Υπόθεση T-115/23, Debreceni Egyetem κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως) της 30ης Σεπτεμβρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-115/23, Debreceni Egyetem κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως) της 30ης Σεπτεμβρίου 2026
Υπόθεση T-115/23, Debreceni Egyetem κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως) της 30ης Σεπτεμβρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως)

της 30ής Σεπτεμβρίου 2026 (*)

« Εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης – Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 – Γενικό καθεστώς αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης – Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/2506 – Μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία – Άρθρο 2, παράγραφος 2, της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 – Απαγόρευση προς την Επιτροπή να αναλάβει νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος ή έναντι οντότητας η οποία ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα – Αρμοδιότητα του Συμβουλίου – Δικαίωμα ακροάσεως – Ασφάλεια δικαίου – Ίση μεταχείριση – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως – Άρθρο 2 ΣΕΕ – Αναλογικότητα – Άρθρο 13 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Ακαδημαϊκή ελευθερία – Άρθρα 165 και 179 ΣΛΕΕ – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρο 56 ΣΛΕΕ »

Στην υπόθεση T-115/23,

Debreceni Egyetem, με έδρα το Debrecen (Ουγγαρία), εκπροσωπούμενο από τους J. Rausch, ?. Papp και V. Utassy, δικηγόρους,

προσφεύγον,

υποστηριζόμενο από την

Ουγγαρία, εκπροσωπούμενη από τους M. Feh?r και D. Csoknyai,

παρεμβαίνουσα,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τον E. Rebasti, τις L. V?tillard, B. T?szegi, τους M. Bencze και G. Rugge,

καθού,

υποστηριζόμενου από το

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τους U. R?sslein, T. Luk?csi και R. Crowe,

και από την

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J. Baquero Cruz, A. Tok?r και την D. Drambozova,

παρεμβαίνοντες,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως),

συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, Πρόεδρο, M. J. Costeira, L. Truchot, J. Schwarcz, M. Kancheva, U. ?berg (εισηγητή), P. Zilgalvis, E. Tichy-Fisslberger και S. Verschuur, δικαστές,

γραμματέας: A. Juh?sz-T?th, προϊσταμένη μονάδας,

έχοντας υπόψη τη διάταξη της 1ης Ιουνίου 2023, Debreceni Egyetem κατά Συμβουλίου (T-115/23 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:297),

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και δη τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, Debreceni Egyetem κατά Συμβουλίου (T-115/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:209),

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Σεπτεμβρίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το προσφεύγον, Debreceni Egyetem, ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2022/2506 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία (ΕΕ 2022, L 325, σ. 94) (στο εξής: προσβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγόρευσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης, να αναλαμβάνει νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος το οποίο έχει συσταθεί βάσει του k?zfeladatot ell?t? k?z?rdek? vagyonkezel? alap?tv?nyokr?l sz?l? 2021. ?vi IX. t?rv?ny [νόμου IX του 2021 περί καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος στα οποία έχει ανατεθεί αποστολή δημόσιας υπηρεσίας (Magyar K?zl?ny 2021/75., στο εξής: ουγγρικός νόμος IX)] ή έναντι οντότητας ανήκουσας σε τέτοιο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος.

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Το προσφεύγον είναι ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με έδρα το Debrecen (Ουγγαρία). Μέχρι το 2021, το προσφεύγον ανήκε, ελεγχόταν και χρηματοδοτούνταν εν μέρει από το Ουγγρικό Δημόσιο ως δημόσιο πανεπιστήμιο.

3        Με τις διατάξεις του ουγγρικού νόμου IX, το προσφεύγον απαλείφθηκε από τους οργανισμούς που τελούν υπό την άμεση διαχείριση και χρηματοδότηση του Δημοσίου από 1ης Αυγούστου 2021. Τα καταστατικά και διαχειριστικά δικαιώματα του προσφεύγοντος μεταβιβάστηκαν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος. Το προσφεύγον υπήχθη στο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος Gr?f Tisza Istv?n Debreceni Egyetem?rt Alap?tv?ny (ίδρυμα Comte Istv?n Tisza για το πανεπιστήμιο Debrecen).

4        Στις 24 Νοεμβρίου 2021 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ουγγαρία αίτημα παροχής πληροφοριών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης (ΕΕ 2020, L 433 I, σ. 1).

5        Στις 15 Δεκεμβρίου 2022, κατόπιν ανταλλαγής απόψεων μεταξύ της Ουγγαρίας και της Επιτροπής, το Συμβούλιο εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, βάσει, αφενός, της πρότασης COM(2022) 485 final της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία (στο εξής: πρόταση της Επιτροπής) και, αφετέρου, της ανακοίνωσης COM(2022) 687 final της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, της 30ής Νοεμβρίου 2022, σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που κοινοποίησε η Ουγγαρία δυνάμει του κανονισμού 2020/2092 για την προστασία του ενωσιακού προϋπολογισμού (στο εξής: ανακοίνωση της Επιτροπής).

6        Με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, το Συμβούλιο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 και, ως εκ τούτου, εξέδωσε μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία. Οι παραβιάσεις αυτές αφορούσαν τις δημόσιες συμβάσεις, τις διώξεις, τις συγκρούσεις συμφερόντων, την καταπολέμηση της διαφθοράς και τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.

7        Τα δύο μέτρα που έλαβε το Συμβούλιο συνίσταντο, αφενός, στην κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 αναστολή του 55 % των δημοσιονομικών δεσμεύσεων για τρία προγράμματα της πολιτικής συνοχής για την περίοδο 2021 έως 2027 και, αφετέρου, στην επιβληθείσα με την προσβαλλόμενη διάταξη απαγόρευση προς την Επιτροπή να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος και έναντι των οντοτήτων που ανήκουν στα καταπιστεύματα αυτά όσον αφορά χρηματοδοτήσεις της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση.

8        Στο πλαίσιο αυτό, η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 προβλέπει, με την προσβαλλόμενη διάταξη, ότι, «[σ]την περίπτωση που η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ) του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046, δεν αναλαμβάνονται νομικές δεσμεύσεις με οποιοδήποτε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος [το οποίο] έχει συσταθεί βάσει του ουγγρικού νόμου IX […] ή με οποιαδήποτε οντότητα ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος». Η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 τέθηκε σε ισχύ στις 16 Δεκεμβρίου 2022.

 Αιτήματα των διαδίκων

9        Το προσφεύγον ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διάταξη

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

10      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή

–        να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.

11      Η Ουγγαρία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή του προσφεύγοντος.

 Σκεπτικό

12      Προς στήριξη της ασκηθείσας προσφυγής το προσφεύγον προβάλλει δεκαεπτά λόγους ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται, αντιστοίχως, παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ όσον αφορά το κράτος δικαίου και τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχείρισης παράβαση του άρθρου 4 ΣΕΕ όσον αφορά την αρμοδιότητα του Συμβουλίου να θεσπίσει την προσβαλλόμενη διάταξη παράβαση του άρθρου 5 ΣΕΕ σχετικά με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας παράβαση του άρθρου 7 ΣΕΕ όσον αφορά την εξουσία του Συμβουλίου να διαπιστώνει παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου παράβαση του άρθρου 9 ΣΕΕ σχετικά με την αρχή της ίσης μεταχείρισης παράβαση του άρθρου 11 ΣΕΕ λόγω μη διαβούλευσης με ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, καθώς και με τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς, τους ερευνητές και τους εταίρους τους παράβαση του άρθρου 2 ΣΛΕΕ όσον αφορά την αρμοδιότητα του Συμβουλίου να θεσπίσει την προσβαλλόμενη διάταξη παράβαση του άρθρου 9 ΣΛΕΕ όσον αφορά την απαίτηση προαγωγής υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης και κατάρτισης παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ όσον αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών παράβαση του άρθρου 67 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον σεβασμό του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης παραβίαση της αρχής της οικονομίας της αγοράς που βασίζεται στον ελεύθερο ανταγωνισμό, την οποία προβλέπει το άρθρο 120 ΣΛΕΕ παράβαση του άρθρου 124 ΣΛΕΕ όσον αφορά την προνομιακή πρόσβαση στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα παράβαση του άρθρου 165 ΣΛΕΕ όσον αφορά τη συμβολή στην ανάπτυξη παιδείας υψηλής ποιότητας παράβαση του άρθρου 179 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον σκοπό της ενίσχυσης των επιστημονικών και τεχνολογικών βάσεων της Ένωσης παράβαση του άρθρου 13 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ και των άρθρων 48 και 52 του Χάρτη καθώς και παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2020/2092.

13      Κατά τη νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ερμηνεύει τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος σύμφωνα με την ουσία τους και όχι βάσει του χαρακτηρισμού τους και, συνεπώς, να προβαίνει στον χαρακτηρισμό των λόγων, ισχυρισμών και επιχειρημάτων που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής (απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2024, Troy Chemical Company και Troy κατά Επιτροπής, T-297/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:13, σκέψη 48).

14      Υπό τις συνθήκες αυτές, το Γενικό Δικαστήριο θα εξετάσει διαδοχικά τους λόγους ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται:

–        αναρμοδιότητα του Συμβουλίου να θεσπίσει την προσβαλλόμενη διάταξη

–        προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος διαβούλευσης

–        παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων και παράβαση των άρθρων 120 και 124 ΣΛΕΕ

–        παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2020/2092 και του άρθρου 2 ΣΕΕ καθώς και των άρθρων 48 και 52 του Χάρτη

–        παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

–        παράβαση του άρθρου 13 του Χάρτη σχετικά με την ακαδημαϊκή ελευθερία

–        παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών καθώς και των άρθρων 9, 165 και 179 ΣΛΕΕ.

15      Προκαταρκτικώς, πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό του λόγου ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας.

 Επί του παραδεκτού του λόγου ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας

16      Στις 4 Μαρτίου 2025 το προσφεύγον κατέθεσε, κατά τη διάρκεια της δίκης, υπόμνημα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 84 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Με το υπόμνημα αυτό το προσφεύγον προέβαλε έναν λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 21 ΣΛΕΕ και προέβη σε περαιτέρω ανάπτυξη των λόγων ακυρώσεως που αφορούν παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ, των άρθρων 165 και 179 ΣΛΕΕ και του άρθρου 48 του Χάρτη.

17      Το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, ισχυρίζεται ότι οι αποφάσεις της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), και της 18ης Δεκεμβρίου 2024, TP κατά Επιτροπής (T-776/22, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2024:908), οι οποίες εκδόθηκαν μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, συνιστούν νομικά ή πραγματικά στοιχεία τα οποία ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.

18      Πρώτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), αποτελεί νέο νομικό στοιχείο, καθόσον αναδεικνύει την άμεση σχέση μεταξύ του προγράμματος Erasmus+ και του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των σπουδαστών και κατοχυρώνει τη συμμετοχή στο πρόγραμμα Erasmus+ ως θεμελιώδες δικαίωμα απορρέον από τις ελευθερίες κυκλοφορίας. Κατά το προσφεύγον, από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η αδυναμία συμμετοχής των σπουδαστών στο πρόγραμμα Erasmus+ θίγει το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής, το οποίο διασφαλίζεται με το άρθρο αυτό.

19      Δεύτερον, όσον αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη των λόγων ακυρώσεως που αφορούν παράβαση των άρθρων 165 και 179 ΣΛΕΕ, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), κατέδειξε επίσης τη σχέση μεταξύ του προγράμματος Erasmus+ και του σκοπού της προώθησης της κινητικότητας των σπουδαστών και της ελεύθερης κυκλοφορίας των επιστημονικών γνώσεων και των ερευνητών, ο οποίος μνημονεύεται στα άρθρα 165 και 179 ΣΛΕΕ. Συγκεκριμένα, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν ευνοεί την κινητικότητα των σπουδαστών, των εκπαιδευτικών και των ερευνητών και είναι αδικαιολόγητη και δυσανάλογη, καθόσον καθιστά αδύνατη την άσκηση της κινητικότητας αυτής.

20      Τρίτον, όσον αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη των λόγων ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ και του άρθρου 48 του Χάρτη, το προσφεύγον επικαλείται την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2024, TP κατά Επιτροπής (T-776/22, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2024:908, σκέψεις 73 και 83), καθόσον στηρίζει την περιλαμβανόμενη στο δικόγραφο της προσφυγής επιχειρηματολογία του σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο όφειλε να προβεί σε προηγούμενη εξατομικευμένη εξέταση της πραγματικής κατάστασης του προσφεύγοντος πριν από τη λήψη του επίμαχου μέτρου.

21      Η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι, σε περίπτωση που οι λόγοι και τα επιχειρήματα που προβάλλει το προσφεύγον κριθούν απαράδεκτοι δυνάμει του άρθρου 84 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο θα πρέπει να θεωρήσει τους συγκεκριμένους λόγους και επιχειρήματα ως περαιτέρω ανάπτυξη των λόγων ακυρώσεως που αφορούν παράβαση του άρθρου 5 ΣΕΕ και, ειδικότερα, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και παράβαση του άρθρου 165 ΣΛΕΕ.

22      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, φρονεί ότι οι λόγοι και τα επιχειρήματα που προβάλλει το προσφεύγον πρέπει να κριθούν απαράδεκτοι ή, επικουρικώς, αβάσιμοι.

23      Σύμφωνα με το άρθρο 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία ή αποτελούν ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως, άμεσα ή έμμεσα, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο και συνδέεται στενά με αυτόν [απόφαση της 19ης Μαΐου 1983, Βέρρος κατά Κοινοβουλίου, 306/81, EU:C:1983:143, σκέψη 9 βλ. επίσης απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2019, Intas Pharmaceuticals κατά EUIPO – Laboratorios Indas (INTAS), T-380/18, EU:T:2019:782, σκέψη 26 (μη δημοσιευθείσα) και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Εξάλλου, επιχειρήματα των οποίων το ουσιαστικό περιεχόμενο συνδέεται στενά με ισχυρισμό ή λόγο ο οποίος έχει προβληθεί με το εισαγωγικό δικόγραφο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέοι ισχυρισμοί ή νέοι λόγοι και είναι επιτρεπτό να διατυπώνονται με το υπόμνημα απαντήσεως ή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση (βλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2018, “Pro NGO!” κατά Επιτροπής, T-454/17, EU:T:2018:755, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι ο λόγος ακυρώσεως ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 21 ΣΛΕΕ δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής. Ως εκ τούτου, συνιστά νέο ισχυρισμό κατά την έννοια του άρθρου 84 του Κανονισμού Διαδικασίας.

25      Όσον αφορά την ύπαρξη νέου νομικού στοιχείου κατά την έννοια του άρθρου 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, υπενθυμίζεται ότι δεν μπορεί να προβληθεί ως νέο στοιχείο δικαστική απόφαση η οποία εκδίδεται κατά τη διάρκεια της δίκης, διότι η απόφαση αυτή δεν παρέχει, κατ’ αρχήν, παρά ερμηνεία ex tunc του δικαίου της Ένωσης (πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1997, FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-106/95, EU:T:1997:23, σκέψη 57 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 38 έως 40 της απόφασης της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), η απόφαση αυτή απλώς επιβεβαιώνει πάγια νομολογία σχετική με τη σημασία της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων στον τομέα της εκπαίδευσης, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που επιδιώκουν το άρθρο 6, στοιχείο ε', και το άρθρο 165, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, ήτοι, μεταξύ άλλων, της προώθησης της κινητικότητας των σπουδαστών και των εκπαιδευτικών. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο καθόσον, με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο παραπέμπει στην προγενέστερη νομολογία του, όπερ καταδεικνύει ότι η νομολογία αυτή δεν αμφισβητείται.

27      Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νομικό στοιχείο το οποίο ανέκυψε κατά τη διάρκεια της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 84, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.

28      Το ίδιο ισχύει και ως προς την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2024, TP κατά Επιτροπής (T-776/22, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2024:908).

29      Αντιθέτως, η επίκληση της απόφασης της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmu+) (C-277/23, EU:C:2025:18), αποτελεί περαιτέρω ανάπτυξη επιχειρημάτων που προέβαλε προηγουμένως και ευθέως το προσφεύγον με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, στο πλαίσιο των λόγων ακυρώσεως που αφορούν παράβαση των άρθρων 165 και 179 ΣΛΕΕ, και παρουσιάζει, εν προκειμένω, αρκούντως στενό σύνδεσμο με τα επιχειρήματα αυτά ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της φυσιολογικής εξέλιξης της συζήτησης στο πλαίσιο της κατ’ αντιμωλία διαδικασίας.

30      Το ίδιο ισχύει και για την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2024, TP κατά Επιτροπής (T-776/22, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2024:908), η οποία αποτελεί επιχείρημα με το οποίο αναπτύσσεται περαιτέρω ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη.

31      Ως εκ τούτου, ο λόγος ακυρώσεως και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, με το υπόμνημα της 4ης Μαρτίου 2025, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.

32      Εντούτοις, στο μέτρο που το προσφεύγον και η Ουγγαρία επικαλέστηκαν επίσης, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τις αποφάσεις της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+) (C-277/23, EU:C:2025:18), και της 18ης Δεκεμβρίου 2024, TP κατά Επιτροπής (T-776/22, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2024:908), και δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές αποτελούν επιχειρήματα με τα οποία αναπτύσσονται περαιτέρω οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται παράβαση των άρθρων 165 και 179 ΣΛΕΕ και του άρθρου 48 του Χάρτη, οι αποφάσεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν παραδεκτώς υποβαλλόμενες.

