Αυτή είναι η τελευταία ενoποιημένη έκδοση της διάταξης αυτής. |
ΜΕΡΟΣ 7 : ΤΡΟΠΟΣ ΕΝΑΡΞΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: ΕΝΤΥΠΟ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ
7.1. Τρόπος έναρξης διαδικασίας, ημερομηνία έναρξης και ημερομηνία έγερσης της διαδικασίας για σκοπούς παραγραφής
(1) Υφίστανται δύο μέθοδοι έναρξης διαδικασίας:
(α) με την καταχώριση εντύπου απαίτησης (Έντυπο αρ.4) δυνάμει του Μέρους 7, ή
(β) με την καταχώριση εντύπου απαίτησης δυνάμει της εναλλακτικής διαδικασίας η οποία καθορίζεται στο Μέρος 8 (όταν δεν υφίσταται ουσιώδης αμφισβήτηση αναφορικά με γεγονός ή απαιτείται από κανονισμό).
(2) Διαδικασία αρχίζει όταν το δικαστήριο καταχωρίζει έντυπο απαίτησης κατόπιν αιτήματος του ενάγοντα.
(3) Έντυπο απαίτησης καταχωρίζεται κατά την ημερομηνία η οποία σημειώνεται στο έντυπο από το δικαστήριο.
[Δ.Κ. 26.07.2024] (4) Πρόσωπο το οποίο επιζητεί θεραπεία από το δικαστήριο πριν από την έναρξη διαδικασίας ή σε σχέση με διαδικασία η οποία λαμβάνει ή θα λάβει χώρα σε άλλη δικαιοδοσία
[Κείμενο διαγράφηκε από: Δ.Κ. 26.07.2024:] , οφείλει [Προστέθηκε από: Δ.Κ. 26.07.2024:] ή σε σχέση με διαιτητική διαδικασία που λαμβάνει ή θα λάβει χώρα στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, δύναται να υποβάλει αίτηση δυνάμει του Μέρους 23.
(5) Όταν ο ενάγων διαμένει στην Κύπρο, έντυπο απαίτησης το οποίο παρουσιάζεται από δικηγόρο δεν καταχωρίζεται εκτός αν συνοδεύεται από γραπτό έντυπο διορισμού δικηγόρου σύμφωνα με το Έντυπο αρ.5.
(6) Όταν ο ενάγων είναι αναλφάβητος, το έντυπο διορισμού δικηγόρου δυνάμει της παραγράφου (5) επιβεβαιώνεται από πρωτοκολλητή, πιστοποιούντα υπάλληλο ή δύο ικανούς μάρτυρες. οι οποίοι δεν είναι δικηγορικοί υπάλληλοι.
(7) Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο (5) πιο πάνω, έντυπο απαίτησης μπορεί να καταχωριστεί κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, χωρίς να συνοδεύεται από έντυπο διορισμού δικηγόρου εφόσον αποδειχθεί καλή αιτία.
7.2. Τίτλος εντύπου απαίτησης
(1) To έντυπο απαίτησης πρέπει να φέρει επικεφαλίδα με τον τίτλο της διαδικασίας περιλαμβανομένου του πλήρους ονόματος κάθε διαδίκου. Πλήρες όνομα σημαίνει, σε κάθε περίπτωση που αυτό είναι γνωστό:
(α) στην περίπτωση ατόμου, το πλήρες μη συντομογραφημένο όνομά του και τον τίτλο με τον οποίο είναι γνωστό.
(β) στην περίπτωση ατόμου το οποίο διεξάγει εργασίες με όνομα άλλο από το δικό του όνομα, το πλήρες μη συντομογραφημένο όνομα τού ατόμου μαζί με τον τίτλο με τον οποίο είναι γνωστό, και την πλήρη εμπορική επωνυμία,
(γ) στην περίπτωση συνεταιρισμού.
(i) όταν οι συνεταίροι ενάγονται στο όνομα του συνεταιρισμού, το πλήρες όνομα με το οποίο είναι γνωστός ο συνεταιρισμός, περιλαμβανομένου επιθήματος, ή
(ii) όταν οι συνέταιροι ενάγονται ως άτομα, το πλήρες μη συντομογραφημένο όνομα τού κάθε συνεταίρου και τον τίτλο με τον οποίο είναι γνωστός.
(δ) στην περίπτωση εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία, το πλήρες εγγεγραμμένο όνομα, περιλαμβανομένου επιθήματος, αν υπάρχει.
