνσεων των υποκειμένων δεικτών στο μέλλον, για τους οποίους ζητούσε και ελάμβανε συνεχώς πληροφόρηση για τα τρέχοντα όρια στα οποία βρίσκονταν. Συμμερίστηκε και εμπιστεύτηκε την εκτίμηση των κατηγορουμένων ότι η παρεκτροπή των υποκειμένων δεικτών δεν θα μπορούσε στο μέλλον να είναι τόσο ζημιογόνα, ώστε να απωλέσει και το επενδυμένο κεφάλαιο, αφού τέτοια πτώση (55% της αρχικής αξίας των δεικτών) είχε να συμβεί από την τελευταία παγκόσμια ύφεση του 1929, γι' αυτό και προέβη στην αγορά των επίδικων επενδυτικών προϊόντων, πιστεύοντας και ο ίδιος πως κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να επαναληφθεί, ("εκτός αν βούλιαζε η Αμερική", όπως χαρακτηριστικά ο ίδιος κατέθεσε), πλην όμως οι προσδοκίες του διαψεύστηκαν. Σχετικά με την αναδιάρθρωση των επενδυτικών προϊόντων 6, 7 και 8 του διατακτικού που έγινε με την επένδυση του επενδυτικού προϊόντος 10 του διατακτικού, ο εγκαλών προέβη σ' αυτήν και ο ίδιος τη ζητούσε προκειμένου να καλύψει τη ζημία που μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε υποστεί από τις προηγούμενες επενδύσεις του, θεωρώντας, όπως εκτιμούσαν και οι κατηγορούμενοι, ότι οι δείκτες στο μέλλον θα ανακάμψουν και η επένδυση αυτή θα αποφέρει στο μέλλον κέρδη που θα ισοσκελίσει τη ζημία, εκτιμήσεις δηλαδή που αναφέρονταν αποκλειστικά στο μέλλον και δεν είχαν σχέση με γεγονότα του παρόντος ή του παρελθόντος. Ο δε εγκαλών γνώριζε τότε καλώς το ρίσκο και τους κινδύνους αυτής της αναδιάρθρωσης, αφού πλέον είχε υποστεί ζημία από τα ομοειδή επενδυτικά προϊόντα που είχε αγοράσει εξαιτίας της απροσδόκητης πτώσης των υποκειμένων δεικτών, γνώριζε καλώς πως λειτουργεί και πίστευε ότι έτσι θα μπορούσε να καλύψει ή έστω να μειώσει τη ζημία του. Μετά τα ανωτέρω οι κατηγορούμενοι και αφού δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στους κατηγορούμενης αξιόποινης πράξης και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί παρέστησαν στον εγκαλούντα εν γνώσει τους ψευδώς ότι τα επίδικα τραπεζικά προϊόντα προσέφεραν εγγυημένες αποδόσεις με διασφάλιση του επενδυμένου κεφαλαίου (βλ. ειδικότερα τα γεγονότα για τα οποία κατηγορούνται στο διατακτικό), πρέπει να κηρυχθούν αθώοι. Μετά ταύτα, οι αντιρρήσεις των κατηγορουμένων σχετικά με την παράσταση του υποστηρίζοντος την κατηγορία, λόγω έλλειψης ζημίας του ή εξάλειψης αυτής είναι άνευ αντικειμένου.".
Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους με το ακόλουθο διατακτικό :
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ ΑΘΩΟΥΣ αμφότερους τους κατηγορούμενους, για το ότι:
Στους κάτωθι αναφερόμενους τόπο και χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος τέλεσαν έγκλημα που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με στερητική της ελευθερίας ποινή και δη αυτό της απάτης κατ' εξακολούθηση, της οποίας το παράνομο περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και ειδικότερα ότι : Στον Πειραιά Αττικής, κατά το χρονικό διάστημα από …2007 έως και …2008, ο πρώτος εξ αυτών με την ιδιότητα του Διευθυντή Διαχείρισης Πελατειακών Σχέσεων (Τομέας Κάλυψης Ελληνικής Αγοράς) της εδρεύουσας στο Λονδίνο επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την επωνυμία "Credit Suisse Securities (Europe) Ltd", συμφερόντων της Ελβετικής Τράπεζας "Credit Suisse" και ο δεύτερος εξ αυτών με την ιδιότητά του ως Διευθύνων Σύμβουλος (Τομέας Ελλάδος - Κύπρου) της εδρεύουσας στη Ζυρίχη Ελβετικής Τράπεζας "Credit Suisse", ενεργώντας από κοινού και με κοινό δόλο και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψαν ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών, το δε παράνομο περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων ευρώ (120.000€).
Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο :
1) Στις …2007 και σε άλλες μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κατά τη διάρκεια του μήνα … του 2007 παρέστησαν ψευδώς, διά ζώσης, τηλεφωνικώς, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο Σ. Μ. του Γ., (μοναδικό) μέτοχο, διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στον Παναμά εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος δεν είχε τις ειδικές γνώσεις, ότι το χρηματοπιστωτικό προϊόν (ομόλογο) με το τίτλο "…" (ISIN …), εκδόσεως της "Credit Suisse" (υποκατάστημα Λονδίνου), το οποίο του πρότειναν, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετήσει επωφελώς κεφάλαιο ύψους 5.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας του και τους κινδύνους που το συνόδευαν και απαιτούσε ειδικές γνώσεις στηριζόταν στην απόλυτη εξασφάλιση του 100% του ανωτέρω κεφαλαίου από κάθε επενδυτικό κίνδυνο, ότι ήταν μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου επενδυτικού του προφίλ, το οποίο συνίστατο στην άνευ ρίσκου απώλειας κεφαλαίου τοποθέτηση χρημάτων σε απολύτως σταθερά και ασφαλή χρηματοπιστωτικά προϊόντα, καθώς και ότι ήταν μαθηματικώς και χρηματοπιστωτικώς εγγυημένο ότι θα απέδιδε κέρδη, τα οποία θα ήταν ανάλογα σε μέγεθος και ταχύτητα απόδοσης με τα κέρδη από την τοποθέτηση του κεφαλαίου σε ασφαλείς προθεσμιακούς λογαριασμούς χωρίς να υφίσταται ρίσκο για το κεφάλαιο. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν ήταν δομημένο ομόλογο συνδεόμενο με πολλαπλούς δείκτες, το οποίο δεν περιλάμβανε σχετικό όρο εξασφάλισης του κεφαλαίου, αλλά αντιθέτως ενείχε κίνδυνο που κατέλειπε ελάχιστες πιθανότητες διάσωσης του κεφαλαίου, ότι το επιτόκιο και η απόδοση που είχε να λάβει ο επενδυτής δεν ήταν εγγυημένα, ότι δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις καταβολής τόκων ελέγχονταν σε χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους αυξανόταν ο κίνδυνος απώλειας μέρους της ετήσιας απόδοσης και η πιθανότητα μη απόκτησης κερδών ώστε δεν επρόκειτο να αποβεί κερδοφόρο, ότι απευθυνόταν σε επενδυτές με προφίλ υψηλού ρίσκου, ότι ενείχε κίνδυνο μεγαλύτερο σε σχέση με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων που εγγυώνται την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν τον Σ. Μ. να αγοράσει στις …2007 το ανωτέρω ομόλογο στο ποσό των 5.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο δεν καλύφθηκε από την μεταγενέστερη πώληση του στις …2012 (κατά την ημερομηνία ωρίμανσής του) στο ποσό των 2.643.035 δολαρίων Η.Π.Α. , προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 2.356.965 δολαρίων Η.Π.Α., από την οποία θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.040.000 δολαρίων Η.Π.Α., που αντιστοιχεί σε εισπραχθέντες τόκους και συνεπώς η ζημία του ανέρχεται στο ποσό των 1.316.965 δολαρίων Η.Π.Α., 2) στις …2007 και σε άλλες μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κατά τη διάρκεια του μήνα φεβρουαρίου του 2007 παρέστησαν ψευδώς διά ζώσης, τηλεφωνικώς και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στον Σ. Μ. του Γ., (μοναδικό) μέτοχο, διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στον Παναμά εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος δεν είχε τις ειδικές γνώσεις, ότι το χρηματοπιστωτικό προϊόν (ομόλογο) με το τίτλο "…" (ISIN …), εκδόσεως της "Credit Suisse" (υποκατάστημα Λονδίνου), το οποίο του πρότειναν, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετήσει επωφελώς κεφάλαιο ύψους 3.000.000 δολαρίων ΗΠΑ , το οποίο ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας του και τους κινδύνους που το συνόδευαν και απαιτούσε ειδικές γνώσεις στηριζόταν στην απόλυτη εξασφάλιση του 100% του ανωτέρω κεφαλαίου από κάθε επενδυτικό κίνδυνο, ότι ήταν μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου επενδυτικού του προφίλ, το οποίο συνίστατο στην άνευ ρίσκου απώλειας κεφαλαίου τοποθέτηση χρημάτων σε απολύτως σταθερά και ασφαλή χρηματοπιστωτικά προϊόντα, καθώς και ότι ήταν μαθηματικώς και χρηματοπιστωτικώς εγγυημένο ότι θα απέδιδε κέρδη, τα οποία θα ήταν ανάλογα σε μέγεθος και ταχύτητα απόδοσης με τα κέρδη από την τοποθέτηση του κεφαλαίου σε ασφαλείς προθεσμιακούς λογαριασμούς, χωρίς να υφίσταται ρίσκο για το κεφάλαιο. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν ήταν δομημένο ομόλογο συνδεόμενο με πολλαπλούς δείκτες, το οποίο δεν περιλάμβανε σχετικό όρο εξασφάλισης του κεφαλαίου αλλά αντιθέτως ενείχε κίνδυνο που κατέλειπε ελάχιστες πιθανότητες διάσωσης του κεφαλαίου, ότι το επιτόκιο και η απόδοση που είχε να λάβει ο επενδυτής δεν ήταν εγγυημένα, ότι δεδουένου ότι οι προϋποθέσεις καταβολής τόκων ελέγχονταν σε χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους αυξανόταν ο κίνδυνος απώλειας μέρους της ετήσιας απόδοσης και η πιθανότητα μη απόκτησης κερδών ώστε δεν επρόκειτο να αποβεί κερδοφόρο, ότι απευθυνόταν σε επενδυτές με προφίλ υψηλού ρίσκου, ότι ενείχε κίνδυνο μεγαλύτερο σε σχέση με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων που εγγυώνται την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις πείσατε το Σ. Μ. να αγοράσει στις 26-2-2007 το ανωτέρω ομόλογο στο ποσό των 3.000.000 δολαρίων Η.