 Επί του λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται αναρμοδιότητα του Συμβουλίου να θεσπίσει την προσβαλλόμενη διάταξη

33      Κατ’ αρχάς, το προσφεύγον υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι, δεδομένου ότι η εκπαίδευση αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, το Συμβούλιο θέσπισε την προσβαλλόμενη διάταξη χωρίς να διαθέτει σχετικές εξουσίες και αρμοδιότητες, κατά παράβαση του άρθρου 4 ΣΕΕ.

34      Το προσφεύγον υποστηρίζει επίσης ότι, κατά παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ, το Συμβούλιο θέσπισε την προσβαλλόμενη διάταξη, η οποία αφορά ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς προηγουμένως να εξετάσει, όσον αφορά τα ιδρύματα αυτά, αν ήταν δυνατό ο σκοπός της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης να επιτευχθεί επαρκώς από την Ουγγαρία σε κεντρικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο.

35      Με το υπόμνημα απαντήσεως, το προσφεύγον διευκρινίζει ότι η αρχή της επικουρικότητας παραβιάζεται από την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, και όχι από τον κανονισμό 2020/2092, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή παράγει αποτελέσματα σε τομείς που δεν εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης.

36      Επιπλέον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 2 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η Συνθήκη ΛΕΕ δεν απένειμε στην Ένωση αρμοδιότητες στους τομείς της πολιτικής για την εκπαίδευση και την πανεπιστημιακή έρευνα, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν νομικό πλαίσιο για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης.

37      Με το υπόμνημα απαντήσεως, το προσφεύγον προσθέτει ότι το γεγονός ότι το Δικαστήριο εξέτασε τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού 2020/2092 και την έκρινε νόμιμη δεν ασκεί επιρροή. Εν προκειμένω, είναι προφανές, κατά την άποψή του, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη έχει αρνητικές συνέπειες στους τομείς της εκπαίδευσης και της επιστημονικής έρευνας, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στις αρμοδιότητες που έχουν απονεμηθεί στην Ένωση.

38      Τέλος, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 67, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διότι δεν σέβεται το νομικό σύστημα της Ουγγαρίας ως κράτους μέλους, καθόσον, λόγω των συνεπειών που επιφέρει, εμποδίζει άμεσα τη λειτουργία όλων των ουγγρικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.

39      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

40      Προκαταρκτικώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2020/2092 προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε βάσει της Συνθήκης ΛΕΕ, και δη του άρθρου της 322, παράγραφος 1, στοιχείο α'.

41      Το άρθρο 1 του κανονισμού 2020/2092 διευκρινίζει ότι σκοπός του κανονισμού αυτού είναι να ορίσει «τους κανόνες που είναι απαραίτητοι για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης στην περίπτωση παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στα κράτη μέλη».

42      Κατά το άρθρο 322, παράγραφος 1, στοιχείο α', ΣΛΕΕ, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία και μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, θεσπίζουν μέσω κανονισμών «τους δημοσιονομικούς κανονισμούς που ρυθμίζουν ιδίως τις πρακτικές λεπτομέρειες κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού και παρουσίασης και ελέγχου των λογαριασμών».

43      Το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι, σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ, καθώς και σύμφωνα με την αρχή της συνοχής μεταξύ των πολιτικών της Ένωσης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 ΣΛΕΕ, το κράτος δικαίου μπορεί να αποτελέσει τη βάση ενός μηχανισμού αιρεσιμότητας που εμπίπτει στην έννοια των «δημοσιονομικών κανόνων» του άρθρου 322, παράγραφος 1, στοιχείο α', ΣΛΕΕ (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 128, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 146).

44      Επομένως, ένας μηχανισμός αιρεσιμότητας μπορεί να εμπίπτει στην έννοια των «δημοσιονομικών κανονισμών» του άρθρου 322, παράγραφος 1, στοιχείο α', ΣΛΕΕ, όταν θεσπίζει, για τη χορήγηση χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, οριζόντια αιρεσιμότητα η οποία συνδέεται με τον εκ μέρους του κράτους μέλους σεβασμό της αξίας του κράτους δικαίου του άρθρου 2 ΣΕΕ και άπτεται της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 133, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 151).

45      Ένας τέτοιος μηχανισμός δικαιολογείται από το γεγονός ότι υφίσταται σαφής σύνδεση μεταξύ του σεβασμού του κράτους δικαίου και της αποτελεσματικής εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 13 του κανονισμού 2020/2092.

46      Πράγματι, ο προϋπολογισμός της Ένωσης συνιστά ένα από τα κύρια μέσα που καθιστούν δυνατή την υλοποίηση, στις πολιτικές και τις δράσεις της Ένωσης, της αρχής της αλληλεγγύης του άρθρου 2 ΣΕΕ, η οποία αποτελεί αυτή καθεαυτήν μία από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ένωσης. Η εφαρμογή της αρχής αυτής, μέσω του προϋπολογισμού, στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την υπεύθυνη χρήση των κοινών πόρων που εγγράφονται στον προϋπολογισμό. Πλην όμως, η εν λόγω αμοιβαία εμπιστοσύνη στηρίζεται στη δέσμευση την οποία αναλαμβάνει κάθε κράτος μέλος να συμμορφώνεται προς τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης και να τηρεί διαρκώς, όπως άλλωστε επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 2020/2092, τις αξίες που περιέχονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η αξία του κράτους δικαίου (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 129, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 147).

47      Επομένως, η υποχρέωση σεβασμού του κράτους δικαίου, η παράβαση της οποίας είναι δυνατό να εμπίπτει στον μηχανισμό οριζόντιας αιρεσιμότητας που θεσπίζεται με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, υπό το πρίσμα των αρχών που διατυπώνονται στο άρθρο 2, στοιχείο α', του κανονισμού, αποτελεί ειδική έκφραση των απαιτήσεων που απορρέουν, για τα κράτη μέλη, από το γεγονός ότι ανήκουν στην Ένωση, δυνάμει του άρθρου 2 ΣΕΕ (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβούλιου και Συμβούλιου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 231 πρβλ. επίσης απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 201).

48      Συναφώς, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα δυνάμει του κανονισμού 2020/2092 μόνον εφόσον αποδεικνύεται παραβίαση μίας από τις αρχές του άρθρου 2, στοιχείο α', του κανονισμού η οποία αφορά κατάσταση που μπορεί να καταλογιστεί σε αρχή κράτους μέλους ή πρακτική τέτοιας αρχής, στο μέτρο που η εν λόγω κατάσταση ή πρακτική άπτεται της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της, και εφόσον η εν λόγω παραβίαση επηρεάζει ή απειλεί σοβαρά να επηρεάσει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 253, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 174).

49      Όσον αφορά, ειδικότερα, την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, από τις αιτιολογικές σκέψεις της προκύπτει ότι απόφαση αυτή εκδόθηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 10, του κανονισμού 2020/2092, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής για τη θέσπιση των κατάλληλων προς λήψη μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 9, του ίδιου κανονισμού, και ότι, ως εκ τούτου, αποσκοπεί στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης και στην τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου.

50      Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη διάταξη απορρέει από την εφαρμογή ενός από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, δεδομένου ότι η Επιτροπή έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του κανονισμού 2020/2092 και ότι τα προταθέντα από την Ουγγαρία διορθωτικά μέτρα δεν ανταποκρίνονταν ικανοποιητικά στις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονταν στη γραπτή κοινοποίησή της βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 2020/2092.

51      Συναφώς, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο ii, του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι, όταν η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 62, παράγραφος 1, στοιχεία α' και γ', του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), και όταν ο αποδέκτης κονδυλίων από τον εν λόγω προϋπολογισμό είναι κρατικός φορέας, το Συμβούλιο μπορεί να απαγορεύσει στην Επιτροπή να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι του εν λόγω φορέα.

52      Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της έκδοσης της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 και, ειδικότερα, της προσβαλλόμενης διάταξης, μολονότι από το άρθρο 6, στοιχείο ε', και από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η Ένωση έχει μόνον υποστηρικτική αρμοδιότητα στον τομέα της εκπαίδευσης και συντρέχουσα αρμοδιότητα στον τομέα της έρευνας, το Συμβούλιο δεν άσκησε αρμοδιότητα στους τομείς αυτούς, όπως υποστηρίζει το προσφεύγον. Το θεσμικό αυτό όργανο άσκησε μόνον αρμοδιότητα σχετική με τη θέσπιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 322, παράγραφος 1, στοιχείο α', ΣΛΕΕ, η οποία εμπίπτει σε αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 241).

53      Κατά τα λοιπά, χωρίς να θίγεται η αρμοδιότητα των κρατών μελών στους τομείς της εκπαίδευσης και της έρευνας, μολονότι η Ένωση έχει προδήλως αρμοδιότητα να αναλαμβάνει δράσεις για την υποστήριξη, τον συντονισμό ή τη συμπλήρωση της δράσης των κρατών μελών ιδίως στον τομέα της εκπαίδευσης, όπως προκύπτει από τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/695 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 2021, για τη θέσπιση του προγράμματος-πλαισίου έρευνας και καινοτομίας «Ορίζων Ευρώπη», τον καθορισμό των κανόνων συμμετοχής και διάδοσής του, και για την κατάργηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1290/2013 και (ΕΕ) αριθ. 1291/2013 (ΕΕ 2021, L 170, σ. 1), ή τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/817 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2021, για τη θέσπιση του προγράμματος «Erasmus+»: το πρόγραμμα της Ένωσης για την εκπαίδευση και την κατάρτιση, τη νεολαία και τον αθλητισμό, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1288/2013 (ΕΕ 2021, L 189, σ. 1), διαπιστώνεται ότι η Ένωση έχει επίσης κατ’ ανάγκην την αρμοδιότητα να αναστείλει προσωρινά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της για τα προγράμματα αυτά έναντι ορισμένων κρατών μελών, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τον νόμο και, ιδίως, βάσει του κανονισμού 2020/2092 σε περίπτωση παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου.

54      Όσον αφορά την αρχή της επικουρικότητας, υπογραμμίζεται ότι από το άρθρο 5, παράγραφος 3, ΣΕΕ προκύπτει ότι οι διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 2 σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας εφαρμόζονται μόνο στους «τομείς οι οποίοι δεν υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα» της Ένωσης.

55      Συναφώς, πρώτον, όσον αφορά τον κανονισμό 2020/2092, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 ανωτέρω, η νομική βάση του είναι το άρθρο 322, παράγραφος 1, στοιχείο α', ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι αποσκοπεί στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου.

56      Επίσης, το Δικαστήριο έχει επιβεβαιώσει ότι ορθώς η πρόταση του κανονισμού που οδήγησε στην έκδοση του κανονισμού 2020/2092 διευκρινίζει, υπό τον τίτλο «Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)», ότι οι «δημοσιονομικοί κανόνες που διέπουν τον προϋπολογισμό της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 322 [ΣΛΕΕ] δεν [θα μπορούσαν] να εγκριθούν στο επίπεδο των κρατών μελών» (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 240).

57      Επομένως, ο κανονισμός 2020/2092, ο οποίος περιλαμβάνει δημοσιονομικούς κανόνες περί των ειδικότερων λεπτομερειών θέσπισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 322, παράγραφος 1, στοιχείο α', ΣΛΕΕ, εμπίπτει στην άσκηση αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης σχετικής με τη λειτουργία της, η οποία, ως εκ της φύσεώς της, μπορεί να ασκηθεί μόνον από την ίδια την Ένωση (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 241).

58      Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 εκδόθηκε βάσει του κανονισμού 2020/2092, ο οποίος εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, δεν μπορεί να εφαρμοστεί η αρχή της επικουρικότητας.

59      Όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 67, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, καθόσον η προσβαλλόμενη διάταξη δεν σέβεται το νομικό σύστημα της Ουγγαρίας και εμποδίζει τη λειτουργία των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο αυτό, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο V του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ, ορίζει ότι η Ένωση συγκροτεί χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των διαφορετικών νομικών συστημάτων και παραδόσεων των κρατών μελών. Εν προκειμένω, το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν συνδέεται με τους τομείς που εμπίπτουν στον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης που προβλέπεται στο άρθρο 67, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

60      Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι ακυρώσεως και οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος που αφορούν αναρμοδιότητα του Συμβουλίου να θεσπίσει την προσβαλλόμενη διάταξη.

 Επί των λόγων ακυρώσεως και των αιτιάσεων που αφορούν προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος διαβούλευσης

61      Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι ούτε τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, στα οποία συγκαταλέγεται και το ίδιο, ούτε οι σπουδαστές και οι ερευνητές τους συμμετείχαν στη διαδικασία που προηγήθηκε της έκδοσης της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 και ότι δεν κατέστη δυνατό να ληφθούν υπόψη οι απόψεις τους κατά την έκδοση της εν λόγω εκτελεστικής απόφασης, μολονότι το αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης διάταξης εκτείνεται και σε αυτά.

62      Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, λόγω της έλλειψης διαβούλευσης με τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, καθώς και με τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς, τους ερευνητές και τους εταίρους τους, η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 11 ΣΕΕ.

63      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος. Προβάλλει επίσης ένσταση απαραδέκτου όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως ο οποίος αφορά προσβολή του δικαιώματος διαβούλευσης.

64      Συναφώς, πρώτον, όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου που ήγειρε το Συμβούλιο, υποστηρίζει ότι ο λόγος ακυρώσεως ο οποίος αντλείται από προσβολή του δικαιώματος διαβούλευσης δεν προβλήθηκε κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή με το δικόγραφο της προσφυγής.

65      Από το δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει, όμως, ότι το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η έλλειψη διαβούλευσης με τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος καθώς και με τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς, τους ερευνητές και τους εταίρους τους πριν από τη θέσπιση της διάταξης αντιβαίνει στο άρθρο 11 ΣΕΕ.

66      Επομένως, το προσφεύγον εξέθεσε, έστω και συνοπτικώς, κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό, στο δικόγραφο της προσφυγής, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται.

67      Κατά συνέπεια, η προβληθείσα από το Συμβούλιο ένσταση απαραδέκτου λόγω παράβασης του άρθρου 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί.

68      Δεύτερον, όσον αφορά την προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως την οποία επικαλείται το προσφεύγον, υπενθυμίζεται ότι το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α', του Χάρτη και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του.

69      Το δικαίωμα ακροάσεως ανήκει στα δικαιώματα άμυνας και συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία έχει εφαρμογή ακόμη και αν δεν υφίσταται συναφώς ειδική κανονιστική ρύθμιση. Η εν λόγω αρχή επιτάσσει να παρέχεται στους αποδέκτες αποφάσεων οι οποίες επηρεάζουν ουσιωδώς τα συμφέροντά τους η δυνατότητα να γνωστοποιούν λυσιτελώς την άποψή τους επί των εις βάρος τους στοιχείων στα οποία στηρίχθηκαν οι αποφάσεις (βλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2021, Vialto Consulting κατά Επιτροπής, C-650/19 P, EU:C:2021:879, σκέψη 122 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

70      Ωστόσο, το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας που κινείται κατά προσώπου και η οποία πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και ελλείψει οποιασδήποτε ρύθμισης σχετικά με τη διαδικασία, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία καταλήγει στη λήψη μέτρου γενικής ισχύος (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2023, Arysta LifeScience Great Britain κατά Επιτροπής, C-259/22 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:513, σκέψη 50, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Alpharma κατά Συμβουλίου, T-70/99, EU:T:2002:210, σκέψη 388 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), όπως η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 (πρβλ. διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, Debreceni Egyetem κατά Συμβουλίου, T-115/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:209, σκέψη 36).

71      Ειδικότερα, όσον αφορά πράξεις γενικής ισχύος, ούτε η διαδικασία κατάρτισής τους ούτε η φύση των πράξεων αυτών απαιτούν, δυνάμει των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το δικαίωμα ακροάσεως, διαβούλευσης ή ενημέρωσης, τη συμμετοχή των θιγόμενων προσώπων. Τούτο δεν ισχύει αν ρητή διάταξη του νομικού πλαισίου που διέπει την έκδοση της εν λόγω πράξης παρέχει ένα τέτοιο διαδικαστικό δικαίωμα σε θιγόμενο πρόσωπο (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, Arysta LifeScience Great Britain κατά Επιτροπής, C-259/22 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:513, σκέψη 51 βλ. επίσης απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Probelte κατά Επιτροπής, T-67/18, EU:T:2019:873, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

72      Η κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 9, του κανονισμού 2020/2092 διαδικασία για τη λήψη κατάλληλων μέτρων προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης αναφέρεται μόνον στην υποχρέωση διαβούλευσης με το οικείο κράτος μέλος και προβλέπει τις διάφορες επαφές της Επιτροπής με το εν λόγω κράτος μέλος. Εξάλλου, το προσφεύγον δεν αμφισβητεί ότι η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε προσηκόντως. Κατά τα λοιπά, εν προκειμένω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 6 και 8 έως 10 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι η Επιτροπή αντήλλαξε απόψεις με τις ουγγρικές αρχές πριν υποβάλει την πρότασή της στο Συμβούλιο.

