Απόφαση 1026 / 2026    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1026/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστέα Τσαμαδιά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Αγγελική Καρδαρά, Αμαλία Βασιλοπούλου, Χρυσούλα Μανέτα και Μαρία-Γεωργία Τσάμη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Κυριακής Στεφανάτου και της Γραμματέως Αλεξάνδρας Μπερή, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα, περί αναιρέσεως της 790α,1027, 1164/2026 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών Β' Βαθμού. Με κατηγορούμενους: 1. Μ.-Θ. Λ. του Π. και 2. Β. Π. του Π. , κατοίκων ..., οι οποίοι παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τσώλη. Με υποστηρίζων την κατηγορία τον Ν. Π. ή Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Απατσίδη και Ελένη Τζούλη.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών Β' Βαθμού, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Μπακέλας ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό …/2026 και ημερομηνία …2026 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Ν. Τ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2026.
Αφού άκουσε την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 507. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ασκήσει αναίρεση, με δήλωση που κατατίθεται στον γραμματέα του Αρείου Πάγου, κατά οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε δικαστηρίου, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 507 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, από την καταχώριση αυτής καθαρογραμμένης στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ τηρούμενο ειδικό βιβλίο του ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 ΚΠΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση με αριθμό …2026 αίτηση αναίρεσης, την οποία άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με δήλωση στη Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, στις …2026, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμ. 790α/2026-1027/2026 και 1164/06.5.2026 απόφασης του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Β' βαθμού Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκαν αθώοι (κατά πλειοψηφία) οι κατηγορούμενοι 1) Μ.-Θ. Λ. του Π. και 2) Β. Π. του Π., κάτοικοι … , των αξιόποινων πράξεων της πλαστογραφίας κατά συναυτουργία και της απάτης κατά συναυτουργία (άρθρα 45,216 παρ.1 και 386 παρ. 1α ΠΚ) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 464, 474 παρ. 1, 4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 2α' και 507 του ΚΠΔ). Είναι, συνεπώς, αυτή τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι η σχετική ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, καθώς και η, κατά το άρθρο 172 παρ. 2 του ΚΠΔ, έλλειψη ακρόασης. Η ακυρότητα, λόγω έλλειψης ακρόασης, επέρχεται, κατά την ως άνω διάταξη, στην περίπτωση που ο εισαγγελέας ή ο παριστάμενος για την υποστήριξη της κατηγορίας ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα, που τους παρέχεται ρητά από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Προβάλλεται δε παραδεκτά μέχρι και τον Άρειο Πάγο, ακόμη και αν δεν έχει προταθεί νωρίτερα. Όπως συνάγεται δε από τη διάταξη του άρθρου 174 παρ. 1 εδ. α' ΚΠΔ, την ακυρότητα αυτή, λόγω της έλλειψης ακρόασης, μπορεί να προτείνει ο εισαγγελέας τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον παριστάμενο προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 355 του ΚΠΔ, πέραν του κατηγορουμένου, παρέχεται στον εισαγγελέα και στον υποστηρίζοντα την κατηγορία το δικαίωμα να ζητήσουν την αναβολή ή διακοπή της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες, που δεν έχουν κληθεί ή να προσκομιστούν έγγραφα ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, που εκκρεμεί ή νέα πραγματογνωμοσύνη. Στο αίτημα αναβολής ή διακοπής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που πρόκειται να αποδειχτεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου (ΑΠ 889/2025, ΑΠ 2363/2009). Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής ή διακοπής, εφόσον αυτό είναι ορισμένο και παραδεκτό και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την απαιτούμενη, κατά τα άνω, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία, άλλως στοιχειοθετείται η εκ του άρθρου 510 στοιχ. Δ' ΚΠΔ. πλημμέλεια (πρβλ. ΑΠ 565/2024, ΑΠ 1483/2022).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απολογία των κατηγορουμένων και την κήρυξη του τέλους της διαδικασίας από τον Πρόεδρο του δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος για την υποστήριξη της κατηγορίας, όπως αναγράφεται επί λέξει, "υπέβαλε τα κάτωθι αιτήματα προκειμένου να προσκομισθούν στην επόμενη μετά διακοπή δικάσιμο: α) να διαταχθεί από το Δικαστήριο να προσκομισθούν οι τηλεφωνικές κλήσεις από το γραφείο της κατηγορουμένης στη Eurobank μεταξύ της τελευταίας και των μαρτύρων Γ. και Κ., β) να εξεταστεί η κατ' αντιπαράσταση εξέταση των μαρτύρων Φ. και Κ. και γ) να διαταχθεί από το Δικαστήριο γραφολογική εξέταση με συγκεκριμένα ερωτήματα''. Κατόπιν αυτού, όπως αναφέρεται στα πρακτικά, ο Εισαγγελέας πρότεινε να απορριφθούν τα ανωτέρω αιτήματα του συνηγόρου υποστήριξης κατηγορίας, πρότεινε επί της ενοχής και στη συνέχεια, μετά τις αγορεύσεις των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας και υπεράσπισης, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώους τους κατηγορούμενους, χωρίς να απαντήσει προηγουμένως στο ανωτέρω αίτημα του υποστηρίζοντος την κατηγορία. Όμως, το αίτημα αυτό όπως διατυπώθηκε και υποβλήθηκε, δηλαδή χωρίς να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα και να αναφέρονται σ' αυτό περιστατικά, περί των οποίων θα κατέθεταν οι μάρτυρες και θα διενεργούνταν η πραγματογνωμοσύνη, που να δικαιολογούν την αναβολή ή διακοπή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, ήταν αόριστο και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτό. Επομένως, το Εφετείο, που δεν απάντησε στο ανωτέρω αόριστο αίτημα και προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης ακρόασης του υποστηρίζοντος την κατηγορία και, συνακόλουθα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 172 παρ. 2 ΚΠΔ, για σχετική ακυρότητα στο ακροατήριο λόγω έλλειψης ακρόασης.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Ειδικά, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας, που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, δεδομένου δε ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας υπάρχει, όταν: α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου, είτε αναφέρονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις), για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει στο πόρισμα ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ελεγχόμενης αξιόποινης πράξης. Επίσης, στην αθωωτική απόφαση, για να είναι αυτή αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται ή να συνάγεται από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του, το περιεχόμενο όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, που μνημονεύονται στα πρακτικά και όχι μόνο το περιεχόμενο μερικών από αυτά. Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας όταν δεν είναι βέβαιο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη στο σύνολό τους όλα τα έγγραφα ή το περιεχόμενο όλων των μαρτυρικών καταθέσεων, ενώ δεν αρκεί, για την πληρότητα της αιτιολογίας της αθωωτικής απόφασης, μόνη η σκέψη ότι προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι δεν πείσθηκε το δικαστήριο, εκτός αν δεν προσκομίσθηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δεν εξετάστηκε μάρτυρας (Ολ. ΑΠ 1/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των κατ' είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων (ενόρκων καταθέσεων μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, όλων των αναγνωσθέντων εγγράφων, απολογιών κατηγορουμένων), δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα: "Από την αποδεικτική διαδικασία που διεξήχθη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, από τις απολογίες των κατηγορουμένων και γενικά από όλη τη συζήτηση της υπόθεσης και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ.1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής απόδειξης, αποδείχθηκαν τα εξής: Στις …2018, δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού, που τιτλοφορείται "…" 20.000,00 ΕΥΡΩ , μη επέχοντος ωστόσο θέση προσυμφώνου, που καταρτίστηκε στο γραφείο της τότε πληρεξούσιας δικηγόρου του εγκαλούντος-υποστηρίζοντος την κατηγορία Σ. Δ. (μέλους της εδρεύουσας στην Αθήνα δικηγορικής εταιρείας "…"), με συμβαλλόμενους τον εγκαλούντα Ν. Π., αφενός (εκπροσωπούμενο από την προαναφερόμενη δικηγόρο) και την πρώτη κατηγορούμενη Μ. - Θ. Λ., δικηγόρο Δ.Σ. … , η οποία ενεργούσε ατομικά για λογαριασμό της και για λογαριασμό του συζύγου της-δεύτερου κατηγορούμενου Β. Π., επίσης δικηγόρου (Δ.Σ. …), αφετέρου, ο μεν πρώτος συμφώνησε να πωλήσει και οι αντισυμβαλλόμενοι να αγοράσουν οριζόντιες ιδιοκτησίες, κείμενες σε οικοδομή επί της οδού … , στο Δήμο … , όπως αυτές περιγράφονται στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό. Το αρχικώς συμφωνηθέν τίμημα ορίστηκε στο ποσό των 670.000 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι (αγοραστές) κατέβαλαν στον πωλητή το ποσό των 20.000 ευρώ, σε μετρητά ως αρραβώνα. Η καταβολή των μετρητών έγινε εις χείρας του μεσίτη ακινήτων Γ. Ρ. , στον οποίο ο εγκαλών είχε αναθέσει την πώληση του ανωτέρω ακινήτου και ο οποίος ήταν παρών κατά την υπογραφή του συγκεκριμένου συμφωνητικού, μαζί με τον Γ. Φ. , λογιστή του εγκαλούντος και μίας συνεργάτιδας του Γ. Ρ. Για την καταβολή του ποσού των 20.000 ευρώ εκδόθηκαν σχετικές αποδείξεις καταβολής και είσπραξης. Το δε συμφωνητικό συντάχθηκε εις διπλούν και υπογράφηκε σε κάθε οπισθόφυλλο από τη δικηγόρο Σ. Δ. (για λογαριασμό του πωλητή) και την πρώτη κατηγορούμενη (για λογαριασμό των αγοραστών), όπως προκύπτει από την επισκόπησή του. Τα ανωτέρω δε πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από κανέναν. Κατόπιν τούτων, τα συμβαλλόμενα μέρη βρίσκονταν σε συζητήσεις και προέβαιναν σε ενέργειες προκειμένου να διευθετηθούν πολεοδομικά ζητήματα των υπό πώληση ακινήτων, διευθετήσεις και τακτοποιήσεις που είχαν θέσει ως όρο οι αγοραστές και νυν κατηγορούμενοι και είχε αποδεχθεί ο πωλητής και δη στην τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της οικοδομής ως προς τη δυνατότητα μονομερούς διαχωρισμού των πωλούμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών και την τακτοποίηση των αποκλειστικών χρήσεων.
