Προσωρινό κείμενο
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως)
της 30ής Σεπτεμβρίου 2026 (*)
« Εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης – Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 – Γενικό καθεστώς αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης – Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2022/2506 – Μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία – Άρθρο 2, παράγραφος 2, της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 – Απαγόρευση προς την Επιτροπή να αναλάβει νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος ή έναντι οντότητας η οποία ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα – Υποχρέωση αιτιολόγησης – Δικαίωμα ακροάσεως – Ένταση του δικαστικού ελέγχου – Αναλογικότητα – Πλάνη εκτιμήσεως – Κατάχρηση εξουσίας »
Στην υπόθεση T-138/23,
Semmelweis Egyetem, με έδρα τη Βουδαπέστη (Ουγγαρία), εκπροσωπούμενο από τους P. Nagy, B. Karsai και Z. Lehoczki, δικηγόρους,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από την
Ουγγαρία, εκπροσωπούμενη από τον M. Feh?r,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους E. Rebasti, G. Rugge και την L. V?tillard,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Baquero Cruz και την D. Drambozova,
παρεμβαίνουσα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, Πρόεδρο, M. J. Costeira, L. Truchot, J. Schwarcz, M. Kancheva, U. ?berg (εισηγητή), P. Zilgalvis, E. Tichy-Fisslberger και S. Verschuur, δικαστές,
γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και δη τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, Semmelweis Egyetem κατά Συμβουλίου (T-138/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:211),
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Σεπτεμβρίου 2025,
έχοντας υπόψη την αίτηση επαναλήψεως της προφορικής διαδικασίας που υπέβαλε το προσφεύγον, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Νοεμβρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή που άσκησε δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, το προσφεύγον, Semmelweis Egyetem, ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση του άρθρου 2, παράγραφος 2, της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2022/2506 του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία (ΕΕ 2022, L 325, σ. 94) (στο εξής: προσβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγόρευσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όταν εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης, να αναλαμβάνει νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος το οποίο έχει συσταθεί βάσει του k?zfeladatot ell?t? k?z?rdek? vagyonkezel? alap?tv?nyokr?l sz?l? 2021. ?vi IX. t?rv?ny [νόμου IX του 2021 περί καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος στα οποία έχει ανατεθεί αποστολή δημόσιας υπηρεσίας (Magyar K?zl?ny 2021/75., στο εξής: ουγγρικός νόμος IX)] ή έναντι οντότητας ανήκουσας σε τέτοιο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος.
Ιστορικό της διαφοράς
2 Το προσφεύγον είναι ερευνητικό πανεπιστήμιο ιατρικής και επιστημών της υγείας, το οποίο ιδρύθηκε το 1769 και εδρεύει στη Βουδαπέστη (Ουγγαρία). Μέχρι το 2021, το προσφεύγον ανήκε, ελεγχόταν και χρηματοδοτούνταν εν μέρει από το Ουγγρικό Δημόσιο ως δημόσιο πανεπιστήμιο.
3 Με τις διατάξεις του ουγγρικού νόμου IX, το προσφεύγον απαλείφθηκε από τους οργανισμούς που τελούν υπό την άμεση διαχείριση και χρηματοδότηση του Δημοσίου από 1ης Αυγούστου 2021. Τα καταστατικά και διαχειριστικά δικαιώματα του προσφεύγοντος μεταβιβάστηκαν σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος. Το προσφεύγον υπήχθη στο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος Nemzeti Eg?szs?g?gyi ?s Orvosk?pz?s?rt Alap?tv?ny (Εθνικό Ίδρυμα Υγείας και Ιατρικής Εκπαίδευσης).
4 Στις 24 Νοεμβρίου 2021 η Επιτροπή απηύθυνε στην Ουγγαρία αίτημα παροχής πληροφοριών κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης (ΕΕ 2020, L 433 I, σ. 1).
5 Στις 15 Δεκεμβρίου 2022, κατόπιν ανταλλαγής απόψεων μεταξύ της Ουγγαρίας και της Επιτροπής, το Συμβούλιο εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, βάσει, αφενός, της πρότασης COM(2022) 485 final της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 2022, σχετικά με μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία (στο εξής: πρόταση της Επιτροπής) και, αφετέρου, της ανακοίνωσης COM(2022) 687 final της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, της 30ής Νοεμβρίου 2022, σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που κοινοποίησε η Ουγγαρία δυνάμει του κανονισμού 2020/2092 για την προστασία του ενωσιακού προϋπολογισμού (στο εξής: ανακοίνωση της Επιτροπής).
6 Με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, το Συμβούλιο διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 και, ως εκ τούτου, εξέδωσε μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία. Οι παραβιάσεις αυτές αφορούσαν τις δημόσιες συμβάσεις, τις διώξεις, τις συγκρούσεις συμφερόντων, την καταπολέμηση της διαφθοράς και τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.
7 Τα δύο μέτρα που έλαβε το Συμβούλιο συνίσταντο, αφενός, στην κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 αναστολή του 55 % των δημοσιονομικών δεσμεύσεων για τρία προγράμματα της πολιτικής συνοχής για την περίοδο 2021 έως 2027 και, αφετέρου, στην επιβληθείσα με την προσβαλλόμενη διάταξη απαγόρευση προς την Επιτροπή να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος και έναντι των οντοτήτων που ανήκουν στα καταπιστεύματα αυτά όσον αφορά χρηματοδοτήσεις της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση.
8 Στο πλαίσιο αυτό, η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 προβλέπει, με την προσβαλλόμενη διάταξη, ότι, «[σ]την περίπτωση που η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ) του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046, δεν αναλαμβάνονται νομικές δεσμεύσεις με οποιοδήποτε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος [το οποίο] έχει συσταθεί βάσει του ουγγρικού νόμου IX […] ή με οποιαδήποτε οντότητα ανήκει σε τέτοιο καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος». Η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 τέθηκε σε ισχύ στις 16 Δεκεμβρίου 2022.
Αιτήματα των διαδίκων
9 Το προσφεύγον ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– κυρίως, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διάταξη κατά το μέρος που το αφορά
– επικουρικώς, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διάταξη στο σύνολό της
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
10 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή
– να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
11 Η Ουγγαρία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή του προσφεύγοντος.
Σκεπτικό
Επί του αιτήματος επανάληψης της προφορικής διαδικασίας
12 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Νοεμβρίου 2025, το προσφεύγον ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας βάσει του άρθρου 113, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. Το προσφεύγον προσκόμισε επίσης πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία συνίσταντο σε δύο κοινοποιήσεις στο πλαίσιο του προγράμματος Erasmus+, προς απόδειξη του αποκλεισμού των πανεπιστημίων που ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος από το εν λόγω πρόγραμμα, καθώς και σε έγγραφα με τα οποία ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής είχε απαντήσει σε καταγγελία του προσφεύγοντος σχετικά με την παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει στην επιβεβαιωτική του αίτηση όσον αφορά άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα, τα οποία, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, ενδεχομένως περιέχουν σημαντικές πληροφορίες για την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς.
13 Κατά το άρθρο 113, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να επαναλάβει την προφορική διαδικασία όταν ένας κύριος διάδικος το ζητήσει στηριζόμενος σε πραγματικά περιστατικά δυνάμενα να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή επί της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου, τα οποία δεν μπόρεσε να επικαλεστεί πριν από τη λήξη της προφορικής διαδικασίας.
14 Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, ωστόσο, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποφανθεί επί του παραδεκτού των αποδεικτικών μέσων που προτάθηκαν μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται το προσφεύγον δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, ικανά να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεώς του.
15 Επομένως, δεδομένου ότι η προϋπόθεση του άρθρου 113, παράγραφος 2, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας δεν πληρούται εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει την απόρριψη του αιτήματος του προσφεύγοντος για επανάληψη της προφορικής διαδικασίας.
Επί της ουσίας
16 Προς στήριξη της ασκηθείσας προσφυγής το προσφεύγον προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος στηρίζεται σε έλλειψη αρκούντως στέρεης πραγματικής βάσης, σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και σε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, ο δεύτερος σε προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, ο τρίτος σε έλλειψη νομικής βάσης και σε κατάχρηση εξουσίας, ο τέταρτος σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και ο πέμπτος σε παράβαση του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.
17 Προς τον σκοπό της εξέτασης της υπό κρίση προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο θα αναλύσει διαδοχικά το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη νομικής βάσης για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης, τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τα οποία προβάλλεται, κατ’ ουσίαν, παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2020/2092, τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται κατάχρηση εξουσίας, και τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.
Επί του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται έλλειψη νομικής βάσης για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης
18 Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι ο κανονισμός 2020/2092 δεν περιέχει προσήκουσα εξουσιοδότηση για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης.
19 Συναφώς, αφενός, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, κατά την έναρξη της διαδικασίας, οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου των οποίων έγινε επίκληση όσον αφορά τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος αφορούσαν μόνον τις δημόσιες συμβάσεις και ότι το ζήτημα αυτό αντιμετωπίσθηκε πριν από την έκδοση της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506. Στο πλαίσιο αυτό, οι ανησυχίες σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων διατυπώθηκαν αργότερα και δεν αφορούν το προσφεύγον, δεδομένου ότι κανένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου του δεν ήταν βουλευτής ή μέλος της Κυβέρνησης. Επομένως, ο κανονισμός 2020/2092 δεν έχει εφαρμογή στο προσφεύγον, η δε προσβαλλόμενη διάταξη βαίνει πέραν των ορίων της εξουσιοδότησης που παρέχεται με τον εν λόγω κανονισμό. Αφετέρου, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι τα ληφθέντα μέτρα δεν είναι κατάλληλα και αναλογικά, υπό την έννοια του κανονισμού 2020/2092, αποδεικνύει ότι εκδόθηκαν καθ’ υπέρβαση των ορίων της εξουσιοδότησης που παρέχει στο Συμβούλιο ο κανονισμός αυτός.
20 Το Συμβούλιο θεωρεί ότι το σκέλος αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, καθόσον δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συνεκτικό, ή, επικουρικώς, ως αβάσιμο.
21 Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου την οποία ήγειρε το Συμβούλιο, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού και του άρθρου 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προβάλλονται, καθώς και συνοπτική έκθεση των προβαλλόμενων ισχυρισμών.
22 Κατά πάγια νομολογία, ο Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν υποχρεώνουν τον προσφεύγοντα να παραθέσει στο δικόγραφο της προσφυγής τα άρθρα που επικαλείται. Αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο της προσφυγής τα πραγματικά περιστατικά, οι ισχυρισμοί και τα αιτήματα του προσφεύγοντος. Αντιστρόφως, δεν αρκεί η μνεία διάταξης της Συνθήκης ΛΕΕ ή του δικαίου της Ένωσης για να κριθεί παραδεκτός ένας ισχυρισμός. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 76, στοιχείο δ', του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Επιπλέον, η συνοπτική αυτή έκθεση πρέπει να είναι αρκούντως σαφής και ακριβής ούτως ώστε ο μεν καθού να είναι σε θέση να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Γενικό Δικαστήριο να μπορεί να αποφανθεί επί της προσφυγής, εν ανάγκη χωρίς να στηριχθεί σε άλλα πληροφοριακά στοιχεία. Προς κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, για να είναι παραδεκτός ένας ισχυρισμός, πρέπει τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζεται ο ισχυρισμός αυτός να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεκτικό και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής, τούτο δε προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να παραλείψει το Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί αιτίασης η οποία ασκεί επιρροή για την επίλυση της διαφοράς. Κάθε ισχυρισμός ή λόγος που δεν διατυπώνεται με επαρκή πληρότητα στο εισαγωγικό δικόγραφο πρέπει να θεωρείται απαράδεκτος [πρβλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Δικαίωμα του εκλέγεσθαι και ιδιότητα μέλους πολιτικού κόμματος), C-814/21, EU:C:2024:963, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
23 Τα επιχειρήματα που ανέπτυξε το προσφεύγον προς στήριξη του υπό κρίση σκέλους δεν διατυπώνονται μεν με ιδιαίτερη ακρίβεια, πλην όμως από τα δικόγραφά του προκύπτει ότι υποστηρίζει σαφώς ότι ο κανονισμός 2020/2092 δεν περιέχει δέουσα εξουσιοδότηση για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης.