(ε) στην περίπτωση οποιασδήποτε άλλης εταιρείας ή νομικής οντότητας, την πλήρη επωνυμία με την οποία είναι γνωστή, περιλαμβανομένου επιθήματος, όπου αυτό είναι αρμόζον.
[Δ.Κ. 29.9.2023] (2) Στο έντυπο απαίτησης πρέπει στην περίπτωση του ενάγοντος να περιλαμβάνεται ο αριθμός δελτίου ταυτότητας (Α.Δ.Τ) εάν είναι Κύπριος υπήκοος, ο αριθμός εγγραφής αλλοδαπού (Alien Registration Certificate - ARC) εάν αυτός διαμένει στην Κύπρο και δεν είναι Κύπριος υπήκοος ή ο αριθμός διαβατηρίου ή άλλου αποδεικτικού στοιχείου ταυτοποίησής του σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση.
7.3. Διεύθυνση στην οποία διαμένει ή διεξάγει εργασίες ο εναγόμενος
(1) Όταν ο εναγόμενος είναι φυσικό πρόσωπο, ο ενάγων οφείλει (αν είναι σε θέση να το πράξει) να περιλάβει στο έντυπο απαίτησης τη διεύθυνση στην οποία διαμένει ή διεξάγει εργασίες ο εναγόμενος. Αυτή η παράγραφος εφαρμόζεται έστω και αν ο δικηγόρος του εναγόμενου έχει συμφωνήσει να αποδεχθεί επίδοση εκ μέρους του εναγόμενου.
7.4. Έκθεση απαίτησης
(1) Έκθεση απαίτησης πρέπει:
(α) να περιέχεται στο έντυπο απαίτησης και να επιδίδεται με αυτό, ή
(β) να καταχωρίζεται εντός 28 ημερών από την επίδοση του εντύπου απαίτησης και να επιδίδεται στη συνέχεια από τον ενάγοντα στον εναγόμενο όσο συντομότερα είναι εφικτό.
(Στο Μέρος 16 παρατίθεται τι πρέπει να περιέχεται στην έκθεση απαίτησης).
(Το Μέρος 22 απαιτεί επιβεβαίωση της έκθεσης απαίτησης με δήλωση αληθείας)
7.5. Επίδοση εντύπου απαίτησης
(1) Το έντυπο απαίτησης επιδίδεται σύμφωνα με το Μέρος 6.
7.6. Ανανέωση εντύπου απαίτησης και παράταση χρόνου επίδοσης
(1) Κανένα έντυπο απαίτησης δεν ισχύει για περίοδο πέραν των 12 μηνών από την ημέρα καταχώρισής του περιλαμβανομένης αυτής, αλλά αν δεν επιδόθηκε σε εναγόμενο ο οποίος κατονομάζεται σε αυτό, ο ενάγων δύναται, πριν από τη λήξη των 12 μηνών, να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος ανανέωσης τού εντύπου απαίτησης, και το δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι έχουν γίνει εύλογες προσπάθειες για επίδοση σε τέτοιο εναγόμενο, ή για άλλη καλή αιτία, να διατάξει την ανανέωση του εντύπου απαίτησης για έξι μήνες από την ημερομηνία ανανέωσης περιλαμβανομένης αυτής, και από καιρού εις καιρόν κατά τη διάρκεια ισχύος του ανανεωμένου εντύπου απαίτησης. Σε τέτοια περίπτωση, στο έντυπο απαίτησης σημειώνεται από τον πρωτοκολλητή η φράση «Ανανεώθηκε, δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας …………….. την ημέρα…………….. 20…..» ή λεκτικό με ανάλογη έννοια· έντυπο απαίτησης το οποίο ανανεώνεται με τον τρόπο αυτό παραμένει σε ισχύ και αποτελεί λόγο για παρεμπόδιση της εφαρμογής οποιουδήποτε νόμου, δυνάμει του οποίου ο χρόνος έναρξης της απαίτησης μπορεί να περιοριστεί, και για κάθε άλλο σκοπό, από την ημερομηνία καταχώρισης του αρχικού εντύπου απαίτησης.
(2) Μετά την ανανέωση του εντύπου απαίτησης, κάθε πιστό αντίγραφο το οποίο χρησιμοποιείται για επίδοση θα φέρει αντίγραφο του λεκτικού του πρωτότυπου εντύπου απαίτησης υποδηλώνοντας ότι έχει ανανεωθεί.
