Υπόθεση T-323/25, Vladimir Avetisyan κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 30ης Σεπτεμβρίου 2026
print
Τίτλος:
Υπόθεση T-323/25, Vladimir Avetisyan κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 30ης Σεπτεμβρίου 2026
Υπόθεση T-323/25, Vladimir Avetisyan κατά Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 30ης Σεπτεμβρίου 2026

Προσωρινό κείμενο

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)

της 30ής Σεπτεμβρίου 2026 (*)

« Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας – Δέσμευση κεφαλαίων – Κατάλογος των προσώπων, των οντοτήτων και των φορέων εις βάρος των οποίων επιβάλλεται δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων – Διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο – Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ', της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ – Άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο στ', του κανονισμού (ΕΕ) 269/2014 – Πλάνη εκτίμησης – Εξωσυμβατική ευθύνη »

Στην υπόθεση T-323/25,

Vladimir Avetisyan, κάτοικος Μόσχας (Ρωσία), εκπροσωπούμενος από τους A. Genko και ?. ?pron, δικηγόρους,

προσφεύγων-ενάγων,

κατά

Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενoυ από τις S. Lejeune και A. Jaume, επικουρούμενες από τον B. Maingain, δικηγόρο,

καθού-εναγομένου,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),

συγκείμενο από τους G. De Baere (εισηγητή), πρόεδρο, J. Svenningsen και C. Mac Eochaidh, δικαστές,

γραμματέας: H. Eriksson, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία, και ιδίως:

–        το δικόγραφο της προσφυγής-αγωγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 23 Μαΐου 2025,

–        το υπόμνημα προσαρμογής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Οκτωβρίου 2025,

κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 3ης Ιουνίου 2026,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Με την προσφυγή-αγωγή του (στο εξής: προσφυγή), ο Vladimir Avetisyan ζητεί, αφενός, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, την ακύρωση, πρώτον, της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2025/528 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2025, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ L, 2025/528), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕE) 2025/527 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2025, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ L, 2025/527) (στο εξής από κοινού: πράξεις του Μαρτίου 2025), και, δεύτερον, της απόφασης (ΚΕΠΠΑ) 2025/1895 του Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2025, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ L, 2025/1895), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕE) 2025/1894 του Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2025, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ L, 2025/1894) (στο εξής από κοινού: πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025), κατά το μέρος που οι ως άνω πράξεις (στο εξής από κοινού: προσβαλλόμενες πράξεις) τον αφορούν, και, αφετέρου, βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, την αποκατάσταση της ζημίας που προβάλλει ότι υπέστη.

 Ιστορικό της διαφοράς

2        Ο προσφεύγων-ενάγων (στο εξής: προσφεύγων) είναι Ρώσος και Αρμένιος υπήκοος.

3        Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο περιοριστικών μέτρων τα οποία αποφάσισε να επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε σχέση με ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας.

4        Στις 17 Μαρτίου 2014 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2014/145/ΚΕΠΠΑ, σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 16). Την ίδια ημέρα το Συμβούλιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) 269/2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 6).

5        Στις 25 Φεβρουαρίου 2022, λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης στην Ουκρανία, το Συμβούλιο εξέδωσε, αφενός, την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2022/329 για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145 (ΕΕ 2022, L 50, σ. 1) και, αφετέρου, τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/330 για την τροποποίηση του κανονισμού 269/2014 (ΕΕ 2022, L 51, σ. 1), προκειμένου, μεταξύ άλλων, να τροποποιήσει τα κριτήρια κατ’ εφαρμογήν των οποίων τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα μπορούσαν να επιβληθούν εις βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων.

6        Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της απόφασης 2014/145, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2022/329, προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.      Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που τελούν υπό την κυριότητα, την κατοχή ή τον έλεγχο:

[...]

στ)      φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που παρέχουν υλική ή οικονομική στήριξη στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας ή έχουν οφέλη από αυτήν, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας ή [...]

2.       Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση διάθεση κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που απαριθμούνται στο παράρτημα ή προς όφελος αυτών.»

7        Ο κανονισμός 269/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2022/330, επέβαλλε τη λήψη μέτρων δέσμευσης κεφαλαίων και καθόριζε τη διαδικασία της δέσμευσης αυτής χρησιμοποιώντας διατύπωση πανομοιότυπη, κατ’ ουσίαν, με εκείνη της απόφασης 2014/145, όπως τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο στ', του κανονισμού αυτού επαναλάμβανε κατ’ ουσίαν το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ', της εν λόγω απόφασης (στο εξής: κριτήριο στ').

8        Με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2024/1738 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2024, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145 (ΕΕ L, 2024/1738), και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2024/1746 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2024, για την εφαρμογή του κανονισμού 269/2014 (ΕΕ L, 2024/1746), το όνομα του προσφεύγοντος προστέθηκε, αντιστοίχως, στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και φορέων που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της τροποποιηθείσας απόφασης 2014/145 και στον κατάλογο του παραρτήματος I του τροποποιηθέντος κανονισμού 269/2014 (στο εξής από κοινού: επίμαχοι κατάλογοι), για τον ακόλουθο λόγο:

«Ο Vladimir Avetisyan είναι ο γενικός διευθυντής και ιδρυτής της LLC “RBA-Management”. Η LLC RBA-Management είναι ρωσική εταιρεία διαχείρισης που παρέχει νομικές υπηρεσίες, λογιστικές υπηρεσίες, υπηρεσίες εταιρικής ασφάλειας και άλλες υπηρεσίες διαχείρισης και η οποία συνεργάζεται με πελάτες εξειδικευμένους στην προμήθεια ηλεκτρονικών εξαρτημάτων. Υπό τη διαχείριση της LLC “RBA-Management” τελεί η JSC “Compel” η οποία συμμετέχει σε καθεστώτα εισαγωγής ηλεκτρονικών εξαρτημάτων και προμηθεύει με στρατηγικώς σημαντικά εξαρτήματα μικροηλεκτρονικών τη ρωσική βιομηχανία (συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής βιομηχανίας). Ως γενικός διευθυντής και ιδρυτής της LLC “RBA-Management”, ο Vladimir Avetisyan είναι υπεύθυνος για τις δραστηριότητες της εταιρείας του και, ως εκ τούτου, στηρίζει υλικά την κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας.»

9        Στις 6 Σεπτεμβρίου 2024 το Συμβούλιο διαβίβασε στον προσφεύγοντα αντίγραφο του φακέλου αποδεικτικών στοιχείων με αριθμό αναφοράς WK 7807/2024 (στο εξής: φάκελος WK), με ημερομηνία 31 Μαΐου 2024.

10      Με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2024/2456 του Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145 (ΕΕ L, 2024/2456), και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2024/2455 του Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2024, για την εφαρμογή του κανονισμού 269/2014 (ΕΕ L, 2024/2455), το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στους επίμαχους καταλόγους για τους ίδιους λόγους με εκείνους που μνημονεύονται στη σκέψη 8 ανωτέρω.

11      Με έγγραφο της 13ης Σεπτεμβρίου 2024, το Συμβούλιο γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα την απόφασή του να διατηρήσει το όνομά του στους επίμαχους καταλόγους.

12      Με έγγραφο της 31ης Οκτωβρίου 2024, το οποίο συμπληρώθηκε με έγγραφο της 8ης Νοεμβρίου 2024, ο προσφεύγων υπέβαλε στο Συμβούλιο αίτηση για την επανεξέταση της απόφασης περί διατήρησης του ονόματός του στους επίμαχους καταλόγους.

13      Στις 14 Μαρτίου 2025 το Συμβούλιο εξέδωσε τις πράξεις του Μαρτίου 2025, με τις οποίες το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στους επίμαχους καταλόγους για τους ίδιους λόγους με εκείνους που μνημονεύονται στη σκέψη 8 ανωτέρω.

14      Με έγγραφο της 17ης Μαρτίου 2025, το Συμβούλιο απέρριψε την από 31ης Οκτωβρίου 2024 αίτηση επανεξέτασης που είχε υποβάλει ο προσφεύγων και τον ενημέρωσε για την απόφασή του να διατηρήσει το όνομά του στους επίμαχους καταλόγους.

15      Με έγγραφο της 5ης Απριλίου 2025 ο προσφεύγων υπέβαλε στο Συμβούλιο αίτηση επανεξέτασης της απόφασης περί διατήρησης του ονόματός του στους επίμαχους καταλόγους.

 Πραγματικά περιστατικά μεταγενέστερα της άσκησης της προσφυγής-αγωγής

16      Στις 12 Σεπτεμβρίου 2025 το Συμβούλιο εξέδωσε τις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025, με τις οποίες το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στους επίμαχους καταλόγους βάσει της ακόλουθης τροποποιηθείσας αιτιολογίας:

«Ο Vladimir Avetisyan είναι ο πρώην γενικός διευθυντής και ιδρυτής της LLC “RBA-Management”. Η LLC RBA-Management είναι ρωσική εταιρεία διαχείρισης που παρέχει νομικές υπηρεσίες, λογιστικές υπηρεσίες, υπηρεσίες εταιρικής ασφάλειας και άλλες υπηρεσίες διαχείρισης και η οποία συνεργάζεται με πελάτες εξειδικευμένους στην προμήθεια ηλεκτρονικών εξαρτημάτων. Υπό τη διαχείριση της LLC “RBA-Management” τελεί η JSC “Compel” η οποία συμμετέχει σε καθεστώτα εισαγωγής ηλεκτρονικών εξαρτημάτων και προμηθεύει με στρατηγικώς σημαντικά εξαρτήματα μικροηλεκτρονικών τη ρωσική βιομηχανία (συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής βιομηχανίας). Ως γενικός διευθυντής και ιδρυτής της LLC “RBA-Management”, ο Vladimir Avetisyan ήταν υπεύθυνος για τις δραστηριότητες της εταιρείας του και, ως εκ τούτου, είναι υπεύθυνος για την παροχή υλικής στήριξης στην κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία είναι υπεύθυνη για την προσάρτηση της Κριμαίας και την αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας.»

