(1) Οποιοσδήποτε αριθμός εναγόντων ή εναγομένων δύνανται να συνενωθούν ως διάδικοι σε απαίτηση.
Ενότητα Ι : Προσθήκη και υποκατάσταση διαδίκων
20.2. Αλλαγή διαδίκων: γενικά
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται όταν διάδικος πρόκειται να προστεθεί ή να υποκατασταθεί ή να αφαιρεθεί, εκτός όταν η υπόθεση εμπίπτει στο πλαίσιο του κανονισμού 20.6 (ειδικές διατάξεις για την αλλαγή διαδίκων μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής).
(2) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη προσώπου ως νέου διαδίκου αν:
(α) η προσθήκη του νέου διαδίκου είναι επιθυμητή, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει όλα τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία· ή
(β) υφίσταται ζήτημα, το οποίο αφορά στον νέο διάδικο και στον υφιστάμενο διάδικο, το οποίο συνδέεται με τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία, και είναι επιθυμητό να προστεθεί ο νέος διάδικος, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει το εν λόγω ζήτημα.
(3) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο να παύσει να είναι διάδικος, αν δεν είναι επιθυμητό το πρόσωπο αυτό να είναι διάδικος στη διαδικασία.
(4) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την υποκατάσταση υφιστάμενου διαδίκου με νέο διάδικο αν:
(α) το συμφέρον ή η ευθύνη του υφιστάμενου διαδίκου έχει μεταφερθεί στον νέο διάδικο· ή
(β) είναι επιθυμητή η υποκατάσταση με τον νέο διάδικο, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει τα αμφισβητούμενα θέματα στη διαδικασία.
20.3. Πρόνοιες οι οποίες εφαρμόζονται όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα δικαιούνται θεραπεία από κοινού
(1) Όταν ενάγων αξιώνει θεραπεία την οποία κάποιο άλλο πρόσωπο δικαιούται από κοινού με τον ενάγοντα, όλα τα πρόσωπα τα οποία δικαιούνται από κοινού τη θεραπεία πρέπει να είναι διάδικοι εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
(2) Αν πρόσωπο δεν συμφωνεί να είναι ενάγων, το πρόσωπο αυτό πρέπει να προστεθεί ως εναγόμενος, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
20.4. Διαδικασία προσθήκης και υποκατάστασης διαδίκων
(1) Απαιτείται άδεια του δικαστηρίου για την αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου, εκτός αν το έντυπο απαίτησης δεν έχει επιδοθεί.
(2) Αίτηση για άδεια δυνάμει της παραγράφου (1) μπορεί να υποβληθεί από:
(α) υφιστάμενο διάδικο· ή
(β) πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να καταστεί διάδικος.
[Δ.Κ. 29.9.2023] (3) Αίτηση για έκδοση διατάγματος δυνάμει του κανονισμού 20.2(4) (υποκατάσταση
[Κείμενο διαγράφηκε από: Δ.Κ. 29.9.2023:] νέου διαδίκου όταν το συμφέρον ή η ευθύνη υφιστάμενου διαδίκου έχει μεταφερθεί):
(α) μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση· και
(β) πρέπει να υποστηριχθεί από μαρτυρία.
(4) Κανένα πρόσωπο δεν δύναται να προστεθεί ή να υποκατασταθεί ως ενάγων εκτός αν:
(α) το πρόσωπο αυτό έχει συναινέσει γραπτώς· και
(β) η συναίνεση αυτή έχει καταχωριστεί στο δικαστήριο.
(5) Διάταγμα για την αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου πρέπει να επιδοθεί σε:
(α) όλους τους διαδίκους στη διαδικασία· και
(β) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από το διάταγμα.
(6) Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα για την αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου, δύναται να εκδώσει παρεπόμενες οδηγίες για:
(α) την καταχώριση και επίδοση του εντύπου απαίτησης σε οποιονδήποτε νέο εναγόμενο·
(β) την επίδοση σχετικών εγγράφων στον νέο διάδικο· και
(γ) τη διαχείριση της διαδικασίας.
(7) Όταν το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα προσθήκης ή υποκατάστασης με νέο ενάγοντα, δύναται να δώσει οδηγίες:
(α) για την επίδοση αντιγράφου του διατάγματος σε κάθε διάδικο στη διαδικασία και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από το διάταγμα·
(β) για την επίδοση αντιγράφων των δικογράφων και των εγγράφων τα οποία αναφέρονται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, στον νέο διάδικο,
(γ) όπως ο διάδικος, ο οποίος υπέβαλε την αίτηση καταχωρίσει εντός 14 ημερών τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης.