73      Πρέπει να προστεθεί ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν υποστήριξαν ότι υπήρχαν μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, συστημικές απάτες ή συγκεκριμένες συγκρούσεις συμφερόντων στις οποίες ενεπλάκη το προσφεύγον, οι οποίες να δικαιολογούν τη λήψη ειδικών μέτρων δυνάμει του κανονισμού 2020/2092, όπερ θα επέβαλε τον σεβασμό του δικαιώματός του ακροάσεως. Το γεγονός και μόνον ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά το προσφεύγον όπως και άλλους δικαιούχους λόγω σοβαρών συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου, τις οποίες επικαλούνται η Επιτροπή και το Συμβούλιο, δεν απονέμει στο προσφεύγον συγκεκριμένο διαδικαστικό δικαίωμα.

74      Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το προσφεύγον δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί προσβολή του δικαιώματός του ακροάσεως.

75      Τρίτον, όσον αφορά την προσβολή του δικαιώματος διαβούλευσης, το προσφεύγον επικαλείται ειδικότερα το άρθρο 11, παράγραφος 3, ΣΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι, «[π]ροκειμένου να εξασφαλίζεται η συνοχή και η διαφάνεια των δράσεων της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διεξάγει ευρείες διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη».

76      Εντούτοις, όπως προκύπτει από τη σκέψη 72 ανωτέρω, το άρθρο 6 του κανονισμού 2020/2092 θέτει μόνον την υποχρέωση διαβούλευσης με το οικείο κράτος μέλος, η οποία έλαβε χώρα και, εν πάση περιπτώσει, δεν αμφισβητείται από το προσφεύγον.

77      Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι η επιχειρηματολογία που προβάλλει συναφώς το προσφεύγον συγχέεται με εκείνη που αφορά την προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως.

78      Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως του προσφεύγοντος με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματός του να ζητηθεί η γνώμη του για τους ίδιους λόγους με εκείνους που οδήγησαν στην απόρριψη της επιχειρηματολογίας του σχετικά με το δικαίωμα ακροάσεως, οι οποίοι εκτίθενται στις σκέψεις 72 και 73 ανωτέρω.

79      Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι ακυρώσεως και οι αιτιάσεις που αφορούν προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος διαβούλευσης.

 Επί των λόγων ακυρώσεως που αφορούν παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων καθώς και παράβαση των άρθρων 120 και 124 ΣΛΕΕ

80      Πρώτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, η δυνατότητα των ανώτερων πολιτικών στελεχών να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια των ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος είναι εκείνη που δικαιολογεί τον φόβο για συγκρούσεις πολιτικών συμφερόντων. Ωστόσο, ο όρος «ανώτερα πολιτικά στελέχη», ο οποίος χρησιμοποιείται στην αιτιολογική σκέψη 43 της απόφασης αυτής, δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση σαφήνειας των κανόνων. Συγκεκριμένα, η φράση αυτή δεν αντιστοιχεί σε καμία συγκεκριμένη έννοια, όπερ συνηγορεί υπέρ μιας αυθαίρετης ερμηνείας και υπέρ της καταχρηστικής εφαρμογής της προσβαλλόμενης διάταξης και παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.

81      Επιπλέον, δεν υπάρχουν «ανώτερα πολιτικά στελέχη» μεταξύ των μελών του διοικητικού συμβουλίου του καταπιστεύματος στο οποίο ανήκει το προσφεύγον.

82      Δεύτερον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη εισάγει δυσμενή διάκριση εις βάρος των ουγγρικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, στα οποία συγκαταλέγεται και το ίδιο, τόσο σε σχέση με άλλα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία λειτουργούν υπό διαφορετική νομική μορφή όσο και σε σχέση με άλλα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης άλλων κρατών μελών (ήτοι της Φινλανδίας και των Κάτω Χωρών), τα οποία έχουν ανάλογη δομή.

83      Προς στήριξη του εν λόγω επιχειρήματος, το προσφεύγον παραπέμπει σε δύο παραρτήματα του υπομνήματος απαντήσεως (παραρτήματα A.17 και A.18) προκειμένου να εξετασθεί η αυτονομία των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα παραρτήματα αυτά είναι, αντιστοίχως, μία μελέτη που εκπονήθηκε από ελεγκτικό γραφείο σχετικά με τη δομή διακυβέρνησης του προσφεύγοντος και μία διεθνής συγκριτική ανάλυση την οποία πραγματοποίησε το γραφείο αυτό.

84      Τρίτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης που προβλέπεται στο άρθρο 9 ΣΕΕ. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη διάταξη εισάγει διακρίσεις εις βάρος των σπουδαστών, των εκπαιδευτικών, των ερευνητών και των εταίρων των ουγγρικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος σε σχέση με τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς, τους ερευνητές και τους εταίρους άλλων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που δεν ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.

85      Τέταρτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει την αρχή της οικονομίας της αγοράς που βασίζεται στον ελεύθερο ανταγωνισμό, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 120 ΣΛΕΕ, καθόσον συνεπάγεται μειονέκτημα για τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και για τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς, τους ερευνητές και τους συνεργάτες τους σε σχέση με τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που υπάγονται σε άλλες δομές και τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς, τους ερευνητές και τους εταίρους τους.

86      Πέμπτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη θέτει σε μειονεκτική θέση τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα, τα οποία δεν θα μπορούν πλέον να λαμβάνουν κονδύλια από τα προγράμματα της Ένωσης, σε σχέση με τα λοιπά ιδρύματα τα οποία έχουν «προνομιακή πρόσβαση» στους οικονομικούς πόρους της Ένωσης απλώς και μόνον επειδή λειτουργούν υπό διαφορετική νομική μορφή, όπερ αντιβαίνει στο άρθρο 124 ΣΛΕΕ.

87      Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή και το Κοινοβούλιο, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος και εκτιμά, με το υπόμνημά του ανταπαντήσεως, ότι τα παραρτήματα A.17 και A.18 του υπομνήματος απαντήσεως είναι απαράδεκτα, δεδομένου ότι η προσκόμισή τους δεν είναι σύμφωνη με το άρθρο 85, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.

88      Όσον αφορά το παραδεκτό των παραρτημάτων A.17 και A.18 που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 85, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, προς υποστήριξη της επιχειρηματολογίας τους, οι κύριοι διάδικοι μπορούν να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ή να προτείνουν αποδεικτικά μέσα και με τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως, εφόσον δικαιολογήσουν την καθυστέρηση αυτή. Ωστόσο, από τη νομολογία προκύπτει ότι ο κανόνας περί προθεσμιών, που προβλέπει το άρθρο 85, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας δεν αφορά την ανταπόδειξη και τη συμπλήρωση των αποδείξεων κατόπιν της ανταπόδειξης εκ μέρους του αντιδίκου με το υπόμνημα ανταπαντήσεως. Πράγματι, η διάταξη αυτή αφορά την πρόταση νέων αποδεικτικών μέσων και πρέπει να συνδυάζεται με το άρθρο 92, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας που ορίζει ρητώς ότι η ανταπόδειξη και η συμπλήρωση των αποδείξεων είναι δυνατή [αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1998, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής, C-185/95 P, EU:C:1998:608, σκέψη 72, και της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Monolith Frost κατά EUIPO – Dovgan (PLOMBIR), T-830/16, EU:T:2018:941, σκέψεις 21 έως 23].

89      Εν προκειμένω, το προσφεύγον επισήμανε, με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι τα εν λόγω προταθέντα αποδεικτικά μέσα σκοπό είχαν, αφενός, να απαντήσουν σε επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέστηκε το Συμβούλιο με το υπόμνημα αντικρούσεως, κατά τα οποία η δομή διακυβέρνησης των ουγγρικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία τελούν υπό τη διαχείριση καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος δεν παρείχε επαρκείς εγγυήσεις έναντι των συγκρούσεων συμφερόντων, και, αφετέρου, να αναπτύξουν περαιτέρω την επιχειρηματολογία του σχετικά με τη σύγκριση μεταξύ του ουγγρικού μοντέλου και του μοντέλου αλλοδαπών συστημάτων.

90      Πράγματι, διαπιστώνεται ότι το Συμβούλιο επικαλέστηκε, με το υπόμνημα αντικρούσεως, το ότι η εκτίμησή του επιβεβαιωνόταν από άλλες έγκυρες οργανώσεις, όπως η Ουγγρική Επιτροπή του Ελσίνκι και η Ένωση των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων (EUA), και από μία πρόσφατη μελέτη, κατά την οποία «από τις 106 έδρες διοικητικών συμβουλίων 21 ιδρυμάτων (σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία του Ιανουαρίου 2022), οι 31 καλύπτονταν από ενεργά πολιτικά στελέχη [...] και από 4 πρώην πολιτικούς του κυβερνώντος κόμματος, αλλά πολλές άλλες έδρες είχαν δοθεί σε επιχειρηματίες και σε διανοούμενους οι οποίοι τάσσονται ανοιχτά υπέρ του κυβερνώντος κόμματος».

91      Όσον αφορά τη σύγκριση με τα νομικά συστήματα άλλων κρατών μελών, το Συμβούλιο επικαλέστηκε επίσης με το υπόμνημα αντικρούσεως τη μελέτη που μνημονεύεται στη σκέψη 90 ανωτέρω προκειμένου να υποστηρίξει ότι, «[κ]αίτοι η πρόβλεψη περί διοικητικών συμβουλίων με σημαντικές εξουσίες κατά τη λήψη αποφάσεων ευθυγραμμ[ιζόταν] με τις διεθνείς τάσεις διακυβέρνησης, η ουγγρική μεταρρύθμιση διακρ[ινόταν] από ορισμένες ιδιαιτερότητες: το γεγονός ότι τα ιδρύματα δεν είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν μέλη, τον μεγάλο αριθμό πολιτικών στελεχών που τάσσονται υπέρ της κυβέρνησης μεταξύ των μελών των διοικητικών συμβουλίων και τη διά βίου τοποθέτηση μελών σε διοικητικά συμβούλια».

92      Επομένως, η προσκόμιση των παραρτημάτων A.17 και A.18 πρέπει να γίνει δεκτή ως πρόταση ανταπόδειξης.

93      Κατά πρώτον, όσον αφορά το βάσιμο του λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, κατά πάγια νομολογία, η αρχή αυτή επιτάσσει, αφενός, οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς και, αφετέρου, η εφαρμογή τους να μπορεί να προβλεφθεί από τους πολίτες, ιδίως όταν οι κανόνες αυτοί ενδέχεται να έχουν δυσμενείς συνέπειες. Η εν λόγω αρχή απαιτεί, μεταξύ άλλων, να παρέχει η κανονιστική ρύθμιση τη δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλει και να είναι σε θέση να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν ως εκ τούτου τα μέτρα τους (βλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 319 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

94      Πλην όμως, οι ως άνω απαιτήσεις δεν μπορούν να νοούνται ως μη επιτρέπουσες τη χρήση από θεσμικό όργανο της Ένωσης, στο πλαίσιο διάταξης πράξης την οποία θεσπίζει, αφηρημένων νομικών εννοιών ούτε ως επιβάλλουσες υποχρέωση σύμφωνα με την οποία η διάταξη η οποία χρησιμοποιεί μια αφηρημένη νομική έννοια πρέπει να αναφέρει τις διάφορες συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατή η εφαρμογή της, καθόσον το θεσμικό όργανο δεν είναι σε θέση να καθορίσει εκ των προτέρων όλες αυτές τις περιπτώσεις (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 320 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

95      Κατά συνέπεια, διάταξη πράξης της Ένωσης παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου λόγω έλλειψης σαφήνειας μόνον εάν η ασάφειά της είναι τέτοια ώστε οι διοικούμενοι να εμποδίζονται να άρουν με ικανή βεβαιότητα τυχόν αμφιβολίες ως προς την έκταση εφαρμογής ή την έννοια της σχετικής διάταξης (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2005, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-110/03, EU:C:2005:223, σκέψη 31, και της 22ας Μαΐου 2007, Mebrom κατά Επιτροπής, T-216/05, EU:T:2007:148, σκέψη 108).

96      Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη διάταξη προβλέπει ότι, «[σ]την περίπτωση που η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης [...] δεν αναλαμβάνονται νομικές δεσμεύσεις με οποιοδήποτε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος [το οποίο] έχει συσταθεί βάσει του ουγγρικού νόμου IX [...] ή με οποιαδήποτε οντότητα ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος».

97      Επομένως, από την προσβαλλόμενη διάταξη προκύπτει ότι το γεγονός ότι το προσφεύγον είναι οντότητα ανήκουσα σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος συσταθέν βάσει του ουγγρικού νόμου IX δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να αναλάβει νομικές δεσμεύσεις έναντί του, στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση.

98      Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη διάταξη είναι αρκούντως σαφής και ακριβής και είναι, επομένως, σύμφωνη με τις απαιτήσεις της ασφάλειας δικαίου.

99      Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος ότι η έννοια «ανώτερα πολιτικά στελέχη» που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση περί σαφήνειας των κανόνων.

100    Πράγματι, από το γράμμα της αιτιολογικής σκέψης 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι οι όροι «ανώτερα πολιτικά στελέχη» ή ακόμη «υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι» παραπέμπουν στους υψηλόβαθμους πολιτικούς ιθύνοντες της Ουγγρικής Εθνοσυνέλευσης και των αυτόνομων οργάνων της Ουγγαρίας.

101    Κατά συνέπεια, το προσφεύγον δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι ο όρος «ανώτερα πολιτικά στελέχη», που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, δεν του παρείχε τη δυνατότητα να προσδιορίσει με επαρκή βεβαιότητα το περιεχόμενο ή την έννοια της προσβαλλόμενης διάταξης.

102    Εν πάση περιπτώσει, η αιτιολογική σκέψη 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 δεν αποσκοπεί στον ορισμό των εννοιών «ανώτερα πολιτικά στελέχη» ή ακόμη «υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι», αλλά απλώς εξηγεί τους λόγους για τους οποίους τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος αποκλείονται από τη χρηματοδότηση της Ένωσης.

103    Εξάλλου, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή, η ουγγρική νομοθεσία περιέχει πανομοιότυπη ή πολύ παρόμοια διατύπωση. Συγκεκριμένα, το άρθρο 182 του korm?nyzati igazgat?sr?l sz?l? 2018. ?vi CXXV. t?rv?ny [νόμου CXXV του 2018 περί της κυβερνητικής διοίκησης (Magyar K?zl?ny 2018/208.)] χρησιμοποιεί επίσης τον όρο «ανώτερο πολιτικό στέλεχος», ο οποίος, ως εκ τούτου, δεν επιδέχεται αμφισημία.

104    Κατά δεύτερον, όσον αφορά τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις ούτε να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο διαφορετικές μεταξύ τους καταστάσεις, εκτός αν η διαφορετική αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται εφόσον η διαφοροποίηση βασίζεται σε αντικειμενικό και εύλογο κριτήριο, ήτοι εφόσον σχετίζεται με τον νομίμως επιδιωκόμενο από την επίμαχη νομοθεσία σκοπό, η δε διαφορά αυτή είναι ανάλογη προς τον σκοπό που επιδιώκεται σχετικώς (βλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestra?e Mayr, C-555/19, EU:C:2021:89, σκέψη 95 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

105    Ο συγκρίσιμος χαρακτήρας διαφορετικών καταστάσεων εκτιμάται λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν. Τα στοιχεία αυτά πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της πράξης που θεσπίζει την εν λόγω διάκριση. Πρέπει, επιπλέον, να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι στόχοι του τομέα στον οποίο εμπίπτει η πράξη αυτή (βλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestra?e Mayr, C-555/19, EU:C:2021:89, σκέψη 99 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

106    Δεδομένου ότι το προσφεύγον επικαλέστηκε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σε αυτό εναπόκειται να προσδιορίσει επακριβώς τις παρόμοιες καταστάσεις που θεωρεί ότι αντιμετωπίστηκαν με διαφορετικό τρόπο ή τις διαφορετικές καταστάσεις που θεωρεί ότι αντιμετωπίστηκαν με τον ίδιο τρόπο [πρβλ. απόφαση της 12ης Απριλίου 2013, Du Pont de Nemours (France) κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-31/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:167, σκέψη 311].

107    Εν προκειμένω, πρώτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι βρίσκεται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τα ουγγρικά δημόσια ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία δεν ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, λόγω του ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν καταλαμβάνει τα ιδρύματα αυτά.

108    Συναφώς, από τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 13, 29 και 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι το ουγγρικό κανονιστικό πλαίσιο δεν εμποδίζει τους υψηλόβαθμους αξιωματούχους και τα ανώτερα πολιτικά στελέχη να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος.

109    Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα, η οποία προσιδιάζει στη νομοθεσία που έχει εφαρμογή στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και στις οντότητες που ανήκουν σε αυτά, αποτέλεσε τη βάση για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης.

110    Το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος βρίσκονται σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη των ουγγρικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν στο Δημόσιο ή λειτουργούν υπό διαφορετική νομική μορφή.

111    Συγκεκριμένα, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, κατά το ουγγρικό δίκαιο, δεν υφίσταται καμία διαφορά μεταξύ των ιδρυμάτων όσον αφορά τα προνόμια που διαθέτει η ιδιοκτήτρια οντότητα για να «κατευθύνει» την οντότητα που ανήκει σε αυτήν.

