ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 924/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 924/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 924/2026 (ΠΟΙΝΙΚΕΣ - Ζ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 924 / 2026    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 924/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/2026 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Παρασκευή Γρίβα, Γεώργιο Μικρούδη, Γεσθημανή Τσουλφόγλου και Παγώνα Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Σταματίνας Περιμένη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Μ. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζαχαράκη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1109/2025 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Α' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. …/2025 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2026.

Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νεα συζήτηση στο ίδιο Δικαστηρίο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγεται προς συζήτηση η με αριθ. …2025, έκθεση αιτήσεως αναιρέσεως της Μ. Ρ. του Σ., κατοίκου ... (οδός …), ενώπιον της Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, για αναίρεση της με αριθ. 1109/2025 απόφασης του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία καταχωρίσθηκε στο Ειδικό Βιβλίο (άρθ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ) την 1-12-2025, η δε κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε την 22.12.2025 , καθότι η σχετική προθεσμία έληγε το Σάββατο 20.12.2025 , δηλ. ημέρα αργίας. Η ως άνω δευτεροβάθμια απόφαση εκδόθηκε κατά παραπομπή, μετά από αναίρεση που άσκησε η αναιρεσείουσα και τότε κατηγορούμενη, κατά της με αριθ. 6141/2023 απόφασης του ίδιου ως άνω Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την οποία κηρύχθηκε αυτή ένοχη για την αξιόποινη πράξη της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2β του ΠΚ και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών για την πρώτη πράξη και 9 μήνες για τη δεύτερη αντίστοιχα και σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, που ανεστάλη επί τριετία. Με την με αριθ. 1215/2024 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου η ως άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, αναιρέθηκε, με αίτηση της αναιρεσείουσας (για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Δ του ΚΠοινΔ) και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη ήδη, με αριθ. 1109/2025 απόφαση του ως άνω Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δικάζοντος ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με την οποία, κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη , με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, για τις ίδιες ως άνω αξιόποινες πράξεις και επιβλήθηκε σε αυτή ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών για την πρώτη πράξη , ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών για τη δεύτερη πράξη και συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, με τριετή αναστολή. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ήδη η αναιρεσείουσα παραπονείται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, (άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Α' ΚΠΔ). Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα (άρθρ. 466 παρ.1 και 2 ΚΠΔ) και εμπρόθεσμα στις 22-12-2025, από άτομο που είχε δικαίωμα και έννομο συμφέρον προς άσκησή της, στρέφεται κατ' αποφάσεως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, η οποία εκδόθηκε μετ' αναίρεση, (άρθρα 462 παρ. 1 περ. β', 464, 466, 473 παρ. 2, 3, 504 παρ. 1 και 505), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης και συγκεκριμένα, την έλλειψη από την απόφαση ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ), και απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων μ` αυτή ως άνω αναιρετικών λόγων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3346/2005 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 του Ν. 3904/2010, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής ή Κοινωνικής Ασφάλισης ή Ειδικούς Λογαριασμούς ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων ευρώ (20.000,00 €) και δεν καταβάλει αυτές εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων (10.000,00) δραχμών, κατά τη διάταξη δε της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν, που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000,00 €), με σκοπό να τις αποδώσει στους ως άνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε ένα μήνα αφότου είχαν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων(10.000,00) δραχμών.

Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, στο άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951 ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί (για την καταβολή τους). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των αντίστοιχων χρηματικών ποσών εντός μηνός, αφότου κατέστησαν απαιτητές, στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό, για την πληρότητα δε της αντικειμενικής υπόστασης των συγκεκριμένων εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενο αυτών να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, που ως τέτοιος νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό, οφείλει να προσφέρει την εργασία ή υπηρεσία του.

Πρόκειται, συνεπώς, για γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της εμπρόθεσμης καταβολής των παραπάνω εισφορών, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για την πληρότητα της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων αυτών απαιτείται το υποκείμενο τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το προσωπικό που υπάγεται στην ασφάλιση, το οποίο οφείλει, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί το μέρος των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους, για να το αποδώσει στον ασφαλιστικό οργανισμό, στο πρόσωπο δε αυτού στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράβασης του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν. 86/1967. Επί νομικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη, απαιτείται αναφορά των πραγματικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η θέση του κατηγορουμένου στην επιχείρηση, καθώς και αν πρόκειται για ατομική ή εταιρική επιχείρηση και η νομική μορφή της τελευταίας, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών στον αντίστοιχο Ασφαλιστικό Οργανισμό. Ειδικότερα, όταν εργοδότης είναι ημεδαπή ανώνυμη εταιρεία, υπόχρεος για την καταβολή των παραπάνω εισφορών είναι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2556/1997, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 69 παρ. 2 του Ν. 2676/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 115 του Ν. 2238/1994. Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ρύθμιση της παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012, σύμφωνα με την οποία, ως αυτουργοί των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών και απόδοσης εργατικών ασφαλιστικών εισφορών, στις ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες είναι: α) οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από τον νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, και β) σε περίπτωση που λείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, ως αυτουργοί θεωρούνται τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν, πράγματι, προσωρινά ή διαρκώς, ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: 1) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μέχρι την …2012, οπότε θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και οφείλονται από ημεδαπή ανώνυμη εταιρία, υπόχρεος για την καταβολή τους είναι μόνο ο διευθύνων σύμβουλος αυτής και 2) για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις …2012 και οφείλονται από ανώνυμη ημεδαπή εταιρία, αρχικά και κυρίως υπόχρεοι για την καταβολή τους είναι όσοι ορίζονται στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, ήτοι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων (ανεξαρτήτως του αν χαρακτηρίζονται μη εκτελεστικοί, εφόσον δεν προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση στην παρ. 7 του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/11-4-2012), οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και, γενικά, κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από τον νόμο είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε. , ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται, μόνον, αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (αντιπρόεδροι και μέλη διοικητικών συμβουλίων) ασκούν πράγματι, διαρκώς ή προσωρινά, τα καθήκοντα των αρχικών και κυρίως υπόχρεων, δηλαδή η ευθύνη τους είναι επικουρική (ΑΠ 567/2024, ΑΠ 952/2023, ΑΠ 846/2023).

