Υπόθεση T-569/25, X-GmbH κατά Finanzamt Y, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 14ης Οκτωβρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-569/25, X-GmbH κατά Finanzamt Y, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 14ης Οκτωβρίου 2026
Υπόθεση T-569/25, X-GmbH κατά Finanzamt Y, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 14ης Οκτωβρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

της 14ης Οκτωβρίου 2026 (*)

« Προδικαστική παραπομπή – Φορολογία – Κοινό σύστημα ΦΠΑ – Καθεστώς του περιθωρίου κέρδους – Άρθρο 314 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ – Άρνηση των εθνικών φορολογικών αρχών να αναγνωρίσουν σε υποκείμενο στον φόρο το δικαίωμα να εφαρμόσει το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους – Καλή πίστη – Ειδική εθνική διαδικασία – Αρχή της αποτελεσματικότητας »

Στην υπόθεση T-569/25,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστηρίου, Γερμανία) με απόφαση της 19ης Φεβρουαρίου 2025, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 30 Ιουλίου 2025, στο πλαίσιο της δίκης

X GmbH

κατά

Finanzamt Y,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),

συγκείμενο από τους N. P??torak, πρόεδρο, G. Hesse, G. Steinfatt, D. Petrl?k (εισηγητή) και Ι. Δημητρακόπουλο, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: M. Brkan

γραμματέας: T. Henze, ασκών καθήκοντα γραμματέα,

έχοντας υπόψη ότι στις 19 Αυγούστου 2025 το Δικαστήριο διαβίβασε στο Γενικό Δικαστήριο την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

έχοντας υπόψη ότι πρόκειται για τον τομέα προδικαστικής αρμοδιότητας που προβλέπεται στο άρθρο 50β, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α', του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι δεν εγείρεται ανεξάρτητο ζήτημα ερμηνείας κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του ίδιου άρθρου,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους J. M?ller και V. Piegsa,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους M. Herold και L. Hohenecker,

κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 314 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας (ΕΕ 2006, L 347, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2010/45/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2010 (ΕΕ 2010, L 189, σ. 1) (στο εξής: οδηγία περί ΦΠΑ), ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας.

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της X GmbH, εταιρίας περιορισμένης ευθύνης γερμανικού δικαίου, και της Finanzamt Y (φορολογικής αρχής Y, Γερμανία) σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους που προβλέπεται στο άρθρο 314 της οδηγίας περί ΦΠΑ (στο εξής: καθεστώς του περιθωρίου κέρδους) στις μεταπωλήσεις ορισμένων αγαθών που υπόκεινται στον φόρο κύκλου εργασιών (ΦΠΑ).

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

3        Το άρθρο 313, παράγραφος 1, της οδηγίας περί ΦΠΑ προβλέπει τα ακόλουθα:

«Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις παραδόσεις μεταχειρισμένων αγαθών και αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας, τις οποίες πραγματοποιούν υποκείμενοι στον φόρο μεταπωλητές, ειδικό καθεστώς φορολόγησης του περιθωρίου κέρδους που πραγματοποιεί ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος υποτμήματος.»

4        Το άρθρο 314 της οδηγίας περί ΦΠΑ έχει ως εξής:

«Το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους ισχύει για τις παραδόσεις μεταχειρισμένων αγαθών και αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας που πραγματοποιούνται από υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή, εφόσον τα αγαθά αυτά του παραδόθηκαν εντός της [Ένωσης] από ένα από τα κατωτέρω πρόσωπα:

α)      πρόσωπο μη υποκείμενο στον φόρο,

β)      άλλον υποκείμενο στον φόρο, εφόσον η παράδοση αυτή του αγαθού απαλλάσσεται από τον φόρο με βάση το άρθρο 136,

γ)      άλλον υποκείμενο στον φόρο, εφόσον η παράδοση αυτή του αγαθού τυγχάνει της απαλλαγής για τις μικρές επιχειρήσεις που προβλέπεται στα άρθρα 282 έως 292 και αφορά αγαθό επένδυσης,

δ)      άλλον υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή, εφόσον η παράδοση του αγαθού από αυτόν τον άλλο υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή έχει υποβληθεί στον ΦΠΑ σύμφωνα με το παρόν ειδικό καθεστώς.»

5        Το άρθρο 315 της οδηγίας περί ΦΠΑ ορίζει τα εξής:

«Η βάση επιβολής του φόρου για τις παραδόσεις αγαθών του άρθρου 314 συνίσταται στο περιθώριο κέρδους που πραγματοποιεί ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής, μειωμένο κατά το ποσό του ΦΠΑ που αφορά το ίδιο το περιθώριο κέρδους.      