Εξάλλου, τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου ανέλαβε, με επιλογή των αγοραστών και συναίνεση του πωλητή, η συμβολαιογράφος Αθηνών Μ. Κ., η οποία ήταν κατά το παρελθόν συμφοιτήτρια της πρώτης κατηγορούμενης και είχε ενημερωθεί για τις σχετικές με την υπόψη αγοραπωλησία διαπραγματεύσεις από το … του έτους 2018. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, αφού ο πωλητής είχε αποτύχει να εξασφαλίσει τη συναίνεση των λοιπών συνιδιοκτητών της ανωτέρω οικοδομής για τροποποίηση του κανονισμού, οι συμβαλλόμενοι αποφάσισαν να συνάψουν τροποποιητική συμφωνία για την εκ του λόγου αυτού μείωση του τιμήματος στο ποσό των 600.000 ευρώ (αντί του αρχικού ορισθέντος 670.000 ευρώ) και για παράταση του χρόνου υπογραφής του συμβολαίου μέχρι τις …2018. Προς το σκοπό αυτό κατάρτισαν το επίμαχο από …2018 δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο τιτλοφορείται μεν κατά το μη αμφισβητούμενο σκέλος του "…..." αναγραφόμενου, όμως ως ποσού, αυτού των 150.000,00 ευρώ , σύμφωνα με το αναγνωστέο αντίγραφο- έγγραφο του κατηγορητηρίου καθώς και με το προσκομιζόμενο από τους κατηγορούμενους αναγνωστέο αντίγραφό του, ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του μηνυτή η εν λόγω (δεύτερη) προκαταβολή, που είχε συμφωνήσει με τους κατηγορούμενους και είχε αρχικά αναγραφεί για την ίδια αιτία ανερχόταν στο πολύ χαμηλότερο ποσό των 50.000 ευρώ. Το σχετικό έγγραφο συντάχθηκε και εκτυπώθηκε από την πρώτη κατηγορούμενη, η οποία ζήτησε και έλαβε με e-mail σε μορφή word από τον Γ. Φ., το κείμενο του από …2018 πρώτου ιδιωτικού συμφωνητικού, που είχε συντάξει η τότε πληρεξούσια δικηγόρος του πωλητή Σ. Δ. Εν τέλει το από …2018 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό υπογράφηκε στο γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης αφενός από την ίδια, ως ενεργούσα ατομικά για τον εαυτό της και για λογαριασμό του δεύτερου κατηγορούμενου, συζύγου της Β. Π., δυνάμει πληρεξουσίου, με την ιδιότητα αμφοτέρων ως αγοραστών και αφετέρου του Γ. Φ., που ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό του πωλητή και υποστηρίζοντος την κατηγορία Ν. Π., δυνάμει, επίσης, πληρεξουσίου, χωρίς την παρουσία άλλου προσώπου. Ειδικότερα, οι μάρτυρες κατηγορίας Χ.-Μ. Τ. και Γ. Φ. κατέθεσαν ότι η εκ των κατηγορουμένων Μ.- Θ. Λ. , κατά την υπογραφή του ανωτέρω από …2018 τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού, κατέβαλε για το σκοπό αυτό μόνο το ποσό των 50.000 ευρώ και συνολικά (με την προκαταβολή των 20.000 ευρώ) το ποσό των 70.000 ευρώ και όχι αυτό των 150.000 ευρώ, όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, και το οποίο αναγράφεται στο ανωτέρω από …2018 ιδιωτικό συμφωνητικό. Συγκεκριμένα, ο Γ. Φ. κατέθεσε ότι ο ίδιος υπέγραψε το από …2018 συμφωνητικό και εισέπραξε το ποσό των 50.000 ευρώ, το οποίο απέδωσε ακολούθως στον πωλητή-μηνυτή Ν. Π., χωρίς να λάβει από την πρώτη κατηγορούμενη πρωτότυπο του συμφωνητικού λόγω άρνησής της να του το χορηγήσει, με την (από μέρους της) δικαιολογία, όπως κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας: i) πρωτοδίκως μεν, ότι είχε συμφωνηθεί να το προωθήσει (η πρώτη κατηγορούμενη) στη δικηγόρο του πωλητή, Σ. Δ., όπως είχε γίνει και με το πρώτο συμφωνητικό, ii) ενώπιον δε του παρόντος Δικαστηρίου, αφενός με την δικαιολογία ότι δεν υπήρχαν δεύτερα συμφωνητικά "και αυτό είχε ξεκινήσει από το πρώτο συμφωνητικό" και ότι "θεματοφύλακας" του δεύτερου συμφωνητικού θα ήταν η Σ. Δ., ως πρόσωπο εμπιστοσύνης και της ίδιας (της πρώτης κατηγορούμενης) και αφετέρου - στην ίδια κατάθεση - ότι η εν λόγω κατηγορούμενη θα προωθούσε ένα δεύτερο αντίγραφο και στην τελευταία. Η υπονοούμενη δε από τον μάρτυρα Γ. Φ. μεθόδευση της πρώτης κατηγορούμενης να μην του χορηγήσει αντίγραφο του επίμαχου συμφωνητικού, δεν συνάντησε κάποια αντίρρηση από μέρους του πωλητή και της συζύγου του, δοθέντος ότι όπως ο ίδιος ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε σχετικά, όταν τους ενημέρωσε (τον πωλητή και τη σύζυγό του και μάρτυρα κατηγορίας Χ.-Μ. Τ.) για την υπόψη μη χορήγηση αντιγράφου, αμφότεροι του συνέστησαν απλά να παραλάβει το ποσό και να φύγει, παραπέμποντας για την ανάληψή του (αντιγράφου του συμφωνητικού) στην δικηγόρο Σ. Δ., για την οποία πάντως η πρώτη μάρτυρας κατηγορίας Χ. Τ. , στην ένορκη κατάθεσή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου υποστήριξε ότι κατά τον χρόνο σύνταξης του εν θέματι δεύτερου συμφωνητικού (…2018) δεν εκπροσωπούσε πλέον ως δικηγόρος τον σύζυγό της μηνυτή.