17      Το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στους επίμαχους καταλόγους, βάσει της ίδιας αιτιολογίας, με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2026/696 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2026, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145 (ΕΕ L, 2026/696), και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2026/695 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2026, για την εφαρμογή του κανονισμού 269/2014 (ΕΕ L, 2026/695).

 Αιτήματα των διαδίκων

18      Ο προσφεύγων, κατόπιν προσαρμογής των αιτημάτων της υπό κρίση προσφυγής, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να ακυρώσει τις προσβαλλόμενες πράξεις καθόσον τον αφορούν

–        να υποχρεώσει το Συμβούλιο να του καταβάλει το ποσό των 192 480 ευρώ προς αποκατάσταση της ζημίας που προβάλλει ότι υπέστη

–        να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.

19      Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:

–        να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως

–        να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως

–        να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.

 Σκεπτικό

 Επί του αιτήματος ακύρωσης των προσβαλλόμενων αποφάσεων

20      Προς στήριξη της προσφυγής ακυρώσεως, ο προσφεύγων προβάλλει έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αφορά πλάνη εκτίμησης.

 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

21      Μολονότι είναι αληθές ότι το Συμβούλιο διαθέτει ορισμένη εξουσία εκτίμησης για να κρίνει κατά περίπτωση αν πληρούνται τα νομικά κριτήρια επί των οποίων στηρίζονται τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, γεγονός παραμένει ότι τα δικαστήρια της Ένωσης πρέπει να εξασφαλίζουν έλεγχο, κατ’ αρχήν πλήρη, της νομιμότητας όλων των πράξεων της Ένωσης (βλ. αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2024, Tokareva κατά Συμβουλίου, T-744/22, EU:T:2024:608, σκέψη 31 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 19ης Μαρτίου 2025, BSW – management company of «BMC» holding κατά Συμβουλίου, T-1042/23, EU:T:2025:314, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

22      Η αποτελεσματικότητα του δικαιοδοτικού ελέγχου την οποία εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη επιβάλλει, μεταξύ άλλων, να βεβαιώνεται ο δικαστής της Ένωσης ότι η απόφαση με την οποία έχουν ληφθεί ή διατηρούνται σε ισχύ περιοριστικά μέτρα, τα οποία αφορούν ατομικά το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή την οντότητα, στηρίζεται σε αρκούντως βάσιμα πραγματικά στοιχεία. Τούτο προϋποθέτει έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις στις οποίες στηρίζεται η εν λόγω απόφαση, έτσι ώστε, κατά τον δικαστικό έλεγχο, να μην εκτιμάται απλώς η αφηρημένη πιθανολόγηση της βασιμότητας των προβαλλόμενων λόγων, αλλά να εξετάζεται εάν οι λόγοι αυτοί, ή, τουλάχιστον, ένας εξ αυτών που θεωρείται αφ’ εαυτού επαρκής για να στηρίξει την ίδια απόφαση, είναι τεκμηριωμένοι (βλ. αποφάσεις της 1ης Αυγούστου 2025, Timchenko κατά Συμβουλίου, C-702/23 P, EU:C:2025:605, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, της 26ης Μαρτίου 2026, Pumpyanskiy κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C-696/23 P, C-704/23 P, C-711/23 P, C-35/24 P και C-111/24 P, EU:C:2026:245, σκέψη 327 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2024, Tokareva κατά Συμβουλίου, T-744/22, EU:T:2024:608, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

23      Στην αρμόδια αρχή της Ένωσης εναπόκειται, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει το βάσιμο των λόγων που ελήφθησαν υπόψη κατά του οικείου προσώπου ή της οντότητας, και όχι στο πρόσωπο ή την οντότητα αυτή να προσκομίσει την αντίθετη απόδειξη περί του αβασίμου των λόγων. Προς τούτο, δεν απαιτείται το Συμβούλιο να προσκομίσει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης το σύνολο των πληροφοριών και των αποδεικτικών στοιχείων που συνδέονται εγγενώς με τους λόγους που προβάλλονται στην πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση. Οι πληροφορίες και τα στοιχεία που προσκομίσθηκαν πρέπει να τεκμηριώνουν τους λόγους που ελήφθησαν υπόψη κατά του οικείου προσώπου ή της οντότητας (βλ. αποφάσεις της 1ης Αυγούστου 2025, Timchenko κατά Συμβουλίου, C-702/23 P, EU:C:2025:605, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 15ης Νοεμβρίου 2023, OT κατά Συμβουλίου, T-193/22, EU:T:2023:716, σκέψη 123 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

24      Κατά την εκτίμηση του βασίμου, τα αποδεικτικά και πληροφοριακά στοιχεία δεν πρέπει να εξετάζονται μεμονωμένα, αλλά εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται. Πράγματι, το Συμβούλιο ανταποκρίνεται στο βάρος απόδειξης το οποίο φέρει, εφόσον προσκομίσει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης δέσμη αρκούντως συγκεκριμένων, σαφών και συγκλινουσών ενδείξεων βάσει των οποίων μπορεί να αποδειχθεί ότι το υποκείμενο σε περιοριστικό μέτρο πρόσωπο πληρούσε, κατά τον χρόνο έκδοσης των επίδικων πράξεων, τις προϋποθέσεις που προβλέπει το εφαρμοσθέν κριτήριο (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2023, OT κατά Συμβουλίου, T-193/22, EU:T:2023:716, σκέψη 124 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2024, Tokareva κατά Συμβουλίου, T-744/22, EU:T:2024:608, σκέψη 33 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

25      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι τα περιοριστικά μέτρα έχουν προληπτικό και, εξ ορισμού, προσωρινό χαρακτήρα, η δε ισχύς τους εξαρτάται πάντοτε από το αν εξακολουθούν να υφίστανται οι πραγματικές και νομικές περιστάσεις βάσει των οποίων ελήφθησαν τα περιοριστικά μέτρα καθώς και από την ανάγκη διατήρησής τους προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτά σκοπού. Συνεπώς, εναπόκειται στο Συμβούλιο, κατά την περιοδική επανεξέταση των εν λόγω περιοριστικών μέτρων, να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της κατάστασης και απολογισμό του αντικτύπου των μέτρων, προκειμένου να προσδιοριστεί αν αυτά κατέστησαν δυνατή την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκονταν με την αρχική καταχώριση των ονομάτων των οικείων προσώπων και οντοτήτων στον επίδικο κατάλογο ή αν εξακολουθεί να είναι δυνατή η συναγωγή του ίδιου συμπεράσματος σχετικά με τα εν λόγω πρόσωπα και οντότητες (βλ. αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2023, OT κατά Συμβουλίου, T-193/22, EU:T:2023:716, σκέψη 168 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2024 T-744/22, EU:T:2024:608, σκέψη 36 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

26      Επομένως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη διατήρηση του ονόματος ενός προσώπου σε κατάλογο των προσώπων και των οντοτήτων εις βάρος των οποίων λαμβάνονται περιοριστικά μέτρα, το Συμβούλιο δεν απαγορεύεται να στηρίζεται στα ίδια στοιχεία που δικαιολογούσαν την αρχική καταχώριση, την εκ νέου καταχώριση ή την προηγούμενη διατήρηση του ονόματος του οικείου προσώπου στον εν λόγω κατάλογο, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, οι λόγοι καταχώρισης παραμένουν αμετάβλητοι και, αφετέρου, το πλαίσιο δεν έχει μεταβληθεί κατά τρόπο που να καθιστά τα στοιχεία αυτά παρωχημένα. Το εν λόγω πλαίσιο περιλαμβάνει όχι μόνον την κατάσταση της χώρας ως προς την οποία έχει θεσπιστεί το σύστημα περιοριστικών μέτρων, αλλά και την ιδιαίτερη κατάσταση του ενδιαφερόμενου προσώπου (βλ. αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2023, OT κατά Συμβουλίου, T-193/22, EU:T:2023:716, σκέψη 169 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 29ης Μαΐου 2024, Belavia κατά Συμβουλίου, T-116/22, EU:T:2024:334, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

27      Επισημαίνεται, τέλος, ότι η διαδικασία ενώπιον του δικαστή της Ένωσης διέπεται από την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων και ότι το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας των προσκομιζόμενων αποδεικτικών στοιχείων είναι η αξιοπιστία τους. Συναφώς, για να εκτιμηθεί η αποδεικτική αξία ενός εγγράφου, πρέπει να ελέγχεται η αληθοφάνεια της περιεχόμενης σε αυτό πληροφορίας και να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η προέλευση του εγγράφου, οι περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίστηκε και ο αποδέκτης του, ώστε να εξετάζεται αν, βάσει του περιεχομένου του, το έγγραφο φαίνεται λογικό και αξιόπιστο (απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2023, ΟΤ κατά Συμβουλίου, T-193/22, EU:T:2023:716, σκέψη 114).

28      Ακριβώς υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων πρέπει να εκτιμηθεί αν το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη εκτίμησης καθόσον διατήρησε το όνομα του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους με τις πράξεις του Μαρτίου 2025 και, στη συνέχεια, με τις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025.

 Σχετικά με τις πράξεις του Μαρτίου 2025

29      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη εκτίμησης καθόσον έκρινε, κατόπιν της περιοδικής επανεξέτασης της κατάστασής του, ότι υφίστατο αρκούντως στέρεη πραγματική βάση που να δικαιολογεί την έκδοση των πράξεων του Μαρτίου 2025.

30      Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, με την από 31ης Οκτωβρίου 2024 αίτηση επανεξέτασης, ήτοι περισσότερο από τέσσερις μήνες πριν από την έκδοση των πράξεων του Μαρτίου 2025, ενημέρωσε το Συμβούλιο για την παραίτηση από τα καθήκοντά του στην RBA-Management, για τη μεταβίβαση των μεριδίων που κατείχε στην RBA-Management καθώς και για τη διακοπή των σχέσεων μεταξύ των εταιριών RBA-Management και Compel και ότι προσκόμισε στο Συμβούλιο έγγραφα προς απόδειξη της μεταβολής της προσωπικής του κατάστασης. Το Συμβούλιο όμως δεν τα έλαβε υπόψη κατά παράβαση της υποχρέωσης επανεξέτασης που υπέχει. Κατά τον προσφεύγοντα, κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025, όλοι οι ισχυρισμοί του Συμβουλίου που τον αφορούσαν και περιέχονταν στον φάκελο WK είχαν καταστεί παρωχημένοι ήδη για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών και, επομένως, δεν μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως δικαιολογητικός λόγος για τη διατήρηση σε ισχύ των εις βάρος του περιοριστικών μέτρων.