Το περιθώριο κέρδους του υποκείμενου στον φόρο μεταπωλητή συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης του αντικειμένου από τον υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή και της τιμής αγοράς.»

 Το γερμανικό δίκαιο

6        Το άρθρο 25a του Umsatzsteuergesetz (νόμου περί φόρου κύκλου εργασιών) της 21ης Φεβρουαρίου 2005 (BGBl. 2005 I, σ. 386, στο εξής: UStG), με τίτλο «Καθεστώς του περιθωρίου κέρδους», προβλέπει τα εξής:

«(1)      Στις παραδόσεις, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, σημείο 1, κινητών ενσώματων αντικειμένων επιβάλλεται φόρος σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις επόμενες διατάξεις (καθεστώς του περιθωρίου κέρδους εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

1.      Ο επιχειρηματίας είναι μεταπωλητής. Ως μεταπωλητής νοείται όποιος διενεργεί κατ’ επάγγελμα πράξεις εμπορίας κινητών ενσώματων αντικειμένων ή εκπλειστηριάζει δημοσίως, επ’ ονόματί του, τέτοια αντικείμενα.

2.      Τα αντικείμενα έχουν παραδοθεί στον μεταπωλητή εντός του κοινοτικού εδάφους. Για την παράδοση αυτή:

a)      δεν οφείλεται ούτε έχει εισπραχθεί φόρος κύκλου εργασιών δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 1,

ή

b)      έχει εφαρμοσθεί το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους.

[...]»

7        Ο Abgabenordnung (φορολογικός κώδικας) (BGBl. 2002 I, σ. 3866), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης (στο εξής: AO), περιλαμβάνει το άρθρο 163 με τίτλο «Κατά παρέκκλιση καθορισμός του φόρου για λόγους επιεικείας», το οποίο ορίζει τα εξής:

«Ο φόρος μπορεί να καθορίζεται σε χαμηλότερο επίπεδο και τυχόν επιμέρους βάσεις επιβολής του φόρου που αυξάνουν τον φόρο μπορούν να μη λαμβάνονται υπόψη, όταν προκύπτει ότι η επιβολή του φόρου θα ήταν ανεπιεικής υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως [...]. Μέτρο επιεικείας κατά την έννοια της παραγράφου 1 δύναται να περιληφθεί στην απόφαση περί καθορισμού του φόρου μειώνοντας το ύψος του.»

8        Κατά το άρθρο 227 του AO:

«Οι φορολογικές αρχές μπορούν να χορηγήσουν ολική ή μερική απαλλαγή από τους οφειλόμενους φόρους, εάν σε συγκεκριμένη περίπτωση η είσπραξή τους θα ήταν ανεπιεικής υπό τις ίδιες προϋποθέσεις είναι δυνατή και η επιστροφή ή η έκπτωση ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί.»

 Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

9        Η X, προσφεύγουσα της κύριας δίκης, ασκεί δραστηριότητα λιανικού και χονδρικού εμπορίου στον τομέα των κοσμημάτων και των ωρολογίων, μεταξύ άλλων μέσω διαδικτυακών πλατφορμών. Στις φορολογικές της δηλώσεις για τα έτη 2013 και 2014 εφήρμοσε, για ορισμένα προϊόντα, το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους που τέθηκε σε εφαρμογή με το άρθρο 25a του UStG.

10      Η X υποβλήθηκε σε έλεγχο κατόπιν του οποίου η φορολογική αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εταιρία αυτή είχε επωφεληθεί αδικαιολογήτως από το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους κατά τη μεταπώληση ορισμένων ωρολογίων. Η εν λόγω αρχή έκρινε ότι κακώς οι πωλητές από τους οποίους η Χ προμηθευόταν τα προϊόντα είχαν εφαρμόσει το εν λόγω καθεστώς, δεδομένου ότι τα επίμαχα προϊόντα ήταν καινούργια, όπερ εμπόδιζε την Χ να εφαρμόσει το εν λόγω καθεστώς με τη σειρά της. Με διορθωτικές πράξεις επιβολής φόρου της 19ης Φεβρουαρίου 2020, η φορολογική αρχή Y υπολόγισε εκ νέου τον ΦΠΑ για μέρος των συναλλαγών αυτών εφαρμόζοντας το κανονικό καθεστώς φορολογήσεως επί της συνολικής αξίας των αντιπαροχών. Η φορολογική αρχή απέρριψε ως αβάσιμες τις διοικητικές ενστάσεις που ασκήθηκαν κατά των αποφάσεων αυτών.