Περαιτέρω δε ο μάρτυρας κατηγορίας Γ. Φ. υποστηρίζει ότι την υπογραφή του έθεσε όχι μόνο στην τελευταία σελίδα στη θέση του πωλητή, αλλά κάτω αριστερά και σε κάθε μονή σελίδα του από …2018 συμφωνητικού, η οποία σελίδα πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν λευκή στην πίσω όψη και δεν είχε συρραφεί, και ότι το εν λόγω (δεύτερο) συμφωνητικό το συνέταξε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της η κατηγορούμενη Μ.-Θ. Λ. και αναγραφόταν σ' αυτό ότι δόθηκε το ποσό των 70.000 ευρώ ως προκαταβολή, ότι στην 4η σελίδα του συμφωνητικού αυτού αναγράφονταν τα ποσά των δύο προκαταβολών, ήτοι το μη αμφισβητούμενο ποσό των 20.000 ευρώ και το διαφιλονικούμενο ποσό των 50.000 ευρώ και ότι το υπόλοιπο προς καταβολή τίμημα με τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, ανερχόταν στο ποσό των 530.000 ευρώ. Από την πλευρά τους, οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι το προκείμενο (δεύτερο) ιδιωτικό συμφωνητικό, που δεν είναι άλλο από το προσκομιζόμενο από τους ίδιους αντίγραφο εκ του εις χείρας τους πρωτοτύπου, συντάχθηκε σε δύο αντίτυπα, έξι σελίδων τυπωμένων σε διπλή όψη, το καθένα, ότι η πρώτη εξ αυτών υπέγραψε σε κάθε φύλλο τους (αμφοτέρων των αντιτύπων) και ότι ο Γ. Φ. υπέγραψε στο κατεχόμενο από την ίδια συμφωνητικό μόνο στην τελευταία σελίδα, στη θέση του πωλητή, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται και οποίο η πρώτη κατηγορούμενη διαπίστωσε το πρώτον μετά τη λήξη της συνάντησής τους, κατά την οποία του χορήγησε το έτερο αντίτυπο του συμφωνητικού, θέτοντάς το εντός του φακέλου με τα 150.000 ευρώ, που του έδωσε. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι τόσο κατά την επίμαχη σύνταξη του ως άνω από …2018 ιδιωτικού συμφωνητικό όσο και τουλάχιστον μέχρι και το πρώτο δεκαήμερο του … του ίδιου έτους, εξ ουδενός στοιχείου προέκυψε, ούτε και άλλωστε αμφισβητείται από οποιονδήποτε των εμπλεκομένων (μηνυτή και κατηγορουμένων), ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αντιληφθεί τυχόν υποκρυπτόμενη πρόθεση του μηνυτή -πωλητή να υπαναχωρήσει από την μεταξύ τους σύναψη του επικείμενου συμβολαίου αγοραπωλησίας των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών, και την εντεύθεν σύναψη αγοραπωλησίας τους με τρίτο πρόσωπο, ενδεχόμενο το οποίο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει, υπό προϋποθέσεις, υπόνοιες αυθαίρετης ή και παράνομης μεθόδευσης εξασφάλισης απόληψης από μέρους των κατηγορούμενων-αγοραστών, διπλάσιας σχεδόν της επίμαχης προκαταβολής των, κατά τους ισχυρισμούς του μηνυτή, 50.000 ευρώ, ως αρραβώνα, ενόψει της, σε αυτή την περίπτωση, επικείμενης αποτυχίας σύναψης του ανωτέρω συμβολαίου αγοραπωλησίας, με υπαιτιότητα του πωλητή. Αντίθετα, αποδείχθηκε αναντίλεκτα τόσο από την κατάθεση της μάρτυρος συμβολαιογράφου Μ. Κ. σε συνδυασμό και με τα σχετικώς αναγνωσθέντα έγγραφα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, ότι ενόψει της επικείμενης σύναψης της ρηθείσης αγοραπωλησίας μεταξύ των νυν αντιδίκων η εν λόγω συμβολαιογράφος έλαβε στις …2018, όλα τα πιστοποιητικά που αφορούσαν την επικείμενη αγοραπωλησία, ήτοι πιστοποιητικά ΕΝΦΙΑ (2013-2017), βεβαίωσης μη οφειλής Τ.Α.Π., φορολογικές ενημερότητες (σχετ. το από …2018 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Γ. Φ. προς την ανωτέρω συμβολαιογράφο), στη συνέχεια δε και δη στις …2018 η ίδια συμβολαιογράφος, αναμένοντας τις βεβαιώσεις περαίωσης (με την τελευταία ημερομηνία ενημέρωσης) και τις κατόψεις των τακτοποιήσεων σε φυσικό μέγεθος, υπογεγραμμένες με σφραγίδα μηχανικού (σχετ. το από …2018 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της πρώτης κατηγορούμενης προς τον Γ. Φ.), απέστειλε στην εκ των αγοραστών πρώτη κατηγορούμενη το σχέδιο του συμβολαίου των άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, με όρους που είχε υποδείξει ο Γ. Φ., προκειμένου να συνταχθεί και υπογραφεί το συμβόλαιο εντός των προσεχών ημερών του Οκτωβρίου.
Εξάλλου και σε συνάφεια με τις αμέσως προηγηθείσες παραδοχές, που κλονίζουν ήδη εν τη γενέσει τους την αξιοπιστία των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας και ιδιαίτερα της συζύγου του μηνυτή και του Γ. Φ., δημιουργώντας, όπως και παρακάτω θα σημειωθεί, ερωτηματικά και κενά στους σχετικούς ισχυρισμούς τους, ουδόλως αμφισβητείται το γεγονός ότι ήδη από τις …2018, δηλαδή τρεις ημέρες νωρίτερα από την σύναψη του από …2018 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο πληρεξούσιος του μηνυτή Γ. Φ. είχε αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα στην πρώτη κατηγορούμενη, με το οποίο της γνωστοποίησε στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσε ο εντολέας του (Ν. Π.), στα νησιά … To γεγονός αυτό ενδεικνύει με ισχυρή πιθανότητα, εξαιτίας προεχόντως της χρονικής συγκυρίας που τα προκείμενα τραπεζικά στοιχεία δόθηκαν - ήτοι ενώ αναμενόταν η εντός ολίγων ημερών καταβολή δεύτερης προκαταβολής από μέρους των νυν κατηγορούμενων και τότε αγοραστών, έναντι του τελικώς συμφωνηθέντος τιμήματος των 600.000 ευρώ - ότι το ποσό το οποίο επιδίωκε ο μηνυτής να κατατεθεί στον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό και ενώ υπολείπονταν ακόμα, όπως προαναφέρθηκε, κάποιες φορολογικές και τεχνικές διευθετήσεις από μέρους του ιδίου, αφορώσες τις υπό πώληση ιδιοκτησίες (όπως δηλώσεις ΦΜΑ, βεβαιώσεις περαίωσης, κατόψεις τακτοποιήσεων σε φυσικό μέγεθος, υπογεγραμμένες με σφραγίδα μηχανικού κ.