7.7. Αίτηση εναγόμενου για επίδοση εντύπου απαίτησης
(1) Όταν έχει καταχωριστεί έντυπο απαίτησης εναντίον εναγόμενου, αλλά δεν έχει ακόμη επιδοθεί, ο εναγόμενος δύναται να επιδώσει ειδοποίηση στον ενάγοντα απαιτώντας από τον ενάγοντα να επιδώσει το έντυπο απαίτησης ή να διακόψει την απαίτηση εντός προθεσμίας η οποία ορίζεται στην ειδοποίηση.
(2) Η προθεσμία η οποία ορίζεται στην ειδοποίηση η οποία επιδίδεται, δυνάμει της παραγράφου (1) πρέπει να είναι τουλάχιστον 14 ημέρες από την επίδοση της ειδοποίησης.
(3) Αν ο ενάγων παραλείψει να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση, το δικαστήριο δύναται, κατόπιν αίτησης του εναγόμενου:
(α) να απορρίψει την απαίτηση, ή
(β) να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα κρίνει δίκαιο.
7.8. Συγκεκριμένες διατάξεις σε σχέση με συνεταιρισμούς
(1) Οποιαδήποτε δύο ή περισσότερα πρόσωπα τα οποία έχουν απαίτηση ή ευθύνονται ως συνεταίροι και διεξάγουν εργασίες στην Κύπρο δύνανται να ενάγουν ή να ενάγονται στο όνομα τού συνεταιρισμού στο οποίο τα πρόσωπα αυτά είναι συνεταίροι κατά τον χρόνο γένεσης της αιτίας αγωγής.
(2) Διάδικος σε απαίτηση από ή εναντίον συνεταιρισμού δύναται να αιτηθεί από δικαστήριο κατάσταση με τα ονόματα και τόπους διαμονής όλων των προσώπων τα οποία αποτελούσαν τον συνεταιρισμό κατά τον χρόνο ή την περίοδο που σχετίζονται με την απαίτηση, η οποία να δοθεί με τέτοιο τρόπο και να βεβαιωθεί ενόρκως ή διαφορετικά σύμφωνα με οποιεσδήποτε οδηγίες του δικαστηρίου.
(3) Όταν καταχωρίζεται έντυπο απαίτησης από συνεταίρους στο όνομα του συνεταιρισμού, οι ενάγοντες ή οι δικηγόροι τους, κατόπιν γραπτού αιτήματος από ή εκ μέρους οποιουδήποτε εναγόμενου, δηλώνουν αμέσως και γραπτώς, εντός 10 ημερών από τέτοιο αίτημα, τα ονόματα και τους τόπους διαμονής όλων των προσώπων τα οποία αποτελούν τον εν λόγω συνεταιρισμό κατά τον χρόνο ή τη σχετική με την απαίτηση περίοδο.
(4) Αν οι ενάγοντες ή οι δικηγόροι τους παραλείψουν να συμμορφωθούν με τέτοιο αίτημα, η απαίτηση μπορεί, κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε διαδίκου, να ανασταλεί με τέτοιους όρους σύμφωνα με οποιεσδήποτε οδηγίες του δικαστηρίου.
(5) Όταν, σύμφωνα με τέτοιο αίτημα, δηλώνονται τα ονόματα των συνεταίρων, η απαίτηση προχωρεί κατά τον ίδιο τρόπο, και ακολουθούν οι ίδιες από κάθε άποψη συνέπειες ωσάν αυτοί να είχαν κατονομαστεί ως ενάγοντες στο έντυπο απαίτησης και όλες οι διαδικασίες συνεχίζουν στο όνομα του συνεταιρισμού.
(6) Όταν πρόσωπα ενάγονται ως συνεταίροι στο όνομα του συνεταιρισμού τους, το έντυπο απαίτησης επιδίδεται είτε
(α) σε οποιοδήποτε ή σε περισσότερους από τους συνεταίρους, είτε
(β) στον κύριο τόπο διεξαγωγής των εργασιών του συνεταιρισμού στην Κύπρο, σε πρόσωπο το οποίο έχει, κατά τον χρόνο επίδοσης, τον έλεγχο ή τη διαχείριση των εργασιών του συνεταιρισμού στον τόπο εκείνο.
(7) Τηρουμένων των προνοιών των παρόντων κανονισμών, τέτοια επίδοση θεωρείται έγκυρη επίδοση στον συνεταιρισμό ο οποίος ενάγεται, είτε οποιοδήποτε από τα μέλη του βρίσκεται εκτός Κύπρου είτε όχι, και δεν απαιτείται οποιαδήποτε άδεια για καταχώριση εντύπου απαίτησης εναντίον τους.