(8) Όταν το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα προσθήκης ή υποκατάστασης εναγόμενου είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αιτήματος, το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες:
(α) στον ενάγοντα να καταχωρίσει στο δικαστήριο εντός 14 ημερών (ή ως διαταχθεί) τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης για τον φάκελο του δικαστηρίου,
(β) αντίγραφο του διατάγματος να επιδοθεί σε όλους τους διαδίκους στη διαδικασία και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο επηρεάζεται από αυτό,
(γ) το τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και η έκθεση απαίτησης, τα έντυπα για παραδοχή, υπεράσπιση και καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και αντίγραφα των δικογράφων και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα αναφέρονται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, να επιδοθούν στον νέο εναγόμενο,
(δ) εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, το τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης να επιδοθούν σε οποιουσδήποτε άλλους εναγόμενους.
20.5. Ημερομηνία έναρξης ισχύος της τροποποίησης για την προσθήκη διαδίκου
(1) Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η προσθήκη νέου διαδίκου τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία επίδοσης του τροποποιημένου εντύπου απαίτησης σε αυτόν.
20.6. Ειδικές διατάξεις αναφορικά με την προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκων μετά τη λήξη σχετικής περιόδου παραγραφής
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην περίπτωση αλλαγής διαδίκων μετά τη λήξη περιόδου παραγραφής.
(2) Το δικαστήριο δύναται να προσθέσει ή υποκαταστήσει διάδικο μόνο αν:
(α) η σχετική περίοδος παραγραφής δεν είχε λήξει όταν ξεκίνησε η διαδικασία· και
(β) η προσθήκη ή υποκατάσταση είναι αναγκαία.
(3) Η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου είναι αναγκαία μόνο αν το δικαστήριο ικανοποιείται ότι:
(α) ο νέος διάδικος υποκαθιστά διάδικο, ο οποίος κατονομάζεται στο έντυπο απαίτησης εσφαλμένα αντί του νέου διαδίκου·
(β) η απαίτηση δεν μπορεί να συνεχιστεί κανονικά από ή εναντίον του αρχικού διαδίκου, εκτός αν ο νέος διάδικος προστεθεί ή υποκατασταθεί ως ενάγων ή εναγόμενος· ή
(γ) ο αρχικός διάδικος έχει αποβιώσει ή έχει εκδοθεί διάταγμα πτώχευσης εναντίον του και το συμφέρον ή η ευθύνη του διαδίκου έχει μεταφερθεί στον νέο διάδικο.
(4) Επιπρόσθετα, το δικαστήριο δύναται να προσθέσει ή υποκαταστήσει διάδικο όταν, κατά την άσκηση εκ του νόμου εξουσίας, διατάξει όπως η περίοδος παραγραφής μη εφαρμοστεί στην απαίτηση από ή εναντίον του νέου διαδίκου.
Ενότητα ΙΙ : Αντιπροσωπεύοντες διάδικοι
20.7. Αντιπροσωπεύοντες διάδικοι με το ίδιο συμφέρον
(1) Όταν πέραν του ενός προσώπου έχουν το ίδιο συμφέρον σε αιτία ή θέμα:
(α) η απαίτηση μπορεί να ξεκινήσει· ή
(β) το δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως η απαίτηση συνεχίσει·
από ή εναντίον ενός ή περισσοτέρων από τα πρόσωπα τα οποία έχουν το ίδιο συμφέρον ως αντιπρόσωποι οποιωνδήποτε άλλων προσώπων τα οποία έχουν το εν λόγω συμφέρον.
(2) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως πρόσωπο δεν δύναται να ενεργεί ως αντιπρόσωπος.
(3) Διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος δυνάμει της παραγράφου (2).
(4) Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, απόφαση ή διάταγμα το οποίο εκδίδεται σε απαίτηση στην οποία διάδικος ενεργεί ως αντιπρόσωπος, δυνάμει του παρόντος κανονισμού:
(α) είναι δεσμευτικά για όλα τα πρόσωπα τα οποία αντιπροσωπεύονται στην απαίτηση· αλλά
(β) μπορούν να εκτελεστούν από ή εναντίον προσώπου το οποίο δεν είναι διάδικος στην απαίτηση, μόνο με άδεια του Δικαστηρίου.
20.8. Αντιπροσώπευση ενδιαφερομένων προσώπων τα οποία δεν μπορούν να εξακριβωθούν κ.τ.λ.