ά.) και χωρίς να έχει συνταχθεί ακόμα ούτε το σχέδιο του συμβολαίου, ήταν (το διωκόμενο ποσό) κατά πολύ μεγαλύτερο του διαλαμβανόμενου από τον μηνυτή και τους υποστηρίζοντες την κατηγορία μάρτυρες ποσού των 50.000 ευρώ, καθιστώντας, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας ως πλέον πειστική την εκδοχή των κατηγορούμενων ότι: i) αφενός μεν ο μηνυτής, εξαιτίας και των μη αμφισβητούμενων σοβαρών ζητημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε κατά το κρισιολογούμενο χρονικό διάστημα, επιδίωξε να εισπράξει σε πρώιμο προσυμβατικό στάδιο το ιδιαίτερα υψηλό ποσό (προκαταβολής) των 300.000 ευρώ, δοθέντος ότι στο σχέδιο συμβολαίου είχε "υποδειχθεί" από τον Γ. Φ. ως εκπρόσωπο του πωλητή αλλά και από την κατηγορούμενη Μ. Λ., στην προαναφερόμενη συμβολαιογράφο να αναγραφεί ως τίμημα το υπόλοιπο ποσό των 300.000 ευρώ, σύμφωνα με όσα η ίδια χωρίς αντίκρουση κατέθεσε, ii) αφετέρου δε ότι οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι εκτιμώντας ότι το συγκεκριμένο ποσό ήταν ασυνήθιστα μεγάλο ως προκαταβλητέο και όχι ως καταβλητέο κατά το χρόνο σύναψης του συμβολαίου, συναίνεσαν τελικά στην πληρωμή σε ρευστό του επίμαχου ελάσσονος ποσού των 150.000 ευρώ. Η πειστικότητα δε του αμέσως ανωτέρω ισχυρισμού, έγκειται πέραν των προαναφερόμενων υποκειμενικών περιστάσεων των τότε αντισυμβαλλόμενων, στο ότι ένα ποσό της τάξεως των 300.000 ευρώ, ως προσομοιάζον εν προκειμένω, λόγω του μεγέθους του, με τίμημα, ευλόγως ήταν προσφορότερο και ευχερέστερο συναλλακτικά να εκταμιευθεί σε τραπεζικό λογαριασμό, και δη στα νησιά … παρά να δοθεί "χέρι με χέρι". Παρά ταύτα, ο μηνυτής καθώς και η μάρτυρες κατηγορίας, και ιδιαίτερα η σύζυγός του X. Τ. και Γ. Φ., διαλαμβάνουν ότι το επίμαχο από …2019 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι προϊόν νόθευσης από κοινού από τους κατηγορούμενους ως προς το ποσό του καταβληθέντος από τους ίδιους ποσού αρραβώνα και δη από το καταβληθέν κατά τους ισχυρισμούς του μηνυτή-πωλητή ποσού των 50.000 ευρώ στο κατόπιν νοθεύσεως αναγραφόμενο ως καταβληθέν, ποσό των 150.000 ευρώ. Νόθευση η οποία, σημειωτέον, φέρεται από τον εγκαλούντα, να έλαβε χώρα μετά την αναντιλέκτως αιφνίδια (ήτοι άνευ προηγούμενης ειδοποίησης) υπαναχώρησή του από την πώληση των ανωτέρω ιδιοκτησιών στους κατηγορούμενους και την συνακόλουθη πώλησή τους σε τρίτο αγοραστή, δυνάμει του με αριθμό …2018 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ρούσκα, ήτοι σε χρονική απόκλιση από την σχετική ως άνω ανεπέρειστη εκδοχή του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Φ., περί εξ αρχής από τις 28.9.2018 μεθόδευσης της επίδικης πλαστογραφίας. Η δε τοιαύτη νόθευση, υποστηρίζεται από τον εγκαλούντα και προεχόντως από την σύζυγό του και τον Γ. Φ. ότι έλαβε χώρα με επανεκτύπωση μερικών παραποιημένων μονών σελίδων του από …2018 ιδιωτικού συμφωνητικού και δη με την εκ των υστέρων (μετά την …2018) αποσυρραφή των πέντε πρώτων σελίδων και την διενέργεια "κολλάζ" στην οπίσθια όψη της εκάστοτε μονής σελίδας της αντίστοιχης ζυγής σελίδας, περαιτέρω με την προσθήκη του αριθμού 1 πριν τον αριθμό 70.000, ώστε να γίνει 170.000 και με συρραφή της τελευταίας σελίδας με γνήσια υπογραφή, μετά τις νοθευμένες. Η ρηθείσα όμως εκδοχή του μηνυτή περί της επίμαχης νόθευσης, δεν υποστηρίζεται ούτε κατά επιστημονικά αδιάσειστο και τεκμηριωμένο τρόπο από οποιαδήποτε εκ των αναγνωσθεισών γραφολογικών γνωμοδοτήσεων, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας φυσικής εξέτασης του πρωτοτύπου εγγράφου, παρά μόνο αντιγράφου εκ του εξαχθέντος από το φάκελο της κατωτέρω αναφερόμενης Διαταγής Πληρωμής, γεγονός που αναπόφευκτα οδηγεί σε υποθετικού και αποσπασματικού τύπου εξαγωγή συμπερασμάτων. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ειδικά στην από …2025 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της δικαστικής γραφολόγου Μ.-Μ. Κ., που προσκομίζεται με επίκληση από τον εγκαλούντα, το μοναδικό τεχνικό εύρημα στο οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί και μάλιστα έμμεσα - ως ενδεικνύον απλά το ενδεχόμενο το επίμαχο έγγραφο να μην είχε υπογραφεί όντας συρραμμένο από τον Γ. Φ. - και όχι ως ευθέως συνδεόμενο με την παραποίησή του, είναι η απουσία πιθανών εγχαράξεων-αποτυπώσεων πίεσης υπογραφής από τον τελευταίο στα προηγούμενα φύλλα και σελίδες (λόγω της δυναμικής κάθε υπογραφής) στην τελευταία σελίδα του.
Πλην όμως το εν λόγω εύρημα, όπως πειστικά το αξιολογεί και η έτερη δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. στη δική της αναγνωσθείσα έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης, δεν αποτελεί ασφαλές επιστημονικό κριτήριο, δυνάμενο από μόνο του να θεμελιώσει τεχνικό συμπέρασμα περί μη γνησιότητας, διότι ένα έγγραφο μπορεί να υπογραφεί χωρίς να αφήσει αποτύπωμα στην προηγούμενη σελίδα, ιδίως όταν οι σελίδες δεν βρίσκονται σε πλήρη επαφή κατά το χρόνο της υπογραφής, όπως συμβαίνει όταν δεν είναι εξ αρχής συραμμένο το υπό εξέταση έγγραφο.
Εξάλλου, τα όποια ερωτηματικά δημιουργεί το γεγονός ότι, παρά τη νομική κατάρτιση των κατηγορουμένων, δεν επελέγη η κατάρτιση συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, ούτε και εκδόθηκε σχετική απόδειξη καταβολής και είσπραξης του διαφιλονικούμενου ποσού της δεύτερης (από …2018) προκαταβολής, διασκεδάζονται σε σημαντικό βαθμό i) αφενός από το γεγονός ότι δεν είναι συναλλακτικά ασυνήθιστος ο τύπος τήρησης ιδιωτικού αντί συμβολαιογραφικού τύπου προσυμφώνου ακινήτου, όπως επιβεβαίωσε στην επ' ακροατηρίω κατάθεσή της και η συμβολαιογράφος Μ. Κ., ιδιαίτερα προκειμένου, κατά τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας, να αποφευχθούν σχετικά συμβολαιογραφικά έξοδα (αλλά και αντίστοιχες αμοιβές δικηγόρων) και εφόσον, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν είχε καταστεί δυνατό κατά τον κρίσιμο χρόνο της …2018 να προσδιοριστεί επακριβώς πότε θα υπογραφόταν το οριστικό συμβόλαιο, ενόψει των προεκτιθέμενων εκκρεμών μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του ίδιου έτους φορολογικών και πολεοδομικών - τεχνικών διευθετήσεων, που αφορούσαν τις υπό πώληση ιδιοκτησίες ii) και αφετέρου από το γεγονός της τυχόν αναγκαιότητας τήρησής τους (του συμβολαιογραφικού τύπου και της έκδοσης απόδειξης) για τη συναλλακτική ασφάλεια αμφοτέρων των αντισυμβαλλομένων, δηλαδή όχι μόνο των τότε υποψήφιων αγοραστών και νυν κατηγορούμενων αλλά και του τότε υποψήφιου πωλητή και νυν μηνυτή και υποστηρίζοντα την κατηγορία.