Περαιτέρω για το αδίκημα μη καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, η παραγραφή προβλέπεται πενταετής, ήτοι 60 μηνών, λόγω του πλημμεληματικού χαρακτήρα του αδικήματος, που είναι γνήσιο έγκλημα τελούμενο με παράλειψη, (άρθρο 15 ΠΚ) και αρχίζει κατ' άρθρα 17 και 112 ΠΚ και 1 παρ.1 και 2 του Α.Ν. 86/1967, από την πάροδο 30 ημερών από το τέλος του μηνός κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία, χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο οφειλέτης εργοδότης όφειλε να ενεργήσει καταβάλλοντας αυτές, εκτός της επιμήκυνσης του χρόνου έναρξης και συμπλήρωσης της παραγραφής επί μη έγκαιρης καταβολής ασφαλιστικών εισφορών άνω των 150.000,00 ευρώ, μετά την 02-02-2012, που με το άρθρο 22 του Ν. 4038/2012 (ΦΕΚ A 14/02.02.2012), προστέθηκε παρ. 6, στο τέλος του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 και ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή η πενταετής παραγραφή αρχίζει από την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος του 1/3 της προθεσμίας των 5 ετών ή 60 μηνών και συγκεκριμένα, από την πάροδο των 20 μηνών από την παρέλευση του μηνός από τότε που οι ασφαλιστικές εισφορές άνω των 150.000 ευρώ κατέστησαν απαιτητές, συμπληρώνεται δε μετά πέντε έτη από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας (ΑΠ 10/2026, ΑΠ 898/2023, ΑΠ 620/2023 ΑΠ 228/2023). Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή (ΑΠ 880/2024, ΑΠ 567/2024, ΑΠ 1199/2023). Όσον δε αφορά το δόλο που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ.1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι αναγκαία η παράθεση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει απ' αυτή όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως είναι και η παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξή του. Κατ' ακολουθίαν τούτων, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967 απόφασης, πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, τα κρίσιμα περιστατικά, που είναι: α) η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού και τα χρηματικά ποσά τα οποία με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και κατέβαλε ή παρακράτησε, β) αν ο εργοδότης είναι εταιρεία, αναφορά της μορφής αυτής και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος στην εταιρεία κατά τον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ώστε να ανακύπτει υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση εισφορών, γ) όταν πρόκειται για εργοδότη ανώνυμη ημεδαπή εταιρεία στην περίπτωση που πρόκειται για ασφαλιστικές εισφορές που γεννήθηκαν μετά τις 11.4.2012, οπότε, κατά τα προαναφερθέντα, θεσπίστηκε η παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967, κατά την οποία, κατ' αρχήν, κυρίως υπόχρεοι για την ως άνω καταβολή είναι οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι διευθύνοντες ή εντεταλμένοι ή συμπράττοντες σύμβουλοι, οι διοικητές, οι γενικοί διευθυντές και γενικά κάθε πρόσωπο εντεταλμένο, είτε άμεσα από το νόμο, είτε από ιδιωτική βούληση, είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση της Α.Ε. , ενώ τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων (αντιπρόεδροι και σύμβουλοι) ευθύνονται μόνον αν λείπουν όλα τα αμέσως παραπάνω πρόσωπα και εφόσον αυτά (μέλη Δ.Σ.) ασκούν πράγματι διαρκώς ή προσωρινά τα καθήκοντα των αρχικά και κυρίως υπόχρεων, πρέπει να αναγράφεται στην καταδικαστική απόφαση ότι ο καταδικασθείς είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο μία από τις αναγραφόμενες στην ως άνω διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του ΑΝ 86/1967 ιδιότητες, μη αρκούντος του χαρακτηρισμού αυτού ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, καθόσον έτσι δημιουργείται ασάφεια, ως προς τη νομική υποχρέωση τούτου (ήτοι του αναφερομένου, απλώς, ως εργοδότη) για καταβολή των εισφορών και δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 567/2024, ΑΠ 192/2023, ΑΠ 191/2023). Δεν απαιτείται να αναφέρονται, αφού δεν αποτελούν στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο αριθμός των απασχοληθέντων μισθωτών, ποίοι ήσαν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας στον υπόχρεο, ούτε οι τακτικές αποδοχές καθενός (ΑΠ 631/2025, ΑΠ 345/2023, ΑΠ 343/2023, ΑΠ 533/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 6141/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για τις αξιόποινες πράξεις της μη έγκαιρης καταβολής εργοδοτικών εισφορών ΕΦΚΑ και μη έγκαιρης καταβολής εργατικών εισφορών ΕΦΚΑ, με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.1β ΠΚ και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τρία έτη. Ακολούθως, με την 1215/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου η ως άνω τελεσίδικη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης. Το ως άνω δικαστήριο της παραπομπής (άρθρ.524 ΚΠΔ), που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξέδωσε την προσβαλλομένη με αρ. 1109/2025 απόφαση. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, δεν παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα και ελλείπει εντελώς η αιτιολογία , καθότι δεν υφίσταται το κεφάλαιο περί ενοχής της κατηγορουμένης, με συνέπεια να μην τίθεται ζήτημα αλληλοσυμπλήρωσης με το διατακτικό, αφού το μεν πρώτο ελλείπει παντελώς, και επιπλέον στο δεύτερο δεν διευκρινίζεται η ιδιότητα και η θέση που η κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα είχε στην ως άνω εταιρία , κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή της να παρακρατεί τις εισφορές των εργαζομένων και να αποδίδει αυτές, καθώς και τις βαρύνουσες την ίδια προς τον ΕΦΚΑ, αφού στο διατακτικό χαρακτηρίζεται απλώς ως "εργοδότης της επιχειρήσεως", ιδιότητα όμως που δεν την καθιστά άνευ άλλου τινός υπόχρεη καταβολής των εν λόγω εισφορών. Συγκεκριμένα στην 11η σελίδα της προσβαλλομένης απόφασης και ενώ παραλείπεται εντελώς το σκεπτικό περί ενοχής, αναφέρεται μόνον το σκεπτικό για την απόρριψη των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α και ε ΠΚ, και την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, όπως πρωτοδίκως κατ' εφαρμογή του άρθρου 470 ΚΠΔ.