Π.Α. , το οποίο δεν καλύφθηκε από την μεταγενέστερη πώληση του στις 26-2-2012 (κατά την ημερομηνία ωρίμανσής του) στο ποσό των 1.529.700 δολαρίων Η.Π.Α. , προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 1.470.300 δολαρίων Η.Π.Α. , 3) σε μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κατά τη διάρκεια των μηνών … και … του 2007, παρέστησαν ψευδώς, διά ζώσης, τηλεφωνικώς και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο Σ. Μ. του Γ., (μοναδικό) μέτοχο, διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στον Παναμά εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος δεν είχε τις ειδικές γνώσεις, ότι το χρηματοπιστωτικό προϊόν (ομόλογο) με το τίτλο "…" (ISIN …), εκδόσεως της "Credit Suisse" (υποκατάστημα Λονδίνου), το οποίο του πρότειναν, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετήσει επωφελώς κεφάλαιο ύψους 15.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας του και τους κινδύνους που το συνόδευαν και απαιτούσε ειδικές γνώσεις, στηριζόταν στην απόλυτη εξασφάλιση του 100% του ανωτέρω κεφαλαίου από κάθε επενδυτικό κίνδυνο, ότι ήταν μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου επενδυτικού του προφίλ, το οποίο συνίστατο στην άνευ ρίσκου απώλειας κεφαλαίου τοποθέτηση χρημάτων σε απολύτως σταθερά και ασφαλή χρηματοπιστωτικά προϊόντα, καθώς και ότι ήταν μαθηματικώς και χρηματοπιστωτικώς εγγυημένο ότι θα απέδιδε κέρδη, τα οποία θα ήταν ανάλογα σε μέγεθος και ταχύτητα απόδοσης με τα κέρδη από την τοποθέτηση του κεφαλαίου σε ασφαλείς προθεσμιακούς λογαριασμούς, χωρίς να υφίσταται ρίσκο για το κεφάλαιο. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν ήταν δομημένο ομόλογο συνδεόμενο με πολλαπλούς δείκτες το οποίο δεν περιλάμβανε σχετικό όρο εξασφάλισης του κεφαλαίου αλλά αντιθέτως ενείχε κίνδυνο που κατέλειπε ελάχιστες πιθανότητες διάσωσης του κεφαλαίου, ότι το επιτόκιο και η απόδοση που είχε να λάβει ο επενδυτής δεν ήταν εγγυημένα, ότι δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις καταβολής τόκων ελέγχονταν σε χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους αυξανόταν ο κίνδυνος απώλειας μέρους της ετήσιας απόδοσης και η πιθανότητα μη απόκτησης κερδών ώστε δεν επρόκειτο να αποβεί κερδοφόρο, ότι απευθυνόταν σε επενδυτές με προφίλ υψηλού ρίσκου, ότι ενείχε κίνδυνο μεγαλύτερο σε σχέση με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων που εγγυώνται την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν τον Σ. Μ. να αγοράσει στις …2007 το ανωτέρω ομόλογο στο ποσό των 15.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο δεν καλύφθηκε από την μεταγενέστερη πώληση του στις 10-5-2010, οπότε και έληξε πρόωρα, στο ποσό των 9.717.180 δολαρίων Η.Π.Α., προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 5.282.820 δολαρίων Η.Π.Α., από την οποία θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.200.000 δολαρίων Η.Π.Α., που αντιστοιχεί σε εισπραχθέντες τόκους και συνεπώς η ζημία ανέρχεται στο ποσό των 4.082.820 δολαρίων Η.Π.Α., 4) σε μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες κατά τη διάρκεια του μήνα Αυγούστου του 2007, παρέστησαν ψευδώς, διά ζώσης, τηλεφωνικώς και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο Σ. Μ. του Γ., (μοναδικό) μέτοχο, διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στον Παναμά εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος δεν είχε τις ειδικές γνώσεις, ότι το χρηματοπιστωτικό προϊόν (ομόλογο) με το τίτλο "…" (ISIN …), εκδόσεως της "…", το οποίο του πρότειναν, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετήσει επωφελώς κεφάλαιο ύψους 6.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας του και τους κινδύνους που το συνόδευαν και απαιτούσε ειδικές γνώσεις, στηριζόταν στην απόλυτη εξασφάλιση του 100% του ανωτέρω κεφαλαίου από κάθε επενδυτικό κίνδυνο, ότι ήταν μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου επενδυτικού του προφίλ, το οποίο συνίστατο στην άνευ ρίσκου απώλειας κεφαλαίου τοποθέτηση χρημάτων σε απολύτως σταθερά και ασφαλή χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ότι ήταν αποτέλεσμα αντικειμενικής και άκρως επαγγελματικής επεξεργασίας όλων των οικείων δεδομένων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, καθώς και ότι ήταν μαθηματικώς και χρηματοπιστωτικώς εγγυημένο ότι θα απέδιδε κέρδη, τα οποία θα ήταν ανάλογα σε μέγεθος και ταχύτητα απόδοσης με τα κέρδη από την τοποθέτηση του κεφαλαίου σε ασφαλείς προθεσμιακούς λογαριασμούς, χωρίς να υφίσταται ρίσκο για το κεφάλαιο. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν ήταν δομημένο ομόλογο συνδεόμενο με πολλαπλούς δείκτες, το οποίο δεν περιλάμβανε σχετικό όρο εξασφάλισης του κεφαλαίου αλλά αντιθέτως ενείχε κίνδυνο που κατέλειπε ελάχιστες πιθανότητες διάσωσης του κεφαλαίου, ότι το επιτόκιο και η απόδοση που είχε να λάβει ο επενδυτής δεν ήταν εγγυημένα, ότι δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις καταβολής τόκων ελέγχονταν σε χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους αυξανόταν ο κίνδυνος απώλειας μέρους της ετήσιας απόδοσης και η πιθανότητα μη απόκτησης κερδών ώστε δεν επρόκειτο να αποβεί κερδοφόρο, ότι απευθυνόταν σε επενδυτές με προφίλ υψηλού ρίσκου, ότι ενείχε κίνδυνο μεγαλύτερο σε σχέση με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων που εγγυώνται την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν το Σ. Μ. να αγοράσει στις …2007 το ανωτέρω ομόλογο στο ποσό των 6.