112    Ωστόσο, ταυτόχρονα, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την αυτονομία των ιδρυμάτων αυτών, στην περίπτωση των ιδρυμάτων που ανήκουν στο Δημόσιο, ο υπουργός, δηλαδή ένα πολιτικό πρόσωπο, είναι ο μόνος που «θα διευθύνει» τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ, στην περίπτωση των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπιστεύματα, τη σχετική εξουσία την έχει το διοικητικό συμβούλιο του καταπιστεύματος. Με άλλα λόγια, υποστηρίζεται ότι τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος λειτουργούν σε ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο σε σχέση με τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν στο Δημόσιο. Επιπλέον, το προσφεύγον επισημαίνει ότι υφίστανται διαφορές ως προς τους μηχανισμούς λήψης επιχειρησιακών αποφάσεων και τις πηγές χρηματοδότησης μεταξύ των διαφόρων αυτών ειδών ιδρυμάτων.

113    Ως εκ τούτου, τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν στο Δημόσιο και τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις.

114    Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, στα οποία συγκαταλέγεται και το ίδιο, υφίστανται δυσμενή διάκριση σε σχέση με τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης άλλων κρατών μελών (ήτοι της Φινλανδίας και των Κάτω Χωρών) τα οποία έχουν ανάλογες δομές, διαπιστώνεται ότι το ίδιο το προσφεύγον αναγνωρίζει ότι η κατάσταση των ουγγρικών ιδρυμάτων που ανήκουν σε καταπίστευμα δημοσίου συμφέροντος είναι διαφορετική σε σχέση με εκείνη των ιδρυμάτων άλλων κρατών μελών.

115    Κατά συνέπεια, το προσφεύγον δεν απέδειξε ούτε ότι τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, στα οποία συγκαταλέγεται και το ίδιο, βρίσκονται σε κατάσταση παρόμοια με εκείνη των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης άλλων κρατών μελών.

116    Κατά τρίτον, όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 9 ΣΕΕ, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο αυτό προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι, σε όλες τις δραστηριότητές της, η Ένωση σέβεται την αρχή της ισότητας των πολιτών της, οι οποίοι τυγχάνουν ίσης προσοχής από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της.

117    Εν προκειμένω, όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι οι σπουδαστές, οι εκπαιδευτικοί, οι ερευνητές και οι εταίροι των ουγγρικών ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς, τους ερευνητές και τους εταίρους άλλων ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που δεν ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, επισημαίνεται ότι το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι το σύνολο αυτών των σπουδαστών, εκπαιδευτικών, ερευνητών και εταίρων βρίσκονταν σε παρόμοια κατάσταση.

118    Κατά τέταρτον, όσον αφορά την παράβαση των άρθρων 120 και 124 ΣΛΕΕ, τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος στηρίζονται στο ότι η προσβαλλόμενη διάταξη εισάγει δυσμενείς διακρίσεις και είναι αδικαιολόγητη, καθόσον συνεπάγεται ανταγωνιστικό μειονέκτημα και δυσμενή διάκριση εις βάρος του έναντι των λοιπών πανεπιστημίων, όπερ παραβιάζει την αρχή της οικονομίας της αγοράς που βασίζεται στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Τα εν λόγω επιχειρήματα συγχέονται, επομένως, με τα επιχειρήματα που αφορούν παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

119    Ως εκ τούτου, οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχείρισης και της απαγόρευσης των διακρίσεων καθώς και παραβίαση των άρθρων 120 και 124 ΣΛΕΕ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

 Επί των λόγων ακυρώσεως και των αιτιάσεων που αφορούν παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2020/2092, του άρθρου 2 ΣΕΕ καθώς και των άρθρων 48 και 52 του Χάρτη

120    Το προσφεύγον προβάλλει, κατ’ ουσίαν, αφενός, παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2020/2092 και, αφετέρου, παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ καθώς και των άρθρων 48 και 52 του Χάρτη. Οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να εξεταστούν διαδοχικά.

121    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 2020/2092 καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.

122    Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα όταν διαπιστώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού, ότι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο.

123    Δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 2020/2092, η Επιτροπή οφείλει να εκθέτει, σε γραπτή κοινοποίηση προς το οικείο κράτος μέλος, τα πραγματικά περιστατικά και τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζονται οι διαπιστώσεις της ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 338), και, κυρίως, ότι οι παραβιάσεις επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή προϋπόθεση απαιτεί την ύπαρξη πραγματικής σύνδεσης μεταξύ των εν λόγω παραβιάσεων και ενός τέτοιου επηρεασμού ή μιας τέτοιας σοβαρής απειλής επηρεασμού (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 111 και 147).

124    Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η πρόληψη παραβιάσεων όπως αυτές περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 απαιτεί οι διαπιστωθείσες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου να απειλούν «σοβαρά» να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή τα οικονομικά συμφέροντά της και επιτάσσει, κατά συνέπεια, η Επιτροπή και το Συμβούλιο να αποδεικνύουν ότι υφίσταται μεγάλη πιθανότητα πραγμάτωσης της απειλής αυτής ως προς τις καταστάσεις ή τις πρακτικές των αρχών για τις οποίες κάνει λόγο το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2020/2092 (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 299).

125    Ως εκ τούτου, από τον συνδυασμό του άρθρου 4 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 προκύπτει ότι, προκειμένου να δικαιολογηθεί η λήψη κατάλληλων μέτρων βάσει του κανονισμού αυτού, το Συμβούλιο και η Επιτροπή οφείλουν να αποδείξουν κατά τρόπο συγκεκριμένο, πρώτον, ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι υπήρξε παραβίαση τουλάχιστον μίας από τις αρχές του κράτους δικαίου που μνημονεύονται στο άρθρο 2, στοιχείο α', του κανονισμού σε ένα κράτος μέλος, δεύτερον, ότι η παραβίαση αυτή αφορά τουλάχιστον μία από τις καταστάσεις που μπορούν να καταλογιστούν σε αρχή κράτους μέλους ή τουλάχιστον μία από τις πρακτικές της αρχής αυτής στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, στο μέτρο που οι οικείες καταστάσεις ή πρακτικές άπτονται της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της, και, τρίτον, ότι η παραβίαση αυτή επηρεάζει ή απειλεί σοβαρά να επηρεάσει την εν λόγω χρηστή διαχείριση ή την προστασία αυτών των οικονομικών συμφερόντων, κατά τρόπο επαρκώς άμεσο, βάσει πραγματικής σύνδεσης μεταξύ της παραβίασης και του ως άνω επηρεασμού ή της ως άνω σοβαρής απειλής επηρεασμού (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 288).

126    Τα επιχειρήματα των διαδίκων πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων.

 Επί των αιτιάσεων που αφορούν παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου

127    Στο πλαίσιο των λόγων ακυρώσεως και των αιτιάσεών του που αφορούν παραβίαση του κράτους δικαίου, κατ’ αρχάς, το προσφεύγον υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στον κανονισμό 2020/2092, καθόσον έχει υπερβολικά ευρύ πεδίο εφαρμογής, δεδομένου ότι αποδέκτες της είναι όλα τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, και όχι μόνον η Ουγγαρία. Κατά το προσφεύγον, η προσβαλλόμενη διάταξη δύναται να καταλαμβάνει μόνον τις πληρωμές που απορρέουν από νομικές δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν απευθείας υπέρ της Ουγγαρίας.

128    Εξάλλου, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, η οποία αντλείται από την ανακριβή έκθεση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το Συμβούλιο. Συγκεκριμένα, αφενός, η σύγκρουση συμφερόντων της οποίας γίνεται επίκληση προς δικαιολόγηση του μέτρου που ελήφθη με την προσβαλλόμενη διάταξη, ήτοι η «συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων πολιτικών στελεχών της Εθνοσυνέλευσης και αυτόνομων οργάνων της Ουγγαρίας, σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος», δεν στοιχειοθετείται στην περίπτωση του προσφεύγοντος και στην περίπτωση του καταπιστεύματος στο οποίο ανήκει. Αφετέρου, όλες οι δημόσιες χρηματοδοτήσεις και οι επιδοτήσεις λαμβάνονται απευθείας από το προσφεύγον, ενώ το καταπίστευμα στο οποίο ανήκει δεν ασκεί καμία επιρροή στη χρήση των πόρων του προσφεύγοντος. Το προσφεύγον υπογραμμίζει επίσης ότι, δεδομένου ότι η σύγκρουση συμφερόντων στην οποία στηρίζεται η προσβαλλόμενη διάταξη δεν στοιχειοθετείται καθ’ ο μέρος το αφορά, το Συμβούλιο θέσπισε τη διάταξη αυτή χωρίς προηγουμένως να εξετάσει αν ετίθετο πράγματι το πρόβλημα της σύγκρουσης πολιτικών συμφερόντων στην περίπτωση του προσφεύγοντος.

129    Τέλος, το προσφεύγον υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Συμβούλιο εσφαλμένως θεώρησε, με την αιτιολογική σκέψη 11 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, ότι οι κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων δεν εφαρμόζονταν στα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, καθόσον το προσφεύγον συμμορφώνεται προς τις ουγγρικές διαδικασίες για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων.

130    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

131    Εκ προοιμίου, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος τα οποία αφορούν, αφενός, το ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στον κανονισμό 2020/2092 διότι το πεδίο εφαρμογής της καταλαμβάνει όλα τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος και όχι αποκλειστικώς την Ουγγαρία και, αφετέρου, το ότι το Συμβούλιο κακώς έκρινε ότι οι οντότητες που ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, μεταξύ των οποίων και το προσφεύγον, δεν υπόκεινται στους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων.

132    Πρώτον, όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, το άρθρο 5 της απόφασης αυτής ορίζει ρητώς ότι «[η] παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ουγγαρία», όπως επισημαίνει το προσφεύγον στο σημείο 41 του δικογράφου της προσφυγής του.

133    Εντούτοις, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, το γεγονός ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 απευθύνεται στην Ουγγαρία δεν σημαίνει ότι δύναται να αφορά μόνον νομικές δεσμεύσεις με άμεσο δικαιούχο την Ουγγαρία.

134    Πράγματι, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο ii, του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι, όταν η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 62, παράγραφος 1, στοιχεία α' και γ', του δημοσιονομικού κανονισμού, και όταν ο αποδέκτης κονδυλίων από τον εν λόγω προϋπολογισμό είναι κρατικός φορέας, το Συμβούλιο μπορεί να απαγορεύσει στην Επιτροπή να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι του εν λόγω φορέα.

135    Το άρθρο 2, στοιχείο β', του κανονισμού 2020/2092 ορίζει τον «κρατικό φορέα» ως «δημόσια αρχή σε οποιοδήποτε επίπεδο διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων [...] των οργανισμών των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 42 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046». Κατά τον χρόνο έκδοσης της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, το άρθρο 2, σημείο 42, του δημοσιονομικού κανονισμού όριζε την έννοια του «οργανισμού κράτους μέλους» ως «οντότητα που συγκροτείται σε κράτος μέλος ως οργανισμός δημοσίου δικαίου ή ως οργανισμός διεπόμενος από το ιδιωτικό δίκαιο στον οποίο ανατίθεται αποστολή δημόσιας υπηρεσίας και στην οποία παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις από το κράτος μέλος». Από το ίδιο το γράμμα των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι τα ουγγρικά καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος είναι «οργανισμοί κράτους μέλους» και, επομένως, «κρατικοί φορείς» που μπορούν να είναι «αποδέκτες», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο ii, του κανονισμού 2020/2092.

136    Επομένως, δεν είναι υποχρεωτικό η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 να αφορά μόνον νομικές δεσμεύσεις με άμεσο δικαιούχο την Ουγγαρία.

137    Δεύτερον, όσον αφορά την εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων στα καταπιστεύματα δημοσίου συμφέροντος και στις ανήκουσες σε αυτά οντότητες, όπως το προσφεύγον, υπενθυμίζεται ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 11 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, το Συμβούλιο επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε αρχικώς ανησυχίες σχετικά με τη μη εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων και περί σύγκρουσης συμφερόντων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και στις οντότητες τις οποίες τα καταπιστεύματα αυτά διαχειρίζονταν.

138    Στην αιτιολογική σκέψη 29 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 επισημαίνεται, όμως, ότι, εξεταζόμενα στο σύνολό τους, τα διορθωτικά μέτρα που πρότεινε η Ουγγαρία ήταν κατ’ αρχήν ικανά να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που συνδέονταν με τις συστημικές παρατυπίες, τις ελλείψεις και τις αδυναμίες όσον αφορά τις δημόσιες συμβάσεις, τους κινδύνους σύγκρουσης συμφερόντων και τις ανησυχίες που είχαν ανακύψει σχετικά με τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.

139    Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο συνάγει εντεύθεν το συμπέρασμα ότι οι σοβαρές συστημικές αδυναμίες στις διαδικασίες ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, λόγω της μη εφαρμογής των κανόνων περί σύγκρουσης συμφερόντων και περί δημοσίων συμβάσεων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και τις οντότητες που αυτά διαχειρίζονταν, αντιμετωπίσθηκαν με τα διορθωτικά μέτρα που έλαβε η Ουγγαρία. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένες αδυναμίες δεν συνιστούν πλέον, αυτές καθεαυτές και κατά το μέρος που αφορούν αποκλειστικώς τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, αντικείμενο των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου που επικαλείται το Συμβούλιο, όπερ σημαίνει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, το Συμβούλιο δεν θέσπισε την προσβαλλόμενη διάταξη διότι θεώρησε ότι οι κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων δεν εφαρμόζονταν στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και στις ανήκουσες σε αυτά οντότητες.

140    Εξάλλου, η Επιτροπή επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι το ζήτημα αυτό είχε επιλυθεί.

141    Ακολούθως, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, το προσφεύγον υποστηρίζει, αμφισβητώντας την ύπαρξη συγκρούσεων συμφερόντων καθ’ ο μέρος το αφορά, ότι κανένα μέλος του καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος στο οποίο ανήκει δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ανώτερο πολιτικό στέλεχος». Επομένως, ελλείψει εξετάσεως εκ μέρους του Συμβουλίου, η παράβαση την οποία επικαλέστηκε το θεσμικό αυτό όργανο προκειμένου να θεσπίσει την προσβαλλόμενη διάταξη δεν στοιχειοθετείται καθ’ ο μέρος αφορά το προσφεύγον. Επομένως, κακώς το προσφεύγον περιελήφθη στον κατάλογο των οντοτήτων τις οποίες καταλαμβάνει η προσβαλλόμενη διάταξη.

142    Το επιχείρημα αυτό, όμως, απορρέει από εσφαλμένη αντίληψη της φύσης των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου τις οποίες επικαλείται το Συμβούλιο με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506.

143    Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι καταστάσεις ή οι πρακτικές των αρχών που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία α' έως η', του κανονισμού 2020/2092, ως παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, περιλαμβάνουν καταστάσεις ή πρακτικές τόσο μεμονωμένης όσο και συστημικής φύσεως. Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης μπορούν να πληγούν σοβαρά όχι μόνο από μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, αλλά και από παραβιάσεις που είναι διαδεδομένες ή οφείλονται σε επαναλαμβανόμενες πρακτικές ή παραλείψεις των δημόσιων αρχών ή ακόμη σε γενικά μέτρα που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές.

144    Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει συναφώς ότι, όταν παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, οι οποίες ενδέχεται να αποδειχθούν συστημικές ως εκ της φύσεώς τους, είναι επίσης ικανές να επηρεάσουν ή να απειλήσουν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της, δεν μπορεί να επικριθεί η Ένωση επειδή θέτει σε εφαρμογή τα μέσα που είναι αναγκαία για την προστασία της εν λόγω χρηστής διαχείρισης και των εν λόγω οικονομικών συμφερόντων (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 362).

145    Εν προκειμένω, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι η αιτιολογική σκέψη 11 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 έχει ως εξής:

«[Υ]πάρχουν ανησυχίες σχετικά με τη μη εφαρμογή των κανόνων για [...] τη σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά τα “καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος” και τις οντότητες τις οποίες αυτά διαχειρίζονται, καθώς και σχετικά με την έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τη διαχείριση των κονδυλίων από τα εν λόγω καταπιστεύματα. Τα εν λόγω ζητήματα και η διαχρονική επανεμφάνισή τους καταδεικνύουν συστημική αδυναμία, αποτυχία ή απροθυμία, από την πλευρά των ουγγρικών αρχών, να αποτραπούν αποφάσεις που παραβιάζουν το εφαρμοστέο δίκαιο, όσον αφορά [...] τις συγκρούσεις συμφερόντων, και, ως εκ τούτου, να αντιμετωπιστούν επαρκώς οι κίνδυνοι διαφθοράς. Τα ζητήματα αυτά συνιστούν παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, ιδίως των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της απαγόρευσης της αυθαίρετης άσκησης εκτελεστικών εξουσιών, ενώ εγείρουν ανησυχίες και όσον αφορά τη διάκριση των εξουσιών.»