31      Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, μολονότι υποχρεούται να αναθεωρήσει την απόφασή του αν τα νέα ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται αφορούν τη συγκεκριμένη κατάσταση που υπόκειται στην περιοδική εξέτασή του, δεν ισχύει το ίδιο όταν τα προσκομιζόμενα στοιχεία στερούνται αποδεικτικής αξίας. Εκτιμά ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων δεν αποδεικνύουν επαρκώς την πραγματική αποχώρησή του από τα καθήκοντά του ως γενικού διευθυντή της RBA-Management και την πώληση των μεριδίων της εταιρίας αυτής. Λαμβανομένων υπόψη των δραστηριοτήτων που ασκούσε ο προσφεύγων προς όφελος της Compel άνω της εικοσαετίας, δεν απέδειξε με επαρκή βεβαιότητα ότι δεν ασκούσε πλέον καθήκοντα εντός της επιχείρησης αυτής. Επιπλέον, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε επαρκή πραγματικά στοιχεία προς απόδειξη της μεταβολής των δραστηριοτήτων του. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των πραγματικών στοιχείων, οι αποδείξεις που περιλαμβάνονται στον φάκελο WK δικαιολογούν τη διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στις πράξεις του Μαρτίου 2025.

32      Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, στις πράξεις του Μαρτίου 2025, η διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους αιτιολογείται από το ότι, λόγω της ιδιότητάς του ως γενικού διευθυντή και ιδρυτή της RBA-Management, είναι υπεύθυνος για τις πράξεις της εν λόγω εταιρίας, η οποία είναι διαχειρίστρια της Compel, και, ως εκ τούτου, παρέχει υλική στήριξη στην Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

33      Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι η έννοια του «ιδρυτή» που χρησιμοποιείται στην αιτιολογία καταχώρισης του ονόματος του προσφεύγοντος είναι εκείνη του ρωσικού δικαίου και πρέπει να νοηθεί ως σημαίνουσα «εταίρος» ή «κάτοχος εταιρικών μεριδίων».

34      Το γεγονός ότι η έννοια του «ιδρυτή» αναφέρεται στον τρέχοντα κάτοχο κεφαλαιουχικής συμμετοχής σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης επιβεβαιώνεται από το απόσπασμα του ιστοτόπου «audiT-it.ru» της ελεγκτικής εταιρίας Avdeev & Co, που περιλαμβάνεται στον φάκελο WK σχετικά με την RBA-Management (έγγραφο αριθ. 6). Το έγγραφο αυτό αναφέρει ότι η RBA-Management καταχωρίσθηκε ως εταιρία περιορισμένης ευθύνης στο ρωσικό ενιαίο εθνικό μητρώο νομικών προσώπων στις 9 Ιουλίου 2007. Στη στήλη «ποιος είναι ιδιοκτήτης (ιδρυτής) της εταιρίας» [who is the owner (founder) of the organization], ο προσφεύγων εμφανίζεται ως «ιδρυτής» της RBA-Management από τις 7 Δεκεμβρίου 2015 και μνημονεύονται τα ονόματα των προηγούμενων «ιδρυτών». Το έγγραφο αυτό αναφέρει επίσης «07.12.2015 ο νέος ιδρυτής είναι ο Vladimir Avetisyan[, ο] νέος ιδρυτής είναι ο Sergey Alekseevich Cherkasov» (07.12.2015 The new founder is Vladimir Avetisyan[, t]he new founder is Sergey Alekseevich Cherkasov) και «23.04.2020 Ο Sergey Alekseevich Cherkasov δεν αναφέρεται πλέον ως ιδρυτής στο ρωσικό ενιαίο εθνικό μητρώο νομικών προσώπων» (23.04.2020 Sergey Alekseevich Cherkasov is no longer listed as a founder in the Unified State Register of Legal Entities).

35      Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι η εκ μέρους του Συμβουλίου δικαιολόγηση της διατήρησης του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025 θεμελιώνεται αποκλειστικώς στα έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο WK, με ημερομηνία 31 Μαΐου 2024. Τα έγγραφα αυτά χρησίμευσαν ως βάση για την έκδοση των πράξεων καταχώρισης του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους στις 24 Ιουνίου 2024 και εξετάστηκαν όλα στις 22 Φεβρουαρίου 2024, με εξαίρεση ένα από τα έγγραφα αυτά, που εξετάστηκε στις 16 Απριλίου 2024. Το Συμβούλιο δεν προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κανένα νέο αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη της αιτιολογίας που έγινε δεκτή έναντι του προσφεύγοντος με τις πράξεις του Μαρτίου 2025.

36      Με την από 31ης Οκτωβρίου 2024 αίτηση επανεξέτασης, ο προσφεύγων δήλωσε ότι παραιτήθηκε από τη θέση του γενικού διευθυντή της RBA-Management στις 16 Οκτωβρίου 2024 και ότι δεν ήταν πλέον ιδιοκτήτης της RBA-Management από τις 29 Οκτωβρίου 2024. Στο πλαίσιο αυτό, διαβίβασε στο Συμβούλιο έγγραφα που αποδείκνυαν τη μεταβολή της κατάστασής του, μεταξύ των οποίων:

–        την απόφαση αριθ. 16, της 16ης Οκτωβρίου 2024, του μοναδικού μέλους της RBA-Management, με την οποία παύθηκαν οι εξουσίες του προσφεύγοντος και ορίστηκε ο Aleksandr Gurin ως γενικός διευθυντής της εταιρίας αυτής (στο εξής: απόφαση αριθ. 16)

–        το απόσπασμα του ρωσικού ενιαίου εθνικού μητρώου νομικών προσώπων σχετικά με την RBA-Management, με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 2024, από το οποίο προκύπτει ότι ο A. Gurin καταχωρίσθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2024 ως γενικός διευθυντής της RBA-Management

–        βεβαίωση παραλαβής από τις φορολογικές αρχές με την οποία γνωστοποιήθηκε η παραλαβή, στις 29 Οκτωβρίου 2024, των τροποποιήσεων των καταστατικών εγγράφων της RBA-Management.

37      Με την εν λόγω αίτηση επανεξέτασης, ο προσφεύγων διευκρίνισε επίσης ότι η μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων μιας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης έπρεπε να γνωστοποιηθεί στις αρχές από συμβολαιογράφο και ότι προσκόμισε συναφώς βεβαίωση παραλαβής από τις φορολογικές αρχές. Εντούτοις, επισήμανε ότι η αλλαγή κυριότητας της RBA-Management δεν είχε ακόμη εγγραφεί στο ρωσικό ενιαίο εθνικό μητρώο νομικών προσώπων, αλλά ότι θα διαβίβαζε απόσπασμα του εν λόγω μητρώου στο Συμβούλιο μόλις καταχωρίζονταν σε αυτό οι πληροφορίες σχετικά με τη μεταβίβαση των μεριδίων.

38      Συναφώς, στις 8 Νοεμβρίου 2024 ο προσφεύγων διαβίβασε στο Συμβούλιο συμπληρωματικό αποδεικτικό στοιχείο, ήτοι το απόσπασμα του ρωσικού ενιαίου εθνικού μητρώου νομικών προσώπων σχετικά με την RBA-Management, με ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 2024. Κατά το έγγραφο αυτό, ο A. Gurin καταχωρίστηκε στις 5 Νοεμβρίου 2024 ως «μέλος/ιδρυτής» της RBA-Management και ως κατέχων το 100 % των εταιρικών μεριδίων της εταιρίας αυτής.

39      Με έγγραφο της 17ης Μαρτίου 2025, το Συμβούλιο απέρριψε την αίτηση επανεξέτασης που είχε υποβάλει ο προσφεύγων με την αιτιολογία ότι δεν θεωρούσε πειστικά τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτός προσκόμισε όσον αφορά, ιδίως, τη φερόμενη αποχώρησή του από την RBA-Management.

40      Το ζήτημα που έχει σημασία κατά την εξέταση της διατήρησης του ονόματος προσώπου στους επίμαχους καταλόγους είναι το κατά πόσον, μετά την καταχώριση του ονόματος του εν λόγω προσώπου ή μετά την προηγούμενη επανεξέταση, η πραγματική κατάσταση μεταβλήθηκε κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μην μπορεί πλέον να συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα σχετικά με τη συμμετοχή του σε δραστηριότητες τις οποίες αφορούν τα περιοριστικά μέτρα (βλ. απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2024, Mironovich Shor κατά Συμβουλίου, T-489/23, EU:T:2024:912, σκέψη 154 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2025, Boguslayev κατά Συμβουλίου, T-604/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:817, σκέψη 41).

41      Επιπλέον, επισημαίνεται ότι οι πράξεις διατήρησης βασίζονται σε περιοδική επανεξέταση των εν λόγω περιοριστικών μέτρων, προκειμένου να μπορεί το Συμβούλιο να λάβει υπόψη τυχόν μεταβολές των περιστάσεων που αφορούν, ιδίως, την ατομική κατάσταση των προσώπων που αφορούν τα μέτρα αυτά. Πράγματι, οι πράξεις του Μαρτίου 2025 αποτελούν το αποτέλεσμα τέτοιας περιοδικής επανεξέτασης (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2022, Ovsyannikov κατά Συμβουλίου, T-714/20, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2022:674, σκέψη 85, και της 29ης Νοεμβρίου 2023, Pumpyanskiy κατά Συμβουλίου, T-734/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:761, σκέψη 84).