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο δεν καλύφθηκε από την μεταγενέστερη πώλησή του στις 13-8-2012 (κατά την ημερομηνία ωρίμανσής του) στο ποσό των 3.309.781 δολαρίων Η.Π.Α., προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 2.690.219 δολαρίων Η.Π Α, από την οποία θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 495.000 δολαρίων Η.Π.Α., που αντιστοιχεί σε εισπραχθέντες τόκους και συνεπώς η ζημία του ανέρχεται στο ποσό των 2.195.219 δολαρίων Η.Π.Α., 5) σε μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κατά τη διάρκεια του μήνα Νοεμβρίου του 2007, παρέστησαν ψευδώς, διά ζώσης, τηλεφωνικώς και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο Σ. Μ. του Γ., (μοναδικό) μέτοχο, διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στον Παναμά εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος δεν είχε τις ειδικές γνώσεις, ότι το χρηματοπιστωτικό προϊόν (ομόλογο) με το τίτλο "…" (ISIN …), εκδόσεως της "…", το οποίο του πρότειναν, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετήσει επωφελώς κεφάλαιο ύψους 10.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας του και τους κινδύνους που το συνόδευαν και απαιτούσε ειδικές γνώσεις, στηριζόταν στην απόλυτη εξασφάλιση του 100% του ανωτέρω κεφαλαίου από κάθε επενδυτικό κίνδυνο, ότι ήταν μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου επενδυτικού του προφίλ, το οποίο συνίστατο στην άνευ ρίσκου απώλειας κεφαλαίου τοποθέτηση χρημάτων σε απολύτως σταθερά και ασφαλή χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ότι ήταν αποτέλεσμα αντικειμενικής και άκρως επαγγελματικής επεξεργασίας όλων των οικείων δεδομένων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, καθώς και ότι ήταν μαθηματικώς και χρηματοπιστωτικούς εγγυημένο ότι θα απέδιδε κέρδη, τα οποία θα ήταν ανάλογα σε μέγεθος και ταχύτητα απόδοσης με τα κέρδη από την τοποθέτηση του κεφαλαίου σε ασφαλείς προθεσμιακούς λογαριασμούς, χωρίς να υφίσταται ρίσκο για το κεφάλαιο. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν ήταν δομημένο ομόλογο συνδεόμενο με πολλαπλούς δείκτες, το οποίο δεν περιλάμβανε σχετικό όρο εξασφάλισης του κεφαλαίου αλλά αντιθέτως ενείχε κίνδυνο που κατέλειπε ελάχιστες πιθανότητες διάσωσης του κεφαλαίου, ότι το επιτόκιο και η απόδοση που είχε να λάβει ο επενδυτής δεν ήταν εγγυημένα, ότι δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις καταβολής τόκων ελέγχονταν σε χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους αυξανόταν ο κίνδυνος απώλειας μέρους της ετήσιας απόδοσης και η πιθανότητα μη απόκτησης κερδών ώστε δεν επρόκειτο να αποβεί κερδοφόρο, ότι απευθυνόταν σε επενδυτές με προφίλ υψηλού ρίσκου, ότι ενείχε κίνδυνο μεγαλύτερο σε σχέση με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων που εγγυώνται την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν το Σ. Μ. να αγοράσει στις …2007 το ανωτέρω ομόλογο στο ποσό των 10.000.000 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο δεν καλύφθηκε από τη μεταγενέστερη πώλησή του στις …2010 (κατά την ημερομηνία ωρίμανσής του) στο ποσό των 5.469.544 δολαρίων Η.Π.Α., προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 4.530.456 δολαρίων Η.Π.Α., από την οποία θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 475.000 δολαρίων Η.Π.Α., που αντιστοιχεί σε εισπραχθέντες τόκους και συνεπώς η ζημία ανέρχεται στο ποσό των 4.055.456 δολαρίων Η.Π.Α., 6) σε μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κατά τη διάρκεια του μήνα Δεκεμβρίου του 2007, παρέστησαν ψευδώς, διά ζώσης, τηλεφωνικώς και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο Σ. Μ. του Γ., (μοναδικό) μέτοχο, διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στον Παναμά εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος δεν είχε τις ειδικές γνώσεις ότι το χρηματοπιστωτικό προϊόν (ομόλογο) με τον τίτλο "…" (ISIN …), εκδόσεως της "…", το οποίο του πρότειναν, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετήσει επωφελώς κεφάλαιο ύψους 9.999.960 δολαρίων Η.Π.Α., το οποίο ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας του και τους κινδύνους που το συνόδευαν και απαιτούσε ειδικές γνώσεις, είχε προσδοκία απόδοσης τόκων 19,2% , στηριζόταν στην απόλυτη εξασφάλιση του 100% του ανωτέρω κεφαλαίου από κάθε επενδυτικό κίνδυνο, ότι ήταν μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου επενδυτικού του προφίλ, το οποίο συνίστατο στην άνευ ρίσκου απώλειας κεφαλαίου τοποθέτηση χρημάτων σε απολύτως σταθερά και ασφαλή χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ότι ήταν αποτέλεσμα αντικειμενικής και άκρως επαγγελματικής επεξεργασίας όλων των οικείων δεδομένων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, καθώς και ότι ήταν μαθηματικώς και χρηματοπιστωτικώς εγγυημένο ότι θα απέδιδε κέρδη, τα οποία θα ήταν ανάλογα σε μέγεθος και ταχύτητα απόδοσης με τα κέρδη από την τοποθέτηση του κεφαλαίου σε ασφαλείς προθεσμιακούς λογαριασμούς, χωρίς να υφίσταται ρίσκο για το κεφάλαιο. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν ήταν δομημένο ομόλογο συνδεόμενο με πολλαπλούς δείκτες, το οποίο δεν περιλάμβανε σχετικό όρο εξασφάλισης του κεφαλαίου αλλά αντιθέτως ενείχε κίνδυνο που κατέλειπε ελάχιστες πιθανότητες διάσωσης του κεφαλαίου, ότι το επιτόκιο και η απόδοση που είχε να λάβει ο επενδυτής δεν ήταν εγγυημένα, ότι δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις καταβολής τόκων ελέγχονταν σε χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους αυξανόταν ο κίνδυνος απώλειας μέρους της ετήσιας απόδοσης και η πιθανότητα μη απόκτησης κερδών ώστε δεν επρόκειτο να αποβεί κερδοφόρο, ότι απευθυνόταν σε επενδυτές με προφίλ υψηλού ρίσκου, ότι ενείχε κίνδυνο μεγαλύτερο σε σχέση με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων που εγγυώνται την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις, ότι δεν είχε προσδοκία απόδοσης τόκων 19,2%. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν το Σ. Μ. να αγοράσει στις …2007 το ανωτέρω ομόλογο στο ποσό των 9.999.960 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο δεν καλύφθηκε από την μεταγενέστερη πώληση του στις 30-9-2008 στο ποσό των 3.796.392 δολαρίων Η.Π.Α., προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 6.203.568 δολαρίων Η.Π.Α., 7) σε μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κατά τη διάρκεια του μήνα Δεκεμβρίου του 2007, παρέστησαν ψευδώς διά ζώσης, τηλεφωνικώς και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο Σ. Μ. του Γ., (μοναδικό) μέτοχο, διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στον Παναμά εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος δεν είχε τις ειδικές γνώσεις, ότι το χρηματοπιστωτικό προϊόν (ομόλογο) με το τίτλο "…" (ISIN …), εκδόσεως της "…", το οποίο του πρότειναν, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετήσει επωφελώς κεφάλαιο ύψους 500.098 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας του και τους κινδύνους που το συνόδευαν και απαιτούσε ειδικές γνώσεις, είχε προσδοκία απόδοσης τόκων 22,5%, στηριζόταν στην απόλυτη εξασφάλιση του 100% του ανωτέρω κεφαλαίου από κάθε επενδυτικό κίνδυνο, ότι ήταν μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου επενδυτικού του προφίλ, το οποίο συνίστατο στην άνευ ρίσκου απώλειας κεφαλαίου τοποθέτηση χρημάτων σε απολύτως σταθερά και ασφαλή χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ότι ήταν αποτέλεσμα αντικειμενικής και άκρως επαγγελματικής επεξεργασίας όλων των οικείων δεδομένων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, καθώς και ότι ήταν μαθηματικώς και χρηματοπιστωτικώς εγγυημένο ότι θα απέδιδε κέρδη, τα οποία θα ήταν ανάλογα σε μέγεθος και ταχύτητα απόδοσης με τα κέρδη από την τοποθέτηση του κεφαλαίου σε ασφαλείς προθεσμιακούς λογαριασμούς, χωρίς να υφίσταται ρίσκο για το κεφάλαιο. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν ήταν δομημένο ομόλογο συνδεόμενο με πολλαπλούς δείκτες το οποίο δεν περιλάμβανε σχετικό όρο εξασφάλισης του κεφαλαίου αλλά αντιθέτως ενείχε κίνδυνο που κατέλειπε ελάχιστες πιθανότητες διάσωσης του κεφαλαίου, ότι το επιτόκιο και η απόδοση που είχε να λάβει ο επενδυτής δεν ήταν εγγυημένα, ότι δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις καταβολής τόκων ελέγχονταν σε χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους αυξανόταν ο κίνδυνος απώλειας μέρους της ετήσιας απόδοσης και η πιθανότητα μη απόκτησης κερδών ώστε δεν επρόκειτο να αποβεί κερδοφόρο, ότι απευθυνόταν σε επενδυτές με προφίλ υψηλού ρίσκου, ότι ενείχε κίνδυνο μεγαλύτερο σε σχέση με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων που εγγυώνται την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις, ότι είχε προσδοκία απόδοσης τόκων (κουπόνι) 21,5%. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν το Σ. Μ. να αγοράσει στις …2007 το ανωτέρω ομόλογο στο ποσό των 500.098 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο δεν καλύφθηκε από την μεταγενέστερη πώλησή του στις 30-9-2008 (κατά την ημερομηνία ωρίμανσής του) στο ποσό των 192.185 δολαρίων Η.Π.Α., προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 307.913 δολαρίων Η.Π.Α., 8) σε μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κατά τη διάρκεια του μήνα Ιανουαρίου του 2008, παρέστησαν ψευδώς, διά ζώσης, τηλεφωνικώς και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο Σ. Μ. του Γ., (μοναδικό) μέτοχο, διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στον Παναμά εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος δεν είχε τις ειδικές γνώσεις, ότι το χρηματοπιστωτικό προϊόν (ομόλογο) με το τίτλο "…" (ISIN …), εκδόσεως της "Credit Suisse" (υποκατάστημα Λονδίνου), το οποίο του πρότειναν, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετήσει επωφελώς κεφάλαιο ύψους 15.