146    Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 διευκρινίζει τα εξής:

«[Καίτοι υπήρξαν ορισμένες νομοθετικές τροποποιήσεις,] το [ουγγρικό] κανονιστικό πλαίσιο εξακολουθεί να μην καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων πολιτικών στελεχών της Εθνοσυνέλευσης και αυτόνομων οργάνων της Ουγγαρίας, σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος [...]. Επιπλέον, η Ουγγαρία επανέφερε από την 1η Νοεμβρίου 2022 τη δυνατότητα (μέσω εξαίρεσης από τη γενική απαγόρευση) για ανώτερα πολιτικά στελέχη να κατέχουν και άλλες αμειβόμενες θέσεις εργασίας, μεταξύ άλλων σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι, για τους λόγους αυτούς, όπως καθορίζονται περαιτέρω στην ανακοίνωση της Επιτροπής, οι αδυναμίες του κανονιστικού πλαισίου σε συνδυασμό με τις νέες νομοθετικές εξελίξεις επιδεινώνουν την πιθανή σύγκρουση συμφερόντων για την αντιμετώπιση της οποίας λήφθηκε το διορθωτικό μέτρο και, ως εκ τούτου, το εν λόγω μέτρο καθίσταται ανεπαρκές για την αντιμετώπιση των ανησυχιών που είχε εκφράσει αρχικά η Επιτροπή.»

147    Τέλος, η αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 έχει ως εξής:

«Όσον αφορά τις διαπιστωθείσες παραβιάσεις σε σχέση με τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, το κανονιστικό πλαίσιο στην Ουγγαρία ενέχει αδυναμίες, όπως αναφέρεται ανωτέρω, εξαιτίας των οποίων δεν έχει καταστεί δυνατή η άρση του κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, για την αντιμετώπιση του οποίου είχε θεσπιστεί το διορθωτικό μέτρο. Λαμβανομένης υπόψη της ανεπάρκειας του διορθωτικού μέτρου, ο προϋπολογισμός της Ένωσης εξακολουθεί να διατρέχει σοβαρό κίνδυνο, ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί καλύτερα με την απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων με κάθε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος και κάθε οντότητα η οποία ανήκει σε αυτό στο πλαίσιο οποιουδήποτε προγράμματος υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση [...]».

148    Από τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 43 και 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι η προβαλλόμενη παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου η οποία επηρεάζει ή απειλεί σοβαρά να επηρεάσει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή τα οικονομικά της συμφέροντα είναι απόρροια μιας πραγματικής κατάστασης και του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο δεν καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων πολιτικών στελεχών, σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος που έχουν συσταθεί με τον ουγγρικό νόμο IX. Η παραβίαση αυτή των αρχών του κράτους δικαίου επιτάθηκε από το γεγονός ότι από 1ης Νοεμβρίου 2022 η Ουγγαρία επέτρεψε εκ νέου στα ανώτερα πολιτικά στελέχη να κατέχουν και άλλες αμειβόμενες θέσεις εργασίας, μεταξύ άλλων σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος τα οποία έχουν συσταθεί με τον προαναφερθέντα νόμο.

149    Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 58 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 αναφέρει ρητώς ότι «οι εντοπισθείσες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης [...] αφορούν παραβιάσεις συστημικού χαρακτήρα».

150    Συναφώς, το σημείο 128 της πρότασης της Επιτροπής αναφέρει ότι, «[ό]σον αφορά τη φύση των παραβιάσεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αξιολόγηση των παραβιάσεων που σχετίζονται [...] με συγκρούσεις συμφερόντων ως προς τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος [...] οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τα ζητήματα αυτά είναι ενδεικτικά παραβιάσεων του κράτους δικαίου, ιδίως του άρθρου 3 στοιχείο β) του κανονισμού [...] 2020/2092, δεδομένου ότι δεν προλαμβάνουν, διορθώνουν ή επιβάλλουν κυρώσεις για αυθαίρετες ή παράνομες αποφάσεις δημόσιων αρχών και δεν διασφαλίζουν την απουσία σύγκρουσης συμφερόντων.»

151    Στο σημείο 57 της πρότασής της, η Επιτροπή εκτίμησε επίσης ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την κατάσταση που μνημονεύεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο η', του κανονισμού 2020/2092, ήτοι «άλλες καταστάσεις [...] που άπτονται της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης», οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση συνίστανται στον αυξημένο κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων λόγω του γεγονότος ότι ανώτερα πολιτικά στελέχη ήταν μέλη των διοικητικών συμβουλίων καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος.

152    Επιπλέον, το σημείο 130 της πρότασης της Επιτροπής διευκρινίζει τα εξής:

«[Ο]ι διαπιστωθείσες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου αφορούν σημαντικά τμήματα του δημόσιου τομέα στην Ουγγαρία, δηλαδή όλους τους δημόσιους φορείς που εκτελούν ενωσιακά κονδύλια οι οποίοι ενδέχεται να είναι ή να καταστούν αναθέτουσες αρχές, καθώς και όλα τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, τα οποία, παρά το γεγονός ότι είναι ιδιωτικές οντότητες, έχουν στόχο δημόσιου συμφέροντος, όπως η εκπαίδευση, η έρευνα, η προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ως εκ τούτου, οι διαπιστωθείσες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου είναι συστημικές και ευρέως διαδεδομένες, και άρα σοβαρές.»

153    Τέλος, η Επιτροπή, στο σημείο 142 της πρότασής της, παρατήρησε ότι ήταν πρακτικώς αδύνατο να θεωρηθεί ότι η απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων, στο πλαίσιο προγραμμάτων υπό άμεση και έμμεση διαχείριση, έναντι καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος και οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά πρέπει να ισχύει μόνο για ορισμένα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και για ορισμένες οντότητες που ανήκουν σε αυτά ή ότι μπορούν να αναληφθούν μερικές νομικές δεσμεύσεις έναντι των εν λόγω οντοτήτων.

154    Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείο 70 της ανακοίνωσης της Επιτροπής, το γεγονός ότι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και ανώτερα πολιτικά στελέχη μπορούν να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος «δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία [αυτά τα] ανώτερα πολιτικά στελέχη δύνανται να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την εκταμίευση δημόσιων πόρων σε οντότητες, στις οποίες απασχολούνται και διαθέτουν τα ίδια βασικές εξουσίες λήψης αποφάσεων». Όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, ως εκ της καθοριζόμενης από τον νόμο φύσεώς τους, ασκούν αποφασιστική επιρροή και έλεγχο επί των οντοτήτων που ανήκουν στα καταπιστεύματα αυτά, οπότε, στην πράξη, οι δύο οντότητες συνδέονται άρρηκτα ως ενότητα. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε απόφαση σχετική με τη χρήση κονδυλίων της Ένωσης από οντότητα που τελεί υπό τη διαχείριση καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος επηρεάζεται από τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων όσον αφορά τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.

155    Ως εκ τούτου, από την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της πρότασης και της ανακοίνωσης της Επιτροπής, προκύπτει ότι οι ανησυχίες σχετικά με τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου αφορούσαν το εφαρμοζόμενο νομικό πλαίσιο στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, και ιδίως την οργάνωση, τη λειτουργία και την έλλειψη συστημικής διαφάνειας ως προς τη διαχείριση των πόρων από τα εν λόγω καταπιστεύματα και τις οντότητες που ανήκουν σε αυτά, και όχι παραβιάσεις τις οποίες διέπραξαν μεμονωμένως τα καταπιστεύματα ή οι ανήκουσες σε αυτά οντότητες, όπως το προσφεύγον.

156    Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι εν προκειμένω οι προβαλλόμενες από το Συμβούλιο παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου είναι συστημικής φύσεως, η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν υποχρεούντο να αποδείξουν μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου από κάθε εμπλεκόμενη οντότητα προκειμένου να θεσπίσουν την προσβαλλόμενη διάταξη. Πράγματι, μια τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε αδύνατη τη λήψη μέτρων με σκοπό την αντιμετώπιση των συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου.

157    Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις που αφορούν παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου.

 Επί της αιτιάσεως με την οποία προβάλλεται παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ και των άρθρων 48 και 52 του Χάρτη

158    Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, λόγω της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως σχετικά με την ύπαρξη συγκρούσεων συμφερόντων στο προσφεύγον, η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει την αρχή του κράτους δικαίου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, το τεκμήριο αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 48 του Χάρτη και την αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 52 του Χάρτη.

159    Όσον αφορά την παραβίαση της αρχής του κράτους δικαίου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο θέσπισε την προσβαλλόμενη διάταξη χωρίς προηγουμένως να εξετάσει αν ετίθετο πράγματι το πρόβλημα της σύγκρουσης πολιτικών συμφερόντων στην περίπτωση του προσφεύγοντος.

160    Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο, κατά τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης, θεώρησε ως δεδομένη την ενοχή του προσφεύγοντος, ενώ δεν συνέτρεχε σύγκρουση συμφερόντων καθ’ ο μέρος το αφορούσε, και, ως εκ τούτου, του επέβαλε συλλογική κύρωση.

161    Στο σημείο 44 του δικογράφου της προσφυγής, το προσφεύγον υπογραμμίζει επίσης ότι υφίσταται κύρωση υπό τη μορφή στέρησης πόρων λόγω νομοθετικών πράξεων που δεν έχουν εκδοθεί από το ίδιο, αλλά από την Ουγγρική Εθνοσυνέλευση.

162    Όσον αφορά το άρθρο 52 του Χάρτη, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας που προβλέπεται στο άρθρο αυτό, καθόσον του επιβάλλεται συλλογική κύρωση ενώ δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων στην περίπτωσή του. Επομένως, κατά το προσφεύγον, η προσβαλλόμενη διάταξη συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό των δικαιωμάτων και των ελευθεριών που μνημονεύονται στα άρθρα 13 και 48 του Χάρτη.

163    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

164    Προκαταρκτικώς, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές το επιχείρημα του προσφεύγοντος με το οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 48, παράγραφος 1, του Χάρτη. Πράγματι, η δυνατότητα εφαρμογής της εν λόγω αρχής εξαρτάται από το αν η επίμαχη διαδικασία εμφανίζει ποινικό χαρακτήρα (πρβλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 8ης Ιουνίου 1976, Engel κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, CE:ECHR:1976:0608JUD000510071, § 82, και της 12ης Μαΐου 2017, Simeonovi κατά Βουλγαρίας, CE:ECHR:2017:0512JUD002198004, § 110). Τούτο όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της διαδικασίας κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η εκτελεστική απόφαση 2022/2506.

165    Πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 επιβάλλει κυρώσεις στα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος. Πράγματι, κατά τη νομολογία, ο σκοπός του κανονισμού 2020/2092 και, ως εκ τούτου, και της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 συνίσταται στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι επιζήμιων εις βάρος του συνεπειών οι οποίες απορρέουν κατά τρόπο επαρκώς άμεσο από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε κράτος μέλος, και όχι στην επιβολή κυρώσεων, αυτή καθεαυτήν, για τέτοιες παραβιάσεις (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 119, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 137). Επομένως, η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 δεν επιβάλλει καμία κύρωση στο προσφεύγον ή στην Ουγγαρία.

166    Εν συνεχεία, διαπιστώνεται ότι όλα τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος στηρίζονται στην υπόθεση ότι, εφόσον υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι ή ανώτερα πολιτικά στελέχη δεν συμμετέχουν ούτε στο διοικητικό του συμβούλιο ούτε στο διοικητικό συμβούλιο του καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος στο οποίο ανήκει, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν θα έπρεπε να το αφορά.

167    Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν επιβάλλει απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων λόγω της συγκεκριμένης κατάστασης ορισμένων καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος ή οντοτήτων που ανήκουν σε τέτοια καταπιστεύματα, αλλά, όπως απορρέει από τις σκέψεις 149 έως 155 ανωτέρω, λόγω του νομικού πλαισίου που έχει εφαρμογή στα εν λόγω καταπιστεύματα και στις εν λόγω οντότητες και, επομένως, λόγω της συστημικής φύσεως των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου που επικαλείται το Συμβούλιο.

168    Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων στοιχείων, δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος τα οποία στηρίζονται στην υπόθεση ότι, κατά τον χρόνο θέσπισης της προσβαλλόμενης διάταξης, υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι ή ανώτερα πολιτικά στελέχη δεν συμμετείχαν ούτε στο διοικητικό του συμβούλιο ούτε στο διοικητικό συμβούλιο του καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος στο οποίο ανήκει, με αποτέλεσμα να μην το αφορά η προσβαλλόμενη διάταξη.

169    Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ και των άρθρων 48 και 52 του Χάρτη.

 Επί των λόγων ακυρώσεως και των αιτιάσεων που αφορούν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας

170    Κατ’ αρχάς, το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Συναφώς, προβάλλει τέσσερα επιχειρήματα.

171    Πρώτον, όσον αφορά τον πρόσφορο χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η αναστολή πληρωμών για όλες τις προτάσεις έργων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση πρόδηλης και άμεσης παράβασης που συνδέεται ειδικώς με τη χρήση των κονδυλίων που διατίθενται στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών. Όμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

172    Δεύτερον, όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η καταβολή πληρωμών στο πλαίσιο των προτάσεων έργων είναι μια ασφαλής και διαφανής διαδικασία, την οποία διαχειρίζονται και ελέγχουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και, κατά συνέπεια, είναι δυνατή η αποτελεσματική παρέμβαση κατά τρόπο επιλεκτικό και στοχοθετημένο, χωρίς να απαιτείται το πάγωμα του συνόλου των πληρωμών στο πλαίσιο των δύο προγραμμάτων. Επομένως, η απόσυρση των πόρων συνεπεία της προσβαλλόμενης διάταξης έχει μακροπρόθεσμα αποτελέσματα για τα προγράμματα Erasmus+ και Horizon Europe, καθώς και για τις επιστημονικές δημοσιεύσεις, διότι οι επιχορηγήσεις και οι υποτροφίες των οποίων η χορήγηση σταματά δεν καθίστανται εκ νέου διαθέσιμες μετά την ενδεχόμενη επίλυση των προβλημάτων σύγκρουσης συμφερόντων που δικαιολογούν την προσβαλλόμενη διάταξη. Επιπλέον, τα αποτελέσματα της προσβαλλόμενης διάταξης είναι μη αναστρέψιμα για τους τελικούς δικαιούχους, δηλαδή για τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς και τους ερευνητές, οι οποίοι δεν μπορούν πλέον να συμμετέχουν ούτε στα προγράμματα Erasmus+ και Horizon Europe ούτε σε άλλα ερευνητικά προγράμματα.

173    Επιπλέον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η ύπαρξη θεωρητικής δυνατότητας άρσης του μέτρου δεν αρκεί για να του προσδώσει προσωρινό χαρακτήρα. Ο προσωρινός χαρακτήρας θα πρέπει να είναι εγγενής στο υπό εξέταση μέτρο και να μην εξαρτάται από απόφαση που λαμβάνουν η Επιτροπή και το Συμβούλιο εξ ολοκλήρου κατά διακριτική ευχέρεια. Εξάλλου, ο προσωρινός χαρακτήρας της προσβαλλόμενης διάταξης μπορεί ήδη να αποκλειστεί λόγω του ότι η διάταξη αυτή ισχύει εδώ και ενάμισι περίπου έτος και δεν υπάρχει καμία ρεαλιστική προοπτική να καταργηθεί στο εγγύς μέλλον.

174    Τρίτον, όσον αφορά την αναλογικότητα stricto sensu, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η άμεση παύση των πληρωμών έχει συνέπειες οικονομικής και επαγγελματικής φύσεως καθώς και συνέπειες όσον αφορά τη φήμη του, οι οποίες είναι μακροπρόθεσμα αρνητικές για τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία αφορά η διάταξη αυτή. Επιπλέον, το Συμβούλιο δεν εξήγησε γιατί η προσβαλλόμενη διάταξη ήταν η λιγότερο περιοριστική.

175    Τέταρτον, το Συμβούλιο δεν προέβη σε καμία προηγούμενη αξιολόγηση του αντίκτυπου της προσβαλλόμενης διάταξης, ενώ από την αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 2020/2092 προκύπτει σαφώς ότι, «[κ]ατά την εξέταση της θέσπισης μέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον δυνητικό αντίκτυπό τους στους τελικούς αποδέκτες και στους δικαιούχους».

176    Συναφώς, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αντιβαίνει στο άρθρο 7 ΣΕΕ, διότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας τέτοιας διάταξης επί των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των φυσικών και νομικών προσώπων.

177    Κατά το προσφεύγον, η απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 7 ΣΕΕ περιλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 2020/2092, η οποία προβλέπει ότι, «[κ]ατά την εξέταση της θέσπισης μέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον δυνητικό αντίκτυπό τους στους τελικούς αποδέκτες και στους δικαιούχους». Με άλλα λόγια, ακόμη και αν το άρθρο 7 ΣΕΕ δεν έχει εφαρμογή, το περιεχόμενό του εξακολουθεί να ισχύει άμεσα όσον αφορά την εκτελεστική απόφαση 2022/2506.

178    Ειδικότερα, το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη την κατάσταση των τελικών αποδεκτών και των δικαιούχων. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή του, κάθε μέτρο που λαμβάνεται βάσει του κανονισμού 2020/2092 είναι νόμιμο μόνον εφόσον τηρεί τις αρχές που μνημονεύονται στις αιτιολογικές σκέψεις 18, 19 και 26 του κανονισμού αυτού, όπερ συνεπάγεται εξατομικευμένη και επιλεκτική εξέταση της κατάστασης των τελικών αποδεκτών και των δικαιούχων. Ωστόσο, το Συμβούλιο δεν προέβη σε τέτοια εξέταση όσον αφορά το προσφεύγον.