11      Η προσφυγή που άσκησε η X ενώπιον του Finanzgericht (φορολογικού δικαστηρίου, Γερμανία) απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους. Κατά το δικαστήριο αυτό, οι προμηθευτές από τους οποίους η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είχε αγοράσει τα οικεία ωρολόγια με σκοπό τη μεταπώλησή τους δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι οι εν λόγω προμηθευτές εσφαλμένως επεσήμαναν στην X, στα τιμολόγιά τους, ότι η φορολόγηση είχε πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 25a του UStG. Πάντως, το ζήτημα αν η Χ είχε το δικαίωμα να βασισθεί τις πληροφορίες που είχαν παράσχει οι εν λόγω προμηθευτές δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού του ΦΠΑ με πράξη επιβολής φόρου κατά την έννοια του άρθρου 155 του AO (στο εξής: διαδικασία καθορισμού του φόρου), η οποία είναι η μόνη επίμαχη στην κύρια δίκη. Συναφώς, το Finanzgericht (φορολογικό δικαστήριο) διευκρίνισε ότι το άρθρο 25a του UStG δεν προέβλεπε την προστασία της καλής πίστεως του φορολογουμένου κατά την εξέταση της τηρήσεως των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού. Ελλείψει σχετικής διατάξεως, προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης θα μπορούσε να υπάρξει μόνο βάσει μέτρου λαμβανόμενου στο πλαίσιο της διαδικασίας επιεικείας των άρθρων 163 και 227 του AO (στο εξής: διαδικασία επιεικείας).

12      Η X άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακού Φορολογικού Δικαστηρίου, Γερμανία), ήτοι του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι θα ήταν αντίθετο προς την αρχή της αποτελεσματικότητας του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να παραπεμφθεί η υπόθεσή της στη διαδικασία επιεικείας προκειμένου να εξετασθεί η καλή της πίστη ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους.

13      Το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατά το εθνικό δίκαιο και κατά πάγια νομολογία, η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού του φόρου μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος. Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία του, δεδομένου ότι ο UStG δεν προβλέπει την προστασία της καλής πίστεως του υποκειμένου στον φόρο, η προστασία αυτή μπορεί να διασφαλισθεί μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας επιεικείας, διαδικασία η οποία διακρίνεται από τη διαδικασία καθορισμού του φόρου.

14      Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η διαδικασία καθορισμού του φόρου και η διαδικασία επιεικείας διέπονται από διαφορετικούς κανόνες. Στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού του φόρου, οι φορολογικές αρχές διαπιστώνουν αυτεπαγγέλτως τα πραγματικά περιστατικά και λαμβάνουν υπόψη όλες τις κρίσιμες για την υπό κρίση υπόθεση περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι ευνοϊκές για τους διαδίκους. Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιεικείας, η οποία κινείται συνήθως κατόπιν αιτήσεως του υποκειμένου στον φόρο, η φορολογική αρχή εξετάζει τους προβαλλόμενους λόγους επιεικείας, ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια και εκδίδει χωριστή διοικητική απόφαση.

15      Προσέτι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, μολονότι η φορολογική αρχή έχει τη δυνατότητα να συνενώσει τη διαδικασία καθορισμού του φόρου και τη διαδικασία επιεικείας, η τρέχουσα πρακτική είναι να αποφαίνεται πρώτα μόνον επί του καθορισμού του φόρου και, εν συνεχεία, με χωριστή απόφαση, επί των ζητημάτων επιεικείας.

16      Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα με το άρθρο 314 της οδηγίας περί ΦΠΑ τοιαύτης πρακτικής η οποία έχει ως αποτέλεσμα η καλή πίστη του υποκειμένου στον φόρο όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους να εξετάζεται μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας επιεικείας.

17      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Bundesfinanzhof (Ομοσπονδιακό Φορολογικό Δικαστήριο) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Αντιτίθεται το άρθρο 314 της οδηγίας [περί ΦΠΑ], λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αποτελεσματικότητας, σε εθνική πρακτική η οποία λαμβάνει υπόψη την καλή πίστη του μεταπωλητή όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους από τον προμηθευτή του, ο οποίος δήλωσε στα τιμολόγιά του ότι εφήρμοσε το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους κατά την παράδοση στον μεταπωλητή, μόνον εκτός του πλαισίου της διαδικασίας καθορισμού του φόρου, στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας επιεικείας;»

 Επί του προδικαστικού ερωτήματος

 Επί του παραδεκτού

18      Μολονότι δεν προβάλλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι παρέλκει η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, δεδομένου ότι το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους δεν έχει εφαρμογή στα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης αγαθά, διότι αυτά αποτελούν καινουργή αντικείμενα και όχι μεταχειρισμένα αγαθά. Ως εκ τούτου, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως έχει υποθετικό χαρακτήρα.