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας του και τους κινδύνους που το συνόδευαν και απαιτούσε ειδικές γνώσεις, στηριζόταν στην απόλυτη εξασφάλιση του 100% του ανωτέρω κεφαλαίου από κάθε επενδυτικό κίνδυνο, ότι ήταν μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου επενδυτικού του προφίλ, το οποίο συνίστατο στην άνευ ρίσκου απώλειας κεφαλαίου τοποθέτηση χρημάτων σε απολύτως σταθερά και ασφαλή χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ότι ήταν αποτέλεσμα αντικειμενικής και άκρως επαγγελματικής επεξεργασίας όλων των οικείων δεδομένων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, καθώς και ότι ήταν μαθηματικώς και χρηματοπιστωτικώς εγγυημένο ότι θα απέδιδε κέρδη, τα οποία θα ήταν ανάλογα σε μέγεθος και ταχύτητα απόδοσης με τα κέρδη από την τοποθέτηση του κεφαλαίου σε ασφαλείς προθεσμιακούς λογαριασμούς χωρίς να υφίσταται ρίσκο για το κεφάλαιο. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν ήταν δομημένο ομόλογο συνδεόμενο με πολλαπλούς δείκτες, το οποίο δεν περιλάμβανε σχετικό όρο εξασφάλισης του κεφαλαίου αλλά αντιθέτως ενείχε κίνδυνο που κατέλειπε ελάχιστες πιθανότητες διάσωσης του κεφαλαίου, ότι το επιτόκιο και η απόδοση που είχε να λάβει ο επενδυτής δεν ήταν εγγυημένα, ότι εξαιτίας του γεγονότος ότι αποτελούσε "μοχλευμένη επένδυση" ο επενδυτής παρέμενε έκθετος στην κάλυψη των δανειακών κεφαλαίων, ότι δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις καταβολής τόκων ελέγχονταν σε χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους αυξανόταν ο κίνδυνος απώλειας μέρους της ετήσιας απόδοσης και η πιθανότητα μη απόκτησης κερδών ώστε δεν επρόκειτο να αποβεί κερδοφόρο, ότι απευθυνόταν σε επενδυτές με προφίλ υψηλού ρίσκου, ότι ενείχε κίνδυνο μεγαλύτερο σε σχέση με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων που εγγυώνται την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν το Σ. Μ. να αγοράσει στις …2008 το ανωτέρω ομόλογο στο ποσό των 15.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο δεν καλύφθηκε από την μεταγενέστερη πώλησή του στις 30-9-2008 στο ποσό των 4.755.000 δολαρίων Η.Π.Α. , προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 10.245.000 δολαρίων Η.Π.Α. , 10) σε μη προσδιορισθείσες ημερομηνίες, κατά τη διάρκεια του μήνα Οκτωβρίου του 2008, παρέστησαν ψευδώς, διά ζώσης, τηλεφωνικώς και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο Σ. Μ. του Γ., (μοναδικό) μέτοχο, διευθυντή και νόμιμο εκπρόσωπο της εδρεύουσας στον Παναμά εταιρίας με την επωνυμία "...", ο οποίος δεν είχε τις ειδικές γνώσεις, ότι με το χρηματοπιστωτικό προϊόν (ομόλογο) με το τίτλο "…" (ISIN …), εκδόσεως της "Credit Suisse" (υποκατάστημα Λονδίνου), το οποίο του πρότειναν, προκειμένου ο τελευταίος να τοποθετήσει επωφελώς κεφάλαιο ύψους 8.759.719 δολαρίων Η.Π.Α. , το οποίο ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας του και τους κινδύνους που το συνόδευαν και απαιτούσε ειδικές γνώσεις, θα ανακτούσε το απωλεσθέν του κεφάλαιο, ότι είχε ασφαλές περιθώριο επιτοκίου 3,5 %, ότι στηριζόταν στην απόλυτη εξασφάλιση του 100% του ανωτέρω κεφαλαίου από κάθε επενδυτικό κίνδυνο, ότι ήταν μέσα στα πλαίσια του καθιερωμένου επενδυτικού του προφίλ, το οποίο συνίστατο στην άνευ ρίσκου απώλειας κεφαλαίου τοποθέτηση χρημάτων σε απολύτως σταθερά και ασφαλή χρηματοπιστωτικά προϊόντα, ότι ήταν αποτέλεσμα αντικειμενικής και άκρως επαγγελματικής επεξεργασίας όλων των οικείων δεδομένων της χρηματοπιστωτικής αγοράς, καθώς και ότι ήταν μαθηματικώς και χρηματοπιστωτικούς εγγυημένο ότι θα απέδιδε κέρδη, τα οποία θα ήταν ανάλογα σε μέγεθος και ταχύτητα απόδοσης με τα κέρδη από την τοποθέτηση του κεφαλαίου σε ασφαλείς προθεσμιακούς λογαριασμούς, χωρίς να υφίσταται ρίσκο για το κεφάλαιο. Οι ανωτέρω παραστάσεις ήταν ψευδείς, καθώς η αλήθεια ήταν ότι το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό προϊόν ήταν δομημένο ομόλογο συνδεόμενο με πολλαπλούς δείκτες, το οποίο δεν περιλάμβανε σχετικό όρο εξασφάλισης του κεφαλαίου αλλά αντιθέτως ενείχε κίνδυνο που κατέλειπε ελάχιστες πιθανότητες διάσωσης του κεφαλαίου, ότι το επιτόκιο και η απόδοση που είχε να λάβει ο επενδυτής δεν ήταν εγγυημένα, ότι εξαιτίας του γεγονότος ότι αποτελούσε "μοχλευμένη επένδυση" ο επενδυτής παρέμενε έκθετος στην κάλυψη των δανειακών κεφαλαίων, ότι δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις καταβολής τόκων ελέγχονταν σε χρονικά διαστήματα μικρότερα του έτους αυξανόταν ο κίνδυνος απώλειας μέρους της ετήσιας απόδοσης και η πιθανότητα μη απόκτησης κερδών ώστε δεν επρόκειτο να αποβεί κερδοφόρο, ότι απευθυνόταν σε επενδυτές με προφίλ υψηλού ρίσκου, ότι ενείχε κίνδυνο μεγαλύτερο σε σχέση με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων που εγγυώνται την επιστροφή του κεφαλαίου στο ακέραιο, όπως οι προθεσμιακές καταθέσεις, ότι δεν είχε ασφαλές περιθώριο επιτοκίου 3,5%. Με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις έπεισαν το Σ. Μ. να αγοράσει στις …2008 το ανωτέρω ομόλογο στο ποσό των 8.759.719 δολαρίων Η.Π.Α., εκ του οποίου το ποσό των 8.042.700 δολαρίων Η.Π.Α. καταβλήθηκε στις …2008 και το ποσό των 717.019 δολαρίων Η.Π.Α. καταβλήθηκε στις …2008, το οποίο (ομόλογο) έληξε πρόωρα στις …2011, παρουσιάζοντας ολική ζημία, προκαλώντας ζημία στην περιουσία του, η οποία συνίσταται στην απώλεια του ποσού των 8.759.719 δολαρίων Η.Π.Α.