179    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

180    Με την αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, το Συμβούλιο έκρινε ότι ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής για τον προϋπολογισμό λόγω ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος ήταν η προσβαλλόμενη διάταξη, ήτοι η απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων εκ μέρους της Επιτροπής, όταν εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση, έναντι των εν λόγω καταπιστευμάτων ή των οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά. Κατά το Συμβούλιο, ένα τέτοιο μέτρο είναι ανάλογο προς το απολύτως αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι επιζήμιων συνεπειών ή κινδύνου επιζήμιων συνεπειών που απορρέουν από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος.

181    Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του κανονισμού αυτού είναι αναλογικά. Καθορίζονται με βάση τον πραγματικό ή δυνητικό αντίκτυπο των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή στα οικονομικά συμφέροντά της. Η φύση, η διάρκεια, η σοβαρότητα και η έκταση των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου λαμβάνονται δεόντως υπόψη. Τα μέτρα στοχεύουν, στο μέτρο του δυνατού, τις δράσεις της Ένωσης που επηρεάζονται από τις παραβιάσεις. Τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να είναι, ως εκ τούτου, αυστηρώς ανάλογα προς τον αντίκτυπο που έχουν οι διαπιστούμενες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου επί του προϋπολογισμού της Ένωσης ή επί των οικονομικών συμφερόντων της (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 302).

182    Η αρχή της αναλογικότητας, η οποία συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ και στο άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, επιτάσσει να είναι οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης πρόσφορες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με την οικεία ρύθμιση θεμιτών σκοπών και να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών, εξυπακουομένου ότι, εφόσον υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα δυσμενή αποτελέσματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 340 βλ. επίσης απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 353 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

183    Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί ο πρόσφορος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης διάταξης.

184    Συναφώς, το προσφεύγον δεν προσκόμισε στο Γενικό Δικαστήριο κανένα συγκεκριμένο στοιχείο το οποίο να θέτει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη διάταξη είναι ικανή να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου.

185    Ειδικότερα, το προσφεύγον αρκέστηκε να υποστηρίξει ότι η αναστολή των πληρωμών για όλες τις προτάσεις έργων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση πρόδηλης και άμεσης παράβασης, ειδικώς συνδεόμενης με τη χρήση των πόρων που διατίθενται στο πλαίσιο των προγραμμάτων αυτών.

186    Όπως, όμως, επισημάνθηκε στις σκέψεις 155 και 156 ανωτέρω, οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου τις οποίες επικαλείται το Συμβούλιο είναι συστημικής φύσεως, καθόσον είναι απόρροια του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο δεν καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή ανώτερων πολιτικών στελεχών σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος που έχουν συσταθεί με τον ουγγρικό νόμο IX, γεγονός που συνεπάγεται ενδεχόμενο κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων. Επομένως, το μέτρο που προβλέφθηκε με την προσβαλλόμενη διάταξη δεν απαιτούσε, για τη θέσπιση του, την απόδειξη από το Συμβούλιο της ύπαρξης τέτοιων μεμονωμένων συγκρούσεων συμφερόντων που επηρεάζουν τα κονδύλια της Ένωσης σε οντότητες όπως το προσφεύγον.

187    Υπό τις συνθήκες αυτές, τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος δεν αρκούν για να αποδειχθεί ο απρόσφορος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης διάταξης και πρέπει να απορριφθούν.

188    Δεύτερον, όσον αφορά τον αναγκαίο χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να γίνει μια αποτελεσματική παρέμβαση, κατά τρόπο επιλεκτικό και στοχευμένο, όσον αφορά ορισμένα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος ή οντότητες που ανήκουν σε τέτοια καταπιστεύματα, χωρίς να απαιτείται η επιβολή του ίδιου μέτρου σε όλους τους οργανισμούς τους οποίους καταλαμβάνει η εν λόγω διάταξη, όπερ έχει μακροπρόθεσμα και μη αναστρέψιμα αποτελέσματα.

189    Συναφώς, επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν επιβάλλει απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων λόγω της συγκεκριμένης κατάστασης ορισμένων καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος ή οντοτήτων που ανήκουν σε τέτοια καταπιστεύματα, αλλά λόγω του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο δεν καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων και ανώτερων πολιτικών στελεχών σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος, γεγονός που δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία αυτά τα ανώτερα πολιτικά στελέχη δύνανται να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την εκταμίευση δημόσιων πόρων σε οντότητες, στις οποίες απασχολούνται και διαθέτουν τα ίδια βασικές εξουσίες λήψης αποφάσεων. Επομένως, λόγω του συστημικού χαρακτήρα της επίμαχης παραβίασης, το Συμβούλιο δεν επέλεξε την εναλλακτική λύση την οποία πρότεινε το προσφεύγον.

190    Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η εναλλακτική λύση την οποία προτείνει το προσφεύγον είναι λιγότερο επαχθής, δεν αποδεικνύεται ότι η λύση αυτή καθιστά δυνατή την επίτευξη του σκοπού που εκτίθεται στη σκέψη 184 ανωτέρω, ήτοι την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι των επιζήμιων συνεπειών που ενδέχεται να προκύψουν από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος, κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με την προσβαλλόμενη διάταξη. Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη βαίνει προδήλως πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρου.

191    Τρίτον, όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η άμεση παύση πληρωμών έχει συνέπειες οικονομικής και επαγγελματικής φύσεως καθώς και συνέπειες όσον αφορά τη φήμη του, οι οποίες είναι μακροπρόθεσμα αρνητικές για τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία αφορά η διάταξη αυτή.

192    Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι, μεταξύ των πέντε μέτρων που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2020/2092, το λιγότερο επαχθές υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων σκοπών είναι η απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων. Τα λοιπά απαριθμούμενα στη διάταξη αυτή μέτρα, ήτοι η αναστολή πληρωμών ή της εκτέλεσης νομικής δέσμευσης ή ακόμη η καταγγελία νομικής δέσμευσης, σύμφωνα με το άρθρο 131, παράγραφος 3, του δημοσιονομικού κανονισμού, η αναστολή της εκταμίευσης δόσεων, εν όλω ή εν μέρει, ή η πρόωρη αποπληρωμή δανείων με την εγγύηση του προϋπολογισμού της Ένωσης, η αναστολή ή μείωση του οικονομικού πλεονεκτήματος δυνάμει μέσου με την εγγύηση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή η απαγόρευση σύναψης νέων συμφωνιών για δάνεια ή άλλα μέσα με την εγγύηση του προϋπολογισμού της Ένωσης, θα διατάρασσαν τα ήδη εν εξελίξει προγράμματα και, κατά συνέπεια, θα προκαλούσαν δυσχέρειες και σε τρίτους.

193    Επομένως, το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι η προσβαλλόμενη διάταξη ήταν δυσανάλογη προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς.

194    Τέταρτον, επισημαίνεται ότι η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο δεν προέβη σε καμία προηγούμενη αξιολόγηση του αντίκτυπου της προσβαλλόμενης διάταξης επί της κατάστασης των τελικών αποδεκτών και των δικαιούχων, η οποία αναπτύσσεται επίσης και στο πλαίσιο του λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 7 ΣΕΕ, συγχέεται με εκείνη που αναπτύσσεται προς στήριξη της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας.

195    Στο πλαίσιο αυτό, και στο μέτρο που το προσφεύγον παραπέμπει στον κανονισμό 2020/2092, υπενθυμίζεται ότι η αιτιολογική σκέψη 19 του εν λόγω κανονισμού έχει ως εξής:

«Σε περίπτωση παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου είναι απαραίτητο να διασφαλίζονται δεόντως τα νόμιμα συμφέροντα των τελικών αποδεκτών και των δικαιούχων όταν θεσπίζονται μέτρα. Κατά την εξέταση της θέσπισης μέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον δυνητικό αντίκτυπό τους στους τελικούς αποδέκτες και στους δικαιούχους.»

196    Επιπλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 2020/2092 ορίζει ότι η επιβολή κατάλληλων μέτρων δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατικών φορέων ή των κρατών μελών να εκτελέσουν το πρόγραμμα ή το κονδύλιο, και ιδίως τις υποχρεώσεις τους έναντι των τελικών αποδεκτών ή των δικαιούχων, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην απόφαση για τη θέσπιση των μέτρων.

197    Εν προκειμένω, αφενός, διαπιστώνεται, όπως προκύπτει από τη σκέψη 192 ανωτέρω, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη διατάρασσε όσον το δυνατόν λιγότερο τα ήδη εν εξελίξει κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προγράμματα, καθόσον παρείχε στους τελικούς αποδέκτες των προγραμμάτων Erasmus+ ή Horizon Europe τη δυνατότητα να συνεχίσουν να λαμβάνουν, ακόμη και μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης διάταξης, επιχορηγήσεις οι οποίες είχαν εγκριθεί πριν από τη θέσπιση της διάταξης αυτής, τούτο δε έως τη λήξη ισχύος των συμφωνιών που υπογράφηκαν στο πλαίσιο των συγκεκριμένων προγραμμάτων.

198    Αφετέρου, η αιτιολογική σκέψη 63 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, κατά την οποία η απόφαση αυτή δεν θίγει τις υποχρεώσεις που υπέχει η Ουγγαρία, μεταξύ άλλων, έναντι των τελικών αποδεκτών ή των δικαιούχων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης καταβολής πληρωμών, καταδεικνύει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα της απόφασης αυτής επί των τελικών αποδεκτών και των δικαιούχων.

199    Επομένως, το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.

200    Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν οι αιτιάσεις με τις οποίες προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.

 Επί του λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 13 του Χάρτη σχετικά με την ακαδημαϊκή ελευθερία

201    Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη συνιστά προσβολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας που προβλέπεται στο άρθρο 13 του Χάρτη.

202    Συναφώς, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, με την προσβαλλόμενη διάταξη, οι εκπαιδευτικοί και οι ερευνητές του δεν θα έχουν πλέον πρόσβαση στους πόρους στους οποίους θα έχουν πρόσβαση άλλα ουγγρικά ιδρύματα. Οι εκπαιδευτικοί, ερευνητές και σπουδαστές του προσφεύγοντος βρίσκονται, επομένως, σε μειονεκτική θέση, δεδομένου ότι οι επιστημονικές και ερευνητικές εργασίες απαιτούν σημαντική χρηματοδότηση, της οποίας η σημαντικότερη πηγή είναι το πρόγραμμα Horizon Europe. Ελλείψει τέτοιων πόρων, θα καταστεί αδύνατη η πραγματοποίηση επιστημονικών και ερευνητικών εργασιών από τους εκπαιδευτικούς και τους ερευνητές του προσφεύγοντος, γεγονός που το θέτει σε μειονεκτική θέση, διότι οι εν λόγω εκπαιδευτικοί και ερευνητές δεν θα το επιλέγουν πλέον ή θα το εγκαταλείψουν.

203    Στο πλαίσιο αυτό, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη έχει ως αποτέλεσμα και ως σκοπό τον περιορισμό της χρηματοδότησης και την τροποποίηση της λειτουργίας των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ουγγαρία των οποίων η νομική μορφή έχει μεταβληθεί, όπερ συνιστά παρέμβαση στην αρμοδιότητα της Ουγγαρίας όσον αφορά τον καθορισμό του περιεχομένου και την οργάνωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και, επομένως, προσβολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας και, ιδίως, της ελευθερίας της επιστημονικής έρευνας.

204    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

205    Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία κατοχυρώνεται με γενικούς όρους στο άρθρο 13 του Χάρτη, το οποίο ορίζει ότι «[η] τέχνη και η επιστημονική έρευνα είναι ελεύθερες» και ότι «[η] ακαδημαϊκή ελευθερία είναι σεβαστή».

206    Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα εκπαίδευσης», προβλέπει ότι «[κ]άθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση και στην πρόσβαση στην επαγγελματική και συνεχή κατάρτιση».

207    Το άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη ορίζει ότι «[η] ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σεβασμό των δημοκρατικών αρχών [...] γίν[εται] σεβαστ[ή] σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν την άσκησή τους».

208    Εκ προοιμίου, υπογραμμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία, τόσο στην έρευνα όσο και στην εκπαίδευση, πρέπει να διασφαλίζει την ελευθερία έκφρασης και δράσης, την ελευθερία διάδοσης πληροφοριών και την ελευθερία έρευνας και μετάδοσης, χωρίς περιορισμούς, της γνώσης και της αλήθειας, χωρίς όμως να εξαντλείται στην ακαδημαϊκή ή την επιστημονική έρευνα, καθώς καλύπτει επίσης την ελευθερία των πανεπιστημιακών να διατυπώνουν απρόσκοπτα τις γνώμες και τις απόψεις τους [βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση), C-66/18, EU:C:2020:792, σκέψεις 224 και 225 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

209    Η έννοια της «ακαδημαϊκής ελευθερίας» πρέπει, ωστόσο, να ερμηνεύεται ευρύτερα απ’ ό,τι υπό το πρίσμα της ελευθερίας έκφρασης ή της ελευθερίας γνώμης. Ως προς το ζήτημα αυτό, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο της σύστασης 1762 (2006), η οποία εκδόθηκε από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης στις 30 Ιουνίου 2006 και τιτλοφορείται «Ακαδημαϊκή ελευθερία και αυτονομία των πανεπιστημίων», από όπου προκύπτει ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία έχει επίσης μια θεσμική και διαρθρωτική διάσταση, δεδομένου ότι η ύπαρξη και η χρήση μιας υποδομής είναι βασική προϋπόθεση της άσκησης εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων. Αξιοσημείωτο είναι και το σημείο 18 της σύστασης σχετικά με την κατάσταση του διδακτικού προσωπικού στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία εκδόθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1997 από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και τον Πολιτισμό (Unesco), κατά την 29η σύνοδό της που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι (Γαλλία) από τις 21 Οκτωβρίου έως τις 12 Νοεμβρίου 1997, όπου επισημαίνεται ότι «[η] αυτονομία είναι η θεσμική έκφραση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και αποτελεί αναγκαία συνθήκη προκειμένου το διδακτικό προσωπικό και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντά τους». Στο σημείο 19 της σύστασης αυτής καθίσταται σαφές ότι «[ε]ίναι καθήκον των κρατών μελών να προστατεύουν την αυτονομία των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων από κάθε απειλή, ανεξαρτήτως της προέλευσής της» [απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση), C-66/18, EU:C:2020:792, σκέψη 227].

210    Επομένως, διαπιστώνεται ότι η ακαδημαϊκή ελευθερία, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 13, δεύτερη περίοδος, του Χάρτη, περιλαμβάνει μια απαίτηση αυτονομίας των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στο θεσμικό και οργανωτικό τους πλαίσιο έναντι των δημόσιων αρχών και ιδίως έναντι της εκτελεστικής εξουσίας.

211    Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω της Νομοθεσίας (στο εξής: Επιτροπή της Βενετίας), σε γνωμοδότηση της 2ας Ιουλίου 2021, υπογράμμισε επίσης τον σημαντικό ρόλο των πανεπιστημίων σε μια δημοκρατική κοινωνία ως προνομιακών χώρων για την εκπαίδευση κάθε νέας γενιάς, την ανακάλυψη νέων γνώσεων και την καινοτομία, την ανάπτυξη ορθολογικής και κριτικής σκέψης, την ελευθερία έρευνας και επιχειρηματολογίας. Ειδικότερα, η Επιτροπή της Βενετίας υπενθύμισε τη σημασία της διασφάλισης της πολιτικής, πολιτιστικής και διανοητικής ανεξαρτησίας των πανεπιστημίων, καθώς και της θεσμικής αυτονομίας τους.

212    Επιπλέον, η Επιτροπή της Βενετίας υπενθύμισε ότι η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα διευκρίνισε την έννοια της «αυτονομίας των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης» στα Γενικά Σχόλια επί του άρθρου 13 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα, που υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη στις 16 Δεκεμβρίου 1966, σχετικά με το δικαίωμα στην εκπαίδευση ως εξής:

«Το να είναι αυτόνομο σημαίνει, για ένα ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, να απολαμβάνει τον βαθμό ανεξαρτησίας που χρειάζεται για να λαμβάνει αποτελεσματικές αποφάσεις, είτε πρόκειται για το έργο του, τους κανόνες του, τη διοίκησή του είτε για τις συναφείς δραστηριότητές του. Ωστόσο, η αυτονομία αυτή πρέπει να είναι συμβατή με τα συστήματα δημόσιου ελέγχου, ιδίως όσον αφορά τα κονδύλια που χορηγούνται από το κράτος. Δεδομένων των σημαντικών δημόσιων επενδύσεων που πραγματοποιούνται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, είναι σημαντικό να επιτευχθεί μια ικανοποιητική ισορροπία μεταξύ της αυτονομίας του ιδρύματος και της υποχρέωσής του για λογοδοσία.»