24 Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου την οποία ήγειρε το Συμβούλιο πρέπει να απορριφθεί.
25 Όσον αφορά το βάσιμο της επιχειρηματολογίας του προσφεύγοντος, από τις αιτιολογικές σκέψεις της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε από το Συμβούλιο βάσει του κανονισμού 2020/2092 και ιδίως βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 10, κατόπιν της πρότασης της Επιτροπής για τη θέσπιση των κατάλληλων προς λήψη μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 9, του ίδιου κανονισμού.
26 Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη διάταξη θεσπίστηκε διότι η Επιτροπή έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του κανονισμού 2020/2092 και ότι τα διορθωτικά μέτρα που πρότεινε η Ουγγαρία δεν ανταποκρίνονταν κατά τρόπο ικανοποιητικό στις διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού κοινοποίηση της Επιτροπής. Σε αντίστοιχη περίπτωση, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', σημείο ii, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι, όταν η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό καθεστώς άμεσης ή έμμεσης διαχείρισης, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 62, παράγραφος 1, στοιχεία α' και γ', του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 (ΕΕ 2018, L 193, σ. 1), και όταν ο αποδέκτης κονδυλίων από τον εν λόγω προϋπολογισμό είναι κρατικός φορέας, το Συμβούλιο μπορεί να απαγορεύσει στην Επιτροπή να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι του εν λόγω φορέα.
27 Πλην όμως, από τα δικόγραφά του προκύπτει ότι το προσφεύγον δεν αμφισβητεί, αυτό καθεαυτό, το γεγονός ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 μπορούσε να εκδοθεί βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 10, του κανονισμού 2020/2092.
28 Εν προκειμένω, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η εξουσιοδότηση που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 10, του κανονισμού 2020/2092 δεν καταλάμβανε τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης. Ωστόσο, κανένα από τα επιχειρήματα που ανέπτυξε το προσφεύγον δεν μπορεί να στηρίξει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.
29 Πράγματι, αφενός, το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι οι ανησυχίες της Επιτροπής σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων δεν είχαν διατυπωθεί κατά την έναρξη της διαδικασίας και, επομένως, ανέκυψαν σε μεταγενέστερο στάδιο δεν αφορά την έλλειψη νομικής βάσης της προσβαλλόμενης διάταξης. Το ίδιο ισχύει και ως προς το ότι δεν είχαν διατυπωθεί ανησυχίες σχετικά με συγκρούσεις συμφερόντων όσον αφορά το προσφεύγον. Επομένως, τα προεκτεθέντα επιχειρήματα δεν είναι λυσιτελή για την απόδειξη της έλλειψης νομικής βάσης για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης.
30 Εν πάση περιπτώσει, το επιχείρημα σχετικά με την καθυστερημένη διατύπωση των ανησυχιών αναφορικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων αντικρούεται από την εκτελεστική απόφαση 2022/2506. Πράγματι, από την αιτιολογική της σκέψη 2 προκύπτει ότι η Επιτροπή, με την κοινοποίησή της, εξέφρασε τις ανησυχίες της και εξέθεσε τις διαπιστώσεις της σχετικά με σειρά ζητημάτων που άπτονται του συστήματος δημόσιων συμβάσεων στην Ουγγαρία, μεταξύ των οποίων η «ανίχνευση, πρόληψη και διόρθωση συγκρούσεων συμφερόντων» και «ζητήματα που σχετίζονται με καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος».
31 Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, ο κίνδυνος σύγκρουσης συμφερόντων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος επισημάνθηκε από την Επιτροπή ήδη κατά την έναρξη της διαδικασίας που ακολουθήθηκε σύμφωνα με τον κανονισμό 2020/2092 και, εν πάση περιπτώσει, δεν ήταν το μόνο ζήτημα που συνδεόταν με τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και τις ανήκουσες σε αυτά οντότητες, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το σημείο 33 της πρότασης της Επιτροπής.
32 Αφετέρου, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος με το οποίο συνδέει την εξουσιοδότηση για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης με την αναλογικότητα του μέτρου, διαπιστώνεται ότι και το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές, διότι το προσφεύγον συγχέει την ύπαρξη της νομικής βάσης για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης με την αναλογικότητα του ληφθέντος μέτρου. Ωστόσο, το ότι ένα μέτρο είναι δυσανάλογο δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθη βάσει της προσήκουσας νομικής βάσης.
33 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως
34 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, λόγω της έλλειψης διαβούλευσης όσον αφορά την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, το Συμβούλιο προσέβαλε το δικαίωμά του ακροάσεως.
35 Συναφώς, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, μολονότι σκοπός της προσβαλλόμενης διάταξης δεν είναι η επιβολή κυρώσεων στην Ουγγαρία ή στην ίδια, αλλά η προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης, εντούτοις, έμμεση συνέπεια της προσβαλλόμενης διάταξης είναι η τιμωρία του και, ως εκ τούτου, είχε δικαίωμα ακροάσεως. Κατά το προσφεύγον, αν είχε μπορέσει το ίδιο να ασκήσει εγκαίρως το δικαίωμά του ακροάσεως, θα μπορούσαν να προβλεφθούν καλύτερα προσαρμοσμένοι, αναλογικότεροι και καλύτερα στοχοθετημένοι περιορισμοί.
36 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
37 Το δικαίωμα ακροάσεως κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α', του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του.
38 Το δικαίωμα ακροάσεως ανήκει στα δικαιώματα άμυνας και συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία έχει εφαρμογή ακόμη και αν δεν υφίσταται συναφώς ειδική κανονιστική ρύθμιση. Η εν λόγω αρχή επιτάσσει να παρέχεται στους αποδέκτες αποφάσεων οι οποίες επηρεάζουν ουσιωδώς τα συμφέροντά τους η δυνατότητα να γνωστοποιούν λυσιτελώς την άποψή τους επί των εις βάρος τους στοιχείων στα οποία στηρίχθηκαν οι αποφάσεις (βλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2021, Vialto Consulting κατά Επιτροπής, C-650/19 P, EU:C:2021:879, σκέψη 122 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
39 Ωστόσο, το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο μιας διοικητικής διαδικασίας που κινείται κατά προσώπου και η οποία πρέπει να διασφαλίζεται, ακόμη και εν απουσία ειδικής κανονιστικής ρύθμισης δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στο πλαίσιο διαδικασίας η οποία καταλήγει στη λήψη μέτρου γενικής ισχύος (πρβλ. αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 2023, Arysta LifeScience Great Britain κατά Επιτροπής, C-259/22 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:513, σκέψη 50, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2002, Alpharma κατά Συμβουλίου, T-70/99, EU:T:2002:210, σκέψη 388 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), όπως η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 (πρβλ. διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, Semmelweis Egyetem κατά Συμβουλίου, T-138/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:211, σκέψη 36).
40 Ειδικότερα, όσον αφορά πράξεις γενικής ισχύος, ούτε η διαδικασία κατάρτισής τους ούτε η φύση των πράξεων αυτών απαιτούν, δυνάμει των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, μεταξύ των οποίων καταλέγεται το δικαίωμα ακροάσεως, διαβούλευσης ή ενημέρωσης, τη συμμετοχή των θιγόμενων προσώπων. Τούτο δεν ισχύει αν ρητή διάταξη του νομικού πλαισίου που διέπει την έκδοση της εν λόγω πράξης παρέχει ένα τέτοιο διαδικαστικό δικαίωμα σε θιγόμενο πρόσωπο (απόφαση της 22ας Ιουνίου 2023, Arysta LifeScience Great Britain κατά Επιτροπής, C-259/22 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2023:513, σκέψη 51 βλ. επίσης απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2019, Probelte κατά Επιτροπής, T-67/18, EU:T:2019:873, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
41 Η κατά το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 9, του κανονισμού 2020/2092 διαδικασία για τη λήψη κατάλληλων μέτρων προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης αναφέρεται μόνον στην υποχρέωση διαβούλευσης με το οικείο κράτος μέλος και προβλέπει τις διάφορες επαφές της Επιτροπής με το εν λόγω κράτος μέλος. Εξάλλου, το προσφεύγον δεν αμφισβητεί ότι η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε προσηκόντως. Κατά τα λοιπά, εν προκειμένω, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1, 2, 6 και 8 έως 10 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι η Επιτροπή αντήλλαξε απόψεις με τις ουγγρικές αρχές πριν υποβάλει την πρότασή της στο Συμβούλιο.
42 Πρέπει να προστεθεί ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν υποστήριξαν ότι υπήρχαν μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, συστημικές απάτες ή συγκεκριμένες συγκρούσεις συμφερόντων στις οποίες ενεπλάκη το προσφεύγον, οι οποίες να δικαιολογούν τη λήψη ειδικών μέτρων δυνάμει του κανονισμού 2020/2092, όπερ θα επέβαλε τον σεβασμό του δικαιώματός του ακροάσεως. Το γεγονός και μόνον ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά το προσφεύγον όπως και άλλους δικαιούχους λόγω σοβαρών συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου, τις οποίες επικαλούνται η Επιτροπή και το Συμβούλιο, δεν απονέμει στο προσφεύγον συγκεκριμένο διαδικαστικό δικαίωμα.
43 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το προσφεύγον δεν μπορεί λυσιτελώς να επικαλεστεί προσβολή του δικαιώματός του ακροάσεως.
44 Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης
45 Στο πλαίσιο του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη.
46 Το προσφεύγον προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι, ακόμη και αν η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 περιείχε πραγματικά περιστατικά ή αναφορές βάσει των οποίων θα μπορούσε να αποδειχθεί ότι παραβίασε αρχές του κράτους δικαίου, τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά και οι εν λόγω αναφορές δεν προκύπτουν από τις αιτιολογικές σκέψεις της απόφασης αυτής. Επιπλέον, το προσφεύγον προσάπτει στο Συμβούλιο ότι δεν αιτιολόγησε επαρκώς τον πρόσφορο χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης υπό το πρίσμα των σοβαρών συνεπειών που ενείχε για το ίδιο, αλλά και για τους σπουδαστές, τους εκπαιδευτικούς και τους ερευνητές του. Στο πλαίσιο αυτό, προσάπτει στο Συμβούλιο ότι δεν εξέθεσε με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους περιελήφθη στον κατάλογο των οντοτήτων τις οποίες αφορά η προσβαλλόμενη διάταξη.
47 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.
48 Το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ορίζει ότι οι νομικές πράξεις αιτιολογούνται και αναφέρονται στις προτάσεις, πρωτοβουλίες, συστάσεις, αιτήσεις ή γνώμες που προβλέπονται από τις Συνθήκες.