42      Περαιτέρω, όταν το ενδιαφερόμενο πρόσωπο διατυπώνει παρατηρήσεις σχετικά με την αιτιολογική έκθεση, η αρμόδια αρχή της Ένωσης έχει την υποχρέωση να εξετάσει, με επιμέλεια και αμεροληψία, τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων, υπό το πρίσμα των ως άνω παρατηρήσεων και των ενδεχόμενων απαλλακτικών στοιχείων που επισυνάπτονται σε αυτές (βλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C-584/10 P, C-593/10 P και C-595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 114 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

43      Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη εκτίμησης καθόσον διατήρησε το όνομα του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους με τις πράξεις του Μαρτίου 2025 βάσει του φακέλου WK. Ειδικότερα, πρέπει να καθοριστεί αν, κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025, τα αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονταν στον φάκελο WK ήταν ικανά να αποδείξουν ότι ο προσφεύγων ασκούσε τα καθήκοντα που δικαιολογούσαν τη διατήρηση του ονόματός του στους επίμαχους καταλόγους, ήτοι ότι εξακολουθούσε να είναι γενικός διευθυντής και ιδρυτής της RBA-Management, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που ο ίδιος προσκόμισε προκειμένου να αποδείξει ότι η κατάστασή του είχε μεταβληθεί τον Οκτώβριο του 2024.

44      Κατά πρώτον, ο προσφεύγων προσάπτει στο Συμβούλιο ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που ο ίδιος προσκόμισε με την αίτηση επανεξέτασης.

45      Το Συμβούλιο αμφισβητεί την αποδεικτική αξία των εγγράφων αυτών. Υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων προσκόμισε έγγραφα στα οποία είχαν απαλειφθεί ορισμένα στοιχεία, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ότι δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να εξακριβωθεί η ταυτότητα του νέου διαχειριστή της RBA-Management και ότι προσκόμισε σύμβαση μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων χωρίς να αποδείξει την πραγματική καταβολή του τιμήματος.

46      Πρώτον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι πολλές παράγραφοι της απόφασης αριθ. 16, περί παύσης των καθηκόντων του προσφεύγοντος ως γενικού διευθυντή της RBA-Management, είχαν απαλειφθεί, στοιχείο που εμπόδιζε την εκτίμηση του πλήρους περιεχομένου της.

47      Επ’ αυτού, επισημαίνεται ότι, ακόμη και αν το εν λόγω έγγραφο περιλαμβάνει απαλειφθέντα τμήματα, από αυτό προκύπτει σαφώς ότι ο προσφεύγων, ο οποίος είναι το μόνο μέλος της RBA-Management που κατέχει το 100 % του κεφαλαίου της, αφενός, παύεται από τα καθήκοντά του ως γενικός διευθυντής στις 16 Οκτωβρίου 2024 και, αφετέρου, ορίζει τον A. Gurin ως γενικό διευθυντή από την ίδια ημερομηνία. Το έγγραφο αυτό υπογράφεται από τον προσφεύγοντα.

48      Επομένως, το Συμβούλιο δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίζει ότι τα απαλειφθέντα μέρη δεν επιτρέπουν την κατανόηση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου.

49      Επιπλέον, το πλήρες κείμενο της απόφασης αριθ. 16, το οποίο προσκομίστηκε ως παράρτημα του υπομνήματος απαντήσεως, επιβεβαιώνει ότι απαλείφθηκαν μόνον προσωπικά δεδομένα.

50      Συναφώς, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η απόφαση αριθ. 16, το απόσπασμα του ρωσικού ενιαίου εθνικού μητρώου νομικών προσώπων που αφορά την RBA-Management και το απόσπασμα του ίδιου μητρώου σχετικά με την Compel, τα οποία προσκομίσθηκαν στο σύνολό τους ως παράρτημα του υπομνήματος απαντήσεως, είναι απαράδεκτα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 85 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, στο μέτρο που ο προσφεύγων θα μπορούσε να τα προσκομίσει ως παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής.

51      Ο προσφεύγων όμως ανέφερε ότι προσκόμισε το πλήρες κείμενο των εγγράφων αυτών απαντώντας στην αιτίαση που του απηύθυνε το Συμβούλιο, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι είχε απαλείψει ορισμένες πληροφορίες.

52      Ως εκ τούτου, επισημαίνεται ότι τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα του υπομνήματος απαντήσεως δεν συνιστούν νέα αποδεικτικά στοιχεία, αλλά προσκομίστηκαν ως απάντηση στην επιχειρηματολογία του Συμβουλίου με την οποία αμφισβητείται η αποδεικτική αξία των ίδιων εγγράφων που είχαν προσκομιστεί στο παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής, με την αιτιολογία ότι περιείχαν απαλειφθείσες πληροφορίες. Κατά συνέπεια, τα παραρτήματα του υπομνήματος απαντήσεως είναι παραδεκτά. Επιπλέον, οι απαλειφθείσες πληροφορίες αφορούσαν αποκλειστικά προσωπικά δεδομένα, ο δε προσφεύγων δεν μπορεί να τιμωρηθεί επειδή απέκρυψε τα εν λόγω δεδομένα.

53      Δεύτερον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων επικαλείται τον διορισμό νέου διαχειριστή της RBA-Management χωρίς να προσκομίζει στοιχεία που να καθιστούν δυνατή την εξακρίβωση της ταυτότητας του προσώπου αυτού.

54      Μολονότι, με το επιχείρημα αυτό, το Συμβούλιο παραπέμπει στα απαλειφθέντα προσωπικά δεδομένα που περιέχονται στην απόφαση αριθ. 16 και στο απόσπασμα του ρωσικού ενιαίου εθνικού μητρώου νομικών προσώπων σχετικά με την RBA-Management, επισημαίνεται ότι, δεδομένου ότι το ως άνω μητρώο είναι προσβάσιμο στο κοινό, το Συμβούλιο είχε τη δυνατότητα να εξακριβώσει την ταυτότητα του νέου γενικού διευθυντή της RBA-Management κατόπιν απλής αναζήτησης. Επιπλέον, ο προσφεύγων προσκόμισε στο παράρτημα του υπομνήματος απαντήσεως το πλήρες κείμενο των εν λόγω εγγράφων.

55      Τρίτον, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι ο προσφεύγων προσκόμισε, στο παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής, σύμβαση μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων χωρίς όμως να προσκομίσει απόδειξη της πραγματικής καταβολής του συμφωνηθέντος τιμήματος, ανερχόμενου σε 8 700 000 ρωσικά ρούβλια (RUB) (περίπου 95 000 ευρώ), που φαίνεται ασήμαντο για μια εταιρία όπως η RBA-Management, η οποία διαχειρίζεται την Compel, και χωρίς να προσκομίσει απόδειξη ότι ο αγοραστής ανέλαβε πράγματι διαχειριστικές ευθύνες. Η γνωμοδότηση του νομικού συμβούλου που προσκόμισε ο προσφεύγων επίσης στο παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής, σχετικά με το πρόσωπο στην ιδιοκτησία του οποίου βρίσκεται η RBA-Management, έχει μικρή αποδεικτική αξία, καθόσον καταρτίστηκε επί τούτω και δεν είναι αξιόπιστη, καθότι προέρχεται από τον δικηγόρο του στη Ρωσία.

56      Δεδομένου ότι το έγγραφο του Ρώσου δικηγόρου του προσφεύγοντος που προσκομίστηκε στο παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής συντάχθηκε για τους σκοπούς της υπό κρίση προσφυγής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι έχει μικρή αποδεικτική αξία.

57      Εντούτοις, το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι το συμφωνηθέν τίμημα είναι ασήμαντο στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της σύμβασης πώλησης του 100 % των εταιρικών μεριδίων της RBA-Management, η οποία συνήφθη στις 29 Οκτωβρίου 2024 μεταξύ του προσφεύγοντος και του A. Gurin και περιλαμβάνεται στο παράρτημα του δικογράφου της προσφυγής. Η σύμβαση αυτή αναφέρει τίμημα πώληση ύψους 14 700 000 RUB (περίπου 161 000 ευρώ) και όχι το ποσό που ανέφερε το Συμβούλιο.

58      Επιπλέον, η σύμβαση πώλησης έχει τη μορφή συμβολαιογραφικής πράξης, στοιχείο που της προσδίδει ορισμένη αποδεικτική αξία. Τέλος, η πώληση από τον προσφεύγοντα των μεριδίων του στην RBA-Management που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης αυτής επιβεβαιώνεται επίσης από το απόσπασμα του ρωσικού ενιαίου εθνικού μητρώου νομικών προσώπων σχετικά με την RBA-Management, με ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 2024, το οποίο αναφέρει τον A. Gurin ως ιδρυτή της RBA-Management.

59      Επομένως, εσφαλμένως το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων στερούνταν αποδεικτικής αξίας.

60      Κατά δεύτερον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025, τα έγγραφα που περιλαμβάνονταν στον φάκελο WK ήταν παρωχημένα και ότι το Συμβούλιο, μη λαμβάνοντας υπόψη τη μεταβολή της προσωπικής του κατάστασης, υπέπεσε σε πλάνη εκτίμησης.

61      Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων αποδεικνύουν φαινομενική απλώς παραίτηση από τα καθήκοντά του στην RBA-Management και φαινομενική μεταβίβαση των μεριδίων του στην εν λόγω εταιρία. Επομένως, τα αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στον φάκελο WK παραμένουν κρίσιμα για την τεκμηρίωση του λόγου διατήρησης του ονόματος του προσφεύγοντος στις πράξεις του Μαρτίου 2025.

62      Πρώτον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η αξιοπιστία του ρωσικού ενιαίου εθνικού μητρώου νομικών προσώπων, αποσπάσματα του οποίου προσκόμισε ο προσφεύγων, πρέπει να καθοριστεί υπό το πρίσμα του συνόλου των πραγματικών περιστάσεων της δικογραφίας και ότι το εν λόγω μητρώο δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να αποδειχθεί ότι ο προσφεύγων, ο οποίος άσκησε πράγματι δραστηριότητες διαχείρισης της Compel μέσω της RBA-Management επί πολλά έτη, παραιτήθηκε από κάθε υποστηρικτική δραστηριότητα. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι το γεγονός ότι στο ρωσικό ενιαίο εθνικό μητρώο νομικών προσώπων καταχωρίσθηκε η παραίτηση του προσφεύγοντος δεν σημαίνει ότι ο προσφεύγων είχε σταματήσει όντως να ασκεί τις σχετικές δραστηριότητές του.