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε απαιτήσεις για:
(α) την περιουσία αποθανόντος προσώπου·
(β) περιουσία η οποία υπόκειται σε εμπίστευμα· ή
(γ) την ερμηνεία εγγράφου, περιλαμβανομένου νομοθετήματος.
(2) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διορίζει πρόσωπο να αντιπροσωπεύσει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα στην απαίτηση όταν το πρόσωπο ή πρόσωπα τα οποία θα αντιπροσωπευτούν:
(α) είναι αγέννητα·
(β) δεν μπορούν να ανευρεθούν·
(γ) δεν μπορούν εύκολα να εξακριβωθούν· ή
(δ) αποτελούν κατηγορία προσώπων τα οποία έχουν το ίδιο συμφέρον σε απαίτηση και:
(i) ένα ή περισσότερα μέλη της κατηγορίας αυτής εμπίπτουν στις υπο-παραγράφους (α), (β) ή (γ)· ή
(ii) ο διορισμός αντιπροσώπου προάγει τον πρωταρχικό σκοπό.
(3) Αίτηση για έκδοση διατάγματος δυνάμει της παραγράφου (2):
(α) μπορεί να υποβληθεί από:
(i) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ζητεί να διοριστεί, δυνάμει του διατάγματος· ή
(ii) οποιοδήποτε διάδικο στην απαίτηση· και
(β) μπορεί να υποβληθεί σε οποιοδήποτε χρόνο πριν ή μετά την έγερση της απαίτησης.
(4) Αίτηση για έκδοση διατάγματος, δυνάμει της παραγράφου (2) πρέπει να επιδίδεται:
(α) σε όλους τους διαδίκους στην απαίτηση, αν η απαίτηση έχει ήδη καταχωριστεί·
(β) στο πρόσωπο του οποίου ζητείται ο διορισμός, αν το πρόσωπο αυτό δεν είναι ο αιτητής ή διάδικος στην απαίτηση· και
(γ) σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου.
(5) Κανένα διάταγμα δεν εκδίδεται, δυνάμει του παρόντος κανονισμού εκτός αν το πρόσωπο το οποίο διορίζεται συναινεί στον διορισμό.
(6) Απαιτείται έγκριση του δικαστηρίου για τον διακανονισμό απαίτησης στην οποία διάδικος ενεργεί ως αντιπρόσωπος, δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
(7) Το δικαστήριο δύναται να εγκρίνει διακανονισμό όταν ικανοποιείται ότι ο διακανονισμός είναι προς όφελος όλων των αντιπροσωπευόμενων προσώπων.
(8) Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, απόφαση ή διάταγμα το οποίο εκδίδεται σε απαίτηση στην οποία διάδικος ενεργεί ως αντιπρόσωπος, δυνάμει του παρόντος κανονισμού:
(α) είναι δεσμευτικά για όλα τα πρόσωπα τα οποία αντιπροσωπεύονται στην απαίτηση· αλλά
(β) μπορούν να εκτελούνται από ή εναντίον προσώπου το οποίο δεν είναι διάδικος στην απαίτηση, μόνο κατόπιν άδειας του δικαστηρίου.
20.9. Αντιπροσώπευση δικαιούχων από εμπιστευματοδόχους, κ.τ.λ.
(1) Απαίτηση θα εγείρεται από ή εναντίον εμπιστευματοδόχων, εκτελεστών ή διαχειριστών υπό την ιδιότητα αυτή χωρίς να προστίθενται ως διάδικοι πρόσωπα τα οποία έχουν κατ’ ουσίαν συμφέρον στο εμπίστευμα ή στην περιουσία, εκτός αν προνοείται διαφορετικά από νόμο ή κανονισμό.
(2) Οποιαδήποτε απόφαση ή διάταγμα το οποίο εκδίδεται στην απαίτηση είναι δεσμευτικό για την περιουσία εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά στην ίδια ή διαφορετική διαδικασία.
20.10. Θάνατος
(1) Όταν πρόσωπο το οποίο είχε συμφέρον σε απαίτηση έχει αποβιώσει και το πρόσωπο αυτό δεν έχει προσωπικό αντιπρόσωπο, το δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως:
(α) η απαίτηση προχωρήσει στην απουσία προσώπου το οποίο αντιπροσωπεύει την περιουσία του αποθανόντος· ή
(β) διοριστεί πρόσωπο να αντιπροσωπεύσει την περιουσία του αποθανόντος και η απαίτηση μη προχωρήσει μέχρις ότου εκδοθεί παραχωρητήριο επικύρωσης διαθήκης ή διαχείρισης, είτε γενικό είτε περιορισμένο, ως προνοείται από τις διατάξεις του Κεφ.189· ή
(γ) η απαίτηση προχωρήσει από οποιουσδήποτε κληρονόμους κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν να ήταν προσωπικοί αντιπρόσωποι, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 29 του Κεφ. 189.