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος επιβεβαίωσε πολλές φορές τους ισχυρισμούς των κατηγορούμενων ότι το ύψος του αρραβώνα που καταβλήθηκε με το από …2018 (δεύτερο) ιδιωτικό συμφωνητικό ανήλθε στο ποσό των 150.000 ευρώ, επικαλούμενη ότι ναι μεν δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του, πλην όμως ότι ενημερώθηκε σχετικά και με αυτό το ζήτημα τηλεφωνικά ήδη από τις …2018, από την πρώτη κατηγορούμενη, η οποία κατά την επίμαχη συνάντησή της με τον Γ. Φ. (την ίδια ημέρα), κάλεσε το μεσημέρι από το γραφείο της στο τηλέφωνο την εν λόγω συμβολαιογράφο ενώ παρευρισκόταν ακόμα στο γραφείο της ο Γ. Φ. Ειδικότερα η ανωτέρω μάρτυρας υποστήριξε ότι η πρώτη κατηγορούμενη επικοινώνησε μαζί της σε ανοικτή ακρόαση, προκειμένου από την μεν πλευρά της (η πρώτη κατηγορούμενη) να την ενημερώσει ότι δεν θα προχωρούσαν τελικά σε τροποποίηση της συστάσεως οριζόντιων ιδιοκτησιών, ότι γι' αυτό τον λόγο το τίμημα θα μειωνόταν στα 600.000 ευρώ και ότι δόθηκε πρόσθετη προκαταβολή ποσού 150.000 ευρώ, συνταχθέντος για το λόγο αυτό του επίμαχου συμφωνητικού καθώς και ότι η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος θα χρειαζόταν να δώσει κάποιες διευκρινίσεις στον Γ. Φ. σχετικά με τις εντεύθεν απαιτούμενες δηλώσεις οριστικής τακτοποίησης- περαίωσης για τα υπό πώληση ακίνητα, έτσι ώστε να προχωρήσουν στο οριστικό συμβόλαιο. Στο πλαίσιο δε της ως άνω ενημέρωσης, η εξετασθείσα ως μάρτυρας συμβολαιογράφος ισχυρίστηκε στην ένορκη κατάθεσή της στο ακροατήριο τούτου του Δικαστηρίου, ότι ο Γ. Φ. ρητά επιβεβαίωσε τα αμέσως προαναφερόμενα νεώτερα δεδομένα, περιλαμβανομένου και του ύψους της πρόσθετης προκαταβολής στο αμέσως ανωτέρω ποσό των 150.000 ευρώ, ο ίδιος δε ο Γ. Φ. στη δική του ένορκη κατάθεση αρνείται οποιαδήποτε σχετική τηλεφωνική επαφή (και φυσικά και επιβεβαίωση) με την ανωτέρω συμβολαιογράφο την ημέρα κατάρτισης του δεύτερου συμφωνητικού. Ωστόσο η αξιοπιστία των όσων ως άνω διέλαβε στην κατάθεσή της η συμβολαιογράφος Μ. Κ., πρέπει να σημειωθεί ότι δεν επλήγη με την από …2019 μήνυση που κατέθεσαν ο νυν εγκαλών Ν. Π. και ο Γ. Φ. σε βάρος και της ίδιας (πέραν των νυν κατηγορούμενων) για ψευδή κατάθεση, απόπειρα απάτης επί δικαστηρίω και για συκοφαντική δυσφήμιση, στο πλαίσιο της όμοιου περιεχομένου με αριθμό …/2019 ένορκης βεβαίωσης που έδωσε η συγκεκριμένη συμβολαιογράφος προς αντίκρουση της κάτωθι αναφερόμενης από …2019 ανακοπής που άσκησε για τον κατωτέρω αναφερόμενο λόγο ο νυν εγκαλών κατά της με αριθμό …2019 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … Ν. Α., την οποία επέσπευσε η νυν πρώτη κατηγορούμενη. Και τούτο διότι η ανωτέρω μήνυση απορρίφθηκε ως αβάσιμη με τη με αριθμό …/2020 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, απορριφθείσης και της σχετικής προσφυγής που άσκησε ο νυν εγκαλών κατά της εν λόγω Διάταξης ως αβάσιμης, δυνάμει της με αριθμό … Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Αντίθετα τα όσα υποστήριξε στην κατάθεσή της η ανωτέρω συμβολαιογράφος ότι ειπώθηκαν, αμφιπλεύρως, ενώπιον της, αναφορικά με τη σύναψη του από 28.9.2018 συμφωνητικού προκαταβολής τιμήματος, επιπλέον (των ήδη καταβληθέντων 20.000 ευρώ) 150.000 ευρώ, ενισχύονται περαιτέρω από το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι τουλάχιστον αντίγραφο του πρωτοτύπου συμφωνητικού με αναγραφόμενο ποσό αυτό των 150.000 ευρώ προσκομίστηκε και επιδείχθηκε από την πρώτη κατηγορούμενη στην κατωτέρω εκτιθέμενη συνάντηση που επιμελήθηκε στις …2018 στο γραφείο του ο τότε πληρεξούσιος δικηγόρος του εγκαλούντος, Π. Δ. , το ίδιο δε το εν λόγω πρωτότυπο, αναγράφον το ίδιο ποσό των 150.000 ευρώ, επιδείχθηκε από τον έτερο μάρτυρα υπεράσπισης Δ. Γ., πληρεξούσιο δικηγόρο των νυν κατηγορούμενων στο πλαίσιο της συζήτησης επί της μνημονευθείσης (με αριθ. …2019) ανακοπής που άσκησε ο εγκαλών, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, χωρίς, όμως, ο τελευταίος να επιμεληθεί και να απαιτήσει σε καμία εκ των ανωτέρω περιπτώσεων να τεθεί το πρωτότυπο αυτό υπό την ενδελεχή επισκόπηση των εκεί παρισταμένων νομικών παραστατών του, αλλά και λοιπών αντιπροσώπων του. Αυτή η αβελτηρία από μέρους του εγκαλούντος, καθώς και οι λοιπές ως άνω παραδοχές, αποδυναμώνουν, επίσης, σε σημαντικό βαθμό τις κατ' αρχήν ευλογοφανείς υπόνοιες, που θα μπορούσαν να προκληθούν σε έναν τρίτο αντικειμενικό παρατηρητή, σχετικά με την τυχαιότητα της κάτωθι εκτιθεμένης απώλειας του εν θέματι κρίσιμου πρωτότυπου εγγράφου της από …2018 τροποποίησης ιδιωτικού προσυμφώνου, μία μόλις ημέρα μετά την επίδειξή του στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου Χαλκίδας και ενώ εκκρεμούσε η ανοιγείσα με την ανωτέρω ανακοπή δίκη, και εξηγούν (οι προηγηθείσες παραδοχές) εν προκειμένω την τοιαύτη απώλεια πειστικότερα ως σύμπτωση. Ειδικότερα, ως προς τα λοιπά περιστατικά που ακολούθησαν την σύναψη του επίμαχου προσυμφώνου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών-πωλητής Ν. Π. υπαναχώρησε αιφνιδίως (ήτοι χωρίς προηγούμενη ενδεικτική προς τούτο συμπεριφορά έναντι των κατηγορούμενων υποψήφιων αγοραστών) από τη σύμβαση αγοραπωλησίας που επρόκειτο να συνάψει με τους νυν κατηγορούμενους και μεταβίβασε τα ανωτέρω ακίνητά του σε τρίτο αγοραστή, δυνάμει του με αριθμό …2018 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Ρούσκα, και αφού συμβουλεύθηκε τον τότε νομικό του σύμβουλο-δικηγόρο Π. Δ. (που είχε αντικαταστήσει την προαναφερόμενη δικηγόρο του Σ. Δ.), ειδοποίησε τους κατηγορούμενους για τη ματαίωση της τοιαύτης αγοραπωλησίας. Μέσα σε κλίμα, δε, έντονης συνακόλουθης δυσαρέσκειας και πικρίας από μέρους των νυν κατηγορούμενων, εξαιτίας της αιφνίδιας μεταστροφής στη συναλλακτική συμπεριφορά της πλευράς του πωλητή - εγκαλούντος, πραγματοποιήθηκε στις 25.10.2018 συνάντηση στο γραφείο της πρώτης κατηγορούμενης Μ.