63      Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων προσκόμισε αποσπάσματα του ρωσικού ενιαίου εθνικού μητρώου νομικών προσώπων σχετικά με την RBA-Management, με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου και 7 Νοεμβρίου 2024, προκειμένου να αποδείξει ότι το όνομα του νέου γενικού διευθυντή και νέου ιδρυτή της RBA-Management είχε επισήμως καταχωρισθεί. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο, τα αποσπάσματα αυτά δεν προσκομίζονται μεμονωμένα, αλλά αποσκοπούν στην επιβεβαίωση των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην αίτηση επανεξέτασης.

64      Εν συνεχεία, διαπιστώνεται ότι, με τα επιχειρήματα αυτά, το Συμβούλιο αμφισβητεί κατ’ ανάγκην την αξιοπιστία των πληροφοριών που περιέχονται στο ρωσικό ενιαίο εθνικό μητρώο νομικών προσώπων.

65      Όπως όμως υπογραμμίζει ο προσφεύγων, αφενός, το εν λόγω δημόσιο μητρώο, το οποίο έχει συσταθεί από το ρωσικό Υπουργείο Οικονομικών, αποτελεί πηγή πληροφοριών σχετικά με τις εταιρίες και τεκμαίρεται ότι αντικατοπτρίζει την πραγματική κατάσταση κάθε καταχωρισθείσας οντότητας. Αφετέρου, το Συμβούλιο χρησιμοποιεί το ίδιο αυτό μητρώο σε ορισμένους φακέλους αποδεικτικών στοιχείων για να δικαιολογήσει καταχωρίσεις στους καταλόγους προσώπων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα.

66      Τέλος, επισημαίνεται ότι, στον φάκελο WK, το Συμβούλιο στηρίχθηκε σε άλλο μητρώο, τη διαδικτυακή πύλη «checko.ru», για να δικαιολογήσει το ότι ο προσφεύγων ήταν ο γενικός διευθυντής και ιδρυτής της RBA-Management.

67      Συναφώς, στις 22 Φεβρουαρίου 2024 το Συμβούλιο είχε ελέγξει το απόσπασμα του ιστοτόπου «checko.ru» σχετικά με τον προσφεύγοντα που περιλαμβάνεται στον φάκελο WK (στοιχείο αριθ. 3). Στον φάκελο WK, το Συμβούλιο αναφέρει ότι η πύλη «checko.ru» «καθιστά δυνατή την ταχεία και δωρεάν επαλήθευση κάθε νομικού ή φυσικού προσώπου που είναι εγγεγραμμένο στη Ρωσική Ομοσπονδία». Επομένως, η αξιοπιστία της πύλης αυτής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από το Συμβούλιο.

68      Πλην όμως, το Συμβούλιο δεν προσκόμισε επικαιροποιημένο απόσπασμα από την εν λόγω πύλη σε χρόνο μεταγενέστερο της 7ης Νοεμβρίου 2024, γεγονός που θα του παρείχε τη δυνατότητα να επαληθεύσει ή να διαψεύσει τις πληροφορίες κατά τις οποίες ο προσφεύγων είχε παραιτηθεί και άλλο πρόσωπο είχε οριστεί γενικός διευθυντής και ιδρυτής της RBA-Management.

69      Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στο ρωσικό ενιαίο εθνικό μητρώο νομικών προσώπων είναι εσφαλμένες.

70      Δεύτερον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ο προσφεύγων φαίνεται να αποτελούν μέσο για να αποφύγει τις συνέπειες των περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν εις βάρος του και όχι στέρεη απόδειξη ότι ο προσφεύγων παραιτήθηκε από κάθε ευθύνη στον τομέα των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε στρατιωτικό εξοπλισμό. Το Συμβούλιο διατείνεται ότι δεν πρέπει να θεωρηθούν αξιόπιστοι τέτοιου είδους ελιγμοί.

71      Δεν μπορεί όμως να προσαφθεί στον προσφεύγοντα ότι θέλησε να παραιτηθεί από τα καθήκοντά του στην RBA-Management τον Οκτώβριο του 2024 προκειμένου να αποφύγει τα περιοριστικά μέτρα που ισχύουν έναντι αυτού από τον Ιούνιο του 2024.

72      Επιπλέον, το γεγονός ότι ο προσφεύγων έλαβε μέτρα προκειμένου να μην περιλαμβάνεται πλέον στους επίμαχους καταλόγους μπορεί να εκληφθεί ως απότοκο της αποτελεσματικότητας των περιοριστικών μέτρων, στο μέτρο που ο προσφεύγων εκδηλώνει κατ’ αυτόν τον τρόπο την πρόθεσή του να μην ασκεί πλέον τις δραστηριότητες που δικαιολογούσαν την καταχώριση του ονόματός του στους επίμαχους καταλόγους.

73      Τρίτον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, από χρονική άποψη, το διάστημα μεταξύ των πράξεων τις οποίες επικαλείται ο προσφεύγων και της περιόδου επανεξέτασης είναι υπερβολικά περιορισμένο για να διασφαλιστεί ότι όντως αποχώρησε από τις επιχειρήσεις του ο προσφεύγων, ο οποίος ασκεί δραστηριότητες υπέρ της Compel επί 20 και πλέον έτη και έχει την ευθύνη της διοίκησης της επιχείρησης αυτής από το 2015. Το διάστημα των 16 εβδομάδων μεταξύ των ενεργειών του προσφεύγοντος τον Οκτώβριο του 2024 και των πράξεων του Μαρτίου 2025 δεν παρέσχε στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να εκτιμήσει το υποστατό και την ειλικρίνεια της απόφασης του προσφεύγοντος να σταματήσει να προσφέρει κάθε μορφή στήριξης προς τη Ρωσική Κυβέρνηση ή να αντλεί οιοδήποτε όφελος από την κυβέρνηση αυτή.

74      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι ο προσφεύγων προσκόμισε έγγραφα προκειμένου να αποδείξει την αποχώρησή του από την RBA-Management στις 31 Οκτωβρίου 2024, ήτοι εντός της ταχθείσας για την υποβολή αιτήσεων επανεξέτασης προθεσμίας, η οποία έληγε στις 2 Νοεμβρίου 2024.

75      Επομένως, το Συμβούλιο εσφαλμένως υποστηρίζει ότι δεν διέθετε τον αναγκαίο χρόνο για να επανεξετάσει τη βασιμότητα του λόγου καταχώρισης υπό το πρίσμα των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε ο προσφεύγων προς απόδειξη της μεταβολής της προσωπικής του κατάστασης, διότι άλλως οι αιτήσεις επανεξέτασης δεν θα είχαν καμία πρακτική αποτελεσματικότητα. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι οι πράξεις του Μαρτίου 2025 εκδόθηκαν κατόπιν περιοδικής επανεξέτασης.

76      Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ο προσφεύγων με την αίτηση επανεξέτασης είχαν ως σκοπό να αποδείξουν ότι δεν ήταν πλέον γενικός διευθυντής ούτε ιδρυτής της RBA-Management και ότι, επομένως, η διατήρηση του ονόματός του στους επίμαχους καταλόγους για τον λόγο αυτόν δεν ήταν πλέον δικαιολογημένη.

77      Αφενός, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 67 ανωτέρω, το Συμβούλιο είχε τη δυνατότητα να ελέγξει ταχέως την ακρίβεια των πληροφοριών που διαβίβασε ο προσφεύγων, ιδίως μέσω του ιστοτόπου «checko.ru».

78      Αφετέρου, το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι δεν διέθετε τον αναγκαίο χρόνο για να ελέγξει κατά πόσον ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα η απόφαση του προσφεύγοντος να σταματήσει να ασκεί οιαδήποτε δραστηριότητα στην Compel ή να παρέχει οιαδήποτε μορφή στήριξης στη Ρωσική Κυβέρνηση, λαμβανομένου υπόψη του ρόλου που διαδραμάτισε στο παρελθόν στην εταιρία αυτή, ιδίως κατά τη διάρκεια του επιθετικού πολέμου κατά της Ουκρανίας, δεν είναι λυσιτελές. Πράγματι, ο λόγος που δικαιολογούσε τη διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στις πράξεις του Μαρτίου 2025 στηριζόταν αποκλειστικά στην ιδιότητά του ως γενικού διευθυντή και ιδρυτή της RBA-Management.

79      Τέταρτον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν επαρκώς τη μεταβολή των δραστηριοτήτων του. Υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε την ελάχιστη αρχή απόδειξης ότι δεν εμπλέκεται πλέον στον τομέα των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων, μολονότι διέγραψε ολόκληρη τη σταδιοδρομία του στον εν λόγω τομέα και μολονότι δεν προσκόμισε αποδείξεις περί της οριστικής απομάκρυνσής του από κάθε θέση στην Compel. Επιπλέον, ήταν σε θέση να προσκομίσει αποδείξεις σχετικά με τη νέα δραστηριότητά του στον τομέα των ακινήτων και την εγκατάστασή του στην Αρμενία.

80      Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 23 ανωτέρω, εναπόκειται στο Συμβούλιο να αποδείξει τη βασιμότητα των λόγων που έγιναν δεκτοί έναντι του προσφεύγοντος και όχι στον ίδιο τον προσφεύγοντα να προσκομίσει την αρνητική απόδειξη περί του αντιθέτου.

81      Στο μέτρο που το Συμβούλιο εκτίμησε ότι, παρά τα έγγραφα που προσκόμισε ο προσφεύγων, είχε διατηρήσει στην πράξη τις δραστηριότητές του, στο Συμβούλιο εναπέκειτο να προσκομίσει σχετική απόδειξη.

82      Επομένως, απαιτώντας από τον προσφεύγοντα να αποδείξει ότι δεν συνέχισε να ασκεί δραστηριότητες στον τομέα των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων ή σε σχέση με την Compel ή να προσκομίσει αποδείξεις για τη νέα δραστηριότητά του, το Συμβούλιο αντιστρέφει το βάρος απόδειξης.