(2) Όταν εναγόμενος εναντίον του οποίου θα μπορούσε να είχε εγερθεί απαίτηση έχει αποβιώσει και:
(α) έχει εκδοθεί παραχωρητήριο επικύρωσης διαθήκης ή διαχείρισης, η απαίτηση πρέπει να εγερθεί εναντίον των προσώπων τα οποία είναι οι προσωπικοί αντιπρόσωποι του αποθανόντος·
(β) δεν έχει εκδοθεί παραχωρητήριο επικύρωσης διαθήκης ή διαχείρισης:
(i) η απαίτηση πρέπει να εγερθεί εναντίον «της περιουσίας» του αποθανόντος· και
(ii) ο ενάγων οφείλει να αιτηθεί από το δικαστήριο τον διορισμό αντιπροσώπου με παραχωρητήριο, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 19 του Κεφ. 189 για τους σκοπούς της απαίτησης.
(3) Απαίτηση θα τυγχάνει χειρισμού ως να έχει εγερθεί εναντίον «της περιουσίας» του αποθανόντος σύμφωνα με την παράγραφο (2)(β)(i) όταν:
(α) η απαίτηση εγείρεται εναντίον των «προσωπικών αντιπροσώπων» του αποθανόντος, αλλά δεν έχει εκδοθεί παραχωρητήριο επικύρωσης διαθήκης ή διαχείρισης· ή
(β) το πρόσωπο εναντίον του οποίου ηγέρθη η απαίτηση δεν βρισκόταν εν ζωή κατά τον χρόνο καταχώρισης της απαίτησης.
(4) Πριν από την έκδοση διατάγματος δυνάμει του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως δοθεί ειδοποίηση της αίτησης σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχει συμφέρον στην απαίτηση.
[Δ.Κ. 29.9.2023] (5) Σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος, δυνάμει των παραγράφων (1) ή (2)(β)(
[Κείμενο διαγράφηκε από: Δ.Κ. 29.9.2023:] i [Προστέθηκε από: Δ.Κ. 29.9.2023:] ii), απόφαση ή διάταγμα το οποίο εκδίδεται στην απαίτηση είναι δεσμευτικό για την περιουσία του αποθανόντος.
20.11. Εξουσία έκδοσης αποφάσεων δεσμευτικών σε μη διαδίκους
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε απαίτηση, η οποία σχετίζεται με:
(α) την περιουσία αποθανόντος προσώπου·
(β) περιουσία η οποία υπόκειται σε εμπίστευμα· ή
(γ) την πώληση οποιασδήποτε περιουσίας.
(2) Το δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να διατάξει όπως ειδοποίηση:
(α) της απαίτησης (Έντυπο αρ.23)· ή
(β) οποιασδήποτε απόφασης ή διατάγματος (Έντυπο αρ.24) το οποίο εκδίδεται στην απαίτηση·
επιδοθεί σε πρόσωπο το οποίο δεν είναι διάδικος, αλλά επηρεάζεται ή ενδέχεται να επηρεαστεί από αυτή.
(3) Αίτηση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού:
(α) μπορεί να υποβάλλεται χωρίς ειδοποίηση· και
(β) πρέπει να υποστηρίζεται από γραπτή μαρτυρία η οποία περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους το προς επίδοση πρόσωπο πρέπει να δεσμεύεται από την απόφαση στην απαίτηση.
(4) Εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά:
(α) ειδοποίηση απαίτησης ή απόφασης ή διατάγματος, δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει:
(i) να εκδίδεται από το δικαστήριο· και
(ii) να συνοδεύεται από έντυπο σημειώματος εμφάνισης με οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις (Έντυπο αρ.25 ή Έντυπο αρ.26 κατά περίπτωση)·
(β) η ειδοποίηση απαίτησης πρέπει επίσης να συνοδεύεται από:
(i) αντίγραφο του εντύπου απαίτησης· και
(ii) τέτοια άλλα δικόγραφα, δηλώσεις μάρτυρα ή ένορκες δηλώσεις σύμφωνα με οδηγίες του δικαστηρίου· και
(γ) η ειδοποίηση απόφασης ή διατάγματος πρέπει επίσης να συνοδεύεται από αντίγραφο της απόφασης ή διατάγματος.