Συνολικά δε, οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναπόφασης, με τις προπεριγραφείσες επιμέρους πράξεις τους, έπεισαν το Σ. Μ. να προβεί στις ανωτέρω συναλλαγές συνολικού ποσού 73.259.777 δολαρίων Η.Π.Α. εκ των οποίων είχε συνολική ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 38.636.960 δολαρίων Η.Π.Α - και μετά την αφαίρεση του ποσού των 6.451.853 δολαρίων Η.Π.Α. το οποίο αντιστοιχεί στο συνολικό κέρδος που αποκόμισε ο Σ. Μ. από έτερες επενδυτικές συμβουλές των κατηγορουμένων - στο ποσό των 32.185.107 δολαρίων Η.Π.Α. Στις ανωτέρω δε εξακολουθητικές ψευδείς παραστάσεις, προέβησαν με σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους του ομίλου της "Credit Suisse", στην οποία περιήλθε το ποσό των 32.185.107 δολαρίων Η.Π.Α., και με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, συνιστάμενο στην προμήθεια, ύψους 2%, που έλαβαν από την πραγματοποίηση των ανωτέρω συναλλαγών συνολικού ποσού 1.287.404,28 δολλαρίων ΗΠΑ".
Με τις προαναφερθείσες παραδοχές το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά εκείνα περιστατικά, από τα οποία να αιτιολογείται, γιατί το δικαστήριο της ουσίας δεν πείσθηκε για την ενοχή των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και κήρυξε αυτούς αθώους, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της, ως άνω, αξιόποινης πράξης, αλλά ούτε εξηγούνται οι λόγοι, για τους οποίους τα αποδεικτικά μέσα που προσδιορίζονται στα πρακτικά δεν ήταν αρκετά για την κατάφαση της ενοχής των κατηγορουμένων.
Εξάλλου, παρά τη μνεία στο προοίμιο του αιτιολογικού της απόφασης αυτής ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, ωστόσο από την ίδια αιτιολογία δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, ούτε ότι εκτίμησε στο σύνολο τους καθένα από τα αποδεικτικά μέσα. Επιπλέον στο πόρισμα της απόφασης έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 386 και η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Συγκεκριμένα: α) η παραδοχή της απόφασης, που αφορά τη φύση των επίδικων χρηματοοικονομικών προϊόντων ως υψηλού ρίσκου ότι "....του επισημάνθηκε βέβαια και από τους δύο κατηγορούμενους, τόσο μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ανταλλαγής μηνυμάτων όσο και αποστολής των γραπτών όρων της κάθε επένδυσης δια μέσου της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του Τ. Ρ., υπαλλήλου προστηθέντος του εγκαλούντος, κατ' εντολή και με τις οδηγίες του οποίου δρούσε, αλλά και σε προσωπικές συναντήσεις με φυσική παρουσία που αμφότεροι είχαν με τον ίδιο τον εγκαλούντα, ότι δεν υπήρχε εξασφάλιση τόσο των αποδόσεων, όσο και του επενδυμένου κεφαλαίου. Και τούτο γιατί οι επενδύσεις που του πρότειναν εξαρτιόνταν από τη μελλοντική άνοδο ή την κάθοδο των υποκειμένων δεικτών πέρα από κάποια όρια, ειδικά προσδιορισμένα σε κάθε επενδυτικό προϊόν και σε καθορισμένο κάθε φορά μελλοντικό χρόνο (έτος, εξάμηνο, τρίμηνο κ.λ.π.) που δεν μπορούσε εκ των προτέρων να προσδιοριστεί, αφού δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια θα ήταν η διακύμανση των τιμών Των δεικτών αυτών, όταν μάλιστα αυτοί αφορούσαν δείκτες διεθνών χρηματιστηρίων και χρηματιστηριακών τιμών μετοχών εταιριών του εξωτερικού. Εξ ού άλλωστε και το υψηλό αναμενόμενο κέρδος από τις μελλοντικές αποδόσεις ήταν ανάλογο του ρίσκου. Έτσι, αν οι δείκτες αυτοί ξεπερνούσαν τα όρια, υπήρχε μηδενική απόδοση και μείωση ακόμη και του κεφαλαίου της επένδυσης έως και το 100%...", τελεί σε αντίφαση προς την παραδοχή "....πλην όμως οι ίδιοι του παρουσίασαν ότι κατά την εκτίμησή τους η πιθανότητα επέλευσης αυτού του κινδύνου στο μέλλον για τα εν λόγω προϊόντα ήταν απειροελάχιστη, πράγμα το οποίο οι κατηγορούμενοι καλόπιστα πίστευαν ειλικρινά....", αλλά και προς την παραδοχή ότι "το γεγονός της διαβεβαίωσης των κατηγορουμένων ότι η ενυπάρχουσα στα επίδικα προϊόντα πιθανότητα έλευσης του κινδύνου απώλειας των κεφαλαίων του ήταν απειροελάχιστη, έχει να κάνει με την προσωπική τους εκτίμηση, βάσει της δικής τους πείρας από την πολυετή ενασχόλησή τους με τις τραπεζικές επενδύσεις και την ιστορική, από το έτος 1929, αναδρομή της διακύμανσης των υποκείμενων δεικτών με τους οποίους ήταν συνδεδεμένα τα επίδικα προϊόντα...", αφού είναι ασαφές και καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο αν ο Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο εγκαλών προέβη στις επίδικες επενδύσεις κατόπιν εκτιμήσεων ή διαβεβαιώσεων από τους κατηγορουμένους, β) ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι τα επίδικα προϊόντα ήταν πολύπλοκα, με αυξημένο βαθμό δυσκολίας, όσον αφορά την κατανόηση της λειτουργίας τους και ότι "δεν προηγήθηκε έρευνα των κατηγορουμένων με τη χρήση κατάλληλου ερωτηματολογίου προς τον εγκαλούντα, ώστε να γίνει αντιληπτό αν ο ίδιος έχει πλήρη γνώση των ρίσκων των επίμαχων επενδύσεων, ενόψει του ότι ο ίδιος μέχρι πρότινος ήταν επενδυτής χαμηλού ρίσκου, που τοποθετούσε τα χρήματά του σε προθεσμιακές καταθέσεις, με εγγυημένη τη μικρή απόδοση, αλλά και το επενδυμένο κεφάλαιο και ότι ο τελευταίος ξαφνικά με την αγορά των επίδικων προϊόντων θα γινόταν επενδυτής πολύπλοκων προϊόντων υψηλού ρίσκου", τελικώς, για τη θεμελίωση της προεκτεθείσας παραδοχής ότι ο εγκαλών είχε κατανοήσει πλήρως τους όρους και τους κινδύνους των επίδικων επενδύσεων, που συνάπτεται με την παραδοχή ότι η απόφασή του να επενδύσει στα επίδικα ομόλογα δεν προκλήθηκε από παραπλανητική συμπεριφορά των κατηγορουμένων, καταλήγει (το Δικαστήριο) στο συμπέρασμα ότι το ερωτηματολόγιο δεν ήταν αναγκαίο για να γίνει αντιληπτό αν ο εγκαλών καταλάβαινε το ρίσκο των επενδύσεων, διότι η τράπεζα του απέστειλε την από 26-10-2005 επιστολή με συνημμένο φυλλάδιο "Ιδιαίτεροι κίνδυνοι στις συναλλαγές επί χρηματοπιστωτικών προϊόντων" και διότι οι κατηγορούμενοι του εξήγησαν λεπτομερώς τους όρους και τους κινδύνους των επίδικων επενδύσεων και ο τελευταίος τους κατανόησε πλήρως. Ωστόσο, η, ως άνω, αιτιολογία είναι ελλιπής, καθόσον το Δικαστήριο δεν διαλαμβάνει παραδοχές για το μορφωτικό επίπεδο του εγκαλούντος, για να κριθεί η δυνατότητά του να κατανοήσει τη λειτουργία των εν λόγων πολύπλοκων προϊόντων και των κινδύνων που ενείχαν, ενόψει και της γενόμενης δεκτής από το Δικαστήριο μικρής, μέχρι τότε, εμπειρίας του, περιορισμένης σε προθεσμιακές καταθέσεις, ούτε προσδιορίζει ποιοι οι "ιδιαίτεροι κίνδυνοι στις συναλλαγές επί χρηματοπιστωτικών προϊόντων", που περιείχοντο στην από 26-10-2005 επιστολή της τράπεζας και για τους οποίους ενημερώθηκε, δια της επιστολής, ο εγκαλών καθώς και τα συγκεκριμένα επενδυτικά προϊόντα στα οποία αφορούσαν, ενόψει και του ότι οι αγορές των επίδικων επενδυτικών προϊόντων έλαβαν χώρα μεταγενέστερα (από 1-2-2007) και αφορούσαν σε περισσότερα του ενός προϊόντα.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συναξιολόγησε, όπως επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται κατ' είδος στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να αιτιολογήσει με σαφήνεια και πληρότητα γιατί δεν πείσθηκε από αυτά για την ενοχή των κατηγορουμένων. Ειδικότερα, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι έλαβε υπόψη και : α) την κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα Γ. Μ., γιού του εγκαλούντος, σύμφωνα με την οποία αυτός (εγκαλών) γνώριζε ελάχιστα την αγγλική γλώσσα, και ουσιαστικά δεν μπορούσε να διαβάσει ούτε τα terms μιας προθεσμιακής κατάθεσης, καθώς και ότι δεν ήξερε ότι υπάρχει περίπτωση η επένδυση να είναι σε δομημένα ομόλογα, β) την κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα Κ. Ε., οικονομολόγου, σύμφωνα με την οποία είναι δύσκολο να κατανοήσει κάποιος τα επίδικα, υψηλού ρίσκου, ομόλογα, αν δεν έχει εξειδικευμένες γνώσεις πάνω σ' αυτά, γ) την από … 2017 γνωμοδότηση του καθηγητή ΑΣΟΕΕ Ν. Φ. , σύμφωνα με την οποία η απώλεια του κεφαλαίου του εγκαλούντος ήταν στην πραγματικότητα προκαθορισμένη, λόγω της τοξικότητας των προταθέντων και αγορασθέντων προϊόντων. Έτσι, η προσβαλλόμενη απόφαση που δέχθηκε στο σκεπτικό αυτής ότι "μετά τα ανωτέρω οι κατηγορούμενοι και αφού δεν αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αποδιδόμενης στους κατηγορούμενους αξιόποινης πράξης και ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί παρέστησαν στον εγκαλούντα εν γνώσει τους ψευδώς ότι τα επίδικα τραπεζικά προϊόντα προσέφεραν εγγυητές αποδόσεις με διασφάλιση του επενδυμένου κεφαλαίου (βλ. ειδικότερα τα γεγονότα για τα οποία κατηγορούνται στο διατακτικό) πρέπει να κηρυχθούν αθώοι", δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, περαιτέρω δε, στο πόρισμά της έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ και η απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, που θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 35, 99, 164, 165, 262, 318, 409/2024 απόφαση Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος, εν ενεργεία της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