19      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι εναπόκειται αποκλειστικώς στον εθνικό δικαστή, ο οποίος έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για τη δικαστική απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσει τη δική του απόφαση όσο και τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που υποβάλλει στον δικαστή της Ένωσης. Κατά συνέπεια, άπαξ και τα υποβαλλόμενα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου της Ένωσης, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει κατ’ αρχήν να αποφανθεί (βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Sumal, C-882/19, EU:C:2021:800, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

20      Επομένως, τα ερωτήματα που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης καλύπτονται από τεκμήριο λυσιτέλειας. Ο δικαστής της Ένωσης δύναται να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος που έχει υποβληθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμη όταν ο δικαστής της Ένωσης δεν διαθέτει πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2021, Sumal, C-882/19, EU:C:2021:800, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

21      Εν προκειμένω, η απάντηση που θα δώσει το Γενικό Δικαστήριο στο υποβληθέν ερώτημα θα παράσχει στο αιτούν δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αναίρεση, τη δυνατότητα να κρίνει αν ορθώς το Finanzgericht (φορολογικό δικαστήριο) απέρριψε πρωτοδίκως την προσφυγή που άσκησε η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, κρίνοντας ότι η φορολογική αρχή Υ δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει την ύπαρξη καλής πίστεως στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού του φόρου, αλλά μπορούσε να περιορισθεί στην εξέτασή της στο πλαίσιο ενδεχόμενης κινήσεως της διαδικασίας επιεικείας.

22      Κατά συνέπεια, δεν προκύπτει κατά τρόπο πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία κανόνα του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ότι το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως.

23      Προσέτι, το Γενικό Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα.

24      Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.

 Επί της ουσίας

25      Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 314 της οδηγίας περί ΦΠΑ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, αντιτίθεται σε εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας καθορισμού του φόρου κατά την οποία οι φορολογικές αρχές διαπιστώνουν αυτεπαγγέλτως τα πραγματικά περιστατικά και λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των κρίσιμων για τη συγκεκριμένη περίπτωση περιστάσεων, περιλαμβανομένων εκείνων που είναι ευνοϊκές για τους διαδίκους, η καλή πίστη του μεταπωλητή δεν λαμβάνεται υπόψη όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους από τον προμηθευτή του, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας κατά την οποία η φορολογική αρχή εξετάζει τους λόγους επιεικείας που προβάλλει ο μεταπωλητής, ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια και εκδίδει χωριστή διοικητική απόφαση.

26      Συναφώς, υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι το καθεστώς φορολογήσεως του περιθωρίου κέρδους που πραγματοποιεί ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής κατά την παράδοση μεταχειρισμένων αγαθών και αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας αποτελεί ειδικό καθεστώς ΦΠΑ το οποίο εισάγει παρέκκλιση από το γενικό καθεστώς της οδηγίας περί ΦΠΑ (απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Litdana, C-624/15, EU:C:2017:389, σκέψη 23).

27      Όπως προκύπτει από τα άρθρα 314 και 315 της οδηγίας περί ΦΠΑ, το καθεστώς φορολογήσεως του περιθωρίου κέρδους παρέχει τη δυνατότητα σε υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή να υπολογίσει τον ΦΠΑ μόνον επί του περιθωρίου κέρδους που πραγματοποίησε κατά τη μεταπώληση μεταχειρισμένων αγαθών και αντικειμένων καλλιτεχνικής, συλλεκτικής ή αρχαιολογικής αξίας τα οποία έχει αποκτήσει από ένα εκ των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 314, στοιχεία α' έως δ', της οδηγίας περί ΦΠΑ, το δε εν λόγω περιθώριο κέρδους αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της τιμής πωλήσεως του αντικειμένου από τον υποκείμενο στον φόρο μεταπωλητή και της τιμής αγοράς (απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Litdana, C-624/15, EU:C:2017:389, σκέψη 24).

28      Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να επιτραπεί σε υποκείμενο στον φόρο να εφαρμόσει το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους προβλέπονται από το άρθρο 314 της οδηγίας περί ΦΠΑ. Το άρθρο αυτό, πέραν του ότι διευκρινίζει τα είδη των αγαθών που ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής μπορεί να παραδίδει υπό το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους, περιλαμβάνει, υπό τα στοιχεία α' έως δ', κατάλογο των προσώπων στα οποία πρέπει να απευθυνθεί ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής προκειμένου να αποκτήσει τα αγαθά αυτά, ώστε να μπορέσει να εφαρμόσει το εν λόγω ειδικό καθεστώς. Τα διάφορα αυτά πρόσωπα έχουν το κοινό χαρακτηριστικό ότι ουδόλως ήταν σε θέση να εκπέσουν τον φόρο επί των εισροών κατά την αγορά των εν λόγω αγαθών και, συνεπώς, ότι επιβαρύνθηκαν με ολόκληρο τον φόρο αυτόν (απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Litdana, C-624/15, EU:C:2017:389, σκέψη 27).

29      Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι επί των τιμολογίων που έλαβε η X από τους προμηθευτές της υπήρχαν αναφορές στο άρθρο 25a του UStG, και δη στο καθεστώς του περιθωρίου κέρδους. Εντούτοις, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η φορολογική αρχή έκρινε, κατόπιν ελέγχου, ότι οι εν λόγω προμηθευτές δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν τέτοιο καθεστώς στα επίμαχα στην υπόθεση της κύριας δίκης αγαθά. Η εν λόγω αρχή συνήγαγε εξ αυτού ότι η Χ δεν είχε το δικαίωμα να εφαρμόσει το εν λόγω καθεστώς, δεδομένου ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

30      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 314 της οδηγίας περί ΦΠΑ, εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στις εθνικές αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να αρνηθούν στον υποκείμενο στον φόρο το δικαίωμα να εφαρμόσει το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους, ακόμη και όταν ακόμη ο προμηθευτής του εφήρμοσε το καθεστώς αυτό στο πλαίσιο συναλλαγής την οποία πραγματοποίησε με αυτόν, όταν αποδεικνύεται, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι η επίκληση του δικαιώματος αυτού γίνεται δολίως ή καταχρηστικώς. Η άρνηση αυτή απηχεί, μεταξύ άλλων, τη γενική αρχή κατά την οποία ουδείς δύναται να απολαύει καταχρηστικώς ή δολίως των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Litdana, C-624/15, EU:C:2017:389, σκέψη 32).

31      Κατά πάγια νομολογία, τούτο ισχύει όχι μόνον όταν ο ίδιος ο υποκείμενος στον φόρο διαπράττει φορολογική απάτη, αλλά και όταν ο υποκείμενος στον φόρο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι, με την οικεία πράξη, μετέχει σε απάτη περί τον ΦΠΑ την οποία διέπραξε ο προμηθευτής του ή άλλος επιχειρηματίας σε προηγούμενο ή επόμενο στάδιο της αλυσίδας παραδόσεων (πρβλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Litdana, C-624/15, EU:C:2017:389, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

32      Εντούτοις, οι φορολογικές αρχές δεν μπορούν να υποχρεώνουν γενικώς τους υποκειμένους στον φόρο που επιθυμούν να ασκήσουν το δικαίωμα εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους, αφενός, να διακριβώνουν, μεταξύ άλλων, ότι ο εκδότης του τιμολογίου των αγαθών σε σχέση με τα οποία ζητείται η άσκηση του ως άνω δικαιώματος έχει εκπληρώσει τις σχετικές με τη δήλωση και την απόδοση του ΦΠΑ υποχρεώσεις του ή άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι δεν έχουν διαπραχθεί παρατυπίες ή απάτη από επιχειρηματίες δραστηριοποιούμενους σε προηγούμενα στάδια, ούτε, αφετέρου, να διαθέτουν τα σχετικά με τα ως άνω στοιχεία έγγραφα (πρβλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Litdana, C-624/15, EU:C:2017:389, σκέψη 40).

33      Ως εκ τούτου, το άρθρο 314 της οδηγίας περί ΦΠΑ δεν επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους να αρνηθούν σε υποκείμενο στον φόρο, ο οποίος έλαβε τιμολόγιο στο οποίο υπήρχαν αναφορές σχετικά με το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους, το δικαίωμα να εφαρμόσει το καθεστώς αυτό, ακόμη και αν από μεταγενέστερο έλεγχο διενεργηθέντα από τις εν λόγω αρχές προκύπτει ότι ο υποκείμενος στον φόρο μεταπωλητής που είχε παραδώσει τα αγαθά κακώς εφήρμοσε το εν λόγω καθεστώς στην παράδοση των αγαθών αυτών, εκτός αν οι αρμόδιες αρχές αποδείξουν ότι ο υποκείμενος στον φόρο δεν ενήργησε καλοπίστως ή ότι δεν έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα που είχε τη δυνατότητα να λάβει, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι η πράξη που διενέργησε δεν είχε ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή του σε φοροδιαφυγή (πρβλ. απόφαση της 18ης Μαΐου 2017, Litdana, C-624/15, EU:C:2017:389, σκέψη 48 και διατακτικό).

34      Επομένως, μολονότι η οδηγία περί ΦΠΑ εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους και για την αποφυγή της απάτης, εντούτοις ουδεμία διάταξη περιλαμβάνει η οποία να διευκρινίζει συγκεκριμένα το περιεχόμενο των μέτρων που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη προς τούτο (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Surgicare, C-662/13, EU:C:2015:89, σκέψη 25).

35      Ελλείψει σχετικής ρυθμίσεως της Ένωσης, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να ορίσει, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της δικονομικής αυτονομίας, τις αρχές που είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση της απάτης περί τον ΦΠΑ και να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες των διαδικασιών που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι ιδιώτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών (αρχή της αποτελεσματικότητας) (πρβλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Surgicare, C-662/13, EU:C:2015:89, σκέψη 26).

36      Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει το συμβατό των εθνικών μέτρων με τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υποθέσεως της κύριας δίκης. Εντούτοις, ο δικαστής της Ένωσης, αποφαινόμενος επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, μπορεί να του παράσχει κάθε χρήσιμο στοιχείο συναφώς (πρβλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Surgicare, C-662/13, EU:C:2015:89, σκέψη 27).

37      Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, η οποία και μόνον αποτελεί το αντικείμενο του προβληματισμού του αιτούντος δικαστηρίου, υπενθυμίζεται ότι εκάστη περίπτωση στην οποία τίθεται το ζήτημα αν εθνική δικονομική διάταξη καθιστά αδύνατη ή υπέρμετρα δυσχερή την εφαρμογή των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένης υπόψη της θέσεως της διατάξεως αυτής στην όλη διαδικασία ενώπιον των διαφόρων εθνικών οργάνων, της εξελίξεως της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, εφόσον παρίσταται ανάγκη, οι αρχές που αποτελούν τη βάση του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος, όπως η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2025, Gryczara, C-746/24, EU:C:2025:925, σκέψη 47).

38      Στην υπό κρίση υπόθεση, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, όταν ο ενδιαφερόμενος υποκείμενος στον φόρο υποχρεούται να επικαλεσθεί την καλή του πίστη όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους εκτός της διαδικασίας καθορισμού του φόρου, ήτοι στο πλαίσιο της χωριστής διαδικασίας επιεικείας, η ενέργεια αυτή συνεπάγεται γι’ αυτόν διαδικαστικά μειονεκτήματα, ιδίως όσον αφορά το κόστος και τη διάρκεια των διαδικασιών αυτών, καθώς και τον τρόπο διεξαγωγής των αποδείξεων.

39      Συναφώς, πρέπει να διευκρινισθεί ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 136, παράγραφος 2, του AO επιτρέπει στη φορολογική αρχή να συνενώσει τη διαδικασία καθορισμού του φόρου με τη διαδικασία επιεικείας, χωρίς ωστόσο να υποχρεούται προς τούτο. Επομένως, η εν λόγω αρχή συχνά αποφαίνεται κατ’ αρχάς μόνον επί του καθορισμού του φόρου και, στη συνέχεια, με χωριστή απόφαση επί ζητημάτων επιεικείας, όχι βάσει της εθνικής νομοθεσίας, αλλά βάσει απλής πρακτικής.

40      Κατά πρώτον, όσον αφορά τα έξοδα των επίμαχων διαδικασιών, ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί κατ’ αρχάς να υποβληθεί, όταν προσφύγει στη συνδρομή φορολογικού συμβούλου ή δικηγόρου, σε διπλά έξοδα για τη συνδρομή των προσώπων αυτών στο πλαίσιο των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών με τις οποίες αμφισβητεί την απόφαση περί καθορισμού του φόρου και την απόφαση περί λήψεως μέτρου επιεικείας. Τα έξοδα αυτά αφορούν, αφενός, δύο διοικητικές διαδικασίες ανακοπής κατά των εν λόγω αποφάσεων και, αφετέρου, δύο ένδικες προσφυγές κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν επί των ανακοπών αυτών καθώς και, ενδεχομένως, τις αιτήσεις αναιρέσεως. Πλην όμως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο ενδιαφερόμενος υποκείμενος στον φόρο στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών ανακοπής μπορούν να του αποδοθούν μόνον αν εν συνεχεία υπάρξει ένδικη διαδικασία στο πέρας της οποίας το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί υπέρ του υποκειμένου στον φόρο δεχόμενο ως αναγκαία τη γενόμενη παρέμβαση του φορολογικού συμβούλου ή του δικηγόρου.

41      Εν συνεχεία, αν ο ενδιαφερόμενος υποκείμενος στον φόρο ηττηθεί, είτε στο πλαίσιο της ένδικης προσφυγής κατά της αποφάσεως περί καθορισμού του φόρου είτε στο πλαίσιο της προσφυγής κατά της αποφάσεως επί της αιτήσεως περί λήψεως μέτρου επιεικείας, οφείλει, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, να φέρει τα δικαστικά έξοδα των οποίων το ύψος καθορίζεται σε συνάρτηση με την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, η οποία αντιστοιχεί στο οικονομικό διακύβευμα της προσφυγής. Επομένως, η επίμαχη εθνική πρακτική συνεπάγεται διπλό καθορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς και, ως εκ τούτου, διπλή συνεκτίμηση του ποσού του αμφισβητούμενου φόρου για τον υπολογισμό των δικαστικών εξόδων τα οποία ενδέχεται να φέρει ο υποκείμενος στον φόρο.

42      Τέλος, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, όταν ο υποκείμενος στον φόρο ασκήσει αναίρεση κατά της αποφάσεως που εκδίδεται στο πλαίσιο της ένδικης προσφυγής κατά της αποφάσεως περί καθορισμού του φόρου ή κατά της αποφάσεως με την οποία ζητείται η λήψη μέτρου επιεικείας, ή όταν προσβάλλει την απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να φέρει πρόσθετα δικαστικά έξοδα σε περίπτωση που ηττηθεί στο πλαίσιο μιας από τις διαδικασίες αυτές.

43      Λόγω, όμως, του αυτοτελούς χαρακτήρα της διαδικασίας καθορισμού του φόρου σε σχέση με τη διαδικασία επιεικείας, τα δικαστήρια υποχρεούνται, κατ’ αρχήν, να απορρίπτουν τις προσφυγές που άσκησε ο υποκείμενος στον φόρο στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας, ενώ αυτός θα μπορούσε να κάνει χρήση του δικαιώματος εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους αν είχε εξετασθεί και αποδειχθεί η καλή του πίστη. Επομένως, ο εν λόγω υποκείμενος στον φόρο μπορεί να επιβαρυνθεί οριστικά με τις δαπάνες που συνδέονται με την εν λόγω διαδικασία καθορισμού του φόρου, οι οποίες ενδέχεται ενίοτε, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, να είναι σημαντικές.

44      Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν οι εν λόγω δικονομικοί κανόνες συνεπάγονται ενδεχομένως υπέρμετρο κόστος για τον υποκείμενο στον φόρο και μπορούν να έχουν ως συνέπεια να τον αποθαρρύνουν από την προσφυγή στη δικαιοσύνη, λαμβανομένων υπόψη των εξόδων που συνεπάγεται μια ένδικη διαδικασία σε σχέση με το ύψος της αμφισβητούμενης οφειλής (πρβλ. απόφαση της 7ης Απριλίου 2022, Caixabank, C-385/20, EU:C:2022:278, σκέψη 55).

45      Κατά δεύτερον, όσον αφορά, τη διάρκεια των σχετικών διαδικασιών, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική πρακτική μπορεί να έχει ως συνέπεια την παράταση ακόμη και κατά πλείονα έτη της συνολικής διάρκειας της διαδικασίας καθορισμού του φόρου και της  διαδικασίας επιεικείας, προκαλώντας τοιουτοτρόπως σημαντική καθυστέρηση στην παροχή δικαστικής προστασίας σε σχέση με την άσκηση του δικαιώματος εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους το οποίο ο υποκείμενος στον φόρο αντλεί από την οδηγία περί ΦΠΑ. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η φορολογική αρχή μπορεί να αναμείνει έως ότου το αρμόδιο δικαστήριο αποφανθεί επί της αποφάσεως καθορισμού του φόρου, ενδεχομένως κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, προτού εξετάσει την καλή πίστη του υποκειμένου στον φόρο στο πλαίσιο της διαδικασίας επιεικείας. Επομένως, ενόσω εκκρεμεί η διαδικασία καθορισμού του φόρου, τόσο σε διοικητικό όσο και σε δικαστικό στάδιο, ο υποκείμενος στον φόρο μπορεί να στερηθεί της δυνατότητας εξετάσεως της καλή του πίστεως και ασκήσεως, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, του δικαιώματος εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους.

46      Κατά τρίτον, όσον αφορά τον τρόπο διεξαγωγής της αποδεικτικής διαδικασίας, από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 32 και 33 ανωτέρω προκύπτει ότι ο υποκείμενος στον φόρο έχει το δικαίωμα να εφαρμόσει το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους, εκτός αν οι εθνικές αρχές αποδείξουν ότι δεν ενήργησε καλή τη πίστει ή ότι δεν έλαβε όλα τα εύλογα μέτρα που είχε τη δυνατότητα να λάβει, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι η συναλλαγή που πραγματοποίησε δεν είχε ως αποτέλεσμα τη συμμετοχή του σε φοροδιαφυγή.