213    Στην από 2 Ιουλίου 2021 γνωμοδότησή της, η Επιτροπή της Βενετίας διαπίστωσε ότι η υπαγωγή των ουγγρικών δημόσιων πανεπιστημίων στη διαχείριση διοικητικού συμβουλίου ενός καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος, το οποίο διορίστηκε αρχικά από την κυβέρνηση και στη συνέχεια εξαιρέθηκε από τον δημοκρατικό έλεγχο, ενείχε τον κίνδυνο να απειλήσει την ακαδημαϊκή ελευθερία τους και να αποδυναμώσει την αυτονομία τους.

214    Οι θέσεις αυτές στη συνέχεια υιοθετήθηκαν από την Επιτροπή στην έκθεση του 2022 για το κράτος δικαίου, η οποία, στο κεφάλαιο σχετικά με την Ουγγαρία, επισημαίνει ότι, μετά τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του ιδρυτή από τον Υπουργό στο διοικητικό συμβούλιο, δεδομένου ότι μόνο το διοικητικό συμβούλιο θα μπορεί να απομακρύνει και να διορίζει μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ο εν λόγω Υπουργός-ιδρυτής παραιτείται από κάθε μορφή ελέγχου επί του διοικητικού συμβουλίου, γεγονός που καθιστά τα μέλη του αυτόνομα και αμετάκλητα.

215    Οι ανησυχίες αυτές επαναλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στην αιτιολογική σκέψη 33 της πρότασης της Επιτροπής, η οποία αναφέρει τα εξής:

«[Η] σύσταση οντοτήτων ιδιωτικού δικαίου στις οποίες το κράτος δώρισε σημαντικά δημόσια περιουσιακά στοιχεία ενδέχεται να συνεπάγεται έλλειψη δημόσιου ελέγχου στη λειτουργία και τη διακυβέρνηση των εν λόγω οντοτήτων. Ειδικότερα, μετά τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων του ιδρυτή από τον αρμόδιο υπουργό στο διοικητικό συμβούλιο, το κράτος φαίνεται να παύει να έχει οποιαδήποτε μορφή ελέγχου επί των εν λόγω καταπιστευμάτων. Περαιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει επίσης, στην έκθεση του 2022 για το κράτος δικαίου, ότι οι κανόνες περί σύγκρουσης συμφερόντων δεν εφαρμόζονται σε βουλευτές, υφυπουργούς και άλλους δημόσιους υπαλλήλους της κυβέρνησης που υπηρετούν, ταυτόχρονα, ως μέλη διοικητικών συμβουλίων των καταπιστευμάτων δημοσίου συμφέροντος, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω οντότητες λαμβάνουν σημαντική δημόσια χρηματοδότηση, γεγονός που συνεπάγεται αυξημένους κινδύνους διαφθοράς.»

216    Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι εθνικά μέτρα, τα οποία μπορούν να διακυβεύσουν την ακαδημαϊκή δραστηριότητα των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και, ως εκ τούτου, να στερήσουν από το αντίστοιχο πανεπιστημιακό προσωπικό την αυτόνομη υποδομή που είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή των επιστημονικών τους ερευνών και για την άσκηση των παιδαγωγικών τους δραστηριοτήτων, είναι ικανά να περιορίσουν την ακαδημαϊκή ελευθερία, η οποία προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 13 του Χάρτη [πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση), C-66/18, EU:C:2020:792, σκέψη 228].

217    Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη, η Ένωση οφείλει να σέβεται την ακαδημαϊκή ελευθερία κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.

218    Όσον αφορά, κατ’ αρχάς, το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η προσβαλλόμενη διάταξη έχει ως αποτέλεσμα και ως σκοπό την τροποποίηση της λειτουργίας των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ουγγαρία, υπενθυμίζεται, όπως υπογραμμίζει το Συμβούλιο, ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 έχει οικονομικό χαρακτήρα, στο μέτρο που αποσκοπεί στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης απαγορεύοντας στην Επιτροπή να αναλαμβάνει νομικές δεσμεύσεις έναντι ορισμένων οντοτήτων του ουγγρικού δικαίου, και δεν περιέχει καμία απαγόρευση ή διάταξη αφορώσα τις ακαδημαϊκές ή επιστημονικές δραστηριότητες των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπερ δεν αμφισβητείται εν προκειμένω.

219    Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη είναι δυνατό, σε περίπτωση σοβαρών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου, μεταξύ άλλων κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους στον τομέα της οργάνωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, της επαγγελματικής κατάρτισης και της έρευνας και της ανάπτυξης, να υπόκεινται σε διορθωτικά μέτρα, λαμβανόμενα κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 2020/2092, δεν συνιστά, αυτό καθεαυτό, προσβολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας που προβλέπεται στο άρθρο 13 του Χάρτη.

220    Ακολούθως, όσον αφορά την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος σύμφωνα με την οποία η προσβαλλόμενη διάταξη συνεπάγεται μείωση των κονδυλίων που προορίζονται για την επιστημονική έρευνα, διαπιστώνεται ότι η προσωρινή μείωση των χρηματοδοτήσεων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης σε περίπτωση συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσβολή ή περιορισμός του θεμελιώδους δικαιώματος της ακαδημαϊκής ελευθερίας (πρβλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, Eridania-Zuccherifici nazionali και Societ? italiana per l’industria degli zuccheri, 230/78, EU:C:1979:216, σκέψη 22).

221    Πράγματι, η άρνηση χορήγησης οικονομικών πόρων σε οργανισμό έρευνας και διάδοσης γνώσεων, όπως είναι τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ινστιτούτα, ή ακόμη σε ερευνητές ή ερευνητικές ομάδες, δεν συνιστά, αυτή καθεαυτήν, προσβολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας ή περιορισμό της ελευθερίας αυτής, στο μέτρο που η απόφαση περί μη χορήγησης οικονομικών πόρων στηρίζεται σε επιστημονικές εκτιμήσεις ή σε κατευθυντήριες γραμμές πολιτικής για την εκπαίδευση και την έρευνα και ανάπτυξη που καθορίζονται από τον νομοθέτη ή απορρέει από σκοπούς γενικού συμφέροντος σαφώς καθορισμένους από τον νόμο.

222    Εξάλλου, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 2020/2092 ορίζει ότι η επιβολή κατάλληλων μέτρων δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατικών φορέων ή των κρατών μελών να εκτελέσουν το πρόγραμμα ή το κονδύλιο, και ιδίως τις υποχρεώσεις τους έναντι των τελικών αποδεκτών ή των δικαιούχων, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην απόφαση για τη θέσπιση των μέτρων.

223    Εν πάση περιπτώσει, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι το προσφεύγον δεν προσκόμισε, προς στήριξη των ισχυρισμών του, αρκούντως πειστικά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο αντίκτυπος της απαγόρευσης ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων, στο πλαίσιο του προγράμματος Horizon Europe, επί των δραστηριοτήτων του στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή την επιστημονική έρευνα.

224    Τέλος, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσβαλλόμενη διάταξη πρέπει να θεωρηθεί ως θίγουσα την ακαδημαϊκή ελευθερία, εντούτοις, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, η διάταξη αυτή προβλέπεται από τον νόμο, είναι δικαιολογημένη και αναλογική υπό το πρίσμα του σκοπού γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου δυνάμει του κανονισμού 2020/2092.

225    Εξάλλου, η προσβαλλόμενη διάταξη προστατεύει μεν τον προϋπολογισμό της Ένωσης από κακή χρήση των πόρων της εξαιτίας, μεταξύ άλλων, του συστημικού κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, πλην όμως, παράλληλα συμβάλλει στη διατήρηση της οργανωτικής αυτονομίας του προσφεύγοντος, ελαχιστοποιεί το ενδεχόμενο αυθαίρετων παρεμβάσεων της εκτελεστικής εξουσίας στην οργάνωσή του και συντείνει, με τον τρόπο αυτόν, στον σεβασμό της ακαδημαϊκής ελευθερίας και των αρχών του κράτους δικαίου.

226    Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν είναι ικανή να θίξει την ακαδημαϊκή ελευθερία, η οποία προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 13 του Χάρτη.

227    Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 13 του Χάρτη σχετικά με την ακαδημαϊκή ελευθερία.

 Επί των λόγων ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται παράβαση του άρθρου 56 ΣΛΕΕ σχετικά με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών καθώς και των άρθρων 9, 165 και 179 ΣΛΕΕ

228    Το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αντίκειται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

229    Συναφώς, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη επιβάλλει περιορισμό στους μη έχοντες ουγγρική υπηκοότητα σπουδαστές, εκπαιδευτικούς και ερευνητές που εργάζονται σε ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τα οποία ανήκουν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος, για τον λόγο ότι αποκλείονται από πληρωμές για προτάσεις έργων που υποβάλλονται στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η πρόσβασή τους στις υπηρεσίες έρευνας και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.

230    Αφενός, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι παρέχει εκπαίδευση στους σπουδαστές με αντάλλαγμα, εν μέρει, δίδακτρα. Τούτο ισχύει ιδιαιτέρως για τους μη έχοντες ουγγρική υπηκοότητα Ευρωπαίους πολίτες, οπότε τα συμφέροντα ενός μεγάλου αριθμού αλλοδαπών σπουδαστών θίγονται από την προσβαλλόμενη διάταξη, καθόσον δεν προσφέρονται στο πανεπιστήμιο Debrecen δωρεάν σπουδές για τους αλλοδαπούς σπουδαστές. Εξάλλου, όσον αφορά ειδικότερα το πρόγραμμα Erasmus+, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη περιορίζει την κινητικότητα των σπουδαστών.

231    Αφετέρου, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι οι μετέχοντες στο πρόγραμμα Horizon Europe ερευνητές και πανεπιστημιακοί ασκούν, έναντι αμοιβής και εντός ενός πλαισίου αγοράς, επιστημονικές και ερευνητικές δραστηριότητες, οι οποίες συχνά ανατίθενται και χρηματοδοτούνται εν μέρει από φορείς της αγοράς. Επιπλέον, επισημαίνει ότι εκμεταλλεύεται ειδικά εργαστήρια και ερευνητικά ιδρύματα, για παράδειγμα για τις δοκιμές φαρμάκων, τις εργαστηριακές δοκιμές, την υγειονομική περίθαλψη, την υποβολή κοινών προσφορών με τους φορείς της αγοράς, όπου οι γνώσεις και η καινοτομία παρέχονται — ή αναμένεται ότι παρέχονται — από τα πανεπιστήμια σε ιδιωτικούς φορείς. Κατά το προσφεύγον, η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 στερεί επίσης από τους ιδιωτικούς αυτούς φορείς τη γνώση που προέρχεται από τα ουγγρικά πανεπιστήμια.

232    Το προσφεύγον υποστηρίζει επιπλέον ότι η προσβαλλόμενη διάταξη, δεδομένου ότι ουδόλως συμβάλλει σε ένα υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και κατάρτισης, αντιβαίνει στο άρθρο 9 ΣΛΕΕ. Υποστηρίζει επίσης ότι η προσβαλλόμενη διάταξη παρακωλύει την επίτευξη των σκοπών των άρθρων 165 και 179 ΣΛΕΕ.

233    Ειδικότερα, όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 165 ΣΛΕΕ, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη μιας ποιοτικής εκπαίδευσης και συνιστά σοβαρή επέμβαση στην αρμοδιότητα της Ουγγαρίας στον τομέα του καθορισμού του περιεχομένου και της οργάνωσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Περαιτέρω, το προσφεύγον επισημαίνει ότι η διάταξη αυτή εμποδίζει την κινητικότητα των σπουδαστών και των εκπαιδευτικών, καθώς και την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής διάστασης στην εκπαίδευση και την κατάρτιση.

234    Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 179 ΣΛΕΕ, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η απόσυρση των πόρων στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe παρακωλύει την ελεύθερη κυκλοφορία των ερευνητών, των επιστημονικών γνώσεων και των τεχνολογιών.

235    Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.

236    Όσον αφορά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο αυτό προβλέπει ότι οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής. Επιπλέον, το άρθρο 57 ΣΛΕΕ προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται έναντι αμοιβής.

237    Κατά τη νομολογία, η απαγόρευση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών ισχύει όχι μόνον για τα εθνικά μέτρα αλλά και για μέτρα επιβαλλόμενα από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης (βλ. απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2020, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-620/18, EU:C:2020:1001, σκέψη 104 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

238    Πρέπει να καθοριστεί αν οι εκπαιδευτικές και ερευνητικές δραστηριότητες του προσφεύγοντος συνιστούν υπηρεσίες υπό την έννοια του άρθρου 57 ΣΛΕΕ.

239    Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, οι υπηρεσίες που παρέχονται κανονικά έναντι αμοιβής αποτελούν οικονομικές δραστηριότητες, εξυπακουομένου ότι το ουσιώδες χαρακτηριστικό της αμοιβής έγκειται στο γεγονός ότι συνιστά οικονομική αντιπαροχή της επίμαχης παροχής, χωρίς ωστόσο να απαιτείται να καταβληθεί από τον αποδέκτη της (βλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Mc Fadden, C-484/14, EU:C:2016:689, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία πρβλ. επίσης απόφαση της 14ης Ιουλίου 2022, ASADE, C-436/20, EU:C:2022:559, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

240    Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ως οικονομικές δραστηριότητες μπορούν να θεωρηθούν οι υπηρεσίες που παρέχονται έναντι αμοιβής και οι οποίες ενώ δεν περιλαμβάνουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, εντούτοις, παρέχονται προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος χωρίς να αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους και είναι ανταγωνιστικές υπηρεσιών παρεχόμενων από φορείς κερδοσκοπικού χαρακτήρα (βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 2022, ASADE, C-436/20, EU:C:2022:559, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

241    Είναι αληθές ότι η νομολογία έχει αποκλείσει από την έννοια των «υπηρεσιών», κατά το άρθρο 57 ΣΛΕΕ, τα μαθήματα που διδάσκονται σε ορισμένα ιδρύματα που εντάσσονται σε δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα και χρηματοδοτούνται, εν όλω ή κατά κύριο λόγο, από δημόσιους πόρους, δεδομένου ότι το κράτος, δημιουργώντας και διατηρώντας αυτό το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο χρηματοδοτείται κατά κανόνα από τον δημόσιο προϋπολογισμό και όχι από τους σπουδαστές ή τους γονείς τους, δεν αποβλέπει στην άσκηση αμειβόμενων δραστηριοτήτων, αλλά εκπληρώνει την αποστολή του έναντι των πολιτών του στον κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό τομέα (βλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, Schwarz και Gootjes-Schwarz, C-76/05, EU:C:2007:492, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

242    Παρά ταύτα, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι τα μαθήματα που διδάσκονται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα τα οποία χρηματοδοτούνται, κατά κύριο λόγο, από ιδιωτικούς πόρους συνιστούν υπηρεσίες, αφού ο σκοπός τον οποίο επιδιώκουν τα ιδρύματα αυτά είναι η προσφορά τέτοιων υπηρεσιών έναντι αμοιβής (βλ. απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2023, Freikirche der Siebenten-Tags-Adventisten in Deutschland, C-372/21, EU:C:2023:59, σκέψη 20 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

243    Το Δικαστήριο διευκρίνισε, συναφώς, ότι ένας οργανισμός έρευνας και διάδοσης γνώσεων, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 83, του κανονισμού (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ (ΕΕ 2014, L 187, σ. 1), μπορεί να επιδιώκει πλείονες σκοπούς και να ασκεί διάφορα είδη δραστηριοτήτων, υπό την προϋπόθεση ότι, μεταξύ των διαφόρων αυτών σκοπών, η διεξαγωγή ανεξάρτητων δραστηριοτήτων έρευνας ή ευρείας διάδοσης των αποτελεσμάτων των εν λόγω δραστηριοτήτων συνιστά τον κύριο και προεξέχοντα σκοπό σε σχέση με τους ενδεχόμενους άλλους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει ο συγκεκριμένος οργανισμός. Η έννοια αυτή του «πρωταρχικού σκοπού» δεν εμποδίζει ένα πανεπιστήμιο ή έναν οργανισμό έρευνας και διάδοσης γνώσεων να ασκεί και άλλες δραστηριότητες, ενδεχομένως οικονομικής φύσεως, όπως εκπαιδευτικές δραστηριότητες έναντι αμοιβής, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές διατηρούν δευτερεύοντα χαρακτήρα, μη προεξέχοντα σε σχέση με τις κύριες δραστηριότητες, γενικώς μη οικονομικού χαρακτήρα, ανεξάρτητης έρευνας ή διάδοσης των αποτελεσμάτων της έρευνας αυτής (απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2022, Baltijas Starptautisk? Akad?mija και Stockholm School of Economics in Riga, C-164/21 και C-318/21, EU:C:2022:785, σκέψεις 47 και 48).

244    Επομένως, μολονότι πανεπιστήμιο ή ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, όπως το προσφεύγον, μπορεί να χρηματοδοτείται, εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο, από δημόσιους πόρους για τη διασφάλιση της έρευνας ή της διάδοσης των γνώσεων, τούτο δεν εμποδίζει το πανεπιστήμιο ή το ίδρυμα αυτό να ασκεί, συγχρόνως, και άλλες δραστηριότητες οικονομικής φύσεως, όπως ερευνητικές δραστηριότητες χρηματοδοτούμενες από ιδιωτικούς πόρους και με τη στήριξη επιχειρήσεων, ή ακόμη και προσφορά μαθημάτων έναντι αμοιβής.