83      Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του λόγου διατήρησης του ονόματος του προσφεύγοντος που περιλαμβανόταν στις πράξεις του Μαρτίου 2025, τα μόνα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία ήταν εκείνα που αποσκοπούσαν στην απόδειξη ή στην αμφισβήτηση του ότι ο προσφεύγων ήταν γενικός διευθυντής και ιδρυτής της RBA-Management και υπεύθυνος για τις πράξεις της εταιρίας αυτής κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025. Το Συμβούλιο δεν έπρεπε να απαιτήσει από τον προσφεύγοντα να προσκομίσει συμπληρωματικές αποδείξεις που δεν σχετίζονταν με τον λόγο αυτόν.

84      Πέμπτον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων δεν αποδείκνυαν ότι αυτός είχε πράγματι παύσει να ασκεί τις δραστηριότητές του, λαμβανομένων υπόψη όλων των πραγματικών στοιχείων της δικογραφίας.

85      Συναφώς, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι υφίστανται σοβαρές και συγκλίνουσες ενδείξεις βάσει των οποίων μπορεί να θεωρηθεί ότι ο προσφεύγων διατηρεί δεσμούς με την Compel, ενδείξεις οι οποίες άλλωστε δικαιολογούν τη διατήρηση του ονόματός του στους επίμαχους καταλόγους. Μνημονεύει αποδεικτικά στοιχεία περιλαμβανόμενα στον φάκελο WK σχετικά με την Compel, από τα οποία προκύπτει ότι η εν λόγω επιχείρηση κατασκευάζει ηλεκτρονικά εξαρτήματα για τη βιομηχανία στρατιωτικού εξοπλισμού τα οποία χρησιμοποιήθηκαν στον επιθετικό πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Το Συμβούλιο υπενθυμίζει επίσης ότι από διάφορα αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται στον φάκελο WK προκύπτει ότι ο προσφεύγων διαθέτει κατάρτιση μηχανικού στον τομέα δραστηριότητας της Compel, ότι άσκησε σημαντικά καθήκοντα εντός της επιχείρησης αυτής, ότι ίδρυσε την Compel Regions LLC και ότι, μέσω της RBA-Management, ανέλαβε καθήκοντα διεύθυνσης της Compel από τον Φεβρουάριο του 2015 έως τον Οκτώβριο του 2024, ήτοι λίγο μετά την εισβολή στην Κριμαία και κατά τη διάρκεια της εισβολής στην Ουκρανία.

86      Συνεπώς, με την επιχειρηματολογία αυτή, το Συμβούλιο υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων προκειμένου να αποδείξει την παραίτησή του και την πώληση των μεριδίων της RBA-Management δεν είναι αξιόπιστα και δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, λαμβανομένων υπόψη των προηγούμενων δραστηριοτήτων του εντός της Compel.

87      Υπενθυμίζεται όμως ότι, κατά τη νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 24 ανωτέρω, η εκτίμηση της βασιμότητας των λόγων διατήρησης του ονόματος του προσφεύγοντος στις πράξεις του Μαρτίου 2025 πρέπει να διενεργείται με εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων εντός του πλαισίου στο οποίο αυτά εντάσσονται, το δε Συμβούλιο ανταποκρίνεται στο βάρος απόδειξης που φέρει αν επικαλεστεί ενώπιον του δικαστή της Ένωσης δέσμη αρκούντως συγκεκριμένων, σαφών και συγκλινουσών ενδείξεων βάσει των οποίων δύναται να αποδειχθεί ότι ο προσφεύγων πληρούσε τις προϋποθέσεις του κριτηρίου στ' κατά τον χρόνο έκδοσης των εν λόγω πράξεων.

88      Αφενός, όσον αφορά το κρίσιμο πλαίσιο, επισημαίνεται ότι το Συμβούλιο αναφέρεται απλώς σε αποδεικτικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στον φάκελο WK, τα περισσότερα από τα οποία αφορούσαν την Compel και όχι τον προσφεύγοντα και τα οποία συνδέονται με τις προηγούμενες δραστηριότητες του προσφεύγοντος στην εταιρία αυτή.

89      Πλην όμως, το Συμβούλιο δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίζει ότι αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την προηγούμενη σταδιοδρομία του προσφεύγοντος στην Compel, τα οποία περιέχονται στον φάκελο WK και, επομένως, αφορούν πραγματικά στοιχεία προγενέστερα του Μαΐου 2024, είναι ικανά να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία της αποχώρησης του προσφεύγοντος από τα καθήκοντά του στην RBA-Management τον Οκτώβριο του 2024.

90      Το Συμβούλιο εσφαλμένως επίσης απέρριψε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων με την αίτηση επανεξέτασης ως μη επαρκή για την απόδειξη της πραγματικής αποχώρησης από τα καθήκοντά του στην RBA-Management, στηριζόμενο αποκλειστικώς στη διαπίστωση ότι το ουσιώδες μέρος της σταδιοδρομίας του προσφεύγοντος ήταν στην Compel. Μια τέτοια εκτίμηση εκ μέρους του Συμβουλίου θα είχε ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί αμετάβλητη η κατάσταση του προσφεύγοντος και να καταστεί άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας η προβλεπόμενη περιοδική επανεξέταση (πρβλ. απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2023, Pumpyanskiy κατά Συμβουλίου, T-734/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:761, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

91      Αφετέρου, όσον αφορά το βάρος απόδειξης, αν το Συμβούλιο εκτιμούσε ότι τα στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων αποδείκνυαν μια φαινομενική μόνον αποχώρηση από τα καθήκοντά του στην RBA-Management και ότι η αιτιολογία που περιλαμβανόταν στις πράξεις του Μαρτίου 2025 εξακολουθούσε να ισχύει, όφειλε να αποδείξει ότι ο προσφεύγων διατηρούσε πραγματικούς δεσμούς με την εταιρία αυτή και εξακολουθούσε να είναι υπεύθυνος για τις πράξεις της κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025.

92      Το Συμβούλιο όμως δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο μεταγενέστερο του Οκτωβρίου 2024 ικανό να στηρίξει τον ισχυρισμό ότι η αποχώρηση του προσφεύγοντος από τις δραστηριότητές του στην RBA-Management ήταν αμιγώς πλασματική.

93      Επιπλέον, αν το Συμβούλιο εκτιμούσε ότι ο προσφεύγων πληρούσε τις προϋποθέσεις του κριτηρίου στ' για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που περιλαμβάνονται στις πράξεις του Μαρτίου 2025, ήτοι λόγω των δεσμών που διατηρούσε απευθείας με την Compel ή λόγω οποιασδήποτε άλλης μορφής στήριξης που παρείχε στη Ρωσική Κυβέρνηση, όφειλε να αποδείξει το γεγονός αυτό και να τροποποιήσει αναλόγως τον λόγο διατήρησης του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο ικανό να αποδείξει την ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ του προσφεύγοντος και της Compel κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025.

94      Ως εκ τούτου, ελλείψει οιασδήποτε απόδειξης προς συμπλήρωση του φακέλου WK, από κανένα στοιχείο δεν μπορούσε να συναχθεί ότι ο προσφεύγων παρέμενε, στην πράξη, επικεφαλής και ιδρυτής της RBA-Management κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025. Το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι οι προηγούμενες δραστηριότητες του προσφεύγοντος στην Compel καθιστούσαν τη μεταβολή αυτή της κατάστασής του όλως αναξιόπιστη είναι καθαρά υποθετικό και δεν τεκμηριώνεται.

95      Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ο προσφεύγων προκειμένου να αποδείξει τη μεταβολή της προσωπικής του κατάστασης στερούνταν οιασδήποτε αποδεικτικής αξίας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα έγγραφα αυτά συνιστούν αρχή απόδειξης ότι ο προσφεύγων είχε παραιτηθεί από τα καθήκοντά του ως επικεφαλής της RBA-Management τον Οκτώβριο του 2024 και δεν ήταν πλέον ιδρυτής της RBA-Management από τον Νοέμβριο του 2024.

96      Ειδικότερα, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά και μόνο στα στοιχεία του φακέλου WK, τα οποία είναι προγενέστερα κατά αρκετούς μήνες των πληροφοριών που προσκόμισε ο προσφεύγων και τα οποία, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω πληροφοριών, ήταν παρωχημένα.

97      Κατά συνέπεια, εσφαλμένως το Συμβούλιο απέρριψε τα έγγραφα που προσκόμισε ο προσφεύγων καθότι θεώρησε ότι δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι η προσωπική του κατάσταση είχε πράγματι μεταβληθεί τον Οκτώβριο του 2024, χωρίς όμως το Συμβούλιο να προσκομίσει επικαιροποιημένες εκδόσεις των εγγράφων του φακέλου WK ή άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι περιστάσεις που δικαιολόγησαν την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους εξακολουθούσαν να υφίστανται κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025, ήτοι ότι ο προσφεύγων εξακολουθούσε να είναι γενικός διευθυντής και ιδρυτής της RBA-Management και υπεύθυνος για τις πράξεις της εταιρίας αυτής κατά τον ως άνω χρόνο.

98      Ως εκ τούτου, διαπιστώνεται ότι το Συμβούλιο, καθόσον δεν επικαιροποίησε την εκτίμησή του σχετικά με την κατάσταση του προσφεύγοντος, δεν απέδειξε τη βασιμότητα του λόγου διατήρησης του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Μαρτίου 2025.

99      Επομένως, το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη εκτίμησης στο μέτρο που, με τις πράξεις του Μαρτίου 2025, διατήρησε βάσει του κριτηρίου στ' το όνομα του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους.

 Σχετικά με τις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025

100    Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη εκτίμησης καθόσον διατήρησε το όνομά του στους επίμαχους καταλόγους με τις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025, μολονότι δεν υφίστατο πλέον η κατάσταση που δικαιολογούσε την αρχική καταχώριση και μολονότι το Συμβούλιο αναγνώρισε την ως άνω μεταβολή της κατάστασης όσον αφορά τον λόγο καταχώρισης του ονόματός του.