(5) Αν πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται ειδοποίηση απαίτησης καταχωρίζει σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών, το πρόσωπο αυτό καθίσταται διάδικος στην απαίτηση.
(6) Αν πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται ειδοποίηση απαίτησης δεν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, το πρόσωπο αυτό δεσμεύεται από οποιαδήποτε απόφαση η οποία εκδίδεται στην απαίτηση ως εάν να ήταν διάδικος.
(7) Αν μετά την επίδοση ειδοποίησης απαίτησης σε πρόσωπο, το έντυπο απαίτησης τροποποιείται ώστε να αλλάζει ουσιωδώς την αξιούμενη θεραπεία, το δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως η απόφαση μη δεσμεύει το πρόσωπο αυτό εκτός αν πρόσθετη ειδοποίηση μαζί με αντίγραφο του τροποποιηθέντος εντύπου απαίτησης, επιδοθεί στο εν λόγω πρόσωπο.
(8) Οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται ειδοποίηση απόφασης ή διατάγματος, δυνάμει του παρόντος κανονισμού:
(α) δεσμεύεται από την απόφαση ή διάταγμα ως εάν το πρόσωπο αυτό να ήταν διάδικος στην απαίτηση· αλλά
(β) δύναται, εφόσον το πρόσωπο αυτό καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης:
(i) εντός 28 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτό, να αιτηθεί από το δικαστήριο να παραμερίσει ή τροποποιήσει την απόφαση ή το διάταγμα· και
(ii) να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία η οποία σχετίζεται με την απόφαση ή το διάταγμα.
(9) Οι ακόλουθοι κανονισμοί του Μέρους 10 (σημείωμα εμφάνισης) εφαρμόζονται:
(α) ο κανονισμός 10.5· και
(β) ο κανονισμός 10.6, υπό την επιφύλαξη ότι οι αναφορές στον εναγόμενο θα διαβάζονται ως αναφορές στο πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται η ειδοποίηση.
(10) Ειδοποίηση, δυνάμει του παρόντος κανονισμού εκδίδεται κατά την ημερομηνία η οποία καταγράφεται στην ειδοποίηση από το δικαστήριο.
Ενότητα ΙΙΙ : Παράγωγες απαιτήσεις
20.12. Έναρξη παράγωγων απαιτήσεων
(1) Η παρούσα Ενότητα εφαρμόζεται σε παράγωγη απαίτηση (όταν εταιρεία, άλλο νομικό πρόσωπο ή συντεχνία κατ’ ισχυρισμόν έχει δικαίωμα να αξιώσει θεραπεία και καταχωρίζεται απαίτηση από μέλος αυτής/αυτού για να της/του δοθεί η θεραπεία αυτή).
(2) Η εταιρεία, νομικό πρόσωπο ή συντεχνία προς όφελος των οποίων αξιώνεται θεραπεία πρέπει να καταστεί εναγόμενος στην απαίτηση.
(3) Το έντυπο απαίτησης πρέπει να φέρει τον τίτλο «Παράγωγη Απαίτηση».
20.13. Κάθε παράγωγη απαίτηση, εφόσον καταχωριστεί, απαιτεί έκδοση δικαστικού διατάγματος για να συνεχιστεί
(1) Μετά την καταχώριση του εντύπου απαίτησης, ο ενάγων δεν πρέπει να πραγματοποιεί οποιοδήποτε περαιτέρω βήμα στη διαδικασία χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, εκτός από την υποβολή αίτησης για άδεια συνέχισης της απαίτησης ή την υποβολή επείγουσας αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία.
(2) Ο ενάγων οφείλει εντός 21 ημερών από την καταχώριση του εντύπου απαίτησης να αιτηθεί από το δικαστήριο με αίτηση, διάταγμα για άδεια συνέχισης της απαίτησης.
(3) Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από γραπτή μαρτυρία.
(4) Η αίτηση και η γραπτή μαρτυρία πρέπει να επιδίδονται στον εναγόμενο εντός της περιόδου στην οποία πρέπει να επιδίδεται το έντυπο απαίτησης και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον 14 ημέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης.
(5) Ο εναγόμενος οφείλει 7 ημέρες πριν από την ακρόαση της αίτησης να παραδίδει και καταχωρίζει ένσταση, αν προτίθεται να ενστεί στην αίτηση, και τη γραπτή μαρτυρία στην οποία προτίθεται να στηριχθεί.
(6) Το δικαστήριο εκδίδει τέτοιο διάταγμα μόνο αν ο ενάγων καταδείξει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση προς εκδίκαση.