245    Παρά ταύτα, εν προκειμένω, το προσφεύγον δεν προσκόμισε στοιχεία βάσει των οποίων το Γενικό Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει αν οι εκπαιδευτικές και ερευνητικές δραστηριότητες του προσφεύγοντος χρηματοδοτούνταν κατά κύριο λόγο από ιδιωτικούς πόρους. Πράγματι, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη σκέψη 230 ανωτέρω, το προσφεύγον, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν ερωτήσεως του Γενικού Δικαστηρίου, επισήμανε ότι προσέφερε μαθήματα στους φοιτητές, ιδίως μη ουγγρικής υπηκοότητας, έναντι διδάκτρων. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να προσδιορίσει το ύψος των εν λόγω διδάκτρων και την αναλογία τους σε σχέση με τις δημόσιες χρηματοδοτήσεις. Ομοίως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν διέθεταν στοιχεία σχετικά με τους πόρους του προσφεύγοντος, επισήμαναν ότι τα λοιπά ουγγρικά πανεπιστήμια που άσκησαν προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης διάταξης χρηματοδοτούνταν, κατά κύριο λόγο, κατά 70 % από τον ουγγρικό κρατικό προϋπολογισμό και διέθεταν ίδιους πόρους ύψους περίπου 20 %. Κατά γενικό κανόνα, η χρηματοδότηση της Ένωσης κυμαίνεται μεταξύ του 1,5 % και του 1,9 % του προϋπολογισμού τους. Επομένως, η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 έχει οριακές οικονομικές συνέπειες για το προσφεύγον, λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης στον ουγγρικό νόμο IX υποχρέωσης που φέρει το Ουγγρικό Δημόσιο να χρηματοδοτεί τις δραστηριότητες των πανεπιστημίων αυτών.

246    Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι δραστηριότητες του προσφεύγοντος μπορούν να θεωρηθούν ως δραστηριότητες οικονομικής φύσεως και ως παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 57 ΣΛΕΕ, όπως επίσης και ότι υφίσταται εν προκειμένω περιορισμός ή εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, διαπιστώνεται, όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος και είναι ανάλογη προς αυτόν.

247    Πράγματι, οι σοβαρές και συστημικές παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου και, ειδικότερα, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 11 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της απαγόρευσης της αυθαίρετης άσκησης εκτελεστικών εξουσιών και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, οι οποίες συγκεκριμενοποιούνται, μεταξύ άλλων, με τον συστημικό κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και στις οντότητες που ανήκουν σε αυτά, υπονομεύουν την αναγκαία εμπιστοσύνη στην εύρυθμη λειτουργία των διαδικασιών και των δομών διακυβέρνησης των πανεπιστημίων που ανήκουν στις οντότητες αυτές, οι οποίες εμπλέκονται στη χρήση των κονδυλίων που χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω παραβιάσεις θέτουν σε κίνδυνο τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της.

248    Όσον αφορά τα άρθρα 9, 165 και 179 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, το άρθρο 9 ΣΛΕΕ, το οποίο περιλαμβάνεται στον τίτλο II του πρώτου μέρους ο οποίος επιγράφεται «Διατάξεις γενικής εφαρμογής», προβλέπει ότι, «[κ]ατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών και των δράσεων της, η Ένωση συνεκτιμά τις απαιτήσεις που συνδέονται με την προαγωγή υψηλού επιπέδου απασχόλησης, με τη διασφάλιση της κατάλληλης κοινωνικής προστασίας, με την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού καθώς και με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, κατάρτισης και προστασίας της ανθρώπινης υγείας».

249    Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι τα άρθρα 165 και 179 ΣΛΕΕ περιλαμβάνονται, αντιστοίχως, στον τίτλο XII, ο οποίος επιγράφεται «Παιδεία, επαγγελματική εκπαίδευση, νεολαία και αθλητισμός», του τρίτου μέρους και στον τίτλο XIX, ο οποίος επιγράφεται «Έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη και διάστημα», του τρίτου μέρους.

250    Κατά το άρθρο 165, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, «[η] Ένωση συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία».

251    Το άρθρο 179, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι «[η] Ένωση έχει ως στόχο να ενισχύσει τις επιστημονικές και τεχνολογικές της βάσεις, με τη δημιουργία ευρωπαϊκού χώρου έρευνας στον οποίο οι ερευνητές, οι επιστημονικές γνώσεις και οι τεχνολογίες κυκλοφορούν ελεύθερα, να διευκολύνει την ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας της, συμπεριλαμβανομένης της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας της, καθώς και να προωθήσει τις ερευνητικές δράσεις που κρίνονται αναγκαίες βάσει άλλων κεφαλαίων των Συνθηκών».

252    Το άρθρο 179, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ διευκρινίζει συναφώς ότι η Ένωση «ενθαρρύνει στο σύνολό της τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τα ερευνητικά κέντρα και τα πανεπιστήμια στις προσπάθειές τους στους τομείς της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης υψηλής ποιότητας» και «ενισχύει τις προσπάθειες για συνεργασία, επιδιώκοντας, ιδιαίτερα, να δίνεται στους ερευνητές η ευκαιρία να συνεργάζονται ελεύθερα πέραν των συνόρων και στις επιχειρήσεις η ευκαιρία να εκμεταλλεύονται τις δυνατότητες που παρέχει η εσωτερική αγορά, ιδίως μέσω του ανοίγματος των εθνικών δημοσίων συμβάσεων, του καθορισμού κοινών προτύπων και της εξάλειψης των νομικών και φορολογικών εμποδίων στη συνεργασία αυτή».

253    Κατ’ αρχάς, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι αποτέλεσμα και σκοπός της προσβαλλόμενης διάταξης είναι η τροποποίηση της λειτουργίας των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ουγγαρία, κατά παράβαση του άρθρου 165 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 218 και 219 ανωτέρω, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη θεσπίστηκε με σκοπό την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από μια κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και ανώτερα πολιτικά στελέχη δύνανται να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την εκταμίευση δημόσιων πόρων σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος στα οποία είναι μέλη των διοικητικών συμβουλίων και σε οντότητες που ανήκουν σε τέτοια καταπιστεύματα, επί των οποίων διαθέτουν σημαντικές εξουσίες λήψης αποφάσεων.

254    Ωστόσο, μολονότι το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα αυτή των κρατών μελών όσον αφορά την εκπαίδευση, όπως προκύπτει από το άρθρο 165, παράγραφος 1, και το άρθρο 166, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εντούτοις, τόσο τα κράτη μέλη όσο και τα θεσμικά όργανα της Ένωσης οφείλουν, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους αυτής, να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, τις αρχές του κράτους δικαίου και τα θεμελιώδη δικαιώματα που προβλέπει ο Χάρτης [πρβλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, A (Βοήθεια για άτομο με αναπηρία), C-679/16, EU:C:2018:601, σκέψη 58 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Cilevi?s κ.λπ., C-391/20, EU:C:2022:638, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

255    Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι από το γράμμα του άρθρου 9 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι το άρθρο αυτό εξαγγέλλει τους σκοπούς και τις γενικές αρχές που εφαρμόζονται κατ’ ανάγκην σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα κεφάλαια της Συνθήκης ΛΕΕ τα οποία αφορούν την εφαρμογή των εν λόγω αρχών και σκοπών στην πράξη. Επομένως, το άρθρο αυτό δεν μπορεί να έχει, αυτό καθεαυτό, ως αποτέλεσμα τη γέννηση σαφών και ανεπιφύλακτων έννομων υποχρεώσεων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2022, Firearms United Network κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-187/21, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:848, σκέψη 203 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

256    Ομοίως, τόσο από το γράμμα του άρθρου 165 ΣΛΕΕ όσο και από το γράμμα του άρθρου 179 ΣΛΕΕ προκύπτει ότι οι συντάκτες των Συνθηκών είχαν την πρόθεση να απονείμουν στην Ένωση, με τις διατάξεις αυτές, υποστηρικτική αρμοδιότητα, παρέχουσα στην Ένωση τη δυνατότητα να ασκεί όχι «πολιτική», όπως προβλέπεται από άλλες διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ, αλλά «δράσεις» και «προγράμματα» σε πλείονες ειδικούς τομείς, μεταξύ των οποίων καταλέγονται η εκπαίδευση, η έρευνα και η τεχνολογική ανάπτυξη. Επομένως, οι εν λόγω διατάξεις αποτελούν νομική βάση παρέχουσα στην Ένωση τη δυνατότητα να ασκεί την εν λόγω υποστηρικτική αρμοδιότητα, υπό τις προϋποθέσεις και εντός των ορίων που αυτές καθορίζουν, στα οποία συγκαταλέγεται, για παράδειγμα, κατά το άρθρο 165, παράγραφος 4, πρώτη περίπτωση, ΣΛΕΕ, ο αποκλεισμός οποιασδήποτε εναρμόνισης των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που θεσπίζονται σε εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, οι εν λόγω υποστηρικτικές αρμοδιότητες παρέχουν στην Ένωση τη δυνατότητα να εκδίδει νομικές πράξεις με αποκλειστικό σκοπό να στηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 99).

257    Συνακόλουθα, και όπως προκύπτει και από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα άρθρα 165 και 179 ΣΛΕΕ, ειδικότερα δε από το γεγονός ότι περιέχονται στο τρίτο μέρος της Συνθήκης ΛΕΕ, το οποίο αφορά τις «εσωτερικές πολιτικές και δράσεις της Ένωσης», και όχι στο πρώτο μέρος της εν λόγω Συνθήκης, το οποίο περιέχει διατάξεις επί της αρχής μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, υπό τον τίτλο II, «[δ]ιατάξεις γενικής εφαρμογής», τα συγκεκριμένα άρθρα δεν συνιστούν οριζόντιες διατάξεις γενικής εφαρμογής (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 100).

258    Ως εκ τούτου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι τα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ένωσης οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τα διάφορα στοιχεία και τους σκοπούς που απαριθμούνται στα άρθρα 165 και 179 ΣΛΕΕ όταν, βάσει των συγκεκριμένων άρθρων και υπό τις προϋποθέσεις που αυτά καθορίζουν, θεσπίζουν δράσεις στον τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της έρευνας, τα διάφορα αυτά στοιχεία και σκοποί, καθώς και οι δράσεις αυτές, δεν απαιτείται να ενσωματώνονται ή να λαμβάνονται κατά τρόπο δεσμευτικό υπόψη κατά την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας. Γενικότερα, τα άρθρα 165 και 179 ΣΛΕΕ δεν μπορεί ούτε να θεωρηθούν ειδικοί κανόνες οι οποίοι εξαιρούν τους τομείς της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή της επιστημονικής έρευνας από το σύνολο ή από μέρος των λοιπών διατάξεων του πρωτογενούς ή δευτερογενούς δικαίου της Ένωσης, όπως ο κανονισμός 2020/2092 και η εκτελεστική απόφαση 2022/2506, οι οποίες μπορούν να εφαρμοσθούν στους τομείς αυτούς ή ειδικοί κανόνες οι οποίοι επιβάλλουν να τους επιφυλάσσεται ειδική μεταχείριση στο πλαίσιο της εφαρμογής αυτής (πρβλ. απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, European Superleague Company, C-333/21, EU:C:2023:1011, σκέψη 101).

259    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το προσφεύγον δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί παράβαση των άρθρων 9, 165 και 179 ΣΛΕΕ, εξεταζόμενων μεμονωμένα. Επιπλέον, η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 εκδόθηκε βάσει της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης που αφορά την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης και όχι στον τομέα της εκπαίδευσης, της επαγγελματικής κατάρτισης, της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης.

260    Διαπιστώνεται, επίσης, ότι η θεμελιώδης αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας είναι ιδιαιτέρως σημαντική στον τομέα της εκπαίδευσης και της επιστημονικής έρευνας, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών που επιδιώκονται με το άρθρο 6, στοιχείο ε', ΣΛΕΕ και το άρθρο 165, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, ήτοι, ιδίως, της προαγωγής της κινητικότητας των σπουδαστών και των εκπαιδευτικών [βλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+), C-277/23, EU:C:2025:18, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], και των σκοπών που επιδιώκονται στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης σύμφωνα με το άρθρο 179, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, ήτοι της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού χώρου έρευνας στον οποίο οι ερευνητές, οι επιστημονικές γνώσεις και οι τεχνολογίες κυκλοφορούν ελεύθερα.

261    Συναφώς, το άρθρο 179, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ διευκρινίζει ειδικότερα ότι, για τους σκοπούς αυτούς, η Ένωση ενθαρρύνει τα ερευνητικά κέντρα και τα πανεπιστήμια και ενισχύει τις προσπάθειές τους για συνεργασία, επιδιώκοντας, ιδιαίτερα, να δίνεται στους ερευνητές η ευκαιρία να συνεργάζονται ελεύθερα πέραν των συνόρων ιδίως μέσω της εξάλειψης των νομικών και φορολογικών εμποδίων στη συνεργασία αυτή.

262    Επομένως, δεδομένου ότι η Ένωση δημιούργησε και χρηματοδοτεί τα προγράμματα Erasmus+ και Horizon Europe, οφείλει όχι μόνο να μεριμνά ώστε οι όροι χορήγησης και ανάκλησης των επιχορηγήσεων και των προγραμμάτων για τη στήριξη της κινητικότητας και της ελεύθερης κυκλοφορίας των δικαιούχων των προγραμμάτων αυτών να μη συνεπάγονται αδικαιολόγητο περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης συνεργασίας πέραν των συνόρων, κυκλοφορίας και διαμονής στο έδαφος των κρατών μελών [πρβλ. απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2025, Ministarstvo financija (Επιχορήγηση Erasmus+), C-277/23, EU:C:2025:18, σκέψη 44], αλλά και, προκειμένου να διασφαλίζει την επιστημονική και ακαδημαϊκή αριστεία, να μεριμνά ώστε οι χώρες που λαμβάνουν κονδύλια από τα προγράμματα Erasmus+ και Horizon Europe να σέβονται την ακαδημαϊκή ελευθερία.

263    Πάντως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσβαλλόμενη διάταξη μπορεί να χαρακτηριστεί ως εμπόδιο ή περιορισμός στην κινητικότητα και την ελεύθερη κυκλοφορία των σπουδαστών, των εκπαιδευτικών, των ερευνητών, των επιστημονικών γνώσεων και των τεχνολογιών εντός της Ένωσης, η διάταξη αυτή, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, προβλέπεται από τον νόμο και είναι δικαιολογημένη και αναλογική από την άποψη της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης δυνάμει του κανονισμού 2020/2092.

264    Επιπλέον, όσον αφορά το ενδεχόμενο ή το δυνητικό αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης διάταξης επί, μεταξύ άλλων, της διεθνούς συνεργασίας του προσφεύγοντος με άλλα πανεπιστήμια ή κοινοπραξίες, στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη διάταξη, καθόσον απαγορεύει αποκλειστικώς στην Επιτροπή να συνάπτει συμβάσεις με οντότητες όπως το προσφεύγον, δεν περιορίζει, αυτή καθεαυτήν, τις δυνατότητες διεθνούς συνεργασίας του προσφεύγοντος, ιδίως στον τομέα της έρευνας. Εν προκειμένω, το προσφεύγον δεν απέδειξε, με το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης, ότι, λόγω της προσβαλλόμενης διάταξης, θα αποκλειόταν ενδεχομένως ή δυνητικώς από κάθε συμφωνία, συνεργασία, πρόσκληση υποβολής προτάσεων ή κοινοπραξία εκ μέρους των εταίρων ή ανταγωνιστών του.

265    Τέλος, ο προσωρινός αποκλεισμός φορέων από τη χρηματοδότηση και τα προγράμματα της Ένωσης, οι οποίοι, λόγω της ύπαρξης συστημικού κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, παρουσιάζουν πραγματικό κίνδυνο όσον αφορά την κανονική και νόμιμη χρήση των κονδυλίων της Ένωσης, ενισχύει, αντιθέτως, τους σκοπούς του οποίους επιδιώκει η Ένωση, με τα άρθρα 9, 165 και 179 ΣΛΕΕ, καθόσον διασφαλίζει ότι άπαντες τηρούν τους ίδιους κανόνες, και ιδίως τις αρχές του κράτους δικαίου.

266    Επομένως, οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται παράβαση των άρθρων 9, 56, 165 και 179 ΣΛΕΕ, εξεταζόμενοι μεμονωμένα ή, κατά περίπτωση, από κοινού, πρέπει να απορριφθούν.

267    Ως εκ τούτου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 Επί των δικαστικών εξόδων

268    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το προσφεύγον ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου, με εξαίρεση τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ενστάσεως απαραδέκτου που απορρίφθηκε με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, Debreceni Egyetem κατά Συμβουλίου (T-115/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:209), τα οποία βαρύνουν το Συμβούλιο.

269    Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Ουγγαρία, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως)

αποφασίζει:

1)      Απορρίπτει την προσφυγή.

2)      Το Debreceni Egyetem φέρει τα δικαστικά του έξοδα καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με εξαίρεση τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ενστάσεως απαραδέκτου που απορρίφθηκε με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, Debreceni Egyetem κατά Συμβουλίου (T-115/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:209), τα οποία βαρύνουν το Συμβούλιο.

3)      Η Ουγγαρία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

Παπασάββας

Costeira

Truchot

Schwarcz

Kancheva

?berg

Zilgalvis

Tichy-Fisslberger

Verschuur

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.