-Θ. Λ. στην Τράπεζα Eurobank, στην οποία παρευρέθηκαν τρία πρόσωπα από την πλευρά του πωλητή, ήτοι οι Γ. Φ., Γ. Ρ., μεσίτης και Γ. Κ., δικηγόρος Αθηνών και συνεργάτιδα του Π. Δ., με σκοπό την επιστροφή από τον πωλητή, διά του Γ. Φ. του ως άνω διαφιλονικούμενου ποσού των 70.000 ευρώ, το οποίο κατά τον εγκαλούντα έπρεπε να επιστραφεί ως δοθείς αρραβώνας από τους αγοραστές, με την επισήμανση των εύλογων ερωτηματικών, που δημιουργούσε, ως προς την ειλικρίνεια και ευθύτητα των διαθέσεων από μέρους του εγκαλούντος, η παρουσία τριών προσώπων και δη και η παρουσία τουλάχιστον του δικηγόρου για μία υλική πράξη από την πλευρά του πωλητή ενώ τέτοια παρουσία δεν είχε κριθεί σκόπιμη από μέρους του ίδιου κατά τη σύναψη της επίμαχης από …2018 δικαιοπραξίας του (δεύτερου) προσυμφώνου πώλησης ακινήτων. Η πρώτη κατηγορούμενη, άλλωστε, δήλωσε δυσαρεστημένη επειδή ο Γ. Φ. προσήλθε συνοδευόμενος από δικηγόρο χωρίς η ίδια να έχει ενημερωθεί σχετικά, στη συνέχεια δε καταμετρήθηκε ενώπιον όλων το ποσό των 55.000 ευρώ. Η πρώτη κατηγορούμενη, ευρισκόμενη αναμφισβήτητα σε καθεστώς ταραχής, ρώτησε λακωνικά, χωρίς περαιτέρω (τότε) διευκρινίσεις τον Γ. Φ. εάν "αυτά είναι" τα λεφτά και λαμβάνοντας από μέρους του καταφατική απάντηση, αρχικά αρνήθηκε να παραλάβει οποιοδήποτε ποσό, στη συνέχεια δε παρέλαβε το ποσό των 55.000 ευρώ, αρνούμενη να παραλάβει το υπόλοιπο ποσό των 15.000 ευρώ μέχρι τα εισφερθέντα 70.000 ευρώ και για τον επιπλέον λόγο ότι επρόκειτο για 500ευρα χαρτονομίσματα, τα οποία θεωρούσε ως δυσχερώς συναλλάξιμα. Ακολούθως, η κατηγορούμενη εξέδωσε έγγραφη απόδειξη (εκ παραδρομής αναφέρεται ως ημερομηνία έκδοσης η 24η.10.2018) για το ποσό των 55.000 ευρώ, αναγράφοντας σ' αυτήν ότι το εν λόγω ποσό αποτελεί επιστροφή μέρους του δοθέντος αρραβώνα. Την παράλειψή της περαιτέρω να μην αναγράψει σ' αυτήν το συνολικά οφειλόμενο ποσό, χωρίς να δώσει κάποια εξήγηση αν και της ζητήθηκε, την αιτιολόγησε απολογούμενη η ίδια, ως απότοκη του καθεστώτος φόβου και έντονης ταραχής στο οποίο βρισκόταν από την προηγηθείσα αιφνίδια και ανέντιμη για εκείνη συμπεριφορά των προσώπων της πλευράς του εγκαλούντος, και δη εξαιτίας της πιεστικής και απρόσμενης (για την ίδια) απαίτησής τους και ειδικά του Γ. Φ. να αποδεχθεί ως επιστρεπτέο αρραβώνα το κατά πολύ έλασσον των 170.000, ποσό των 70.000 ευρώ. Και ναι μεν η επίκληση μίας ενδιάθετης και δυσχερώς επαληθεύσιμης κατάστασης, όπως αυτή που επικαλείται η πρώτη κατηγορούμενη δεν συνιστά ένα απολύτως αξιόπιστο κριτήριο αξιολόγησης της αμέσως περιγραφείσης συναλλακτικής συμπεριφοράς της, πλην όμως το γεγονός ότι δεν ανέγραψε κανένα συγκεκριμένο ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο στη ρηθείσα έγγραφη απόδειξη ενδεικνύει σε συνδυασμό με τις προηγηθείσες ουσιαστικές παραδοχές την πειστικότητα του ισχυρισμού της περί του πραγματικού ύψους του επιστρεπτέου ποσού της επίμαχης προκαταβολής, ήτοι των 170.000 ευρώ. Στη συνέχεια, στις 30.10.2018 οι κατηγορούμενοι επέδωσαν στον εγκαλούντα Ν. Π. την από 29.10.2018 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση- δήλωση με επιφύλαξη, με την οποία ζητούσαν από αυτόν να τους επιστρέψει το επιπλέον χρηματικό ποσό των 115.000 ευρώ, που ισχυρίζονται ότι του είχαν καταβάλει ως αρραβώνα, κατόπιν αφαίρεσης του ποσού των 55.000 ευρώ, που ήδη τους είχε επιστρέψει ο πληρεξούσιός του Γ. Φ. Μετά την ωσαύτως ρητή αμφισβήτηση του ποσού της κρισιολογούμενης προκαταβολής, από την πλευρά των νυν κατηγορούμενων, η οποία (αμφισβήτηση) τέθηκε υπόψη από την σύζυγο του εγκαλούντος X. Τ. στον Π. Δ. ως άτυπο δικηγόρο του συζύγου της, ο εν λόγω δικηγόρος, οργάνωσε συνάντηση στις 6.11.2018, στο γραφείο του με την παρουσία της συζύγου του εγκαλούντος, της πρώτης κατηγορούμενης, του πληρεξούσιου δικηγόρου αυτής κ. Μπιλιάνη καθώς και της συνεργάτιδός του Γ. Κ., προκειμένου να διευθετηθεί η ανωτέρω ριζική διαφωνία των δύο πλευρών, πλην όμως σύντομα η συνάντηση αυτή εξετράπη και έληξε μέσα σε έντονες αντιλογίες και αντεγκλήσεις μεταξύ των δύο πλευρών. Ωστόσο, όπως ήδη επισημάνθηκε, κατά την υπόψη συνάντηση η πρώτη κατηγορούμενη, όπως σαφώς κατέθεσε στο ακροατήριο ο Π. Δ. , επέδειξε πέραν του πρώτου συμφωνητικού και το επίμαχο δεύτερο με αναγραφόμενο ποσό αυτό των 170.000 ευρώ, επίδειξη, όμως, η οποία πέραν της έντονης προφορικής αποδοκιμασίας της συζύγου του εγκαλούντος, δεν συνοδεύτηκε, από μέρους της πλευράς του τελευταίου, από απαίτηση για άμεση και ενδελεχή επισκόπηση του επίμαχου πρωτοτύπου του δεύτερου ιδιωτικού συμφωνητικού και λήψης επικυρωμένου αντιγράφου εξ αυτού, όπως θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο, λαμβανομένης υπόψη και της παρουσίας κατά την συνάντηση αυτή και νομικών παραστατών και από τις δύο πλευρές. Ακολούθως, οι κατηγορούμενοι κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από …2018 αίτησή τους για έκδοση διαταγής πληρωμής, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό …2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή αυτού του δικαστηρίου, ο οποίος δέχθηκε την αίτηση και υποχρέωσε τον καθ' ου η αίτηση Ν. Π. (νυν εγκαλούντα) να καταβάλει σ' αυτούς, το ποσό των 115.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας. Προς απόδειξη της απαίτησής τους, οι κατηγορούμενοι κατέθεσαν, μαζί με την αίτηση, μεταξύ άλλων εγγράφων, τα από …2018 και …2018 ιδιωτικά συμφωνητικά, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Διαταγής Πληρωμής, σύμφωνα δε με το δεύτερο εξ αυτών τροποποιητικό (επίμαχο) συμφωνητικό αναγράφεται ότι καταβλήθηκε ως αρραβώνας το ποσό των 150.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 170.000 ευρώ (20.000 ευρώ στις 25.5.2018 και 150.000 ευρώ στις 28.9.2018). Σημειώνεται ότι πριν από την έκδοση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής, ο εγκαλών, με την από …2018 εξώδικη δήλωση που επέδωσε στους κατηγορούμενους, επέστρεψε σ' αυτούς το ποσό των 15.000 ευρώ, παραδίδοντάς τους ισόποση τραπεζική επιταγή (της Alpha Bank), θεωρώντας ότι με τον τρόπο αυτό και μετά την προαναφερθείσα καταβολή των 55.000 ευρώ στο γραφείο της πρώτης κατηγορουμένης, θα επιστρεφόταν και θα εξοφλείτο το, κατά τον ίδιο (τον εγκαλούντα) συνολικά εισπραχθέν ποσό των 70.000 ευρώ, που δόθηκε ως αρραβώνας. Και ναι μεν, οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν την άνω τραπεζική επιταγή, πλην όμως, προφανώς θεωρώντας ότι δεν επεστράφη ολόκληρο το ποσό των 170.000 ευρώ, που ίδιοι ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν ως αρραβώνα στον νυν εγκαλούντα για την ως άνω ματαιωθείσα αγοραπωλησία, επέβαλαν με βάση την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής αναγκαστική κατάσχεση σε διαμέρισμα του εγκαλούντος στην Ερέτρια, δυνάμει της με αριθμό …2019 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου … Ν. Α., για το λοιπό ποσό των 104.629,98 ευρώ (κεφάλαιο πλέον τόκων και εξόδων). Κατά της ανωτέρω έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ο νυν εγκαλών Ν. Π. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας την από …2019 (με αριθμό κατάθεσης …/2019) ανακοπή του, διά του δικηγορικού γραφείου του … , στο οποίο εταίρος ήταν η προαναφερόμενη δικηγόρος Σ. Δ. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 424/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και το ζήτημα της πλαστογραφίας του επίδικου (από …2018) ιδιωτικού συμφωνητικού, που είχε εγείρει με αυτήν, ο τότε ανακόπτων και ήδη εγκαλών, δεν εξετάστηκε ως προς τη νομική και ουσιαστική του βασιμότητα. Ωστόσο κατά τη συζήτηση της υπόψη ανακοπής, οι καθ' ων η ανακοπή και νυν κατηγορούμενοι όχι μόνο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν με τις από 26.9.2019 προτάσεις τους ενώπιον του ανωτέρω Πρωτοδικείου, μεταξύ άλλων εγγράφων, επικυρωμένα φωτοτυπικά αντίγραφα αμφοτέρων των προεκτεθέντων από …2018 και …2018 προσυμφώνων, αλλά και επέδειξαν το πρωτότυπο του τελευταίου εξ αυτών, το οποίο, πάντως, δεν προσκόμισαν με τις προτάσεις τους, επικαλούμενοι λόγους ασφαλείας των εννόμων συμφερόντων τους, ενόψει της σοβαρής και έντονης διαφωνίας που είχε ανακύψει μεταξύ τους και αφορούσε το ύψος του προκαταβληθέντος και επιστρεπτέου στους ίδιους, εξ αιτίας της ματαίωσης της ρηθείσης αγοραπωλησίας, ποσού. Επικαλέστηκαν δε και προσκόμισαν, αμυνόμενοι κατά της ανακοπής, και την υπ' αριθ. …2019 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ., η οποία ανέφερε σ' αυτήν περιστατικά περί της αρχικής συμφωνίας κατάρτισης της προδιαλαμβανόμενης αγοραπωλησίας και της καταβολής των συμφωνηθέντων προκαταβολών καθώς και για την εν τέλει ματαίωση υπογραφής του σχετικού συμβολαίου ενώπιον της, ομοίου περιεχομένου με τις ενώπιον των ακροατηρίων του παρόντος και του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καταθέσεις της. Από την πλευρά του τότε ανακόπτοντος και ήδη εγκαλούντος, ο Γ. Φ., εξετασθείς ως μάρτυρας στο ακροατήριο του παραπάνω Πρωτοδικείου στις 26.9.2019, στο πλαίσιο πάντα εκδίκασης της εν θέματι ανακοπής, επέμεινε ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών του Ν. Π. περί νόθευσης του από …2018 ιδιωτικού συμφωνητικού, κυρίως ως προς το ποσό του καταβληθέντος αρραβώνος και δεν αναγνώρισε το επιδειχθέν στον ίδιο ως πρωτότυπο έγγραφο, που έφερε αυτούσια την υπογραφή του, μόνο στην τελευταία σελίδα του, στη θέση του πωλητή, γεγονός (ήτοι της υπογραφής του στη θέση του πωλητή μόνο στην τελευταία σελίδα) που άλλωστε και η πρώτη κατηγορούμενη δεν αμφισβήτησε, εξηγώντας ότι η ίδια δεν το αντιλήφθηκε εγκαίρως κατά τη συνάντησή τους στις 28.9.2018, ασχολούμενη κατά τον χρόνο που ο Γ. Φ. έλεγχε το περιεχόμενο του ως άνω συμφωνητικού με την τοποθέτηση των χρημάτων της προκαταβολής- αρραβώνα σε φάκελο. Και ναι μεν, ο νυν εγκαλών υποστηρίζοντας την ανωτέρω ανακοπή του επιχείρησε να αντικρούσει τόσο τα ανωτέρω προσύμφωνα και ιδιαίτερα το επίμαχο από 28.9.2018 εξ αυτών ως πλαστά (νοθευμένα) όσο και την ένορκη βεβαίωση της Μ. Κ. ως ψευδή, καταθέτοντας μάλιστα μαζί με τον μάρτυρα Γ. Φ. σε βάρος όχι μόνον των νυν κατηγορούμενων αλλά και της τελευταίας την από …2019 μήνυσή τους για τα, μεταξύ άλλων, φερόμενα ως από την ίδια τελεσθέντα (στην προδιαλαμβανόμενη δίκη) αδικήματα της ψευδούς κατάθεσης και της συκοφαντικής δυσφήμισης.
Πλην όμως, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αποδειχθεί: α) αφενός η εν λόγω μήνυση κατά της προαναφερόμενης συμβολαιογράφου απορρίφθηκε με τη με αριθ. …/20 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, απορριφθείσας στη συνέχεια και της, κατά της τελευταίας, ασκηθείσης υπ' αριθ. …2021 προσφυγής των εν λόγω μηνυτών, με την υπ' αριθ. ΠΡΦ … Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, γεγονός που συντείνει στην αξιοπιστία της κατάθεσης της ανωτέρω συμβολαιογράφου στο ακροατήριο τόσο του πρωτοβάθμιου όσο και του παρόντος Δικαστηρίου, σε συνδυασμό και με τις αναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές περί της σύμπτωσης της έμμεσης (διά προφορικών διαβεβαιώσεων) προσωπικής αντίληψης της Μ. Κ. με την ύστερη άμεση προσωπική αντίληψη των πληρεξούσιων δικηγόρων του εγκαλούντος και των εγκαλουμένων Π. Δ. και Δ. Γ. αντιστοίχως, αναφορικά με την αναγραφή ως προκαταβλητέου του ποσού των 150.000 ευρώ στο από …2018 έγγραφο τροποποίησης ιδιωτικού προσυμφώνου, β) αφετέρου η διαφιλονικούμενη νόθευση του υπόψη εγγράφου ουδόλως έχει αποδειχθεί κατά επιστημονικά αδιάσειστο και τεκμηριωμένο τρόπο και δη ως μη θεμελιούμενη σε συγκεκριμένο αντικειμενικό, και όχι υποθετικό, γραφολογικό εύρημα. Περί δε του περιστατικού της απώλειας του πρωτοτύπου του ανωτέρω επίμαχου ιδιωτικού προσυμφώνου καθώς και ενός χαρτοφύλακα, το οποίο έλαβε χώρα, ως αναφερόμενη ληστεία σε βάρος της τότε καθ'ης η ανακοπής και ήδη πρώτης κατηγορούμενης, τελεσθείσα από άγνωστο δράστη που επέβαινε σε δίκυκλο στην περιοχή του Χολαργού, στις 27.9.2019 ήτοι μόλις την επόμενη ημέρα μετά την εκδίκαση της παραπάνω ανακοπής, έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω ότι παρά τις κατ' αρχήν εύλογες υπόνοιες και ερωτήματα που γεννώνται - ενόψει ακριβώς της υφιστάμενης εκκρεμοδικίας της εν λόγω ανακοπής, κατά την οποία είχε τεθεί και το ζήτημα της νόθευσης του ρηθέντος προσυμφώνου - σχετικά με την τυχαιότητα και την σύμπτωσή του (ως περιστατικού), από κανένα εκ των τεθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων δεν προέκυψε περιστατικό αναιρετικό της συνδρομής του, δοθέντος μάλιστα και ότι, πέραν των ουσιαστικών παραδοχών που προηγήθηκαν, η πλευρά του εγκαλούντος είχε, όπως ήδη εκτέθηκε, σε δυο χρόνους-περιπτώσεις πριν από την απώλειά του, την ευχέρεια να επισκοπήσει το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό στο πρωτότυπό του και να λάβει αντίγραφο απευθείας εξαχθέντος από αυτό. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, κατά την κρίση της πλειοψηφίας του παρόντος Δικαστηρίου (εκ δεξιών και εξ αριστερών συνέδρων Εφετών) συνεκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπόψη τους και αξιολογώντας το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, δεν κατέληξαν σε ασφαλή δικανική πεποίθηση ως προς το ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν, κατά συναυτουργία, τις αποδιδόμενες σε αυτούς αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας και της απάτης. Ειδικότερα, τα αποδεικτικά δεδομένα που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία δεν ήταν επαρκή ώστε να θεμελιώσουν με την αναγκαία βεβαιότητα ούτε τη φερόμενη νόθευση του από …2018 ιδιωτικού συμφωνητικού ούτε την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών εκ μέρους των κατηγορουμένων, ενώ, αντιθέτως, παρέμειναν ουσιώδεις αμφιβολίες ως προς κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσης, ιδίως ως προς το πραγματικώς καταβληθέν ποσό, τον χρόνο και τον τρόπο της φερόμενης νόθευσης, καθώς και την εν γίνει εξέλιξη των συναλλακτικών σχέσεων μεταξύ των διαδίκων. Ενόψει δε του ότι στην ποινική δίκη αντικείμενο απόδειξης αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, οι αμφιβολίες αυτές δεν είναι επιτρεπτό να λειτουργήσουν εις βάρος τους. Ως εκ τούτου, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν αθώοι των πράξεων που τους αποδίδονται".
Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε αθώους τους κατηγορουμένους, και ήδη αναιρεσείοντες με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό :
"ΚΗΡΥΣΣΕΙ τους παραπάνω κατηγορούμενους αθώους, λόγω αμφιβολιών, κατά πλειοψηφία, μειοψηφούντος του Προέδρου που έκρινε ότι έπρεπε να κηρυχθούν ένοχοι, όπως και πρωτοδίκως, του ότι: Στην Αθήνα κατά τους κατωτέρω χρόνους με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσαν, κατά συναυτουργία, κατόπιν δηλ. συναπόφασης που έλαβαν μεταξύ τους, τα κατωτέρω περισσότερα από ένα πλημμελήματα, που τιμωρούνται με στερητικές της ελευθερίας ποινές, α. Στις …2018, νόθευσαν έγγραφο με σκοπό με τη χρήση του να παραπλανήσουν άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες, κάνοντας και χρήση του. Ειδικότερα, έχοντας στην κατοχή τους το από …2018 έγγραφο προσυμφώνου πωλήσεως ακινήτων με τον τίτλο … ΠΟΣΟΥ 70.000 ευρώ, το οποίο είχαν καταρτίσει από κοινού με τον Ν. Π., δυνάμει του οποίου ανέλαβαν την υποχρέωση αυτός μεν να τους μεταβιβάσει, αιτία πωλήσεως, την κυριότητα τριών διαμερισμάτων, ιδιοκτησίας του, κειμένων στη … , αυτοί δε να του καταβάλουν το συμφωνηθέν τίμημα του ποσού των 600.000 ευρώ, καταβάλλοντας ήδη σ' αυτόν ως αρραβώνα-προκαταβολή το ποσό των 70.000 ευρώ, όταν ο παθών υπαναχώρησε από την ον λόγω σύμβαση πωλήσεως και γεννήθηκε θέμα επιστροφής του δοθέντος αρραβώνας, οι ανωτέρω νόθευσαν το προσύμφωνο τούτο, αντικαθιστώντας το ποσό του αρραβώνος των 70.000 ευρώ, με το υπέρτερο ποσό των 170.000, με σκοπό να παραπλανήσουν το δικαστήριο με τη χρήση του σχετικά με το χρηματικό ποσό που κατέβαλαν στον ως άνω παθόντα για την αγορά των ακινήτων του, πράγμα το οποίο έπραξαν προσάγοντας το νοθευμένο τούτο προσύμφωνο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 23-11-2018 για να διεκδικήσουν το υπέρτερο ποσό της εμφανιζόμενης προκαταβολής των 100.000 ευρώ. β. Στις …2018 με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών έβλαψαν ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος. Ειδικότερα, με την από 8-11-2018 αίτησή τους κατά του παθόντος Ν. Π. που κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παρέστησαν σ' αυτό το ψευδές γεγονός, εν γνώσει της αναλήθειας, ότι έχουν νόμιμη αξίωση απ' αυτόν του ποσού των 100.000 ευρώ, ως υπολοίπου δήθεν του μείζονος ποσού των 170.000 ευρώ, το οποίο του είχαν δώσει ως αρραβώνα για την αγορά ακινήτων του, λόγω υπαναχωρήσεώς του από την πώληση τους, προσκομίζοντας προς τούτο ενώπιον του δικαστηρίου και το από …2018 ιδιωτικό προσύμφωνο, το οποίο οι ίδιοι είχαν νοθεύσει ως προς το ποσό του αρραβώνος μεταβάλλοντας αυτό από 70.000 ευρώ στο ποσό των 170.000 ευρώ, πείθοντας έτσι το δικαστήριο να εκδώσει υπέρ αυτών την …/2018 Διαταγή πληρωμής, επιτάσσοντας τον καθού να τους καταβάλει το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας επιπλέον ποσό των 100.000, που προκύπτει από τη νόθευσή του προσυμφώνου, καθό ζημίωσαν την περιουσία του με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό τους όφελος". Με την κρίση του όμως αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή αιτιολογία αφού, παρά τη μνεία στο προοίμιο του αιτιολογικού της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, εν τούτοις, από την ίδια αιτιολογία ουδόλως προκύπτει ότι πράγματι όλα αυτά λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν προσηκόντως. Συγκεκριμένα δεν προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ, διαλαμβάνοντας ελλιπή αιτιολογία, όσον αφορά στην παραδοχή πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για τη μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των αξιόποινων πράξεων, που αποδίδονται στους κατηγορούμενους. Ειδικότερα, ουδόλως προκύπτει ότι ελήφθηκαν υπόψη η μαρτυρική κατάθεση, που δόθηκε κατά την επ' ακροατηρίω εκδίκαση της υπόθεσης, του Γ. Ρ., καθώς και η από …2026 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του δικαστικού γραφολόγου Π. Κ. Πιο αναλυτικά, η ως άνω μαρτυρική κατάθεση δεν αντικρούεται, ενώ αξιολογούνται επιλεκτικά τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όσον αφορά την αποδιδόμενη κατηγορία της νόθευσης από τους κατηγορούμενους από κοινού, στις …2018, του από …2018 έγγραφου προσυμφώνου πώλησης ακινήτου με τον τίτλο … ΠΟΣΟΥ 70.000 ευρώ, με την αντικατάσταση του ποσού του αρραβώνος των 70.000 ευρώ, με το υπέρτερο ποσό των 170.000, με σκοπό με τη χρήση του να παραπλανήσουν το Δικαστήριο σχετικά με το χρηματικό ποσό που κατέβαλαν στον παθόντα για την αγορά των ακινήτων του, με την προσαγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 23.11.2018, που τους αποδίδεται. Ο εν λόγω μάρτυρας (Γ. Ρ.), ο οποίος αναφέρεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως ο μεσίτης, που υπέδειξε στους κατηγορούμενους το επίμαχο ακίνητο, συμμετείχε κατά την υπογραφή του πρώτου συμφωνητικού και εις χείρας του καταβλήθηκε το ποσό των 20.000 ευρώ ως αρραβώνας, και παρίστατο, και στη συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε την 25η.10.2018 στο γραφείο της πρώτης κατηγορούμενης, για την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής που κατέβαλαν οι κατηγορούμενοι στον εγκαλούντα, κατέθεσε ότι η πρώτη κατηγορούμενη τον κάλεσε τηλεφωνικά, πριν και μετά τη ματαίωση της επίμαχης πώλησης, και κατά την πρώτη τηλεφωνική επικοινωνία του γνωστοποίησε ότι κατέβαλαν πρόσθετη προκαταβολή 50.000 ευρώ (πέραν του μη αμφισβητούμενου, καταβληθέντος στις 25.5.2018, ποσού των 20.000 ευρώ), ενώ μετά την ματαίωση της συμφωνίας και για πρώτη φορά τον ενημέρωσε ότι κατέβαλαν πρόσθετη προκαταβολή 150.000 ευρώ, και ότι ο ίδιος της υπέδειξε να απέχει από την ενέργεια αυτή, εννοώντας τη διεκδίκηση μεγαλύτερης της δοθείσας προκαταβολής και ότι από την αντίδρασή της στην εν λόγω υπόδειξή του αντιλήφθηκε ότι ήταν μάταιο να συνεχίσει τη συζήτηση μαζί της. Από το σκεπτικό, δε, της αθωωτικής απόφασης δεν συνάγεται κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του και το περιεχόμενο της εν λόγω μαρτυρικής κατάθεσης, δεδομένης και της βαρύτητάς της, καθόσον, με βάση το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συγκεκριμένος μάρτυρας παρίστατο στις προαναφερόμενες κρίσιμες για την υπόθεση συναντήσεις των διαδίκων και φέρεται να γνώριζε την πορεία των διαπραγματεύσεων και των συμφωνιών των διαδίκων για την επικείμενη πώληση του ακινήτου.
Περαιτέρω, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε και την από …2026 γραφολογική γνωμοδότηση του Π. Κ., η οποία περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα. Ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωμάτευσης ή γνωμοδότησης) το πόρισμά της συνεκτιμάται ελεύθερα μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου, ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερα αποδεικτικό μέσο ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή της (ΑΠ 827/2013, ΑΠ 56/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση όμως, καίτοι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η εκδοχή του μηνυτή περί της νόθευσης δεν υποστηρίζεται ούτε κατά επιστημονικά αδιάσειστο και τεκμηριωμένο τρόπο από οποιαδήποτε εκ των αναγνωσθεισών γραφολογικών γνωμοδοτήσεων, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας φυσικής εξέτασης του πρωτοτύπου εγγράφου, παρά μόνο αντιγράφου εκ του εξαχθέντος από το φάκελο της αναφερόμενης διαταγής πληρωμής, γεγονός που αναπόφευκτα οδηγεί σε υποθετικού και αποσπασματικού τύπου εξαγωγή συμπερασμάτων, εντούτοις στη συνέχεια προς επίρρωση της ως άνω κρίσης παραθέτει συμπεράσματα από την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της δικαστικής γραφολόγου Μ. - Μ. Κ., και από τη γραφολογική γνωμοδότηση της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ., χωρίς να προκύπτει με βεβαιότητα αν έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της αθωωτικής του κρίσης και την προαναφερόμενη γνωμοδότηση του Π. Κ., και αν από την τελευταία προκύπτουν αντίθετα συμπεράσματα.
Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση στερείται της απαιτούμενης, κατά τα προεκτεθέντα, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Είναι δε βάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Ως εκ τούτου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519, 522 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ την υπ' αριθμ. …2026 αίτηση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 790α/2026- 1027/2026-1164/06.5.2026 απόφαση του ΣΤ' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Β' βαθμού Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα στις 14 Σεπτεμβρίου 2026.
και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