Αμέσως μετά ακολουθεί το διατακτικό της απόφασης, με το οποίο το δικαστήριο ουσίας κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, για τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες κατηγορείτο, με το ακόλουθο διατακτικό :

"Κηρύσσει την κατηγορουμένη ένοχη, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 β ΠΚ, απορριπτομένου αυτοτελούς ισχυρισμού περί αναγνώρισης ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2 α και ε ΠΚ, του ότι :

Κατά το χρονικό διάστημα από …2018 έως …2019, τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ΜΟΝDO ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΏΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΣΤΙΑΣΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ και Α.Μ.Ε. : …, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. (τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 501 ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, είδος επιχείρησης: Λιανικό εμπόριο ψωμιού, ειδών αρτοποιίας και ειδών ζαχαροπλαστικής εν γένει, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο …/2017 έως …/2019 στην επιχείρησή της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.ΚΑ. (τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 313.263,51 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών συντάχθηκε η με αριθμό …/2019 ΠΕΕ συνολικού ποσού 313.263.31 ευρώ. 1) έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 208.842,34 ευρώ, δεν κατέβαλε αυτές στον ως άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρησή της (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 104.421,17 ευρώ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι' αυτές τιμωρητέα για υπεξαίρεση. Β) Στην Θεσσαλονίκη την 1.10.2019 τυγχάνοντας εργοδότης της επιχείρησης με την επωνυμία ΜΟΝDO ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΏΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΕΣΤΙΑΣΗΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ και Α.Μ.Ε. : …, ΥΠΟΚ/ΜΑ Ε.Φ.Κ.Α. (τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) 501 ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, είδος επιχείρησης: Λιανικό εμπόριο ψωμιού, ειδών αρτοποιίας και ειδών ζαχαροπλαστικής, έχοντας απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο 01/08/2019 έως 31/8/2019 στην επιχείρησή της προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλιζόταν στον Ε.Φ.ΚΑ. (τέως ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), όφειλε για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλει στον Ε.Φ.Κ.Α. (τ.ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) τις κατωτέρω εισφορές ποσού 32.048,97 ευρώ μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία. Για την μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό …/2019 ΠΕΕ συνολικού ποσού εισφορών 32.048,97 ΕΥΡΩ.

1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών την ίδια (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 21.365,98 ΕΥΡΩ, δεν κατέβαλε αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές.

2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές τον εργασθέντων στην επιχείρησή του (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 10.682,99 ΕΥΡΩ με σκοπό να αποδώσει αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε σ' αυτόν μέσα στο μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστη γι αυτές τιμωρητέος για υπεξαίρεση.
Υπό τα δεδομένα αυτά και κατ' εφαρμογή όσον αναπτύσσονται στις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις και διατάξεις, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ), παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναίρεσης, περί απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ.510 παρ.1 στοιχ.Α' ΚΠΔ), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου αναίρεσης που γίνεται δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την με αρ. 1109/2025 καταδικαστική απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Αυγούστου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή