Υπόθεση T-132/23, ?budai Egyetem κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως) της 30ης Σεπτεμβρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-132/23, ?budai Egyetem κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως) της 30ης Σεπτεμβρίου 2026
Υπόθεση T-132/23, ?budai Egyetem κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως) της 30ης Σεπτεμβρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως)

της 30ής Σεπτεμβρίου 2026 (*)

« Εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης – Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 – Γενικό καθεστώς αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης – Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/2506 – Μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία – Άρθρο 2, παράγραφος 2, της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 – Απαγόρευση προς την Επιτροπή να αναλάβει νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος ή έναντι οντότητας η οποία ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα – Άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 – Υποχρέωση αιτιολόγησης – Ασφάλεια δικαίου – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Δικαιώματα άμυνας – Ένταση του δικαστικού ελέγχου – Αναλογικότητα – Δικαίωμα δραστηριοποίησης σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις – Άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Αρχή της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων – Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας »

Στην υπόθεση T-132/23,

?budai Egyetem, με έδρα τη Βουδαπέστη (Ουγγαρία), εκπροσωπούμενο από τους V. ?uszcz και K. Bendzsel-Varga, δικηγόρους,

προσφεύγον,

υποστηριζόμενο από την

Ουγγαρία, εκπροσωπούμενη από τον M. Feh?r,

παρεμβαίνουσα,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους E. Rebasti, G. Rugge και την L. V?tillard,

καθού,

υποστηριζόμενου από το

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους R. Crowe και U. R?sslein,

και την

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Baquero Cruz και την D. Drambozova,

παρεμβαίνοντες,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, Πρόεδρο, M. J. Costeira, L. Truchot, J. Schwarcz, M. Kancheva, U. ?berg (εισηγητή), P. Zilgalvis, E. Tichy-Fisslberger και S. Verschuur, δικαστές,

γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και δη τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, ?budai Egyetem κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (T-132/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:208),

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το προσφεύγον, ?budai Egyetem, ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2022/2506 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία (ΕΕ 2022, L 325, σ. 94, στο εξής: προσβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγόρευσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης, να αναλαμβάνει νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος το οποίο έχει συσταθεί βάσει του k?zfeladatot ell?t? k?z?rdek? vagyonkezel? alap?tv?nyokr?l sz?l? 2021. ?vi IX. t?rv?ny [νόμου IX του 2021 περί καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος στα οποία έχει ανατεθεί αποστολή δημόσιας υπηρεσίας (Magyar K?zl?ny 2021/75., στο εξής: ουγγρικός νόμος IX)] ή έναντι οντότητας ανήκουσας σε τέτοιο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος.

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Το προσφεύγον είναι τεχνικό πανεπιστήμιο, το οποίο ιδρύθηκε το 1879 και εδρεύει στην ?buda, περιοχή της Βουδαπέστης (Ουγγαρία). Μέχρι το 2021, το προσφεύγον ανήκε, ελεγχόταν και χρηματοδοτούνταν εν μέρει από το Ουγγρικό Δημόσιο ως δημόσιο πανεπιστήμιο.

3        Με τις διατάξεις του ουγγρικού νόμου IX, το προσφεύγον απαλείφθηκε από τους οργανισμούς που τελούν υπό την άμεση διαχείριση και χρηματοδότηση του Δημοσίου από 1ης Αυγούστου 2021. Τα καταστατικά και διαχειριστικά δικαιώματα του προσφεύγοντος μεταβιβάστηκαν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος. Το προσφεύγον υπήχθη στο Rudolf Kalman ?budai Egyetem?rt Alap?tv?ny (ίδρυμα Rudolf Kalman για το πανεπιστήμιο ?buda).

4        Στις 24 Νοεμβρίου 2021 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ουγγαρία αίτημα παροχής πληροφοριών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης (ΕΕ 2020, L 433 I, σ. 1).

5        Στις 15 Δεκεμβρίου 2022, κατόπιν ανταλλαγής απόψεων μεταξύ της Ουγγαρίας και της Επιτροπής, το Συμβούλιο εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, βάσει, αφενός, της πρότασης COM(2022) 485 final της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία (στο εξής: πρόταση της Επιτροπής) και, αφετέρου, της ανακοίνωσης COM(2022) 687 final της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, της 30ής Νοεμβρίου 2022, σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που κοινοποίησε η Ουγγαρία δυνάμει του κανονισμού 2020/2092 για την προστασία του ενωσιακού προϋπολογισμού (στο εξής: ανακοίνωση της Επιτροπής).

6        Με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, το Συμβούλιο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 και, ως εκ τούτου, εξέδωσε μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία. Οι παραβιάσεις αυτές αφορούσαν τις δημόσιες συμβάσεις, τις διώξεις, τις συγκρούσεις συμφερόντων, την καταπολέμηση της διαφθοράς και τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.

7        Τα δύο μέτρα που έλαβε το Συμβούλιο συνίσταντο, αφενός, στην κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 αναστολή του 55 % των δημοσιονομικών δεσμεύσεων για τρία προγράμματα της πολιτικής συνοχής για την περίοδο 2021 έως 2027 και, αφετέρου, στην επιβληθείσα με την προσβαλλόμενη διάταξη απαγόρευση προς την Επιτροπή να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος και έναντι των οντοτήτων που ανήκουν στα καταπιστεύματα αυτά όσον αφορά χρηματοδοτήσεις της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση.

8        Στο πλαίσιο αυτό, η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 προβλέπει, με την προσβαλλόμενη διάταξη, ότι «[σ]την περίπτωση που η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ) του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046, δεν αναλαμβάνονται νομικές δεσμεύσεις με οποιοδήποτε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος έχει συσταθεί βάσει του ουγγρικού νόμου IX [...] ή με οποιαδήποτε οντότητα ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος». Η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 τέθηκε σε ισχύ στις 16 Δεκεμβρίου 2022.

 Αιτήματα των διαδίκων

9        Το προσφεύγον ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν αιτήματος διευκρίνισης το οποίο διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σχετικά με το περιεχόμενο των αιτημάτων του προσφεύγοντος:

–        κυρίως, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διάταξη

–        επικουρικώς, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διάταξη κατά το μέρος που το αφορά

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο καθώς και οποιονδήποτε ασκήσει παρέμβαση υπέρ του Συμβουλίου στα δικαστικά έξοδα.

10      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή

–        να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.

11      Η Ουγγαρία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή του προσφεύγοντος.

12      Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή.

 Σκεπτικό

 Επί του παραδεκτού των εγγράφων που προσκομίστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης

13      Στις 28 Οκτωβρίου 2024 το προσφεύγον κατέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μία ανακοίνωση της εθνικής υπηρεσίας Tempus, η οποία είναι επιφορτισμένη με τη διαχείριση των προγραμμάτων διεθνούς συνεργασίας, ιδίως του Erasmus+, σχετικά με τα ποσοστά των υποτροφιών στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος (παράρτημα R.1), μία ανακοίνωση της Επιτροπής της 2ας Σεπτεμβρίου 2024, η οποία δημοσιεύθηκε στην πύλη «Χρηματοδότηση και προσκλήσεις υποβολής προσφορών» του διαδικτυακού της τόπου ως «FAQ» (Συχνές Ερωτήσεις) (παράρτημα R.2), καθώς και μία υπεύθυνη δήλωση σχετικά με τη χορήγηση υποτροφιών στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus+ από τον διευθυντή του γραφείου διαχείρισης υποτροφιών του προσφεύγοντος (παράρτημα R.3), προκειμένου να αντικρούσει τις παρατηρήσεις του Συμβουλίου που υποβλήθηκαν με το υπόμνημα ανταπαντήσεως.

14      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, φρονεί ότι τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία είναι απαράδεκτα σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.

15      Κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατ’ εξαίρεση, οι κύριοι διάδικοι μπορούν επίσης να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ή να προτείνουν αποδεικτικά μέσα πριν από την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή πριν από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, εφόσον δικαιολογήσουν την καθυστέρηση αυτή.

16      Ωστόσο, ο κανόνας περί προθεσμιών, που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφοι 1 και 3, του Κανονισμού Διαδικασίας δεν αφορά την ανταπόδειξη και τη συμπλήρωση των αποδείξεων κατόπιν της ανταπόδειξης εκ μέρους του αντιδίκου με το υπόμνημα ανταπαντήσεως. Πράγματι, η διάταξη αυτή αφορά την πρόταση νέων αποδεικτικών μέσων και πρέπει να συνδυάζεται με το άρθρο 92, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας που ορίζει ρητώς ότι η ανταπόδειξη και η συμπλήρωση των αποδείξεων είναι δυνατή [πρβλ. αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, C-185/95 P, EU:C:1998:608, σκέψη 72, και της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Monolith Frost κατά EUIPO – Dovgan (PLOMBIR), T-830/16, EU:T:2018:941, σκέψη 21].

17      Εν προκειμένω, τα επίμαχα έγγραφα απαντούν στις νέες παρατηρήσεις και τα προταθέντα από το Συμβούλιο αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιλαμβάνονται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως. Συγκεκριμένα, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι, παρά τα έγγραφα ανάθεσης και επιδότησης, τα οποία μνημονεύει το προσφεύγον στο υπόμνημά του απαντήσεως, υπήρχε κίνδυνος τα κονδύλια της Ένωσης να μη χρησιμοποιηθούν ορθώς ή να αποτελέσουν αντικείμενο κατάχρησης λόγω προηγούμενων αποφάσεων καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος. Το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι ενδεχόμενες συγκρούσεις συμφερόντων στα καταπιστεύματα αυτά συνεπάγονταν, για παράδειγμα, κίνδυνο παρεμβάσεων στην επιλογή των φοιτητών στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus+, με την εισαγωγή πολιτικών κριτηρίων, και προσκόμισε ένα άρθρο προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού. Επιπλέον, το Συμβούλιο αμφισβήτησε τη λυσιτέλεια της νομοθεσίας περί συγκεντρώσεων, την οποία επικαλέστηκε το προσφεύγον με το υπόμνημά του απαντήσεως. Επομένως, τα παραρτήματα R.1 έως R.3 προσκομίστηκαν προκειμένου να δοθεί απάντηση στην προεκτεθείσα επιχειρηματολογία του Συμβουλίου. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να κηρυχθούν απαράδεκτα για τον λόγο ότι προσκομίστηκαν στο πλαίσιο του αιτήματος διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως κατά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.

18      Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο κανόνας περί προθεσμιών του άρθρου 85, παράγραφοι 1 και 3, του Κανονισμού Διαδικασίας δεν έχει εφαρμογή ως προς τα επίμαχα αποδεικτικά μέσα και, κατά συνέπεια, τα μέσα αυτά είναι παραδεκτά.

 Επί του παραδεκτού του λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας

19      Στις 10 Απριλίου 2025 το προσφεύγον κατέθεσε, κατά τη διάρκεια της δίκης, υπόμνημα κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 84 και 88 του Κανονισμού Διαδικασίας. Με το υπόμνημα αυτό το προσφεύγον προβάλλει, κυρίως, λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορά παράβαση των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ, στηριζόμενο σε νομικά και πραγματικά στοιχεία τα οποία ανέκυψαν μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, ήτοι τη δημοσίευση της απόφασης της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18).

20      Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, κατά τον χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της προσφυγής, ο αντίκτυπος της προσβαλλόμενης διάταξης στην κινητικότητα των φοιτητών του πανεπιστημίου στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus+ δεν είχε ακόμη καταδειχθεί με σαφήνεια, καθόσον εξακολουθούσε να είναι δυνατή η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα Erasmus+, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη Ιουλίου του 2024. Επιπλέον, λόγω της διεξαγωγής διαπραγματεύσεων μεταξύ της Επιτροπής και της Ουγγρικής Κυβέρνησης καθ’ όλη τη διάρκεια του θέρους του 2024, κατέστη σαφές μόλις τον Σεπτέμβριο του 2024, μετά την κατάθεση του υπομνήματος απαντήσεως, ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 είχε εφαρμογή και στο πρόγραμμα κινητικότητας Erasmus+.

21      Το προσφεύγον υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), καταδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη περιορίζει εν προκειμένω την ελεύθερη κυκλοφορία των φοιτητών του και επιβεβαιώνει την αναγνώριση του δικαιώματος συμμετοχής των φοιτητών αυτών στο πρόγραμμα Erasmus+.

22      Επικουρικώς, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματά του, τα οποία αντλούνται από την απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθούν ως ανάπτυξη του πρώτου και του δεύτερου λόγου ακυρώσεως.

23      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο, αμφισβητεί το παραδεκτό του λόγου αυτού.

24      Σύμφωνα με το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία ή αποτελούν ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως, άμεσα ή έμμεσα, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο και συνδέεται στενά με αυτόν [απόφαση της 19ης Μαΐου 1983, Βέρρος κατά Κοινοβουλίου, 306/81, EU:C:1983:143, σκέψη 9 βλ. επίσης απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Intas Pharmaceuticals κατά EUIPO – Laboratorios Indas (INTAS), T-380/18, EU:T:2019:782, σκέψη 26 (μη δημοσιευθείσα) και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

25      Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι ο λόγος ακυρώσεως ο οποίος αφορά παράβαση των άρθρων 20 και 21 ΣΛΕΕ δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανάπτυξη του πρώτου και του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται παράβαση του κανονισμού 2020/2092, παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης και παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων. Επομένως, συνιστά νέο ισχυρισμό, κατά την έννοια του άρθρου 84 του Κανονισμού Διαδικασίας.

26      Όσον αφορά την ύπαρξη νέου πραγματικού στοιχείου, από την προσβαλλόμενη διάταξη προκύπτει σαφώς και ανεπιφύλακτα ότι απαγορεύεται στην Επιτροπή να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος ιδρυθέντων βάσει του ουγγρικού νόμου IX ή έναντι οντοτήτων που ανήκουν σε τέτοια καταπιστεύματα, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν, μετά την έναρξη ισχύος της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, το προσωπικό του προσφεύγοντος που ήδη συμμετείχε στο πρόγραμμα Erasmus+ εξακολουθούσε να επωφελείται από αυτό, το προσφεύγον γνώριζε, από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης, ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε πλέον, από την έναρξη ισχύος της ίδιας απόφασης, να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντί του, ιδίως στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus+, και ότι, κατά συνέπεια, οι φοιτητές και οι λοιποί δυνητικοί δικαιούχοι του προγράμματος αυτού θα επηρεάζονταν από την προσβαλλόμενη διάταξη.

27      Όσον αφορά την ύπαρξη νέου νομικού στοιχείου, υπενθυμίζεται ότι δεν μπορεί να προβληθεί ως νέο στοιχείο δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται κατά τη διάρκεια της δίκης, διότι η απόφαση αυτή δεν παρέχει, κατ’ αρχήν, παρά ερμηνεία ex tunc του δικαίου της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1997, FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-106/95, EU:T:1997:23, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

28      Συναφώς, κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), τα άρθρα 165 και 179 ΣΛΕΕ προέβλεπαν ήδη ότι οι πολιτικές εκπαίδευσης και έρευνας είχαν ως στόχο «να ευνο[ούν] την κινητικότητα φοιτητών και εκπαιδευτικών», με τη δημιουργία «ευρωπαϊκού χώρου έρευνας στον οποίο οι ερευνητές, οι επιστημονικές γνώσεις και οι τεχνολογίες κυκλοφορούν ελεύθερα».

29      Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 38 έως 40 της απόφασης της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), η απόφαση αυτή απλώς επιβεβαιώνει πάγια νομολογία σχετικά με τη σημασία της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στον τομέα της εκπαίδευσης. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο παραπέμπει στην προγενέστερη νομολογία του, όπερ καταδεικνύει ότι η νομολογία αυτή δεν αμφισβητείται.

30      Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομικό στοιχείο το οποίο ανέκυψε κατά τη διάρκεια της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

31      Ως εκ τούτου, ο λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

 Επί του βασίμου των λόγων ακυρώσεως

32      Προς στήριξη της ασκηθείσας προσφυγής, το προσφεύγον προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, ο δεύτερος παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, ο τρίτος προσβολή του δικαιώματος δραστηριοποίησης σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), σε συνδυασμό με τα άρθρα 101 έως 108 ΣΛΕΕ, και, ο τέταρτος, παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.

33      Στο πλαίσιο του πρώτου, του δεύτερου και του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, το προσφεύγον προβάλλει, επικουρικώς, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 2020/2092, σε περίπτωση που δοθεί η ερμηνεία ότι με τον κανονισμό αυτό εγκρίνονται μέτρα τα οποία αφορούν συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, χωρίς να προβλέπεται η δυνατότητα ατομικών εξαιρέσεων.

34      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύει τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος σύμφωνα με την ουσία τους και όχι βάσει του χαρακτηρισμού τους και, συνεπώς, να προβαίνει στον χαρακτηρισμό των λόγων, ισχυρισμών και επιχειρημάτων που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής (απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2024, Troy Chemical Company και Troy κατά Επιτροπής, T-297/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:13, σκέψη 48).

35      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι το προσφεύγον προβάλλει, κατ’ ουσίαν, επτά λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν, πρώτον, παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, δεύτερον, παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, τρίτον, παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, τέταρτον, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, πέμπτον, προσβολή του δικαιώματος δραστηριοποίησης σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 του Χάρτη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 101 έως 108 ΣΛΕΕ, έκτον, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων και, έβδομον και επικουρικώς, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 2020/2092.

 Επί του λόγου με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης

36      Το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, ισχυρίζεται ότι ούτε η πρόταση της Επιτροπής ούτε η ανακοίνωση της Επιτροπής ούτε η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 είναι επαρκώς αιτιολογημένες.

37      Κατ’ αρχάς, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι από την αιτιολογία της πρότασης της Επιτροπής, της ανακοίνωσης της Επιτροπής και της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 δεν προκύπτει με ποιον τρόπο ο προβαλλόμενος κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων επηρεάζει ή απειλεί σοβαρά να επηρεάσει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, δεδομένου ότι το διοικητικό συμβούλιο των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση. Εν συνεχεία, ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία δεν παρέχει τη δυνατότητα κατανόησης των λόγων για τους οποίους η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά τα πανεπιστήμια, δεδομένου ότι δεν εξετάστηκε η οικονομική σχέση μεταξύ του πανεπιστημίου και του καταπιστεύματος, ενώ μάλιστα οι οντότητες αυτές τηρούν χωριστούς προϋπολογισμούς. Τέλος, υπογραμμίζει ότι από κανένα στοιχείο της αιτιολογίας δεν προκύπτει ότι εφαρμόστηκε το κριτήριο της πραγματικής σύνδεσης μεταξύ της παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου και του επηρεασμού ή της απειλής επηρεασμού του προϋπολογισμού της Ένωσης.

38      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.

39      Το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει ότι οι νομικές πράξεις αιτιολογούνται και αναφέρονται στις προτάσεις, πρωτοβουλίες, συστάσεις, αιτήσεις ή γνώμες που προβλέπονται από τις Συνθήκες.

40      Κατά πάγια νομολογία, η κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ υποχρέωση αιτιολόγησης αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι αυτή αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξης (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C-465/20 P, EU:C:2024:724, σκέψη 389 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

41      Μια ανεπαρκώς αιτιολογημένη πράξη, κατά την έννοια της υποχρέωσης τυπικής αιτιολόγησης, δεν παρέχει τη δυνατότητα κατανόησης του λόγου για τον οποίο εκδόθηκε η πράξη και επί ποιας βάσεως, ενώ η αιτιολογία μιας πράξης, ήτοι το σκεπτικό της και οι λόγοι βάσει των οποίων εκδόθηκε, μπορεί να είναι επαρκώς γνωστή και κατανοητή, πλην όμως ανεπαρκής κατά νόμον, στο μέτρο που δεν είναι τεκμηριωμένη, λυσιτελής ή σύμφωνη με τις εφαρμοστέες διατάξεις (απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024, Veritas κατά Επιτροπής, T-602/22, EU:T:2024:26, σκέψη 18).

42      Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της επίμαχης πράξης και να εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία τη συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Συναφώς, η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει εξαντλητικά όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία πράξης πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C-465/20 P, EU:C:2024:724, σκέψεις 391 και 392 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43      Επομένως, από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να προκύπτουν με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία οι ακριβείς λόγοι και τα συγκεκριμένα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε το Συμβούλιο προκειμένου να θεσπίσει την προσβαλλόμενη διάταξη, ιδίως όσον αφορά τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου τις οποίες επικαλείται το θεσμικό αυτό όργανο και τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι οι συγκεκριμένες παραβιάσεις επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της κατά τρόπο επαρκώς άμεσο.

44      Εκ προοιμίου, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής καθόσον αφορά ανεπαρκή αιτιολογία της πρότασης και της ανακοίνωσης της Επιτροπής. Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 42 ανωτέρω, η τήρηση της υποχρέωσης αιτιολόγησης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της πράξης της οποίας ζητείται η ακύρωση, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα. Το πλαίσιο αυτό, στο οποίο εντάσσεται μεταξύ άλλων η πρόταση για τη θέσπιση της οικείας πράξης, δεν είναι ικανό να δικαιολογήσει, αφ’ εαυτού και ανεξάρτητα από την αιτιολογία της επίμαχης πράξης, την ακύρωση της πράξης (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 250). Επομένως, εν προκειμένω, μολονότι η πρόταση και η ανακοίνωση της Επιτροπής αποτελούν μέρος του πλαισίου θέσπισης της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, η ενδεχόμενη ανεπαρκής αιτιολογία των εγγράφων αυτών δεν μπορεί να δικαιολογήσει, αφ’ εαυτής και ανεξάρτητα από την αιτιολογία της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, την ακύρωση της απόφασης αυτής.

45      Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι η αιτιολογική σκέψη 11 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 έχει ως εξής:

«[Υ]πάρχουν ανησυχίες σχετικά με τη μη εφαρμογή των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις και τη σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά τα “καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος” και τις οντότητες τις οποίες αυτά διαχειρίζονται, καθώς και σχετικά με την έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τη διαχείριση των κονδυλίων από τα εν λόγω καταπιστεύματα. Τα εν λόγω ζητήματα και η διαχρονική επανεμφάνισή τους καταδεικνύουν συστημική αδυναμία, αποτυχία ή απροθυμία, από την πλευρά των ουγγρικών αρχών, να αποτραπούν αποφάσεις που παραβιάζουν το εφαρμοστέο δίκαιο, όσον αφορά […] τις συγκρούσεις συμφερόντων, και, ως εκ τούτου, να αντιμετωπιστούν επαρκώς οι κίνδυνοι διαφθοράς. Τα ζητήματα αυτά συνιστούν παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, ιδίως των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της απαγόρευσης της αυθαίρετης άσκησης εκτελεστικών εξουσιών, ενώ εγείρουν ανησυχίες και όσον αφορά τη διάκριση των εξουσιών.»

46      Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 διευκρινίζει τα εξής:

«[Καίτοι υπήρξαν ορισμένες νομοθετικές τροποποιήσεις,] το [ουγγρικό] κανονιστικό πλαίσιο εξακολουθεί να μην καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων πολιτικών στελεχών της Εθνοσυνέλευσης και αυτόνομων οργάνων της Ουγγαρίας, σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος [...]. Επιπλέον, η Ουγγαρία επανέφερε από την 1η Νοεμβρίου 2022 τη δυνατότητα (μέσω εξαίρεσης από τη γενική απαγόρευση) για ανώτερα πολιτικά στελέχη να κατέχουν και άλλες αμειβόμενες θέσεις εργασίας, μεταξύ άλλων σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι, για τους λόγους αυτούς, όπως καθορίζονται περαιτέρω στην ανακοίνωση της Επιτροπής, οι αδυναμίες του κανονιστικού πλαισίου σε συνδυασμό με τις νέες νομοθετικές εξελίξεις επιδεινώνουν την πιθανή σύγκρουση συμφερόντων για την αντιμετώπιση της οποίας λήφθηκε το διορθωτικό μέτρο και, ως εκ τούτου, το εν λόγω μέτρο καθίσταται ανεπαρκές για την αντιμετώπιση των ανησυχιών που είχε εκφράσει αρχικά η Επιτροπή.»

47      Τέλος, η αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 έχει ως εξής:

«Όσον αφορά τις διαπιστωθείσες παραβιάσεις σε σχέση με τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, το κανονιστικό πλαίσιο στην Ουγγαρία ενέχει αδυναμίες, όπως αναφέρεται ανωτέρω, εξαιτίας των οποίων δεν έχει καταστεί δυνατή η άρση του κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, για την αντιμετώπιση του οποίου είχε θεσπιστεί το διορθωτικό μέτρο. Λαμβανομένης υπόψη της ανεπάρκειας του διορθωτικού μέτρου, ο προϋπολογισμός της Ένωσης εξακολουθεί να διατρέχει σοβαρό κίνδυνο, ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί καλύτερα με την απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων με κάθε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος και κάθε οντότητα η οποία ανήκει σε αυτό στο πλαίσιο οποιουδήποτε προγράμματος υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση [...]».

48      Επομένως, από τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 43 και 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι η προβαλλόμενη παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου η οποία επηρεάζει ή απειλεί σοβαρά να επηρεάσει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή τα οικονομικά της συμφέροντα εξετάζεται υπό το πρίσμα της αρχής της ασφάλειας δικαίου, της απαγόρευσης της αυθαίρετης άσκησης εκτελεστικών εξουσιών και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και εξειδικεύεται, εν προκειμένω, με την ύπαρξη ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων.

49      Η προβαλλόμενη παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου είναι απόρροια μιας πραγματικής κατάστασης και του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο δεν καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων πολιτικών στελεχών, σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος που έχουν συσταθεί με τον ουγγρικό νόμο IX. Η παραβίαση αυτή των αρχών του κράτους δικαίου επιτάθηκε από το γεγονός ότι από 1ης Νοεμβρίου 2022 η Ουγγαρία επέτρεψε εκ νέου στα ανώτερα πολιτικά στελέχη να κατέχουν και άλλες αμειβόμενες θέσεις εργασίας, μεταξύ άλλων σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος τα οποία έχουν συσταθεί με τον προαναφερθέντα νόμο.

50      Επομένως, το Συμβούλιο εξέθεσε, κατά τρόπο αρκούντως λεπτομερή και εμπεριστατωμένο, τους λόγους για τους οποίους θεσπίστηκε η προσβαλλόμενη διάταξη.

51      Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος δεν ασκούν καμία επιρροή στα κονδύλια της Ένωσης, στο πλαίσιο της άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης, και δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, τα κονδύλια αυτά λαμβάνονται απευθείας από τα πανεπιστήμια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, διότι βάλλει κατά του βασίμου της προσβαλλόμενης διάταξης και όχι κατά της αιτιολογίας της. Το ίδιο ισχύει και ως προς το επιχείρημα του προσφεύγοντος το οποίο αφορά την πραγματική σύνδεση μεταξύ της παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου και του επηρεασμού ή της απειλής επηρεασμού του προϋπολογισμού της Ένωσης.

52      Ως εκ τούτου, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης πρέπει να απορριφθεί ως εν μέρει αλυσιτελής και εν μέρει αβάσιμος.

 Επί του λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας

53      Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, στο μέτρο που το ίδιο έλαβε γνώση των αποτελεσμάτων της μόλις κατά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάταξη αυτή αντιβαίνει επίσης στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι τόσο η αναστολή της υπογραφής της συμφωνίας επιχορήγησης, για την οποία είχε ήδη ολοκληρωθεί διαδικασία επιλογής, όσο και η αναστολή της ετήσιας ανανέωσης των συμφωνιών επιχορήγησης δεν μπορούσαν να προβλεφθούν. Επιπλέον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι υπήρξε προσβολή των δικαιωμάτων του άμυνας λόγω του ότι δεν προηγήθηκε της θέσπισης της προσβαλλόμενης διάταξης διαβούλευση με τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία ανήκαν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος.

54      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.

55      Πρώτον, όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, κατά πάγια νομολογία, η αρχή αυτή επιτάσσει, αφενός, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς και, αφετέρου, η εφαρμογή τους να μπορεί να προβλεφθεί από τους πολίτες, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες. Ειδικότερα, η εν λόγω αρχή απαιτεί, μεταξύ άλλων, να παρέχει η κανονιστική ρύθμιση τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει και να είναι σε θέση να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν ως εκ τούτου τα μέτρα τους (βλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 319 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

56      Πλην όμως, οι ως άνω απαιτήσεις δεν μπορούν να νοούνται ως μη επιτρέπουσες τη χρήση από θεσμικό όργανο της Ένωσης, στο πλαίσιο διάταξης πράξης την οποία θεσπίζει, αφηρημένων νομικών εννοιών ούτε ως επιβάλλουσες υποχρέωση σύμφωνα με την οποία η διάταξη η οποία χρησιμοποιεί μια αφηρημένη νομική έννοια πρέπει να αναφέρει τις διάφορες συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατή η εφαρμογή της, καθόσον το θεσμικό όργανο δεν είναι σε θέση να καθορίσει εκ των προτέρων όλες αυτές τις περιπτώσεις (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 320 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

57      Κατά συνέπεια, διάταξη πράξης της Ένωσης παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου λόγω έλλειψης σαφήνειας μόνον εάν η ασάφειά της είναι τέτοια ώστε οι διοικούμενοι να εμποδίζονται να άρουν με ικανή βεβαιότητα τυχόν αμφιβολίες ως προς την έκταση εφαρμογής ή την έννοια της σχετικής διάταξης (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2005, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-110/03, EU:C:2005:223, σκέψη 31, και της 22ας Μαΐου 2007, Mebrom κατά Επιτροπής, T-216/05, EU:T:2007:148, σκέψη 108).

58      Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη διάταξη προβλέπει ότι, «[σ]την περίπτωση που η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης [...] δεν αναλαμβάνονται νομικές δεσμεύσεις με οποιοδήποτε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος [το οποίο] έχει συσταθεί βάσει του ουγγρικού νόμου IX [...] ή με οποιαδήποτε οντότητα ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος».

59      Επομένως, από την προσβαλλόμενη διάταξη προκύπτει ότι το γεγονός ότι το προσφεύγον είναι οντότητα ανήκουσα σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος συσταθέν βάσει του ουγγρικού νόμου IX δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να αναλάβει νομικές δεσμεύσεις έναντί του, στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση.

60      Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλόμενη διάταξη είναι αρκούντως σαφής και ακριβής και είναι, επομένως, σύμφωνη με τις απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου και της προβλεψιμότητας.

61      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης διάταξης μόλις την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πράγματι, από το πραγματικό αυτό στοιχείο δεν προκύπτει ότι το προσφεύγον δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει με ακρίβεια τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ή ότι η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης δεν μπορούσε να προβλεφθεί.

62      Δεύτερον, όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, υπενθυμίζεται ότι δικαίωμα επίκλησης της αρχής αυτής έχει, ως απόρροια της αρχής της ασφάλειας δικαίου, κάθε ιδιώτης στον οποίον θεσμικό όργανο της Ένωσης δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες, παρέχοντάς του συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις (βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2020, Συμβούλιο κατά K. Chrysostomides & Co. κ.λπ., C-597/18 P, C-598/18 P, C-603/18 P και C-604/18 P, EU:C:2020:1028, σκέψη 178 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

63      Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το προσφεύγον δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είχε θεμιτές προσδοκίες για τη χορήγηση νέων χρηματοδοτήσεων της Ένωσης στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση σε περίπτωση παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου από την Ουγγαρία. Κατά τα λοιπά, το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι έλαβε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ως προς το ζήτημα αυτό.

64      Τρίτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη από το προσφεύγον προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, του δικαιώματος ακροάσεως ή του δικαιώματος διαβούλευσης, επισημαίνονται τα ακόλουθα.

65      Κατά πρώτον, όσον αφορά το ζήτημα αν ήταν αναγκαία η διαβούλευση με τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, από το άρθρο 5 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι αποδέκτης της απόφασης αυτής είναι η Ουγγαρία. Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 9, του κανονισμού 2020/2092 καθορίζει τη διαδικασία που οφείλει να ακολουθεί η Επιτροπή και τις διάφορες επαφές της Επιτροπής με το οικείο κράτος μέλος. Καμία διάταξη δεν υποχρέωνε την Επιτροπή να διαβουλευθεί με άλλο μέρος πλην του οικείου κράτους μέλους.

66      Κατά δεύτερον, το δικαίωμα ακροάσεως κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α', του Χάρτη και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του.

67      Το δικαίωμα ακροάσεως ανήκει στα δικαιώματα άμυνας και συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία έχει εφαρμογή ακόμη και αν δεν υφίσταται συναφώς ειδική κανονιστική ρύθμιση. Η εν λόγω αρχή επιτάσσει να παρέχεται στους αποδέκτες αποφάσεων οι οποίες επηρεάζουν ουσιωδώς τα συμφέροντά τους η δυνατότητα να γνωστοποιούν λυσιτελώς την άποψή τους επί των εις βάρος τους στοιχείων στα οποία στηρίχθηκαν οι αποφάσεις (βλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2021, Vialto Consulting κατά Επιτροπής, C-650/19 P, EU:C:2021:879, σκέψη 122 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

68      Ωστόσο, το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας που κινείται κατά προσώπου και η οποία πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και ελλείψει οποιασδήποτε ρύθμισης σχετικά με τη διαδικασία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία καταλήγει στη λήψη μέτρου γενικής ισχύος (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2023, Arysta LifeScience Great Britain κατά Επιτροπής, C-259/22 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:513, σκέψη 50, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Alpharma κατά Συμβουλίου, T-70/99, EU:T:2002:210, σκέψη 388 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), όπως η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 (πρβλ. διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, ?budai Egyetem κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T-132/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:208, σκέψη 41).

69      Ειδικότερα, όσον αφορά πράξεις γενικής ισχύος, ούτε η διαδικασία κατάρτισής τους ούτε η φύση των πράξεων αυτών απαιτούν, δυνάμει των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το δικαίωμα ακροάσεως, διαβούλευσης ή ενημέρωσης, τη συμμετοχή των θιγόμενων προσώπων. Τούτο δεν ισχύει αν ρητή διάταξη του νομικού πλαισίου που διέπει την έκδοση της εν λόγω πράξης παρέχει ένα τέτοιο διαδικαστικό δικαίωμα σε θιγόμενο πρόσωπο (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, Arysta LifeScience Great Britain κατά Επιτροπής, C-259/22 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:513, σκέψη 51 βλ. επίσης απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Probelte κατά Επιτροπής, T-67/18, EU:T:2019:873, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

70      Η κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 9, του κανονισμού 2020/2092 διαδικασία για τη λήψη κατάλληλων μέτρων προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης αναφέρεται μόνον στην υποχρέωση διαβούλευσης με το οικείο κράτος μέλος και προβλέπει τις διάφορες επαφές της Επιτροπής με το εν λόγω κράτος μέλος. Εξάλλου, το προσφεύγον δεν αμφισβητεί ότι η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε προσηκόντως. Κατά τα λοιπά, εν προκειμένω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 6 και 8 έως 10 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι η Επιτροπή αντήλλαξε απόψεις με τις ουγγρικές αρχές πριν υποβάλει την πρότασή της στο Συμβούλιο.

71      Πρέπει να προστεθεί ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν υποστήριξαν ότι υπήρχαν μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, συστημικές απάτες ή συγκεκριμένες συγκρούσεις συμφερόντων στις οποίες ενεπλάκη το προσφεύγον, οι οποίες να δικαιολογούν τη λήψη ειδικών μέτρων δυνάμει του κανονισμού 2020/2092, όπερ θα επέβαλε τον σεβασμό του δικαιώματός του ακροάσεως. Το γεγονός και μόνον ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά το προσφεύγον όπως και άλλους δικαιούχους λόγω σοβαρών συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου, τις οποίες επικαλούνται η Επιτροπή και το Συμβούλιο, δεν απονέμει στο προσφεύγον συγκεκριμένο διαδικαστικό δικαίωμα.

72      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το προσφεύγον δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί προσβολή του δικαιώματός του ακροάσεως.

73      Ως εκ τούτου, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατά το μέρος που αφορά παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ως αλυσιτελής κατά το μέρος που αφορά τα δικαιώματα άμυνας.

 Επί του λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092

74      Το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092.

75      Κατά το προσφεύγον, η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν τεκμηρίωσαν τις προϋποθέσεις λήψης του προβλεπόμενου με την προσβαλλόμενη διάταξη μέτρου, ήτοι τη διαπίστωση παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου, τη σοβαρή απειλή επηρεασμού της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο και την αιτιώδη συνάφεια, ιδίως την ύπαρξη πραγματικής σύνδεσης μεταξύ της εν λόγω παραβίασης και ενός τέτοιου επηρεασμού ή μιας τέτοιας σοβαρής απειλής επηρεασμού.

76      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.

77      Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 2020/2092 καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.

78      Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι λαμβάνονται τέτοια μέτρα όταν διαπιστώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού, ότι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο.

79      Δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 2020/2092, η Επιτροπή οφείλει να εκθέτει, σε γραπτή κοινοποίηση προς το οικείο κράτος μέλος, τα πραγματικά περιστατικά και τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζονται οι διαπιστώσεις της ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 338), και, κυρίως, ότι οι παραβιάσεις επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της κατά τρόπο επαρκώς άμεσο, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή προϋπόθεση απαιτεί την ύπαρξη πραγματικής σύνδεσης μεταξύ των εν λόγω παραβιάσεων και ενός τέτοιου επηρεασμού ή μιας τέτοιας σοβαρής απειλής επηρεασμού (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 111 και 147).

80      Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η πρόληψη παραβιάσεων όπως αυτές περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 απαιτεί οι διαπιστωθείσες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου να απειλούν «σοβαρά» να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή τα οικονομικά συμφέροντά της και επιτάσσει, κατά συνέπεια, η Επιτροπή και το Συμβούλιο να αποδεικνύουν ότι υφίσταται μεγάλη πιθανότητα πραγμάτωσης της απειλής αυτής ως προς τις καταστάσεις ή τις πρακτικές των αρχών για τις οποίες κάνει λόγο το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2020/2092 (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 299).

81      Τέλος, από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2020/2092 προκύπτει ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, οι οποίες δύνανται να δικαιολογήσουν τη λήψη κατάλληλων μέτρων δυνάμει του κανονισμού αυτού, πρέπει να αφορούν τις απαριθμούμενες στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία α' έως η', του κανονισμού αυτού καταστάσεις ή πρακτικές των αρχών, στο μέτρο που αυτές άπτονται της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.

82      Συναφώς, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο η', του κανονισμού 2020/2092 αφορά ρητώς κάθε άλλη κατάσταση και κάθε άλλη πρακτική των αρχών που άπτεται της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της.

83      Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η φράση «άλλες καταστάσεις ή πρακτικές των αρχών» του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο η', του κανονισμού 2020/2092 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχεία α' έως ζ', και του άρθρου 4, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, καθώς και υπό το πρίσμα των διαδικαστικών προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 9, του εν λόγω κανονισμού. Κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο η', του κανονισμού 2020/2092 δεν καθιστά μη εξαντλητική την απαρίθμηση των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου που απαντά στην παράγραφο αυτή, επειδή ορίζονται με όρους αφηρημένους και γενικούς (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 252 έως 255 πρβλ. επίσης απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψεις 178 και 334).

84      Ως εκ τούτου, από τον συνδυασμό του άρθρου 4 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 προκύπτει ότι, προκειμένου να δικαιολογηθεί η λήψη κατάλληλων μέτρων βάσει του κανονισμού αυτού, το Συμβούλιο και η Επιτροπή οφείλουν να αποδείξουν κατά τρόπο συγκεκριμένο, πρώτον, ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι υπήρξε παραβίαση τουλάχιστον μίας από τις αρχές του κράτους δικαίου που μνημονεύονται στο άρθρο 2, στοιχείο α', του κανονισμού σε ένα κράτος μέλος, δεύτερον, ότι η παραβίαση αυτή αφορά τουλάχιστον μία από τις καταστάσεις που μπορούν να καταλογιστούν σε αρχή κράτους μέλους ή τουλάχιστον μία από τις πρακτικές της αρχής αυτής στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, στο μέτρο που οι οικείες καταστάσεις ή πρακτικές άπτονται της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της, και, τρίτον, ότι η παραβίαση αυτή επηρεάζει ή απειλεί σοβαρά να επηρεάσει την εν λόγω χρηστή διαχείριση ή την προστασία αυτών των οικονομικών συμφερόντων, κατά τρόπο επαρκώς άμεσο, βάσει πραγματικής σύνδεσης μεταξύ της παραβίασης και του ως άνω επηρεασμού ή της ως άνω σοβαρής απειλής επηρεασμού (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 288).

85      Ως εκ τούτου, προκειμένου να κριθεί αν η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, όπως υποστηρίζει το προσφεύγον, πρέπει να εξεταστεί, υπό το πρίσμα της επιχειρηματολογίας του προσφεύγοντος, αν τηρήθηκαν οι απαιτήσεις του κανονισμού 2020/2092 και της νομολογίας.

–       Επί της έντασης του δικαστικού ελέγχου

86      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, προβάλλει ότι τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των μέτρων που κρίνουν κατάλληλα για την αντιμετώπιση των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος.

87      Η Επιτροπή διευκρίνισε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, δεδομένης της πολυπλοκότητας των θεμάτων και των δημοσιονομικών μέτρων που αποτελούν το αντικείμενο του δικαστικού ελέγχου εν προκειμένω, τόσο η ίδια όσο και το Συμβούλιο θα πρέπει να διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τις εκτιμήσεις τους στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο δε δικαστικός έλεγχος θα πρέπει να περιορίζεται στα πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως.

88      Παρά ταύτα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αναγνώρισαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 του κανονισμού 2020/2092 προϋπόθεση της ύπαρξης παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου αποτελεί νομικό ζήτημα, ως προς το οποίο ο δικαστικός έλεγχος του δικαστή της Ένωσης πρέπει να είναι αυστηρός.

89      Το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει, εν προκειμένω, πλήρη και εις βάθος δικαστικό έλεγχο.

90      Προκαταρκτικώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι αρχές του κράτους δικαίου, επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση, συνεπάγονται ότι ούτε τα κράτη μέλη ούτε τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς τη Συνθήκη ΛΕΕ, η οποία καθιερώνει πλήρες σύστημα ενδίκων μέσων και διαδικασιών το οποίο αποσκοπεί να αναθέσει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων (πρβλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, 294/83, EU:C:1986:166, σκέψεις 23 και 24).

91      Στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου, ο δικαστής της Ένωσης ασκεί πλήρη έλεγχο όσον αφορά τα νομικά ζητήματα, ο οποίος περιλαμβάνει την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις νομικές διατάξεις επί τη βάσει αντικειμενικών στοιχείων, όπως και την εξακρίβωση του κατά πόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής μιας τέτοιας διάταξης (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2022, Καμπότζη και CRF κατά Επιτροπής, T-246/19, EU:T:2022:694, σκέψη 45).

92      Εξάλλου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση ιδιαιτέρως περίπλοκων πραγματικών στοιχείων οικονομικής, τεχνικής ή επιστημονικής φύσης για τον προσδιορισμό της φύσης και της έκτασης των μέτρων που λαμβάνουν, η άσκηση της εξουσίας αυτής δεν εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Πράγματι, στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξακριβώσει αν η άσκηση της εξουσίας αυτής ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή κατάχρηση εξουσίας ή ακόμη αν οι αρχές αυτές υπερέβησαν προδήλως τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων οικονομικής, επιστημονικής ή τεχνικής φύσης την εκτίμηση των θεσμικών οργάνων, που είναι τα μόνα στα οποία οι Συνθήκες έχουν αναθέσει την αποστολή αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2007, Industrias Qu?micas del Vall?s κατά Επιτροπής, C-326/05 P, EU:C:2007:443, σκέψεις 75 και 76, της 4ης Μαΐου 2023, ΕΚΤ κατά Cr?dit lyonnais, C-389/21 P, EU:C:2023:368, σκέψη 55, και της 1ης Αυγούστου 2025, Γαλλία και Επιτροπή κατά CWS Powder Coatings κ.λπ., C-71/23 P και C-82/23 P, EU:C:2025:601, σκέψη 106 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

93      Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, μεταξύ άλλων, να ελέγχει όχι μόνον την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τη συνοχή των προβαλλομένων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και το ζήτημα αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση σύνθετης κατάστασης και αν δύνανται να τεκμηριώσουν τα εξ αυτών συναγόμενα συμπεράσματα (βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, ΕΚΤ κατά Cr?dit lyonnais, C-389/21 P, EU:C:2023:368, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

94      Αντιθέτως, όσον αφορά την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που δεν παρουσιάζουν οικονομική, τεχνική ή επιστημονική περιπλοκότητα, ο δικαστικός έλεγχος τον οποίο ασκεί ο δικαστής της Ένωσης παραμένει πλήρης [πρβλ. απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2020, Medac Gesellschaft f?r klinische Spezialpr?parate κατά Επιτροπής, T-549/19, EU:T:2020:444, σκέψη 47 (μη δημοσιευθείσα)].

95      Επομένως, όπως επισημαίνεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, ο νομοθέτης της Ένωσης ουδόλως παρέσχε στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή απεριόριστο δικαίωμα να κρίνουν, υπό το πρίσμα πολιτικών εκτιμήσεων, κατά πόσον τηρούνται οι αρχές του κράτους δικαίου ή να συνδέουν κάθε διαπιστούμενη παραβίαση των αρχών αυτών, εν γένει, με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των κονδυλίων της Ένωσης. Πράγματι, εξήρτησε την κίνηση της διαδικασίας από τα κριτήρια τα οποία υπομνήσθηκαν στις σκέψεις 77 έως 84 ανωτέρω, τα οποία διασφαλίζουν ότι οι εκτιμήσεις των θεσμικών αυτών οργάνων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Ένωσης και είναι νομικής και όχι πολιτικής φύσεως (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 358).

96      Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η υποχρέωση της Επιτροπής και του Συμβουλίου να στηρίζονται, όταν εξετάζουν εάν η λήψη των κατάλληλων μέτρων είναι δικαιολογημένη, σε συγκεκριμένα στοιχεία και να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ισότητας των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών υπόκειται σε πλήρη δικαστικό έλεγχο από τον δικαστή της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 149, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψεις 167, 202 και 286).

97      Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο δικαστικός έλεγχος που διενεργείται εν προκειμένω είναι περιορισμένος.

–       Επί της ύπαρξης παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου

98      Το προσφεύγον αναφέρει ρητώς, στο δικόγραφο της προσφυγής, ότι δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα σχετικό με την ύπαρξη παράβασης του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2020/2092 το οποίο αφορά τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου.

99      Ωστόσο, το προσφεύγον αμφισβητεί, στην πραγματικότητα, την ύπαρξη παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου, καθόσον προσάπτει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο ότι δεν απέδειξαν, επαρκώς κατά νόμον, παραβιάσεις διαπραχθείσες από τα πανεπιστήμια εν γένει και από το ίδιο ειδικότερα. Επιπλέον, το προσφεύγον επισημαίνει ότι οι ανησυχίες σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων και περί σύγκρουσης συμφερόντων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος είχαν διευθετηθεί με τα διορθωτικά μέτρα τα οποία κοινοποίησε η Ουγγαρία.

100    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

101    Όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 84 ανωτέρω, η πρώτη από τις προϋποθέσεις για τη λήψη μέτρων προστασίας του προϋπολογισμού, βάσει του κανονισμού 2020/2092, είναι η απόδειξη παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο α', του εν λόγω κανονισμού.

102    Κατ’ αρχάς, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι οι ανησυχίες σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων και περί σύγκρουσης συμφερόντων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος είχαν διευθετηθεί με τα διορθωτικά μέτρα τα οποία κοινοποίησε η Ουγγαρία, υπενθυμίζεται ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 11 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, το Συμβούλιο επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε αρχικώς ανησυχίες σχετικά με τη μη εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων και περί σύγκρουσης συμφερόντων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και στις οντότητες τις οποίες τα καταπιστεύματα αυτά διαχειρίζονταν.

103    Στην αιτιολογική σκέψη 29 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 επισημαίνεται, όμως, ότι, εξεταζόμενα στο σύνολό τους, τα διορθωτικά μέτρα που πρότεινε η Ουγγαρία ήταν κατ’ αρχήν ικανά να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που συνδέονταν με τις συστημικές παρατυπίες, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, τους κινδύνους σύγκρουσης συμφερόντων και τις ανησυχίες που είχαν ανακύψει σχετικά με τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.

104    Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο συνάγει εντεύθεν το συμπέρασμα ότι οι σοβαρές συστημικές αδυναμίες στις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, λόγω της μη εφαρμογής των κανόνων περί σύγκρουσης συμφερόντων και περί δημοσίων συμβάσεων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και τις οντότητες που αυτά διαχειρίζονταν, αντιμετωπίσθηκαν με τα διορθωτικά μέτρα που έλαβε η Ουγγαρία. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένες αδυναμίες δεν συνιστούν πλέον, αυτές καθεαυτές και κατά το μέρος που αφορούν αποκλειστικώς τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, αντικείμενο των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου που εκθέτει το Συμβούλιο στην εκτελεστική απόφαση 2022/2506, που εξετάζεται εν προκειμένω από το Γενικό Δικαστήριο.

105    Εν συνεχεία, όσον αφορά την ύπαρξη παραβιάσεων διαπραχθεισών από οντότητες οι οποίες ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος εν γένει ή από το προσφεύγον ειδικότερα, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 2020/2092 αφορά τόσο τις μεμονωμένες όσο και τις συστημικές παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου.

106    Πράγματι, οι καταστάσεις ή οι πρακτικές των αρχών που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία α' έως η', του κανονισμού 2020/2092, ως παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, περιλαμβάνουν καταστάσεις ή πρακτικές τόσο μεμονωμένης όσο και συστημικής φύσεως. Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης μπορούν να πληγούν σοβαρά όχι μόνο από μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, αλλά και από παραβιάσεις που είναι διαδεδομένες ή οφείλονται σε επαναλαμβανόμενες πρακτικές ή παραλείψεις των δημόσιων αρχών ή ακόμη σε γενικά μέτρα που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές.

107    Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει συναφώς ότι, όταν παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, οι οποίες ενδέχεται να αποδειχθούν συστημικές ως εκ της φύσεώς τους, είναι επίσης ικανές να επηρεάσουν ή να απειλήσουν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της, δεν μπορεί να επικριθεί η Ένωση επειδή θέτει σε εφαρμογή τα μέσα που είναι αναγκαία για την προστασία της εν λόγω χρηστής διαχείρισης και των εν λόγω οικονομικών συμφερόντων (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 362).

108    Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 43 και 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι η παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου είναι απόρροια μιας πραγματικής κατάστασης και του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο δεν καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων πολιτικών στελεχών, σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος, γεγονός που επιτείνει τον ενδεχόμενο κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων.

109    Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 58 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 αναφέρει ρητώς ότι «οι εντοπισθείσες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης [...] αφορούν παραβιάσεις συστημικού χαρακτήρα».

110    Συναφώς, το σημείο 128 της πρότασης της Επιτροπής αναφέρει ότι, «[ό]σον αφορά τη φύση των παραβιάσεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αξιολόγηση των παραβιάσεων που σχετίζονται [...] με συγκρούσεις συμφερόντων ως προς τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος [...] οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τα ζητήματα αυτά είναι ενδεικτικά παραβιάσεων του κράτους δικαίου, ιδίως του άρθρου 3 στοιχείο β) του κανονισμού [...] 2020/2092, δεδομένου ότι δεν προλαμβάνουν, διορθώνουν ή επιβάλλουν κυρώσεις για αυθαίρετες ή παράνομες αποφάσεις δημόσιων αρχών και δεν διασφαλίζουν την απουσία σύγκρουσης συμφερόντων.»

111    Στο σημείο 57 της πρότασής της, η Επιτροπή εκτίμησε επίσης ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την κατάσταση που μνημονεύεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο η', του κανονισμού 2020/2092, ήτοι «άλλες καταστάσεις [...] που άπτονται της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης», οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση συνίστανται στον αυξημένο κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων λόγω του γεγονότος ότι ανώτερα πολιτικά στελέχη ήταν μέλη των διοικητικών συμβουλίων καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος.

112    Επιπλέον, το σημείο 130 της πρότασης της Επιτροπής διευκρινίζει τα εξής:

«[Ο]ι διαπιστωθείσες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου αφορούν σημαντικά τμήματα του δημόσιου τομέα στην Ουγγαρία, δηλαδή όλους τους δημόσιους φορείς που εκτελούν ενωσιακά κονδύλια οι οποίοι ενδέχεται να είναι ή να καταστούν αναθέτουσες αρχές, καθώς και όλα τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, τα οποία, παρά το γεγονός ότι είναι ιδιωτικές οντότητες, έχουν στόχο δημόσιου συμφέροντος, όπως η εκπαίδευση, η έρευνα, η προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ως εκ τούτου, οι διαπιστωθείσες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου είναι συστημικές και ευρέως διαδεδομένες, και άρα σοβαρές.»

113    Τέλος, η Επιτροπή, στο σημείο 142 της πρότασής της, παρατήρησε ότι ήταν πρακτικώς αδύνατο να θεωρηθεί ότι η απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων, στο πλαίσιο προγραμμάτων υπό άμεση και έμμεση διαχείριση, έναντι καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος και οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά πρέπει να ισχύει μόνο για ορισμένα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και για ορισμένες οντότητες που ανήκουν σε αυτά ή ότι μπορούν να αναληφθούν μερικές νομικές δεσμεύσεις έναντι των εν λόγω οντοτήτων.

114    Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείο 70 της ανακοίνωσης της Επιτροπής, το γεγονός ότι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και ανώτερα πολιτικά στελέχη μπορούν να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος «δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία [αυτά τα] ανώτερα πολιτικά στελέχη δύνανται να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την εκταμίευση δημόσιων πόρων σε οντότητες, στις οποίες απασχολούνται και διαθέτουν τα ίδια βασικές εξουσίες λήψης αποφάσεων». Όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, ως εκ της καθοριζόμενης από τον νόμο φύσεώς τους, ασκούν αποφασιστική επιρροή και έλεγχο επί των οντοτήτων που ανήκουν στα καταπιστεύματα αυτά, οπότε, στην πράξη, οι δύο οντότητες συνδέονται άρρηκτα ως ενότητα. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε απόφαση σχετική με τη χρήση κονδυλίων της Ένωσης από οντότητα που τελεί υπό τη διαχείριση καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος επηρεάζεται από τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων όσον αφορά τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.

115    Ως εκ τούτου, από την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της πρότασης και της ανακοίνωσης της Επιτροπής, προκύπτει ότι οι ανησυχίες σχετικά με τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου αφορούσαν το εφαρμοζόμενο νομικό πλαίσιο στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, και ιδίως την οργάνωση, τη λειτουργία και την έλλειψη συστημικής διαφάνειας ως προς τη διαχείριση των πόρων από τα εν λόγω καταπιστεύματα και τις οντότητες που ανήκουν σε αυτά, και όχι παραβιάσεις τις οποίες διέπραξαν μεμονωμένως τα καταπιστεύματα ή οι ανήκουσες σε αυτά οντότητες, όπως το προσφεύγον.

116    Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι εν προκειμένω οι προβαλλόμενες από το Συμβούλιο παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου είναι συστημικής φύσεως, η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν υποχρεούντο να αποδείξουν μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου από κάθε εμπλεκόμενη οντότητα. Πράγματι, μια τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε αδύνατη τη λήψη μέτρων με σκοπό την αντιμετώπιση των συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου.

117    Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο απέδειξαν επαρκώς κατά νόμον, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 3, στοιχείο β', του ίδιου κανονισμού, τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α', του εν λόγω κανονισμού. Οι παραβιάσεις αυτές συνίστανται σε σοβαρό κίνδυνο ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων εξαιτίας του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου το οποίο επιτρέπει σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους και ανώτερα πολιτικά στελέχη να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος που έχουν συσταθεί με τον ουγγρικό νόμο ΙΧ, έχουν δε συστημικό χαρακτήρα λόγω της συστημικής αδυναμίας, αποτυχίας ή απροθυμίας της Ουγγαρίας να αποτρέψει τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου περί συγκρούσεων συμφερόντων.

118    Υπό τις συνθήκες αυτές, η διαπίστωση της ύπαρξης παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου δεν απαιτούσε, για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης, την απόδειξη μεμονωμένων παραβιάσεων διαπραχθεισών από οντότητες όπως το προσφεύγον ή από τα καταπιστεύματα στα οποία αυτές ανήκαν.

119    Επομένως, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σχετικά με τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου.

–       Επί της απαίτησης επηρεασμού ή σοβαρής απειλής επηρεασμού της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της

120    Πρώτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο έργων υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση, ούτε τα ουγγρικά καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος ούτε οι οντότητες που ανήκουν σε τέτοια καταπιστεύματα είναι οντότητες επιφορτισμένες με την υλοποίηση των έργων αυτών. Επομένως, δεν εναπόκειται στις οντότητες αυτές να προκηρύσσουν προσκλήσεις υποβολής προτάσεων, να αξιολογούν τις προτάσεις, να υπογράφουν συμφωνίες επιχορήγησης, να παρακολουθούν την υλοποίηση των έργων, να ελέγχουν και να αξιολογούν τα αποτελέσματα ούτε να διενεργούν ελέγχους ή να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των εν λόγω έργων. Αντιθέτως, η διενέργεια των πράξεων αυτών εναπόκειται στην Επιτροπή ή σε άλλους φορείς που είναι επιφορτισμένοι με την υλοποίηση.

121    Η Ουγγαρία υποστηρίζει συναφώς ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η εκτελεστική απόφαση 2022/2506, η Επιτροπή ουδόλως απέδειξε με ποιον τρόπο η ύπαρξη ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων επηρέαζε ειδικώς τη χρήση των κονδυλίων της Ένωσης. Για προγράμματα όπως το Erasmus+ ή το Horizon Europe, η Επιτροπή είναι εξ ορισμού αρμόδια για την παρακολούθηση της λειτουργίας των προγραμμάτων και της χρήσης των κονδυλίων που προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η Ουγγαρία αμφισβητεί το ότι μια δυνητική κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων θα μπορούσε να συνιστά πραγματική απειλή για τα κονδύλια της Ένωσης.

122    Ωστόσο, τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται σε εσφαλμένη παραδοχή. Πράγματι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, η προσβαλλόμενη διάταξη καταλαμβάνει τόσο τα ουγγρικά καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος όσο και τις οντότητες που ανήκουν σε τέτοια καταπιστεύματα, διότι τα εν λόγω καταπιστεύματα και οντότητες θα μπορούσαν να επιφορτιστούν με την υλοποίηση έργων στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης, αλλά και να αποτελέσουν δικαιούχους των εν λόγω έργων άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης.

123    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη απορρέει από την εφαρμογή ενός από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο ii, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι, όταν η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 62, παράγραφος 1, στοιχεία α' και γ', του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1), και όταν ο αποδέκτης κονδυλίων από τον εν λόγω προϋπολογισμό είναι κρατικός φορέας, το Συμβούλιο μπορεί να απαγορεύσει στην Επιτροπή να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι του εν λόγω φορέα. Το προσφεύγον δεν αμφισβητεί την περιλαμβανόμενη στην αιτιολογική σκέψη 22 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 διαπίστωση ότι τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και οι ανήκουσες σε αυτά οντότητες θεωρούνται κρατικοί φορείς που θα μπορούσαν να είναι δικαιούχοι έργων υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση.

124    Δεύτερον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εν λόγω καταπιστευμάτων δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στην άμεση χρηματοδότηση της Ένωσης την οποία λαμβάνουν οι ανήκουσες σε τέτοια καταπιστεύματα οντότητες.

125    Από το άρθρο 22, παράγραφος 4, του ουγγρικού νόμου IX προκύπτει, όμως, ότι, ανάλογα με την ιδρυτική πράξη του ουγγρικού ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος μπορεί να διαθέτει σημαντικές εξουσίες σε ζητήματα προϋπολογισμού, λειτουργίας και οργάνωσης του ιδρύματος αυτού.

126    Οι εξουσίες των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος στα οποία ανήκουν ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εκτίθενται λεπτομερώς στον nemzeti fels?oktat?sr?l sz?l? 2011. ?vi CCIV. t?rv?ny [νόμο CCIV του 2011 για την εθνική τριτοβάθμια εκπαίδευση (Magyar K?zl?ny 2011/165., στο εξής: ουγγρικός νόμος CCIV)], ο οποίος έχει εφαρμογή σε όλα τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα άρθρα 12 και 73 του νόμου αυτού καθορίζουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των οντοτήτων στα οποία ανήκουν τα εν λόγω ιδρύματα, ήτοι, κατά περίπτωση, των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος.

127    Συναφώς, το μεν άρθρο 12, παράγραφος 3, του ουγγρικού νόμου CCIV προβλέπει, ως γενικό κανόνα, ότι εναπόκειται στο διοικητικό συμβούλιο, μεταξύ άλλων, να εγκρίνει τον προϋπολογισμό, τους ετήσιους λογαριασμούς, καθώς και τους κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

128    Το δε άρθρο 73, παράγραφος 1, του ουγγρικού νόμου CCIV προβλέπει ότι, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που συνδέονται με τον έλεγχο των οντοτήτων στις οποίες ανήκουν τα ιδρύματα αυτά, είναι τα ίδια, ανεξαρτήτως της οντότητας που ασκεί τα εν λόγω δικαιώματα και εκπληρώνει τις εν λόγω υποχρεώσεις. Επομένως, από το άρθρο 73, παράγραφος 3, του νόμου αυτού προκύπτει ότι οι οντότητες στις οποίες ανήκει ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα να καταρτίζουν και να τροποποιούν την ιδρυτική πράξη του ιδρύματος, καθώς και να επανεξετάζουν τους κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας του.

129    Τέλος, το άρθρο 94, παράγραφος 6, του ουγγρικού νόμου CCIV ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12, παράγραφος 3, και από το άρθρο 73, παράγραφος 3, του νόμου αυτού, η ιδρυτική πράξη ιδιωτικού ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μπορεί να προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η οντότητα στην οποία ανήκει το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εγκρίνει τον προϋπολογισμό του, τους ετήσιους λογαριασμούς του, καθώς και τους κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας του.

130    Από το σύνολο των διατάξεων που μνημονεύονται στις σκέψεις 125 έως 129 ανωτέρω προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος που έχουν συσταθεί με τον ουγγρικό νόμο IX, καθώς και οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και τα ανώτερα πολιτικά στελέχη που συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια των εν λόγω καταπιστευμάτων μπορούν να ασκούν αποφασιστική επιρροή στις οντότητες που ανήκουν σε τέτοια καταπιστεύματα και, επομένως, στην άμεση χρηματοδότηση της Ένωσης την οποία λαμβάνουν τέτοιες οντότητες, λόγω ιδίων οικονομικών συμφερόντων, προτιμήσεων ή θρησκευτικών, επαγγελματικών, πολιτικών ή οικογενειακών σχέσεων.

131    Τρίτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η σύγκρουση συμφερόντων που διαπιστώθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506 δεν αφορά κονδύλια της Ένωσης.

132    Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 αναφέρει ότι τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ένωσης, λόγω του κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων που απορρέει από τη δυνατότητα υψηλόβαθμων αξιωματούχων και ανώτερων πολιτικών στελεχών να συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος.

133    Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, από την εκτελεστική απόφαση 2022/2506 προκύπτει ότι οι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και τα ανώτερα πολιτικά στελέχη που συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια των ουγγρικών καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος θα μπορούσαν να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή στις ανήκουσες στα εν λόγω καταπιστεύματα οντότητες και, επομένως, στην άμεση χρηματοδότηση της Ένωσης που λαμβάνουν τέτοιες οντότητες.

134    Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε τη σοβαρή απειλή επηρεασμού της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο.

–       Επί της ύπαρξης πραγματικής και αρκούντως άμεσης σύνδεσης μεταξύ της παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου και του αντίκτυπού της στον προϋπολογισμό της Ένωσης

135    Κατά το προσφεύγον, η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν απέδειξαν πραγματική και αρκούντως άμεση σύνδεση μεταξύ της παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου και του επηρεασμού ή της σοβαρής απειλής επηρεασμού της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της.

136    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ζητεί την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού.

137    Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, απαιτεί, για τη λήψη κατάλληλων μέτρων, να αποδεικνύεται ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο. Επομένως, η προϋπόθεση αυτή απαιτεί να αποδεικνύεται «πραγματική σύνδεση» μεταξύ των εν λόγω παραβιάσεων και ενός τέτοιου επηρεασμού ή μιας τέτοιας σοβαρής απειλής επηρεασμού (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 165).

138    Από τις αιτιολογικές σκέψεις 58 και 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι, λόγω της ανεπάρκειας των διορθωτικών μέτρων που κοινοποίησε η Ουγγαρία για την αντιμετώπιση των συστημικών παραβιάσεων του κράτους δικαίου, εξακολουθούσε να υφίσταται σοβαρή απειλή για τον προϋπολογισμό της Ένωσης, δεδομένου ότι οι παραβιάσεις αυτές απειλούσαν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο.

139    Το σημείο 33 της πρότασης της Επιτροπής αναφέρει συναφώς ότι η σύσταση οντοτήτων ιδιωτικού δικαίου στις οποίες το Δημόσιο δώρισε σημαντικά δημόσια περιουσιακά στοιχεία ενδέχεται να συνεπάγεται έλλειψη δημόσιου ελέγχου επί της λειτουργίας και της διακυβέρνησης των εν λόγω οντοτήτων.

140    Επιπλέον, στο σημείο 142 της πρότασης της Επιτροπής επισημαίνεται ότι η εξαίρεση που επιτρέπει στα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος να μη συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις περί σύγκρουσης συμφερόντων μπορεί να επηρεάσει τους προϋπολογισμούς τους οποίους οι εν λόγω οντότητες ενδέχεται να εκτελέσουν ή να διαχειριστούν.

141    Ομοίως, σύμφωνα με το σημείο 70 της ανακοίνωσης της Επιτροπής, η εξαίρεση που επανεισήγαγε η Ουγγαρία, από την 1η Νοεμβρίου 2022, η οποία επιτρέπει σε ανώτερα πολιτικά στελέχη να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία τα εν λόγω στελέχη δύνανται να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την εκταμίευση δημόσιων πόρων σε οντότητες στις οποίες απασχολούνται και διαθέτουν τα ίδια βασικές εξουσίες λήψης αποφάσεων.

142    Τέλος, το σημείο 154, στοιχείο vi, της ανακοίνωσης της Επιτροπής αναφέρει ότι «[ε]ξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι όσον αφορά ορισμένα άλλα ζητήματα, και συγκεκριμένα: [...] η περαιτέρω διευκόλυνση, μετά την αξιολόγηση του προτεινόμενου διορθωτικού μέτρου από την Επιτροπή τον Σεπτέμβριο, της παρουσίας υψηλόβαθμων αξιωματούχων στα διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης δημόσιου συμφέροντος, σκοπός των οποίων είναι η εκταμίευση μεγάλων ποσών από δημόσιους πόρους».

143    Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 138 έως 142 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το προσφεύγον ανήκει σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος και τελεί υπό τον έλεγχο του διοικητικού συμβουλίου του εν λόγω καταπιστεύματος, τα μέλη του οποίου διορίζονται για αόριστο χρόνο από την εκτελεστική εξουσία. Επομένως, υπάρχει πραγματικός και σοβαρός κίνδυνος, από συστημικής απόψεως, η επιλογή της ανάπτυξης πανεπιστημιακών προγραμμάτων και σπουδών, καθώς και χρηματοδοτούμενων από την Ένωση έργων έρευνας και ανάπτυξης, να επηρεαστεί άμεσα για πολιτικούς λόγους ή απλώς να παύσει πλέον να υποστηρίζεται για τους λόγους αυτούς.

144    Επομένως, διαπιστώνεται ότι, ελλείψει της προσβαλλόμενης διάταξης, τα καταπιστεύματα στα οποία ενδέχεται να συμμετέχουν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένων των ανώτερων πολιτικών στελεχών, και οι ανήκουσες σε τέτοια καταπιστεύματα οντότητες θα μπορούσαν να λαμβάνουν κονδύλια από τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Όπως, όμως, προκύπτει από τη σκέψη 125 ανωτέρω, τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος είναι δυνατό να διαθέτουν σημαντικές εξουσίες επί ζητημάτων προϋπολογισμού, λειτουργίας και οργάνωσης των οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά, όπως το προσφεύγον εν προκειμένω.

145    Επιπλέον, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να είναι δυνατή η επιλογή του προσωπικού το οποίο συμμετέχει στην εκτέλεση έργων έρευνας και ανάπτυξης ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, από το διοικητικό συμβούλιο καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος ή από τη διοίκηση του πανεπιστημίου αναλόγως του πολιτικού τους προσανατολισμού.

146    Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe, τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος είναι δυνατό να διαδραματίσουν ορισμένο ρόλο κατά την εκταμίευση κονδυλίων της Ένωσης στους τελικούς δικαιούχους. Επομένως, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι πολιτικές, οικονομικές ή προσωπικές συγκρούσεις συμφερόντων να επηρεάσουν την επιλογή των εν λόγω δικαιούχων.

147    Εξάλλου, το Συμβούλιο ορθώς υποστήριξε ότι, στην περίπτωση του προγράμματος Erasmus+, υφίστατο πραγματικός και συστημικός κίνδυνος να προκύψουν συγκρούσεις συμφερόντων κατά την επιλογή των δικαιούχων φοιτητών, και ιδίως κατά την επιλογή και την αμοιβαία αναγνώριση των επιλέξιμων μαθημάτων που παρακολουθήθηκαν σε άλλα κράτη μέλη, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό στην εν λόγω διαδικασία επιλογής εκτιμήσεις που βαίνουν πέραν της αξιολόγησης των ακαδημαϊκών προσόντων.

148    Το Συμβούλιο υποστήριξε επίσης, χωρίς να αντικρουσθεί σοβαρά από το προσφεύγον ή την Ουγγαρία, ότι, όσον αφορά την εκτέλεση των επιχορηγήσεων, στο πλαίσιο του προγράμματος Horizon Europe, η επιλογή των παρεχόντων υπηρεσίες στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων για την υλοποίηση έργων που διέπονται από το πρόγραμμα αυτό, τα οποία συχνά ήταν μεγάλης σημασίας λόγω του προϋπολογισμού που διατίθεται για τα επιστημονικά έργα, ήταν εκτεθειμένη στον κίνδυνο αθέμιτης επιρροής. Κατά το Συμβούλιο, το ουγγρικό κανονιστικό πλαίσιο επηρέαζε επίσης την πρόσληψη προσωπικού και άλλες διαδικασίες σχετικές με τους ανθρώπινους πόρους. Λαμβανομένων υπόψη του εκτεταμένου πολιτικού ελέγχου και του κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι όλες οι εσωτερικές διαδικασίες, οι ακαδημαϊκές διαδικασίες και οι δομές διακυβέρνησης που εμπλέκονταν στη χρήση των κονδυλίων της Ένωσης θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξωτερικής επιρροής, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακατάλληλη χρήση των κονδυλίων της Ένωσης.

149    Η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης προϋποθέτει, όμως, ότι οι οικονομικοί πόροι της δεν χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος των κρατών μελών, όπως καταπιστευμάτων, ή οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά, των οποίων οι όροι λειτουργίας παραβιάζουν τις αρχές του κράτους δικαίου.

150    Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, η Επιτροπή και το Συμβούλιο απέδειξαν εν προκειμένω επαρκώς κατά νόμον πραγματική και αρκούντως άμεση σύνδεση μεταξύ των προβαλλόμενων σοβαρών και συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου και του επηρεασμού ή της σοβαρής απειλής επηρεασμού της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της.

151    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η επιχειρηματολογία με την οποία προβάλλεται ότι δεν αποδείχθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506 πραγματική και αρκούντως άμεση σύνδεση μεταξύ της παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου και του αντίκτυπού της επί του προϋπολογισμού της Ένωσης. Ως εκ τούτου, πρέπει επίσης να απορριφθεί στο σύνολό του ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092.

 Επί του λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

152    Το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.

153    Συναφώς, το προσφεύγον προβάλλει οκτώ επιχειρήματα. Πρώτον, στο πλαίσιο έργων υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε αξιολογήσει διαφορετικά την κατάσταση των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος και των οντοτήτων που ανήκαν σε αυτά ανάλογα με το αν ήταν δικαιούχοι ή οντότητες επιφορτισμένες με την υλοποίηση των έργων. Δεύτερον, το Συμβούλιο εσφαλμένως στηρίχθηκε, για την έκδοση της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, στην προβληματική της εφαρμογής των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος. Τρίτον, το ληφθέν μέτρο δεν είναι το λιγότερο επαχθές σε σχέση με το είδος της χρηματοδότησης και το είδος των επιλέξιμων δαπανών. Τέταρτον, η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 θέτει υπό αμφισβήτηση την αποτελεσματικότητα των δίκαιων διαδικασιών επιλογής και χορήγησης των χρηματοδοτήσεων της Ένωσης. Πέμπτον, η προσβαλλόμενη διάταξη είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Έκτον, το Συμβούλιο δεν συμπεριέλαβε τη δυνατότητα χορήγησης ατομικών εξαιρέσεων. Έβδομον, το Συμβούλιο όφειλε να προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση κάθε καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος και των οντοτήτων που ανήκαν σε αυτά. Όγδοον, η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν εξέτασαν τη δυνατότητα εφαρμογής pro rata μείωσης των κονδυλίων σε συνάρτηση με τη φύση, τη διάρκεια, τη σοβαρότητα και την έκταση των παραβιάσεων.

154    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

155    Με την αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, το Συμβούλιο έκρινε ότι ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής για τον προϋπολογισμό λόγω ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος ήταν η προσβαλλόμενη διάταξη, ήτοι η απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων εκ μέρους της Επιτροπής, όταν εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση, έναντι των εν λόγω καταπιστευμάτων ή των οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά. Κατά το Συμβούλιο, ένα τέτοιο μέτρο είναι ανάλογο προς το απολύτως αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι επιζήμιων συνεπειών ή κινδύνου επιζήμιων συνεπειών που απορρέουν από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος.

156    Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του κανονισμού αυτού είναι αναλογικά. Καθορίζονται με βάση τον πραγματικό ή δυνητικό αντίκτυπο των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή στα οικονομικά συμφέροντά της. Η φύση, η διάρκεια, η σοβαρότητα και η έκταση των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου λαμβάνονται δεόντως υπόψη. Τα μέτρα στοχεύουν, στο μέτρο του δυνατού, τις δράσεις της Ένωσης που επηρεάζονται από τις παραβιάσεις. Τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να είναι, ως εκ τούτου, αυστηρώς ανάλογα προς τον αντίκτυπο που έχουν οι διαπιστούμενες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου επί του προϋπολογισμού της Ένωσης ή επί των οικονομικών συμφερόντων της (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 302).

157    Η αρχή της αναλογικότητας, η οποία συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ και στο άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, επιτάσσει να είναι οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης πρόσφορες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με την οικεία ρύθμιση θεμιτών σκοπών και να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών, εξυπακουομένου ότι, εφόσον υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα δυσμενή αποτελέσματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 340 βλ. επίσης απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 353 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

158    Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί ο αναγκαίος και πρόσφορος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης διάταξης.

159    Συναφώς, το προσφεύγον δεν προσκόμισε στο Γενικό Δικαστήριο κανένα συγκεκριμένο στοιχείο το οποίο να θέτει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη διάταξη είναι ικανή να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου.

160    Ειδικότερα, το προσφεύγον αρκέστηκε να υποστηρίξει ότι, στο πλαίσιο έργων υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση, η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε αξιολογήσει διαφορετικά την κατάσταση των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος και των οντοτήτων που ανήκαν σε αυτά ανάλογα με το αν ήταν δικαιούχοι ή οντότητες επιφορτισμένες με την υλοποίηση των έργων.

161    Όπως, όμως, επισημάνθηκε στις σκέψεις 122 και 123 ανωτέρω, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή, διότι η προσβαλλόμενη διάταξη καταλαμβάνει τόσο τα ουγγρικά καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος όσο και τις οντότητες που ανήκουν σε τέτοια καταπιστεύματα, όχι μόνον επειδή είναι δυνατό τα εν λόγω καταπιστεύματα και οντότητες να επιφορτιστούν με την υλοποίηση έργων χρηματοδοτούμενων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης στο πλαίσιο έμμεσης διαχείρισης, αλλά και επειδή μπορούν να αποτελέσουν δικαιούχους των χρηματοδοτήσεων που προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης για την υλοποίηση έργων υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση.

162    Επιπλέον, το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι, για την έκδοση της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, το Συμβούλιο εσφαλμένως στηρίχθηκε στην προβληματική της εφαρμογής των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος είναι αλυσιτελές. Πράγματι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 104 ανωτέρω, η προβληματική αυτή δεν αποτελεί πλέον ζήτημα το οποίο δημιουργεί ανησυχίες στο Συμβούλιο.

163    Υπό τις συνθήκες αυτές, τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος δεν αρκούν για την απόδειξη του απρόσφορου χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης και πρέπει να απορριφθούν.

164    Δεύτερον, όσον αφορά τον απολύτως αναγκαίο χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το ληφθέν μέτρο δεν είναι το λιγότερο επαχθές. Συγκεκριμένα, εκτιμά ότι, προκειμένου να αποκλειστεί η δυνατότητα εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης από τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, θα αρκούσε να απαγορευθεί η σύναψη νέων νομικών δεσμεύσεων με τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπό την ιδιότητά τους ως ιδρύματα, οντότητες ή φορείς χρηματοδότησης, με αποτέλεσμα να αποκλειστούν τα ιδρύματα αυτά από την κατηγορία των οργανισμών του άρθρου 62, παράγραφος 1, στοιχείο γ', σημεία v έως vii, του κανονισμού 2018/1046.

165    Συναφώς, επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν επιβάλλει απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων με σκοπό τον αποκλεισμό της δυνατότητας εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης από τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά αντιθέτως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη διάταξη και την αιτιολογική σκέψη 22 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, σκοπείται τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και οι ανήκουσες σε τέτοια καταπιστεύματα οντότητες να μην είναι πλέον δικαιούχοι ή οντότητες επιφορτισμένες με την υλοποίηση προγραμμάτων της Ένωσης που εκτελούνται υπό άμεση και έμμεση διαχείριση.

166    Εξάλλου, όσον αφορά, κατ’ αρχάς, το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι το Συμβούλιο δεν συμπεριέλαβε τη δυνατότητα χορήγησης ατομικών εξαιρέσεων, από τις σκέψεις 225 έως 228 κατωτέρω προκύπτει ότι ο κανονισμός 2020/2092 δεν αποκλείει τον εκ μέρους του Συμβουλίου ορισμό ατομικών εξαιρέσεων στο πλαίσιο των κατάλληλων αυτών μέτρων. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λαμβανομένου υπόψη του συστημικού χαρακτήρα των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου που δικαιολογούν την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, τυχόν ατομικές εξαιρέσεις δεν θα προστάτευαν αποτελεσματικά τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

167    Εν συνεχεία, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι το Συμβούλιο θα έπρεπε να είχε προβεί σε εξατομικευμένη εξέταση της κατάστασης κάθε καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος και των οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά, από την αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 2020/2092 προκύπτει ότι, «[σ]ε περίπτωση παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου είναι απαραίτητο να διασφαλίζονται δεόντως τα νόμιμα συμφέροντα των τελικών αποδεκτών και των δικαιούχων όταν θεσπίζονται μέτρα» και ότι, «[κ]ατά την εξέταση της θέσπισης μέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον δυνητικό αντίκτυπό τους στους τελικούς αποδέκτες και στους δικαιούχους».

168    Δεδομένου, όμως, ότι το Συμβούλιο στήριξε, εν προκειμένω, την απόφασή του σε δυνητικές συστημικές παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου και στο μέτρο που δεν υποστηρίζεται, με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, ότι οι τελικοί αποδέκτες ή οι δικαιούχοι είχαν εμπλακεί σε μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, για παράδειγμα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις διαφθοράς, απάτης ή σύγκρουσης συμφερόντων, η εν λόγω απόφαση διατηρεί ισχύ γενική και είναι δυνατό, ως εκ τούτου, να έχει αντίκτυπο επί των εν λόγω δικαιούχων ή αποδεκτών, χωρίς να απαιτείτο, εν προκειμένω, η εξατομικευμένη εξέταση κάθε καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος ή κάθε οντότητας που ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα.

169    Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 2020/2092 ορίζει ότι η επιβολή των κατάλληλων μέτρων δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατικών φορέων ή των κρατών μελών να εκτελέσουν το πρόγραμμα ή το κονδύλιο, και ιδίως τις υποχρεώσεις τους έναντι των τελικών αποδεκτών ή των δικαιούχων, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην απόφαση για τη θέσπιση των μέτρων.

170    Εν προκειμένω, από την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της πρότασης της Επιτροπής, προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη ο δυνητικός αντίκτυπος του μέτρου, μεταξύ άλλων, επί αποδεκτών ή δικαιούχων όπως το προσφεύγον.

171    Πράγματι, αφενός, διαπιστώνεται ότι, μεταξύ των πέντε μέτρων που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2020/2092, το λιγότερο επαχθές υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων σκοπών είναι η απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων. Τα λοιπά απαριθμούμενα στη διάταξη αυτή μέτρα θα διατάρασσαν τα ήδη εν εξελίξει κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προγράμματα και, κατά συνέπεια, θα προκαλούσαν δυσχέρειες και σε τρίτους. Συγκεκριμένα, το μέτρο αυτό παρέσχε στους τελικούς αποδέκτες των προγραμμάτων Erasmus+ ή Horizon Europe τη δυνατότητα να συνεχίσουν να λαμβάνουν, ακόμη και μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης διάταξης, επιχορηγήσεις οι οποίες είχαν εγκριθεί πριν από τη θέσπιση της διάταξης αυτής, τούτο δε έως τη λήξη ισχύος των συμφωνιών που είχαν υπογραφεί στο πλαίσιο των συγκεκριμένων προγραμμάτων.

172    Αφετέρου, η αιτιολογική σκέψη 63 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, κατά την οποία η απόφαση αυτή δεν θίγει τις υποχρεώσεις που υπέχει η Ουγγαρία, μεταξύ άλλων, έναντι των τελικών αποδεκτών ή δικαιούχων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης καταβολής των πληρωμών, καταδεικνύει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα της απόφασης αυτής επί των τελικών αποδεκτών και των δικαιούχων των χρηματοδοτήσεων της Ένωσης.

173    Επιπλέον, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν επηρεάζει τα συνολικά κονδύλια από ενωσιακά προγράμματα υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση. Συγκεκριμένα, τούτο σημαίνει ότι τα ουγγρικά πανεπιστήμια τα οποία δεν ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος που έχουν συσταθεί βάσει του ουγγρικού νόμου IX, καθώς και οι φοιτητές, οι εκπαιδευτικοί και οι ερευνητές τους, μπορούν να λάβουν κονδύλια της Ένωσης στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe.

174    Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν εξέτασαν τη δυνατότητα εφαρμογής pro rata μείωσης των κονδυλίων σε συνάρτηση με τη φύση, τη διάρκεια, τη σοβαρότητα και το περιεχόμενο των παραβιάσεων, επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη θεσπίστηκε με σκοπό την αντιμετώπιση παραβιάσεων συστημικού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, οι pro rata μειώσεις των κονδυλίων δεν θα προστάτευαν αποτελεσματικά τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

175    Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι άλλες λύσεις που προτείνει το προσφεύγον είναι λιγότερο επαχθείς, δεν αποδεικνύεται ότι καθιστούν δυνατή την επίτευξη του σκοπού που εκτίθεται στη σκέψη 159 ανωτέρω, ήτοι την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι των επιζήμιων συνεπειών που ενδέχεται να προκύψουν από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος, κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με την προσβαλλόμενη διάταξη. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη βαίνει προδήλως πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρου.

176    Τρίτον, όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή έχει συνέπειες οικονομικής και επαγγελματικής φύσεως καθώς και συνέπειες όσον αφορά τη φήμη του, οι οποίες είναι μακροπρόθεσμα αρνητικές για τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία αφορά η διάταξη αυτή.

177    Όπως, όμως, προκύπτει από τη σκέψη 171 ανωτέρω, μεταξύ των πέντε μέτρων που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2020/2092, το λιγότερο επαχθές και το λιγότερο παρεμβατικό για τα εν εξελίξει προγράμματα, υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων σκοπών, ήταν η υποχρέωση μη ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το Συμβούλιο δεν διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή και το περιεχόμενο των μέτρων που μπορούν να ληφθούν δυνάμει του κανονισμού αυτού, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο άρθρο απαριθμεί εξαντλητικώς τα μέτρα που είναι δυνατό να ληφθούν.

178    Εξάλλου, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν είναι δυσανάλογη, δεδομένου ότι ο αντίκτυπός της στη συνολική κατανομή των κονδυλίων και στους τελικούς αποδέκτες ή δικαιούχους, έναντι των οποίων η Ουγγαρία οφείλει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, είναι περιορισμένος, όπως υπενθυμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506.

179    Ως εκ τούτου, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του λόγου με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος δραστηριοποίησης σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 του Χάρτη σε συνδυασμό με τα άρθρα 101 έως 108 ΣΛΕΕ

180    Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 16 του Χάρτη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 101 έως 108 ΣΛΕΕ, καθόσον περιορίζει το δικαίωμά του να ασκεί τις δραστηριότητές του σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις και στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού, βλάπτει δε δυσανάλογα και την ανταγωνιστική του θέση όσον αφορά εν εξελίξει ή μελλοντικά έργα.

181    Το προσφεύγον υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο γενικός αποκλεισμός των πανεπιστημίων από κάθε άμεση χρηματοδότηση της Ένωσης ισοδυναμεί με μηχανισμό επιλεκτικής ενίσχυσης, διότι οι ανταγωνιστές του μπορούν να επωφεληθούν από χρηματοδοτήσεις της Ένωσης από τις οποίες το ίδιο πλέον αποκλείεται, γεγονός που συνεπάγεται στρέβλωση του ανταγωνισμού. Η προσβαλλόμενη διάταξη νοθεύει τον ανταγωνισμό καθόσον ο αποκλεισμός από τη χρηματοδότηση της Ένωσης καθιστά πλημμελή μια αξιοκρατική διαδικασία επιλογής που διεξάγεται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες της Επιτροπής, αποκλείει επιλεκτικά το προσφεύγον από τις ενισχύσεις τις οποίες χορηγεί η Ένωση και έχει ως αποτέλεσμα τη θέση κονδυλίων χορηγηθέντων στο προσφεύγον στη διάθεση ανταγωνιστικών πανεπιστημίων. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη διάταξη οδηγεί σε συλλογικό μποϊκοτάζ εκ μέρους των ανταγωνιστικών και των συνεργαζόμενων πανεπιστημίων.

182    Το Συμβούλιο αμφισβητεί το παραδεκτό του λόγου αυτού, υπογραμμίζοντας ότι το προσφεύγον δεν εξηγεί για ποιον λόγο η προσβαλλόμενη διάταξη μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση ούτε για ποιον λόγο είναι ασύμβατη με την εσωτερική αγορά.

183    Όσον αφορά το βάσιμο του λόγου ακυρώσεως, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

184    Προκαταρκτικώς, όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου την οποία ήγειρε το Συμβούλιο, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού και σύμφωνα με το άρθρο 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προβάλλονται, καθώς και συνοπτική έκθεση των εν λόγω ισχυρισμών.

185    Κατά πάγια νομολογία, ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν υποχρεώνουν τον προσφεύγοντα να παραθέσει στο δικόγραφο της προσφυγής τα άρθρα που επικαλείται. Αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο τα πραγματικά περιστατικά, οι ισχυρισμοί και τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Αντιστρόφως, δεν αρκεί η μνεία διάταξης της Συνθήκης ΛΕΕ ή του δικαίου της Ένωσης για να κριθεί παραδεκτός ένας ισχυρισμός. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Επιπλέον, η συνοπτική αυτή έκθεση πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής ούτως ώστε ο μεν καθού να είναι σε θέση να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Γενικό Δικαστήριο να μπορεί να αποφανθεί επί της προσφυγής, εν ανάγκη χωρίς να στηριχθεί σε άλλα πληροφοριακά στοιχεία. Προς κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, για να είναι παραδεκτός ένας ισχυρισμός, πρέπει τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται ο ισχυρισμός αυτός να προκύπτουν τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής, τούτο δε προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να παραλείψει το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί αιτίασης η οποία ασκεί επιρροή για την επίλυση της διαφοράς. Κάθε ισχυρισμός ή λόγος που δεν διατυπώνεται με επαρκή πληρότητα στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να θεωρείται απαράδεκτος [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Δικαίωμα του εκλέγεσθαι και ιδιότητα μέλους πολιτικού κόμματος), C-814/21, EU:C:2024:963, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

186    Εν προκειμένω, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 16 του Χάρτη και των άρθρων 101 έως 108 ΣΛΕΕ συμμορφώνεται προς το άρθρο 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, στο μέτρο που, μολονότι τα επιχειρήματα που ανέπτυξε το προσφεύγον δεν διατυπώνονται με ιδιαίτερη ακρίβεια, από τα δικόγραφά του προκύπτει ότι το προσφεύγον υποστηρίζει σαφώς ότι η προσβαλλόμενη διάταξη προσβάλλει το δικαίωμά του δραστηριοποίησης σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις, καθόσον περιορίζει το δικαίωμά του να ασκεί τις δραστηριότητές του σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις και στο πλαίσιο ελεύθερου ανταγωνισμού, βλάπτει δε δυσανάλογα και την ανταγωνιστική του θέση στα εν εξελίξει ή μελλοντικά έργα, προς όφελος των ανταγωνιστών του.

187    Επομένως, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως είναι παραδεκτός.

188    Όσον αφορά το βάσιμο του λόγου ακυρώσεως, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 16 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Επιχειρηματική ελευθερία», ορίζει ότι η επιχειρηματική ελευθερία πρέπει να αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές.

189    Η παρεχόμενη από το άρθρο 16 του Χάρτη προστασία περιλαμβάνει ειδικότερα την ελευθερία άσκησης οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας, τη συμβατική ελευθερία και τον ελεύθερο ανταγωνισμό (βλ. αποφάσεις της 22ας Ιανουαρίου 2013, Sky ?sterreich, C-283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 10ης Ιουλίου 2025, INTERZERO κ.λπ., C-254/23, EU:C:2025:569, σκέψη 140 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

190    Εν προκειμένω, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη σέβεται το βασικό περιεχόμενο της επιχειρηματικής ελευθερίας. Πράγματι, η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος δραστηριοποίησης σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις, καθόσον δεν αποκλείει το ενδεχόμενο τα καταπιστεύματα και οι οντότητες που αυτή αφορά να συνεχίσουν να ασκούν τις ερευνητικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητές τους έναντι αμοιβής στην αγορά.

191    Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το παράρτημα A.3 του δικογράφου της προσφυγής, το οποίο αντιστοιχεί σε «Συχνές ερωτήσεις» της Επιτροπής δημοσιευθείσες στην πύλη «Χρηματοδότηση και προσκλήσεις υποβολής προσφορών», οι οντότητες τις οποίες αφορά η προσβαλλόμενη διάταξη, όπως το προσφεύγον, μολονότι δεν μπορούν πλέον να λαμβάνουν κονδύλια της Ένωσης, εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα συμμετοχής σε προσκλήσεις για χρηματοδότηση από την Ένωση, ιδίως στο πλαίσιο κοινοπραξίας, υπό την ιδιότητα συνδεδεμένου εταίρου, μη δικαιούμενου να λαμβάνει χρηματοδότηση από την Ένωση.

192    Δεύτερον, το προσφεύγον δεν μπορεί να επικαλεστεί την ύπαρξη κεκτημένου δικαιώματος προς διατήρηση πλεονεκτημάτων χρηματοδοτούμενων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης των οποίων επωφελήθηκε σε δεδομένη χρονική στιγμή. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσωρινή μείωση των χρηματοδοτήσεων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης σε περίπτωση συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσβολή ή περιορισμός του θεμελιώδους δικαιώματος της επιχειρηματικής ελευθερίας (πρβλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, Eridania-Zuccherifici nazionali και Societ? italiana per l’industria degli zuccheri, 230/78, EU:C:1979:216, σκέψη 22).

193    Τρίτον, διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η προσβαλλόμενη διάταξη προσβάλλει το δικαίωμα δραστηριοποίησης σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις διότι δημιουργεί έναν μηχανισμό επιλεκτικής ενίσχυσης υπέρ των ανταγωνιστών του στηρίζεται σε εσφαλμένη παραδοχή. Πράγματι, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μηχανισμός ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι δεν αφορά κρατικούς πόρους, αλλά πόρους της Ένωσης, τους οποίους διαχειρίζεται άμεσα ή έμμεσα η Ένωση, χωρίς τα κράτη μέλη να διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως.

194    Τέταρτον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η προσβαλλόμενη διάταξη οδηγεί σε συλλογικό μποϊκοτάζ εκ μέρους των ανταγωνιστικών και των συνεργαζόμενων πανεπιστημίων, υπενθυμίζεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη επιβάλλει απαγόρευση ανάληψης νομικών δεσμεύσεων έναντι καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος ή οντότητας η οποία ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα μόνο στην Επιτροπή, όταν αυτή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση.

195    Όσον αφορά το ενδεχόμενο ή το δυνητικό αποτέλεσμα της απαγόρευσης ανάληψης νομικών δεσμεύσεων έναντι καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος ή οντότητας η οποία ανήκει σε αυτό επί των λοιπών συμβατικών σχέσεων και συνεργασιών με άλλα πανεπιστήμια ή κοινοπραξίες, στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe, το προσφεύγον δεν απέδειξε, με το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης, ότι, λόγω της προσβαλλόμενης διάταξης, θα αποκλειόταν ενδεχομένως ή δυνητικώς από κάθε συμφωνία, πρόσκληση υποβολής προτάσεων, κοινοπραξία ή κάθε συνεργασία εκ μέρους των εταίρων ή ανταγωνιστών του. Συγκεκριμένα, από το παράρτημα A.3 του δικογράφου της προσφυγής, το οποίο μνημονεύεται στη σκέψη 191 ανωτέρω, και από το παράρτημα A.16 του δικογράφου της προσφυγής το οποίο αφορά ένα ηλεκτρονικό μήνυμα του EIT Manufacturing προς το Sein?joki University of Applied Science (SEAMK), με τίτλο «Δέσμευση των πόρων της Ένωσης που προορίζονται για τα ουγγρικά πανεπιστήμια (ειδικότερα)», και από ένα ηλεκτρονικό μήνυμα του SEAMK προκύπτει ότι το προσφεύγον εξακολουθεί να έχει δικαίωμα συμμετοχής σε κοινοπραξίες και, εξάλλου, δεν φαίνεται να αποκλείστηκε από τους εταίρους του από όλες τις συνεργασίες στις οποίες μετείχε προηγουμένως ούτε από όλες τις μελλοντικές συνεργασίες.

196    Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσβαλλόμενη διάταξη θα μπορούσε να έχει έμμεσες επιπτώσεις στις σχέσεις του προσφεύγοντος με άλλα πανεπιστήμια ή κοινοπραξίες, διαπιστώνεται ότι η διάταξη αυτή ανταποκρίνεται σε σκοπό γενικού συμφέροντος, όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω, και είναι ανάλογη προς αυτόν.

197    Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η προσβαλλόμενη διάταξη συνεπάγεται συλλογικό μποϊκοτάζ.

198    Πέμπτον, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του άρθρου 16 του Χάρτη, η επιχειρηματική ελευθερία μπορεί να υπόκειται σε ευρύ φάσμα παρεμβάσεων της δημόσιας αρχής δυνάμενων να θέτουν, προς το γενικό συμφέρον, περιορισμούς στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας. Το γεγονός αυτό αντανακλάται, μεταξύ άλλων, στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εκτιμώνται η νομοθετική ρύθμιση της Ένωσης καθώς και οι εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές βάσει της αρχής της αναλογικότητας, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη (βλ. απόφαση της 10ης Ιουλίου 2025, INTERZERO κ.λπ., C-254/23, EU:C:2025:569, σκέψη 141 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

199    Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσβαλλόμενη διάταξη πρέπει να νοηθεί ως περιορισμός της επιχειρηματικής ελευθερίας, η διάταξη αυτή, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, προβλέπεται από τον νόμο και είναι δικαιολογημένη και αναλογική υπό το πρίσμα του σκοπού γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου δυνάμει του κανονισμού 2020/2092.

200    Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς υποστήριξε το Συμβούλιο, η εφαρμογή των μέτρων αυτών δυνάμει του κανονισμού 2020/2092 δεν θίγει τον ελεύθερο ανταγωνισμό στον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πράγματι, ο προσωρινός αποκλεισμός φορέων από τη χρηματοδότηση και τα προγράμματα της Ένωσης, οι οποίοι, λόγω της ύπαρξης συστημικού κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, παρουσιάζουν πραγματικό κίνδυνο όσον αφορά την κανονική και νόμιμη χρήση των κονδυλίων της Ένωσης, ενισχύει, αντιθέτως, τον ελεύθερο ανταγωνισμό, καθόσον διασφαλίζει ότι άπαντες τηρούν τους ίδιους κανόνες, και ιδίως τις αρχές του κράτους δικαίου.

201    Επομένως, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν περιορίζει το δικαίωμα δραστηριοποίησης σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 του Χάρτη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 101 έως 108 ΣΛΕΕ.

202    Ως εκ τούτου, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος δραστηριοποίησης σε αγορά χωρίς στρεβλώσεις, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 16 του Χάρτη, σε συνδυασμό με τα άρθρα 101 έως 108 ΣΛΕΕ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

 Επί του λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων

203    Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη εισάγει δυσμενή διάκριση εις βάρος των ουγγρικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, στα οποία συγκαταλέγεται και το ίδιο, σε σχέση με άλλα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία λειτουργούν υπό διαφορετική νομική μορφή, με άλλα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης άλλων κρατών μελών και με άλλους εταίρους της κοινοπραξίας στην οποία ανήκει.

204    Επιπλέον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 48 του Χάρτη.

205    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.

206    Πρώτον, όσον αφορά την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 48 του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Τεκμήριο αθωότητας και δικαιώματα της υπεράσπισης», ορίζει στην παράγραφο 1 ότι κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο.

207    Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ο σκοπός του κανονισμού 2020/2092 συνίσταται στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι επιζήμιων εις βάρος του συνεπειών οι οποίες απορρέουν κατά τρόπο επαρκώς άμεσο από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε κράτος μέλος, και όχι στην επιβολή κυρώσεων για τέτοιες παραβιάσεις (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 119, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 137).

208    Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή υποστήριξε ότι το προσφεύγον εμπλεκόταν στην παραβίαση αρχών του κράτους δικαίου, για παράδειγμα, σε περίπτωση διαφθοράς, συστημικής απάτης ή συγκεκριμένης σύγκρουσης συμφερόντων, ή ότι τα ληφθέντα μέτρα είχαν αποκλείσει το προσφεύγον από τη χρηματοδότηση με σκοπό πρωτίστως τιμωρητικό.

209    Κατά συνέπεια, καθόσον η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 δεν επιβάλλει, αυτή καθεαυτήν, καμία κύρωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί απαγγελία κατηγορίας ποινικής φύσεως (πρβλ. απoφάσεις του ΕΔΔΑ της 8ης Ιουνίου 1976, Engel κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, CE:ECHR:1976:0608JUD000510071, § 82, και της 12ης Μαΐου 2017, Simeonovi κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2017:0512JUD002198004, § 110).

210    Ως εκ τούτου, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.

211    Δεύτερον, όσον αφορά την παραβίαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις ούτε να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο διαφορετικές μεταξύ τους καταστάσεις, εκτός αν η διαφορετική αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται εφόσον η διαφοροποίηση βασίζεται σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο, ήτοι εφόσον σχετίζεται με τον νομίμως επιδιωκόμενο από την επίμαχη νομοθεσία σκοπό, η δε διαφορά αυτή είναι ανάλογη προς τον σκοπό που επιδιώκεται σχετικώς (βλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestra?e Mayr, C-555/19, EU:C:2021:89, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

212    Ο συγκρίσιμος χαρακτήρας διαφορετικών καταστάσεων εκτιμάται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν. Τα στοιχεία αυτά πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της πράξης που θεσπίζει την εν λόγω διάκριση. Πρέπει, επιπλέον, να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι στόχοι του τομέα στον οποίο εμπίπτει η πράξη αυτή (βλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestra?e Mayr, C-555/19, EU:C:2021:89, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

213    Δεδομένου ότι το προσφεύγον επικαλέστηκε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σε αυτό εναπόκειται να προσδιορίσει επακριβώς τις παρόμοιες καταστάσεις που θεωρεί ότι αντιμετωπίστηκαν με διαφορετικό τρόπο ή τις διαφορετικές καταστάσεις που θεωρεί ότι αντιμετωπίστηκαν με τον ίδιο τρόπο [πρβλ. απόφαση της 12ης Απριλίου 2013, Du Pont de Nemours (France) κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-31/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:167, σκέψη 311].

214    Εν προκειμένω, κατά πρώτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι βρίσκεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τα ουγγρικά δημόσια ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία δεν ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, λόγω του ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν καταλαμβάνει τα ιδρύματα αυτά.

215    Συναφώς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 13, 29 και 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι το ουγγρικό κανονιστικό πλαίσιο δεν εμποδίζει τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους και τα ανώτερα πολιτικά στελέχη να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος.

216    Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα, η οποία προσιδιάζει στη νομοθεσία που έχει εφαρμογή στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και στις οντότητες που ανήκουν σε αυτά, αποτέλεσε τη βάση για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης.

217    Το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος βρίσκονται σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη των ουγγρικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν στο Δημόσιο ή λειτουργούν υπό διαφορετική νομική μορφή.

218    Κατά δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, στα οποία συγκαταλέγεται και το ίδιο, υφίστανται δυσμενή διάκριση σε σχέση με τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης άλλων κρατών μελών και τους εταίρους της κοινοπραξίας στην οποία το ίδιο μετέχει, διαπιστώνεται ότι το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι η δυνατότητα των υψηλόβαθμων αξιωματούχων και των ανώτερων πολιτικών στελεχών να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια των ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος υφίστατο και στις περιπτώσεις των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης άλλων κρατών μελών και των εταίρων της κοινοπραξίας στην οποία το ίδιο μετέχει.

219    Κατά συνέπεια, το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, στα οποία συγκαταλέγεται και το ίδιο, βρίσκονται σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης άλλων κρατών μελών και των εταίρων της κοινοπραξίας στην οποία το ίδιο μετέχει.

220    Κατόπιν των προεκτεθέντων, η αιτίαση με την οποία προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.

 Επί της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 2020/2092

221    Το προσφεύγον προβάλλει, επικουρικώς, ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του κανονισμού 2020/2092, σε περίπτωση που δοθεί η ερμηνεία ότι με τον κανονισμό αυτό εγκρίνονται μέτρα τα οποία αφορούν συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, χωρίς να προβλέπεται η δυνατότητα ατομικών εξαιρέσεων. Το προσφεύγον υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι η έλλειψη ατομικών εξαιρέσεων στον εν λόγω κανονισμό παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων και το τεκμήριο αθωότητας, προσβάλλει δε και τα δικαιώματα άμυνας.

222    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο, αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.

223    Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, κάθε διάδικος μπορεί, επ’ ευκαιρία διαφοράς που θέτει υπό αμφισβήτηση πράξη γενικής ισχύος που έχει εκδοθεί από θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, να επικαλείται το ανεφάρμοστο της πράξης αυτής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης για έναν από τους λόγους του άρθρου 263, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.

224    Το άρθρο 277 ΣΛΕΕ συνιστά την έκφραση μιας γενικής αρχής που παρέχει σε κάθε διάδικο το δικαίωμα να προσβάλει παρεμπιπτόντως το κύρος πράξεων γενικής ισχύος που αποτελούν τη νομική βάση απόφασης η οποία του έχει απευθυνθεί προκειμένου να επιτύχει την ακύρωση της απόφασης αυτής (βλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Επιτροπή κατά Calhau Correia de Paiva, C-511/21 P, EU:C:2023:208, σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Παρά ταύτα, δεδομένου ότι το άρθρο 277 ΣΛΕΕ δεν έχει ως σκοπό να παράσχει στον διάδικο τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τη δυνατότητα εφαρμογής οποιασδήποτε πράξης γενικής ισχύος προς στήριξη οποιασδήποτε προσφυγής, η πράξη γενικής ισχύος της οποίας προβάλλεται η έλλειψη νομιμότητας πρέπει να έχει εφαρμογή, άμεσα ή έμμεσα, στην υπόθεση που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής (βλ. αποφάσεις της 16ης Μαρτίου 2023, Επιτροπή κατά Calhau Correia de Paiva, C-511/21 P, EU:C:2023:208, σκέψη 45 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 16ης Ιουνίου 2021, Krajowa Izba Gospodarcza Ch?odnictwa i Klimatyzacji κατά Επιτροπής, T-126/19, EU:T:2021:360, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Ως εκ τούτου, από τη νομολογία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που ασκείται κατά απόφασης, μπορούν να αποτελέσουν παραδεκτώς αντικείμενο ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας οι διατάξεις πράξης γενικής ισχύος που αποτελούν τη βάση της εν λόγω απόφασης ή που διατηρούν άμεσο νομικό δεσμό με την απόφαση αυτή (πρβλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 2023, Επιτροπή κατά Calhau Correia de Paiva, C-511/21 P, EU:C:2023:208, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

225    Κατά τη νομολογία, από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 προκύπτει ότι το άρθρο αυτό προβλέπει εξαντλητικώς τα «κατάλληλα μέτρα» που μπορούν να ληφθούν και αφορούν στο σύνολό τους την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 135, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 153).

226    Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, το οποίο αποτελεί τη νομική βάση της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, τα κατάλληλα μέτρα που πρέπει να ληφθούν συνίστανται, κατ’ ουσίαν, σε αναστολές πληρωμών, εκτέλεσης νομικών δεσμεύσεων, εκταμίευσης δόσεων, οικονομικών πλεονεκτημάτων δυνάμει εγγυημένου μέσου, έγκρισης προγραμμάτων ή δεσμεύσεων, σε καταγγελίες νομικών δεσμεύσεων, σε απαγορεύσεις ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων ή σύναψης νέων συμφωνιών, σε πρόωρες αποπληρωμές εγγυημένων δανείων, σε μειώσεις οικονομικών πλεονεκτημάτων δυνάμει εγγυημένου μέσου, δεσμεύσεων ή προχρηματοδοτήσεων και σε διακοπές προθεσμιών πληρωμής.

227    Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 156 ανωτέρω, από το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2020/2092 προκύπτει ότι τα κατάλληλα μέτρα πρέπει να είναι αναλογικά, δηλαδή να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο υπό το πρίσμα των πραγματικών ή δυνητικών συνεπειών που απορρέουν από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στη δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή στα οικονομικά της συμφέροντα. Επιπλέον, η φύση, η διάρκεια, η σοβαρότητα και η έκταση των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου πρέπει να λαμβάνονται δεόντως υπόψη. Τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να είναι, ως εκ τούτου, αυστηρώς ανάλογα προς τον αντίκτυπο που έχουν οι διαπιστούμενες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου επί του προϋπολογισμού της Ένωσης ή επί της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της.

228    Στο πλαίσιο αυτό, ο κανονισμός 2020/2092 παρέχει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να λαμβάνουν υπόψη τα έννομα συμφέροντα των οικείων οντοτήτων, όταν ασκούν την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν στο πλαίσιο της λήψης των αναγκαίων μέτρων και προβαίνουν σε ανάλυση της αναλογικότητας. Επομένως, ενώ ο κανονισμός αυτός ορίζει κατά τρόπο εξαντλητικό το είδος των «κατάλληλων μέτρων» που μπορεί να λάβει το Συμβούλιο, δεν αποκλείει τη δυνατότητα πρόβλεψης ατομικών ή κατά κατηγορία εξαιρέσεων στο πλαίσιο των μέτρων αυτών.

229    Επομένως, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και, ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

230    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το προσφεύγον ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου, με εξαίρεση τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ενστάσεως απαραδέκτου που απορρίφθηκε με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, ?budai Egyetem κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (T-132/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:208), τα οποία βαρύνουν το Συμβούλιο.

231    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Ουγγαρία, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Το ?budai Egyetem φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εξαίρεση τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ενστάσεως απαραδέκτου που απορρίφθηκε με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, ?budai Egyetem κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (T-132/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:208), τα οποία βαρύνουν το Συμβούλιο.

3)      Η Ουγγαρία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Παπασάββας

Costeira

Truchot

Schwarcz

Kancheva

?berg

Zilgalvis

Tichy-Fisslberger

Verschuur

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.