(8) Στην περίπτωση συνεταιρισμού ο οποίος έχει διαλυθεί πριν από την καταχώριση της απαίτησης εν γνώσει του ενάγοντα, το έντυπο απαίτησης επιδίδεται σε κάθε πρόσωπο στην Κύπρο το οποίο επιδιώκεται να καταστεί υπόλογο.
(9) Όταν καταχωρίζεται έντυπο απαίτησης εναντίον συνεταιρισμού και επιδίδεται σύμφωνα με τον κανονισμό 7.8(6) κάθε πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται, ενημερώνεται με γραπτή ειδοποίηση ως το Έντυπο αρ.6 η οποία δίδεται κατά τον χρόνο της επίδοσης, είτε του επιδίδεται ως συνεταίρου είτε ως προσώπου το οποίο έχει τον έλεγχο ή τη διαχείριση των εργασιών του συνεταιρισμού, είτε και υπό τις δύο ιδιότητες.
(10) Στην απουσία τέτοιας ειδοποίησης, το πρόσωπο στο οποίο γίνεται επίδοση θεωρείται ότι του έγινε επίδοση ως συνεταίρου.
(11) Όταν πρόσωπα ενάγονται ως συνέταιροι στο όνομα τού συνεταιρισμού, το σημείωμα εμφάνισης μπορεί να καταχωρίζεται στο όνομα τού συνεταιρισμού ή στο όνομα τού κάθε συνεταίρου ξεχωριστά, αλλά όλες οι επακόλουθες διαδικασίες συνεχίζουν, παρόλα αυτά, στο όνομα τού συνεταιρισμού.
(12) Όταν επιδίδεται έντυπο απαίτησης σε πρόσωπο το οποίο έχει τον έλεγχο ή τη διαχείριση των εργασιών του συνεταιρισμού, και ο συνεταιρισμός καταχωρίζει σημείωμα εμφάνισης, δεν είναι αναγκαίο για το πρόσωπο αυτό να καταχωρίζει σημείωμα εμφάνισης επ’ ονόματί του.
(13) Πρόσωπο στο οποίο γίνεται επίδοση ως συνεταίρου, αλλά αρνείται ότι ήταν συνέταιρος ή υπείχε ευθύνη υπό αυτή την ιδιότητα κατά οποιοδήποτε ουσιώδη χρόνο, δύναται κατά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης να δηλώσει ότι το πράττει ως «πρόσωπο στο οποίο έγινε επίδοση ως συνέταιρος στον εναγόμενο συνεταιρισμό, αλλά αρνείται ότι ήταν συνέταιρος καθ’ οιονδήποτε ουσιώδη χρόνο».
(14) Τέτοιο σημείωμα εμφάνισης, για όσο διάστημα ισχύει, θεωρείται σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του συνεταιρισμού.
(15) Αν πρόσωπο προβαίνει σε δήλωση ως το (13) κατά τη καταχώριση σημειώματος εμφάνισης δυνάμει του Μέρους 10, τότε:
(α) ο ενάγων δύναται να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για διαγραφή της δήλωσης στη βάση ότι το πρόσωπο το οποίο προέβη στη δήλωση ήταν συνέταιρος ή υπείχε ευθύνη ως τέτοιος, ή δύναται να αφήσει το ζήτημα αυτό να αποφασιστεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, ή
(β) το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στη δήλωση κατά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης δύναται να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο για παραμερισμό της επίδοσης σε αυτό στη βάση ότι δεν ήταν συνέταιρος ή δεν υπείχε ευθύνη ως τέτοιος ή δύναται με την υπεράσπισή του να αρνηθεί είτε το ένα είτε και τα δύο πιο κάτω:
(i) την ευθύνη του ως συνέταιρος,
(ii) την ευθύνη του εναγόμενου συνεταιρισμού σε σχέση με την απαίτηση του ενάγοντα.
(16) Κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εκ των διαδίκων κατά οποιονδήποτε χρόνο, μπορεί να εκδοθεί διάταγμα όπως η ευθύνη του προσώπου στο οποίο επιδίδεται και η ευθύνη του εναγόμενου συνεταιρισμού εκδικαστούν με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιους χρόνους ως το δικαστήριο κρίνει κατάλληλο.