49 Κατά πάγια νομολογία, η κατά το άρθρο 296 ΣΛΕΕ υποχρέωση αιτιολόγησης αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι αυτή αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξης (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C-465/20 P, EU:C:2024:724, σκέψη 389 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
50 Μια ανεπαρκώς αιτιολογημένη πράξη, κατά την έννοια της υποχρέωσης τυπικής αιτιολόγησης, δεν παρέχει τη δυνατότητα κατανόησης του λόγου για τον οποίο εκδόθηκε η πράξη και επί ποιας βάσεως, ενώ η αιτιολογία μιας πράξης, ήτοι το σκεπτικό της και οι λόγοι βάσει των οποίων εκδόθηκε, μπορεί να είναι επαρκώς γνωστή και κατανοητή, πλην όμως ανεπαρκής κατά νόμον, στο μέτρο που δεν είναι τεκμηριωμένη, λυσιτελής ή σύμφωνη με τις εφαρμοστέες διατάξεις (απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 2024, Veritas κατά Επιτροπής, T-602/22, EU:T:2024:26, σκέψη 18).
51 Προκαταρκτικώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο, μια εκτελεστική πράξη δεν πληροί την υποχρέωση αιτιολόγησης που επιβάλλει το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εφόσον περιορίζεται σε ρητή ή σιωπηρή παραπομπή σε διατάξεις του κανονισμού επί του οποίου στηρίζεται, παρέχοντας με τον τρόπο αυτόν στον δικαστή της Ένωσης τη δυνατότητα να «αναγνωρίσει» τα κριτήρια βάσει των οποίων εκδόθηκε.
52 Πράγματι, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της επίμαχης πράξης και να εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία τη συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που την εξέδωσε, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του. Συναφώς, η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει εξαντλητικά όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία πράξης πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν τον σχετικό τομέα (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ., C-465/20 P, EU:C:2024:724, σκέψεις 391 και 392 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
53 Επομένως, από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να προκύπτουν με σαφήνεια και χωρίς αμφισημία οι ακριβείς λόγοι και τα συγκεκριμένα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε το Συμβούλιο προκειμένου να θεσπίσει την προσβαλλόμενη διάταξη, ιδίως όσον αφορά τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου τις οποίες επικαλείται το θεσμικό αυτό όργανο και τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι οι συγκεκριμένες παραβιάσεις επηρεάζουν ή απειλούν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της, αλλά και όσον αφορά τον πρόσφορο χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης.
54 Συναφώς, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι η αιτιολογική σκέψη 11 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 έχει ως εξής:
«[Υ]πάρχουν ανησυχίες σχετικά με τη μη εφαρμογή των κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις και τη σύγκρουση συμφερόντων όσον αφορά τα “καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος” και τις οντότητες τις οποίες αυτά διαχειρίζονται, καθώς και σχετικά με την έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τη διαχείριση των κονδυλίων από τα εν λόγω καταπιστεύματα. Τα εν λόγω ζητήματα και η διαχρονική επανεμφάνισή τους καταδεικνύουν συστημική αδυναμία, αποτυχία ή απροθυμία, από την πλευρά των ουγγρικών αρχών, να αποτραπούν αποφάσεις που παραβιάζουν το εφαρμοστέο δίκαιο, όσον αφορά [...] τις συγκρούσεις συμφερόντων, και, ως εκ τούτου, να αντιμετωπιστούν επαρκώς οι κίνδυνοι διαφθοράς. Τα ζητήματα αυτά συνιστούν παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, ιδίως των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της απαγόρευσης της αυθαίρετης άσκησης εκτελεστικών εξουσιών, ενώ εγείρουν ανησυχίες και όσον αφορά τη διάκριση των εξουσιών.»
55 Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 43 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 διευκρινίζει τα εξής:
«[Καίτοι υπήρξαν ορισμένες νομοθετικές τροποποιήσεις,] το [ουγγρικό] κανονιστικό πλαίσιο εξακολουθεί να μην καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων πολιτικών στελεχών της Εθνοσυνέλευσης και αυτόνομων οργάνων της Ουγγαρίας, σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος [...]. Επιπλέον, η Ουγγαρία επανέφερε από την 1η Νοεμβρίου 2022 τη δυνατότητα (μέσω εξαίρεσης από τη γενική απαγόρευση) για ανώτερα πολιτικά στελέχη να κατέχουν και άλλες αμειβόμενες θέσεις εργασίας, μεταξύ άλλων σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι, για τους λόγους αυτούς, όπως καθορίζονται περαιτέρω στην ανακοίνωση της Επιτροπής, οι αδυναμίες του κανονιστικού πλαισίου σε συνδυασμό με τις νέες νομοθετικές εξελίξεις επιδεινώνουν την πιθανή σύγκρουση συμφερόντων για την αντιμετώπιση της οποίας λήφθηκε το διορθωτικό μέτρο και, ως εκ τούτου, το εν λόγω μέτρο καθίσταται ανεπαρκές για την αντιμετώπιση των ανησυχιών που είχε εκφράσει αρχικά η Επιτροπή.»
56 Τέλος, η αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 έχει ως εξής:
«Όσον αφορά τις διαπιστωθείσες παραβιάσεις σε σχέση με τα καταπιστεύματα δημοσίου συμφέροντος, το κανονιστικό πλαίσιο στην Ουγγαρία ενέχει αδυναμίες, όπως αναφέρεται ανωτέρω, εξαιτίας των οποίων δεν έχει καταστεί δυνατή η άρση του κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, για την αντιμετώπιση του οποίου είχε θεσπιστεί το διορθωτικό μέτρο. Λαμβανομένης υπόψη της ανεπάρκειας του διορθωτικού μέτρου, ο προϋπολογισμός της Ένωσης εξακολουθεί να διατρέχει σοβαρό κίνδυνο, ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί καλύτερα με την απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων με κάθε καταπίστευμα δημοσίου συμφέροντος και κάθε οντότητα η οποία ανήκει σε αυτό στο πλαίσιο οποιουδήποτε προγράμματος υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση [...]».
57 Επομένως, από τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 43 και 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι η προβαλλόμενη παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου η οποία επηρεάζει ή απειλεί σοβαρά να επηρεάσει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή τα οικονομικά της συμφέροντα εξετάζεται υπό το πρίσμα της αρχής της ασφάλειας δικαίου, της απαγόρευσης της αυθαίρετης άσκησης εκτελεστικών εξουσιών και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και εξειδικεύεται, εν προκειμένω, με την ύπαρξη ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων.
58 Η προβαλλόμενη παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου είναι απόρροια μιας πραγματικής κατάστασης και του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο δεν καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων πολιτικών στελεχών, σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος που έχουν συσταθεί με τον ουγγρικό νόμο IX. Η παραβίαση αυτή των αρχών του κράτους δικαίου επιτάθηκε από το γεγονός ότι από 1ης Νοεμβρίου 2022 η Ουγγαρία επέτρεψε εκ νέου στα ανώτερα πολιτικά στελέχη να κατέχουν και άλλες αμειβόμενες θέσεις εργασίας, μεταξύ άλλων σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος τα οποία έχουν συσταθεί με τον προαναφερθέντα νόμο.
59 Επομένως, το Συμβούλιο εξέθεσε, κατά τρόπο αρκούντως λεπτομερή και εμπεριστατωμένο, τους λόγους για τους οποίους θεσπίστηκε η προσβαλλόμενη διάταξη.
60 Όσον αφορά την αιτιολόγηση του πρόσφορου χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης, επισημαίνεται ότι στις αιτιολογικές σκέψεις 43 και 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 εκτίθενται με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους η προσβαλλόμενη διάταξη είναι πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης, ο οποίος μνημονεύεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 2020/2092, καθόσον διευκρινίζεται ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, οι οποίες οφείλονται στις αδυναμίες του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου σχετικά με τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, ενέχουν σοβαρό κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων στη διαχείριση των κονδυλίων της Ένωσης.
61 Επομένως, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πρώτου και του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τα οποία προβάλλεται παράβαση του κανονισμού 2020/2092
62 Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν μερίμνησε ώστε η συμπερίληψή του στην ομάδα των οντοτήτων που υπόκεινται στο προβλεπόμενο με την προσβαλλόμενη διάταξη μέτρο να στηρίζεται σε αρκούντως στέρεη πραγματική βάση. Επιπλέον, το Συμβούλιο δεν τήρησε τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, και ιδίως τις σχετικές με την ύπαρξη παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου και τον προσδιορισμό της «άμεσης σύνδεσης» μεταξύ της παραβίασης αυτής και του επηρεασμού ή της απειλής επηρεασμού της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών της συμφερόντων.
63 Συναφώς, αφενός, το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, προβάλλει ότι η εκ μέρους της Επιτροπής έρευνα των πραγματικών περιστατικών δεν επεκτάθηκε στη σύνθεση, στη λήψη αποφάσεων, στα οικονομικά και στη λειτουργία των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος και ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα καταπιστεύματα αυτά δεν εμπλέκονταν στη διαχείριση των πανεπιστημίων. Αφετέρου, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι το ίδιο ή το καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος στο οποίο ανήκουν τα καταστατικά δικαιώματά του διέπραξαν πράξη ή παράλειψη δυνάμενη να χαρακτηριστεί ως παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου, η οποία επηρεάζει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ή απειλεί να επηρεάσει τη διαχείριση αυτή. Επομένως, κατ’ ουσίαν, το προσφεύγον προσάπτει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο ότι δεν απέδειξαν μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου.
64 Επιπλέον, το προσφεύγον εκτιμά, με το υπόμνημά του απαντήσεως, ότι, ελλείψει αποδείξεως από το Συμβούλιο μεμονωμένων παραβιάσεων, δεν είναι δυνατό να συντρέχει συστημική παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου.
65 Το προσφεύγον υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται μεν να προβεί σε εκτίμηση της ατομικής του κατάστασης, πλην όμως δεν ισχύει το ίδιο και για το Συμβούλιο. Η Ουγγαρία προσθέτει ότι, ακόμη και αν ενδέχεται να υπάρχουν καταστάσεις ως προς τις οποίες δεν θα ήταν δυνατό να αναμένεται εκ μέρους του Συμβουλίου εξατομικευμένη εκτίμηση της κατάστασης των ενδιαφερομένων λόγω του ιδιαίτερα μεγάλου αριθμού τους, τούτο δεν ισχύει εν προκειμένω, καθόσον ήταν δυνατόν να προσδιοριστούν επακριβώς τα σχετικώς λίγα πρόσωπα τα οποία αφορά η προσβαλλόμενη διάταξη.
66 Εξάλλου, το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, προβάλλει ότι δεν αποδείχθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506 «πραγματική σύνδεση» μεταξύ της παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου και του αντίκτυπού της στον προϋπολογισμό της Ένωσης.
67 Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως, καθόσον η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 δεν στηρίζεται σε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Κατ’ ουσίαν, το προσφεύγον προσάπτει στο Συμβούλιο ότι εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση καίτοι δεν συνέτρεχαν τα προαπαιτούμενα στοιχεία ώστε να είναι δυνατή η λήψη ενός τέτοιου μέτρου.
68 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
69 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4 του κανονισμού 2020/2092 καθορίζει τις προϋποθέσεις για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.
70 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα όταν διαπιστώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ίδιου κανονισμού, ότι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο.