101    Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι απλώς διαπίστωσε την τυπική και φαινομενική αποχώρηση του προσφεύγοντος από τα διευθυντικά του καθήκοντα και ότι ο προσφεύγων δεν συμπλήρωσε τον φάκελό του με κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει την πραγματική παύση κάθε δραστηριότητας σε σχέση με την Compel, μια τέτοια δε απόδειξη ήταν ο μόνος τρόπος να στοιχειοθετηθεί ότι είχε λήξει ο σταθερός και ουσιώδης δεσμός μεταξύ του «επικεφαλής» και της Compel. Μια φαινομενική παραίτηση δεν είναι επαρκής ούτε πειστική, λαμβανομένου υπόψη του ρόλου που διαδραμάτισε ο προσφεύγων στην εισαγωγή υλικού προοριζόμενου να στηρίξει τη ρωσική πολεμική προσπάθεια.

102    Με την από 5ης Απριλίου 2025 αίτηση επανεξέτασης, ο προσφεύγων διαβίβασε εκ νέου στο Συμβούλιο την απόφαση αριθ. 16, που μνημονεύεται στη σκέψη 36 ανωτέρω, και το απόσπασμα του ρωσικού ενιαίου εθνικού μητρώου νομικών προσώπων σχετικά με την RBA-Management, με ημερομηνία 7 Νοεμβρίου 2024, το οποίο μνημονεύεται στη σκέψη 38 ανωτέρω. Διαβίβασε επίσης, μεταξύ άλλων, το απόσπασμα του ρωσικού ενιαίου εθνικού μητρώου νομικών προσώπων σχετικά με την RBA-Management, με ημερομηνία 27 Μαρτίου 2025, στο οποίο αναφερόταν ο Α. Gurin ως γενικός διευθυντής και ιδρυτής της RBA-Management, καθώς και το απόσπασμα του ιστοτόπου «checko.ru», που τον αφορούσε, το οποίο αντιστοιχούσε σε επικαιροποιημένη έκδοση του εγγράφου αριθ. 3 του φακέλου WK.

103    Επισημαίνεται ότι, με τις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025, το Συμβούλιο τροποποίησε τον λόγο διατήρησης του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους. Από τις τροποποιήσεις αυτές προκύπτει ότι ο προσφεύγων είναι «ο πρώην» γενικός διευθυντής της RBA-Management και ότι, λόγω της ιδιότητάς του ως γενικού διευθυντή και ιδρυτή της RBA-Management, ο προσφεύγων «ήταν» υπεύθυνος για τις πράξεις της εταιρίας αυτής.

104    Εξ αυτού συνάγεται κατ’ ανάγκην ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τις πληροφορίες που παρέσχε ο προσφεύγων με την από 5ης Απριλίου 2025 αίτηση επανεξέτασης και εκτίμησε ότι ο προσφεύγων είχε προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προέκυπτε μεταβολή της ατομικής του κατάστασης, ήτοι ότι δεν ήταν πλέον γενικός διευθυντής της RBA-Management ούτε υπεύθυνος για τις πράξεις της.

105    Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίζει ότι, με τη νέα αυτή αιτιολογία, απλώς έλαβε υπόψη φαινομενική μόνο μεταβολή της προσωπικής κατάστασης του προσφεύγοντος. Πράγματι, τέτοια ερμηνεία δεν ανταποκρίνεται στο λεκτικό του λόγου διατήρησης του ονόματος του προσφεύγοντος που περιλαμβάνεται στις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025.

106    Επομένως, διαπιστώνεται ότι η αιτιολογία που παρατίθεται στις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025 για να δικαιολογηθεί η διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους στηρίζεται αποκλειστικά στο ότι ο προσφεύγων ήταν, στο παρελθόν, υπεύθυνος για τις πράξεις της RBA-Management.

107    Το κριτήριο στ', το οποίο αφορά φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που «παρέχουν» υλική ή οικονομική στήριξη στην Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, διατυπώνεται σαφώς σε ενεστώτα χρόνο (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2024, Rashevsky κατά Συμβουλίου, T-309/22 και T-739/22, μη δημοσιευθείσα, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2024:455, σκέψη 173), όπερ συνεπάγεται ότι η στήριξη πρέπει να παρέχεται κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων περί διατήρησης της καταχώρισης (βλ., κατ’ αναλογίαν, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Biondi στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Λεττονία κατά Aven και Fridman, C-440/24 P και C-441/24 P, EU:C:2025:854, σημείο 115).

108    Κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο έπαυσε να ασκεί τα καθήκοντά του εντός ορισμένης οντότητας δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτού, ότι τα προγενέστερα αυτά καθήκοντα στερούνται σημασίας, στο μέτρο που οι παρελθούσες δραστηριότητές του θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του. Εντούτοις, θεωρούμενα μεμονωμένα, τα προγενέστερα καθήκοντα προσώπου δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την καταχώριση του ονόματός του στους επίμαχους καταλόγους. Εάν το Συμβούλιο σκόπευε να στηριχθεί στις παρελθούσες δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου, θα όφειλε πράγματι να προβάλει σοβαρές και συγκλίνουσες ενδείξεις βάσει των οποίων θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της επίμαχης πράξης, το συγκεκριμένο πρόσωπο διατηρούσε δεσμούς με την οντότητα στην οποία ασκούσε καθήκοντα, οι οποίοι δικαιολογούν την καταχώριση του ονόματός του στους καταλόγους μετά την παύση των δραστηριοτήτων του στο πλαίσιο της οντότητας αυτής (πρβλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2021, Assi κατά Συμβουλίου, T-256/19, EU:T:2021:818, σκέψη 128 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

109    Επισημαίνεται όμως ότι το Συμβούλιο δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι ο προσφεύγων διατηρούσε δεσμούς με την RBA-Management ή ότι εξακολουθούσε να ασκεί καθήκοντα στην επιχείρηση αυτή κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Σεπτεμβρίου 2025.

110    Επ’ αυτού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο εσφαλμένως υποθέτει, για τον λόγο και μόνον ότι ο προσφεύγων ήταν γενικός διευθυντής της RBA-Management και υπεύθυνος για τις πράξεις της εν λόγω εταιρίας, ότι μπορεί να χαρακτηριστεί ως φυσικό πρόσωπο το οποίο παρέχει υλική στήριξη στη Ρωσική Κυβέρνηση πολλούς μήνες μετά την αποχώρησή του από τα ως άνω καθήκοντα. Πράγματι, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί αμετάβλητη η κατάσταση του προσφεύγοντος και να καταστεί άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας η περιοδική επανεξέταση που προβλέπεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 6, τρίτο εδάφιο, της απόφασης 2014/145 και στο άρθρο 14, παράγραφος 4, του κανονισμού 269/2014, όπως έχουν τροποποιηθεί (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 6ης Σεπτεμβρίου 2023, Shulgin κατά Συμβουλίου, T-364/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:503, σκέψη 116 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 29ης Νοεμβρίου 2023, Pumpyanskiy κατά Συμβουλίου, T-734/22, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2023:761, σκέψη 85 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

111    Εξάλλου, από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 26 ανωτέρω προκύπτει ότι, ασφαλώς, δεν απαγορεύεται να στηριχθεί το Συμβούλιο στα ίδια αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολόγησαν την προηγούμενη διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους, υπό την προϋπόθεση ότι, αφενός, οι λόγοι καταχώρισης παραμένουν αμετάβλητοι και, αφετέρου, το πλαίσιο δεν έχει εξελιχθεί κατά τρόπο που να καθιστά τα στοιχεία αυτά παρωχημένα.

112    Εντούτοις, επισημαίνεται ότι ο λόγος καταχώρισης του ονόματος του προσφεύγοντος τροποποιήθηκε με τις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025 και ότι το Συμβούλιο, αναγνωρίζοντας ότι ο προσφεύγων δεν ήταν πλέον υπεύθυνος για τις πράξεις της RBA-Management, αναγνώρισε εμμέσως πλην σαφώς τον παρωχημένο χαρακτήρα των αποδεικτικών στοιχείων που περιλαμβάνονται στον φάκελο WK και τα οποία αποσκοπούσαν στο να αποδειχθεί ότι ο προσφεύγων ήταν ο επικεφαλής της RBA-Management.

113    Επομένως, το Συμβούλιο δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης που φέρει σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 23 και 24 ανωτέρω, καθόσον δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι ο προσφεύγων, λόγω των προηγούμενων καθηκόντων του στην RBA-Management, παρείχε υλική στήριξη στην Κυβέρνηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας, υπό την έννοια του κριτηρίου στ', κατά τον χρόνο έκδοσης των πράξεων του Σεπτεμβρίου 2025.

114    Το ως άνω συμπέρασμα δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα του Συμβουλίου.

115    Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο WK σχετικά με την Compel εξακολουθούν να είναι κρίσιμα και αποδεικνύουν ότι η εν λόγω επιχείρηση βρισκόταν στο επίκεντρο δόλιων ενεργειών για τη διασφάλιση της εισαγωγής υλικού προοριζόμενου για τη στήριξη του πολέμου στην Ουκρανία και ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι διηύθυνε επιχείρηση που επιδίωκε αμιγώς μη στρατιωτικούς σκοπούς. Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω στοιχείων, το Συμβούλιο αμφισβητεί το κατά πόσον ο προσφεύγων, ο οποίος είναι κατά την κρίση του Συμβουλίου ο πραγματικός επικεφαλής της Compel, αποχώρησε όντως από την εν λόγω επιχείρηση.

116    Αφενός, το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι ο προσφεύγων δύναται ακόμη να διευθύνει de facto την Compel δεν ασκεί επιρροή. Συγκεκριμένα, στις πράξεις του Σεπτεμβρίου 2025, η στήριξη του προσφεύγοντος προς τη Ρωσική Κυβέρνηση δεν δικαιολογείται από την ύπαρξη δεσμών μεταξύ του προσφεύγοντος και της Compel κατόπιν της παραίτησής του από τη θέση του επικεφαλής της RBA-Management ούτε από το ότι αυτός θεωρείται ότι είναι de facto επικεφαλής της Compel.