47      Πάντως, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας επιεικείας, εξετάζονται κατά κανόνα μόνον τα στοιχεία που προσκομίζει ο υποκείμενος στον φόρο προς στήριξη της αιτήσεώς του. Ως εκ τούτου, η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική πρακτική είναι ικανή να θίξει το δικαίωμα του υποκειμένου στον φόρο να εφαρμόσει το καθεστώς του περιθωρίου κέρδους.

48      Υπό τις συνθήκες αυτές, και υπό την επιφύλαξη των σχετικών εξακριβώσεων του αιτούντος δικαστηρίου, εθνική πρακτική έχουσα τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται στις σκέψεις 37 έως 48 ανωτέρω είναι ικανή να καταστήσει υπέρμετρα δυσχερή για τον οικείο υποκείμενο στον φόρο την άσκηση του δικαιώματος εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους.

49      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι από την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Schmeink & Cofreth και Strobel (C-454/98, EU:C:2000:469), προκύπτει ότι η εξέταση της καλής πίστεως του υποκειμένου στον φόρο στο πλαίσιο της διαδικασίας επιεικείας είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης. Συγκεκριμένα, με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι στα κράτη μέλη εναπέκειτο ο καθορισμός της διαδικασίας κατά την οποία είναι δυνατός ο διακανονισμός του κακώς αναγραφέντος σε τιμολόγιο ΦΠΑ, υπό την προϋπόθεση ότι ο διακανονισμός αυτός δεν εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια των φορολογικών αρχών. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο περιορίστηκε να κρίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούσαν να αποφασίσουν αν ένας τέτοιος διακανονισμός έλαβε χώρα στο πλαίσιο της διαδικασίας καθορισμού του φόρου ή στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της εκτάσεως των ενδεχόμενων διαδικαστικών μειονεκτημάτων που απορρέουν από μια τέτοια μεταγενέστερη διαδικασία λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι ο διακανονισμός του ΦΠΑ μπορούσε να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο διαδικασίας μεταγενέστερης της διαδικασίας καθορισμού του φόρου, όπως είναι η διαδικασία επιεικείας, έχουσας τα χαρακτηριστικά τα οποία εξετάσθηκαν στις σκέψεις 37 έως 48 ανωτέρω.

50      Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 314 της οδηγίας περί ΦΠΑ, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας καθορισμού του φόρου κατά την οποία οι φορολογικές αρχές διαπιστώνουν αυτεπαγγέλτως τα πραγματικά περιστατικά και λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των κρίσιμων για τη συγκεκριμένη περίπτωση περιστάσεων, περιλαμβανομένων εκείνων που είναι ευνοϊκές για τους διαδίκους, η καλή πίστη του μεταπωλητή δεν λαμβάνεται υπόψη όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους από τον προμηθευτή του, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας κατά την οποία η φορολογική αρχή εξετάζει τους λόγους επιεικείας που προβάλλει ο μεταπωλητής, ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια και εκδίδει χωριστή διοικητική απόφαση.

 Επί των δικαστικών εξόδων

51      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)

αποφαίνεται:

Το άρθρο 314 της οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2006, σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2010/45/ΕΕ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2010, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αρχής της αποτελεσματικότητας,

έχει την έννοια ότι:

αντιτίθεται σε εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο διαδικασίας καθορισμού του φόρου κατά την οποία οι φορολογικές αρχές διαπιστώνουν αυτεπαγγέλτως τα πραγματικά περιστατικά και λαμβάνουν υπόψη το σύνολο των κρίσιμων για τη συγκεκριμένη περίπτωση περιστάσεων, περιλαμβανομένων εκείνων που είναι ευνοϊκές για τους διαδίκους, η καλή πίστη του μεταπωλητή δεν λαμβάνεται υπόψη όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων εφαρμογής του καθεστώτος του περιθωρίου κέρδους από τον προμηθευτή του, αλλά λαμβάνεται υπόψη μόνο στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας κατά την οποία η φορολογική αρχή εξετάζει τους λόγους επιεικείας που προβάλλει ο μεταπωλητής, ασκεί τη διακριτική της ευχέρεια και εκδίδει χωριστή διοικητική απόφαση.

P??torak

Hesse

Steinfatt

Petrl?k

 

      Δημητρακόπουλος

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Οκτωβρίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.