71 Δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 2020/2092, η Επιτροπή οφείλει να εκθέτει, σε γραπτή κοινοποίηση προς το οικείο κράτος μέλος, τα πραγματικά περιστατικά και τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζονται οι διαπιστώσεις της ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 338), και, κυρίως, ότι οι παραβιάσεις επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή προϋπόθεση απαιτεί την ύπαρξη πραγματικής σύνδεσης μεταξύ των εν λόγω παραβιάσεων και ενός τέτοιου επηρεασμού ή μιας τέτοιας σοβαρής απειλής επηρεασμού (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 111 και 147).
72 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η πρόληψη παραβιάσεων όπως αυτές περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 απαιτεί οι διαπιστωθείσες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου να απειλούν «σοβαρά» να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή τα οικονομικά συμφέροντά της και επιτάσσει, κατά συνέπεια, η Επιτροπή και το Συμβούλιο να αποδεικνύουν ότι υφίσταται μεγάλη πιθανότητα πραγμάτωσης της απειλής αυτής ως προς τις καταστάσεις ή τις πρακτικές των αρχών για τις οποίες κάνει λόγο το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2020/2092 (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 299).
73 Εξάλλου, οι εκτιμήσεις της Επιτροπής και του Συμβουλίου υπόκεινται στις διαδικαστικές απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφοι 1 έως 9, του κανονισμού 2020/2092. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 26 του κανονισμού, οι απαιτήσεις αυτές συνεπάγονται ιδίως την υποχρέωση της Επιτροπής να στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία και να τηρεί τις αρχές της αντικειμενικότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ισότητας των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών κατά τη διεξαγωγή των διαδικασιών που στηρίζονται στην εν λόγω διάταξη. Όσον αφορά την εξέταση περί του αν συντρέχει παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου και την αξιολόγηση τυχόν παραβιάσεων, οι οικείες απαιτήσεις πρέπει να νοηθούν υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 16 του κανονισμού, κατά την οποία η αξιολόγηση αυτή πρέπει να είναι αντικειμενική, αμερόληπτη και δίκαιη, η δε τήρηση του συνόλου των εν λόγω υποχρεώσεων υπόκειται σε πλήρη δικαστικό έλεγχο από τον δικαστή της Ένωσης (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 286).
74 Τέλος, η επιλογή και το περιεχόμενο των μέτρων που μπορούν να ληφθούν βάσει του κανονισμού 2020/2092 είναι περιορισμένα, καθόσον το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού απαριθμεί εξαντλητικώς τα διάφορα μέτρα προστασίας που είναι δυνατό να ληφθούν (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 301).
75 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2020/2092, τέτοια μέτρα είναι αναλογικά και καθορίζονται με βάση τον πραγματικό ή δυνητικό αντίκτυπο των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή στα οικονομικά συμφέροντά της. Η φύση, η διάρκεια, η σοβαρότητα και η έκταση των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου λαμβάνονται δεόντως υπόψη, τα δε μέτρα στοχεύουν, στο μέτρο του δυνατού, τις δράσεις της Ένωσης που επηρεάζονται από τις παραβιάσεις. Τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να είναι, ως εκ τούτου, αυστηρώς ανάλογα προς τον αντίκτυπο που έχουν οι διαπιστούμενες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου επί του προϋπολογισμού της Ένωσης ή επί των οικονομικών συμφερόντων της (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 302).
76 Ως εκ τούτου, από τον συνδυασμό του άρθρου 4 και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 προκύπτει ότι, προκειμένου να δικαιολογηθεί η λήψη κατάλληλων μέτρων βάσει του κανονισμού αυτού, το Συμβούλιο και η Επιτροπή οφείλουν να αποδείξουν κατά τρόπο συγκεκριμένο, πρώτον, ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι υπήρξε παραβίαση τουλάχιστον μίας από τις αρχές του κράτους δικαίου που μνημονεύονται στο άρθρο 2, στοιχείο α', του κανονισμού σε ένα κράτος μέλος, δεύτερον, ότι η παραβίαση αυτή αφορά τουλάχιστον μία από τις καταστάσεις που μπορούν να καταλογιστούν σε αρχή κράτους μέλους ή τουλάχιστον μία από τις πρακτικές της αρχής αυτής στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, στο μέτρο που οι οικείες καταστάσεις ή πρακτικές άπτονται της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της, και, τρίτον, ότι η παραβίαση αυτή επηρεάζει ή απειλεί σοβαρά να επηρεάσει την εν λόγω χρηστή διαχείριση ή την προστασία αυτών των οικονομικών συμφερόντων, κατά τρόπο επαρκώς άμεσο, βάσει πραγματικής σύνδεσης μεταξύ της παραβίασης και του ως άνω επηρεασμού ή της ως άνω σοβαρής απειλής επηρεασμού (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 288).
77 Τα επιχειρήματα των διαδίκων πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων.
– Επί της έντασης του δικαστικού ελέγχου
78 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, προβάλλει ότι τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των μέτρων που κρίνουν κατάλληλα για την αντιμετώπιση των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος.
79 Η Επιτροπή διευκρίνισε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι, δεδομένης της πολυπλοκότητας των θεμάτων και των δημοσιονομικών μέτρων που αποτελούν το αντικείμενο του δικαστικού ελέγχου εν προκειμένω, τόσο η ίδια όσο και το Συμβούλιο θα πρέπει να διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τις εκτιμήσεις τους στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ο δε δικαστικός έλεγχος θα πρέπει να περιορίζεται στα πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως.
80 Παρά ταύτα, το Συμβούλιο και η Επιτροπή αναγνώρισαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 4 του κανονισμού 2020/2092 προϋπόθεση της ύπαρξης παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου αποτελεί νομικό ζήτημα ως προς το οποίο ο δικαστικός έλεγχος του δικαστή της Ένωσης πρέπει να είναι αυστηρός.
81 Το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει, εν προκειμένω, πλήρη και εις βάθος δικαστικό έλεγχο.
82 Προκαταρκτικώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι αρχές του κράτους δικαίου, επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση, συνεπάγονται ότι ούτε τα κράτη μέλη ούτε τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς τη Συνθήκη ΛΕΕ, η οποία καθιερώνει πλήρες σύστημα ενδίκων μέσων και διαδικασιών το οποίο αποσκοπεί να αναθέσει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των θεσμικών οργάνων (πρβλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, 294/83, EU:C:1986:166, σκέψεις 23 και 24).
83 Στο πλαίσιο του δικαστικού ελέγχου, ο δικαστής της Ένωσης ασκεί πλήρη έλεγχο όσον αφορά τα νομικά ζητήματα, ο οποίος περιλαμβάνει την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις νομικές διατάξεις επί τη βάσει αντικειμενικών στοιχείων, όπως και την εξακρίβωση του κατά πόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής μιας τέτοιας διάταξης (πρβλ. απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2022, Καμπότζη και CRF κατά Επιτροπής, T-246/19, EU:T:2022:694, σκέψη 45).
84 Εξάλλου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση ιδιαιτέρως περίπλοκων πραγματικών στοιχείων οικονομικής, τεχνικής ή επιστημονικής φύσης για τον προσδιορισμό της φύσης και της έκτασης των μέτρων που λαμβάνουν, η άσκηση της εξουσίας αυτής δεν εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Πράγματι, στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξακριβώσει αν η άσκηση της εξουσίας αυτής ενέχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή κατάχρηση εξουσίας ή ακόμη αν οι αρχές αυτές υπερέβησαν προδήλως τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο δικαστής της Ένωσης δεν μπορεί να υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των πραγματικών στοιχείων οικονομικής, επιστημονικής ή τεχνικής φύσης την εκτίμηση των θεσμικών οργάνων, που είναι τα μόνα στα οποία οι Συνθήκες έχουν αναθέσει την αποστολή αυτή (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2007, Industrias Qu?micas del Vall?s κατά Επιτροπής, C-326/05 P, EU:C:2007:443, σκέψεις 75 και 76, της 4ης Μαΐου 2023, ΕΚΤ κατά Cr?dit lyonnais, C-389/21 P, EU:C:2023:368, σκέψη 55, και της 1ης Αυγούστου 2025, Γαλλία και Επιτροπή κατά CWS Powder Coatings κ.λπ., C-71/23 P και C-82/23 P, EU:C:2025:601, σκέψη 106 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
85 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, μεταξύ άλλων, να ελέγχει όχι μόνον την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τη συνοχή των προβαλλομένων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και το ζήτημα αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση σύνθετης κατάστασης και αν δύνανται να τεκμηριώσουν τα εξ αυτών συναγόμενα συμπεράσματα (βλ. απόφαση της 4ης Μαΐου 2023, ΕΚΤ κατά Cr?dit lyonnais, C-389/21 P, EU:C:2023:368, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
86 Αντιθέτως, όσον αφορά την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που δεν παρουσιάζουν οικονομική, τεχνική ή επιστημονική περιπλοκότητα, ο δικαστικός έλεγχος τον οποίο ασκεί ο δικαστής της Ένωσης παραμένει πλήρης [πρβλ. απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2020, Medac Gesellschaft f?r klinische Spezialpr?parate κατά Επιτροπής, T-549/19, EU:T:2020:444, σκέψη 47 (μη δημοσιευθείσα)].
87 Επομένως, όπως επισημαίνεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, ο νομοθέτης της Ένωσης ουδόλως παρέσχε στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή απεριόριστο δικαίωμα να κρίνουν, υπό το πρίσμα πολιτικών εκτιμήσεων, κατά πόσον τηρούνται οι αρχές του κράτους δικαίου ή να συνδέουν κάθε διαπιστούμενη παραβίαση των αρχών αυτών, εν γένει, με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των κονδυλίων της Ένωσης. Πράγματι, εξήρτησε την κίνηση της διαδικασίας από τα κριτήρια τα οποία μνημονεύονται στις σκέψεις 69 έως 76 ανωτέρω, τα οποία διασφαλίζουν ότι οι εκτιμήσεις των θεσμικών αυτών οργάνων εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Ένωσης και είναι νομικής και όχι πολιτικής φύσεως (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 358).
88 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η υποχρέωση της Επιτροπής και του Συμβουλίου να στηρίζονται, όταν εξετάζουν εάν η λήψη των κατάλληλων μέτρων είναι δικαιολογημένη, σε συγκεκριμένα στοιχεία και να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ισότητας των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών υπόκειται σε πλήρη δικαστικό έλεγχο από τον δικαστή της Ένωσης (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 149, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψεις 167, 202 και 286).
89 Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο δικαστικός έλεγχος που διενεργείται εν προκειμένω είναι περιορισμένος.
– Επί του πρώτου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, όσον αφορά την ύπαρξη παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου
90 Το προσφεύγον προσάπτει στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο ότι δεν απέδειξαν μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου διαπραχθείσες από το προσφεύγον ή το καταπίστευμα στο οποίο ανήκει. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν στηρίζεται σε αρκούντως στέρεη πραγματική βάση. Επιπλέον, το προσφεύγον εκτιμά ότι, καθόσον το Συμβούλιο δεν απέδειξε την ύπαρξη μεμονωμένων παραβιάσεων, δεν είναι δυνατό να συντρέχει συστημική παραβίαση του κράτους δικαίου.
91 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.
92 Όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 76 ανωτέρω, η πρώτη από τις προϋποθέσεις για τη λήψη μέτρων προστασίας του προϋπολογισμού, βάσει του κανονισμού 2020/2092, είναι η απόδειξη παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου, όπως ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο α', του εν λόγω κανονισμού.
93 Όσον αφορά τη φύση των επίμαχων εν προκειμένω παραβιάσεων, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 2020/2092 αφορά τόσο τις μεμονωμένες όσο και τις συστημικές παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου.