117    Αφετέρου, ο ισχυρισμός του Συμβουλίου ότι ο προσφεύγων διατήρησε τη φερόμενη de facto διαχείριση της Compel δεν στηρίζεται, εν πάση περιπτώσει, σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

118    Συναφώς, το Συμβούλιο, υποστηρίζοντας ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε την πραγματική παύση όλων των καθηκόντων του σε σχέση με την Compel ούτε προσκόμισε επαρκή στοιχεία για να αποδείξει ότι δεν ασκεί καμία δραστηριότητα και ότι αποσύρθηκε στην Αρμενία, αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Αν το Συμβούλιο θεωρούσε ότι ο προσφεύγων εξακολουθούσε να ασκεί δραστηριότητες εντός της Compel που δικαιολογούσαν την καταχώρισή του βάσει του κριτηρίου στ', όφειλε να το αποδείξει και να τροποποιήσει αναλόγως τον λόγο καταχώρισης του ονόματος του προσφεύγοντος.

119    Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, δεδομένου ότι η αιτιολογία των πράξεων του Σεπτεμβρίου 2025, η οποία συνδέεται με το κριτήριο στ', παραπέμπει αποκλειστικά στα προηγούμενα καθήκοντα του προσφεύγοντος στην RBA-Management, το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη εκτίμησης καθόσον έκρινε ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των εν λόγω πράξεων, ο προσφεύγων μπορούσε να χαρακτηριστεί ως φυσικό πρόσωπο που παρέχει υλική στήριξη στη Ρωσική Κυβέρνηση. Πράγματι, το Συμβούλιο δεν μπορεί να θεωρήσει ότι το γεγονός και μόνον ότι ο προσφεύγων ασκούσε, ένα έτος πριν από την έκδοση των πράξεων του Σεπτεμβρίου 2025, τα καθήκοντα του γενικού διευθυντή της RBA-Management αρκεί για να δικαιολογήσει τη διατήρηση του ονόματός του στους επίμαχους καταλόγους ως προσώπου που παρέχει υλική στήριξη στη Ρωσική Κυβέρνηση (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2025, Pumpyanskiy κατά Συμβουλίου, T-541/24, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2025:841, σκέψη 120 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

120    Επομένως, το Συμβούλιο υπέπεσε σε πλάνη εκτίμησης καθόσον με τις πράξεις του Μαρτίου 2025 διατήρησε, βάσει του κριτηρίου στ', το όνομα του προσφεύγοντος στους επίμαχους καταλόγους.

121    Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις κατά το μέρος που αφορούν τον προσφεύγοντα.

 Επί του αιτήματος αποζημίωσης

122    Ο προσφεύγων ζητεί να αναγνωριστεί ότι στοιχειοθετείται η εξωσυμβατική ευθύνη του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 340 ΣΛΕΕ λόγω προσβολής των δικαιωμάτων του άμυνας. Ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο, με το από 17ης Μαρτίου 2025 έγγραφό του, περιορίστηκε σε στερεότυπες και τυποποιημένες εκφράσεις προκειμένου να απαντήσει στην από 31ης Οκτωβρίου 2024 αίτηση επανεξέτασης. Προβάλλει ότι η άρνηση του Συμβουλίου να εξετάσει το αίτημα αυτό του προκαλεί βέβαιη ζημία καθότι παρατείνει τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων τουλάχιστον για όσο χρόνο θα διαρκέσει η παρούσα διαδικασία, ήτοι κατά περίπου δύο έτη.

123    Όσον αφορά τη ζημία, ο προσφεύγων επισημαίνει ότι οι αρμενικές τράπεζες αρνούνται να προσφέρουν τραπεζικές υπηρεσίες στα πρόσωπα που υπόκεινται σε διεθνείς κυρώσεις και ότι, εξ αυτού του λόγου, τέθηκαν εμπόδια στα σχέδιά του να εγκατασταθεί στην Αρμενία και να ασκήσει εκεί επιχειρηματική δραστηριότητα στον τομέα των ακινήτων. Λόγω των ενεργειών των αρμενικών τραπεζών, οι οικονομικές ζημίες του ανέρχονται, αφενός, σε 42 480 ευρώ, που αντιστοιχούν στην αδυναμία εκμίσθωσης ακινήτου το οποίο κατέχει στο Ερεβάν (Αρμενία) επί δύο έτη, και, αφετέρου, σε 150 000 ευρώ, που αντιστοιχούν σε απώλειες στον κύκλο εργασιών του κατά την ίδια περίοδο, λόγω της αδυναμίας σύναψης ορισμένων συμβάσεων και πραγματοποίησης επενδύσεων στον τομέα των ακινήτων στο Ερεβάν.

124    Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, συγκεκριμένα δε την ύπαρξη κατάφωρης παράβασης κανόνα δικαίου ο οποίος αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης της υποχρέωσης που υπέχει το όργανο που εξέδωσε την πράξη και της ζημίας που υπέστησαν οι ζημιωθέντες (βλ. αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2019, HTTS κατά Συμβουλίου, C-123/18 P, EU:C:2019:694, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2024, Tokareva κατά Συμβουλίου, T-744/22, EU:T:2024:608, σκέψη 171 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

125    Επιπλέον, οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, είναι σωρευτικές. Επομένως, εφόσον δεν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να εξετασθούν οι λοιπές προϋποθέσεις (βλ. απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2024, Tokareva κατά Συμβουλίου, T-744/22, EU:T:2024:608, σκέψη 172 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

126    Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας, η προβαλλόμενη ζημία πρέπει να απορρέει με επαρκή βαθμό αμεσότητας από την προσαπτόμενη συμπεριφορά, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή πρέπει να είναι η γενεσιουργός αιτία της ζημίας, ενώ αντιθέτως δεν υφίσταται υποχρέωση αποκατάστασης κάθε βλαπτικής συνέπειας, έστω και απομακρυσμένης, που προκύπτει από την παράνομη κατάσταση. Ο ενάγων οφείλει να αποδείξει ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προσαπτόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (βλ. αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 2018, Iran Insurance κατά Συμβουλίου, T-558/15, EU:T:2018:945, σκέψη 121 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 1ης Ιουνίου 2022, Elevet? Invest Group κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΣΕ, T-523/17, EU:T:2022:313, σκέψη 655 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

127    Εν προκειμένω, αφενός, όσον αφορά την προσαπτόμενη συμπεριφορά, ο προσφεύγων προβάλλει προσβολή των οικείων δικαιωμάτων άμυνας εκ μέρους του Συμβουλίου κατά τον έλεγχο της από 31ης Οκτωβρίου 2024 αίτησης επανεξέτασης. Αφετέρου, όσον αφορά την προβαλλόμενη ζημία, προβάλλει την αδυναμία εκμίσθωσης ακινήτου το οποίο κατέχει στο Ερεβάν και απώλειες στον κύκλο εργασιών, λόγω των ενεργειών των αρμενικών τραπεζών.

128    Ειδικότερα, με τη συλλογιστική του, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι τυχόν προσβολή των δικαιωμάτων άμυνάς του κατά τη διαδικασία επανεξέτασης οδήγησε το Συμβούλιο να διατηρήσει εσφαλμένως την καταχώριση του ονόματός του στους επίμαχους καταλόγους και ότι η κατάσταση αυτή τον υποχρέωσε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή, με αποτέλεσμα την παράταση των περιοριστικών μέτρων για όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, την οποία εκτιμά σε δύο έτη. Εξηγεί ότι, κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ετών, δεν μπορεί να ασκήσει επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Αρμενία διότι οι αρμενικές τράπεζες αρνούνται να του ανοίξουν τραπεζικό λογαριασμό.

129    Επομένως, από την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος προκύπτει ότι η προβαλλόμενη ζημία προκύπτει, το πολύ, από την άρνηση (αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη) των αρμενικών τραπεζών να του ανοίξουν τραπεζικό λογαριασμό και όχι άμεσα από την προβαλλόμενη προσβολή των δικαιωμάτων του άμυνας.

130    Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί καμία άμεση σχέση μεταξύ του γεγονότος (ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένο) ότι το Συμβούλιο δεν έλεγξε προσηκόντως την αίτηση επανεξέτασης του προσφεύγοντος και των εμποδίων που αυτός αντιμετώπισε κατά την υλοποίηση των σχεδίων του στην Αρμενία.

131    Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει άμεση αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς που προσάπτει στο Συμβούλιο και της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη.

132    Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η προσαπτόμενη στο Συμβούλιο συμπεριφορά απέρρεε από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, δεν αποδείχθηκε ότι η άρνηση των αρμενικών τραπεζών να του παράσχουν τραπεζικές υπηρεσίες αποτελεί άμεση συνέπεια των περιοριστικών μέτρων που τον αφορούν.

133    Συναφώς, μολονότι, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, μια τέτοια συμπεριφορά των αρμενικών τραπεζών μπορεί να προκύπτει μόνον από δική τους πρωτοβουλία και από τη δική τους εσωτερική πολιτική, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να αποφάσισαν οικειοθελώς να συμμορφωθούν προς τα περιοριστικά μέτρα που έλαβε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά ταύτα, η διαπίστωση αυτή δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω.

134    Πράγματι, αφενός, δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν έχουν εφαρμογή στην Αρμενία, δεν απορρέει καμία υποχρέωση για τις αρμενικές τράπεζες. Αφετέρου, τα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν κατ’ εφαρμογήν των προσβαλλόμενων πράξεων συνίστανται σε μέτρα δέσμευσης των κεφαλαίων των προσώπων των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στους επίμαχους καταλόγους και όχι σε μέτρα που απαγορεύουν το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών.

135    Επομένως, δεδομένου ότι δεν πληρούται μία από τις προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης του Συμβουλίου, το αίτημα αποζημίωσης πρέπει να απορριφθεί.

 Επί των δικαστικών εξόδων

136    Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

137    Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο προσφεύγων και το Συμβούλιο ηττήθηκαν εν μέρει, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.

Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)

αποφασίζει:

1)      Ακυρώνει την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2025/528 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2025, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2025/527 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2025, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2025/1895 του Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2025, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/145/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2025/1894 του Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2025, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 269/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, στο μέτρο που το όνομα του Vladimir Avetisyan διατηρήθηκε στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και φορέων σε βάρος των οποίων εφαρμόζονται τα περιοριστικά αυτά μέτρα.

2)      Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά.

3)      Ο V. Avetisyan και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

De Baere

Svenningsen

Mac Eochaidh

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Σεπτεμβρίου 2026.

(υπογραφές)


*      Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.