94 Πράγματι, οι καταστάσεις ή οι πρακτικές των αρχών που απαριθμούνται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία α' έως η', του κανονισμού 2020/2092, ως παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου κατά την έννοια του κανονισμού αυτού, περιλαμβάνουν καταστάσεις ή πρακτικές τόσο μεμονωμένης όσο και συστημικής φύσεως. Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 15 του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης μπορούν να πληγούν σοβαρά όχι μόνο από μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, αλλά και από παραβιάσεις που είναι διαδεδομένες ή οφείλονται σε επαναλαμβανόμενες πρακτικές ή παραλείψεις των δημόσιων αρχών ή σε γενικά μέτρα που λαμβάνονται από τις εν λόγω αρχές.
95 Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει συναφώς ότι, όταν παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, οι οποίες ενδέχεται να αποδειχθούν συστημικές ως εκ της φύσεώς τους, είναι επίσης ικανές να επηρεάσουν ή να απειλήσουν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της, δεν μπορεί να επικριθεί η Ένωση επειδή θέτει σε εφαρμογή τα μέσα που είναι αναγκαία για την προστασία της εν λόγω χρηστής διαχείρισης και των εν λόγω οικονομικών συμφερόντων (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 362).
96 Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 11, 43 και 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι η παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου είναι απόρροια πραγματικής κατάστασης και του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο δεν καθιστά αδύνατη τη συμμετοχή υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων ανώτερων πολιτικών στελεχών, σε διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δημόσιου συμφέροντος, γεγονός που επιτείνει τον ενδεχόμενο κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων.
97 Επιπλέον, η αιτιολογική σκέψη 58 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 αναφέρει ρητώς ότι «οι εντοπισθείσες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης [...] αφορούν παραβιάσεις συστημικού χαρακτήρα».
98 Συναφώς, το σημείο 128 της πρότασης της Επιτροπής αναφέρει ότι, «[ό]σον αφορά τη φύση των παραβιάσεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι η αξιολόγηση των παραβιάσεων που σχετίζονται [...] με συγκρούσεις συμφερόντων ως προς τα καταπιστεύματα δημοσίου συμφέροντος, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τα ζητήματα αυτά είναι ενδεικτικά παραβιάσεων του κράτους δικαίου, ιδίως του άρθρου 3 στοιχείο β) του κανονισμού [...] 2020/2092, δεδομένου ότι δεν προλαμβάνουν, διορθώνουν ή επιβάλλουν κυρώσεις για αυθαίρετες ή παράνομες αποφάσεις δημόσιων αρχών και δεν διασφαλίζουν την απουσία σύγκρουσης συμφερόντων.»
99 Στο σημείο 57 της πρότασής της, η Επιτροπή εκτίμησε επίσης ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την κατάσταση που μνημονεύεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο η', του κανονισμού 2020/2092, ήτοι «άλλες καταστάσεις [...] που άπτονται της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης», οι οποίες στην προκειμένη περίπτωση συνίστανται στον αυξημένο κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων λόγω του γεγονότος ότι ανώτερα πολιτικά στελέχη ήταν μέλη των διοικητικών συμβουλίων καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος.
100 Επιπλέον, το σημείο 130 της πρότασης της Επιτροπής διευκρινίζει τα εξής:
«[Ο]ι διαπιστωθείσες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου αφορούν σημαντικά τμήματα του δημόσιου τομέα στην Ουγγαρία, δηλαδή όλους τους δημόσιους φορείς που εκτελούν ενωσιακά κονδύλια οι οποίοι ενδέχεται να είναι ή να καταστούν αναθέτουσες αρχές, καθώς και όλα τα καταπιστεύματα δημοσίου συμφέροντος, τα οποία, παρά το γεγονός ότι είναι ιδιωτικές οντότητες, έχουν στόχο δημοσίου συμφέροντος, όπως η εκπαίδευση, η έρευνα, η προστασία του περιβάλλοντος και του κλίματος και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ως εκ τούτου, οι διαπιστωθείσες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου είναι συστημικές και ευρέως διαδεδομένες, και άρα σοβαρές.»
101 Τέλος, η Επιτροπή, στο σημείο 142 της πρότασής της, παρατήρησε ότι ήταν πρακτικώς αδύνατο να θεωρηθεί ότι η απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων, στο πλαίσιο προγραμμάτων υπό άμεση και έμμεση διαχείριση, έναντι καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος και οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά πρέπει να ισχύει μόνο για ορισμένα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος και για ορισμένες οντότητες που ανήκουν σε αυτά ή ότι μπορούν να αναληφθούν μερικές νομικές δεσμεύσεις έναντι των εν λόγω οντοτήτων.
102 Πράγματι, όπως προκύπτει από το σημείο 70 της ανακοίνωσης της Επιτροπής, το γεγονός ότι υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι και ανώτερα πολιτικά στελέχη μπορούν να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος «δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία [αυτά τα] ανώτερα πολιτικά στελέχη δύνανται να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με την εκταμίευση δημόσιων πόρων σε οντότητες, στις οποίες απασχολούνται και διαθέτουν τα ίδια βασικές εξουσίες λήψης αποφάσεων». Όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο, τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, ως εκ της καθοριζόμενης από τον νόμο φύσεώς τους, ασκούν αποφασιστική επιρροή και έλεγχο επί των οντοτήτων που ανήκουν στα καταπιστεύματα αυτά, οπότε, στην πράξη, οι δύο οντότητες συνδέονται άρρηκτα ως ενότητα. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε απόφαση σχετική με τη χρήση κονδυλίων της Ένωσης από οντότητα που τελεί υπό τη διαχείριση καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος επηρεάζεται από τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων όσον αφορά τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος.
103 Ως εκ τούτου, από την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της πρότασης και της ανακοίνωσης της Επιτροπής, προκύπτει ότι οι ανησυχίες σχετικά με τις παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου αφορούσαν το εφαρμοζόμενο νομικό πλαίσιο στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος, και ιδίως την οργάνωση, τη λειτουργία και την έλλειψη συστημικής διαφάνειας ως προς τη διαχείριση των πόρων από τα εν λόγω καταπιστεύματα και τις οντότητες που ανήκουν σε αυτά, και όχι παραβιάσεις τις οποίες διέπραξαν μεμονωμένως τα καταπιστεύματα ή οι ανήκουσες σε αυτά οντότητες, όπως το προσφεύγον.
104 Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, θα ήταν αντίθετο προς την πρακτική αποτελεσματικότητα του κανονισμού 2020/2092 να απαιτείται από την Επιτροπή και το Συμβούλιο να αποδεικνύουν απαραιτήτως, στο πλαίσιο προβαλλόμενης συστημικής παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου, και μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου από κάθε εμπλεκόμενη οντότητα, όπως υποστηρίζει το προσφεύγον. Εξάλλου, μια τέτοια ερμηνεία θα καθιστούσε αδύνατη τη λήψη μέτρων με σκοπό την αντιμετώπιση συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου.
105 Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το προσφεύγον, το Συμβούλιο μπορεί να προβάλλει την ύπαρξη συστημικής παραβίασης του κράτους δικαίου, ικανής να επιφέρει τη λήψη μέτρου προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης βάσει του κανονισμού 2020/2092, ακόμη και ελλείψει μεμονωμένων παραβιάσεων του κράτους δικαίου εκ μέρους των οικείων οντοτήτων.
106 Όσον αφορά την απόδειξη των επίμαχων παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου, επισημαίνεται, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 96 έως 102 ανωτέρω, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη στηρίζεται σε αρκούντως στέρεη πραγματική βάση, καθόσον αποδείχθηκαν επαρκώς κατά νόμον, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 3, στοιχείο β', του ίδιου κανονισμού, παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α', του εν λόγω κανονισμού. Οι παραβιάσεις αυτές συνίστανται σε σοβαρό κίνδυνο ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων εξαιτίας του ουγγρικού κανονιστικού πλαισίου και έχουν συστημικό χαρακτήρα λόγω της συστημικής αδυναμίας, αποτυχίας ή απροθυμίας της Ουγγαρίας να αποτρέψει τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά παράβαση του εφαρμοστέου δικαίου περί συγκρούσεων συμφερόντων.
107 Υπό τις συνθήκες αυτές, η διαπίστωση της ύπαρξης παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου δεν απαιτούσε, για τη θέσπιση της προσβαλλόμενης διάταξης, την απόδειξη μεμονωμένων παραβιάσεων διαπραχθεισών από οντότητες όπως το προσφεύγον ή από τα καταπιστεύματα στα οποία αυτές ανήκαν.
108 Ως εκ τούτου, το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε μεμονωμένες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές. Όσον αφορά την απόδειξη των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου, το επιχείρημα του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, στον βαθμό που υποστηρίζει ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 δεν στηριζόταν σε αρκούντως στέρεη ή τεκμηριωμένη πραγματική βάση.
– Επί του δευτέρου σκέλους, με το οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092, όσον αφορά την ύπαρξη πραγματικής και αρκούντως άμεσης σύνδεσης μεταξύ της παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου και του αντίκτυπού της στον προϋπολογισμό της Ένωσης.
109 Το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, προβάλλει ότι η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 δεν απέδειξε «άμεση σύνδεση» μεταξύ της παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου και του αντίκτυπού της στον προϋπολογισμό της Ένωσης.
110 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος.
111 Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092 απαιτεί, για τη λήψη κατάλληλων μέτρων, να αποδεικνύεται ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος επηρεάζουν ή απειλούν σοβαρά να επηρεάσουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο. Επομένως, η προϋπόθεση αυτή απαιτεί να αποδεικνύεται «πραγματική σύνδεση» μεταξύ των εν λόγω παραβιάσεων και ενός τέτοιου επηρεασμού ή μιας τέτοιας σοβαρής απειλής επηρεασμού (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 165).
112 Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος δεν εμπλέκονταν στη διαχείριση των πανεπιστημίων.
113 Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 4, του ουγγρικού νόμου IX, η ιδρυτική πράξη ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το οποίο ανήκει σε καταπίστευμα μπορεί να προβλέπει ότι το καταπίστευμα έχει την ευθύνη για την έγκριση του προϋπολογισμού του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, των ετήσιων λογαριασμών του που καταρτίζονται σύμφωνα με τις λογιστικές διατάξεις, των κανόνων οργάνωσης και λειτουργίας του, του σχεδίου του διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, καθώς και για τη δημιουργία και την απόκτηση μετοχών οικονομικής οντότητας και είναι επιφορτισμένο με την προκήρυξη της πρόσκλησης υποβολής υποψηφιοτήτων για τη θέση του πρύτανη.
114 Οι εξουσίες των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος στα οποία ανήκουν ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εκτίθενται λεπτομερώς και στον nemzeti fels?oktat?sr?l sz?l? 2011. ?vi CCIV. t?rv?ny [νόμο CCIV του 2011 για την εθνική τριτοβάθμια εκπαίδευση (Magyar K?zl?ny 2011/165., στο εξής: ουγγρικός νόμος CCIV)], ο οποίος έχει εφαρμογή σε όλα τα ουγγρικά ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα άρθρα 12 και 73 του νόμου αυτού καθορίζουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των οντοτήτων στα οποία ανήκουν τα εν λόγω ιδρύματα, ήτοι, κατά περίπτωση, των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος.
115 Συναφώς, το μεν άρθρο 12, παράγραφος 3, του ουγγρικού νόμου CCIV προβλέπει, ως γενικό κανόνα, ότι εναπόκειται στο διοικητικό συμβούλιο, μεταξύ άλλων, να εγκρίνει τον προϋπολογισμό, τους ετήσιους λογαριασμούς, καθώς και τους κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας του ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
116 Το δε άρθρο 73, παράγραφος 1, του ουγγρικού νόμου CCIV προβλέπει ότι, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που συνδέονται με τον έλεγχο των οντοτήτων στις οποίες ανήκουν τα ιδρύματα αυτά, είναι τα ίδια, ανεξαρτήτως της οντότητας που ασκεί τα εν λόγω δικαιώματα και εκπληρώνει τις εν λόγω υποχρεώσεις. Επομένως, από το άρθρο 73, παράγραφος 3, του νόμου αυτού προκύπτει ότι οι οντότητες στις οποίες ανήκει ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν, μεταξύ άλλων, την αρμοδιότητα να καταρτίζουν και να τροποποιούν την ιδρυτική πράξη του ιδρύματος, καθώς και να επανεξετάζουν τους κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας του.
117 Τέλος, το άρθρο 94, παράγραφος 6, του ουγγρικού νόμου CCIV ορίζει ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12, παράγραφος 3, και από το άρθρο 73, παράγραφος 3, του νόμου αυτού, η ιδρυτική πράξη ιδιωτικού ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μπορεί να προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η οντότητα στην οποία ανήκει το ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εγκρίνει τον προϋπολογισμό του, τους ετήσιους λογαριασμούς του, καθώς και τους κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας του.
118 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, ανάλογα με την ιδρυτική πράξη ενός ιδρύματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος μπορεί να διαθέτει σημαντικές εξουσίες σε ζητήματα προϋπολογισμού, λειτουργίας και οργάνωσης του ιδρύματος αυτού.
119 Δεύτερον, πρέπει να εξακριβωθεί αν υφίσταται «πραγματική σύνδεση» μεταξύ των επίμαχων παραβιάσεων και του επηρεασμού ή της σοβαρής απειλής επηρεασμού της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της.
120 Από τις αιτιολογικές σκέψεις 58 και 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προκύπτει ότι, λόγω της ανεπάρκειας των διορθωτικών μέτρων που κοινοποίησε η Ουγγαρία για την αντιμετώπιση των συστημικών παραβιάσεων του κράτους δικαίου, εξακολουθούσε να υφίσταται σοβαρή απειλή για τον προϋπολογισμό της Ένωσης, δεδομένου ότι οι παραβιάσεις αυτές απειλούσαν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης κατά τρόπο επαρκώς άμεσο.
121 Το σημείο 33 της πρότασης της Επιτροπής αναφέρει συναφώς ότι η σύσταση οντοτήτων ιδιωτικού δικαίου στις οποίες το Δημόσιο δώρισε σημαντικά δημόσια περιουσιακά στοιχεία ενδέχεται να συνεπάγεται έλλειψη δημόσιου ελέγχου επί της λειτουργίας και της διακυβέρνησης των εν λόγω οντοτήτων.
122 Επιπλέον, στο σημείο 142 της πρότασης της Επιτροπής επισημαίνεται ότι η εξαίρεση που επιτρέπει στα μέλη των διοικητικών συμβουλίων των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος να μη συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις περί σύγκρουσης συμφερόντων μπορεί να επηρεάσει τους προϋπολογισμούς τους οποίους οι εν λόγω οντότητες ενδέχεται να εκτελέσουν ή να διαχειριστούν.
123 Ομοίως, σύμφωνα με το σημείο 70 της ανακοίνωσης της Επιτροπής, η εξαίρεση που επανεισήγαγε η Ουγγαρία, από την 1η Νοεμβρίου 2022, η οποία επιτρέπει σε ανώτερα πολιτικά στελέχη να συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος δημιουργεί μια κατάσταση στην οποία τα εν λόγω στελέχη δύνανται να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που αφορά την εκταμίευση δημόσιων πόρων σε οντότητες στις οποίες απασχολούνται και διαθέτουν τα ίδια βασικές εξουσίες λήψης αποφάσεων.
124 Τέλος, το σημείο 154, στοιχείο vi, της ανακοίνωσης της Επιτροπής αναφέρει ότι, «[ε]ξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι όσον αφορά ορισμένα άλλα ζητήματα, και συγκεκριμένα: [...] η περαιτέρω διευκόλυνση, μετά την αξιολόγηση του προτεινόμενου διορθωτικού μέτρου από την Επιτροπή τον Σεπτέμβριο, της παρουσίας υψηλόβαθμων αξιωματούχων στα διοικητικά συμβούλια ιδρυμάτων διαχείρισης δημοσίου συμφέροντος, σκοπός των οποίων είναι η εκταμίευση μεγάλων ποσών από δημόσιους πόρους».
125 Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που εκτίθενται στις σκέψεις 120 έως 124 ανωτέρω, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το προσφεύγον ανήκει σε καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος και τελεί υπό τον έλεγχο του διοικητικού συμβουλίου του εν λόγω καταπιστεύματος, τα μέλη του οποίου διορίζονται για αόριστο χρόνο από την εκτελεστική εξουσία. Επομένως, υπάρχει πραγματικός και σοβαρός κίνδυνος, από συστημικής απόψεως, η επιλογή της ανάπτυξης πανεπιστημιακών προγραμμάτων και σπουδών, καθώς και χρηματοδοτούμενων από την Ένωση έργων έρευνας και ανάπτυξης, να επηρεαστεί άμεσα για πολιτικούς λόγους ή απλώς να παύσει πλέον να υποστηρίζεται για τους λόγους αυτούς.
126 Επομένως, διαπιστώνεται ότι, ελλείψει της προσβαλλόμενης διάταξης, τα καταπιστεύματα στα οποία ενδέχεται να συμμετέχουν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένων των ανώτερων πολιτικών στελεχών, και οι ανήκουσες σε τέτοια καταπιστεύματα οντότητες θα μπορούσαν να λαμβάνουν κονδύλια από τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Όπως προκύπτει δε από τη σκέψη 118 ανωτέρω, τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος είναι δυνατό να διαθέτουν σημαντικές εξουσίες επί ζητημάτων προϋπολογισμού, λειτουργίας και οργάνωσης των οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά, όπως το προσφεύγον εν προκειμένω.
127 Επιπλέον, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να είναι δυνατή η επιλογή του προσωπικού το οποίο συμμετέχει στην εκτέλεση έργων έρευνας και ανάπτυξης ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία χρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης, από το διοικητικό συμβούλιο καταπιστεύματος δημόσιου συμφέροντος ή από τη διοίκηση του πανεπιστημίου αναλόγως του πολιτικού τους προσανατολισμού.
128 Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe, τα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος είναι δυνατό να διαδραματίσουν ορισμένο ρόλο κατά την εκταμίευση κονδυλίων της Ένωσης στους τελικούς δικαιούχους. Επομένως, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι πολιτικές, οικονομικές ή προσωπικές συγκρούσεις συμφερόντων να επηρεάσουν την επιλογή των εν λόγω δικαιούχων.
129 Εξάλλου, το Συμβούλιο ορθώς υποστήριξε ότι, στην περίπτωση του προγράμματος Erasmus+, υφίστατο πραγματικός και συστημικός κίνδυνος να προκύψουν συγκρούσεις συμφερόντων κατά την επιλογή των δικαιούχων φοιτητών, και ιδίως κατά την επιλογή και την αμοιβαία αναγνώριση των επιλέξιμων μαθημάτων που παρακολουθήθηκαν σε άλλα κράτη μέλη, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό στην εν λόγω διαδικασία επιλογής εκτιμήσεις που βαίνουν πέραν της αξιολόγησης των ακαδημαϊκών προσόντων.
130 Το Συμβούλιο υποστήριξε επίσης, χωρίς να αντικρουσθεί σοβαρά από το προσφεύγον ή την Ουγγαρία, ότι, όσον αφορά την εκτέλεση των επιχορηγήσεων στο πλαίσιο του προγράμματος Horizon Europe, η επιλογή των παρεχόντων υπηρεσίες στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων για την υλοποίηση έργων που διέπονται από το πρόγραμμα αυτό, τα οποία συχνά ήταν μεγάλης σημασίας λόγω του προϋπολογισμού που διατίθεται για τα επιστημονικά έργα, ήταν εκτεθειμένη στον κίνδυνο αθέμιτης επιρροής. Κατά το Συμβούλιο, το ουγγρικό κανονιστικό πλαίσιο επηρέαζε επίσης την πρόσληψη προσωπικού και άλλες διαδικασίες σχετικές με τους ανθρώπινους πόρους. Λαμβανομένων υπόψη του εκτεταμένου πολιτικού ελέγχου και του κινδύνου σύγκρουσης συμφερόντων, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι όλες οι εσωτερικές διαδικασίες, οι ακαδημαϊκές διαδικασίες και οι δομές διακυβέρνησης που εμπλέκονταν στη χρήση των κονδυλίων της Ένωσης θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξωτερικής επιρροής, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακατάλληλη χρήση των κονδυλίων της Ένωσης.
131 Η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης προϋποθέτει, όμως, ότι οι οικονομικοί πόροι της δεν χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση οντοτήτων δημόσιου συμφέροντος των κρατών μελών, όπως καταπιστευμάτων, ή οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά, των οποίων οι όροι λειτουργίας παραβιάζουν τις αρχές του κράτους δικαίου.
132 Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν το προσφεύγον και η Ουγγαρία, η Επιτροπή και το Συμβούλιο απέδειξαν εν προκειμένω επαρκώς κατά νόμον πραγματική και αρκούντως άμεση σύνδεση μεταξύ των προβαλλόμενων σοβαρών και συστημικών παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου και του επηρεασμού ή της σοβαρής απειλής επηρεασμού της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης του προϋπολογισμού της Ένωσης ή της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της.
133 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η επιχειρηματολογία με την οποία προβάλλεται ότι δεν αποδείχθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2022/2506 πραγματική και αρκούντως άμεση σύνδεση μεταξύ της παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου και του αντίκτυπού της επί του προϋπολογισμού της Ένωσης και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθούν το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως στο σύνολό τους.
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
134 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ και στην αιτιολογική σκέψη 18 του κανονισμού 2020/2092.
135 Συναφώς, το προσφεύγον προβάλλει πέντε επιχειρήματα. Πρώτον, δεδομένου ότι δεν ασκεί καμία επιρροή επί των προβαλλόμενων παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου, η βλαπτική για το ίδιο προσβαλλόμενη διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κατάλληλη και αναγκαία για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης. Δεύτερον, λόγω των περιορισμένων δημοσιονομικών επιπτώσεων της προσβαλλόμενης διάταξης σε σύγκριση με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, η διάταξη αυτή δεν είναι κατάλληλη για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης. Τρίτον, η προσβαλλόμενη διάταξη, της οποίας τα αποτελέσματα είναι επιζήμια για τις δραστηριότητες και την καλή φήμη του προσφεύγοντος, δεν είναι το λιγότερο επαχθές μέτρο. Τέταρτον, η περιλαμβανόμενη στην αιτιολογική σκέψη 61 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 επιχειρηματολογία προς δικαιολόγηση της αναλογικότητας της προσβαλλόμενης διάταξης, ιδίως δε το γεγονός ότι το μέτρο είναι προσωρινό, είναι συναφώς ανεπαρκής. Πέμπτον, τα συμφέροντα και η κατάσταση του προσφεύγοντος δεν ελήφθησαν υπόψη πριν από την έκδοση της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506.
136 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος και της Ουγγαρίας.
137 Με την αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, το Συμβούλιο έκρινε ότι ο καλύτερος τρόπος για την αντιμετώπιση της σοβαρής απειλής για τον προϋπολογισμό λόγω ενδεχόμενων συγκρούσεων συμφερόντων στα καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος ήταν η προσβαλλόμενη διάταξη, ήτοι η απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων εκ μέρους της Επιτροπής, όταν εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση, έναντι των καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος ή των οντοτήτων που ανήκουν σε αυτά. Κατά το Συμβούλιο, ένα τέτοιο μέτρο είναι ανάλογο προς το απολύτως αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι επιζήμιων συνεπειών ή κινδύνου επιζήμιων συνεπειών που απορρέουν από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος.
138 Το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2020/2092 προβλέπει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του κανονισμού αυτού είναι αναλογικά. Καθορίζονται με βάση τον πραγματικό ή δυνητικό αντίκτυπο των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή στα οικονομικά συμφέροντά της. Η φύση, η διάρκεια, η σοβαρότητα και η έκταση των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου λαμβάνονται δεόντως υπόψη. Τα μέτρα στοχεύουν, στο μέτρο του δυνατού, τις δράσεις της Ένωσης που επηρεάζονται από τις παραβιάσεις. Τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να είναι, ως εκ τούτου, αυστηρώς ανάλογα προς τον αντίκτυπο που έχουν οι διαπιστούμενες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου επί του προϋπολογισμού της Ένωσης ή επί των οικονομικών συμφερόντων της (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 302).
139 Η αρχή της αναλογικότητας, η οποία συγκαταλέγεται στις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης και κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ και στο άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, επιτάσσει να είναι οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης πρόσφορες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με την οικεία ρύθμιση θεμιτών σκοπών και να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών, εξυπακουομένου ότι, εφόσον υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές και ότι τα δυσμενή αποτελέσματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 340 βλ. επίσης απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 353 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
140 Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί ο αναγκαίος και πρόσφορος χαρακτήρας της προσβαλλόμενης διάταξης.
141 Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι ο κανονισμός 2020/2092 και η εκτελεστική απόφαση 2022/2506 αποσκοπούν στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι των επιζήμιων σε βάρος του συνεπειών οι οποίες είναι δυνατό να απορρέουν από παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε ένα κράτος μέλος.
142 Εντούτοις, το προσφεύγον δεν προσκόμισε στο Γενικό Δικαστήριο κανένα στοιχείο το οποίο να θέτει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη διάταξη είναι ικανή να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό με την επιβολή απαγόρευσης στην Επιτροπή να αναλάβει νέες νομικές δεσμεύσεις έναντι καταπιστευμάτων δημόσιου συμφέροντος συσταθέντων βάσει του ουγγρικού νόμου IX ή έναντι οντότητας ανήκουσας σε τέτοια καταπιστεύματα.
143 Εν συνεχεία, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι δεν ασκεί καμία επιρροή στις προβαλλόμενες παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου, η βλαπτική για το ίδιο προσβαλλόμενη διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κατάλληλη για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης.
144 Η διαπίστωση αυτή δεν λαμβάνει, όμως, υπόψη το γεγονός ότι ο σκοπός του κανονισμού 2020/2092 συνίσταται στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης και όχι στην επιβολή κυρώσεων, αυτή καθεαυτήν, για παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου σε κράτος μέλος (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 119). Επιπλέον, όπως προκύπτει από τη σκέψη 118 ανωτέρω, το καταπίστευμα δημόσιου συμφέροντος στο οποίο ανήκει το προσφεύγον ενδέχεται να διαθέτει σημαντικές εξουσίες, ιδίως επί δημοσιονομικών ζητημάτων, και, ως εκ τούτου, μπορεί να ασκεί επιρροή στα κονδύλια της Ένωσης. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου είναι συστημικής και όχι μεμονωμένης φύσεως, καθόσον ανάγονται στο ουγγρικό κανονιστικό πλαίσιο, το γεγονός ότι το προσφεύγον δεν διέπραξε τις επίμαχες παραβιάσεις ή δεν ασκεί επιρροή επί των εν λόγω παραβιάσεων ουδόλως επηρεάζει τον πρόσφορο χαρακτήρα του μέτρου που θεσπίζει η προσβαλλόμενη διάταξη.
145 Τέλος, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη, δεδομένου του περιορισμένου δημοσιονομικού αντίκτυπού της, δεν είναι πρόσφορη για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης. Συναφώς, το προσφεύγον προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι οι δεσμεύσεις που ανεστάλησαν δυνάμει της προσβαλλόμενης διάταξης ανέρχονται σε 1,85 εκατομμύρια ευρώ, ενώ το ποσό των περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύονται με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 ανέρχεται σε 6,3 δισεκατομμύρια ευρώ.
146 Παρά ταύτα, ο ισχυρισμός ότι ο δημοσιονομικός αντίκτυπος της προσβαλλόμενης διάταξης είναι πιο περιορισμένος από εκείνον που έχουν ορισμένα άλλα μέτρα τα οποία προβλέπονται στην εκτελεστική απόφαση 2022/2506 δεν αρκεί για να αποδειχθεί ο απρόσφορος χαρακτήρας της διάταξης αυτής και πρέπει να απορριφθεί. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η αναλογικότητα των προς λήψη μέτρων διασφαλίζεται, κατά τρόπο καθοριστικό, με το κριτήριο του «αντίκτυπου» των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του προϋπολογισμού της Ένωσης ή στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης (απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 361). Επομένως, ο κανονισμός 2020/2092 δεν καθορίζει ελάχιστο όριο όσον αφορά τον δημοσιονομικό αντίκτυπο ή τη σημασία μιας παραβίασης για τη θέσπιση μέτρου δυνάμει του κανονισμού αυτού, αλλά απαιτεί το λαμβανόμενο μέτρο να είναι αυστηρά ανάλογο προς τον αντίκτυπο στον προϋπολογισμό ή στα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.
147 Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν είναι το λιγότερο επαχθές μέτρο, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το προσφεύγον αρκείται στην προβολή ενός γενικού ισχυρισμού ως προς το ζήτημα αυτό, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει ποιο άλλο μέτρο θα ήταν λιγότερο επαχθές.
148 Επομένως, δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε άλλο μέτρο το οποίο θα ήταν λιγότερο επαχθές για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης.
149 Κατά τα λοιπά, όπως επισήμανε και το Συμβούλιο, ακόμη και αν η προσβαλλόμενη διάταξη συνεπαγόταν τον αποκλεισμό του προσφεύγοντος από ορισμένες χρηματοδοτήσεις, το λιγότερο επαχθές μέτρο, υπό το πρίσμα των επιδιωκόμενων σκοπών, μεταξύ των πέντε μέτρων που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 2020/2092, είναι η υποχρέωση μη ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων. Τα λοιπά απαριθμούμενα στη διάταξη αυτή μέτρα θα διατάρασσαν τα ήδη εν εξελίξει κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προγράμματα και, κατά συνέπεια, θα προκαλούσαν δυσχέρειες και σε τρίτους.
150 Επιπλέον, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν επηρεάζει τη συνολική κατανομή των κονδυλίων των προγραμμάτων της Ένωσης υπό άμεση ή έμμεση διαχείριση. Συγκεκριμένα, τούτο σημαίνει ότι τα ουγγρικά πανεπιστήμια τα οποία δεν ανήκουν σε καταπιστεύματα δημόσιου συμφέροντος συσταθέντα βάσει του ουγγρικού νόμου IX, καθώς και οι φοιτητές, οι εκπαιδευτικοί και οι ερευνητές τους, μπορούν να λάβουν κονδύλια της Ένωσης στο πλαίσιο των προγραμμάτων Erasmus+ και Horizon Europe.
151 Τέλος, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 2020/2092 ορίζει ότι η επιβολή κατάλληλων μέτρων δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατικών φορέων ή των κρατών μελών να εκτελέσουν το πρόγραμμα ή το κονδύλιο, και ιδίως τις υποχρεώσεις τους έναντι των τελικών αποδεκτών ή των δικαιούχων, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στην απόφαση για τη θέσπιση των μέτρων.
152 Στο πλαίσιο αυτό, η αιτιολογική σκέψη 63 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 επισημαίνει ότι, «[δ]υνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 του κανονισμού [...] 2020/2092, η παρούσα απόφαση δεν θίγει τις υποχρεώσεις της Ουγγαρίας να εκτελέσει τα προγράμματα και τα κονδύλια που αφορά η απόφαση, και ιδίως τις υποχρεώσεις της έναντι των τελικών αποδεκτών ή δικαιούχων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης καταβολής πληρωμών δυνάμει των εφαρμοστέων τομεακών ή δημοσιονομικών κανόνων».
153 Τρίτον, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προβαλλόμενη με την αιτιολογική σκέψη 61 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 επιχειρηματολογία προς δικαιολόγηση της αναλογικότητας της προσβαλλόμενης διάταξης δεν επαρκεί συναφώς και μπορεί να απορριφθεί. Ειδικότερα, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι δεν διέπραξε πράξη ή παράλειψη δυνάμενη να χαρακτηριστεί ως παραβίαση των αρχών του κράτους δικαίου, ότι από την αιτιολογική σκέψη 61 προκύπτει ότι τα επίμαχα προγράμματα τίθενται σε εφαρμογή από το Ουγγρικό Δημόσιο και όχι από το ίδιο και ότι τα αποτελέσματα της προσβαλλόμενης διάταξης δεν μπορούν, κατά την άποψή του, να χαρακτηριστούν προσωρινά.
154 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται, εκ προοιμίου, ότι η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος με την οποία αμφισβητούνται τα στοιχεία που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 61 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 δεν ασκεί επιρροή, διότι σκοπός της εν λόγω αιτιολογικής σκέψης είναι να δικαιολογήσει την αναλογικότητα του μέτρου του άρθρου 2, παράγραφος 1, της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 και όχι του μέτρου που απορρέει από την προσβαλλόμενη διάταξη.
155 Αντιστρόφως, από την αιτιολογική σκέψη 62 προκύπτει ότι η απαγόρευση ανάληψης νέων νομικών δεσμεύσεων που απορρέει από την προσβαλλόμενη διάταξη δεν επηρεάζει τα συνολικά κονδύλια από ενωσιακά προγράμματα υπό άμεση και έμμεση διαχείριση, των οποίων η χρήση μπορεί να συνεχιστεί για άλλες οντότητες και, ως εκ τούτου, επαρκεί για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης, είναι δε και ανάλογη προς το απολύτως αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού μέτρο.
156 Διαπιστώνεται ότι το προσφεύγον δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να κλονίσει βασίμως την ανωτέρω διαπίστωση.
157 Τέταρτον, όσον αφορά το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι τα συμφέροντά του και η κατάστασή του δεν ελήφθησαν υπόψη πριν από την έκδοση της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, υπενθυμίζεται ότι η αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 2020/2092 διευκρινίζει ότι, «[σ]ε περίπτωση παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου είναι απαραίτητο να διασφαλίζονται δεόντως τα νόμιμα συμφέροντα των τελικών αποδεκτών και των δικαιούχων όταν θεσπίζονται μέτρα» και ότι, «[κ]ατά την εξέταση της θέσπισης μέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον δυνητικό αντίκτυπό τους στους τελικούς αποδέκτες και στους δικαιούχους».
158 Εν προκειμένω, από την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της πρότασης της Επιτροπής, προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη ο δυνητικός αντίκτυπος του μέτρου στους δικαιούχους και, μεταξύ άλλων, στο προσφεύγον. Πράγματι, αφενός, διαπιστώνεται, όπως προκύπτει από τη σκέψη 149 ανωτέρω, ότι το μέτρο που προβλέπει η προσβαλλόμενη διάταξη διαταράσσει όσον το δυνατόν λιγότερο τα ήδη εν εξελίξει κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 προγράμματα, δεδομένου ότι παρέχει στους τελικούς αποδέκτες των προγραμμάτων Erasmus+ ή Horizon Europe τη δυνατότητα να συνεχίσουν να λαμβάνουν, ακόμη και μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης διάταξης, επιχορηγήσεις οι οποίες είχαν εγκριθεί πριν από τη θέσπιση της διάταξης αυτής, τούτο δε έως τη λήξη ισχύος των συμφωνιών που υπογράφηκαν στο πλαίσιο των συγκεκριμένων προγραμμάτων.
159 Αφετέρου, η αιτιολογική σκέψη 63 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, κατά την οποία η απόφαση αυτή δεν θίγει τις υποχρεώσεις που υπέχει η Ουγγαρία, μεταξύ άλλων, έναντι των τελικών αποδεκτών ή των δικαιούχων, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης καταβολής πληρωμών, καταδεικνύει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα της απόφασης αυτής επί των τελικών αποδεκτών και των δικαιούχων των χρηματοδοτήσεων της Ένωσης.
160 Επομένως, το επιχείρημα του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
161 Πέμπτον, όσον αφορά τον αναλογικό χαρακτήρα της προσβαλλόμενης διάταξης, επισημαίνεται, κατ’ αρχάς, ότι, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η διάταξη αυτή ανταποκρίνεται στον σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης. Εν συνεχεία, το μέτρο που προβλέπει η προσβαλλόμενη διάταξη συγκαταλέγεται μεταξύ των μέτρων που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2020/2092. Πράγματι, το Συμβούλιο δεν διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά την επιλογή και το περιεχόμενο των μέτρων που μπορούν να ληφθούν δυνάμει του κανονισμού 2020/2092, διότι οι επιλογές αυτές οριοθετούνται αυστηρά από το συγκεκριμένο άρθρο και ιδίως από τη διαδικασία λήψης των μέτρων αυτών την οποία προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 73 και 74 ανωτέρω. Τέλος, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν είναι δυσανάλογη, διότι, όπως υπενθυμίζεται στην αιτιολογική σκέψη 62 της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506, ο αντίκτυπός της στη συνολική κατανομή των κονδυλίων και στους τελικούς αποδέκτες ή στους δικαιούχους, έναντι των οποίων η Ουγγαρία οφείλει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, είναι περιορισμένος.
162 Επομένως, το προσφεύγον δεν απέδειξε ότι η προσβαλλόμενη διάταξη ήταν δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
163 Ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται κατάχρηση εξουσίας
164 Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
165 Συναφώς, το προσφεύγον υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Συμβούλιο, εκδίδοντας την εκτελεστική απόφαση 2022/2506, έπαυσε τις χρηματοδοτήσεις τις οποίες το προσφεύγον ελάμβανε άμεσα και έμμεσα από την Ένωση και διέκοψε τις επαγγελματικές, προσωπικές και επιστημονικές σχέσεις τις οποίες οι εν λόγω χρηματοδοτήσεις καθιστούσαν δυνατές. Ωστόσο, κατά την άποψη του προσφεύγοντος, το Συμβούλιο έχει μόνον την εξουσία να θεσπίζει «κατάλληλα μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία».
166 Στο πλαίσιο αυτό, κατά το προσφεύγον, το να θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο δεν ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας ισοδυναμεί με ανάθεση πλήρους ελέγχου στο θεσμικό αυτό όργανο όσον αφορά τα κριτήρια ορισμού και τα πρόσωπα τα οποία αφορούν τα μέτρα του άρθρου 5 του κανονισμού 2020/2092.
167 Το Συμβούλιο φρονεί ότι το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, καθόσον δεν προβλήθηκε κατά τρόπο αρκούντως σαφή και συνεπή με το δικόγραφο της προσφυγής, ή, επικουρικώς, ως αβάσιμο.
168 Προκαταρκτικώς, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου την οποία ήγειρε το Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 76 του Κανονισμού Διαδικασίας.
169 Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 21 και 22 ανωτέρω, μολονότι τα επιχειρήματα που ανέπτυξε το προσφεύγον προς στήριξη του σκέλους αυτού δεν διατυπώνονται με ιδιαίτερη ακρίβεια, από τα δικόγραφά του προκύπτει ότι το προσφεύγον υποστηρίζει σαφώς ότι το Συμβούλιο ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
170 Εν συνεχεία, όσον αφορά το βάσιμο, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η έννοια της «κατάχρησης εξουσίας» έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο το οποίο αναφέρεται στην εκ μέρους διοικητικής αρχής χρήση των εξουσιών της για σκοπό διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο της έχουν απονεμηθεί. Μια απόφαση έχει εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας μόνον όταν προκύπτει, βάσει αντικειμενικών, κρίσιμων και συγκλινουσών ενδείξεων, ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό διαφορετικό από τον επιδιωκόμενο με την παροχή της συγκεκριμένης εξουσίας ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπουν ειδικά οι Συνθήκες ή η νομοθεσία της Ένωσης για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων [πρβλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2022, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Τεχνικά μέτρα σχετικά με τις αλιευτικές δυνατότητες), C-259/21, EU:C:2022:917, σκέψη 61 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία]. Συναφώς, δεν αρκεί η επίκληση ορισμένων πραγματικών περιστατικών προς στήριξη των προβαλλόμενων ισχυρισμών, αλλά πρέπει επιπλέον να προσκομίζονται αρκούντως συγκεκριμένες, αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις, τέτοιες ώστε να στοιχειοθετείται ή τουλάχιστον να πιθανολογείται το αληθές των ισχυρισμών αυτών. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση η ακρίβεια της κρίσης του οικείου θεσμικού οργάνου. Επομένως, η συνολική εκτίμηση των ενδείξεων περί κατάχρησης εξουσίας δεν μπορεί να βασίζεται σε απλούς ισχυρισμούς, σε ενδείξεις μη αρκούντως ακριβείς ή μη αντικειμενικές και μη συναφείς (βλ. διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 2013, da Silva Tenreiro κατά Επιτροπής, T-32/13 P, EU:T:2013:721, σκέψεις 32 και 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
171 Όπως διαπίστωσε και το Συμβούλιο, το προσφεύγον δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι το Συμβούλιο ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας.
172 Πράγματι, το προσφεύγον φαίνεται να στηρίζει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό στη διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη διάταξη έπαυσε τις χρηματοδοτήσεις που ελάμβανε το προσφεύγον από την Ένωση. Η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί, ωστόσο, για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο έκανε χρήση των εξουσιών που διαθέτει δυνάμει του κανονισμού 2020/2092 για σκοπό διαφορετικό από εκείνον της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης έναντι των παραβιάσεων των αρχών του κράτους δικαίου στην Ουγγαρία ή με σκοπό την καταστρατήγηση διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στις Συνθήκες ή στη νομοθεσία της Ένωσης.
173 Συναφώς, το Συμβούλιο ορθώς παρατηρεί ότι μαζί με την Επιτροπή ακολούθησαν τη διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός 2020/2092, το δε προσφεύγον δεν προσκόμισε αποδείξεις περί του αντιθέτου, και ότι η διαδικασία αυτή επιδιώκει θεμιτό σκοπό αναγνωριζόμενο από τις Συνθήκες, ήτοι την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης, σε συνδυασμό με την τήρηση των αρχών του κράτους δικαίου.
174 Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο της έκδοσης της εκτελεστικής απόφασης 2022/2506 και, ιδίως της προσβαλλόμενης διάταξης, το Συμβούλιο άσκησε αρμοδιότητα σχετική με την κατάρτιση και την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ένωσης υπό την έννοια του άρθρου 322, παράγραφος 1, στοιχείο α', ΣΛΕΕ (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 241).
175 Ως εκ τούτου, το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 107 ΣΕΕ
176 Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, το προσφεύγον, υποστηριζόμενο από την Ουγγαρία, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δημιουργεί στρεβλώσεις στην αγορά στο μέτρο που έχει άμεσο αντίκτυπο στα έργα έρευνας και ανάπτυξης και θέτει σε κίνδυνο τη συμμετοχή του στα προγράμματα Erasmus+ και Horizon Europe. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, η εφαρμογή άνισων όρων σε ισοδύναμους ή παρόμοιους εμπορικούς παράγοντες εισάγει διακρίσεις και μπορεί να οδηγήσει σε στρέβλωση της αγοράς.
177 Ως εκ τούτου, το προσφεύγον υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη συνιστά κρατική ενίσχυση και παράβαση του άρθρου 107 ΣΛΕΕ.
178 Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, θεωρεί, κυρίως, ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω έλλειψης σαφήνειας, συνοχής και δομής και αμφισβητεί, επικουρικώς, την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος επί της ουσίας.
179 Προκαταρκτικώς, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου την οποία ήγειρε το Συμβούλιο, δυνάμει του άρθρου 76 του Κανονισμού Διαδικασίας.
180 Πράγματι, μολονότι τα επιχειρήματα που ανέπτυξε το προσφεύγον προς στήριξη του λόγου αυτού δεν διατυπώνονται με ιδιαίτερη ακρίβεια, από τα δικόγραφά του προκύπτει ότι υποστηρίζει σαφώς ότι η προσβαλλόμενη διάταξη είναι παράνομη καθόσον δημιουργεί στρέβλωση του ανταγωνισμού σύμφωνα με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ.
181 Ακολούθως, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό με την ευνοϊκή μεταχείριση ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά κατά το μέτρο που επηρεάζουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο.
182 Συναφώς, για να μπορεί ένα πλεονέκτημα να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ πρέπει, αφενός, να χορηγείται άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς πόρους και, αφετέρου, να καταλογίζεται στο Δημόσιο (βλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, C-482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).
183 Πλην όμως, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί κρατική ενίσχυση, δεδομένου, μεταξύ άλλων, ότι οι χρηματοδοτήσεις στις οποίες αναφέρεται αποτελούν πόρους της Ένωσης, τους οποίους διαχειρίζεται άμεσα ή έμμεσα η Ένωση, τα δε κράτη μέλη δεν διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως.
184 Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως καθώς και, κατά συνέπεια, η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
185 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το προσφεύγον ηττήθηκε, πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου, με εξαίρεση τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ενστάσεως απαραδέκτου που απορρίφθηκε με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, Semmelweis Egyetem κατά Συμβουλίου (T-138/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:211), τα οποία βαρύνουν το Συμβούλιο.
186 Σύμφωνα με το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Ουγγαρία και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα διευρυμένης συνθέσεως)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Το Semmelweis Egyetem φέρει τα δικαστικά του έξοδα καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με εξαίρεση τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ενστάσεως απαραδέκτου που απορρίφθηκε με τη διάταξη της 4ης Απριλίου 2024, Semmelweis Egyetem κατά Συμβουλίου (T-138/23, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2024:211), τα οποία βαρύνουν το Συμβούλιο.
3) Η Ουγγαρία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
|
Παπασάββας |
Costeira |
Truchot |
|
Schwarcz |
Kancheva |
?berg |
|
Zilgalvis |
Tichy-Fisslberger |
Verschuur |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.